Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 10 Μαΐου 2026).
Η πρόσφατη
πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για μείωση των ωρών εργασίας με πλήρεις αποδοχές
συνάντησε την απόλυτη άρνηση της κυβέρνησης, που κατηγόρησε την αξιωματική
αντιπολίτευση για «λαϊκισμό», καθώς και των εργοδοτικών οργανώσεων, που
περιέγραψαν τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου με σκοτεινά χρώματα: λουκέτα,
ανεργία κτλ.
Όπως συμβαίνει
συνήθως, πρωτοστάτησαν οι εργοδοτικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τις μικρές
επιχειρήσεις, που στη χώρα μας είναι αναλογικά περισσότερες. Έχουν και αυτές τους
λόγους τους: πολλές μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται στα όρια της βιωσιμότητας,
κινδυνεύοντας να βουλιάξουν λόγω κάποιας δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών, και
για αυτό άλλωστε κινητοποιούνται με στόχο το χαμηλό κόστος, εργασίας και φορολογίας.
Και ως γνωστόν ο στόχος αυτός μπορεί να επιτυγχάνεται είτε ευθέως, με την
απόσπαση ευνοϊκών ρυθμίσεων, είτε λιγότερο ευθέως, μέσω της φοροδιαφυγής, των
απλήρωτων υπερωριών κτλ. Τα τελευταία χρόνια, η κινητοποίηση αυτή έχει φέρει
καρπούς για τους άμεσα ενδιαφερόμενους.
Μόνο που η υποχωρητικότητα
της κυβέρνησης στα αιτήματα των εργοδοτών (ιδίως των μικρομεσαίων) έχει
οδηγήσει στην αναβίωση ενός μοντέλου ανάπτυξης χαμηλών επιδόσεων, που πριν λίγα
χρόνια μας έφερε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, και που σήμερα καθηλώνει την
ελληνική οικονομία στην προτελευταία θέση της ΕΕ: κάτω από τη Ρουμανία, πάνω
μόνο από τη Βουλγαρία. Όσο για την περίφημη έκθεση Πισσαρίδη, που το 2020 είχε
γίνει δεκτή από την κυβέρνηση με επευφημίες, σήμερα δείχνει να έχει ξεχαστεί.
Με αυτή την έννοια, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει άδικο όταν ισχυρίζεται ότι το
υπόδειγμα της φθηνής εργασίας εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο
χαμηλής παραγωγικότητας, περιορισμένης καινοτομίας και διαρκούς στασιμότητας.
Γενικά, δεν
υπάρχει τίποτε σκανδαλιστικό στην ιδέα ότι ο εργάσιμος χρόνος μπορεί να
μειώνεται καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται. Στη Γερμανία, το 1870
ο μέσος εργαζόμενος δούλευε 3.284 ώρες το χρόνο, το 1950 ο αριθμός αυτός είχε πέσει στις 2.427 ώρες, και το 2023 στις 1.335 ώρες – χωρίς αυτό να έχει εμποδίσει τους μισθούς και τα
κέρδη των επιχειρήσεων να αυξηθούν θεαματικά στον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε.
Αντιστρόφως, στην Ελλάδα οι ετήσιες ώρες εργασίας είναι 1.893, και όμως οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων είναι χαμηλότερες
από τις μισές των Γερμανών συναδέλφων τους.
Ο λόγος
φυσικά είναι η χαμηλή παραγωγικότητα των Ελλήνων εργαζομένων, που με τη σειρά
της οφείλεται όχι μόνο στο χαμηλό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και στην
προβληματική οργάνωσή τους, στη χαμηλή διοικητική ικανότητα των ανθρώπων που
τις διευθύνουν, στις χαμηλές δεξιότητες των εργαζομένων, καθώς και στη σχετική
αδιαφορία των εργοδοτών για την αναβάθμισή τους.
Το πρόβλημα με
την πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι ότι ακριβώς επειδή η ελληνική
οικονομία, με ευθύνη και της κυβέρνησης, έχει εγκλωβιστεί σε μια παγίδα χαμηλής
παραγωγικότητας, η προτεραιότητα τώρα πρέπει να είναι πώς θα απεγκλωβιστεί από
αυτή – και η μείωση του χρόνου εργασίας δεν φαίνεται να είναι ο καλύτερος
τρόπος για να συμβεί κάτι τέτοιο.
Η (τελικά
άγονη) συζήτηση για την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής
οικονομίας έχει εδώ και καιρό εντοπίσει τα κύρια συστατικά μιας εθνικής
στρατηγικής για την αύξηση της παραγωγικότητας. Χρειάζεται στροφή πολιτικής από
την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη δημιουργία των συνθηκών που θα
επιτρέψουν στις καλύτερες από αυτές να μεγαλώσουν. Χρειάζεται μετατόπιση πόρων
(και κρατικών ενισχύσεων, άμεσων και έμμεσων) από τις δραστηριότητες χαμηλής
προστιθέμενης αξίας στις οποίες βασίζεται σήμερα η ελληνική οικονομία προς
άλλες υψηλότερης. Χρειάζεται μια εκπαιδευτική πολιτική που να ποντάρει λιγότερο
στη συσσώρευση τίτλων σπουδών και περισσότερο στο τι πραγματικά ξέρουν να
κάνουν οι κάτοχοί τους.
Εν απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου στις σημερινές συνθήκες θα έπεφτε στο κενό – με μοναδικό αποτέλεσμα την ακόμη βαθύτερη κατάτμηση της αγοράς εργασίας, ανάμεσα σε έναν ιδιωτικό τομέα όπου τα δικαιώματα των εργαζομένων συχνά αγνοούνται, και ένα υπερπροστατευμένο Δημόσιο όπου η μέριμνα για την καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών εξαντλείται στην ψηφιοποίηση μερικών διαδικασιών. Σε τι θα ωφελούσε αυτό;



