Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιλάνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιλάνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Ιουλίου 2021

Οι μάταιες προφυλάξεις

Το διήγημα του Dino Buzzati "Le precauzioni inutili" δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Corriere della Sera (15 Ιουνίου 1955), και στη συνέχεια στη συλλογή "Sessanta racconti". Milano: Εκδόσεις Mondadori (1958). Η μετάφραση δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιούλιος 2021).

Τώρα που εκείνος έφυγε, και δεν θα φανεί ποτέ πια, εξαφανισμένος, σβησμένος από το πλαίσιο της ζωής της ακριβώς σαν να ήταν νεκρός, σε εκείνη, την Ιρένε, δεν μένει παρά να εξοπλιστεί με όλο το κουράγιο που μια γυναίκα μπορεί να ζητήσει από το Θεό και να ξεριζώσει όλα τα κλαδιά που συνδέουν εκείνον τον άτυχο έρωτα με τα σπλάχνα της. Υπήρξε πάντοτε δυνατή κοπέλλα, η Ιρένε, δεν θα λιποψυχήσει τώρα.

Τα κατάφερε! Λιγότερο τρομερό από ό,τι νόμιζε. Και πιο σύντομο. Δεν πέρασαν ούτε τέσσερις μήνες, και να που απαλλάχθηκε τελείως. Είναι λίγο πιο αδύνατη, πιο χλωμή, πιο διαφανής, αλλά ελαφριά, με τη γλυκειά χαύνωση της ανάρρωσης που μέσα της αναρριγούν νέες ασαφείς ψευδαισθήσεις. Ω, υπήρξε γενναία, ηρωική υπήρξε, μπόρεσε να φανεί σκληρή με τον εαυτό της, απώθησε αποφασιστικά όλες τις σειρήνες των αναμνήσεων, στις οποίες θα ήταν εύκολο να αφεθεί νωχελικά.

Να καταστρέψει ό,τι είχε μείνει στα χέρια της, ακόμη και καρφίτσα, να κάψει γράμματα και φωτογραφίες, να πετάξει τα ρούχα που φόραγε όταν ήταν εκείνος, που ίσως πάνω τους το βλέμμα του είχε αφήσει ίχνη αόρατα, να ξεφορτωθεί τα βιβλία που και εκείνος είχε διαβάσει, που η κοινή τους γνώση διαμόρφωνε μια μυστική συνενοχή, να πουλήσει τον σκύλο που είχε πια μάθει να τον αναγνωρίζει και έτρεχε να τον υποδεχθεί στην καγκελόπορτα του κήπου, να εγκαταλείψει τις φιλίες που ανήκαν και στους δύο, ακόμη και να αλλάξει σπίτι επειδή σε αυτό το τζάκι εκείνος ένα βράδυ είχε ακουμπήσει με τον αγκώνα, επειδή ένα πρωί αυτή η πόρτα είχε ανοίξει, και πίσω της είχε εμφανιστεί εκείνος, επειδή το κουδούνι της πόρτας συνέχιζε να βγάζει τον ίδιο ήχο όπως τότε που εκείνος ερχόταν, και σε κάθε δωμάτιο της φαινόταν ότι αναγνώριζε κάποιο δικό του μυστηριώδες αποτύπωμα. Επίσης: να συνηθίσει να σκέφτεται άλλα πράγματα, να λυώνει στη δουλειά ώστε τα βράδυα όταν ο κίνδυνος παρουσιαζόταν πιο απειλητικός να την ισοπεδώνει ένας ύπνος βαρύς, να γνωρίσει νέους ανθρώπους, να συχνάζει σε νέα περιβάλλοντα, να αλλάξει ακόμη και το χρώμα των μαλλιών της.

Όλα αυτά είχε κατορθώσει να κάνει, με απελπισμένη αποφασιστικότητα, μην αφήνοντας αφύλαχτη καμμιά γωνία, καμμιά ρωγμή μέσα από την οποία να μπορεί να εισχωρήσει κάποια ανάμνηση. Και γιατρεύτηκε. Τώρα είναι πρωί, και η Ιρένε ετοιμάζεται να βγει από το σπίτι, φορώντας ένα ωραίο γαλάζιο φόρεμα που της έχει μόλις στείλει η μοδίστρα. Έξω ο ήλιος λάμπει. Αισθάνεται υγιής, νεανική, πεντακάθαρη μέσα, φρέσκια όπως τότε που ήταν δεκαέξη χρονών. Και ευτυχισμένη; Σχεδόν.

Αλλά από ένα γειτονικό σπίτι φθάνει ένα μικρό ηχητικό κύμα. Κάποιος άναψε το ραδιόφωνο ή έβαλε κάποιον δίσκο, ένα παράθυρο άνοιξε. Άνοιξε και αμέσως έκλεισε πάλι.

Ήταν αρκετό. Έξη ή επτά νότες, ένα παλιό ρεφραίν, το τραγούδι του. Έλα, γενναία Ιρένε, μην χάνεσαι για τόσο λίγο, τρέχα στη δουλειά, μην σταματάς, γέλα! Όμως ένα απαίσιο κενό έχει σχηματιστεί μέσα στο στήθος της, ένα χαντάκι έχει ήδη σκαφτεί. Για μήνες ολόκληρους ο έρωτας, αυτή η παράξενη καταδίκη, παρίστανε ότι κοιμόταν, ξεγελώντας την Ιρένε. Αρκούσε ένα τίποτα για να ξεχυθεί.

Έξω περνάνε τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι ζουν, κανείς δεν ξέρει για αυτή τη γυναίκα, που κάθεται σαν χαμένη στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, σαν κοριτσάκι που το έβαλαν τιμωρία, τσαλακώνοντας το ωραίο της καινούριο φόρεμα, και κλαίει με λυγμούς. Εκείνος είναι μακριά, δεν θα γυρίσει ποτέ πια, και ήταν όλα μάταια.

1 Ιανουαρίου 2021

Οι τελευταίοι και οι προτελευταίοι

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Παρασκευή 1 Ιανουαρίου  2021).

Λίγα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου στο Μιλάνο, στη Viale Toscana, πίσω από το πανεπιστήμιο Bocconi, είναι οι εγκαταστάσεις του Pane Quotidiano («Άρτος Επιούσιος»). Κάθε πρωί η εθελοντική οργάνωση μοιράζει ένα πακέτο τρόφιμα σε όποιον τα ζητήσει – χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να αφήσει τα στοιχεία του ή να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση.

Οι ουρές των ανθρώπων που περιμένουν να εξυπηρετηθούν έχουν αλλάξει όψη τον τελευταίο καιρό. Κατ’αρχάς έχουν μακρύνει σε σχέση με πέρυσι. Έπειτα έχει μεταβληθεί η σύνθεσή τους. Όχι μόνο σιωπηλές γυναίκες που φοράνε μαντήλα, ή νεαροί μετανάστες κολλημένοι στο κινητό τους, ή ανατολικοευρωπαίες που μιλάνε φωναχτά με τις φίλες τους. Αλλά και Ιταλίδες μητέρες με το μωρό στο καροτσάκι, και ηλικιωμένοι άνδρες με φαρμακωμένο ύφος, και γυναίκες μέσης ηλικίας με πρόσωπο σκληρό και αποφασιστικό σαν κομπάρσοι σε ταινία του Ντε Σίκα από τη δεκαετία του ’50. Οι «τελευταίοι» και οι «προτελευταίοι», ορκισμένοι αντίπαλοι στη φαντασία και στη ρητορική μιας λαϊκιστικής δεξιάς που τις τελευταίες δεκαετίες έχει κάνει την τύχη της, συναντιούνται στην ουρά για τη δωρεάν διανομή τροφίμων, και ανακαλύπτουν ότι έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους από ό,τι νόμιζαν.

Πίσω από το γκισέ τους εξυπηρετούν χαμογελαστοί εθελοντές με πορτοκαλί πανωφόρι και μάσκα. Δεν είναι πιστοί της ενορίας, το Pane Quotidiano δεν είναι καθολική οργάνωση. Οι εθελοντές του ανήκουν στη μιλανέζικη καλή κοινωνία, ή στη «στοχαστική μεσαία τάξη» κατά Πωλ Γκίνσμποργκ: είναι συνταξιούχοι, μάνατζερ, νοικοκυρές, δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και πολλοί φοιτητές, ακόμη και μαθητές, που βάλθηκαν να διαψεύσουν το στερεότυπο των κακομαθημένων «μιλένιαλς» που δεν νοιάζονται παρά μόνο για την καλοπέρασή τους, και πλήττουν βλέποντας όλη μέρα Νέτφλιξ.

Στις εγκαταστάσεις του Pane Quotidiano δεν έρχονται άστεγοι ή ναρκομανείς: τα τρόφιμα θέλουν μαγείρεμα. Όσοι κοιμούνται στο δρόμο μπορούν να απευθυνθούν στους αδελφούς Καπουτσίνους της Opera San Francisco. Η μεγαλύτερη καθολική οργάνωση, η Caritas (εδώ «Ambrosiana»), με πρωτοβουλία του τότε Αρχιεπισκόπου της πόλης, έχει από το 2008 ιδρύσει «Ταμείο Οικογένειας και Εργασίας», με ρητό σκοπό την φροντίδα όσων γλυστράνε μέσα από τα κενά του επίσημου αλλά διάτρητου διχτυού ασφαλείας του ιταλικού κράτους. Ο διαχειριστής του Ταμείου, σε ρεπορτάζ της Corriere della sera, δεν διστάζει να δηλώσει την ικανοποίησή του για την πρόσφατη αναγέννηση ενός «εθελοντισμού της αριστεράς», που του είναι ευπρόσδεκτος επειδή συμπληρώνει τις προσπάθειες των καθολικών. Σύμβολο αυτής της αναγέννησης η αλματώδης ανάπτυξη του «Emergency», της οργάνωσης που ίδρυσε ο χειρουργός Gino Strada, και που ενεργοποιείται σε 18 χώρες από την Ρουάντα έως το Αφγανιστάν.

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που κάνουν ουρά στο πεζοδρόμιο της Viale Toscana μέχρι πρόσφατα δούλευαν: ήταν οικιακοί βοηθοί, ελαιοχρωματιστές, σερβιτόροι, πωλήτριες, ηθοποιοί, μουσικοί. Τις καλές χρονιές, η ακμάζουσα οικονομία της αστραφτερής πόλης τους εξασφάλιζε ένα μέτριο αλλά αξιοπρεπές εισόδημα, επιτρέποντάς τους να ονειρεύονται όνειρα κοινωνικής ανόδου. Η δουλειά δεν ήταν σταθερή, αλλά τα λεφτά πληρώνονταν στο χέρι, χωρίς φόρους και εισφορές, ή με τις ελάχιστες μόνο κρατήσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία. Όμως από τις αρχές του περασμένου Μαρτίου η οικονομία της πόλης έχει παγώσει: ακυρώθηκαν οι εκθέσεις (μόδας, επίπλου, design), έκλεισε η Σκάλα, το ίδιο και τα θέατρα, έπαψαν να έρχονται οι ξένοι επισκέπτες, οι φοιτητές γύρισαν στην πατρίδα τους, τα μπαρ, τα ρεστωράν και τα άλλα μαγαζιά έβαλαν λουκέτο – προσωρινά ή μόνιμα θα δούμε.

Αυτό το τοπικό μοντέλο ανάπτυξης υπήρξε ιδιοφυές και δυναμικό (ιδίως αν το συγκρίνει κανείς με την 25ετή στασιμότητα της εθνικής οικονομίας), αλλά τελικά αποδείχθηκε σαθρό. Επικεφαλής του είναι μια κοινωνική τάξη που μοιάζει όλο και λιγότερο με τους εργασιομανείς και ασκητικούς βιομήχανους που δημιούργησαν το «οικονομικό θαύμα» των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, παράγοντας στα εργοστάσιά τους κομψά και λειτουργικά αυτοκίνητα ή ψυγεία ή πολυθρόνες «για όλα τα βαλάντια». Τέτοιοι επιχειρηματίες υπάρχουν ακόμη (συνήθως μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας). Αλλά δείχνουν όλο και πιο παράταιροι δίπλα στους μονίμως μαυρισμένους πενηντάρηδες ή εξηντάρηδες, που παρκάρουν τις Λαμποργκίνι τους στις γραμμές του τραμ, οργανώνουν πάρτυ με κοκαΐνη και «έσκορτ», και φωτογραφίζονται περήφανοι στο πλευρό κάποιας καλλονής με χυμώδεις αν και αδιευκρίνιστης προέλευσης καμπύλες.

Τα επόμενα Χριστούγεννα ο εμβολιασμός θα έχει προχωρήσει, η οικονομία θα έχει ξεπαγώσει, και λογικά οι ουρές για τρόφιμα θα έχουν αραιώσει. Όσοι όμως βρέθηκαν σε αυτές για πρώτη φορά θα θυμούνται σε όλη τους τη ζωή αυτή την ξαφνική γνωριμία τους με τη σκοτεινή πλευρά του «Θαύματος στο Μιλάνο».

Σε έναν καλύτερο κόσμο, αυτό το εκκωφαντικό καμπανάκι κινδύνου θα αρκούσε για να ξυπνήσει τις εφησυχασμένες συνειδήσεις των εύπορων στρωμάτων, και για να θυμίσει στις μετριοπαθείς και προοδευτικές πολιτικές ελίτ αυτό που δεν θα έπρεπε να είχαν ξεχάσει ποτέ: ότι εκτός από τη χαμηλή πολιτική των αξιωμάτων και της εξουσίας υπάρχει και η υψηλή πολιτική των κοινωνικών συμβολαίων και των σχεδίων ανάπτυξης που δίνουν μερίδιο και κρατάνε θέση σε όλους.

1 Μαΐου 2020

Η επιστροφή των ΙΧ και τα διλήμματα της επόμενης μέρας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Παρασκευή 1 Μαΐου 2020).

Ο ανταποκριτής σας παρακολούθησε από το μαρτυρικό Μιλάνο την υποδειγματική παρουσίαση της σταδιακής άρσης των μέτρων περιορισμού από τον Άκη Σκέρτσο, υφυπουργό αρμόδιο για τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου, και μετά από πάρα πολύ καιρό (για την ακρίβεια: μετά από 16 χρόνια) αισθάνθηκε ότι είναι πολίτης χώρας που κυβερνάται από σοβαρούς ανθρώπους.

Ότι θα είναι αργή και βασανιστική η επιστροφή στην καθημερινότητα το έχουμε πλέον καταλάβει όλοι (ελπίζω). Η πανδημία έχει κοπάσει αλλά δεν έχει περάσει. Η προοπτική μιας δεύτερης βαθιάς ύφεσης, μετά από τη μεγάλη οικονομική συρρίκνωση της προηγούμενης δεκαετίας, είναι ζοφερή. Η αναστολή της εκπαιδευτικής διαδικασίας βολεύει τους πάντες (μαθητές και δασκάλους), ή σχεδόν (όχι τους γονείς), αλλά μεγαλώνει την απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και τους μαθητές των καλών σχολείων από τους υπόλοιπους.

Δεν είναι μόνο δικά μας αυτά τα προβλήματα: συμβαίνουν και εις Μεδιολάνους. Όπως ανέφερε σε πρόσφατο άρθρο της η Chiara Saraceno, 1 στους 8 ιταλούς μαθητές (1 στους 5 στη Νότια Ιταλία) δεν έχουν υπολογιστή ή τάμπλετ στο σπίτι. Από όσους έχουν, 57% το μοιράζονται με κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Για την αποτροπή του ψηφιακού αποκλεισμού και της υστέρησης δεξιοτήτων, η Συμμαχία για τα Παιδιά προτείνει ενεργοποίηση της εκπαιδευτικής τηλεόρασης (η υποδομή υπάρχει), επιλεγμένη παροχή χαμηλού κόστους συσκευών και συνδέσεων, κινητοποίηση του Δημοσίου και της κοινωνίας των πολιτών για την επιμόρφωση των δασκάλων και την υποστήριξη των μαθητών με ενισχυτική διδασκαλία.

Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσοι σχεδιάζουν την επόμενη μέρα (που και στην Ιταλία αρχίζει τη Δευτέρα 4 Μαΐου) αφορά τις συγκοινωνίες. Μέσα στον καταιγισμό δυσκολιών, το πώς θα μετακινούμαστε μπορεί να φαίνεται δευτερεύουσας σημασίας. Σε πολλούς αρκεί που θα επιτραπεί επιτέλους να μετακινούμαστε. Εδώ στο Μιλάνο, όπου η αρμοδιότητα για τη συγκοινωνιακή πολιτική ανήκει στο Δήμο, η προοπτική να επιστρέψουμε σε μια πιο πρωτόγονη κατάσταση, που νομίζαμε ότι έχουμε αφήσει οριστικά πίσω, έχει σημάνει συναγερμό.

Έως τη δεκαετία του ’80, η ατμοσφαιρική ρύπανση στο Μιλάνο ήταν χειρότερη από ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Δεν βοηθούσε το κλίμα: παροιμιωδώς υγρό και ψυχρό, νηνεμία (δεν φύσαγε), ομίχλη (συχνά αιθαλομίχλη). Ούτε η γεωγραφία: πεδινό τοπίο, κανάλια, ποτάμια, λίμνες. Συνέβαλε όμως και ο άνθρωπος: η βιομηχανική πυκνότητα της Κοιλάδας του Πάδου, και η ερωτική σχέση των Ιταλών με το αυτοκίνητο. Όταν ο ανταποκριτής σας άρχισε να επισκέφτεται το Μιλάνο, στην Piazza Duomo επιτρεπόταν ακόμη το παρκάρισμα. Όταν πεζοδρομήθηκε πολλοί Μιλανέζοι δυσανασχέτησαν.

Έκτοτε τα πράγματα βελτιώθηκαν. Η γεωγραφία και το κλίμα παρέμειναν ίδια (αν και τώρα φυσάει περισσότερο). Βοήθησε η αποβιομηχανοποίηση. Το ίδιο και η αμόλυβδη βενζίνη. Αλλά αυτό που άλλαξε τη ζωή στην πόλη ήταν η στροφή 180 μοιρών στη συγκοινωνιακή πολιτική. Δακτύλιος (και, από το 2008: διόδια για την είσοδο των ΙΧ στο κέντρο), εκτεταμένες πεζοδρομήσεις, αναβάθμιση των μετρό, τραμ, λεωφορείων. Όλα αυτά με τη συναίνεση των πολιτών: στο δημοτικό δημοψήφισμα του 2011, η πρόταση για τη γενίκευση του «διωγμού των ΙΧ», με επέκταση του συστήματος διοδίων για την είσοδο στο κέντρο, εγκρίθηκε πανηγυρικά με 79% των ψήφων.

Χάρη και στη συγκοινωνιακή πολιτική της δημοτικής αρχής, σήμερα το Μιλάνο είναι μια από τις πιο ευχάριστες πόλεις στον κόσμο.

Ή ήταν, μέχρι την πανδημία του κορωνοϊού. Στο εξής, έως την εξάλειψή του, όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα πρέπει για λόγους ασφαλείας να κυκλοφορούν μισοάδεια (για τους αισιόδοξους: μισογεμάτα). Μετά από δεκαετίες «διωγμού», τα ΙΧ επιστρέφουν θριαμβευτικά: τα αστικά διόδια για είσοδο στο κέντρο αναστέλλονται, το παρκάρισμα διευκολύνεται.

Πίσω στη δεκαετία του ’80 λοιπόν; Όχι ακριβώς. Μπορεί ο πραγματισμός να επιβάλλει στροφή στην «ιδιωτική κινητικότητα», αλλά κανείς δεν θέλει μποτιλιαρίσματα και καυσαέρια στους δρόμους του κέντρου. Εξ άλλου, η καθαρότερη ατμόσφαιρα των τελευταίων δεκαετίων έγινε πεντακάθαρη τους τελευταίους μήνες, και τώρα που ήρθε η άνοιξη το πράσινο στα πάρκα και στα παρτέρια είναι πιο λαμπερό από ποτέ.

Συνεπώς; Δέσμη μέτρων. Ανοχή στα ΙΧ ναι, αλλά και έμφαση στα ποδήλατα (δημοτικά και ιδιωτικά), στα σκούτερ, και στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα κοινής χρήσης. Κάποιοι δρόμοι ή λωρίδες κυκλοφορίας θα αφιερωθούν στα ποδήλατα ή θα γίνουν πεζόδρομοι. Αλλού θα αφαιρεθεί χώρος από τα ΙΧ για να παραχωρηθεί σε μπαρ και ρεστωράν που θα βγάλουν τραπεζάκια έξω. Όριο ταχύτητας 30 χμ/ώρα στο κέντρο της πόλης. Επί πλέον, κλιμακωτό ωράριο – για να χαμηλώσει η άλλη καμπύλη (flatten the curve): της κίνησης στις ώρες αιχμής. Και κυρίως, ενθάρρυνση της τηλεργασίας. Όπως φάνηκε τις μέρες της απομόνωσης, και όπως επεσήμανε το περιοδικό Economist, πολλοί εργαζόμενοι είναι εξίσου ή περισσότερο παραγωγικοί όταν εργάζονται στο σπίτι, και ο λόγος που πολλά διευθυντικά στελέχη δυσπιστούν στην τηλεργασία είναι ότι τους ενδιαφέρει λιγότερο το αποτέλεσμα και περισσότερο ο έλεγχος πάνω στους υπαλλήλους.

Για να επανέλθουμε στην εξαιρετική παρουσίαση από τον Άκη Σκέρτσο του κυβερνητικού σχεδίου για την επόμενη μέρα: Πώς θα υλοποιηθεί η ρύθμιση για «χρήση των ΙΧ αυτοκινήτων αντί των ΜΜΜ και προσωρινή αναστολή του δακτυλίου»; Ως γενική έφοδος των ΙΧ στις ελληνικές πόλεις (από όπου στην πραγματικότητα δεν «διώχθηκαν» ποτέ); Και άλλο μποτιλιάρισμα, και άλλα καυσαέρια, και άλλο παρκάρισμα στα πεζοδρόμια, και άλλη ντε φάκτο κατάργηση των πεζοδρόμων, υπό το ως συνήθως γεμάτο κατανόηση βλέμμα της Τροχαίας και της (ξεδοντιασμένης) Δημοτικής Αστυνομίας;

Εάν όχι, θα πρέπει η κυβέρνηση να ανακοινώσει συνοδευτικά μέτρα εγκαίρως.

Εάν ναι, θα είναι κρίμα.

15 Μαρτίου 2020

Ο ορίζοντας σκοτεινιάζει

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Κυριακή 15 Μαρτίου 2020).

Λένε πως η πιο σκοτεινή ώρα είναι λίγο πριν το χάραμα. Ο ανταποκριτής σας δεν έχει προσωπική πείρα: έχει διαλέξει ένα επάγγελμα που δεν απαιτεί πρωινό ξύπνημα, και έχει από καιρό ξεχάσει τις λίγες φορές που γύριζε στο σπίτι μετά από ξενύχτι, όσο για τις σκοπιές 4-6 στο στρατόπεδο δεν θέλει να τις θυμάται. Αλλά ελπίζει ολόψυχα να έχουν δίκιο αυτοί που το λένε. Μια βδομάδα από τα τελευταία, πιο δρακόντεια μέτρα, το χάραμα φαίνεται να αργεί πολύ ακόμη. Κυριακή πρωί στο Μιλάνο, η πόλη παραμένει σε κώμα. Η παροιμιώδης ζωντάνια των κατοίκων και το βιαστικό τους βήμα φαίνονται μακρινή ανάμνηση. Πηγαίνουμε στο σούπερ-μάρκετ (μια από τις τελευταίες δραστηριότητες που επιτρέπονται ακόμη) σέρνοντας τα πόδια μας, σαν να έχουμε όλη τη μέρα μπροστά μας (όπως άλλωστε ισχύει), σαν να θέλουμε να παρατείνουμε τη διάρκεια της εξόδου μας από το σπίτι, και ίσως την οπτική έστω επαφή με άλλους ανθρώπους. Έξω από το Coop είκοσι περίπου πελάτες περιμένουν υπομονετικά στην ουρά, σε απόσταση ενός μέτρου ο ένας από τον άλλον. Είναι όλοι τους ψύχραιμοι και ευγενικοί, παραχωρούν ευχαρίστως τη θέση τους σε πιο ηλικιωμένους, όμως κανείς δεν έχει όρεξη για αστεία. Κάθε τόσο ο υπεύθυνος του σούπερ-μάρκετ ανοίγει τις πόρτες και αφήνει τον προκαθορισμένο αριθμό να περάσει. Στα ταμεία οι εργαζόμενες εμψυχώνουν τους πιο κατηφείς από τους πελάτες: «Να δείτε που θα περάσει και αυτό». Η ταμίας που εξυπηρετεί εμένα ανοίγει άλλο θέμα συζήτησης (θα εκτίμησε ότι δεν έχω φτάσει ακόμη στο κατώτερο σκαλοπάτι κατήφειας): «Είχα κανονίσει να πάω εκδρομή το άλλο ΣΚ, τώρα αναγκάστηκα να την ακυρώσω, ελπίζω να τελειώσει σύντομα αυτή η ιστορία, έχει αρχίσει να με κουράζει. Κουπόνια για σερβίτσιο; (όχι) Χαρτάκια; (ναι) Ίντερ ή Μίλαν; (Ίντερ)». Μου δίνει χαμογελώντας την απόδειξη και την πιστωτική κάρτα: «Καλή μέρα να έχετε.» Ανταποδίδω τον χαιρετισμό, και την ευχαριστώ για την καλή διάθεση. Αστράφτει το πρόσωπό της: «Σας ευχαριστώ πολύ!»

Εν τω μεταξύ, οι μέρες διαδέχονται απαράλλαχτες η μία την άλλη. Στις 6 το απόγευμα παρακολουθούμε την ανακοίνωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας για την εξέλιξη της επιδημίας. Έχουμε πια πάνω από 100 νέα κρούσματα την ώρα σε όλη την Ιταλία, τα μισά από αυτά στην Λομβαρδία. Η Corriere della sera και οι άλλες σοβαρές εφημερίδες αποστρέφονται την υστερία, όμως τις τελευταίες μέρες οι τόνοι είναι σχεδόν πένθιμοι. Τα editorial και οι μόνιμες στήλες καλούν τους αναγνώστες να αναλογιστούν ότι η Ιταλία έχει περάσει χειρότερες μέρες, βγήκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κατεστραμμένη και πεινασμένη, αλλά γεμάτη ενθουσιασμό και δημιουργικότητα, που μέσα σε λίγα χρόνια έφερε το οικονομικό θαύμα που τη μεταμόρφωσε. Έτσι και τώρα θα βγούμε πιο δυνατοί κτλ. Οι μέσα σελίδες αφηγούνται ιστορίες, με ιώτα μικρό. Ο 48χρονος οδηγός ασθενοφόρου στη Brescia ανέβασε πυρετό και ξεψύχησε στο σπίτι του προτού καν προλάβουν να βγουν τα αποτελέσματα του τεστ. Η 17χρονη από το Como είχε την ατυχία να πάθει καλπάζουσα μηνιγγίτιδα, και την ακόμη μεγαλύτερη ατυχία να την πάθει τώρα – εάν της συνέβαινε άλλη εποχή θα την είχαν σώσει, στην κηδεία οι αρχές επέτρεψαν να είναι παρόντες μόνο οι γονείς της και τα αδέλφια της, οι συμμαθητές την παρακολούθησαν σε streaming. Ο δήμαρχος του Bergamo είναι υπό την επήρεια ισχυρού κλονισμού: στην πόλη του τα θύματα της επιδημίας πάνε κυριολεκτικά άκλαυτα, από το νοσοκομείο απευθείας στο νεκροταφείο, μέχρι προχθές τα φέρετρα στοιβάζονταν στις εκκλησίες, τώρα γέμισαν και αυτές, τα γραφεία τελετών δουλεύουν τριπλοβάρδιες, με ελλείψεις στο προσωπικό τους λόγω της επιδημίας. Η δυναμικότητα των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας επεκτείνεται, αλλά αργά – σίγουρα πιο αργά από τον ρυθμό άφιξης ασθενών που χρειάζονται νοσηλεία σε αυτές. Από τους υπεράριθμους ασθενείς επιλέγονται όσοι έχουν μια ρεαλιστική ελπίδα να ωφεληθούν περισσότερο. Όσοι έχουν προϋπάρχουσες παθήσεις και μεγάλη ηλικία (άνω των 70) κατατάσσονται στην κατηγορία NCR: μη υποψήφιοι για ανάνηψη. Δεν αφήνονται αβοήθητοι, αλλά μεταφέρονται σε άλλη αίθουσα για «παρηγορητική αγωγή» με παυσίπονα. Το προσωπικό των νοσοκομείων είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης: περιφέρονται σαν ζόμπι, άυπνοι, με το πρόσωπο χαρακωμένο από τα σημάδια της μάσκας, σημαδεμένοι για πάντα από όσα ζουν αυτές τις μέρες. «Μην μας λέτε ήρωες. Απλώς μείνετε στο σπίτι.»

Μου τηλεφωνούν φίλοι από την Αθήνα. Υποψιάζομαι ότι έχουν αρχίσει να ανησυχούν στα σοβαρά. Η φωνή τους ακούγεται πιο ευδιάθετη από ό,τι συνήθως. Όπως όταν επισκεπτόμαστε έναν ασθενή σε καταληκτική φάση. Ας μην υπερβάλλουμε παιδιά. Το πιθανότερο είναι ότι θα επιζήσουμε. Εσείς να προσέχετε.

12 Μαρτίου 2020

«Όλα θα πάνε καλά»

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020).

Βγήκε ο ήλιος στο Μιλάνο, μετά από αρκετές συννεφιασμένες ή βροχερές μέρες, ήλιος  με δόντια, αλλά πάντως λαμπερός. Ο ανταποκριτής σας αποφάσισε να καθήσει έξω. «Καπνίζετε;» ρώτησε η σερβιτόρα, φέρνοντας τον καφέ και το κρουασάν. Σκέφτηκα να απαντήσω όπως ο Giulio Andreotti στη μεσήλικη κυρία που στο κοσμικό πάρτυ της ρωμαϊκής καλής κοινωνίας, στην ταινία του Paolo Sorrentino, τον ρωτά εάν χορεύει: «Non ho vizi minori». Είχε πράγματι μεγάλες διαστροφές ο Giulio Andreotti (και μαζί κάποιες αρετές), αλλά αφορούσαν όλες τον δημόσιο βίο του – ο ιδιωτικός ήταν αψεγάδιαστος, υπόδειγμα καλού καθολικού. Αλλά εδώ στον υλιστικό Βορρά, εν μέσω επιδημίας, ο Silvio Berlusconi (84 ετών) μόλις εγκατέλειψε την επί 12ετία σύντροφό του (35 ετών), για να συζήσει με άλλη (30 ετών). Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, απαντώ στη νεαρή σερβιτόρα: «όχι, δεν καπνίζω, ευχαριστώ».

Με το ρυθμό που αυξάνονται τα κρούσματα, μέχρι να κυκλοφορήσει η Athens Voice θα έχουμε πλησιάσει τις δέκα χιλιάδες, πάνω από τα μισά στη Λομβαρδία, αν και παραδόξως σχετικά λίγα στο Μιλάνο. Στους φορείς του ιού προστέθηκε πρόσφατα ο Nicola Zingaretti, γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος. Εν τω μεταξυ, εντοπίστηκε ο «Ασθενής Μηδέν» που έφερε (εν αγνοία του) τον ιό στην Ευρώπη: δεν είναι Ιταλός, αλλά 33χρονος Γερμανός, ήρθε για δουλειές από το Μόναχο στο Codogno (50 χιλιόμετρα ΝΔ του Μιλάνου). Πλέον η κωμόπολη είναι σε καραντίνα, οι καραμπινιέροι εμποδίζουν τους κατοίκους να βγουν χωρίς ειδική άδεια.

Γερμανός λοιπόν, όχι Ιταλός, ούτε καν Κινέζος, παρότι η Chinatown της πόλης είναι από τις πιο παλιές, πιο ακμαίες και πιο πολυάνθρωπες της Ευρώπης. Μάλιστα, μέχρι τώρα μόνο ένας (1) Κινέζος του Μιλάνου έχει βρεθεί θετικός στον ιό. Πώς το έχουν καταφέρει; Με αυτοπειθαρχία, συλλογικότητα, και πνεύμα ευθύνης. Ελάχιστα μαγαζιά έχουν μείνει ανοιχτά στη συνήθως πολύβουη via Paolo Sarpi, τα πιο πολλά μη κινεζικά. Έκλεισε και το στεγνοκαθαριστήριο της γειτονιάς μου, «από αλληλεγγύη στην κοινότητα», όπως εξηγεί το σημείωμα στην πόρτα της συμπαθέστατης ιδιοκτήτριας. Με τον Έ. αναρωτηθήκαμε τι ακριβώς να σημαίνει αυτό. Το καταλάβαμε διαβάζοντας τη συνέντευξη του επικεφαλής του κινεζικού εμπορικού συλλόγου στην Corriere della sera της επομένης: για έναν Κινέζο το να μεταδώσει από απροσεξία ή ανευθυνότητα τον ιό σε κάποιον ανυποψίαστο συμπολίτη του είναι ντροπή, και λόγος στιγματισμού και καταδίκης του από την υπόλοιπη κοινότητα.

Στο ωραίο του editorial στην ίδια εφημερίδα ο Antonio Polito αναλύει τα «πέντε διδάγματα της επιδημίας». Η χρόνια υποχρηματοδότηση του συστήματος υγείας πρέπει να τερματιστεί: ας μεταφερθούν πόροι από συντάξεις και επιδόματα. Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει να επαναδιατυπωθεί: δεν μπορεί κάθε περιφέρεια να κάνει ό,τι θέλει. Η ενημέρωση του κοινού πρέπει να γίνεται από τους ειδικούς, όχι από τους πολιτικούς. Το «ψηφιακό χάσμα» πρέπει να γεφυρωθεί, ιδίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ιδίως στο Νότο: εάν κάποια σχολεία δεν μπορέσουν να συντονίσουν εξ αποστάσεως τη μελέτη στο σπίτι, χιλιάδες παιδιά θα μείνουν πίσω στα μαθήματα (και αύριο στην αγορά εργασίας). Το πέμπτο και τελευταίο μάθημα αφορά την Ευρώπη: οι μεγαλύτερες κρίσεις της εποχής μας (ο κορωναϊός, η κλιματική αλλαγή, το προσφυγικό) δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα, συνεπώς η αντιμετώπισή τους ή θα είναι κοινή από τα κράτη-μέλη ή δεν θα είναι αποτελεσματική. Και ας λένε οι λαϊκιστές.

Εν τω μεταξύ, η ζωή συνεχίζεται. Παρά τις συστάσεις του υπουργείου υγείας («αφύσικες αλλά αναγκαίες», σύμφωνα με τον υπεύθυνο που τις ανακοίνωσε), τα ζευγάρια εξακολουθούν να φιλιούνται στους δρόμους, οι φίλοι να αγκαλιάζονται όταν συναντιούνται, οι συνάδελφοι να χαιρετιούνται διά χειραψίας. Οι αγώνες του πρωταθλήματος γίνονται κεκλεισμένων των θυρών, ανάμεσά τους και το μεγάλο «ντέρμπυ της Ιταλίας» Juventus-Inter. Οι εκθέσεις μόδας, design, επίπλων κτλ. μετατέθηκαν. Μουσεία, θέατρα και σινεμά κλειστά μέχρι νεωτέρας. Τα μπαρ και τα ρεστωράν ανοιχτά αλλά για την αποφυγή συνωστισμού επιτρέπεται το σερβίρισμα μόνο σε τραπέζι. Σχολεία και πανεπιστήμια κλειστά, με μαθήματα online.

Ελάχιστος πανικός, αρκετή ανησυχία, πολλή αβεβαιότητα. Θα περάσει και αυτό. Στους δρόμους της πόλης έκαναν την εμφάνισή τους κίτρινα αυτοκόλλητα με τη φράση «Όλα θα πάνε καλά». Λέγεται ότι τα πρώτα τα έγραψε μια ποιήτρια που θέλησε να μείνει ανώνυμη, μετά τη μιμήθηκαν και άλλοι. Τα βλέπουμε και χαμογελάμε, και συνεχίζουμε το δρόμο μας με ελαφρύτερο βήμα.

25 Φεβρουαρίου 2020

Από το Μιλάνο με ψυχραιμία

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020).

Η επιδημία ξέσπασε ξαφνικά στην Ιταλία: από 50 σε 150 κρούσματα μέσα σε μια μόνο μέρα (Κυριακή 23 Φεβρουαρίου), τα περισσότερα στη Λομβαρδία και στο Βένετο. Αυτές οι γραμμές γράφονται την επομένη από το Μιλάνο, μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Ιταλίας, ατμομηχανή της ιταλικής οικονομίας. Τι έχει αλλάξει στην καθημερινότητά μας; Προς το παρόν, όχι πολλά. Τα πανεπιστήμια έκλεισαν για μια εβδομάδα και βλέπουμε, το ίδιο και τα σχολεία. Για μερικούς από εμάς, μικρό το κακό: η ομάδα μας στο Πολυτεχνείο δουλεύει απερίσπαστη, ο καθένας στο σπίτι του, σε συνεχή επαφή με τους υπόλοιπους. Για άλλους, τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα, αν και πολλές εταιρείες ζήτησαν από τους εργαζομένους να συνεχίσουν τη δουλειά από το σπίτι. Αντίθετα με τους δυστυχείς κατοίκους της Wuhan, η πόλη μας δεν είναι απλώς οργανωμένη αλλά και ελεύθερη. Οι περιορισμοί στην ελευθερία μας (π.χ. στις μετακινήσεις) γίνονται δεκτές ως αναπόφευκτες. Οι αρχές (δήμαρχος και περιφερειάρχης, σε στενή συνεργασία παρότι προέρχονται από αντίθετες παρατάξεις) δείχνουν να έχουν συναίσθηση της ευθύνης τους, και αυτό εμπνέει εμπιστοσύνη. Η ενημέρωση είναι πλήρης, συνεχής και ψύχραιμη. Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια από τις πλουσιότερες γωνιές του πλανήτη, με νοσοκομεία υψηλού επιπέδου, στη διάθεση όλων των ασθενών, πλούσιων και φτωχών, με γιατρούς και νοσοκόμους που εργάζονται με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση, και με ερευνητικά κέντρα που βρίσκονται στην διεθνή πρωτοπορία. Στο «Περί τυφλότητος» του Ζοζέ Σαραμάγκου, η κοινωνία σιγά-σιγά αποσυντίθεται, ελάχιστοι διατηρούν μέχρι τέλους την ανθρωπιά τους (η γυναίκα του γιατρού, το κορίτσι με τα μαύρα γυαλιά). Με λίγη τύχη, θα τα καταφέρουμε καλύτερα.

26 Απριλίου 2019

Μια υποσημείωση στα βιβλία της ιστορίας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Παρασκευή 26 Απριλίου 2019).

Οι επαναληπτικοί αγώνες των προημιτελικών του Champions League επεφύλαξαν σπάνιες συγκινήσεις στον ανταποκριτή σας (και σε μερικά εκατομμύρια άλλους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο): ο Άγιαξ απέκλεισε τη Γιουβέντους νικώντας την 2-1 μέσα στο Τορίνο (ο αθλητικός συντάκτης της Corriere della sera, πιθανότατα με μια δόση χαιρεκακίας, έγραψε ότι οι γηπεδούχοι δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν το καθαρό και γρήγορο ποδόσφαιρο των αντιπάλων τους), ενώ η Τόττεναμ πέρασε στα ημιτελικά με το εκτός έδρας γκολ χάνοντας 4-3 από την Μάντσεστερ Σίτυ (κατά Gary Lineker «ένα από τα μεγαλύτερα, συναρπαστικότερα, δραματικότερα και συγκινητικότερα παιγνίδια» της ζωής του).

Δεν είναι μόνο ότι η (ποδοσφαιρική) ζωή κάποιων από εμάς έχει λίγες χαρές και πολλές λύπες, οπότε αναγκαστικά πανηγυρίζουμε τις επιτυχίες άλλων ομάδων. Ούτε μόνο ότι τα συγκεκριμένα παιγνίδια ήταν αυτό που λένε «διαφήμιση του ποδοσφαίρου», και υπενθύμιση του τι χάνουν όσοι δεν καταλαβαίνουν, ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, αυτό το υπέροχο άθλημα-βασιλιά των σπορ. (Διαβάστε το σπαρακτικό και ξεκαρδιστικό άρθρο του Simon Hattenstone στο Guardian.) Είναι επίσης ότι ο Άγιαξ και η Τόττεναμ διαφέρουν από τις άλλες ομάδες επειδή συμβολίζουν (σε ένα κοκτέηλ με ίσες δόσεις αλήθειας και υπερβολής) την τραγική ιστορία των Εβραίων της Ευρώπης.

Η υπερβολή είναι οφθαλμοφανής. Οι οπαδοί του Άγιαξ ξεδιπλώνουν γιγαντοπανώ με τη σημαία του Ισραήλ που καλύπτουν όλη την κερκίδα και φωνάζουν όλοι μαζί «Ajax joden, super joden», ενώ εκείνοι της Τόττεναμ αυτοαποκαλούνται «Yid Army» και φωνάζουν «Come on the Yids». Και όμως, οι περισσότεροι δεν είναι Εβραίοι – αν και φυσικά οι περισσότεροι Εβραίοι του Άμστερνταμ και του Λονδίνου αυτές τις ομάδες υποστηρίζουν.

Γιατί το κάνουν; Αφενός για να διεκδικήσουν με υπερηφάνεια μια ταυτότητα για την οποία κατά τη γνώμη των αντιπάλων τους θα έπρεπε να ντρέπονται, όπως μερικοί μαύροι της Αμερικής όταν αυτοαποκαλούνται «νέγροι». Μου το είχε εξηγήσει πριν τρεις δεκαετίες η C., συνάδελφός μου στο λονδρέζικο πανεπιστήμιο που μόλις με είχε προσλάβει, αγγλοεβραία και αριστερή (όπως και ο σύζυγός της Ν., που έτρωγε μπέϊκον και χαιρετούσε τους φίλους του με αγκαλιές και φιλιά – λιγότερο αγγλική συμπεριφορά δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς). Κανονικά «yid» είναι βρισιά: έτσι έλεγαν τους Εβραίους οι μαυροπουκαμισάδες του Όσβαλντ Μόσλεϋ, της Βρετανικής Φασιστικής Ένωσης, στις οδομαχίες του East End τη δεκαετία του ’30. Το 1990, για τους νεαρούς του Βόρειου Λονδίνου, το να ονομάζεις τον εαυτό σου «yid» ήταν τίτλος τιμής. Το ίδιο και σήμερα φαντάζομαι.

Ακόμη και όταν δεν είσαι Εβραίος. Ιδίως όταν οι αντίπαλοί σου έτσι σε φωνάζουν. Όπως οι φανατικοί οπαδοί της Τσέλσυ, που στα πέτρινα χρόνια της προ Μουρίνιο (και προ Αμπράμοβιτς) εποχής ήταν κατά κανόνα ακροδεξιοί. Ή εκείνοι της Φέγιενορντ, που στα ντέρμπυ με τον Άγιαξ φώναζαν «Hamas, hamas, joden aan het gas», με τον τίτλο της παλαιστινιακής οργάνωσης να κάνει ομοιοκαταληξία με τους θαλάμους αερίων, μιμούμενοι τον ήχο τους (φςςς). Τι θα κάνατε εσείς, εάν ήσαστε οπαδοί του Άγιαξ; Θα φωνάζατε «Σούπερ Εβραίοι», και θα πανηγυρίζατε ανεμίζοντας σημαίες του Ισραήλ.

Αλλά πόσο εβραϊκή ομάδα έχει υπάρξει ο Άγιαξ; Όπως εξηγεί στο εξαιρετικό βιβλίο του ο Simon Kuper, σχολιαστής των Financial Times, ολλανδοεβραίος ο ίδιος, η αλήθεια είναι κάπως περίπλοκη. Από τη μια, το Άμστερνταμ μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε «Ιερουσαλήμ της Δύσης», τόπος κατοικίας 80.000 Εβραίων. Περίπου 3 στους 4 κατέληξαν στα στρατόπεδα, ανάμεσά τους και ο θρυλικός Eddy Hamel, δεξί εξτρέμ της πρώτης ομάδας του Άγιαξ από το 1922 έως το 1930. Μετά τον πόλεμο, Εβραίοι ήταν τρεις πρόεδροι της ομάδας, αρκετοί παίκτες, και ο Salo Muller, ο αγαπημένος φυσιοθεραπευτής των παικτών και της κερκίδας. Όμως όλες οι ολλανδικές ομάδες εφάρμοσαν με επιμέλεια τους αντισημιτικούς νόμους της ναζιστικής κατοχής, πασχίζοντας να μην προσβάλλουν τους Εβραίους-μέλη τους την ώρα που τους διέγραφαν, π.χ. επιστρέφοντας τους το ποσό που αντιστοιχούσε στο εισιτήριο διαρκείας. Μια τυπική περίπτωση «γκρίζας ζώνης», για την οποία ο Πρίμο Λέβι έγραψε σελίδες διαύγειας και οδύνης, όπως μας θύμισαν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Θανάσης Γιαλκέτσης στην ωραία εκδήλωση του Πύργου Βιβλίων του ΙΣΝ στην εκδήλωση της περασμένης Παρασκευής.

Εν τω μεταξύ, εμείς εδώ στο Μιλάνο ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε την Ημέρα της Απελευθέρωσης: στις 25 Απριλίου 1945 οι «γκαριμπαλντίνοι», παρτιζάνοι που πρόσκεινταν στο ΙΚΚ, κρέμασαν ανάποδα τον Μπενίτο Μουσσολίνι (αλλά και, πολύ λιγότερο ηρωικά, την ερωμένη του, Κλάρα Πετάτσι) στην Πλατεία Λορέτο – μια στάση του μετρό από το πανεπιστήμιο όπου εργάζεται ο ανταποκριτής σας. Στην καθιερωμένη ετήσια συγκέντρωση στην Πλατεία του Ντουόμο, παρελαύνουν περήφανοι με τα σύμβολά τους, εν μέσω πολλών χειροκροτημάτων και λίγων αποδοκιμασιών, οι βετεράνοι της «Εβραϊκής Μεραρχίας», Εβραίοι παρτιζάνοι που αντί να δεχθούν στωικά τη μοίρα τους οδηγούμενοι στα στρατόπεδα αποφάσισαν να ανταποδώσουν τα χτυπήματα, 1 εναντίον 10, όπως ο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ, «πολεμώντας για μια υποσημείωση στα βιβλία της ιστορίας», όπως εξηγεί ο Γκέντελε στον Μέντελ στο σχετικό μυθιστόρημα του Πρίμο Λέβι. Φέτος θα παρελάσει μόνος του ο Piero Cividalli, 93 ετών, τελευταίος επιζών του ιταλικού λόχου της «Εβραϊκής Μεραρχίας», τον οποίο τίμησε σε ειδική συνεδρίαση το δημοτικό συμβούλιο της πόλης μας, προπύργιο της κεντροαριστεράς σε μια Ιταλία που κυριαρχείται από την λεπενική Λέγκα στο Βορρά και από το ασυνάρτητο Κίνημα Πέντε Αστέρων στο Νότο.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

1 Νοεμβρίου 2018

Αναγνώσεις

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018).

Κυριακή, ημέρα ανάγνωσης. Ο ανταποκριτής σας περπάτησε υπό καταρρακτώδη βροχή μέχρι το περίπτερο για να αγοράσει την Corriere della sera και τη Lettura, το κυριακάτικο ένθετο, και στη συνέχεια πάνω από τη γέφυρα, δίπλα στο κανάλι, μέχρι το Mag, το αγαπημένο του καφέ. Πάνε τα τραπέζια έξω, πάει και ο ήλιος: συνωστισμός στον κλειστό χώρο, βρεγμένα πανωφόρια, ομπρέλες που στάζουν, μυρωδιά μούχλας στην ατμόσφαιρα. Αλλά και ωραία μουσική, θαμώνες Ιταλοί και ξένοι, με την παρέα τους ή μοναχικοί, νεαρά ζευγάρια, γυναίκες με τα παιδιά τους, άνδρες με τα σκυλιά τους, μιλάνε, γελάνε, διαβάζουν. Αισθάνομαι πάντα πολύ οικεία σε τέτοιο πλήθος. Ο σερβιτόρος με το λεπτό μουστάκι και τις τιράντες με υποδέχεται με θερμό χαιρετισμό: "Καλημέρα αγαπητέ. Το συνηθισμένο κρουασάν με φυστίκια;" Δίπλα μου μια νεαρή γυναίκα με γυαλιά μου ζητά την άδεια να ρίξει μια ματιά στο κύριο σώμα της εφημερίδας. "Δεν θα σας τη λερώσω!" Την κοιτάζω λίγο παραξενεμένος: "Τόσο πολύ φαίνεται ότι με ενοχλούν κάτι τέτοια;" Γελάει - "Όχι, αλλά η ανάγνωση της κυριακάτικης εφημερίδας είναι και για μένα ιερή."

Είχα αρκετό καιρό να διαβάσω τη Lettura. Είχα ξεχάσει πόσο απολαυστική είναι. Μέσα στις 64 σελίδες βρήκα τουλάχιστον μια ντουζίνα (μεγάλα) άρθρα με ενδιαφέροντα θέματα και συναρπαστική γραφή. Τα πιο σημαντικά (κατά σειρά εμφάνισης): Παρουσίαση της ιταλικής έκδοσης του βιβλίου του E.O. Wilson "The origins of creativity" (προ ετών είχα κάνει δώρο στη Ρ. το "Letters to a Young Scientist", αφού πρώτα το διάβασα εγώ). Ο Wilson, καθηγητής εντομολογίας στο Harvard, δημοφιλής εκλαϊκευτής της επιστήμης, στοχάζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και ποντάρει σε έναν "Διαφωτισμό 4.0" (μετά τον αρχαιοελληνικό του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τον αραβικό του Αβερρόη και του Αβικέννα, και τον Διαφωτισμό της Αναγέννησης), όπου η φιλοσοφία και οι ανθρωπιστικές επιστήμες συνδιαλέγονται με την τεχνολογία και τις θετικές επιστήμες, αντί να γυρίζουν την πλάτη τους σε αυτές.

Γυρίζω σελίδα και πέφτω πάνω στο άρθρο του Maurizio Ferrera, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, για το αποτέλεσμα των εκλογών της Βαυαρίας. Γνώστης της γερμανικής, μελετητής του Max Weber, φιλελεύθερος από το Τορίνο, κοιτίδα του ιταλικού φιλελευθερισμού, μαθητής του Norberto Bobbio, ο Ferrera χαιρετίζει τη νίκη των Πρασίνων ως προάγγελο ενός πανευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης στον εθνολαϊκισμό. Στο διπλανό άρθρο μια συντάκτης της εφημερίδας γράφει για ένα άλλο είδος Γερμανών οικολόγων: Völkische Siedler, Umwelt und Aktiv, αλλά στην πραγματικότητα Blut und Boden. Από όλα έχει ο μπαχτσές, μερικές φορές κυριολεκτικά: τα βιολογικά προϊόντα των νέων εποίκων που επέστρεψαν στη φύση καταλήγουν στα ράφια των καταστημάτων του Βερολίνου και του Μονάχου, όπου αγοράζονται από ανυποψίαστους κοσμοπολίτες καταναλωτές που αγνοούν την τοξική ιδεολογία των παραγωγών τους.

Ξαναγυρίζω σελίδα: "Το γέλιο απελευθερώνει, ακόμη και τους ερωτευμένους". Η συντάκτρια, Ilaria Gaspari, (άγνωστή μου) νεαρή συγγραφέας, με πτυχίο φιλοσοφικής από τη φημισμένη Normale της Pisa, αντιπαραθέτει στον "Ρωμαίο και Ιουλιέττα" του Βάρδου το "Much ado about nothing" του ιδίου, όπου - αντί για τραγικούς έρωτες, αυτοκτονίες και άλλες συμφορές - ο μισογύνης Benedick και η πνευματώδης Beatrice πειράζονται, καυγαδίζουν, εκνευρίζουν ο ένας τον άλλο, προτού τελικά αγαπηθούν. Η Gaspari (προβλέψιμα) εξαίρει την αξία του γέλιου στον έρωτα, και (απρόσμενα) προσθέτει μερικές σοφές γραμμές: η ζωή συχνά μας κάνει να υποφέρουμε, και κάθε νίκη του χιούμορ είναι αναγκαστικά προσωρινή - αλλά μας βοηθά να γίνουμε λίγο πιο ελεύθεροι, λίγο λιγότερο δούλοι των παθών μας. Καταλήγει με τον Βοκκάκιο, που στο "Δεκαήμερο" έγραψε σελίδες φαρσοκωμωδίας για να παρωδήσει τα υποκριτικά ήθη της εποχής, αλλά στην ιστορία του Gian di Procida πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Ο νεαρός συλλαμβάνεται να ερωτοτροπεί με τη μέλλουσα σύζυγο του βασιλιά. Ο τελευταίος δίνει εντολή να εκτελεστούν και οι δύο, αφού πρώτα διαπομπευθούν στην πλατεία της πόλης. Οι δύο εραστές, αλυσοδεμένοι, προσπαθούν μάταια να καλύψουν τη γύμνια τους. Αλλά ο όχλος που έχει συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει την εκτέλεση και να εξευτελίσει τους καταδικασμένους, χάνει κάθε όρεξη για κοροϊδίες όταν αντικρίζει τους δύο εραστές, "γυμνούς, όμορφους, και αθώους": σιωπά γεμάτο σεβασμό, και απαιτεί από τον βασιλιά να τους δώσει χάρη. Εκείνος συμμορφώνεται.

Ξαναγυρίζω σελίδα (είμαστε ακόμη στις πρώτες σελίδες της Lettura): O Loris Zanatta, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Bologna, ειδικός στα πολιτικά συστήματα της Λατινικής Αμερικής, ειρωνεύεται τον Noam Chomsky (ο οποίος κάθεται και σε μένα στο στομάχι) που στο νέο του βιβλίο δηλώνει απογοητευμένος από τον Μαδούρο και τους Κίρχνερ. Μήπως κατά τύχη αισθάνεται την ανάγκη να κάνει αυτοκριτική για τους ενθουσιώδεις επαίνους του μόλις πριν λίγα χρόνια; "Όχι βέβαια! Τι φταίει εκείνος που πίστεψε σε αυτούς; Αυτοί φταίνε που αποδείχθηκαν διεφθαρμένοι" γράφει ο Zanatta - και συνεχίζει: "Δεν ξέρω αν νιώθω πιο πολύ θυμό ή οίκτο για τους Αγγλοσάξονες ριζοσπάστες τύπου Chomsky, Michael Moore, Oliver Stone, Ken Loach κ.ά., αφελή εξαπτέρυγα του κάθε Fidel Castro, Rafael Correa, Hugo Chavez: είναι προφανές ότι δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε." Με αφορμή την ιταλική έκδοση του τελευταίου βιβλίου του (90χρονου) Chomsky, o Zanatta γράφει ένα μικρό δοκίμιο για την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική της Λατινικής Αμερικής. Το πρόβλημα της τελευταίας δεν είναι ο καπιταλισμός, που πουθενά αλλού δεν έχει τόσους εχθρούς ("εθνικιστές, σοσιαλιστές, καθολικούς, τριτοκοσμικούς"), αλλά η επικράτηση μιας κουλτούρας αυταρχικής, κρατιστικής και κορπορατιβιστικής, με ρίζες στην ισπανική αποικιοκρατία. Στη Λατινική Αμερική οι περισσότεροι επιχειρηματίες "δεν ζητούν ανταγωνισμό αλλά προστασία, δεν θέλουν κανόνες αλλά προνόμια, δεν αναζητούν αγορές αλλά εργολαβίες". "Αξιοκρατία, διαφάνεια, νομιμότητα; Κενές λέξεις." (Θα μπορούσε να μιλάει για την Ελλάδα.) Καταλήγει με μια πιο αισιόδοξη νότα, χαιρετίζοντας την πρόσφατη εμφάνιση νέων μεσοαστικών στρωμάτων με υγιέστερες αξίες. "Ποιος ξέρει αν πρόκειται για φαινόμενα επιφανειακά ή βαθύτερα, παροδικά ή μονιμότερα. Λίγο το ένα και λίγο το άλλο, υποθέτω. Όμως ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο αντικαπιταλισμός του Chomsky χαρίζει μια επίστρωση αξιοπιστίας στους χειρότερους κληρονόμους της αποικιοκρατικής παράδοσης. Τίποτε σήμερα δεν είναι προοδευτικότερο από την επιδίωξη ενός υγιούς καπιταλισμού στη Λατινική Αμερική."

4 Οκτωβρίου 2018

Ένας έρωτας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018).

Κάνει ακόμη αρκετή ζέστη στο Μιλάνο, αλλά κανείς εδώ δεν αμφιβάλλει ότι το φθινόπωρο ήρθε οριστικά. Κιτρινισμένα φύλλα δεν φαίνονται πουθενά, ούτε πρωτοβρόχια, αλλά μερικά πράγματα δεν επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή. Για όσους δεν έχουν (ή δεν είναι οι ίδιοι) παιδιά σχολικής ηλικίας, η καλύτερη απόδειξη είναι η παρουσία εκατοντάδων φωτομοντέλων στους δρόμους της πόλης, που όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή αναπνέει στους ρυθμούς της «Εβδομάδας της μόδας». Ο ανταποκριτής σας κοιτάζει τα νεαρά κορίτσια με το ανέκφραστο βλέμμα και το υπερβολικά αδύνατο σώμα όπως κοιτάζει ο εντομολόγος τους ανωφελείς κώνωπες, συμφωνώντας με τον Έ., που αναγνωρίζει ως μοναδικό προσόν των μοντέλων τα ψηλά ζυγωματικά («δεν είναι και λίγο» απαντά ο πατέρας του, μόνιμο πνεύμα αντιλογίας), και με τη Ρ. που υποψιάζεται ότι η ζωή τους «πρέπει να είναι λίγο θλιβερή».

Χθες, καθισμένος σε ένα παγκάκι στο πάρκο, δίπλα σε μαμάδες που πασάλειβαν μεθοδικά τα πιτσιρίκια τους με αντικουνουπικές κρέμες, παρακολουθώντας με ανησυχία τις φουσκάλες από τα τσιμπήματα να αυξάνονται και να πληθύνονται στο μπράτσο μου, κατάφερα επιτέλους να τελειώσω το «Un amore», το ερωτικό μυθιστόρημα του Dino Buzzati που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 προκαλώντας πλήθος αντιδράσεων. Ο πρωταγωνιστής, ένας 50χρονος αρχιτέκτονας στο Μιλάνο, ερωτεύεται ένα λαϊκό κορίτσι με τα μισά του χρόνια ή λιγότερα, που πουλάει το κορμί της σε όποιον δίνει περισσότερα, με την ώρα ή με το μήνα. Ο έρωτάς του γίνεται εμμονικός, παρασύροντάς τον σε ένα σπιράλ εξευτελισμού και ταπείνωσης.

Πρόκειται για ένα είδος «Γαλάζιου Άγγελου» αλά ιταλικά. Στην ταινία του Josef von Sternberg (βασισμένη στο μυθιστόρημα του Heinrich Mann), ο Rath, αξιοσέβαστος καθηγητής Γυμνασίου, ερωτεύεται τη Λόλα, αρτίστα καμπαρέ (την υποδύεται η Marlene Dietrich), στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Όλο και λιγότερο αξιοσέβαστος, ο καθηγητής Rath έχει άσχημο τέλος. Ο Antonio πάλι, ο πρωταγωνιστής του Buzzati, όχι ακριβώς – αν και εδώ οι γνώμες διίστανται. Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.

Δυστυχώς οι μόνες πόρνες και καμπαρετζούδες που έχει γνωρίσει ο ανταποκριτής σας, επίσης καθηγητής, επίσης αξιοσέβαστος (μέχρι αποδείξεως τουναντίον), ήταν στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Ειδικά στην Ιταλία, αυτό σχετίζεται εν μέρει με την ψήφιση του «Νόμου Μέρλιν», από το όνομα της σοσιαλίστριας γερουσιαστού που τον εισηγήθηκε, ο οποίος απαγόρευσε τους οίκους ανοχής («case di tolleranza»). Εν μέσω σφοδρής διαμάχης, το νομοσχέδιο εγκρίθηκε το 1958, με τις ψήφους των χριστιανοδημοκρατών, των κομμουνιστών, των ρεπουμπλικάνων, των περισσότερων σοσιαλιστών, και λίγων σοσιαλδημοκρατών. Καταψήφισαν οι φιλελεύθεροι, οι ριζοσπάστες, οι νεοφασίστες, οι μοναρχικοί, πολλοί σοσιαλδημοκράτες, και κάποιοι διαφωνούντες από το σοσιαλιστικό και άλλα κόμματα.

Ο Dino Buzzati, δημοσιογράφος της Corriere della sera από το 1928 έως τον θάνατό του το 1972 (είχε δηλώσει ότι εμπνεύστηκε το αριστούργημά του «Η έρημος των Ταρτάρων» παρακολουθώντας την ρουτίνα των συναδέλφων του στην εφημερίδα), στο θέμα του Νόμου Μέρλιν δεν είχε δίλημμα. Το άρθρο του, την επομένη της ψήφισης του νόμου, ήταν μια μεθοδική και αδιάλλακτη υπεράσπιση των οίκων ανοχής και του επαγγέλματος της «δημόσιας γυναίκας». Ήδη από τη δεύτερη γραμμή του άρθρου ο Buzzati προειδοποιεί τους αναγνώστες ότι δεν πρόκειται να λάβει υπόψη του την «τελετουργική υποκρισία που ευρέως θεωρείται υποχρεωτική κάθε φορά που θίγεται το θέμα». Φτάνει να συγκρίνει τη γερουσιαστή Μέρλιν με τον Ηρόστρατο «που διέταξε να καεί η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, καταστρέφοντας ένα τεράστιο πολιτισμικό κεφάλαιο που χάθηκε για πάντα». Θρηνεί την ανεκτίμητη απώλεια του «ερωτικού πολιτισμού που με λόγια και με έργα μετέδιδαν από γενιά σε γενιά οι οίκοι ανοχής». Και προς αποφυγή παρεξηγήσεων διευκρινίζει: «Δεν έχω καμμία πρόθεση να αστειευτώ».

Ο ανταποκριτής σας, όπως του συμβαίνει συχνά, δεν ξέρει τι ακριβώς να σκεφτεί πάνω στο θέμα. Από τη μια αντιτίθεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, και δεν αμφιβάλλει ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η πορνεία είναι μια θλιβερή συναλλαγή χωρίς ίχνος glamour. Από την άλλη, έχει σχηματίσει την εικόνα - διαβάζοντας μελέτες και συνεντεύξεις, τι άλλο; - ότι για ορισμένες γυναίκες, σε ορισμένες ευνομούμενες χώρες, για μια σύντομη περίοδο ενδεχομένως (όσο διαρκεί η νεότητα), είναι επίσης μια εμπειρία ενδυνάμωσης, όπου ο συσχετισμός ισχύος ευνοεί τη «δημόσια γυναίκα». Οι νόμιμοι οίκοι ανοχής έγερναν την πλάστιγγα υπέρ της ενδυνάμωσης και κατά της εκμετάλλευσης, αντίθετα π.χ. με τα παράνομα σπίτια ή τους σκοτεινούς δρόμους. Και δεδομένου ότι η απαγόρευση των οίκων ανοχής δεν εξάλειψε την πορνεία, αναρωτιέται κανείς πού ακριβώς έγκειται το δημόσιο συμφέρον, και ποια πολιτική θα το διασφάλιζε, ταυτόχρονα με την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των «δημόσιων γυναικών».

Καλύτερα να σταματήσω εδώ. Εάν το πανεπιστήμιο όπου διδάσκω βρισκόταν στις ΗΠΑ, το κίνημα #metoo θα φρόντιζε να απολυθώ. Στη μεσογειακή Ευρώπη ακόμη όχι – αν και ποτέ κανείς δεν ξέρει.

10 Μαΐου 2018

Μια αστραφτερή πόλη

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 10 Μαΐου 2018).

Η «Εβδομάδα του design», η φημισμένη διεθνής έκθεση του Μιλάνου, που πραγματοποιήθηκε την τρίτη εβδομάδα του Απριλίου, είχε φέτος μεγαλύτερη επιτυχία παρά ποτέ: πάνω από μισό εκατομμύριο επισκέπτες, 26% περισσότεροι από πέρυσι, οι περισσότεροι από την Ευρώπη και την Αμερική, +1,2 δισεκατομμύρια ευρώ έσοδα για την οικονομία της πόλης – όλα αυτά μέσα σε μια μόνο εβδομάδα.

Αλλά τι ακριβώς είναι αυτή η «Εβδομάδα του design»; Τυπικά πρόκειται για το άθροισμα δύο διακριτών εκδηλώσεων. Από τη μια, της επίσημης έκθεσης με την ονομασία «Σαλόνι του Επίπλου», που γίνεται στον εκθεσιακό χώρο του Rho, λίγο έξω από το Μιλάνο, στην οποία συμμετέχουν επιχειρήσεις (από τη Βόρεια Ιταλία, την υπόλοιπη χώρα, και τον υπόλοιπο κόσμο) στον κλάδο του επίπλου – αλλά και του φωτισμού, της εσωτερικής διακόσμησης κτλ. Μια βιομηχανία που, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των εκπροσώπων της, συνεισφέρει στην ιταλική οικονομία 5% του ΑΕΠ (και ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγωγών).

Από την άλλη, της ανεπίσημης έκθεσης «Fuorisalone»: ένα σύνολο 1.372 εγκαταστάσεων, συζητήσεων, δεξιώσεων και άλλων «δρώμενων», διάχυτων σε έξη περιοχές της πόλης. Φέτος η zona Tortona, το παλιό βιοτεχνικό κέντρο κοντά στα κανάλια της πόλης και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Porta Genova (κοντά στην κατοικία του ανταποκριτή σας), που ζει μια δεύτερη νεότητα – η περιοχή, όχι ο ανταποκριτής σας – ως cluster δεκάδων μικρών επιχειρήσεων που φιλοξενούνται στα παλιά βιομηχανικά κτίρια, δέχθηκε 180.000 επισκέπτες. Ξεπεράστηκε όμως σε αριθμό προσελεύσεων από τις εγκαταστάσεις του περιοδικού Interni στο προαύλιο της ιστορικής έδρας του Κρατικού Πανεπιστημίου της πόλης, με την απίθανη διεύθυνση «Οδός Εορτής της Συγχώρεσης» (ελαφρυντικό: ήταν μοναστήρι παλιά), που δέχθηκε 200.000 επισκέψεις. Άλλα περίπτερα φιλοξένησαν τις πιο ποικίλες εκθέσεις, από παρκέ έως αυτοκίνητα, και από μικροσκοπικές κρεβατοκάμαρες έως γωνίες ανάγνωσης για τον σύγχρονο άνδρα (και γυναίκα).

Ένας θρίαμβος, που χτίστηκε πάνω στην παραδοσιακή φινέτσα και εφευρετικότητα της τόσο αξιαγάπητης (και, μερικές φορές, τόσο εκνευριστικής) γειτονικής φυλής, η οποία λατρεύει – με τη θρησκευτική σημασία της λέξης – την ομορφιά σε όλες της τις εκφάνσεις, έχοντας την αναγορεύσει σε απόλυτη αξία, ακόμη και αδιαφορώντας, στην ανάγκη, για την οσμή σήψης που κάποτε τη συνοδεύει (όπως αξέχαστα έδειξε ο Paolo Sorrentino στην ταινία του «La grande bellezza»). Αλλά επίσης, μια επιτυχία που έγινε εφικτή χάρη στην εργατικότητα των Μιλανέζων, και των πιο ακατέργαστων εξαδέλφων τους στις κοιλάδες της Λομβαρδίας, καθώς και στη συνεργασία κράτους, επιχειρήσεων, και κοινωνίας των πολιτών. Όπου εδώ κράτος ίσον Δήμος του Μιλάνου (όπου κυβερνά η κεντροαριστερά), συν τα πανεπιστήμια της πόλης (το προαναφερθέν λεγόμενο «Κρατικό», για να μην το μπερδεύουν με το Καθολικό, αλλά και το Πολυτεχνείο, 5ο στον κόσμο στο design σύμφωνα με την τελευταία κατάταξη QS World University Rankings, day job του ανταποκριτή σας), συν δημοτική επιχείρηση συγκοινωνιών (που αύξησε τα δρομολόγια κόβοντας 700.000 εισιτήρια παραπάνω σε μια εβδομάδα). Όσο για την κοινωνία των πολιτών, εννοώ κυρίως τους κατοίκους των ιστορικών κτιρίων, που άνοιξαν για μια εβδομάδα τις περίκλειστες αυλές τους (από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της πόλης) στις επιχειρήσεις που νοίκιασαν κάποιον χώρο, συνήθως έναντι εξωφρενικού τιμήματος, καθώς και στους χιλιάδες επισκέπτες. Οι υπόλοιποι κάτοικοι διχάστηκαν – μερικές φορές, και εσωτερικά – ανάμεσα στη μεταδοτική ευφορία εκατοντάδων χιλιάδων χαρούμενων και (κατά κανόνα) εμφανίσιμων επισκεπτών από τη μια, και στη σνομπ δυσφορία του τύπου «άντε να περάσει επιτέλους αυτή η εβδομάδα να πάψουμε να στριμωχνόμαστε έτσι» από την άλλη.

Στο μάθημα της Παρασκευής, με θέμα την ακμή και την παρακμή των πόλεων, εκείνων που δεν μπόρεσαν να συνέλθουν από την έκλειψη της βασικής τους δραστηριότητας (όπως το Detroit, τέως Motown νυν Murder Town, και όπως σε λιγότερο δραματικό τόνο το Τορίνο), και εκείνων αντίθετα που κατάφεραν να επινοήσουν μια νέα ταυτότητα (όπως η Βοστώνη, που ακμάζει χάρη στη συνέργεια των επιχειρήσεων τεχνολογίας ή βιοιατρικής έρευνας και των κορυφαίων πανεπιστημίων όπου παράγεται η απαραίτητη γνώση, και όπως το Μιλάνο), οι ιταλοί φοιτητές μου ήταν λιγότερο ενθουσιώδεις από ό,τι εγώ. Ο Μ. είναι λίγο αντιεξουσιαστής, οπότε όλη αυτή η καπιταλιστική φιέστα του κάθεται λίγο στο στομάχι. Ο Ε. είναι από την Τοσκάνη, οπότε πόσο να τον εντυπωσιάσει η ομορφιά του Μιλάνου; Επίσης, είναι καλλιεργημένος και στοχαστικός: παρατηρεί ότι «οι πόλεις χάνουν τη γοητεία τους όταν αρχίζουν να μιλάνε για αυτήν». Η παγκόσμια πρωτοκαθεδρία του Μιλάνου στον τομέα της μόδας βασίστηκε στις εκατοντάδες μικρές βιοτεχνίες όπου οι ιδιοκτήτες δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, μαζί με τους τεχνίτες και τις μοδίστρες, παράγοντας ρούχα και παπούτσια που αρχικά φορούσαν οι ίδιοι, μετά η υπόλοιπη πόλη, και μετά ο υπόλοιπος κόσμος. Σήμερα οι βιοτεχνίες αυτές ή δεν υπάρχουν ή αντίθετα έχουν γιγαντωθεί ως πολυεθνικές, και έχουν μεταφέρει την παραγωγή έξω από την πόλη, συνήθως έξω από τη χώρα, μέχρι την Κίνα και το Βιετνάμ. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το design: «είναι ένα άδειο κέλυφος». Η G., η βοηθός μου, οικονομολόγος με Μάστερ από το Bocconi, έτοιμη να φύγει για διδακτορικό στο Cornell, συμφωνεί. Αλλά κατάγεται από μια μικρή πόλη του Πιεμόντε, το Μιλάνο της φαίνεται ακριβό και «δήθεν», και το χειρότερο: υποψιάζομαι ότι είναι οπαδός της Γιουβέντους. Μάλλον κακώς της έδωσα το λόγο. Όσο για τους υπόλοιπους φοιτητές μου, από τη Γαλλία, τη Σουηδία, τη Σερβία, την Αίγυπτο, την Ινδία και την Κίνα, που είναι και η πλειοψηφία, παρακολουθούν με ενδιαφέρον, συγκρίνοντας όσα ακούν με τις δικές τους αρκετά επιφανειακές ακόμη εμπειρίες από τη ζωή στο Μιλάνο, αναλογιζόμενοι τις πόλεις που άφησαν πίσω (τη Μασσαλία, το Γκαίτεμποργκ, το Βελιγράδι, το Κάιρο ή το Νέο Δελχί), στις οποίες ελπίζουν μετά την αποφοίτηση να επιστρέψουν για να εργαστούν ως αρχιτέκτονες ή πολεοδόμοι.

Μιλάω στα παιδιά για τις πόλεις όπου έζησα, τις πόλεις που αγάπησα. Το Μιλάνο, οπωσδήποτε. Αλλά και το Λονδίνο, τον προηγούμενο αιώνα, τότε που υπήρχαν ακόμη μαγειρεία όπου μπορούσες να φας αυγά με μπέηκον (και με τομάτες και με φασόλια, όλα τηγανισμένα σε λάδια αγνώστου προελεύσεως), και όπου για να πιεις καφέ της προκοπής έπρεπε να πας στο Bar Italia στο Soho. Και φυσικά μιλώ για την Αθήνα, αυτή την αντιφατική πόλη, υπέροχη και εχθρική, ζωτική και καταθλιπτική, που στη μακρά ιστορία της (πιο Αιώνια Πόλη από τη Ρώμη) έχει γνωρίσει την πιο αστραφτερή ακμή και την πιο σκοτεινή παρακμή, και που σήμερα ταλαντεύεται ανάμεσα στη μιζέρια και στην αισιοδοξία, ανάμεσα στην αναδίπλωση και στην εξωστρέφεια.

Αλλά αυτή, όπως λένε, είναι μια άλλη ιστορία.

2 Νοεμβρίου 2017

Μια όχι και τόσο ξεχωριστή μέρα στο Μιλάνο

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017).

Στο μυθιστόρημα του Πρίμο Λέβι «Αν όχι τώρα, πότε;», ο ωρολογοποιός Μέντελ, ο απρόθυμος πολεμιστής, που μαζί με τους συντρόφους του Εβραίους παρτιζάνους πολεμά συνεχώς σε μια άνιση μάχη εναντίον των ναζιστικών στρατευμάτων στις στέππες της ανατολικής Ευρώπης, θυμάται ότι πίσω στη Ρωσία, τον καιρό της ειρήνης, συχνά του συνέβαινε να τον σταματούν άγνωστοι στο δρόμο και να τον ρωτάνε πώς θα βρουν την τάδε οδό ή πλατεία. Φαίνεται ότι το πρόσωπό του ενέπνεε εμπιστοσύνη.

Ο ανταποκριτής σας δεν είναι ωρολογοποιός, ούτε - ακόμη λιγότερο - πολεμιστής (απρόθυμος ή μη), και δεν έχει ιδέα αν το πρόσωπό του εμπνέει εμπιστοσύνη. Αλλά και εμένα μου τυχαίνει συχνά να με σταματούν στον δρόμο και να μου ζητούν πληροφορίες. Ζώντας σε ξένη πόλη, χωρίς καλή αίσθηση προσανατολισμού, συχνά οι κατευθύνσεις που δίνω αποδεικνύονται εκ των υστέρων εσφαλμένες. Όχι όμως σήμερα το πρωί. Αυτό που με ρώτησε η καλοντυμένη κυρία μέσης ηλικίας, σταματώντας με ενώ ετοιμαζόμουν να μπω στο σταθμό του μετρό, με τον χαρακτηριστικά διστακτικό τρόπο του ξένου, ήταν πώς θα βρει την Λεωφόρο Χριστόφορου Κολόμβου. Δεδομένου ότι εκεί τυχαίνει να κατοικώ, αυτή τη φορά οι πληροφορίες μου ήταν πιο αξιόπιστες από ό,τι συνήθως.

Εάν αντίθετα η άγνωστη Ισπανίδα (όπως αποδείχθηκε) κυρία με ρωτούσε να της εξηγήσω το δημοψήφισμα για την αυτονομία του Βένετο και της Λομβαρδίας της περασμένης Κυριακής, και πόση σχέση είχε με το αντίστοιχο δημοψήφισμα-οπερέττα της Καταλωνίας, θα είχα λιγότερα να της πω. Ίσως το πιο ενδιαφέρον δεδομένο ήταν η πολύ μικρότερη συμμετοχή στις πόλεις (26% στο Μιλάνο) σε σχέση με την ύπαιθρο (63% στην επαρχία της Βιτσέντσα), ενώ η πιο ενδιαφέρουσα δήλωση, μέσα στον ορυμαγδό δηλώσεων, ήταν σίγουρα εκείνη του Ολιβιέρο Τοσκάνι (φωτογράφου μόδας, γνωστού από τις διαφημιστικές καμπάνιες της Benetton): «Στο Μιλάνο οι άνθρωποι είναι κοσμοπολίτες, δεν ενδιαφέρονται για τέτοια πράγματα. Ενώ οι χωρικοί με τους περιορισμένους ορίζοντες τι θέλετε να ψηφίσουν;» Κατά τα άλλα, η απαίτηση των πιο πλούσιων περιοχών της Ιταλίας για «περισσότερο έλεγχο» (δηλ. λιγότερη αλληλεγγύη με τις φτωχότερες περιφέρειες της χώρας) μου φαίνεται κυνική, όπως άλλωστε και η αντίστοιχη των Καταλανών. Απλώς οι τελευταίοι έχουν (μέχρι στιγμής) καταφέρει να προσδώσουν μια πατίνα μοντερνισμού ή προοδευτικότητας στον παρωχημένο επαρχιωτισμό τους.

Στο βαγόνι του μετρό, όπως σχεδόν κάθε μέρα, μπήκαν να παίξουν μουσικοί, τσιγγάνοι μάλλον. Ξεκίνησαν κανονικά, με μια από τις δακρύβρεχτες μελωδίες του γνωστού ρεπερτορίου. Η συνέχεια ήταν απρόσμενη: «Παραλλαγές και φούγκα σε ένα θέμα του Purcell» του Μπέντζαμιν Μπρίττεν, στο περίπου, σε σόλο βιολί. Πώς τους ήρθε; Πριν λίγες μέρες, ένας κιθαρίστας με φάτσα μαχαιροβγάλτη (του έλειπαν μερικά δόντια), για τον οποίον όμως θα ήταν περήφανος ο Django Reinhardt, άρχισε ξαφνικά να παίζει γελώντας σατανικά τη μελωδία από το «Cheap thrills», με συνοδεία ακορντεόν. Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με αυτό ενός άλλου επιβάτη, με μαλλί κοτσίδα και γενειάδα hipster (σωσία του φίλου μου του Δ.): αρχίσαμε και οι δύο να γελάμε, προτού αφήσουμε μερικά κέρματα ο καθένας στο πουγγί του ακορντεονίστα.

Στην έξοδο από το μετρό, στο σταθμό του πανεπιστημίου, ευγενικοί και καλοντυμένοι νεαροί πούλαγαν την εφημερίδα «Lotta comunista». «Θα αγοράσετε κύριε;» «Όχι παιδιά, ευχαριστώ.» Πριν λίγες δεκαετίες, οι σύντροφοί τους τραμπούκιζαν τους καθηγητές (ειδικά τους μετριοπαθείς αριστερούς), ενώ κάποιοι από αυτούς – υπερβολικά πολλοί – είχαν πάρει το δρόμο της «ένοπλης πάλης». Αρκετά χρόνια, πολλές βαριές καταδίκες των ενόχων, και πολύ χυμένο αίμα (των θυμάτων) αργότερα, τα πράγματα έχουν ηρεμήσει. Αν και ο τελευταίος νεκρός καθηγητής, ο Marco Biagi, εργατολόγος διεθνούς κύρους, δολοφονήθηκε μόλις το 2002, στη φιλήσυχη Modena, καθώς επέστρεφε στο σπίτι, με το ποδήλατό του. Αλλά αυτή είναι μια άλλη (φριχτή) ιστορία.

14 Οκτωβρίου 2017

Ο Προκόφιεφ και η Οκτωβριανή επανάσταση

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017).

Ο ανταποκριτής σας συμμετείχε κανονικά στους εορτασμούς για την 100ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στο Μιλάνο παρακολουθώντας σε μια σπάνια εκτέλεση – πρώτη στην Ιταλία – την «Καντάτα» του Σεργκέι Προκόφιεφ.

Παράξενο φρούτο αυτή η Καντάτα-που-δεν-τραγουδιέται (“Cantata non cantata”). Τεράστια χωρωδία που καταλαμβάνει τον χώρο εκτοπίζοντας μέρος της ορχήστρας (στη συναυλία του Μιλάνου τα χάλκινα είχαν σκαρφαλώσει στα θεωρεία, μαζί τους και η γκραν κάσα που στο κρεσέντο του φινάλε τρόμαξε τους ανύποπτους φιλόμουσους που κάθονταν κοντά της). Σύνολο ακορντεόν δίπλα στην ορχήστρα. Ηχητικά εφφέ που ακούγονται μαγνητοφωνημένα: σειρήνες συναγερμού, κανονιοβολισμοί, βήματα πλήθους που παρελαύνει, και η φωνή του Βλαντιμίρ Ίλιτς να διαβάζει το διάγγελμα της νίκης.

Έπειτα η δομή της: δέκα μέρη, πάνω σε κείμενα των κλασσικών του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού. Μια μικρή γεύση: «1. Εισαγωγή, Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη» κτλ. «2. Φιλόσοφοι, Κ. Μαρξ, Ενδέκατη θέση πάνω στον Φώυερμπαχ. Μέχρι τώρα οι φιλόσοφοι ερμήνευαν τον κόσμο, το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε» κ.ο.κ. μέχρι το τελευταίο μέρος «10. Ι. Στάλιν, Εισήγηση στο 8ο Έκτακτο Συνέδριο των Σοβιέτ» και περνώντας από το μνημείο ναυτίας «8. Ι. Στάλιν, Ομιλία στο συνέδριο των Σοβιέτ, αφιερωμένο στη μνήμη του Β.Ι. Λένιν. Όταν μας άφησε ο σύντροφος Λένιν μας διέταξε να υπερασπιζόμαστε όπως τα μάτια μας την ενότητα του κόμματός μας. Ορκιζόμαστε σύντροφε Λένιν ότι θα εκπληρώσουμε με τιμή και αυτή την εντολή σου.» Όλα αυτά απαγγέλλονται ρυθμικά από τη χωρωδία (εξ ου και «Καντάτα-που-δεν-τραγουδιέται»), ενώ φυσικά στην εποχή μας το κοινό μπορεί να τα διαβάσει με την ησυχία του ως υπέρτιτλους στα μόνιτορ. Ταυτόχρονα, η ορχήστρα επιδίδεται στους υπνωτιστικούς ρυθμούς που θυμίζουν τον ήχο των εμβόλων στα εργοστάσια της βαριάς βιομηχανίας, μια τεχνική καινοτομία που βρήκε το απόγειο της στον περίφημο «Χορό των Ιπποτών» από το μπαλέττο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του 1935.

Τι συμβαίνει εδώ; Παρότι ο συνθέτης είχε πανηγυρίσει το ξέσπασμα της επανάστασης και τον θρίαμβο των μπολσεβίκων, και μπορούσε χωρίς προβλήματα να κάνει περιοδείες στη Σοβιετική Ένωση μετά από επίσημη πρόσκληση του καθεστώτος, είχε στη συνέχεια επιλέξει να ζήσει στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπως ο Στραβίνσκυ, ο Ραχμάνινοφ, και πολλοί άλλοι διάσημοι Ρώσοι συνθέτες της εποχής. Η μοναδική εξαίρεση, ο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς, είχε πέσει σε δυσμένεια, καθώς η πρεμιέρα της περίφημης «Λαίδης Μάκβεθ του Μτσενσκ», στις 26 Ιανουαρίου 1936, είχε εκνευρίσει τον Στάλιν που καθόταν στη πρώτη σειρά καθισμάτων στο θέατρο Μπολσόι. Δύο μέρες αργότερα, η εφημερίδα «Πράβδα» δημοσιεύει έναν λίβελλο εναντίον του Σοστακόβιτς («Σύγχυση αντί μουσικής»). Την ίδια ακριβώς μέρα (σε μια από τις πολλές συμπτώσεις αυτής της ιστορίας), ο Προκόφιεφ δηλώνει σε συνέντευξη την πρόθεσή του να συνθέσει ένα έργο για την 20ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, και να επιστρέψει οριστικά στη Ρωσία. Όπως πράγματι συνέβη, το καλοκαίρι του 1936, δηλ. δυο χρόνια μετά τη δολοφονία του Κίρωφ και άλλα τόσα πριν τις Δίκες της Μόσχας, καθώς κορυφώνεται ο σταλινικός παροξυσμός.

Γιατί επέστρεψε στη Ρωσία ο Προκόφιεφ, ενδίδοντας στις επιθέσεις φιλίας του καθεστώτος ήδη από το 1923; Από ιδιοτελή υπολογισμό (ότι μετά την πτώση του Σοστακόβιτς του ανήκε δικαιωματικά ο τίτλος του μεγαλύτερου Σοβιετικού συνθέτη); Από ανιδιοτελή νοσταλγία για την πατρίδα του (όπως ισχυρίστηκε ο Όλεγκ Καετάνι, διευθυντής ορχήστρας στη συναυλία του Μιλάνου); Μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, η Καντάτα του δεν έγινε δεκτή με τον ενθουσιασμό που ο ίδιος περίμενε. Όταν την έπαιξε στο πιάνο παρουσιάζοντάς την στην Επιτροπή Καλλιτεχνικών Υποθέσεων, ο Πλάτων Κερζέντσεφ, πρόεδρος της επιτροπής, την απέρριψε, θεωρώντας απαράδεκτη τη χρήση φράσεων του Λένιν: «Και τι νομίζεις ότι κάνεις, Σεργκέι Σεργκέϊβιτς, παίρνοντας κείμενα που ανήκουν στο λαό, και κάνοντας τα στίχους για τόσο ακαταλαβίστικη μουσική;»

Ο Προκόφιεφ απέσυρε αμέσως την «Καντάτα για την 20ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης» και δεν έμελλε να την ακούσει ποτέ. Παίχτηκε για πρώτη φορά το 1966, δεκατρία ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτη (στις 5 Μαρτίου 1953, τη μέρα που πέθανε ο Στάλιν). Όμως στην πρώτη της εκτέλεση η Καντάτα παίχτηκε ακρωτηριασμένη, παραλείποντας δύο μέρη (το όγδοο και το δέκατο) βασισμένα σε κείμενα του Στάλιν, που είχε εν τω μεταξύ πέσει και ο ίδιος σε δυσμένεια από το σοβιετικό καθεστώς. Τελικά η παγκόσμια πρεμιέρα της Καντάτας σε ακέραιη μορφή πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 1992. Στο κοινό εκείνης της συναυλίας είχε βρεθεί και ο ανταποκριτής σας, σε μια άλλη ζωή, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα.

Αλλά αυτή, όπως λένε, είναι μια άλλη ιστορία.

20 Οκτωβρίου 2016

«Μέρα χωρίς αυτοκίνητο; Όχι ευχαριστώ!»

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016).

Ο ανταποκριτής σας σχεδίαζε από καιρό να γράψει για την «ευρωπαϊκή εβδομάδα κινητικότητας» (ήταν στα μέσα του περασμένου μήνα: 16-22 Σεπτεμβρίου). Αλλά με το ένα και με το άλλο, καταλαβαίνετε.

Λοιπόν: Είχα βρεθεί στο Μιλάνο, μια Κυριακή πριν λίγα χρόνια, τη «Μέρα χωρίς αυτοκίνητο». Ο Δήμος είχε απαγορεύσει την κυκλοφορία σε ένα μεγάλο δακτύλιο (όλο το ιστορικό κέντρο συν κάποιες συνοικίες). Όσοι κάτοικοι είχαν μεγάλη ανάγκη μετακίνησης - π.χ. για λόγους υγείας ή αναπηρίας – μπορούσαν να καλέσουν έναν τηλεφωνικό αριθμό και να έρθει να τους εξυπηρετήσει ένα ηλεκτρικό όχημα. Μια χαρά.

Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η πόλη άλλαξε όψη! Δεν ήταν μόνο οι χιλιάδες πεζοί και ποδηλάτες που κατέλαβαν τις λεωφόρους, τους δρόμους, τις πλατείες. Ήταν τα πατίνια, τα ρόλλερ, τα μονόκυκλα. Ήταν οι κλόουν, οι θεατρίνοι, οι πλανόδιοι μουσικοί. Ήταν οι αγώνες bocce (γαλλιστί: boules), βόλλεϋ, ποδοσφαίρου, αυτοσχέδιοι ή οργανωμένοι από τον Δήμο, οργανώσεις πολιτών, παρέες. Ήταν η αυθόρμητη έκρηξη χαράς χιλιάδων ανθρώπων που βόλταραν αμέριμνοι, με τη μεθυστική αίσθηση ότι είχαν μόλις επανακατακτήσει την πόλη τους.

Η ανακλαστική σκέψη του έλληνα επισκέπτη (που δεν εννοεί να το πάρει απόφαση να παραιτηθεί από το όνειρο ότι και η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα) ήταν προφανής: «Τι ωραία! Να το κάνουμε κι εμείς στην Αθήνα!»

Μετά θυμήθηκα ότι είχαμε ήδη δοκιμάσει να το κάνουμε κι εμείς. Και δεν είχε πάει πολύ καλά. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 (τότε που νομίζαμε – ή εγώ τουλάχιστον νόμιζα – ότι το να γίνουμε κανονική χώρα ήταν ρεαλιστικός στόχος) η κυβέρνηση και ο Δήμος έπαιζαν με την ιδέα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας των ΙΧ από το κέντρο της Αθήνας. Όμως στο τέλος έκαναν πάντοτε πίσω, υπό το φόβο του «πολιτικού κόστους»: η συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή μέρα χωρίς αυτοκίνητο περιοριζόταν στη δωρεάν μετακίνηση με τα δημόσια μέσα συγκοινωνίας. Αργότερα (το 2012) ο δήμαρχος Καμίνης είχε αποπειραθεί να κλείσει το κέντρο στα ΙΧ για μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου, με πενιχρά αποτελέσματα. Φέτος ο δήμαρχος Μπουτάρης έκλεισε τμήμα της Νίκης και της Τσιμισκή, για λίγες ώρες. Εν μέσω αγανακτισμένων διαμαρτυριών ΙΧήδων, ταξιτζήδων και μοτοσυκλετιστών, πάντοτε στο γνωστό στυλ: «θα μου πεις εμένα (ρε) ότι δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω»;

Το «πολιτικό κόστος» απορρέει φυσικά από την αυτόματη δυσπιστία των περισσότερων από εμάς προς οποιαδήποτε απόπειρα ρύθμισης κάποιου θέματος με τρόπο που συνεπάγεται μικρές ατομικές θυσίες (να μην κατεβούμε με το αυτοκίνητο στο κέντρο για μια μέρα, να μην οδηγούμε τη μοτοσυκλέτα μας στον πεζόδρομο, να βγαίνουμε έξω για να καπνίσουμε) έναντι κάποιου μεγαλύτερου συλλογικού οφέλους (να βολτάρουμε αμέριμνοι στο κέντρο και τους πεζόδρομους, να αναπνέουμε λιγότερο βρωμερό αέρα την ώρα που τρώμε και πίνουμε).

Απορρέει επίσης από τη δυσανεξία μας, από την απροθυμία μας να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα κάποιων μειονοτήτων (των παιδιών, των ηλικιωμένων, των πεζών, ακόμη και των αντιπαθητικών αντικαπνιστών) να απολαύσουν και εκείνοι με την ησυχία τους κάποιο δημόσιο αγαθό (τους πεζόδρομους, τον αέρα). Όλα αυτά φυσικά στο όνομα του αντιστασιακού και αδούλωτου πνεύματος που μας χαρακτηρίζει ανέκαθεν.

Ο αναρχοατομισμός αυτός ενώνει τους πάντες: από τα παιδιά των Εξαρχείων και τους μικρονοικοκυραίους των συνοικιών έως τους πάλαι ποτέ εύπορους αστούς των βορείων προαστείων. Πρόκειται για (άλλη μια) εθνική ιδιαιτερότητά μας, που εξηγεί γιατί η απαγόρευση του καπνίσματος πέτυχε π.χ. στην Τουρκία των θεριακλήδων και στη Σρι Λάνκα του εμφυλίου πολέμου, αλλά όχι στην Ελλάδα – της αστακομακαρονάδας ή των μνημονίων, αδιάφορο. Ούτε πρόκειται να πετύχει στο ορατό μέλλον. Τουλάχιστον όχι στην Ελλάδα του Πολλάκη, του Σπίρτζη και του Μαρινάκη.

Είναι άσχετα όλα αυτά με τα βάσανά μας, με την πολιτική μας αφασία, με την αδυναμία μας να συνέλθουμε από την οικονομική κρίση; Νομίζω πως όχι. Η κυρίαρχη συμπεριφορά ατόμων, κομμάτων, συνδικάτων και επαγγελματικών οργανώσεων τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε άνετα να συνοψιστεί ως «ο σώζων εαυτόν σωθείτω».

Μερικοί σώθηκαν πράγματι: άλλοι έγιναν υπουργοί, άλλοι διορίστηκαν στο Δημόσιο, άλλοι πήραν αυξήσεις και άλλοι κάνουν μπίζνες με τη νέα εξουσία. Πολύ περισσότεροι κυττάζουν γύρω τους και βλέπουν τα συντρίμια της ζωής τους και της χώρας.

«Και τώρα που μας τα θύμισες όλα αυτά τα θλιβερά, θα μας πεις κιόλας να μην καβαλάμε τη μοτοσυκλέτα μας στον πεζόδρομο και να μην ανάβουμε το τσιγάρο μας στο μπαρ;»

Ναι – εκεί ήθελα να καταλήξω. Με τα ίδια μυαλά δεν θα λύσουμε ποτέ τα προβλήματά μας. Και αν είναι να αλλάξουμε μυαλά, από κάπου πρέπει να κάνουμε μια αρχή. Τι θα λέγατε για «Μέρα χωρίς αυτοκίνητο»;

19 Ιουνίου 2016

Μικρές απολαύσεις

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ραδιοφωνικού σταθμού «Amagi» (Κυριακή 19 Ιουνίου 2016).

Κάποιος κάποτε είχε παρατηρήσει ότι το βαθύτερο νόημα του να μεγαλώνεις είναι ότι στενεύουν τα περιθώρια των επιλογών. Αυτό αρχίζει να συμβαίνει αμέσως. Τη στιγμή που ένα βρέφος έρχεται στο φώς, μαθαίνει ότι δεν θα γίνει ποτέ Βασιλιάς (ή Βασίλισσα) της Αγγλίας – εκτός φυσικά εάν ανήκει στη γραμμή διαδοχής για το θρόνο, ή σε κάποια από τις οικογένειες που τον σφετερίζονται, εάν υπάρχουν ακόμη τέτοιες.

Μια ρηχότερη εκδοχή αυτής της παρατήρησης είναι ότι καθώς μεγαλώνεις συνειδητοποιείς ότι πράγματα που κάποτε σε ενθουσίαζαν έχουν στο μεταξύ χάσει την αίγλη τους. Το ποδόσφαιρο, για παράδειγμα. Στη δική μου περίπτωση, εν μέρει επειδή η ζωή έχει επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις σε έναν οπαδό της ΑΕΚ. (Αν και υπάρχουν και χειρότερα: π.χ. ο Ε., ο οποίος φέρει το γενετικό υλικό της ποδοσφαιρικής ένταξης που κληρονόμησε από τον μπαμπά του, και κυρίως τον παππού του, δεν έχει ακόμη δει την ομάδα του να παίρνει πρωτάθλημα: η τελευταία φορά ήταν λίγες μέρες προτού γεννηθεί.)

Ίσως για αυτό να βιώνουμε τις – αραιές, και έμμεσες – ποδοσφαιρικές επιτυχίες, όπως το Ευρωπαϊκό του 2004, ή τη νίκη της Inter στον τελικό του Champions League το 2010, ως κάτι όχι απλώς απελευθερωτικά ηδονικό (το foreplay του «γκολ που ψήνεται», η οργασμική κορύφωση της μπάλας που «κάνει το πλεχτό να σπαρταρά»), αλλά και ως επιστροφή στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας – στην εποχή δηλ. που για πολλούς από εμάς η βασική έγνοια του απογεύματος της Κυριακής ήταν εάν η νίκη ή η ήττα της ομάδας μας στο πρωτάθλημα θα μας επέτρεπε να βαδίσουμε με το κεφάλι ψηλά ή όχι την Δευτέρα στο σχολείο.

Όμως όταν άρχισα να γράφω αυτό το κείμενο δεν σκεφτόμουν το ποδόσφαιρο, ούτε το sex. (Εντάξει, όχι πολύ.) Αυτό που κυρίως είχα στο μυαλό μου ήταν οι εφημερίδες – ιδίως οι κυριακάτικες. Για μια μεγάλη περίοδο της ζωής μου, η προοπτική του να περάσω ένα κυριακάτικο πρωινό χωρίς την εφημερίδα στο ένα χέρι, το φλυτζάνι του καφέ στο άλλο, και τα υπόλοιπα φύλλα και ένθετα πάνω στο τραπέζι δίπλα στο πιάτο με τα βουτήματα, μου φαινόταν απλώς αδιανόητη ή, ακόμη χειρότερα, κενή νοήματος.

Αυτή η συνήθεια είχε ξεκινήσει από το σχολείο κιόλας, αλλά ανέβασε ταχύτητα στο πανεπιστήμιο. Με θυμάμαι (όχι χωρίς λίγη αναδρομική ντροπή) να μένω μέχρι το μεσημέρι στο κρεβάτι, δίπλα μου το Βήμα, η Αυγή, η Ελευθεροτυπία, η Καθημερινή, το μελάνι τους πάνω στα σκεπάσματα, τη μητέρα μου να μπαίνει στο δωμάτιο και να με κυττάζει με καχυποψία, εκείνη συχνά ακόμη εξαντλημένη μετά από μια νυχτερινή βάρδια στη δουλειά, εγώ με το ύφος του μεγάλου διανοούμενου και κομματικού στελέχους (Γραμματέας της Ο.Β. ΑΣΟΕΕ – λίγο είναι;) που, όχι, δεν τεμπελιάζει: εργάζεται σκληρά πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ειρήνης και του σοσιαλισμού. (Συγγνώμη μαμά!)

Στο Λονδίνο, αργότερα, χάρη στον Observer και στον βραχύβιο Independent on Sunday, η φάση αυτή – ως καθαρή απόλαυση, όχι πλέον ως προτετοιμασία ενός καλύτερου κόσμου – έφτασε στο υψηλότερο (ή μήπως χαμηλότερο;) σημείο της. Προειδοποιούσα τους φίλους που φιλοξενούσα να με αφήσουν στην ησυχία μου για λίγες ώρες, μετά θα είμαι στη διάθεσή τους. Υποψιάζομαι ότι η Μ. το θεωρούσε πολύ ανάγωγο εκ μέρους μου (ο F. πάλι, όχι).

Όταν όμως επέστρεψα στην Ελλάδα, παρότι από κεκτημένη συνήθεια συνέχισα να αγοράζω εφημερίδες, δεν ήταν πια το ίδιο. Στο στρατόπεδο του Ρεθύμνου (όπου, χάρη στη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες τότε εκλογές του 1993, είχε επιτραπεί και πάλι η ανάγνωση εφημερίδων), δεν πίστευα στα μάτια μου καθώς διάβαζα το βασικό άρθρο γνώμης της Ελευθεροτυπίας. Κάποιος καθηγητής πανεπιστημίου της Β. Ελλάδας (νομίζω) εξηγούσε γιατί η Πολεμική Αεροπορία θα πρέπει να βομβαρδίσει όσα κτιρία του «κράτους των Σκοπίων» ανέμιζαν τη σημαία με τον Ήλιο της Βεργίνας. Και η δήθεν προοδευτική, ανεξάρτητη εφημερίδα το δημοσίευε – τι λέω; το μόστραρε, με υπερηφάνεια. Καλώς ήρθατε στα Βαλκάνια, του μίσους και του αίματος. Ήταν η τελευταία φορά που πήρα στα χέρια μου το συγκεκριμένο έντυπο, και δεν το μετάνιωσα καθόλου.

Πολύ αργότερα ήρθε η σειρά της Αυγής. Καθυστέρησε κυρίως επειδή, παρά την προϊούσα μετάλλαξη της εφημερίδας αυτής, από το ύφος και το ήθος του Μανόλη Αναγνωστάκη σε εκείνο του Λάκη Λαζόπουλου, σε τελευταία ανάλυση εξακολουθούσα για χρόνια να δημοσιεύω άρθρα εκεί. Τακτικά, στα «Ενθέματα» επί Γιάννη Βούλγαρη μέχρι το 2000, πολύ αραιότερα μέχρι το 2010 οπότε εμφανίστηκε στον «Δαίμονα της Οικολογίας» του Κίμωνα Χατζημπίρου το τελευταίο άρθρο μου στην Αυγή – ένα κείμενο για το οποίο, παρεμπιπτόντως, εξακολουθώ να είμαι περήφανος. Ήδη όμως από πολύ καιρό, εκτός από τα άρθρα της Ελίζας Παπαδάκη ή του Κώστα Κάρη, είχα πάψει να βρίσκω κάτι ενδιαφέρον, ή έστω απλώς καλογραμμένο.

Το τελευταίο κρούσμα απομάγευσης από μια εφημερίδα που προηγουμένως διάβαζα επί χρόνια μου συνέβη το περσινό καλοκαίρι. Στη διάρκεια ενός περιπετειώδους ταξιδιού, από το νησί του Αρχιπελάγους της Τοσκάνης στην Αθήνα του δημοψηφίσματος, με λεωφορείο, πλοίο, bla-bla-car (θα εξηγήσω άλλη φορά) και τέλος αεροπλάνο (παραλείπω το μετρό), διάβασα με έκπληξη και θυμό την πολυσέλιδη ανταπόκριση της Repubblica. Θα μπορούσε να την είχε γράψει μόνος του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος: η Αριστερά με το «Όχι», η Δεξιά με το «Ναι», ο Σαμαράς κεντρικός ομιλητής στην τελευταία συγκέντρωση του «Μένουμε Ευρώπη» κτλ. Ήταν η τελευταία φορά που πήρα στα χέρια μου την ιστορική εφημερίδα που ίδρυσε ο Eugenio Scalfari, του οποίου τα editorials ομολογώ ότι μου λείπουν. Κάπως έτσι δεν λειτουργεί η απομάγευση;

Σκέφτομαι καμιά φορά ότι άνθρωποι σαν κι εμάς, αριστεροί-φιλελεύθεροι-σοσιαλδημοκράτες Έλληνες φρικαρισμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ και την ανεκδιήγητη κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, μοιάζουμε λίγο (τηρουμένων των αναλογιών) με τους πρώιμους Ανατολικοευρωπαίους refusenik, π.χ. της «Χάρτας ’77», τους οποίους οι Δυτικοί συνομιλητές κατήγγειλαν ότι έπαιζαν «αντικειμενικά» το παιγνίδι του ΝΑΤΟ, ή στην καλύτερη περίπτωση προέτρεπαν να δουν την «ευρύτερη εικόνα». (Ήδη με την «Αλληλεγγύη», 4 χρόνια αργότερα, τα πράγματα είχαν βελτιωθεί: πολλοί αριστεροί σε όλη την Ευρώπη, μαζί τους και τα παιδιά της Ο.Β. ΑΣΟΕΕ που λέγαμε παραπάνω, υποστήριξαν με πάθος το πολωνικό εργατικό συνδικάτο.)

Διαβάζω ακόμη εφημερίδες. Ο υπολογιστής μου ανοίγει στο site της Καθημερινής. Ύστερα κάνω έναν γρήγορο γύρο του κόσμου: NY Times, Guardian, Corriere, El País, Βήμα, Athens Voice. Όμως, σπανίως πια κάθομαι να διαβάσω το χάρτινο φύλλο. Εκτός βέβαια εάν βρεθώ για πρωινό σε κάποιο μπαρ της πόλης, όπου μπορεί κανείς να πιει espresso και να φάει κρουασάν πληρώνοντας δύο ευρώ, περιτριγυρισμένος από βιβλία, ακούγοντας μουσική (στο Bistrò del tempo ritrovato: jazz), και διαβάζοντας – πάντοτε σε συνεννόηση με τους άλλους θαμώνες – τα ωραία ένθετα των εφημερίδων της Β. Ιταλίας, κυρίως την κυριακάτικη La lettura της Corriere della sera, ή το σαββατιάτικο Tuttolibri της Stampa.

Αλλά είπαμε: αυτό συμβαίνει σπάνια. Η απόλαυση της ανάγνωσης έχει μετατοπιστεί στα περιοδικά. Θα ήθελα να έχω στη διάθεσή μου όλο τον χρόνο του κόσμου ώστε να μπορώ να διαβάσω κάθε δεκαπενθήμερο το υπέροχο London Review of Books, το (για μένα, λιγότερο συναρπαστικό) New York Review of Books, και κάθε βδομάδα το απίθανο New Yorker, το οποίο σε μια έκλαμψη ασυνήθιστης έμπνευσης είχα πρόσφατα περιγράψει ως διασταύρωση ανάμεσα στο «Αθηνόραμα» και στην «Κομμουνιστική Θεωρία και Πολιτική» (θεωρητικό περιοδικό του ΚΚΕ εσωτ). Εν τω μεταξύ, διαβάζω κάθε μήνα το Books Journal, που συχνά με διασκεδάζει και με αναστατώνει (ο γιατρός μου έχει απαγορεύσει να παρακολουθώ πολύ στενά την ελληνική επικαιρότητα), το Athens Review of Books – και οπωσδήποτε τον Economist, που πάντοτε ανοίγει νέους ορίζοντες.

Η τελευταία μικρή απόλαυση που μου έρχεται στο μυαλό (και την οποία μπορώ να μοιραστώ με το κοινό του Amagi) είναι το ραδιόφωνο. Στο γραφείο – εκτός από Amagi – ακούω Pepper 96 6, στο σπίτι Rai Radio 2 (η μουσική μέτρια, οι εκπομπές λόγου καλές), και τις Κυριακές BBC Radio 4. Αγαπημένη εκπομπή: Desert Island Disks. Ο καλεσμένος («ναυαγός») μιλά στην παρουσιάστρια (τα τελευταία χρόνια είναι η υπέροχη Kirsty Young) για τη ζωή του, διαλέγοντας τις μουσικές που θα έπαιρνε μαζί του σε ένα ερημονήσι, στη συνέχεια ένα βιβλίο (εκτός από την Βίβλο και τα Άπαντα του Shakespeare, που τον περιμένουν ήδη εκεί), και τέλος μια πολυτέλεια. Ακούστε την εκπομπή των αρχών του περασμένου Μαΐου, με ναυαγό τον Tom Hanks.

Έχω ήδη έτοιμη τη λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, και βιβλία, και «πολυτέλειες». Δεν θα ήθελα να με βρει απροετοίμαστο το ενδεχόμενο να γίνω κάποτε κι εγώ διάσημος. Θα άξιζε, μόνο και μόνο για αυτό.