8 Ιανουαρίου 2026

Η οικονομία το 2026 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ και ως μέρος του ELIAMEP Policy Paper #194.


Η παγκόσμια οικονομία έχει εδώ και μερικά χρόνια εισέλθει σε φάση ακραίας αβεβαιότητας. Σε τέτοιες συνθήκες, κάθε πρόβλεψη για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας για το 2026 δεν μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένη.

Οι κύριες αιτίες αβεβαιότητας είναι γεωπολιτικές: συνδέονται με την εξέλιξη του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, την εμπορική πολιτική και τη γενικότερη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΕ (και τον υπόλοιπο κόσμο), την οικονομική και εξωτερική πολιτική της Κίνας, καθώς και την αντιμετώπιση όλων αυτών εκ μέρους της Ευρώπης.

Πιο συγκεκριμένα: Η ρωσική επιθετικότητα κοστίζει ήδη ακριβά στην ευρωπαϊκή οικονομία. Προς το παρόν, η Ευρώπη υφίσταται έναν ακήρυχτο υβριδικό πόλεμο, με τη μορφή σαμποτάζ των υποδομών, με πλήθος ενδείξεων ρωσικής ανάμειξης. Ταυτόχρονα, η Ρωσία αναμειγνύεται στην εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών, με στόχο την υπονόμευση των εχθρικών σε αυτήν κυβερνήσεων, και την υποστήριξη αντιευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, συνήθως της ακροδεξιάς αλλά ενίοτε και της ακροαριστεράς. Η μεσοπρόθεσμη απειλή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το ιδεώδες σενάριο από τη σκοπιά του Προέδρου Πούτιν (διαμελισμός Ουκρανίας, ουδετερότητα ΗΠΑ, αυτοακύρωση του ΝΑΤΟ, προεδρία Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία, άνοδος AfD στη Γερμανία, νίκη Reform στη Βρετανία) θα σήμαινε το τέλος της 80χρονης περιόδου οικονομικής ευημερίας και δημοκρατικής σταθερότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η δημοσίευση τον περασμένο μήνα από τον Λευκό Οίκο της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ επιβεβαίωσε ό,τι πολλοί στην Ευρώπη ήδη φοβόνταν αλλά αρνούνταν να παραδεχθούν. Ο Πρόεδρος Τραμπ και το επιτελείο του δηλώνουν χωρίς περιστροφές δύο πράγματα: Πρώτον, ότι περιφρονούν τη σημερινή Ευρώπη και λοιδωρούν τις θεμελιώδεις αξίες της (την εμμονή στη φιλελεύθερη δημοκρατία, τον σεβασμό του κράτους δικαίου, τη ρύθμιση των αγορών, την επιδίωξη της κοινωνικής συνοχής). Δεύτερον, ότι επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την ανατροπή των κυβερνήσεων που παραμένουν πιστές σε αυτές τις θεμελιώδεις αξίες, και εργάζονται για αυτό υποστηρίζοντας “πατριωτικές” κυβερνήσεις και ακροδεξιά κόμματα στην αντιπολίτευση. Όσο διαρκεί αυτό, η συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τα αμερικανικά οπλικά συστήματα θα συνιστά υπαρξιακό κίνδυνο για την ασφάλεια και την ελευθερία στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η στάση της Κίνας επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία με δύο κυρίως τρόπους: Αφενός, η κινεζική κυβέρνηση παρέχει αφειδώς οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική βοήθεια στη Ρωσία, επιτρέποντας στην τελευταία να συνεχίζει τον επιθετικό της πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Αφετέρου, όσο η εσωτερική ζήτηση παραμένει υπερβολικά αναιμική για να απορροφήσει την εγχώρια παραγωγή, οι κινεζικές εξαγωγές κατακλύζουν τις αγορές της Ευρώπης, απειλώντας με αφανισμό κάποτε κραταιούς κλάδους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε μια πιο ήρεμη εποχή, αυτό το τελευταίο θα μπορούσε – με δυσκολία – να γίνει αποδεκτό (εφόσον είναι συμβατό με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου), ως μέρος της αδιάκοπης παραγωγικής αναδιάρθρωσης που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική οικονομία ήδη από τη Βιομηχανική Επανάσταση, και να αποτελέσει αντικείμενο χειρισμού για την αποφυγή μεγάλων κοινωνικών εντάσεων στις πληγείσες περιφέρειες. Στη σημερινή εποχή, ο εφησυχασμός των ευρωπαϊκών ελίτ, πολιτικών και οικονομικών, καθώς και η υποτίμηση του κινδύνου εξάρτησης από την Κίνα, φαντάζει εκτός χρόνου και τόπου. (Συμπτωματικά, ο εφησυχασμός αυτός αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο η κινεζική ηγεσία περιφρονεί την Ευρώπη, ως πάλαι ποτέ οικονομική υπερδύναμη χωρίς συναίσθηση της παρακμής της.)

Αναπόφευκτα, το ζοφερό διεθνές πλαίσιο σκοτεινιάζει τις προσδοκίες, συμπιέζει τις επενδύσεις, κάνει επιφυλακτικούς τους καταναλωτές. Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη στέκεται διχασμένη και αναποφάσιστη μπροστά στα ζητήματα που θα κρίνουν το μέλλον της. Η επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, η συστηματική δουλειά για την κατάκτηση της στρατηγικής αυτονομίας, και η υπεύθυνη αντιμετώπιση των κινδύνων που παραμονεύουν στη μεταβατική περίοδο είναι πλέον ζωτικής σημασίας. Όμως οι ηγεσίες που υποστηρίζουν μια τέτοια στάση δείχνουν κουρασμένες, αποπροσανατολισμένες, στραμμένες στα εσωτερικά προβλήματα. Η αφύπνιση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, προϋπόθεση για μια δημιουργική διέξοδο από τη σημερινή στασιμότητα, δείχνει ακόμη δύσκολη.

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία σημείωνε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το μέσο όρο της ΕΕ. Όμως, οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου, το οποίο έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δείχνουν ότι αυτή η επίδοση δύσκολα θα επαναληφθεί τα επόμενα χρόνια, ενώ από το 2029 ο ρυθμός ανάπτυξης θα πέσει κοντά στο μηδέν. Η σταδιακή ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης κινδυνεύει να αφήσει χάσμα, που θα διευρύνει το ήδη μεγάλο επενδυτικό κενό, το οποίο περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η αποτροπή αυτού του κινδύνου είναι ευθύνη όλων των ζωντανών δυνάμεων της χώρας.