9 Αυγούστου 2026

Πώς (δεν) αντιμετωπίζεται το δημογραφικό

 Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 9 Αυγούστου 2026).


Γιατί γεννιώνται τόσο λίγα παιδιά; Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν κυρίως τρεις αιτίες. Η πρώτη είναι μια γενικευμένη απαισιοδοξία για το μέλλον: ο κίνδυνος κλιματικής καταστροφής, οι πολεμικές συρράξεις στη γειτονιά μας, και οι μάλλον ζοφερές οικονομικές προοπτικές, συνθέτουν ένα σκηνικό που κάνει τα νέα ζευγάρια να αναρωτιούνται αν είναι σοφή ιδέα να φέρουν ένα παιδί σε αυτόν τον κόσμο.

Η δεύτερη είναι το χάσμα πεποιθήσεων που φαίνεται να βαθαίνει συνεχώς μεταξύ νέων αγοριών και νέων κοριτσιών: τα κορίτσια διεκδικούν χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις όσα οι μητέρες τους δέχθηκαν να θυσιάσουν, ενώ αντίθετα πολλά αγόρια πασχίζουν να βρουν τρόπους να σταθούν στον σύγχρονο κόσμο. Μια όψη αυτού του φαινομένου είναι η μετατόπιση σε πολλές χώρες των περισσότερων νέων γυναικών προς προοδευτικές, οικολογικές, φιλελεύθερες θέσεις, και πολλών νέων ανδρών στην αυταρχική ακροδεξιά. Μια άλλη όψη είναι η κατακρήμνιση του ποσοστού γονιμότητας εκεί όπου το χάσμα πεποιθήσεων είναι βαθύτερο. Π.χ. στη Νότια Κορέα – απλουστεύοντας – τα αγόρια έχουν παραμείνει στο πρότυπο της γυναίκας γκέϊσας, ενώ τα κορίτσια ονειρεύονται σπουδές, καριέρα, ισότητα στο σπίτι. Αποτέλεσμα: πλήρης ασυνεννοησία, και αποχή πολλών κοριτσιών από το σεξ, τη συντροφικότητα, τη δημιουργία οικογένειας.

Η τρίτη αιτία για τη μείωση του ποσοστού γονιμότητας αφορά το κόστος των παιδιών: όταν οι μέσοι μισθοί είναι κάτω από τα επίπεδα του 2000, τα ενοίκια είναι απλησίαστα, τα μαιευτήρια πανάκριβα, οι παιδίατροι χρεώνουν την επίσκεψη, τα δημόσια σχολεία δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, και οι βρεφονηπιακοί σταθμοί είναι δυσεύρετοι ή/και απαγορευτικού κόστους, η απόφαση ενός ζευγαριού να κάνει παιδί φαντάζει ανορθολογική.

Για λόγους που δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, η κυβέρνηση έχει αφήσει κατά μέρος τους χαμηλούς μισθούς (οι οποίοι, σε μια οικονομία που θέλει να πουλάει ήλιο και θάλασσα, δύσκολα θα βελτιωθούν ποτέ), ή τα ακριβά ενοίκια (ακανθώδες θέμα), ή την αναβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης και της δημόσιας εκπαίδευσης, και έχει στρέψει την προσοχή της στην αυστηρά νοούμενη «πολιτική για την οικογένεια»: επιδόματα και παροχές.

Όμως ακόμη και έτσι, η κυβέρνηση (όπως όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, εδώ και δεκαετίες) αρνείται πεισματικά να βάλει το χέρι στην τσέπη για το μοναδικό μέτρο το οποίο αποδεδειγμένα μπορεί να κάνει τη διαφορά: τη μαζική επέκταση ποιοτικής και προσιτής προσχολικής φροντίδας, που θα έκανε θαύματα για την ανάκαμψη της γονιμότητας - με bonus τη θεαματική αύξηση της γυναικείας απασχόλησης, καθώς και την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας εκατοντάδων χιλιάδων νέων ζευγαριών που σήμερα παλεύουν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα.

Θα μου πείτε «αυτά κοστίζουν». Φυσικά. Το voucher β/ν σταθμών (που με διάφορα τερτίπια φορτώσαμε στο Ταμείο Ανάκαμψης αντί να το βάλουμε στον κρατικό προϋπολογισμό, όπως θα έκανε μια αξιοπρεπής χώρα) κοστίζει περίπου 330 εκατομμύρια ευρώ. Δεν είναι λίγα. Ένα δίκτυο βρεφονηπιακών σταθμών σε κάθε γειτονιά, που ανοίγουν νωρίς και να κλείνουν στις 5μμ, και που παρέχουν δωρεάν ή με χαμηλά τροφεία υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, θα κόστιζε ακόμη περισσότερο.

Όμως, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι το ποσό αυτό είναι επένδυση που αναβαθμίζει τις επιδόσεις της οικονομίας στο κοντινό μέλλον. Ο καθηγητής James Heckman, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ για την Οικονομία (2000), έχει ποσοστικοποιήσει το ποσοστό απόδοσης της δημόσιας επένδυσης σε υψηλής ποιότητας προσχολική φροντίδα: 13% ετησίως. Εάν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει κάποια επενδυτική επιλογή (ιδιωτική ή δημόσια) μεγαλύτερης απόδοσης, κατά προτίμηση νόμιμη, παρακαλείται να γράψει στη διεύθυνση της εφημερίδας.

Επί πλέον, το κόστος των βρεφονηπιακών σταθμών ωχριά μπροστά στο κόστος αποφάσεων που λαμβάνονται με ασυγχώρητη ελαφρότητα, και περνάνε απαρατήρητες εν μέσω της γενικής αμεριμνησίας. Για παράδειγμα, οι πρόσφατες δηλώσεις αρμοδίων ότι δεν θα αλλάξουν τα όρια συνταξιοδότησης το 2027 (όπως δεν είχαν αλλάξει ούτε το 2024, ούτε το 2021, ούτε το 2018, σε ευθεία παραβίαση του νόμου που είχε ψηφίσει η Βουλή των Ελλήνων το 2016, υπό την πίεση φυσικά των δανειστών) συνεπάγονται έξτρα κόστος που η Εθνική Αναλογιστική Αρχή έχει υπολογίσει σε 3 δις (1,2% του ΑΕΠ) ετησίως. Με αρνητική οικονομική απόδοση. Εις το διηνεκές – ή μάλλον μέχρι να χρεωκοπήσουμε ξανά.

Ποιος θα πληρώσει αυτό το κόστος; Μα φυσικά οι σημερινοί νέοι.

Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν κάνουν παιδιά.