Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Αυγούστου 2026).
Το 1981 η Ρουμανία του Τσαουσέσκου, στριμωγμένη οικονομικά από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ‘70, ζήτησε (και πήρε) δάνειο από το ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, αποφάσισε κάτι μοναδικό στην παγκόσμια οικονομική ιστορία: όχι να αναδιαρθρώσει το εξωτερικό χρέος της χώρας, ή να επεκτείνει τη διάρκειά του, ή ενδεχομένως να το «κουρέψει», αλλά να το αποπληρώσει – στο σύνολό του.
Πράγματι, μέχρι το 1989, όταν το καθεστώς Τσαουσέσκου βρήκε αιματηρό τέλος, το χρέος της Ρουμανίας είχε πρακτικά μηδενιστεί. Το κατόρθωμα αυτό πραγματοποιήθηκε χάρη σε ένα πρόγραμμα σκληρής λιτότητας. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα της Comecon (της οικονομικής ένωσης των χωρών του τότε ανατολικού μπλοκ), την πενταετία 1980-1985 η δημόσια δαπάνη για υγεία μειώθηκε κατά 17%, για κατοικία κατά 37%, για παιδεία και έρευνα κατά 53%. Επί πλέον, οι μισθοί των εργαζομένων μειώθηκαν κατά 27%. Επίσης, μειώθηκαν οι εισαγωγές (με εξαίρεση τις ανάγκες της βιομηχανίας), ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές (κυρίως τροφίμων και ηλεκτρικής ενέργειας). Αποτέλεσμα: καθημερινές διακοπές ρεύματος και ελλείψεις αγαθών πρώτης ανάγκης. Η εθνική οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση.
Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι εντελώς ανεδαφική – και μου κοστίζει που το γράφω – η κριτική του Νίκου Παππά στον υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη για την απόφαση της κυβέρνησης να επιταχύνει την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Ενώ έχει σαφώς δίκιο η Μάχη Γεωργακοπούλου όταν γράφει ότι «Μια χώρα μπορεί να μειώνει το ακαθάριστο χρέος της και ταυτόχρονα να συσσωρεύει αθέατες υποχρεώσεις όπως υποβαθμισμένα σχολεία, ανεπαρκείς υγειονομικές υποδομές, δημογραφική παρακμή, χαμηλή παραγωγικότητα και περιβαλλοντικό κίνδυνο.» Όπως άλλωστε έχει εξηγήσει ο σοφός Μάριο Ντράγκι: «Υπάρχει καλό και κακό χρέος. Το κακό χρέος πληρώνει τρέχουσες δαπάνες και γίνεται βάρος στις μελλοντικές γενιές. Το καλό χρέος χρηματοδοτεί επενδύσεις στρατηγικής προτεραιότητας και αυξήσεις παραγωγικότητας, δημιουργώντας την ανάπτυξη που θα το αποπληρώσει.» Συνεπώς, το χρέος δεν (πρέπει να) είναι ταμπού.
Όμως μισό λεπτό. Η Ελλάδα δεν είναι Ρουμανία της δεκαετίας του ’80. Μιλάμε για μια χώρα – τη δική μας – που δανειζόταν στις αγορές για να πληρώνει συντάξεις σε πενηντάρηδες, προσλήψεις υπεραρίθμων, επιδόματα έγκαιρης προσέλευσης, νοσοκομειακές προμήθειες με κόστος πολλαπλάσιο από τις διεθνείς τιμές, φορολογικές απαλλαγές για αυτοκίνητα πολυτελείας, και πολλά άλλα, σε ένα (διακομματικό) πλιάτσικο χωρίς προηγούμενο. Αυτή η χώρα γλύτωσε τη χρεωκοπία μόνο χάρη στην τύχη της να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βαρύ κόστος, καμία αντίρρηση – αλλά και πάλι απείρως ελαφρύτερο από αυτό που θα πληρώναμε αν ήμαστε οποιαδήποτε άλλη χώρα, οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη.
Αυτή λοιπόν η χώρα, παρότι δανείζεται με ευνοϊκούς όρους (μακρά διάρκεια και επιτόκιο 1,9%), έχει κάθε συμφέρον να σβήσει από τη μνήμη των αγορών την εικόνα του αποτυχημένου κράτους που είχε φιλοτεχνήσει. Όχι για «ηθικούς» λόγους. Για λόγους οικονομικού συμφέροντος: όταν οι αγορές σε εμπιστεύονται, σε δανείζουν ευκολότερα και με χαμηλότερο επιτόκιο. Συνεπώς, η αλλαγή της διεθνούς εικόνας της χώρας θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, και η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους θα έπρεπε να συναντά καθολική συναίνεση, αντί να γίνεται αφορμή για άλλη μια ανούσια ανταλλαγή πυροτεχνημάτων.
Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς. Ένα πολιτικό σύστημα που νοιάζεται για τις μελλοντικές γενιές δεν αρνείται (στα μουλωχτά, και με απόλυτη διακομματική συναίνεση) να εφαρμόσει το νόμο για τις συντάξεις που η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το 2016 (με πίεση των δανειστών, προφανώς), ο οποίος προέβλεπε αύξηση των ορίων ηλικίας καθώς αυξάνεται η διάρκεια ζωής. Όπως έγραφα πρόσφατα, η άρνηση αυτή θα έχει βαρύτατο κόστος στον προϋπολογισμό (και κατά συνέπεια στους μελλοντικούς φορολογούμενους) ήδη από την επόμενη δεκαετία.
Φαίνεται όμως ότι για την κυβέρνηση – αλλά και για την αντιπολίτευση που απερίσκεπτα υπερθεματίζει – η επόμενη δεκαετία είναι μακριά, ενώ οι εκλογές είναι κοντά.
