13 Μαΐου 2021

Το αθέατο κόστος του φαγητού σε πακέτο

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Πέμπτη 13 Μαΐου 2021). 

Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο δίνει δύναμη στον εργαζόμενο;

Αυτό ισχυρίζεται το φιλμάκι της κυβέρνησης που δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα. Αρκετές από τις διατάξεις του (για το δικαίωμα της αποσύνδεσης, την προστασία της άδειας πατρότητας, την καταγγελία της σεξουαλικής παρενόχλησης) αυτό πράγματι κάνουν - υπό την αίρεση βέβαια της συμμόρφωσης των εργοδοτών στο νόμο. Άλλες, όπως η ευελιξία κατανομής του 40ώρου την εβδομάδα σε τέσσερα 10ωρα αντί για πέντε οκτάωρα, εάν συγκατατίθεται ο εργαζόμενος, δεν δείχνουν να δικαιολογούν τη φασαρία που γίνεται.

Σε ένα κρίσιμο όμως σημείο, διαιωνίζεται η άγρια εκμετάλλευση μιας κατηγορίας εργαζομένων: των διανομέων στον τομέα της εστίασης. Το νομοσχέδιο δίνει τη δυνατότητα στις ψηφιακές πλατφόρμες (Wolt κ.ά.) να τους απασχολούν είτε ως μισθωτούς είτε ως ανεξάρτητους συνεργάτες. Δύσκολα οι εργοδότες θα επιλέξουν το πρώτο: είναι μεγάλο το όφελος της μεταμφίεσης των υπαλλήλων σε «συνεργάτες», και έχει γίνει μεγαλύτερο με το Ν4670/2020 που επανέφερε τις χαμηλές εισφορές ασφάλισης για ελεύθερους επαγγελματίες ανεξαρτήτως εισοδήματος.

Βέβαια, το νομοσχέδιο μιλά για εφαρμογή των κριτηρίων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου – το οποίο όμως στην απόφασή του (Απρίλιος 2020) ρητά αναφέρει ότι η ανεξαρτησία των εργαζομένων δεν πρέπει να είναι πλασματική, προτού παραπέμψει το θέμα στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Τα τελευταία αποφαίνονται ότι οι διανομείς δεν είναι «συνεργάτες». Στην Ιταλία, η Εισαγγελία του Μιλάνου καταδίκασε (Φεβρουάριος 2021) τέσσερις πλατφόρμες εστίασης να πληρώσουν πρόστιμα συνολικής αξίας 733 εκατ. ευρώ και να προσλάβουν τους 60.000 υπαλλήλους τους ως μισθωτούς. Στην Ισπανία, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Σεπτέμβριος 2020), χθες η κυβέρνηση πέρασε νόμο που ορίζει ότι 30.000 διανομείς πρέπει να προσληφθούν ως μισθωτοί. Είχε προηγηθεί απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Φεβρουάριος 2021) που επέβαλε στην Uber να αναγνωρίσει στους οδηγούς της κάποια από τα δικαιώματα των μισθωτών: κατώτατο μισθό, ασφάλιση εργατικού ατυχήματος, άδειες ασθενείας, μητρότητας και διακοπών. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου η Uber και άλλες εταιρείες δαπάνησαν 224 εκατ. δολάρια για να ακυρωθεί (Proposition 22) στο δημοψήφισμα του περασμένου Νοεμβρίου σχετικός νόμος της Πολιτείας της Καλιφόρνιας, έγιναν κάποιες παραχωρήσεις στους εργαζόμενους: συμμετοχή στα ασφάλιστρα υγείας, ασφάλιση οχήματος, κατώτατες αμοιβές.

Στην Ελλάδα οι διανομείς πληρώνονται με το κομμάτι, άδειες δεν δικαιούνται, η βενζίνη και το σέρβις της μηχανής είναι δικά τους, και όταν ένας τρακάρει οι υπόλοιποι κάνουν έρανο για τα έξοδα του νοσοκομείου – ενώ οι εργοδότες δηλώνουν αμέτοχοι. Αυτό είναι το αθέατο κόστος του φαγητού σε πακέτο.

Θα τα αλλάξει όλα αυτά το νομοσχέδιο της κυβέρνησης;

Και αν όχι, πώς τότε «δίνει δύναμη στον εργαζόμενο»;

30 Απριλίου 2021

Για την ιθαγένεια

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Παρασκευή 30 Απριλίου 2021).

Με την υπουργική απόφαση που εξέδωσε προ δύο εβδομάδων ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Βορίδης, για να πολιτογραφηθεί ένας ξένος ως Έλληνας πολίτης θα πρέπει να αποδείξει ότι διέθετε ετήσιο εισόδημα 9.100 ευρώ (συν 10% για κάθε εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας) κάθε έτος συνεχώς από το 2015 έως το 2020. Ο όρος αυτός προστίθεται στις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, που προβλέπουν γραπτές εξετάσεις ιστορίας, γεωγραφίας, πολιτικών θεσμών και πολιτισμού, καθώς και ελληνικής γλώσσας (με ερωτήσεις απίστευτης δυσκολίας). Οι εξετάσεις θα γίνονται κάθε έξη μήνες, σε επτά συνολικά πόλεις ( ή και λιγότερες αν δεν συμπληρώνονται 25 τουλάχιστον αιτήσεις ενδιαφερομένων).

Δεν βλέπω πώς μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η πραγματική στόχευση της πολιτικής του Υπουργού Εσωτερικών για την ιθαγένεια είναι να διατηρήσει τυπικά την δυνατότητα πολιτογράφησης των μεταναστών, καθιστώντας την αδύνατη στην πράξη. Εάν ο Κώδικας προέβλεπε περιοδική επανεξέταση (όπως γίνεται π.χ. με το δίπλωμα οδήγησης), η εφαρμογή των παραπάνω όρων μαθηματικά θα οδηγούσε στην αφαίρεση της ιθαγένειας από την συντριπτική πλειονότητα όσων είμαστε ήδη Έλληνες πολίτες.

Αυτό που περισσότερο με ενοχλεί με αυτή την υπουργική απόφαση δεν είναι η κουτοπονηριά της (θα ήταν εντιμότερο να πει «Έλληνας δεν γίνεσαι, γεννιέσαι»). Ούτε η αναχρονιστική μούχλα που αναδίνει χωρίς να το ομολογεί (Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, χωρίς τον αναγεννώμενο φοίνικα), παρότι και αυτή μου είναι εντελώς απεχθής. Δεν είναι καν ότι μας υπενθυμίζει το αυτονόητο, ότι η ΝΔ παραμένει αυτό που ήταν πάντοτε, δηλαδή ένας συνασπισμός φιλελεύθερων και εθνικοφρόνων, με τους δεύτερους πάντοτε να καιροφυλακτούν, έτοιμοι να υπονομεύσουν τους πρώτους.

Είναι ότι το «όραμα» που αντιπροσωπεύει η υπουργική απόφαση – μιας χώρας περίκλειστης, εχθρικής και φοβισμένης – βρίσκεται στους αντίποδες της ιδέας μιας Ελλάδας γεμάτης αυτοπεποίθησης με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, το οποίο (αν δεν έχω καταλάβει λάθος) θέλει να εκφράζει συλλογικά η κυβέρνηση, και το οποίο έχουν αποδείξει ότι υπηρετούν άλλα κυβερνητικά στελέχη.

Δεν μιλώ ως πονόψυχος «δικαιωματιστής», ούτε ως κατά συρροήν μετανάστης - παρότι θα μπορούσε ευλόγως κανείς να μου καταλογίσει και το ένα και το άλλο. Μιλώ ως οικονομολόγος, που γνωρίζει τα βασικά: ότι οι χώρες που ενσωματώνουν τους ξένους ανανεώνονται και προκόβουν – ενώ οι χώρες που τους απορρίπτουν μένουν στάσιμες και παρακμάζουν.

28 Απριλίου 2021

Για το νέο εργασιακό νομοσχέδιο

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 28 Απριλίου 2021).

Δεν θα σχολιάσω τον υστερικό τρόπο με τον οποίο συζητώνται τα σοβαρά ζητήματα στη χώρα μας («Σαρωτικές αλλαγές στα εργασιακά» / «Σεισμός στην εργατική νομοθεσία»). Υποθέτω ότι κάποτε θα γραφτεί η ιστορία του πώς χαμηλού επιπέδου δημοσιογράφοι και διευθυντές ειδήσεων στο κυνήγι του εντυπωσιασμού συνέβαλαν καθοριστικά στο να γίνει η ελληνική κρίση πιο οδυνηρή και πιο παρατεταμένη από ό,τι ήταν από μόνη της.

Ξεκινώ από την παραδοχή ότι ο στόχος μιας καλής ρύθμισης της αγοράς εργασίας είναι να εξασφαλίζει ευελιξία στις επιχειρήσεις και ασφάλεια στους εργαζόμενους. Και τα δύο χρειάζονται: Χωρίς ευελιξία οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις αλλαγές της αγοράς, με δυσμενείς συνέπειες για την κερδοφορία τους και για την δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης. Χωρίς ασφάλεια οι εργαζόμενοι δεν γίνονται μόνο πιο αγχωμένοι (για να μην πω πιο δυστυχισμένοι), αλλά σε τελευταία ανάλυση λιγότερο παραγωγικοί.

Τη δεκαετία του '90 που άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, το βασικό πρόβλημα της ρύθμισης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα ήταν το χάσμα μεταξύ Δημοσίου-τραπεζών-ΔΕΚΟ από τη μια, και υπόλοιπου ιδιωτικού τομέα από την άλλη. Οι μεν είχαν τόση ασφάλεια που και να μην δούλευαν καθόλου δεν τους έδιωχνε κανείς. Το επίπεδο ασφάλειας των δε κυμαινόταν από χαμηλό (στις πιο νομοταγείς επιχειρήσεις) έως μηδενικό (στις υπόλοιπες). Ήταν μια αρρωστημένη κατάσταση. Οι (δειλές) προσπάθειες της κυβέρνησης Σημίτη να βάλει μια τάξη έπεσαν στο κενό. Ήταν μεγάλες οι ευθύνες πολλών βουλευτών και αρκετών υπουργών του ΠΑΣΟΚ, που τότε έτρεμαν το πολιτικό κόστος αλλά σήμερα δεν τους θυμάται κανείς (ή αν τους θυμάται δεν είναι με νοσταλγία). Για τις ευθύνες των μέσων ενημέρωσης μίλησα παραπάνω. Για τις ευθύνες των συνδικαλιστών (πλήρως ταυτισμένων με τις προνομιούχες συντεχνίες, πλήρως αδιάφορων για τους κανονικούς εργαζόμενους, παρά τις ρητορείες), όπως και για τις ευθύνες της ΝΔ και των ΣΥΝ-ΚΚΕ, καλύτερα να μην μιλήσω.

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, οι μισθοί όλων έχουν πέσει, αλλά το χάσμα μεταξύ των «από μέσα» και των «απέξω» είναι το ίδιο μεγάλο (αν και τώρα περνάει μέσα από τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ, όπου συνυπάρχουν παλιοί με γενναιόδωρες παροχές και νέοι με συνθήκες παρόμοιες με αυτές στις άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα - και μαντέψτε ποιοι από τους δύο «βγάζουν τη δουλειά».)

Επί πλέον, φαίνεται να έχει διευρυνθεί αυτό που έχει ονομαστεί «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής»: η θλιβερή προσπάθεια πολλών επιχειρηματιών να πλουτίσουν ή απλώς να επιβιώσουν δια της παραβίασης της εργασιακής, φορολογικής, περιβαλλοντικής, πολεοδομικής κ.ά. νομοθεσίας. Προ κρίσης, όταν η ανεργία ήταν χαμηλή και τα συνδικάτα πιο ισχυρά, ο εργοδότης της Κούνεβα έστειλε μπράβους να της επιτεθούν με βιτριόλι (αυτό τουλάχιστον έκρινε το πρωτοβάθμιο δκαστήριο, για να ανατραπεί στη συνέχεια η απόφαση στο Εφετείο). Τώρα που η ανεργία είναι στα ύψη, και τα συνδικάτα πιο ανίσχυρα, η παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων είναι καθημερινό φαινόμενο που δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν.

Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ απολύτως λογική τη ρύθμιση που επιχειρείται με την κατανομή των υπερωριών (10 ώρες επί 4 ημέρες = 8 ώρες επί 5 ημέρες, εάν το ζητήσει ο εργαζόμενος ή εάν συμφωνηθεί από το συνδικάτο). Το ερώτημα είναι πώς θα εξασφαλιστεί η τήρηση του νόμου. Σήμερα σε πολλές επιχειρήσεις οι υπερωρίες δεν καταγράφονται και δεν αμείβονται. Με υψηλή ανεργία και αδύναμα (ή αδιάφορα) συνδικάτα, η θέση των εργαζομένων παραμένει μειονεκτική. Θα ήθελα να ελπίζω ότι η ψηφιακή κάρτα εργασίας θα βοηθήσει. Ας κρατήσουμε την ειλικρίνεια της κυβέρνησης και την διάθεσή της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Αντίθετα, θεωρώ άστοχη τη λύση που επελέγη για τη ρύθμιση των εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων στις πλατφόρμες (Wolt και λοιπών). Το νομοσχέδιο αναγνωρίζει δύο τρόπους συνεργασίας των «παρόχων υπηρεσιών» με τις πλατφόρμες: συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών/ έργου, και δίνει το δικαίωμα στους διανομείς που απασχολούνται με τον δεύτερο τρόπο να συστήνουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να διαπραγματεύονται, να καταρτίζουν συλλογικές συμβάσεις, καθώς και να απεργούν.

Η ένστασή μου είναι ότι αυτό δεν θα εμποδίσει τη Wolt και τις άλλες επιχειρήσεις διανομής να υποκρίνονται - νομότυπα πλέον - ότι τα παιδιά με τις στολές δεν είναι υπάλληλοί τους αλλά «συνεργάτες», και έτσι να μην καταβάλλουν εργοδοτικές εισφορές, να μην τους αναγνωρίζουν άδειες, να μην τους καλύπτουν σε περίπτωση ατυχήματος, να μην τους πληρώνουν τη βενζίνη κτλ. κτλ.

Στη Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία και αλλού τα δικαστήρια έχουν υποχρεώσει τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην οικονομία της πλατφόρμας, από την Uber έως την Deliveroo, να προσλάβουν με σχέση εξαρτημένης εργασίας τους εργαζόμενους που απασχολούν. Οι πιο διορατικές από τις εταιρείες αυτές θεωρούν ότι είναι και πάλι βιώσιμες, και επιχειρούν να προσελκύσουν επενδυτές και καταναλωτές προβάλλοντας το σεβασμό των εργαζομένων τους και των δικαιωμάτων τους. Οι λιγότερο διορατικές - ή λιγότερο ανταγωνιστικές - αποχωρούν.

Η οικονομία της πλατφόρμας είναι συχνά καινοτόμα, καλύπτει υπαρκτές ανάγκες των καταναλωτών, και προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης. Η ρύθμιση του εργασιακού καθεστώτος που διαφαίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν προστατεύει τους εργαζόμενους «πνίγοντας» τις επιχειρήσεις: κάνει απαιτητικότερη την καινοτομία, ανεβάζει τον πήχυ της ανταγωνιστικότητας, καταπολεμά τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, κάθε προσπάθεια να περιοριστεί η παραβατικότητα στην αγορά εργασίας είναι καλοδεχούμενη - τουλάχιστον από εμένα. Καταλαβαίνω ότι αυτό σε κάποιο βαθμό απαιτεί κάποιον πραγματισμό. Όμως ο πραγματισμός δεν μπορεί να εκτείνεται έως την συνθηκολόγηση με τις απαιτήσεις της μιας πλευράς, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής».

19 Μαρτίου 2021

Η επόμενη μέρα στην Ιταλία του Ντράγκι

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021).

H Ιταλία επλήγη από την πανδημία νωρίτερα και περισσότερο από άλλες χώρες - ειδικά οι βόρειες περιφέρειες του Βένετο και της Λομβαρδίας που λειτουργούν ως ατμομηχανές της οικονομίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (11 Φεβρουαρίου 2021), η μείωση του ΑΕΠ ήταν 8,8% το 2020, ενώ η αύξησή του το 2021 θα είναι 3,4%. (Η πρόβλεψη για τη χώρα μας ήταν -10% και +3,5% αντιστοίχως.)

Βέβαια, πίσω από τους μέσους όρους κρύβεται αρκετή ποικιλία. Στην Ιταλία – όπως και στην Ελλάδα – ο τουρισμός κατέρρευσε. Επί πλέον, μαζί του κατέρρευσαν και άλλες οικονομικές δραστηριότητες που εδώ έχουν ιδιαίτερο ειδικό βάρος.

- Οι εκθέσεις (μόδας, επίπλου, design) που μόνο στο Μιλάνο έφερναν μισό εκατομμύριο εύπορους επισκέπτες η κάθε μια, και που με τη σειρά τους έδιναν ώθηση στις εξαγωγές ιταλικών προϊόντων.

- Η κουλτούρα (αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία, κινηματογράφος, όπερα) που επίσης προσελκύει εκατομμύρια επισκέπτες.

- Τα πανεπιστήμια: μόνο στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου αυτή τη στιγμή έχουμε 7.300 ξένους φοιτητές, σε σύνολο 47.500 (15,4%), όμως οι περισσότεροι έχουν μείνει στη χώρα τους.

Ωστόσο, άλλοι τομείς της οικονομίας επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Πέρυσι τέτοια εποχή οι αναλυτές φοβόντουσαν ότι η ιταλική βιομηχανία θα χάσει θέσεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ότι παραγωγικές μονάδες της Πολωνίας ή της Σλοβακίας θα έπαιρναν τη θέση τους. Όμως, την ίδια στιγμή που στο κέντρο της πόλης του Μπέργκαμο στρατιωτικά καμιόνια έκαναν ουρές για να μαζέψουν τους νεκρούς από τα νοσοκομεία, στη γύρω περιοχή, στα φημισμένα εργοστάσια βιομηχανικών μηχανημάτων και εργαλείων, εργοδότες και συνδικάτα χωρίς πολλά ταρατατζούμ επινοούσαν και έθεταν σε εφαρμογή υγειονομικά πρωτόκολλα που επέτρεπαν την απρόσκοπτη λειτουργία της παραγωγής με ασφάλεια.

Αποτέλεσμα: οι ιταλικές εξαγωγές αντί να καταρρεύσουν και αυτές, αυξήθηκαν κατά 1,1% το 2020 έναντι του 2019. Σε αναγνώριση αυτής της απρόσμενης επιτυχίας, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις του περασμένου μήνα στέφθηκαν από επιτυχία: η Confindustria (ο ιταλικός ΣΕΒ) συμφώνησε με τα μαχητικά συνδικάτα των βιομηχανικών εργατών προσλήψεις και αυξήσεις μισθών (από 63 έως 120 ευρώ το μήνα).

Φυσικά, τώρα η μεγάλη πρόκληση είναι η ανάκαμψη. Από τη μια, αυτή απαιτεί την αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων της ιταλικής οικονομίας (χαμηλή παραγωγικότητα, ανελαστικότητες στην αγορά προϊόντων, υψηλό κόστος ενέργειας και συμμόρφωσης με το ρυθμιστικό πλαίσιο, αργόσυρτη δικαιοσύνη, απελπιστική γραφειοκρατία – με νησίδες αριστείας πάντως η τελευταία). Από την άλλη, η ανάκαμψη της οικονομίας προϋποθέτει επίσης μια δύσκολη και οδυνηρή διαδικασία διαχωρισμού της ήρας από το σιτάρι: Κάποιες επιχειρήσεις είναι κατά βάση βιώσιμες και αξίζουν να διασωθούν, άλλες θα είναι «ζόμπι» σε έναν κόσμο που όταν περάσει η πανδημία θα είναι πολύ διαφορετικός – και βέβαια η επιλογή ανάμεσα στις μεν και στις δε είναι μια σπαζοκεφαλιά γεμάτη παγίδες. Αυτό ισχύει για την Ιταλία, όπως και για τη Γερμανία, και ισχύει και για τη χώρα μας.

Πριν από έναν χρόνο (25 Μαρτίου 2020), ο Μάριο Ντράγκιπου δεν ήταν πλέον Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και δεν ήταν ακόμη πρωθυπουργός της Ιταλίας – δημοσίευσε στους Financial Times ένα εξαιρετικό άρθρο που καλούσε σε «επιστράτευση» εναντίον του κορωνοϊού. Το άρθρο καλούσε τις κυβερνήσεις να στηρίξουν χωρίς δισταγμό τα δημόσια συστηματα υγείας, να προστατεύσουν τις θέσεις εργασίας, και να ενισχύσουν τα εισοδήματα των πολιτών. («Εάν δεν το κάνουμε, θα βγούμε από την κρίση με σταθερά μειωμένη απασχόληση και παραγωγική δυναμικότητα».)

Όσον αφορά το δημόσιο χρέος, το οποίο αναπόφευκτα θα διογκωθεί, ο Ντράγκι εισάγει τη διάκριση ανάμεσα σε «καλό» και «κακό» χρέος. «Κακό» χρέος είναι αυτό που σπαταλάται για τον κατευνασμό ομάδων πίεσης, ή σε δημόσια έργα περιορισμένης χρησιμότητας, ή εντελώς βλαβερά για την κοινωνία και για το περιβάλλον. «Καλό» χρέος είναι αυτό που επενδύει στο μέλλον: στην καινοτομία, στην ενεργειακή μετάβαση, στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, στον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων και της δημόσιας διοίκησης, στη διευκόλυνση των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, στις δεξιότητες των νέων.

Πολλοί μιλάνε για τον νέο πρωθυπουργό της Ιταλίας (με περιφρόνηση ή με θαυμασμό, ανάλογα με τα γούστα) σαν να είναι άλλος ένας τεχνοκράτης. Είναι πράγματι τεχνοκράτης, και μάλιστα υψηλού επιπέδου και υψηλού κύρους, όμως είναι επίσης ένας άνθρωπος με πολιτικές ικανότητες – και με αυτό δεν εννοώ μικροπολιτική καπατσοσύνη, αλλά αντίληψη της κρισιμότητας της στιγμής, διαύγεια στη διάγνωση των εμποδίων, προσήλωση στο καθήκον. Ο Ντράγκι είναι αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «statesman».

Για το καλό της Ιταλίας, και της Ευρώπης (και της Ελλάδας), θα πρέπει όλοι να ευχόμαστε να πετύχει.

2 Μαρτίου 2021

Ασφαλιστικό: Με χαριστικές ρυθμίσεις και χωρίς συναινέσεις η μεταρρύθμιση δεν θα πετύχει

Το κείμενο της παρέμβασής μου στη δημόσια συζήτηση του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» για τις συντάξεις (Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021). Δημοσιεύτηκε με αυτό τον τίτλο στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Liberal» (Τρίτη 2 Μαρτίου 2021).

Προτού αρχίσουμε να μιλάμε για τη μεταρρύθμιση που μας παρουσίασε ο κ. Τσακλόγλου, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για το εάν είναι καλή ιδέα να αφιερώσουμε πρόσθετους πόρους στο σύστημα συντάξεων; Νομίζω πως όχι, νομίζω πως πρέπει να σταματήσουμε να ρίχνουμε έξτρα χρήματα στο ασφαλιστικό. Και αυτό για τουλάχιστον τρεις λόγους: 

(1) Η συνταξιοδοτική δαπάνη είναι ήδη στα ύψη, στερώντας όλες τις άλλες δημόσιες πολιτικές από πολύτιμους πόρους. Ανέφερε ο κ. Νεκτάριος τις μελλοντικές ανάγκες για μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων. Για να φέρω άλλο ένα παράδειγμα κοινωνικής πολιτικής: Το 80% και πάνω των ανέργων δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας. Για να φέρω ένα διαφορετικό παράδειγμα: Το επίπεδο δεξιοτήτων στην Ελλάδα είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη. Χωρίς μια σοβαρή επένδυση στο εκπαιδευτικό σύστημα και στο σύστημα κατάρτισης με σκοπό την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, θα αποδειχθεί απλώς αδύνατο να περάσουμε σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπως προτείνει η Επιτροπή Πισσαρίδη και όπως συμμερίζονται οι περισσότεροι από εμάς.

(2) Οι συνταξιούχοι υπέστησαν τις γνωστές περικοπές συντάξεων την περίοδο 2010-15, όμως άλλες ομάδες του πληθυσμού είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται περισσότερο ή και να μηδενίζονται. Αυτό ενισχύθηκε από όσα συνέβησαν τον τελευταίο χρόνο: η πανδημία δεν επηρέασε τις συντάξεις, αλλά μείωσε και άλλο τα εισοδήματα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.

(3) Μέχρι το 2010 είχαμε το χειρότερο ασφαλιστικό της Ευρώπης – το πιο άδικο και το πιο χρεωκοπημένο. Στη συνέχεια, υπό την πίεση των δανειστών, έγιναν σοβαρές προσπάθειες συμμαζέματος του. Παρά τα ελαττώματά του, ο λεγόμενος νόμος Κατρούγκαλου περιέγραφε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα λιτότερο (όπως είναι επιβεβλημένο, για να μην επιβαρύνουμε υπέρμετρα τη γενιά των παιδιών μας) και πιο ομοιόμορφο. Αυτό αποτυπώθηκε στις προβολές που επικαλέστηκε η κ. Αχτσιόγλου, που δείχνουν ότι το «αφανές χρέος» του ασφαλιστικού έχει σημαντικά περιοριστεί. Όμως οι προβολές βασίστηκαν στην υπόθεση ότι η κυβέρνηση (και οι επόμενες κυβερνήσεις) θα εφάρμοζαν τις ρυθμίσεις που είχαν ψηφιστεί. Είναι εύλογη η υπόθεση ότι μια χώρα τηρεί τους κανόνες που έχει νομοθετήσει, αλλά στην περίπτωσή μας δυστυχώς δεν ισχύει. Από το 2018, τόσο η προηγούμενη όσο και η σημερινή κυβέρνηση έχουν βαλθεί να ακυρώσουν τη μεγάλη διόρθωση που έγινε τα προηγούμενα χρόνια. Η προηγούμενη κυβέρνηση αρνήθηκε να εφαρμόσει την «προσωπική διαφορά», και (μετά τις σχετικές αποφάσεις των δικαστηρίων) μείωσε το ποσοστό εισφοράς των ελευθέρων επαγγελματιών και των αγροτών. Η σημερινή κυβέρνηση κατάργησε τη σύνδεση της εισφοράς ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών με το εισόδημα – πλέον ένας μεγαλογιατρός μπορεί νομίμως να πληρώνει λιγότερα για σύνταξη και ασθένεια από ό,τι μια καθαρίστρια. Στη συνέχεια επανέφερε (και διαφήμισε με πολλά ταρατατζούμ) το δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης των μητέρων και πατέρων. Με αυτό το ρυθμό, σε λίγο καιρό θα είμαστε πάλι στο σημείο που βρισκόμαστε το αξέχαστο 2010, έτοιμοι να ζήσουμε ξανά όσα ακολούθησαν.

Με δεδομένα τα παραπάνω, φοβάμαι ότι το σχέδιο που μας παρουσίασε ο κ. Τσακλόγλου δεν θα μπορέσει από μόνο του να πετύχει το στόχο του. Παρά τα αναμφίβολα χαρίσματα του σχεδίου. Δεν αμφιβάλλω, για παράδειγμα, ότι εάν σχεδιάζαμε το σύστημα συντάξεων μιας καινούριας χώρας (του κουτιού) μάλλον θα φροντίζαμε να θεσμοθετήσουμε ότι ένα μέρος του θα είναι κεφαλαιοποιητικό. Επειδή η Ελλάδα δεν είναι ακριβώς καινούρια χώρα, η μετάβαση από το ένα είδος επικουρικής ασφάλισης στο άλλο θα προκαλέσει ένα «δημοσιονομικό κενό». Με απλά λόγια: εάν οι εισφορές των νέων ασφαλισμένων αποταμιεύονται, κάποιος πρέπει να πληρώνει τις επικουρικές συντάξεις των ήδη συταξιούχων, όσων είναι σήμερα άνω των 35 ετών, καθώς και όσων παρότι νεώτεροι επιλέξουν να μην ενταχθούν στο νέο σύστημα. Το «δημοσιονομικό κενό» θα προστεθεί στο 10% του ΑΕΠ που είναι το έλλειμμα του σημερινού ασφαλιστικού – και αυτό είναι βέβαιο. Οι θετικές επιδράσεις στην οικονομία είναι αβέβαιες, και σε μια γερασμένη κοινωνία που δραστηριοποιείται σε μια ανοιχτή οικονομία μπορεί να αποδειχθούν περιορισμένες.

Επί πλέον, τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα συντάξεων έχουν και αυτά τους κινδύνους τους και τα μειονεκτήματά τους. Θα αντιπαρέλθω τις συνήθεις ενστάσεις, που ανέφερε η κ. Αχτσιόγλου (κάποιες τις θεωρώ βάσιμες, άλλες λιγότερο), για να αναφερθώ σε ένα πρόβλημα που με ανησυχεί ιδιαίτερα. Είναι το πρόβλημα του πολιτικού κινδύνου που είναι ιδιαίτερα μεγάλος σε πολιτικά συστήματα χαμηλής συναίνεσης.

Με βάση το σχέδιο που μας παρουσίασε ο κ. υφυπουργός, οι πρώτες επικουρικές συντάξεις του νέου συστήματος θα καταβληθούν μετά το 2050. Μέχρι τότε, ο κουμπαράς των εισφορών θα γεμίζει. Τι θα εμποδίσει μια μελλοντική κυβέρνηση «να βάλει χέρι» σε αυτό τον κουμπαρά, για να καλύψει άλλες ανάγκες; Αυτο έχει συμβεί επανειλημμένως: στην Αργεντινή (2008), στη Βολιβία (2010), στην Ουγγαρία (2011), στο Καζακστάν (2013) και αλλού. Σε άλλες χώρες (Πολωνία, Σλοβακία, Ρουμανία, στις χώρες της Βαλτικής) το μέγεθος του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα περιορίστηκε, με μείωση των αντίστοιχων εισφορών.

Θα ζητούσα λοιπόν από την κυβέρνηση να κάνει δύο πράγματα: Πρώτον, όσο και εάν αυτό σήμερα ακούγεται εξωπραγματικό, να αναζητήσει ευρύτερες συναινέσεις με τα πολιτικά κόμματα, τις οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών. Δεύτερον, να σεβαστεί τα μέτρα εξυγίανσης που θεσμοθετήθηκαν την περίοδο 2010-16, ακυρώνοντας όλες τις χαριστικές ρυθμίσεις της τελευταίας τριετίας υπέρ μεγαλογιατρών, μεγαλοδικηγόρων, πατέρων ανηλίκων και άλλων αναξιοπαθούντων.

21 Ιανουαρίου 2021

Η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει πολλά στο Κομμουνιστικό Κόμμα


Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021).

Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (1921-1991) συνίδρυσε την Ιταλική Δημοκρατία και αναδείχθηκε σε έναν από τους κυριότερους στυλοβάτες της. Μερικοί σταθμοί σε αυτή την πορεία:

Σεπτέμβριος 1943 – Απρίλιος 1945: Έχει προηγηθεί η απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία, και  η ανατροπή του Μουσσολίνι. Ο γερμανικός στρατός υποχωρεί πίσω από τη Γραμμή Ζίγκφριντ που χωρίζει την Ιταλία στα δύο. Στο Βορρά, όπου οι φασίστες ιδρύουν την «Κοινωνική Δημοκρατία» του Σαλό, ξεσπά ο εμφύλιος. Οι κομμουνιστές συνεργάζονται έντιμα με τις άλλες αντιφασιστικές οργανώσεις και με πρώην αξιωματικούς του Στρατού στις Επιτροπές Εθνικής Απελευθέρωσης.

Απρίλιος 1944: «Στροφή του Σαλέρνο». Ο Παλμίρο Τολιάττι, Γραμματέας του Κόμματος, επιστρέφει από την εξορία και δηλώνει ότι το ΙΚΚ είναι έτοιμο να συνεργαστεί με το Παλάτι και την κυβέρνηση Μπαντόλιο για την απελευθέρωση της χώρας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ο Τολιάττι θα ορκιστεί αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, και αργότερα υπουργός δικαιοσύνης. Με αυτή την ιδιότητα, θα εργαστεί για την εθνική συμφιλίωση, αμνηστεύοντας τους συνεργάτες του φασισμού (εκτός από όσους βαρύνονταν με εγκλήματα).

Ιούνιος 1946: Στο δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος επικρατεί το «όχι» στη μοναρχία. Στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση το ΙΚΚ εκλέγει 104 (στα 556) μέλη. Ο κομμουνιστής Ουμπέρτο Τερρατσίνι γίνεται αντιπρόεδρος, αργότερα πρόεδρος, της Συντακτικής Συνέλευσης. Οι κομμουνιστές, μαζί με τα άλλα αντιφασιστικά κόμματα, γράφουν το Σύνταγμα της Ιταλικής Δημοκρατίας.

Σεπτέμβριος 1946: Στην Εμίλια-Ρομάνια, μετέπειτα κομμουνιστικό προπύργιο, όπου η φασιστική βία και η εμφύλια αναμέτρηση είχαν υπάρξει ιδιαίτερα αιματηρές, συνεχίζεται το ξεκαθάρισμα λογαριασμών: 770 νεκροί στην περιοχή της Μπολώνια, 890 στη Μόντενα, στο Ρέτζιο 560. Ο Τολιάττι εξαναγκάζει την τοπική ηγεσία του Κόμματος σε παραίτηση και απαιτεί την άμεση παύση των εχθροπραξιών. Ο πόλεμος τελείωσε.

Ιούλιος 1948: Ο Τολιάττι πέφτει θύμα δολοφονικής επίθεσης, και μεταφέρεται σοβαρά τραυματισμένος στο νοσοκομείο. Στο χειρουργείο θα του αφαιρεθούν τρεις σφαίρες, από την πλάτη και το σβέρκο. Σε όλη τη χώρα ξεσπούν αυθόρμητες διαμαρτυρίες, που εξελίσσονται σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία. Από το κρεβάτι του νοσοκομείου ο Τολιάττι παραγγέλνει στους ηγέτες του Κόμματος: «Μην κάνετε τρέλλες».

Αύγουστος 1968: Το ΙΚΚ, που είχε υποστηρίξει την καταστολή της Ουγγρικής εξέγερσης από τους Σοβιετικούς 12 χρόνια νωρίτερα, αυτή τη φορά καταδικάζει κατηγορηματικά την εισβολή των τανκς στην Τσεχοσλοβακία που βάζει τέλος στην «Άνοιξη της Πράγας». Η ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης και τους συμμάχους του ολοκληρώνεται 13 χρόνια αργότερα, μετά την κήρυξη στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία.

Ιούνιος 1976: Το ΙΚΚ, μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης, φτάνει το 34,4% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές. Ο Πιέτρο Ινγκράο γίνεται Πρόεδρος της Βουλής.

Μάιος 1978: Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δολοφονούν τον Άλντο Μόρο, πρώην πρωθυπουργό, ηγετική μορφή της ιταλικής χριστιανοδημοκρατίας, οπαδό του «ιστορικού συμβιβασμού» με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Δύο χρόνια αργότερα, μια νεοφασιστική οργάνωση θα τοποθετήσει βόμβα στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολώνια – η έκρηξη θα σκοτώσει 85 ανθρώπους. Η Ιταλική Δημοκρατία κλυδωνίζεται. Το ΙΚΚ τάσσεται κατηγορηματικά κατά της εκτροπής, υπέρ της δημοκρατικής νομιμότητας. Τον Ιανουάριο 1979 ο Γκουίντο Ρόσσα, κομμουνιστής εργάτης και συνδικαλιστής, πέφτει νεκρός από τις σφαίρες των Ερυθρών Ταξιαρχιών στη Γένοβα.

Ιούνιος 1984: Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, Γραμματέας του Κόμματος, παθαίνει εγκεφαλικό στη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας στην Πάντοβα, και ξεψυχά τέσσερις μέρες αργότερα. Πενήντα σκηνοθέτες, ανάμεσά τους ο Μπερτολούτσι, ο Σκόλα, ο Ποντεκόρβο και άλλοι, συνεργάζονται στο γύρισμα του ντοκυμανταίρ του αποχαιρετισμού του κομμουνιστή ηγέτη. Ένας άλλος σκηνοθέτης, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που νωρίτερα είχε χρησιμοποιήσει σκηνές από την κηδεία του Παλμίρο Τολιάττι σε μια από τις ταινίες του, το 1974 παρομοίασε το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα με «χώρα»: «χώρα καθαρή σε χώρα βρώμικη, χώρα έντιμη σε χώρα ανέντιμη, χώρα ευφυή σε χώρα ανόητη, χώρα καλλιεργημένη σε χώρα αμόρφωτη». Υπερέβαλλε, αλλά όχι πολύ.

8 Ιανουαρίου 2021

Πρέπει να μειωθεί η προοδευτικότητα της φορολογικής κλίμακας;

Το κείμενο της απάντησής μου στην ερώτηση του Ελληνικού Πάνελ Οικονομολόγων του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών σχετικά με την προοδευτικότητα της φορολογικής κλίμακας (Δεκέμβριος 2020). Το φιλμάκι δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Καθημερινής (8 Ιανουαρίου 2020).

Δεν πιστεύω ότι ο σημερινός βαθμός προοδευτικότητας της φορολογικής κλίμακας και των εισφορών λειτουργεί ως αντικίνητρο για την περαιτέρω ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της μισθωτής εργασίας, και ότι γι’ αυτό είναι επιθυμητό να μειωθεί. Εν συντομία οι λόγοι είναι οι εξής:

1. Οι φορολογικοί συντελεστές ήταν πολύ υψηλότεροι (και η κλίμακα πολύ πιο προοδευτική) στη διάρκεια της Χρυσής Τριακονταετίας (1945-1975), χωρίς προφανώς αυτό να εμποδίσει τις χώρες της Δύσης να πετύχουν τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της ιστορίας.

2. Στις ΗΠΑ ο ανώτατος συντελεστής του ΦΕΦΠ μέχρι το 1981 ήταν 70%. Το 1988 είχε πέσει στο 28%. (Στη συνέχεια αυξήθηκε και πάλι. Σήμερα είναι 37%, συν 3,8% εισφορές υγείας Obamacare.) Είναι αμφισβητήσιμο ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών έφερε ταχύτερη ανάπτυξη. Αντίθετα, δεν είναι καθόλου αμφισβητήσιμο ότι έφερε μεγαλύτερη ανισότητα. Ας έχουμε υπόψη ότι - όπως δείχνουν πολλές έρευνες, και του ΔΝΤ - η ανισότητα βλάπτει σοβαρά την ανάπτυξη.

3. Εάν συγκρίνει κανείς τη Βόρεια Ευρώπη με π.χ. τα Βαλκάνια εύκολα θα διαπιστώσει το προφανές, ότι δηλ. η φορολογία συσχετίζεται θετικά με το βιοτικό επίπεδο: οι πλουσιότερες χώρες έχουν υψηλή φορολογία, οι φτωχότερες χαμηλή φορολογία.

4. Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι οι υψηλοί συντελεστές αλλά η σταθερότητα των φορολογικών κανόνων, και φυσικά η αξιοποίηση των φορολογικών εσόδων για τη χρηματοδότηση ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών που επιταχύνουν την ανάπτυξη. Μια δυναμική οικονομία προϋποθέτει υψηλού επιπέδου δημόσιο σύστημα υγείας, δημόσια εκπαίδευση από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς έως το πανεπιστήμιο, δημόσια επαγγελματική κατάρτιση, δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας κ.ο.κ. Όλα αυτά κοστίζουν.

5. Ειδικά στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι τόσο η υψηλή επιβάρυνση των μισθωτών όσο η χαμηλή επιβάρυνση των αυτοαπασχολουμένων. Με το Ν4670/2020, ένας μεγαλογιατρός μπορεί να πληρώνει νομίμως χαμηλότερες εισφορές σύνταξης και υγείας από ό,τι μια καθαρίστρια ή ένας οικοδόμος (σε ευρώ, όχι μόνο ως ποσοστό του εισοδήματος). Αυτό πέραν του ότι είναι άδικο, είναι επίσης αντιαναπτυξιακό.

6. Πολύ σωστά η Επιτροπή Πισσαρίδη εντοπίζει το πρόβλημα του μικρού μεγέθους επιχειρήσεων ως τροχοπέδη για την καινοτομία και την εξωστρέφεια. Η κυβέρνηση ως γνωστόν είναι υπέρ της Έκθεσης Πισσαρίδη. Εάν λοιπόν θέλει πραγματικά να απαλείψει τα κίνητρα υπέρ των ατομικών μικροεπιχειρήσεων και κατά της πρόσληψης μισθωτών, δεν έχει παρά να επαναφέρει το καθεστώς των μνημονιακών νόμων που εξομοίωναν τις εισφορές μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων. Τότε θα έχει νόημα η συζήτηση για (λελογισμένη) μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης όλων των εργαζομένων, όχι τώρα.

1 Ιανουαρίου 2021

Οι τελευταίοι και οι προτελευταίοι

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Παρασκευή 1 Ιανουαρίου  2020).

Λίγα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου στο Μιλάνο, στη Viale Toscana, πίσω από το πανεπιστήμιο Bocconi, είναι οι εγκαταστάσεις του Pane Quotidiano («Άρτος Επιούσιος»). Κάθε πρωί η εθελοντική οργάνωση μοιράζει ένα πακέτο τρόφιμα σε όποιον τα ζητήσει – χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να αφήσει τα στοιχεία του ή να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση.

Οι ουρές των ανθρώπων που περιμένουν να εξυπηρετηθούν έχουν αλλάξει όψη τον τελευταίο καιρό. Κατ’αρχάς έχουν μακρύνει σε σχέση με πέρυσι. Έπειτα έχει μεταβληθεί η σύνθεσή τους. Όχι μόνο σιωπηλές γυναίκες που φοράνε μαντήλα, ή νεαροί μετανάστες κολλημένοι στο κινητό τους, ή ανατολικοευρωπαίες που μιλάνε φωναχτά με τις φίλες τους. Αλλά και Ιταλίδες μητέρες με το μωρό στο καροτσάκι, και ηλικιωμένοι άνδρες με φαρμακωμένο ύφος, και γυναίκες μέσης ηλικίας με πρόσωπο σκληρό και αποφασιστικό σαν κομπάρσοι σε ταινία του Ντε Σίκα από τη δεκαετία του ’50. Οι «τελευταίοι» και οι «προτελευταίοι», ορκισμένοι αντίπαλοι στη φαντασία και στη ρητορική μιας λαϊκιστικής δεξιάς που τις τελευταίες δεκαετίες έχει κάνει την τύχη της, συναντιούνται στην ουρά για τη δωρεάν διανομή τροφίμων, και ανακαλύπτουν ότι έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους από ό,τι νόμιζαν.

Πίσω από το γκισέ τους εξυπηρετούν χαμογελαστοί εθελοντές με πορτοκαλί πανωφόρι και μάσκα. Δεν είναι πιστοί της ενορίας, το Pane Quotidiano δεν είναι καθολική οργάνωση. Οι εθελοντές του ανήκουν στη μιλανέζικη καλή κοινωνία, ή στη «στοχαστική μεσαία τάξη» κατά Πωλ Γκίνσμποργκ: είναι συνταξιούχοι, μάνατζερ, νοικοκυρές, δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και πολλοί φοιτητές, ακόμη και μαθητές, που βάλθηκαν να διαψεύσουν το στερεότυπο των κακομαθημένων «μιλένιαλς» που δεν νοιάζονται παρά μόνο για την καλοπέρασή τους, και πλήττουν βλέποντας όλη μέρα Νέτφλιξ.

Στις εγκαταστάσεις του Pane Quotidiano δεν έρχονται άστεγοι ή ναρκομανείς: τα τρόφιμα θέλουν μαγείρεμα. Όσοι κοιμούνται στο δρόμο μπορούν να απευθυνθούν στους αδελφούς Καπουτσίνους της Opera San Francisco. Η μεγαλύτερη καθολική οργάνωση, η Caritas (εδώ «Ambrosiana»), με πρωτοβουλία του τότε Αρχιεπισκόπου της πόλης, έχει από το 2008 ιδρύσει «Ταμείο Οικογένειας και Εργασίας», με ρητό σκοπό την φροντίδα όσων γλυστράνε μέσα από τα κενά του επίσημου αλλά διάτρητου διχτυού ασφαλείας του ιταλικού κράτους. Ο διαχειριστής του Ταμείου, σε ρεπορτάζ της Corriere della sera, δεν διστάζει να δηλώσει την ικανοποίησή του για την πρόσφατη αναγέννηση ενός «εθελοντισμού της αριστεράς», που του είναι ευπρόσδεκτος επειδή συμπληρώνει τις προσπάθειες των καθολικών. Σύμβολο αυτής της αναγέννησης η αλματώδης ανάπτυξη του «Emergency», της οργάνωσης που ίδρυσε ο χειρουργός Gino Strada, και που ενεργοποιείται σε 18 χώρες από την Ρουάντα έως το Αφγανιστάν.

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που κάνουν ουρά στο πεζοδρόμιο της Viale Toscana μέχρι πρόσφατα δούλευαν: ήταν οικιακοί βοηθοί, ελαιοχρωματιστές, σερβιτόροι, πωλήτριες, ηθοποιοί, μουσικοί. Τις καλές χρονιές, η ακμάζουσα οικονομία της αστραφτερής πόλης τους εξασφάλιζε ένα μέτριο αλλά αξιοπρεπές εισόδημα, επιτρέποντάς τους να ονειρεύονται όνειρα κοινωνικής ανόδου. Η δουλειά δεν ήταν σταθερή, αλλά τα λεφτά πληρώνονταν στο χέρι, χωρίς φόρους και εισφορές, ή με τις ελάχιστες μόνο κρατήσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία. Όμως από τις αρχές του περασμένου Μαρτίου η οικονομία της πόλης έχει παγώσει: ακυρώθηκαν οι εκθέσεις (μόδας, επίπλου, design), έκλεισε η Σκάλα, το ίδιο και τα θέατρα, έπαψαν να έρχονται οι ξένοι επισκέπτες, οι φοιτητές γύρισαν στην πατρίδα τους, τα μπαρ, τα ρεστωράν και τα άλλα μαγαζιά έβαλαν λουκέτο – προσωρινά ή μόνιμα θα δούμε.

Αυτό το τοπικό μοντέλο ανάπτυξης υπήρξε ιδιοφυές και δυναμικό (ιδίως αν το συγκρίνει κανείς με την 25ετή στασιμότητα της εθνικής οικονομίας), αλλά τελικά αποδείχθηκε σαθρό. Επικεφαλής του είναι μια κοινωνική τάξη που μοιάζει όλο και λιγότερο με τους εργασιομανείς και ασκητικούς βιομήχανους που δημιούργησαν το «οικονομικό θαύμα» των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, παράγοντας στα εργοστάσιά τους κομψά και λειτουργικά αυτοκίνητα ή ψυγεία ή πολυθρόνες «για όλα τα βαλάντια». Τέτοιοι επιχειρηματίες υπάρχουν ακόμη (συνήθως μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας). Αλλά δείχνουν όλο και πιο παράταιροι δίπλα στους μονίμως μαυρισμένους πενηντάρηδες ή εξηντάρηδες, που παρκάρουν τις Λαμποργκίνι τους στις γραμμές του τραμ, οργανώνουν πάρτυ με κοκαΐνη και «έσκορτ», και φωτογραφίζονται περήφανοι στο πλευρό κάποιας καλλονής με χυμώδεις αν και αδιευκρίνιστης προέλευσης καμπύλες.

Τα επόμενα Χριστούγεννα ο εμβολιασμός θα έχει προχωρήσει, η οικονομία θα έχει ξεπαγώσει, και λογικά οι ουρές για τρόφιμα θα έχουν αραιώσει. Όσοι όμως βρέθηκαν σε αυτές για πρώτη φορά θα θυμούνται σε όλη τους τη ζωή αυτή την ξαφνική γνωριμία τους με τη σκοτεινή πλευρά του «Θαύματος στο Μιλάνο».

Σε έναν καλύτερο κόσμο, αυτό το εκκωφαντικό καμπανάκι κινδύνου θα αρκούσε για να ξυπνήσει τις εφησυχασμένες συνειδήσεις των εύπορων στρωμάτων, και για να θυμίσει στις μετριοπαθείς και προοδευτικές πολιτικές ελίτ αυτό που δεν θα έπρεπε να είχαν ξεχάσει ποτέ: ότι εκτός από τη χαμηλή πολιτική των αξιωμάτων και της εξουσίας υπάρχει και η υψηλή πολιτική των κοινωνικών συμβολαίων και των σχεδίων ανάπτυξης που δίνουν μερίδιο και κρατάνε θέση σε όλους.

24 Δεκεμβρίου 2020

Με δύναμη για μια νέα αρχή

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020).

Σκέφτομαι συχνά πόσο τυχερή υπήρξε η γενιά μου (γεννήθηκα το 1963). Πολέμους εμείς δεν ζήσαμε. Η δικτατορία τελείωσε όταν ακόμη ήμασταν μικροί. Η ενήλικη ζωή μας κύλισε σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας, οικονομικής ανόδου και σταδιακής διεύρυνσης των κοινωνικών αντιλήψεων. Ποια από τις προηγούμενες γενιές μπορεί να καυχηθεί κάτι ανάλογο;

Γνωρίζω την ένσταση: «Μέχρι το 2010 καλά ήταν, μετά όχι». Ναι, βέβαια, η προηγούμενη δεκαετία ήταν δύσκολη. Σημαδεύτηκε όχι μόνο από την πρωτοφανή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των περισσοτέρων από εμάς (πράγμα από μόνο του αρκετά δυσάρεστο), αλλά επίσης και από τον ισχυρό κλονισμό της εικόνας που είχαμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας. Όμως και πάλι, ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Είναι μεγάλη τύχη να ζει κανείς μισό αιώνα σταθερότητας, ευημερίας, και ολοένα και πιο ανοιχτών οριζόντων.

Οι νεώτερες γενιές ήταν λιγότερο τυχερές. Όσοι ήταν τριαντάρηδες το 2010 βρέθηκαν στη δίνη της οικονομικής κατάρρευσης τη στιγμή που πήγαιναν να χτίσουν κάτι, για τον εαυτό τους και (πολλοί) για τα παιδιά τους. Όσοι ήταν εικοσάρηδες, είδαν τους γονείς τους να δυσκολεύονται να τηρήσουν τους όρους μιας άγραφης συμφωνίας (γενικής αποδοχής, αν και όχι του γούστου μου). Επί πλέον, ήρθαν αντιμέτωποι με την πιο εχθρική αγορά εργασίας του τελευταίου αιώνα: με υπερβολικά λίγες ευκαιρίες, και υπερβολικά χαμηλές αμοιβές, για να σχεδιάσει κανείς τη ζωή του. Για αυτό άλλωστε πολλοί έφυγαν για το εξωτερικό, συχνά οι πιο νέοι, οι πιο μορφωμένοι, οι πιο τολμηροί.

Όμως η πιο άτυχη από όλες τις γενιές μου φαίνεται εκείνη των σημερινών πιτσιρικάδων – ας πούμε όσων γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1995 και το 2005. Τυχαίνει να τη γνωρίζω καλά αυτή τη γενιά: έχει λίγο-πολύ την ηλικία των δικών μου παιδιών, άλλωστε κάποιοι τους υπήρξαν φοιτητές μου. Ήταν διαφωτιστική εμπειρία, εννοώ για μένα τον ίδιο: με έπεισε ότι οι νέες γενιές δεν είναι αναγκαστικά φτιαγμένες από καλύτερη πάστα. Ούτε όμως από χειρότερη.

Αυτή η γενιά σήμερα, είτε το θέλει είτε όχι, καλείται να βρει τη δύναμη για μια νέα αρχή. Τα εμπόδια που θα βρει μπροστά της είναι οφθαλμοφανή. Η παράλυση της οικονομίας λόγω κορωνοϊού πήγε τη χώρα ακόμη πιο πίσω, εξαλείφοντας σε λίγους μήνες την αναιμική ανάπτυξη των τελευταίων πέντε ετών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, στις αρχές του 2021 η χώρα θα είναι 30% φτωχότερη από ό,τι το 2007. Οι κάτοικοί της περισσότερο: το μέσο διαθέσιμο εισόδημα είχε μειωθεί 40% στα χρόνια της κρίσης, όταν το ΑΕΠ συρρικνώθηκε «μόνο» 26%. (Αν και εδώ δεν χωράει απλή μέθοδος των τριών: αντίθετα από ό,τι στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010, οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές στήριξαν τα εισοδήματα πάνω από τις δυνατότητες της παγωμένης λόγω πανδημίας οικονομίας. Και ευτυχώς.)

Οι πρώτοι εμβολιασμοί θα βελτιώσουν το κλίμα. Η κατήφεια θα δώσει σιγά-σιγά τη θέση της στην αισιοδοξία. Η οικονομία θα βγει από την κατάψυξη. Όμως, τίποτε δεν εγγυάται ότι η ανάκαμψη θα είναι όσο δυναμική χρειάζεται να είναι ώστε να ξανακερδηθεί το χαμένο έδαφος. Αυτό θα εξαρτηθεί από τη σοφία των επιλογών της πολιτικής ελίτ (κυβέρνησης και αντιπολίτευσης), που θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι καλύτερη από ό,τι νομίζουν οι περισσότεροι ψηφοφόροι. Θα εξαρτηθεί όμως και από την ωριμότητα των πολιτών – και ιδίως των νεώτερων.

Σε μεγάλο βαθμό, η ωριμότητα είναι θέμα αυτογνωσίας. Δεν είμαστε ο περιούσιος λαός. Κανείς δεν συνωμοτεί εναντίον μας. (Οι περισσότεροι δεν ασχολούνται καν.) Είμαστε μια μικρή χώρα με μεγάλα προβλήματα, που όμως δεν είναι όλα άλυτα. Σύμφωνοι: δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα για να πάψει να μας απειλεί ο Ερντογάν – εκτός ίσως από το να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, και να παίξουμε καλά το (δυνατό) χαρτί των διεθνών συμμαχιών που μας μοίρασε η Ιστορία (και κάποιοι φωτισμένοι ηγέτες του παρελθόντος). Τα υπόλοιπα περνάνε από το χέρι μας.

Ίσως είναι επαγγελματική διαστροφή, αλλά θεωρώ την εκπαιδευτική υστέρηση ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τη γενιά των σημερινών πιτσιρικάδων. «Ποια υστέρηση;» θα ρωτήσετε. Πριν είκοσι χρόνια, μόνο το 23% των Ελλήνων ηλικίας 25-34 είχε πτυχίο πανεπιστημίου ή ΤΕΙ. Σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 42%. Ναι, αλλά 1 στους 5 πρόσφατους πτυχιούχους είναι λειτουργικά αναλφάβητος: αδυνατεί να κατανοήσει κείμενο, κάνει λάθη σε αριθμητικές πράξεις, δυσκολεύεται να λύσει προβλήματα, τεχνολογικά ή όχι. (Το ακριβές ποσοστό είναι 18,7% των κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-34 ετών το 2015. Είναι το χειρότερο στην Ευρώπη. Η χώρα με τη δεύτερη χειρότερη επίδοση, η Λιθουανία, τα πάει πολύ καλύτερα από εμάς: 9,3%.)

Η χαμηλή ποιότητα των πτυχιούχων είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Συχνά το πρόβλημα δεν είναι καν τα τυπικά προσόντα, αλλά τα άτυπα: η διάθεση συνεργασίας, η ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Κατά τα άλλα, η τεχνική εκπαίδευση είναι απαξιωμένη, και οι περισσότερες επιχειρήσεις υπερβολικά μικρές (ή οι επιχειρηματίες υπερβολικά αδαείς οι ίδιοι) για να προσφέρουν ουσιαστικά προγράμματα μαθητείας.

Εν τω μεταξύ, ο ορίζοντας σκοτεινιάζει. Ο μαζικός τουρισμός, που εν μέρει κάλυπτε τα ελλείμματα των άλλων κλάδων, ενδέχεται να μην επανέλθει ποτέ με αυτή τη μορφή (πράγμα όχι αναγκαστικά κακό, αρκεί να προετοιμαστούμε καλά). Η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να κάνει το πατροπαράδοτο περιουσιακό μας στοιχείο – το «ελληνικό καλοκαίρι» – αφόρητα καυτό. Η τεχνολογική μεταβολή καθιστά περιττά πολλά επαγγέλματα, ενώ ταυτόχρονα φέρνει στο προσκήνιο άλλα (πόσο αξιοπρεπή και καλοπληρωμένα θα δούμε). Η παγκόσμια τράπουλα ξαναμοιράζεται. Για τα προβλήματα του πλανήτη δεν μπορούμε παρά να κάνουμε αυτό που πρέπει, ελπίζοντας ότι θα κάνουν το ίδιο και οι υπόλοιποι. Για τα δικά μας προβλήματα μπορούμε να κάνουμε περισσότερα.

Το πρόβλημα των χαμηλών δεξιοτήτων δεν λύνεται χωρίς την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης – σε όλο το φάσμα, από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς έως την επαγγελματική κατάρτιση. Οι πιο δυναμικές οικονομίες της Ευρώπης «πατάνε» σε καλά σχολεία που δίνουν ευκαιρίες και προοπτικές σε όλα τα ξύπνια παιδιά, ιδίως σε όσα μεγαλώνουν σε ταπεινές οικογένειες και σπίτια χωρίς βιβλία.

Αυτό είναι το διακύβευμα για τους σημερινούς πιτσιρικάδες: εάν στο σχολείο τους – που μπορεί να είναι στις δυτικές συνοικίες, ή σε κάποια μικρότερη πόλη – θα πάρουν τις γνώσεις, τα εργαλεία και τον τρόπο σκέψης που θα τους βοηθήσουν να προκόψουν σε έναν απαιτητικό κόσμο.

Είναι ικανοί να το απαιτήσουν, από τους καθηγητές τους και τα συνδικάτα τους, από την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, πετυχαίνοντας εκεί που απέτυχαν οι προηγούμενες γενιές;

19 Οκτωβρίου 2020

Βασικό εισόδημα: Η διαφορετική απάντηση στην οικονομική κρίση και στην ανισότητα

Συνέντευξη στον Γιάννη Γορανίτη. Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020).

Η ιδέα του Καθολικού Βασικού Εισοδήματος επανακάμπτει κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης. Θεωρείτε πώς πρόκειται για μια βάσιμη και κυρίως βιώσιμη λύση, κυρίως για την μετά-Covid εποχή; Θα την προτείνατε ως επιλογή και για τη χώρα μας;

Η εισοδηματική ενίσχυση όλων των πολιτών, χωρίς προϋποθέσεις, με ένα ενιαίο ποσό, μπορεί να εφαρμοστεί γρήγορα και αποτελεσματικά. Αυτό καθιστά το βασικό εισόδημα ιδεώδες εργαλείο σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, όπως αυτή που αντιμετωπίσαμε την περασμένη άνοιξη λόγω της πανδημίας. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ εκατομμύρια οικογένειες εισέπραξαν 1.200 δολάρια ανά άτομο το μήνα (συν 500 δολάρια για κάθε παιδί), στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης της οικονομίας. Το βοήθημα των 800 ευρώ στην Ελλάδα ήταν σε παρόμοια κατεύθυνση, αλλά λιγότερο γενικευμένο: χορηγήθηκε χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, αλλά μόνο σε εργαζόμενους υπό αναστολή σύμβασης εργασίας και μόνο στους κλάδους που πλήττονται. Αντίστοιχα μέτρα εφαρμόστηκαν σε άλλες χώρες. 

Μπορεί το βασικό εισόδημα να αποτελέσει λύση στην μετα-Covid εποχή; Σε μια ανεπτυγμένη οικονομία, το κράτος ήδη δαπανά τεράστια ποσά για επιδόματα και άλλες παροχές (για τους φτωχούς και όχι μόνο), ενώ ταυτόχρονα χορηγεί φορολογικές απαλλαγές αμφιβόλου σκοπιμότητας (για τους πλούσιους κυρίως). Ο εξορθολογισμός της φορολογίας και των κοινωνικών παροχών είναι ούτως ή άλλως αναγκαία, και θα επέτρεπε από σήμερα κιόλας τη θεσμοθέτηση ενός (χαμηλού) βασικού εισοδήματος. Επίσης αναγκαία είναι η καταπολέμηση της φοροαποφυγής των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, και της φοροδιαφυγής των μικρών: η δίκαιη φορολόγηση όλων θα τροφοδοτούσε τον κουμπαρά από τον οποίο χρηματοδοτείται το βασικό εισόδημα. Το ίδιο και η ορθολογικότερη φορολόγηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, των ρυπογόνων δραστηριοτήτων κτλ. Συνεπώς, κάποιο βασικό εισόδημα είναι ήδη εφικτό, και νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να κινηθούμε προσεκτικά προς τα εκεί.

Η λέξη «προσεκτικά» είναι κλειδί. Η χώρα μας υπέστη οικονομική καθίζηση την περασμένη δεκαετία. Το παραγωγικό της μοντέλο απεδείχθη όχι μόνο ξεπερασμένο, αλλά και ευάλωτο σε μια κρίση σαν αυτή του κορωνοϊού. Η επιτάχυνση της ανάπτυξης, για να είναι βιώσιμη (και δίκαιη), θα πρέπει να στηρίζεται στη μετάβαση σε ένα δυναμικότερο, εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο. Ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο χρειάζεται ένα διαφορετικό κοινωνικό κράτος, που να επενδύει στο ανθρώπινο κεφάλαιο: στη θεαματική αναβάθμιση των δεξιοτήτων (μαθητών και φοιτητών, εργαζομένων και ανέργων), σε υπηρεσίες ποιότητας προσιτές σε όλους (βρεφονηπιακοί σταθμοί, υπηρεσίες υγείας, Βοήθεια στο Σπίτι κτλ.) Οι πόροι του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης που θα εισρεύσουν στη χώρα είναι μια τεράστια ευκαιρία, ίσως η τελευταία.

Είναι προτεραιότητα το βασικό εισόδημα σε ένα τέτοιο πλαίσιο; Όχι, εάν αυτό σημαίνει ότι θα στερήσει πόρους από την περίθαλψη, την κατάρτιση, την κοινωνική φροντίδα. Ναι, εάν εντάσσεται στον αναγκαίο εξορθολογισμό και τον εκσυγχρονισμό των κοινωνικών παροχών (και φορολογικών ελαφρύνσεων) που ήδη χορηγούνται. Και μόνο ως κοινή πολιτική της ΕΕ.

Η σταδιακή θεσμοθέτηση ενός (ευρωπαϊκού) βασικού εισοδήματος για όλους θα μπορούσε να γίνει κατά ηλικίες. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα παιδιών, δηλ. το καθολικό επίδομα παιδιού, όπως ισχύει σε 18 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Ένα δεύτερο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα ηλικιωμένων, δηλ. η καθολική βασική σύνταξη, όπως εφαρμόζεται στη Δανία, στην Ολλανδία, στον Καναδά και αλλού.

Προκειμένου να εφαρμοστεί σωστά το Καθολικό Βασικό Εισόδημα, θα πρέπει να αναθεωρηθεί συνολικά η επιδοματική πολιτική. Πώς πιστεύετε ότι θα λειτουργήσει αυτό ειδικά σε χώρες όπως η δική μας;

Όπως γράφω παραπάνω, η αναθεώρηση της επιδοματικής πολιτικής είναι ούτως ή άλλως αναγκαία, ανεξαρτήτως βασικού εισοδήματος. Μια χώρα που ξοδεύει το 18% του ΑΕΠ για τις συντάξεις, αλλά αφήνει το 90% των ανέργων χωρίς εισοδηματική στήριξη, μάλλον κάτι δεν κάνει σωστά. Ο αναπροσανατολισμός της κοινωνικής δαπάνης είναι όμως αδύνατος όσο παραμένει ισχυρός ο (διαχρονικός και διακομματικός) συνασπισμός της χρεωκοπίας. Ο θλιβερός διαγκωνισμός πολιτικών και δικαστών για την αποκατάσταση των απωλειών των υψηλοσυνταξιούχων (οι οποίοι υπέστησαν τις μεγαλύτερες περικοπές, για συντάξεις που οι περισσότεροι δεν είχαν πληρώσει με τις εισφορές τους), υπό τις επευφημίες των δημοσιογράφων και της κοινής γνώμης, είναι καταστροφικός: αυξάνει τις σημερινές αδικίες και τις ανισότητες, και στέλνει στο μέλλον το λογαριασμό για τις υπερβολές του παρελθόντος, τινάσσοντας στον αέρα την πρόοδο που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια. Υπό αυτές τις συνθήκες, όχι – δεν είναι εφικτή η αναθεώρηση της επιδοματικής πολιτικής.

Ποια είναι τα συμπεράσματα από την εφαρμογή του UBI στη Φινλανδία; Θεωρείτε ότι τα κατώτερα των προσδοκιών αποτελέσματα, θα λειτουργήσουν ανασταλτικά για την επέκταση των δοκιμών του;

Δεν συμμερίζομαι την εκτίμηση ότι τα αποτελέσματα του φινλανδικού πειράματος για το βασικό εισόδημα (Νοέμβριος 2017 – Οκτώβριος 2018) ήταν «κατώτερα των προσδοκιών». Το πείραμα συνέκρινε τη συμπεριφορά των δικαιούχων βασικού εισοδήματος με αυτή της ομάδας ελέγχου (όσων εισέπρατταν προνοιακά επιδόματα και συμμετείχαν σε προγράμματα απασχόλησης). Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ότι οι πρώτοι είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να εργαστούν (28% έναντι 25%), επί περισσότερες ημέρες (78 έναντι 73). Επί πλέον, η βασικότερη επίδραση του βασικού εισοδήματος στη Φινλανδία καταγράφηκε στην ψυχική υγεία (22% ανέφεραν κατάθλιψη, έναντι 32% στην ομάδα ελέγχου), καθώς και στην ικανοποίηση από τη ζωή (μέσο σκορ 7,3 έναντι 6,8). Δεν είναι και λίγο αυτό. Η οικονομική ανασφάλεια στρεσάρει τους ανθρώπους, και τους παρασύρει σε λάθη που τα πληρώνουν ακριβά, βυθίζοντάς τους ακόμη περισσότερο στην οικονομική ανασφάλεια. Το βασικό εισόδημα σπάει αυτόν τον φαύλο κύκλο. Μόνο και μόνο για αυτό, αξίζει να εξεταστεί σοβαρά.