28 Δεκεμβρίου 2025

Η «ανασφαλής» κανονικότητα των νέων

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025).


Το καινούριο χόμπυ μου είναι να ρωτάω τους φίλους μου και άλλους γνωστούς της γενιάς μου: «Όταν ήσουν εικοσάρης ανησυχούσες για την επαγγελματική σου αποκατάσταση;» Δεν έχω πάρει ούτε μια θετική απάντηση. Ίσως το δείγμα να μην είναι αντιπροσωπευτικό. Ίσως να ήμασταν απερίσκεπτοι, εγώ και οι φίλοι μου, ή ανεύθυνοι. Μπορεί, αλλά αμφιβάλλω. Οι αναγνώστες μπορούν να κρίνουν μόνοι τους – ιδίως όσοι έχουν παιδιά, και τα βλέπουν να αγχώνονται, να κυνηγάνε τον έναν τίτλο σπουδών μετά από τον άλλον, και εν τω μεταξύ, μέχρι να βρουν μια δουλειά της προκοπής που θα τους επιτρέψει επιτέλους να σχεδιάσουν με ηρεμία το μέλλον τους, να περνάνε από τη μια δουλίτσα (συνήθως προσωρινή ή/και κακοπληρωμένη) στην άλλη. Η διάχυτη αίσθηση ανασφάλειας δείχνει να είναι κομμάτι της κανονικότητας των σημερινών νέων, όπως δεν συνέβαινε με τη γενιά των γονιών τους.

Τα (λίγα) διαθέσιμα δεδομένα φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την αίσθηση. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση 1.500 εργαζομένων ηλικίας έως 29 για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (Οκτώβριος 2025), στην ερώτηση «Πιστεύετε ότι η γενιά των γονιών σας έζησε καλύτερες εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες από τη δική σας;» 51% απάντησε «ισχύει απόλυτα» και 22% «ισχύει». Μόνο το 10% διαφώνησε. Η διάψευση της προσδοκίας της γραμμικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου από τη μια γενιά στην άλλη υπήρξε η δραματικότερη ίσως αλλαγή στο πώς σκέφτονται τη ζωή τους οι νέοι και οι νέες στη χώρα μας.

Μήπως απλώς τα νέα παιδιά πέφτουν στο συνηθισμένο σφάλμα, να προεξοφλούν τα θετικά και να μεγαλοποιούν τα αρνητικά; Στο κάτω κάτω, μερικά πράγματα είναι σήμερα αντικειμενικά ευκολότερα (και φθηνότερα) παρά ποτέ: τα ταξίδια στο εξωτερικό, η πρόσβαση στην πληροφόρηση, οι τηλεπικοινωνίες. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια τα κοινωνικά ήθη έχουν προχωρήσει, η πίεση του οικογενειακού περίγυρου έχει εξασθενήσει, οι βαθμοί ελευθερίας έχουν αυξηθεί. Όμως, η πρόοδος φέρνει καινούργια προβλήματα: η χειραφέτηση και η προκοπή των νέων γυναικών τις καθιστά ευάλωτες στην (ενίοτε βίαιη) αντίδραση όσων προβληματικών ανδρών αισθάνονται να απειλούνται από αυτήν.

Ας δούμε τι λένε οι αριθμοί για τη ζωή των νέων σήμερα σε σύγκριση με τις αρχές του αιώνα. Καταρχάς, στην Ελλάδα οι νέοι έχουν λιγοστέψει: σήμερα στη χώρα μας ζουν 1,6 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 15-29 ετών, το 2001 ήταν μιάμιση φορά περισσότερα (2,4 εκατομμύρια). Ο αριθμός όσων αποκτούν πανεπιστημιακή μόρφωση έχει εκτιναχθεί: το 2000 μόνο 20,6% των ατόμων ηλικίας 25-29 είχαν πτυχίο, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει υπερδιπλασιαστεί (44,6%). Όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα της τελευταίας διεθνούς έρευνας PIAAC στην οποία συμμετείχε η Ελλάδα (το 2015), 19% των κατόχων τίτλων σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πτυχίο ή μεταπτυχιακό) ηλικίας έως 34 ετών ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι.

Σήμερα πάνω από τα δύο τρίτα (68,5%) των νέων ηλικίας 25-29 εργάζονται, όσοι περίπου και το 2000 (68,1%). Πίσω από αυτή τη φαινομενική σταθερότητα κρύβονται σημαντικές ανακατατάξεις: το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών αυτής της ηλικιακής ομάδας έχει υποχωρήσει κατά δέκα ολόκληρες μονάδες (από 81,3% το 2000 σε 71,5% το 2024), ενώ το αντίστροφο συνέβη με το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών (από 54,4% το 2000 σε 65,1% το 2024).

Ακόμη και όταν εργάζονται, πολλοί νέοι (το 52% στην έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ) παραμένουν εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι έχει αυξηθεί και άλλο το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25-34 που μένουν ακόμη στο πατρικό τους: από 42,7% το 2003 σε 54,9% το 2024 (όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 29,7%).

Σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, τα πράγματα είναι καλύτερα. Το 2024, ο αριθμός όσων δήλωναν ότι δεν έχουν την οικονομική άνεση να βγουν μια φορά το μήνα για ποτό ή για φαγητό (7,2% στην ηλικιακή ομάδα 25-29) είχε πέσει στο μισό από το 2018 (14,4%). Με άριστα το 10, ο βαθμός ικανοποίησης από τη ζωή στην ίδια ηλικιακή ομάδα έχει ανέβει από 6,4 το 2013 σε 7,1 το 2024, πλησιάζοντας το μέσο όρο της ΕΕ (7,4).

Εν τω μεταξύ, το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει επιδεινωθεί. Το 2000 ο κόσμος ζούσε την ψευδαίσθηση του «τέλους της ιστορίας» και του «μερίσματος της ειρήνης»: ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, οι Δίδυμοι Πύργοι δεν είχαν ακόμη πέσει. Ακόμη και για το φυσικό περιβάλλον επικρατούσε αισιοδοξία: η διεθνής συμφωνία του Μοντρεάλ (1987) για τη σταδιακή απαγόρευση των χλωροφθορανθράκων είχε βοηθήσει να κλείσει τελικά η τρύπα του όζοντος - μεγάλη υπαρξιακή αγωνία της εποχής. Σήμερα, ζητείται ελπίς.

21 Δεκεμβρίου 2025

Μετά το Ταμείο Ανάπτυξης, τι;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025).


Οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Οκτώβριο επιβεβαιώνουν την ανησυχία πολλών αναλυτών για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που είχε την ευθύνη για την κατάρτιση του Σχεδίου, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης την πενταετία 2029-2034 θα κυμανθεί από 0,2% έως 0,4%. Πρόκειται για επιδόσεις στασιμότητας, και απόκλισης από τον ευρωπαϊκό κανόνα.

Είναι φανερό ότι πίσω από την επιστροφή στις χαμηλές επιδόσεις βρίσκεται η εξάντληση της δυναμικής του Ταμείου Ανάκαμψης. Αξίζει να θυμηθούμε ότι επιλογή των Ευρωπαίων ηγετών (με καθοριστική συμβολή της Άνγκελα Μέρκελ) να θεσμοθετήσουν το Ταμείο Ανάκαμψης μεσούσης της πανδημίας είχε δύο στόχους. Ο ένας ήταν ομολογημένος: ο κορωνοϊός απειλούσε να παγιώσει την οικονομική υστέρηση χωρών όπως η Ιταλία, γεγονός που έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο δεύτερος ήταν ανομολόγητος: η κρίση του Ευρώ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010 είχε αφήσει πικρή γεύση και στους Ευρωπαίους ηγέτες που την διαχειρίστηκαν, που «αξιοποίησαν» την ευκαιρία της πανδημίας για να «αποζημιώσουν» την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του Νότου. Για αυτό άλλωστε οι βασικοί ωφελημένοι των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης είναι σε απόλυτα μεγέθη η Ιταλία (194 δις ευρώ τη δεκαετία 2021-2030) και μετά η Ισπανία, ενώ σε σχέση με το μέγεθος της εθνικής οικονομίας η Ελλάδα (το ποσό που μας αναλογεί σε βάθος δεκαετίας αντιστοιχεί σε περίπου 15% του ΑΕΠ του 2025).

Η λογική του Ταμείου Ανάκαμψης δεν είναι «επιδοματική»: τα τεράστια κονδύλια που τίθενται στη διάθεση των εθνικών κυβερνήσεων, μαζί με τα αντίστοιχα του ΕΣΠΑ και των άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, αποσκοπούν στην παραγωγική αναβάθμιση των οικονομιών που είχαν μείνει πίσω, ώστε να συγκλίνουν με τις δυναμικότερες οικονομίες της ΕΕ. Υπό αυτό το πρίσμα, τα προσωρινά δεδομένα (είναι ακόμη νωρίς για μια οριστική αποτίμηση) δεν είναι ενθαρρυντικά. Οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Σχεδίου μιλάνε μόνες τους. Επί πλέον, πρόσφατη ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολογίζει το συνολικό όφελος για την ελληνική οικονομία σε μόλις 29,6 δις ευρώ (σε βάθος δεκαετίας πάντοτε), έναντι 36,6 δις ευρώ κατανομής στη χώρα από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Αντί δηλαδή της προσδοκώμενης πολλαπλασιαστικής και μόνιμης επίδρασης, το όφελος είναι μικρότερο από τους πόρους που εισρέουν: με τεχνικούς όρους, ο πολλαπλασιαστής εκτιμάται για την Ελλάδα σε 0,81 (έναντι 1,05 στο σύνολο της ΕΕ).

Σε τι οφείλεται αυτή η απογοητευτική επίδοση; Αφενός σε κάτι προφανές, και αφετέρου σε κάτι παράδοξο. Το προφανές είναι ότι η εμμονική προσκόλληση στην «απορροφητικότητα» των ευρωπαϊκών κονδυλίων, εκ μέρους όλων των ελληνικών κυβερνήσεων από το 1981, υπονομεύει την αποδοτική διαχείριση προς όφελος της εθνικής οικονομίας, και οδηγεί σε σπατάλη πόρων – και σε ακραίες (αλλά όχι σπάνιες) περιπτώσεις σε νοσηρά φαινόμενα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ. Το πόσο λίγο πιστεύει το ελληνικό κράτος σε όσα το ίδιο γράφει στις αναφορές που υποβάλλει προς την ΕΕ προκειμένου να καρπωθεί τα ευρωπαϊκά κονδύλια φαίνεται από τη συστηματική άρνησή του να βάλει το χέρι στη δική του τσέπη: οι ελληνικές κυβερνήσεις κάθε φορά διαβεβαιώνουν τις Βρυξέλλες ότι μετά το τέλος της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης π.χ. των βρεφονηπιακών σταθμών θα αναλάβουν το κόστος λειτουργίας τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, και κάθε φορά εντάσσουν το ίδιο πρόγραμμα στο ευρωπαϊκό ταμείο. Σε ακραίες (αλλά όχι σπάνιες) περιπτώσεις, το ελληνικό κράτος αρνείται να καταβάλλει την εθνική χρηματοδότηση για την οποία έχει δεσμευθεί, με αποτέλεσμα να ακυρώνεται και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Το παράδοξο είναι ότι το μεσοπρόθεσμο όφελος μιας εθνικής οικονομίας από μια χρηματοδοτική «ένεση» τύπου Ταμείου Ανάκαμψης εξαρτάται επίσης από τη θέση της εθνικής οικονομίας στον διεθνή καταμερισμό. Για παράδειγμα, η αναθέρμανση π.χ. της μεταποιητικής παραγωγής στη χώρα Α θα οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για βιομηχανικό εξοπλισμό που παράγει η χώρα Β. Η ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνει ότι αν ληφθεί υπόψη η διάχυση του οφέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, οι βασικοί ωφελημένοι των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται να είναι σε απόλυτα μεγέθη η Γερμανία (μετά την Ιταλία και την Ισπανία), ενώ σχετικά με το ΑΕΠ η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Τσεχία. (Επίσης, ένα μέρος του οφέλους διαχέεται εκτός ΕΕ: ο συνολικός πολλαπλασιαστής είναι 1,36). Με άλλα λόγια, ωφελούνται οικονομίες με ισχυρή παραγωγική βάση, καλά πλασαρισμένες σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα συνεχίζει ανέμελη να σπαταλά τους «πακτωλούς» των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, και μαζί τους τις ευκαιρίες εκσυγχρονισμού του κράτους και της οικονομίας.