29 Ιανουαρίου 2026

Μετά το Νταβός

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "Ποιες στρατηγικές τάσεις στην παγκόσμια γεωπολιτική ανέδειξε το Νταβός και ποιες επιπτώσεις προκύπτουν για τη διατλαντική συνεργασία; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026).

Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, με επίκεντρο το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, επιβεβαιώνουν αυτό που πολλοί στην Ευρώπη φοβόντουσαν αλλά αρνιόντουσαν να πιστέψουν: ότι δηλ. η «Δύση» ως γεωπολιτική κατηγορία με τις ΗΠΑ στο ρόλο της «αναντικατάστατης δύναμης» πλέον δεν υφίσταται. Πράγματι, οι απειλές ότι οι ΗΠΑ θα προσαρτήσουν την Γροιλανδία (ακόμη και με τη βία, αν χρειαστεί), οι απαξιωτικές δηλώσεις του Προέδρου Τραμπ για τις χώρες του ΝΑΤΟ, η πανηγυρική ίδρυση «Συμβουλίου Ειρήνης» (με τη Ρωσία και την Τουρκία αλλά χωρίς τη Γαλλία ή τη Βρετανία), δείχνουν ότι η Ατλαντική Συμμαχία έχει δεχθεί ένα συντριπτικό πλήγμα.

Ακόμη και αν τελικά αποτραπεί το εφιαλτικό ενδεχόμενο η Ευρώπη να δεχθεί στρατιωτική επίθεση από τις ΗΠΑ, είναι φανερό ότι δεν μπορεί πια να υπολογίζει στην αμερικανική αμυντική ομπρέλα των ΗΠΑ (π.χ. σε περίπτωση που κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ ή/και του ΝΑΤΟ δεχθεί επίθεση), γεγονός που φυσικά καθιστά μια τέτοια επίθεση πιθανότερη. Τώρα το ΝΑΤΟ κινδυνεύει να έχει το τέλος της Κοινωνίας των Εθνών, που συνέχισε να λειτουργεί στα χαρτιά έως το 1946, ενώ είχε ακυρωθεί στην πράξη ήδη από την δεκαετία του 1930, όταν απέτυχε να αποτρέψει την επιθετικότητα των δυνάμεων του Άξονα στην Μαντζουρία και στην Αβησσυνία.

Η επανατοποθέτηση των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη φαίνεται μόνιμη. Η ήττα του κινήματος MAGA στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026, και στις προεδρικές εκλογές του 2028, μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ευρώπη, αλλά είναι απίθανο να επαναφέρει την Ατλαντική Συμμαχία των προηγούμενων 80 ετών. Ως προς αυτό, η ομιλία του κυβερνήτη της Καλιφόρνιας (και πιθανού διεκδικητή της Προεδρίας το 2028) στο Νταβός υπήρξε αποκαλυπτική: κριτική της επιθετικότητας του Προέδρου Τραμπ κατά της Γροιλανδίας, και καταδίκη της δολοφονίας δύο πολιτών από τις δυνάμεις του ICE στη Μινεάπολη, αλλά ούτε λέξη για τη βοήθεια στην Ουκρανία, για το μέλλον του ΝΑΤΟ, για τη ρύθμιση των πολυεθνικών της τεχνολογίας, ή για τους δασμούς στα ευρωπαϊκά προϊόντα.

Η Ευρώπη διαθέτει τους πόρους (υλικούς και ανθρώπινους) που θα της επιτρέψουν να αποκτήσει την αμυντική ισχύ που χρειάζεται για να αποθαρρύνει όσους την επιβουλεύονται. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν αρκεί: η αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων αναπαράγουν την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, και εκθέτουν την Ευρώπη σε θανάσιμους κινδύνους. Χωρίς αυτονομία, χωρίς στενή συνεργασία με άλλες «μεσαίες» δυνάμεις (όπως η Βρετανία και ο Καναδάς), και χωρίς επιλεκτικές συμφωνίες ειδικού σκοπού με τρίτες χώρες, δεν φαίνεται πώς θα μπορέσουμε να υπερασπιστούμε την ειρήνη, τη δημοκρατία, την ελευθερία στην περιοχή μας. Τα πρόσφατα γεγονότα βοηθούν όλο και περισσότερους Ευρωπαίους να συνειδητοποιήσουν ποια είναι η μοίρα που μας περιμένει αν αρνηθούμε ή αν αποτύχουμε.

8 Ιανουαρίου 2026

Η οικονομία το 2026 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ και ως μέρος του ELIAMEP Policy Paper #194.


Η παγκόσμια οικονομία έχει εδώ και μερικά χρόνια εισέλθει σε φάση ακραίας αβεβαιότητας. Σε τέτοιες συνθήκες, κάθε πρόβλεψη για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας για το 2026 δεν μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένη.

Οι κύριες αιτίες αβεβαιότητας είναι γεωπολιτικές: συνδέονται με την εξέλιξη του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, την εμπορική πολιτική και τη γενικότερη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΕ (και τον υπόλοιπο κόσμο), την οικονομική και εξωτερική πολιτική της Κίνας, καθώς και την αντιμετώπιση όλων αυτών εκ μέρους της Ευρώπης.

Πιο συγκεκριμένα: Η ρωσική επιθετικότητα κοστίζει ήδη ακριβά στην ευρωπαϊκή οικονομία. Προς το παρόν, η Ευρώπη υφίσταται έναν ακήρυχτο υβριδικό πόλεμο, με τη μορφή σαμποτάζ των υποδομών, με πλήθος ενδείξεων ρωσικής ανάμειξης. Ταυτόχρονα, η Ρωσία αναμειγνύεται στην εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών, με στόχο την υπονόμευση των εχθρικών σε αυτήν κυβερνήσεων, και την υποστήριξη αντιευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, συνήθως της ακροδεξιάς αλλά ενίοτε και της ακροαριστεράς. Η μεσοπρόθεσμη απειλή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το ιδεώδες σενάριο από τη σκοπιά του Προέδρου Πούτιν (διαμελισμός Ουκρανίας, ουδετερότητα ΗΠΑ, αυτοακύρωση του ΝΑΤΟ, προεδρία Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία, άνοδος AfD στη Γερμανία, νίκη Reform στη Βρετανία) θα σήμαινε το τέλος της 80χρονης περιόδου οικονομικής ευημερίας και δημοκρατικής σταθερότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η δημοσίευση τον περασμένο μήνα από τον Λευκό Οίκο της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ επιβεβαίωσε ό,τι πολλοί στην Ευρώπη ήδη φοβόνταν αλλά αρνούνταν να παραδεχθούν. Ο Πρόεδρος Τραμπ και το επιτελείο του δηλώνουν χωρίς περιστροφές δύο πράγματα: Πρώτον, ότι περιφρονούν τη σημερινή Ευρώπη και λοιδωρούν τις θεμελιώδεις αξίες της (την εμμονή στη φιλελεύθερη δημοκρατία, τον σεβασμό του κράτους δικαίου, τη ρύθμιση των αγορών, την επιδίωξη της κοινωνικής συνοχής). Δεύτερον, ότι επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την ανατροπή των κυβερνήσεων που παραμένουν πιστές σε αυτές τις θεμελιώδεις αξίες, και εργάζονται για αυτό υποστηρίζοντας “πατριωτικές” κυβερνήσεις και ακροδεξιά κόμματα στην αντιπολίτευση. Όσο διαρκεί αυτό, η συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τα αμερικανικά οπλικά συστήματα θα συνιστά υπαρξιακό κίνδυνο για την ασφάλεια και την ελευθερία στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η στάση της Κίνας επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία με δύο κυρίως τρόπους: Αφενός, η κινεζική κυβέρνηση παρέχει αφειδώς οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική βοήθεια στη Ρωσία, επιτρέποντας στην τελευταία να συνεχίζει τον επιθετικό της πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Αφετέρου, όσο η εσωτερική ζήτηση παραμένει υπερβολικά αναιμική για να απορροφήσει την εγχώρια παραγωγή, οι κινεζικές εξαγωγές κατακλύζουν τις αγορές της Ευρώπης, απειλώντας με αφανισμό κάποτε κραταιούς κλάδους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε μια πιο ήρεμη εποχή, αυτό το τελευταίο θα μπορούσε – με δυσκολία – να γίνει αποδεκτό (εφόσον είναι συμβατό με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου), ως μέρος της αδιάκοπης παραγωγικής αναδιάρθρωσης που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική οικονομία ήδη από τη Βιομηχανική Επανάσταση, και να αποτελέσει αντικείμενο χειρισμού για την αποφυγή μεγάλων κοινωνικών εντάσεων στις πληγείσες περιφέρειες. Στη σημερινή εποχή, ο εφησυχασμός των ευρωπαϊκών ελίτ, πολιτικών και οικονομικών, καθώς και η υποτίμηση του κινδύνου εξάρτησης από την Κίνα, φαντάζει εκτός χρόνου και τόπου. (Συμπτωματικά, ο εφησυχασμός αυτός αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο η κινεζική ηγεσία περιφρονεί την Ευρώπη, ως πάλαι ποτέ οικονομική υπερδύναμη χωρίς συναίσθηση της παρακμής της.)

Αναπόφευκτα, το ζοφερό διεθνές πλαίσιο σκοτεινιάζει τις προσδοκίες, συμπιέζει τις επενδύσεις, κάνει επιφυλακτικούς τους καταναλωτές. Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη στέκεται διχασμένη και αναποφάσιστη μπροστά στα ζητήματα που θα κρίνουν το μέλλον της. Η επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, η συστηματική δουλειά για την κατάκτηση της στρατηγικής αυτονομίας, και η υπεύθυνη αντιμετώπιση των κινδύνων που παραμονεύουν στη μεταβατική περίοδο είναι πλέον ζωτικής σημασίας. Όμως οι ηγεσίες που υποστηρίζουν μια τέτοια στάση δείχνουν κουρασμένες, αποπροσανατολισμένες, στραμμένες στα εσωτερικά προβλήματα. Η αφύπνιση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, προϋπόθεση για μια δημιουργική διέξοδο από τη σημερινή στασιμότητα, δείχνει ακόμη δύσκολη.

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία σημείωνε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το μέσο όρο της ΕΕ. Όμως, οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου, το οποίο έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δείχνουν ότι αυτή η επίδοση δύσκολα θα επαναληφθεί τα επόμενα χρόνια, ενώ από το 2029 ο ρυθμός ανάπτυξης θα πέσει κοντά στο μηδέν. Η σταδιακή ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης κινδυνεύει να αφήσει χάσμα, που θα διευρύνει το ήδη μεγάλο επενδυτικό κενό, το οποίο περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η αποτροπή αυτού του κινδύνου είναι ευθύνη όλων των ζωντανών δυνάμεων της χώρας.

28 Δεκεμβρίου 2025

Η «ανασφαλής» κανονικότητα των νέων

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025).


Το καινούριο χόμπυ μου είναι να ρωτάω τους φίλους μου και άλλους γνωστούς της γενιάς μου: «Όταν ήσουν εικοσάρης ανησυχούσες για την επαγγελματική σου αποκατάσταση;» Δεν έχω πάρει ούτε μια θετική απάντηση. Ίσως το δείγμα να μην είναι αντιπροσωπευτικό. Ίσως να ήμασταν απερίσκεπτοι, εγώ και οι φίλοι μου, ή ανεύθυνοι. Μπορεί, αλλά αμφιβάλλω. Οι αναγνώστες μπορούν να κρίνουν μόνοι τους – ιδίως όσοι έχουν παιδιά, και τα βλέπουν να αγχώνονται, να κυνηγάνε τον έναν τίτλο σπουδών μετά από τον άλλον, και εν τω μεταξύ, μέχρι να βρουν μια δουλειά της προκοπής που θα τους επιτρέψει επιτέλους να σχεδιάσουν με ηρεμία το μέλλον τους, να περνάνε από τη μια δουλίτσα (συνήθως προσωρινή ή/και κακοπληρωμένη) στην άλλη. Η διάχυτη αίσθηση ανασφάλειας δείχνει να είναι κομμάτι της κανονικότητας των σημερινών νέων, όπως δεν συνέβαινε με τη γενιά των γονιών τους.

Τα (λίγα) διαθέσιμα δεδομένα φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την αίσθηση. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση 1.500 εργαζομένων ηλικίας έως 29 για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (Οκτώβριος 2025), στην ερώτηση «Πιστεύετε ότι η γενιά των γονιών σας έζησε καλύτερες εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες από τη δική σας;» 51% απάντησε «ισχύει απόλυτα» και 22% «ισχύει». Μόνο το 10% διαφώνησε. Η διάψευση της προσδοκίας της γραμμικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου από τη μια γενιά στην άλλη υπήρξε η δραματικότερη ίσως αλλαγή στο πώς σκέφτονται τη ζωή τους οι νέοι και οι νέες στη χώρα μας.

Μήπως απλώς τα νέα παιδιά πέφτουν στο συνηθισμένο σφάλμα, να προεξοφλούν τα θετικά και να μεγαλοποιούν τα αρνητικά; Στο κάτω κάτω, μερικά πράγματα είναι σήμερα αντικειμενικά ευκολότερα (και φθηνότερα) παρά ποτέ: τα ταξίδια στο εξωτερικό, η πρόσβαση στην πληροφόρηση, οι τηλεπικοινωνίες. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια τα κοινωνικά ήθη έχουν προχωρήσει, η πίεση του οικογενειακού περίγυρου έχει εξασθενήσει, οι βαθμοί ελευθερίας έχουν αυξηθεί. Όμως, η πρόοδος φέρνει καινούργια προβλήματα: η χειραφέτηση και η προκοπή των νέων γυναικών τις καθιστά ευάλωτες στην (ενίοτε βίαιη) αντίδραση όσων προβληματικών ανδρών αισθάνονται να απειλούνται από αυτήν.

Ας δούμε τι λένε οι αριθμοί για τη ζωή των νέων σήμερα σε σύγκριση με τις αρχές του αιώνα. Καταρχάς, στην Ελλάδα οι νέοι έχουν λιγοστέψει: σήμερα στη χώρα μας ζουν 1,6 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 15-29 ετών, το 2001 ήταν μιάμιση φορά περισσότερα (2,4 εκατομμύρια). Ο αριθμός όσων αποκτούν πανεπιστημιακή μόρφωση έχει εκτιναχθεί: το 2000 μόνο 20,6% των ατόμων ηλικίας 25-29 είχαν πτυχίο, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει υπερδιπλασιαστεί (44,6%). Όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα της τελευταίας διεθνούς έρευνας PIAAC στην οποία συμμετείχε η Ελλάδα (το 2015), 19% των κατόχων τίτλων σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πτυχίο ή μεταπτυχιακό) ηλικίας έως 34 ετών ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι.

Σήμερα πάνω από τα δύο τρίτα (68,5%) των νέων ηλικίας 25-29 εργάζονται, όσοι περίπου και το 2000 (68,1%). Πίσω από αυτή τη φαινομενική σταθερότητα κρύβονται σημαντικές ανακατατάξεις: το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών αυτής της ηλικιακής ομάδας έχει υποχωρήσει κατά δέκα ολόκληρες μονάδες (από 81,3% το 2000 σε 71,5% το 2024), ενώ το αντίστροφο συνέβη με το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών (από 54,4% το 2000 σε 65,1% το 2024).

Ακόμη και όταν εργάζονται, πολλοί νέοι (το 52% στην έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ) παραμένουν εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι έχει αυξηθεί και άλλο το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25-34 που μένουν ακόμη στο πατρικό τους: από 42,7% το 2003 σε 54,9% το 2024 (όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 29,7%).

Σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, τα πράγματα είναι καλύτερα. Το 2024, ο αριθμός όσων δήλωναν ότι δεν έχουν την οικονομική άνεση να βγουν μια φορά το μήνα για ποτό ή για φαγητό (7,2% στην ηλικιακή ομάδα 25-29) είχε πέσει στο μισό από το 2018 (14,4%). Με άριστα το 10, ο βαθμός ικανοποίησης από τη ζωή στην ίδια ηλικιακή ομάδα έχει ανέβει από 6,4 το 2013 σε 7,1 το 2024, πλησιάζοντας το μέσο όρο της ΕΕ (7,4).

Εν τω μεταξύ, το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει επιδεινωθεί. Το 2000 ο κόσμος ζούσε την ψευδαίσθηση του «τέλους της ιστορίας» και του «μερίσματος της ειρήνης»: ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, οι Δίδυμοι Πύργοι δεν είχαν ακόμη πέσει. Ακόμη και για το φυσικό περιβάλλον επικρατούσε αισιοδοξία: η διεθνής συμφωνία του Μοντρεάλ (1987) για τη σταδιακή απαγόρευση των χλωροφθορανθράκων είχε βοηθήσει να κλείσει τελικά η τρύπα του όζοντος - μεγάλη υπαρξιακή αγωνία της εποχής. Σήμερα, ζητείται ελπίς.

21 Δεκεμβρίου 2025

Μετά το Ταμείο Ανάπτυξης, τι;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025).


Οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Οκτώβριο επιβεβαιώνουν την ανησυχία πολλών αναλυτών για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που είχε την ευθύνη για την κατάρτιση του Σχεδίου, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης την πενταετία 2029-2034 θα κυμανθεί από 0,2% έως 0,4%. Πρόκειται για επιδόσεις στασιμότητας, και απόκλισης από τον ευρωπαϊκό κανόνα.

Είναι φανερό ότι πίσω από την επιστροφή στις χαμηλές επιδόσεις βρίσκεται η εξάντληση της δυναμικής του Ταμείου Ανάκαμψης. Αξίζει να θυμηθούμε ότι επιλογή των Ευρωπαίων ηγετών (με καθοριστική συμβολή της Άνγκελα Μέρκελ) να θεσμοθετήσουν το Ταμείο Ανάκαμψης μεσούσης της πανδημίας είχε δύο στόχους. Ο ένας ήταν ομολογημένος: ο κορωνοϊός απειλούσε να παγιώσει την οικονομική υστέρηση χωρών όπως η Ιταλία, γεγονός που έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο δεύτερος ήταν ανομολόγητος: η κρίση του Ευρώ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010 είχε αφήσει πικρή γεύση και στους Ευρωπαίους ηγέτες που την διαχειρίστηκαν, που «αξιοποίησαν» την ευκαιρία της πανδημίας για να «αποζημιώσουν» την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του Νότου. Για αυτό άλλωστε οι βασικοί ωφελημένοι των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης είναι σε απόλυτα μεγέθη η Ιταλία (194 δις ευρώ τη δεκαετία 2021-2030) και μετά η Ισπανία, ενώ σε σχέση με το μέγεθος της εθνικής οικονομίας η Ελλάδα (το ποσό που μας αναλογεί σε βάθος δεκαετίας αντιστοιχεί σε περίπου 15% του ΑΕΠ του 2025).

Η λογική του Ταμείου Ανάκαμψης δεν είναι «επιδοματική»: τα τεράστια κονδύλια που τίθενται στη διάθεση των εθνικών κυβερνήσεων, μαζί με τα αντίστοιχα του ΕΣΠΑ και των άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, αποσκοπούν στην παραγωγική αναβάθμιση των οικονομιών που είχαν μείνει πίσω, ώστε να συγκλίνουν με τις δυναμικότερες οικονομίες της ΕΕ. Υπό αυτό το πρίσμα, τα προσωρινά δεδομένα (είναι ακόμη νωρίς για μια οριστική αποτίμηση) δεν είναι ενθαρρυντικά. Οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Σχεδίου μιλάνε μόνες τους. Επί πλέον, πρόσφατη ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολογίζει το συνολικό όφελος για την ελληνική οικονομία σε μόλις 29,6 δις ευρώ (σε βάθος δεκαετίας πάντοτε), έναντι 36,6 δις ευρώ κατανομής στη χώρα από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Αντί δηλαδή της προσδοκώμενης πολλαπλασιαστικής και μόνιμης επίδρασης, το όφελος είναι μικρότερο από τους πόρους που εισρέουν: με τεχνικούς όρους, ο πολλαπλασιαστής εκτιμάται για την Ελλάδα σε 0,81 (έναντι 1,05 στο σύνολο της ΕΕ).

Σε τι οφείλεται αυτή η απογοητευτική επίδοση; Αφενός σε κάτι προφανές, και αφετέρου σε κάτι παράδοξο. Το προφανές είναι ότι η εμμονική προσκόλληση στην «απορροφητικότητα» των ευρωπαϊκών κονδυλίων, εκ μέρους όλων των ελληνικών κυβερνήσεων από το 1981, υπονομεύει την αποδοτική διαχείριση προς όφελος της εθνικής οικονομίας, και οδηγεί σε σπατάλη πόρων – και σε ακραίες (αλλά όχι σπάνιες) περιπτώσεις σε νοσηρά φαινόμενα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ. Το πόσο λίγο πιστεύει το ελληνικό κράτος σε όσα το ίδιο γράφει στις αναφορές που υποβάλλει προς την ΕΕ προκειμένου να καρπωθεί τα ευρωπαϊκά κονδύλια φαίνεται από τη συστηματική άρνησή του να βάλει το χέρι στη δική του τσέπη: οι ελληνικές κυβερνήσεις κάθε φορά διαβεβαιώνουν τις Βρυξέλλες ότι μετά το τέλος της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης π.χ. των βρεφονηπιακών σταθμών θα αναλάβουν το κόστος λειτουργίας τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, και κάθε φορά εντάσσουν το ίδιο πρόγραμμα στο ευρωπαϊκό ταμείο. Σε ακραίες (αλλά όχι σπάνιες) περιπτώσεις, το ελληνικό κράτος αρνείται να καταβάλλει την εθνική χρηματοδότηση για την οποία έχει δεσμευθεί, με αποτέλεσμα να ακυρώνεται και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Το παράδοξο είναι ότι το μεσοπρόθεσμο όφελος μιας εθνικής οικονομίας από μια χρηματοδοτική «ένεση» τύπου Ταμείου Ανάκαμψης εξαρτάται επίσης από τη θέση της εθνικής οικονομίας στον διεθνή καταμερισμό. Για παράδειγμα, η αναθέρμανση π.χ. της μεταποιητικής παραγωγής στη χώρα Α θα οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για βιομηχανικό εξοπλισμό που παράγει η χώρα Β. Η ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνει ότι αν ληφθεί υπόψη η διάχυση του οφέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, οι βασικοί ωφελημένοι των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται να είναι σε απόλυτα μεγέθη η Γερμανία (μετά την Ιταλία και την Ισπανία), ενώ σχετικά με το ΑΕΠ η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Τσεχία. (Επίσης, ένα μέρος του οφέλους διαχέεται εκτός ΕΕ: ο συνολικός πολλαπλασιαστής είναι 1,36). Με άλλα λόγια, ωφελούνται οικονομίες με ισχυρή παραγωγική βάση, καλά πλασαρισμένες σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα συνεχίζει ανέμελη να σπαταλά τους «πακτωλούς» των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, και μαζί τους τις ευκαιρίες εκσυγχρονισμού του κράτους και της οικονομίας.


30 Νοεμβρίου 2025

Οι χαμηλές αμοιβές βλάπτουν σοβαρά τη χώρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025).

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη πεποίθηση, οι εργασιακές σχέσεις είναι «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος»: για να κερδίσει κάτι η μια πλευρά, πρέπει αναγκαστικά να το χάσει η άλλη. Αυτό πιστεύουν οι περισσότεροι αριστεροί, και όλοι οι νεοφιλελεύθεροι.

Η ιστορία και η γεωγραφία δείχνουν πόσο λάθος κάνουν. Όποτε επικράτησαν συγκρουσιακές εργασιακές σχέσεις, όπως π.χ. στην Ιταλία ή στη Βρετανία της δεκαετίας του ’70, θύματα θρήνησαν και οι δύο πλευρές: λουκέτα και στρατιές ανέργων. Αντίθετα, εκεί όπου συνδικάτα και εργοδοτικές οργανώσεις βρήκαν τρόπους δημιουργικής διαχείρησης των αντιθέσεων, βγήκαν όλοι κερδισμένοι.

Ενίοτε, στις λύσεις θετικού αθροίσματος πρωτοστατούν τα ίδια τα συνδικάτα. Στην Ολλανδία της δεκαετίας του ’90 η συμφωνία για ίσα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα σε θέσεις εργασίας part-time οδήγησε σε αλματώδη άνοδο της γυναικείας απασχόλησης και βελτίωση των οικογενειακών εισοδημάτων. Στη Δανία άλλη συμφωνία την ίδια εποχή επέτρεψε μείωση της ανεργίας με απελευθέρωση των απολύσεων, μέσω της δέσμευσης των επιχειρήσεων και της κυβέρνησης για ουσιαστική επανακατάρτιση και ικανοποιητική στήριξη του εισοδήματος των ανέργων.

Στην προμνημονιακή Ελλάδα τα συνδικάτα κατάφεραν να γίνουν αντιπαθή στην κοινή γνώμη, αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία των πολιτών, ή για τις αντοχές της οικονομίας. Ισχυρά στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες (οι περισσότερες κρατικές και αυτές, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘90), αλλά απόντα από τις επιχειρήσεις όπου εργάζονταν οι περισσότεροι Έλληνες, η πολιτική τους αναπαρήγαγε τις διαιρέσεις της αγοράς εργασίας μεταξύ υπερπροστατευμένων και απροστάτευτων εργαζομένων.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Το 2011, το περίφημο «πόρισμα Ρακιντζή» αποκάλυψε πώς λειτουργούσε η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, προπύργιο της συντεχνιακής μαχητικότητας σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, με την ανοχή φυσικά των διοικήσεων της επιχείρησης. Και το 2012, η παντελής απουσία οποιασδήποτε εγχώριας στρατηγικής για έξοδο από την κρίση οδήγησε στην εύκολη επιβολή της «εσωτερικής υποτίμησης», που στόχευε ανοιχτά στην πτώση των μισθών για τη συγκράτηση της ανεργίας: μείωση των κατώτατων μισθών, αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Ο στόχος επετεύχθη. Το ποσοστό κάλυψης των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα από συλλογικές συμβάσεις έπεσε από 85% το 2011 σε 13% το 2016 (στοιχεία ΟΟΣΑ). Το ποσοστό ανεργίας (8,2% το Σεπτέμβριο 2025) έχει πέσει σε επίπεδα προ κρίσης (8,1% το Σεπτέμβριο 2008), αν και σταθερά πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ (6,0% το Σεπτέμβριο 2025). Με τι τίμημα όμως: η αγοραστική αξία των μισθών το 2024 ήταν 20% χαμηλότερη από ό,τι το 2009. Και όπως έδειξε προχθεσινή ανακοίνωση της Eurostat, τα τελευταία είκοσι χρόνια τα οικογενειακά εισοδήματα στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 22%, ενώ στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 5%.

Η κυβερνητική αλλαγή του 2019 απελευθέρωσε τα «ζωώδη ένστικτα» της αγοράς και έφερε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης. Όμως, η ανάπτυξη παρέμεινε «φτηνή», με όχημα μια οπορτουνιστική επιχειρηματικότητα στενών οριζόντων και χαμηλών μισθών. Η παρατεταμένη δυσπραγία πολλών οικογενειών, και των περισσότερων νέων, παράγει κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία με τη σειρά της συνεπάγεται πολιτικό κόστος. Η συστηματική αύξηση των κατώτατων μισθών από το 2019 ήταν μια πρώτη απόπειρα αντιμετώπισης του προβλήματος, όμως ήταν μερική (καθώς συμπίεσε την κλίμακα αμοιβών) και αντιφατική (καθώς συνέπεσε με νομοθετικές πρωτοβουλίες ικανοποίησης εργοδοτικών αιτημάτων που είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα).

Η «κοινωνική συμφωνία (της κυβέρνησης με τους κοινωνικούς εταίρους) για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας» που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα είναι μια νέα απόπειρα. Οπωσδήποτε, αφορμή ήταν η κοινοτική οδηγία περί «επαρκών κατώτατων μισθών» του 2022, η οποία επικυρώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2025 από το Δικαστήριο της ΕΕ. Όμως η κυβέρνηση προχώρησε πέρα από τις ελάχιστες απαιτήσεις ενσωμάτωσης της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, αποκαθιστώντας μέρος της θεσμικής επιρροής που τα συνδικάτα – και ειδικά η ΓΣΕΕ – είχαν απωλέσει με τους μνημονιακούς νόμους.

Μένει να φανεί αν οι κοινωνικοί εταίροι θα αξιοποιήσουν τα διευρυμένα περιθώρια χειρισμών, συμβάλλοντας σε μια υγιέστερη οικονομία με καλύτερες θέσεις εργασίας και ικανοποιητικότερες αμοιβές.


9 Νοεμβρίου 2025

Για τον νέο δήμαρχο της Νέας Υόρκης

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook (Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025)

Δεν ξέρω αν ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης θα πετύχει. Είναι τόσο σύνθετα και δυσεπίλυτα τα προβλήματα της πόλης του (και όλου του κόσμου) που θα είναι ένα θαύμα αν καταφέρει να αντιμετωπίσει τουλάχιστον κάποια, τουλάχιστον εν μέρει. Άλλωστε, η αδυναμία - ή καλύτερα η ανημπόρια - των κυβερνώντων, χαρακτηριστικό της ιστορικής φάσης που ονομάστηκε "παγκοσμιοποίηση", η οποία έβγαλε από τη φτώχεια εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, και ταυτόχρονα μετέφερε αρμοδιότητες και εξουσία από την πολιτική στην οικονομία, και από τις κυβερνήσεις στις επιχειρήσεις, εμπέδωσε στους μεταρρυθμιστές πολιτικούς ένα είδος ασφυκτικού ρεαλισμού στενών οριζόντων, και συνέβαλε στην αίσθηση απώλειας ελέγχου που με τη σειρά της τροφοδότησε τη στροφή προς τους απανταχού λαϊκιστές κάθε λογής, που υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια: από ένα εκατομμύριο στερλίνες τη βδομάδα στο NHS (στο βρετανικό ΕΣΥ) με το Brexit, έως το τέλος των Μνημονίων με έναν νόμο με ένα άρθρο από την πρώτη μέρα της εθνοσωτηρίου κυβερνήσεως που γνωρίσαμε εμείς.

Όμως και πάλι, είμαι κατενθουσιασμένος με την εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι. Πρώτα πρώτα, επειδή έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στις ΗΠΑ απειλείται η δημοκρατία, και σε εποχές υπαρξιακής απειλής οι δημοκράτες δεν έχουν την πολυτέλεια να σουφρώνουν τη μύτη τους - αν ο Τσώρτσιλ και ο Ρούζβελτ συνεργάστηκαν με τον Στάλιν για να ηττηθεί ο Χίτλερ, δεν βλέπω γιατί όσοι θέλουν να ηττηθεί ο Τραμπ πρέπει να σουφρώνουν τη μύτη τους με τον Μαμντάνι. ΟΚ, ο Τραμπ δεν είναι ακριβώς Χίτλερ (αν και πολλά πρωτοκλασάτα στελέχη του κινήματος MAGA είναι διακηρυγμένοι εχθροί της δημοκρατίας, και κάποιοι θαυμαστές των ναζί), ενώ ο Μαμντάνι σίγουρα δεν είναι Στάλιν: το συμφιλιωτικό μήνυμά του, η φανερή ταύτισή του με αυτό το μωσαϊκό φυλετικών-εθνοτικών-θρησκευτικών ταυτοτήτων που υπήρξε πάντοτε η πόλη του, το χιούμορ του, η χαρά που αποπνέει η παρουσία του και ο πολιτικός του λόγος - όλα αυτά βρίσκονται στους αντίποδες όχι απλώς της αιμοσταγούς πτέρυγας της αριστεράς ή του Ισλάμ, αλλά και της εχθροπαθούς μνησικακίας κάποιων καθ' ημάς υποστηρικτών του που έσπευσαν να διεκδικήσουν κάτι από τη λάμψη του.

Για τον ισλαμισμό του Μαμντάνι ας αναλογιστούμε όσα έγραψε ο Μιχάλης Τσιτσίνης στην Καθημερινή: "Τον Μαμντάνι παρεξηγούν και οι εχθροί του, που, ολίγον σαστισμένοι, έσπευσαν να τον δαιμονοποιήσουν ως φορέα ισλαμικής εισβολής στη Δύση. Έχουν δει άραγε τις εικόνες του ίδιου και της συζύγου του; Τι επιρροή μπορεί να έχει αυτό το ζευγάρι μουσουλμάνων της δυτικής μητρόπολης στους νέους των ισλαμικών χωρών; Ποιο πρότυπο ελεύθερης ζωής, ενσαρκωμένο από δύο παιδιά που τους μοιάζουν, φτάνει στην οθόνη των λογοκριμένων κινητών τους; Το Ισλάμ «εισβάλλει» στη Δύση ή η Δύση στο Ισλάμ;" Για ένα παιδί που μεγαλώνει στη Μέση Ανατολή, η είδηση ότι οι κάτοικοι δύο από τις μεγαλύτερες μητροπόλεις της Δύσης, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, που στο πρόσφατο παρελθόν μάτωσαν από ισχυρά τρομοκρατικά χτυπήματα, είχαν την ψυχραιμία παρόλα αυτά να διαχωρίσουν τους φανατικούς δολοφόνους από τους φιλήσυχους γείτονές τους, και να εκλέξουν μουσουλμάνο δήμαρχο, στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα ανοχής και ειρηνικής συμβίωσης, ισχυρότερο από την προπαγάνδα των ακραίων ισλαμιστών.

Δεν ξέρω πολλά για τη Rama Duwaji, σύζυγο του Ζόραν Μαμντάνι: η όψη της μου θυμίζει τις φίλες της κόρης μου, τα σχέδια της μου αρέσουν πολύ, θέλω να διαβάσω τα graphic novel της. Ξέρω όμως για τη Mira Nair: τον περασμένο αιώνα, στις αίθουσες του Bristol και μετά του Λονδίνου, είχα δει έκθαμβος το "Salaam Bombay!" (1988) και το "Mississippi Masala" (1991) - τις άλλες ταινίες της δεν τις έχω δει, ελπίζω να επανορθώσω σύντομα. Στο podcast του Economist για τον Ζόραν Μαμντάνι λέγανε ότι από τον πατέρα του Mahmood Mamdani, ανθρωπολόγο, καθηγητή στο Columbia, πήρε την αγάπη για τις ιδέες (όχι για την ιδεολογία, διευκρίνησε ο συντάκτης του Economist), ενώ από τη μητέρα του - η οποία σημειωτέον γύρισε κάποια από τα προεκλογικά του φιλμάκια - πήρε τη joie de vivre (δεν το είπαν έτσι).

Σε αυτή τη ζοφερή εποχή που ζούμε, δεν μου φαίνεται και λίγο.

2 Νοεμβρίου 2025

Υποθηκεύοντας το μέλλον

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025).


Η υπόθεση του έργου είναι πάνω κάτω η εξής: Σε μια μικρή χώρα με ένδοξο παρελθόν και προβληματικό παρόν, η κοινή γνώμη αυτοπαραμυθιάζεται ότι δικαιούται να ζει μονίμως πάνω από τις δυνατότητές της. Η εισροή πόρων από το εξωτερικό συντηρεί για μερικές δεκαετίες αυτή την ψευδαίσθηση. Στις εκλογές, οι ψηφοφόροι συστηματικά επιβραβεύουν πολιτικούς που υποκρίνονται (ή όντως πιστεύουν) ότι όλο αυτό είναι νορμάλ. Σιγά σιγά η πλειοδοσία ανεδαφικών υποσχέσεων μεταμορφώνεται σε αυτοτροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο, όπου δεν είναι πια σαφές ποιος οδηγεί το χορό – οι ψηφοφόροι ή οι πολιτικοί. Κάποιοι λίγοι συνειδητοποιούν ότι το πάρτυ κάποια στιγμή θα τελειώσει, άρα η προσγείωση είναι αναπόφευκτη, και ότι όσο αναβάλλεται τόσο πιο απότομη θα είναι, όμως γίνονται δυσάρεστοι και περιθωριοποιούνται. («Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μην μας πει κανένα», που έλεγε και ο βάρδος.)

Η συνέχεια ήταν το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας: Η αναγκαστική προσγείωση ήταν οδυνηρή. Η μικρή χώρα τέθηκε υπό διεθνή οικονομική επιτήρηση. Το χάσμα μεταξύ παραγωγικών δυνατοτήτων και καταναλωτικών προσδοκιών έκλεισε με σκληρό τρόπο: αφού δεν μπόρεσε να αυξήσει τις μεν, μείωσε τις δε – η χώρα φτώχυνε απότομα. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, νέοι και μορφωμένοι, έφυγαν μετανάστες. Στη συνέχεια ο κυρίαρχος λαός άρχισε να αναζητεί εκείνους που τον πρόδωσαν. Μια νέα κάστα ήρθε στα πράγματα, αποτελούμενη σε μεγάλο βαθμό από τσαρλατάνους. Η τραγωδία έγινε κωμικοτραγωδία.

Κάποια στιγμή η διεθνής οικονομική επιτήρηση τελείωσε. Στο σημείο αυτό, η εξέλιξη του δράματος ήταν αβέβαιη, διάφορα σενάρια ήταν πιθανά. Στο καλό σενάριο, η χώρα (ολόκληρη: οι πολιτικοί, τα μέσα ενημέρωσης, τα συνδικάτα, οι εργοδοτικές οργανώσεις) κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ανέλαβε την ευθύνη που της αναλογούσε, και κατέληξε στο συμπέρασμα: «Ποτέ πια». Αντιπαραθέσεις ναι (άλλωστε αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας), διανεμητικές συγκρούσεις επίσης, αλλά ποτέ πια έξω και πέρα από το πλαίσιο των δυνατοτήτων της χώρας. Και συνεργασία για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων αυτών. Για να μην χρειαστεί ποτέ ξανά να εκλιπαρεί για διεθνή οικονομική βοήθεια. Για να μπορέσει σιγά σιγά να ορθοποδήσει, να προκόψει, να ξαναγυρίσουν τα παιδιά που ξενητεύτηκαν. Happy end, τίτλοι τέλους.

Στο κακό σενάριο δεν συνέβη τίποτε από τα παραπάνω. Μετά από λίγο καιρό, με τρόπο ανεπαίσθητο αρχικά, όλο και πιο χοντροκομμένο στη συνέχεια, όλοι οι πρωταγωνιστές του έργου – κυβέρνηση και αντιπολίτευση, μέσα ενημέρωσης, συνδικάτα, εργοδοτικές οργανώσεις – διολίσθησαν προς τον παλιό (κακό) τους εαυτό. Τα παθήματα ξεχάστηκαν, δεν έγιναν ποτέ μαθήματα.

Στη δική μας χώρα, ένα ασυνάρτητο ασφαλιστικό σύστημα, άνισο και χρεωκοπημένο, αλλά εξαιρετικά δημοφιλές, συνέβαλε καθοριστικά στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2010. Υπό την ασφυκτική πίεση των δανειστών, με κάπως άγαρμπο τρόπο, μπήκε τάξη στο σύστημα. Ο λογαριασμός που στέλναμε στη γενιά των παιδιών μας, βάρος που δεν θα μπορούσε ποτέ να σηκώσει, συμμαζεύτηκε. Και μετά τι έγινε;

Από το 2018 που βγήκαμε πανηγυρικά από τα Μνημόνια, το σύνθημα είναι όχι «Ποτέ πια» αλλά «Πίσω ολοταχώς». Την αρχή την έκανε το Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο εν τη σοφία του κήρυξε αντισυνταγματικές τις μισές από τις μνημονιακές περικοπές, καθώς και την πρόβλεψη του «νόμου Κατρούγκαλου» να πληρώνουν όλοι, αυταπασχολούμενοι και μισθωτοί, τις ίδιες εισφορές (όπως δηλαδή στη Γερμανία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ κ.ά.)

Μετά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε να επανυπολογίσει με το νέο σύστημα τις συντάξεις των παλαιών συνταξιούχων, και να τις αναπροσαρμόσει σταδιακά («προσωπική διαφορά»), όπως είχε δεσμευθεί με νόμο στη Βουλή. Η τότε αντιπολίτευση της ΝΔ συναίνεσε.

Μετά η κυβέρνηση ΝΔ πέρασε το «νόμο Βρούτση», βάσει του οποίου ένας μεγαλογιατρός πληρώνει πλέον νομίμως για σύνταξη λιγότερα από μια καθαρίστρια. Η αντιπολίτευση σιώπησε.

Πριν λίγες μέρες, όπως μας πληροφόρησε το ρεπορτάζ της Ρούλας Σαλούρου («Καθημερινή» 26.10.2025), η κυβέρνηση (με τη σιωπηρή συναίνεση της αντιπολίτευσης) αποφάσισε να μην εφαρμόσει τις προβλέψεις των νόμων που είχαν ψηφιστεί από τη Βουλή για το συνταξιοδοτικό. Από τη μια, αντί να αναπροσαρμόσει τις ασφαλιστικές εισφορές των αγροτών και των ελευθέρων επαγγελματιών με βάση την αύξηση των μισθών, αποφάσισε να τις «παγώσει» (άρα, λόγω πληθωρισμού, να τις μειώσει σε αξία). Από την άλλη, αντί να αναπροσαρμόσει τα όρια ηλικίας με βάση την αύξηση της διάρκειας ζωής, αποφάσισε να τα «παγώσει» και αυτά. Η Εθνική Αναλογιστική Αρχή έχει υπολογίσει το κόστος αυτής της δεύτερης απόφασης: +1,2% του ΑΕΠ το χρόνο, από το 2040. Με σημερινές τιμές, περίπου 3 δις κάθε χρόνο.

Εν τω μεταξύ, οι νέοι λιγοστεύουν, όσοι έχουν μείνει σκέφτονται να φύγουν, πιστεύουν όλο και λιγότερο στο μέλλον, κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά. Οι πολιτικοί προβληματίζονται και ανακοινώνουν νέα μέτρα υπέρ των νέων. Ελπίζοντας ότι το 2040 κανείς δεν θα θυμάται ότι λίγα χρόνια νωρίτερα, για μια χούφτα ψήφους, η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση της χώρας αποφάσισαν να υποθηκεύσουν το μέλλον τους.

26 Οκτωβρίου 2025

Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025).

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τις αιτίες της κινητοποίησης τόσων και τόσων νέων (και όχι μόνο) κατά του πολέμου στη Γάζα. Τα τελευταία δύο χρόνια σκοτώθηκαν από τις ισραηλινές βόμβες ή θάφτηκαν στα ερείπια δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, κατά κανόνα άμαχοι. Όπως και αν ονομάσει κανείς ό,τι συνέβη (εθνοκάθαρση; γενοκτονία; έγκλημα πολέμου;), υπήρξε μια τεραστίων διαστάσεων βαρβαρότητα. Για εκατομμύρια νέους σε όλο τον κόσμο, η Γάζα είναι το Βιετνάμ της γενιάς τους.

Για τις επιλεκτικές ευαισθησίες μιας (ας ελπίσουμε) μειοψηφίας διαδηλωτών έχουν ήδη γραφτεί πολλά: η ευκολία με την οποία επιχειρείται να δικαιολογηθεί η εξίσου απίστευτη σφαγή αμάχων Ισραηλινών, η απουσία ενσυναίσθησης για τα αγόρια και τα κορίτσια που εκτελέστηκαν εν ψυχρώ ενώ γλεντούσαν στο μουσικό φεστιβάλ Supernova στις 7 Οκτωβρίου 2023, το ξέπλυμα (ως «αντιστασιακής») μιας οργάνωσης φανατικών δολοφόνων με αντιδραστικές ιδέες όπως είναι η Χαμάς, η οπαδική αντίληψη της ιστορίας – όλα αυτά κηλιδώνουν τις κινητοποιήσεις, εκθέτουν την (ας ελπίσουμε) πλειοψηφία διαδηλωτών που δεν τα συμμερίζονται, αποξενώνουν όσους ενδεχομένως θα ήθελαν να πάρουν μέρος αλλά δεν το κάνουν για να μην συγχρωτιστούν με τους οπαδούς των χασάπηδων και άλλους μπαχαλάκηδες.

Μια άλλη επιλεκτική ευαισθησία εντυπωσιάζει επίσης: Η απάθεια (με ελάχιστες εξαιρέσεις) της κοινής γνώμης για την άλλη σφαγή αμάχων – εκείνη που παρακολουθούμε live στις οθόνες μας, καθημερινά, εδώ και τέσσερα σχεδόν χρόνια. Αναφέρομαι φυσικά στον καθημερινό βομβαρδισμό ουκρανικών πόλεων από ρωσικούς πυραύλους και drones. Αν οι αριθμοί έχουν σημασία, οι νεκροί και οι τραυματίες της ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία υπερβαίνουν τις ανθρώπινες απώλειες των ισραηλινών βομβαρδισμών. Επί πλέον, η Ουκρανία συνορεύει με κράτη μέλη της ΕΕ, ενώ η Αθήνα είναι πιο κοντά στην Οδησσό από ό,τι στη Γάζα. Τέλος, η Ρωσία απειλεί ευθέως την ίδια την Ευρώπη, και διεξάγει εναντίον της υβριδικό πόλεμο, κάτι που φυσικά δεν μπορεί να ειπωθεί για το Ισραήλ.

Τα επιχειρήματα που συνήθως επιστρατεύονται δεν αντέχουν στη λογική. Πολλοί αρνούνται – και ορθώς – να θεωρήσουν ότι η άγρια σφαγή αμάχων Ισραηλινών της 7ης Οκτωβρίου δικαιολογεί την σφαγή τριάντα φορές περισσότερων αμάχων Παλαιστινίων, όμως δεν διστάζουν να προτείνουν ως επαρκή δικαιολογία για την ρωσική εισβολή τις διακρίσεις κατά των ρωσόφωνων του Ντονμπάς, ή τη φιλοδοξία να γίνει μια μέρα η Ουκρανία μέλος της ΕΕ ή και του ΝΑΤΟ. 

(Να σημειώσουμε εδώ τις αναλογίες με όσα διαδραματίστηκαν στην Κύπρο πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, με τις αιματηρότατες επιδρομές της ΕΟΚΑ Β’ κατά τουρκοκυπριακών χωριών και το πραξικόπημα του Σαμψών. Οι φίλοι του Πούτιν στην Ελλάδα και στην Κύπρο θα έπρεπε να αναλογιστούν ότι αν οι Ρώσοι «νομιμοποιούνταν» να εισβάλουν στην Ουκρανία, τότε με αυτή τη λογική το ίδιο ισχύει για την τουρκική εισβολή και κατοχή της μισής Κύπρου.)

Από πού έρχονται αυτά τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά»; Σημαντικό ρόλο έχει παίξει η άνοδος της ακροδεξιάς: οι οπαδοί της Λεπέν, του Σαλβίνι και του AfD απεχθάνονται τη φιλελεύθερη Δύση και εκστασιάζονται με τους αυταρχικούς ηγέτες. Επίσης, κάποιοι αριστεροί έχουν υποστεί ένα είδος μετάλλαξης: ο αντιαμερικανισμός τους έχει μετατραπεί σε αντιδυτικισμό, και η παλιά ψυχολογική τους ταύτιση με τη Σοβιετική Ένωση έχει μεταφερθεί στη σημερινή Ρωσία των ολιγαρχών. Τέλος, στην απάθεια της κοινής γνώμης έχει συμβάλει και ο ρωσικός υβριδικός πόλεμος κατά της Ευρώπης, ο οποίος διεξάγεται και μέσω της γενναίας οικονομικής στήριξης λαϊκιστικών κομμάτων της δεξιάς και (ενίοτε) της αριστεράς.

Μερικές φορές, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Οι εξεγερμένοι φοιτητές του Μάη του ’68, στο Παρίσι και στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αγανακτούσαν για την επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, και διακήρυτταν την αλληλεγγύη τους στον Χο Τσι Μινχ και στους Βιετκόγκ. Λίγους μήνες μετά, λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα ανατολικά, οι ερπύστριες των σοβιετικών τανκ έβαζαν τέρμα στο δημοκρατικό πείραμα της «Άνοιξης της Πράγας», και στην απόπειρα των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών να οικοδομήσουν έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Πώς αντέδρασαν οι ίδιοι εξεγερμένοι φοιτητές; Εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, με απάθεια.


14 Σεπτεμβρίου 2025

Μια χώρα για νέους ανθρώπους;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025).


«Η ζωή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο κοιτώντας προς τα πίσω», γράφει ο φιλόσοφος, και κοιτώντας τη δική μου ζωή προς τα πίσω συνειδητοποιώ πόσο τυχερή υπήρξε η γενιά μου, που μεγαλώνοντας τη δεκαετία του ’70 και του ’80, έζησε μια εποχή πιο ειρηνική, πιο ασφαλή και πιο αισιόδοξη από την τωρινή. Αντίθετα, η γενιά των παιδιών μας θα υποχρεωθεί να ζήσει σε έναν κόσμο πολύ πιο ζοφερό: με πολεμικές συγκρούσεις έξω από την πόρτα μας, με το φάσμα μιας ανεπανόρθωτης κλιματικής καταστροφής να ελλοχεύει, και με την αίσθηση ότι τις τύχες του κόσμου κρατούν άνθρωποι ανεπαρκείς και συμπλεγματικοί.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα παιδιά που ενηλικιώνονται ειδικά στη δική μας γωνιά του πλανήτη έχουν να αντιμετωπίσουν πρόσθετα εμπόδια στην αναζήτηση της ευτυχίας (τους): μια κοινωνία από πεποίθηση αναξιοκρατική, μια αγορά εργασίας που μεροληπτεί κατά των νέων, ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που επιμένει να δίνει προτεραιότητα στις συντάξεις και όχι στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, μια αγορά κατοικίας απρόσιτη για όσους δεν έχουν γερές πλάτες, και ένα δημόσιο χρέος που επικρέμαται στενεύοντας τους ορίζοντες.

Μια μόνο ένδειξη του πόσο μεγάλο είναι το αδιέξοδο που βιώνουν οι σημερινοί νέοι είναι ο αριθμός των γεννήσεων – ο οποίος, ήδη από την εποχή του μεταπολεμικού baby boom, λειτουργεί ως ένα είδος ψήφου εμπιστοσύνης στο μέλλον: στη χώρα μας έχει πέσει στις 68 χιλιάδες το 2024, από 118 χιλιάδες το 2008 (μείωση 42%, δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ μετά τη Λετονία).

Η πραγματικότητα είναι δυσοίωνη, αλλά το ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε για να την αλλάξουμε – άλλωστε ο (ίδιος) φιλόσοφος συμπλήρωνε ότι η ζωή «πρέπει να βιώνεται κοιτώντας μπροστά». Δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση αυτό το ερώτημα (ας αναρωτηθούμε όλοι μας αν δίνουμε ευκαιρίες στους νέους εκεί όπου αυτό περνά από το χέρι μας, π.χ. στο επαγγελματικό μας περιβάλλον), αλλά αφορά κυρίως εκείνην.

Προς τιμήν της, η κυβέρνηση δεν φαίνεται εντελώς ανυποψίαστη για το πρόβλημα, αν κρίνει κανείς από τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν στην ΔΕΘ, από τον πρόσφατο ακτιβισμό στη στεγαστική πολιτική, ή από τις πρωτοβουλίες για τον επαναπατρισμό όσων σταδιοδρομούν στο εξωτερικό. Αρκούν αυτά;

Η εύκολη απάντηση είναι «όχι». Μια ειλικρινέστερη απάντηση θα αναγνώριζε ότι το πρόβλημα είναι τεράστιο, και σε κάποιο βαθμό πέρα από τον έλεγχο της (οποιασδήποτε) κυβέρνησης. Όμως και πάλι: περιθώρια δράσης υπάρχουν, και μάλιστα σημαντικά.

Ας παραβλέψω προς το παρόν τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα προβλήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων η κυβέρνηση είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες, που στη συνέχεια διέψευσε, όπως είναι η πολυσυζητημένη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου, χωρίς την οποία η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει ποτέ να δημιουργήσει πολλές καλές θέσεις εργασίας.

Ας παραβλέψω επίσης πρωτοβουλίες υπέρ των νέων ζευγαριών στις οποίες έχω αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα - όπως είναι η δέσμευση ότι κάθε παιδί που γεννιέται στη χώρα θα έχει δωρεάν θέση σε έναν καλό βρεφονηπιακό σταθμό στη γειτονιά του (θα μας κόστιζε το 1% της δαπάνης για συντάξεις), ή η υποχρεωτική άδεια μετ’ αποδοχών για κάθε εργαζόμενο που γίνεται πατέρας (με έξοδα του κράτους, όχι του εργοδότη), μέτρα που όχι μόνο συμβάλλουν στη ψυχική υγεία των νέων και των παιδιών τους, αλλά επίσης αποφέρουν στην οικονομία το πολλαπλάσιο του κόστους τους.

Ας περιοριστούμε στην πολιτική της κυβέρνησης για την έρευνα, που σε κάποιους φαίνεται περιττή πολυτέλεια, αλλά που θα επηρεάσει τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας στο μέλλον. Προκειμένου να επιστρέψουν και να κάνουν οικογένεια τα ελληνόπουλα που διαπρέπουν στο εξωτερικό, αλλά και για να δοθούν ευκαιρίες στα άξια παιδιά που δεν έφυγαν ποτέ, δεν αρκούν φορολογικές απαλλαγές. Χρειάζονται ρεαλιστικές προοπτικές ανέλιξης σε ένα στοιχειωδώς αξιοκρατικό περιβάλλον. Αντίθετα, η συστηματική παραμέληση των (δημόσιων) πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, η εχθρική γραφειοκρατία, η κυβερνητική αδιαφορία για την αξιολόγηση (και την υποστήριξη) όσων εργάζονται σε αυτά, καθώς και η σκανδαλώδης διαχείριση των κοινοτικών πόρων που συρρέουν στη χώρα (π.χ. του προγράμματος «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας»), στέλνουν σαφές μήνυμα: «Παιδιά φύγετε, ή μείνετε εκεί που είστε».

Οι απαντήσεις τους (π.χ. στην πρόσφατη «Μελέτη Νεολαίας» του Ιδρύματος Friedrich Ebert με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) δείχνουν ότι αυτό ακριβώς σκέφτονται να κάνουν.

5 Σεπτεμβρίου 2025

Quo vadis Europa?

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "State of the European Union: Ποια μηνύματα αναμένουμε για την πορεία της Ευρώπης; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025).


Για πρώτη φορά μετά από 80 χρόνια, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες απειλές.

Κάποιες προέκυψαν ξαφνικά, αν και οι ρίζες τους πάνε βαθιά στο χρόνο: ρωσική επιθετικότητα, αμερικανική αντιπάθεια, κινεζικός επεκτατισμός, μεσανατολική ανάφλεξη.

Άλλες είναι προϊόν αδυναμιών που δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως, και που σήμερα έχουν κακοφορμίσει: οικονομική υστέρηση, έλλειμμα καινοτομίας, δημογραφική γήρανση, θεσμική ακινησία, πολιτικός κατακερματισμός.

Το συνδυασμένο αποτέλεσμά τους είναι ότι τα παιδιά μας και τα παιδιά τους κινδυνεύουν να μεγαλώσουν σε μια Ήπειρο ευάλωτη και ανασφαλή, ανήμπορη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, με ξεπερασμένη οικονομία, στάσιμο βιοτικό επίπεδο, και κοινωνίες που βράζουν από θυμό.

Εύκολα μπορεί να περιγράψει κανείς το ζοφερό σενάριο. Η νίκη της Λεπέν (ή του Μπαρντελλά) στις προεδρικές εκλογές του 2027 θα φέρει τη Γαλλία σε τροχιά σύγκρουσης με την ΕΕ, και θα παραλύσει οποιαδήποτε απόπειρα συγκροτημένης ευρωπαϊκής αντίδρασης.

Στη σύγχυση που θα επακολουθήσει, η κάθε χώρα θα προσπαθήσει να περισώσει ό,τι μπορεί. Αφήνω στη φαντασία του αναγνώστη τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την Εσθονία, ή για τη Δανία (και – γιατί όχι; - για την Κύπρο ή την Ελλάδα).

Το εναλλακτικό σενάριο ξεκινά από τη συνειδητοποίηση ότι καμιά χώρα δεν θα τα καταφέρει μόνη της. Άρα: στενή συνεργασία για την άμυνα, την οικονομία, τη μετανάστευση. Δεν είναι το επικρατέστερο. Είναι απαιτητικό. Είναι όμως το μόνο που μπορεί να μας γλυτώσει από χειρότερες περιπέτειες.