Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Ιουνίου 2022

«Μάθαμε να ρίχνουμε, και χτυπάμε στα ίσια»

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στο σεμινάριο «Η γενοκτονία των Εβραίων (1942-1945): Ιστορία, μνήμη, αναπαραστάσεις» (επιμέλεια: Οντέτ Βαρών-Βασάρ). Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος (Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Μάρτιος 2022).

Όταν στις αρχές του μακρινού 1995, πρότεινα στον Θόδωρο Μαλικιώση (1932-2019), ψυχή των εκδόσεων «Θεμέλιο», να εκδώσει στα ελληνικά το «Αν όχι τώρα, πότε;» του Πρίμο Λέβι, για να τον πείσω εκθείασα το βιβλίο και τον συγγραφέα. Όπως απεδείχθη, υπήρξα πιο πειστικός από όσο περίμενα: δέχθηκε να το εκδώσει εάν αναλάμβανα εγώ τη μετάφρασή του. Εκείνη την εποχή εκτός από νέος και άμυαλος ήμουν επιπλέον και άνεργος: δέχθηκα χωρίς να το πολυσκεφτώ, και αμέσως άρχισα να μεταφράζω, με τη βοήθεια της Κιάρα Μορόνι.

Το 1995 ο Πρίμο Λέβι ήταν ακόμη άγνωστος στην Ελλάδα. Είχαν μεταφραστεί στη γλώσσα μας δύο μόνο βιβλία του: το «Περιοδικό σύστημα» (Καστανιώτης) και το «Λίλιθ και άλλες ιστορίες» (Ροδαμός). Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» και η «Ανακωχή», τα αριστουργήματα που χάρισαν στον Πρίμο Λέβι εξέχουσα θέση στο πάνθεον της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, κυκλοφόρησαν λίγο μετά, το 1997 και το 1998 αντιστοίχως.

Από όλα τα βιβλία του Πρίμο Λέβι που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, το «Αν όχι τώρα, πότε;» είναι το μόνο που έχει εξαντληθεί. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι απόδειξη της μεγάλης του απήχησης, αλλά αντίθετα της χλιαρής υποδοχής του.

Μόνο εικασίες μπορεί να κάνει κανείς για τις αιτίες αυτής της χλιαρής υποδοχής. Υποψιάζομαι, όμως, ότι ίσως συνέβαλε σε αυτό η ιδιαιτερότητα του ίδιου του βιβλίου. Το «Αν όχι τώρα, πότε;» δεν μοιάζει με τα άλλα βιβλία του Πρίμο Λέβι: είναι fiction – επινοημένη μυθιστορία (βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα), αντί για αυτοβιογραφικό βίωμα (μετουσιωμένο σε υψηλή λογοτεχνία). Από εκεί και πέρα, έχοντας βγει από την ίδια πέννα, είναι γραμμένο με την ίδια «μαστοριά» όπως τα άλλα βιβλία του, και με το ίδιο ανεπιτήδευτο ύφος, που σχεδόν αφήνει να μιλήσουν μόνα τους τα γεγονότα που περιγράφει, απορρίπτοντας τη ρητορική, τη μεγαλοστομία, το συναισθηματισμό, τον εύκολο εντυπωσιασμό.

Γράφει ο ίδιος ο Λέβι στο «Επίμετρο» του «Αν όχι τώρα, πότε;»:

Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από όσα μου διηγήθηκε πριν πολλά χρόνια ένας φίλος μου, που το καλοκαίρι του 1945 στο Μιλάνο είχε εργαστεί εθελοντικά στο γραφείο βοηθείας που περιγράφεται στο τελευταίο κεφάλαιο. Εκείνη την εποχή κατέφθαναν πραγματικά στην Ιταλία, μαζί με ένα τεράστιο κύμα επαναπατριζομένων και προσφύγων, ομάδες μαχητών παρόμοιες με αυτήν που επιχείρησα να περιγράψω: άντρες και γυναίκες που τους είχαν σκληρύνει μα όχι ταπεινώσει δοκιμασίες χρόνων, επιζήσαντες ενός πολιτισμού που ο ναζισμός είχε καταστρέψει μέχρι τις ρίζες, εξαντλημένοι μα με πλήρη συνείδηση της αξιοπρέπειάς τους. (σελ. 351)

Όπως έγραφα στον «Πρόλογο»:

Αντίθετα από ό,τι στα περισσότερα βιβλία του, στο «Αν όχι τώρα, πότε;» ο Πρίμο Λέβι εξιστορεί όχι τις – ευθέως ή εμμέσως – προσωπικές του εμπειρίες, αλλά τις σχεδόν απίστευτες περιπέτειες μιας ομάδας εβραίων παρτιζάνων, Ρώσων και Πολωνών, που βαδίζουν πολεμώντας από τα βαλτοτόπια της Λευκορωσίας μέχρι την ελεύθερη πια Ιταλία, σε μια περίοδο που εκτείνεται από τον Ιούλιο του 1943 ως τον Αύγουστο του 1945. Πρόκειται για μια ιστορία επινοημένη αλλά βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, μέρος της σχεδόν ξεχασμένης εποποιίας των δεκάδων χιλιάδων εβραίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που, αντί να υποταχθούν στην φριχτή τους μοίρα της εξόντωσης, βρήκαν τη δύναμη να αντισταθούν και να ανταποδώσουν τα πλήγματα ενός εχθρού που είχε θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο ολοκληρωτικής εξολόθρευσης. (σελ. 12–13)

Ο ίδιος ο συγγραφέας, σε μια συνομιλία του με τον Φίλιπ Ροθ που αναδημοσιεύτηκε από το περιοδικό The New York Review of Books στην εφημερίδα La Stampa (26–27 Νοεμβρίου 1986), μίλησε ως εξής για το βιβλίο του:

Το «Αν όχι τώρα, πότε;» είναι ένα βιβλίο με απρόσμενη μοίρα. Διάφορα κίνητρα με ώθησαν να το γράψω. Τα απαριθμώ εδώ κατά σειρά σπουδαιότητας.

Είχα βάλει ένα είδος στοιχήματος με τον εαυτό μου. Μετά από τόση αυτοβιογραφία, ανοιχτή ή μεταμφιεσμένη, είσαι ή δεν είσαι συγγραφέας με πλήρη δικαιώματα, ικανός να οικοδομήσεις ένα μυθιστόρημα, να δημιουργήσεις πρόσωπα, να περιγράψεις τοπία στα οποία δεν έχεις βρεθεί ποτέ; Απόδειξέ το!

Ήθελα να διασκεδάσω γράφοντας ένα «γουέστερν» προσαρμοσμένο σε ένα ασυνήθιστο σενάριο. Ήθελα να διασκεδάσω τους αναγνώστες μου διηγούμενος μια ιστορία ουσιαστικά αισιόδοξη, γεμάτη ελπίδα, εύθυμη κατά διαστήματα, αν και με υπόβαθρο τις σφαγές.

Ήθελα να διαλύσω έναν κοινό τόπο ακόμη διαδεδομένο στην Ιταλία: ότι οι Εβραίοι είναι πράοι, άνθρωποι των βιβλίων (θρήσκοι ή κοσμικοί), άτομα ταπεινωμένα που έχουν υποστεί αιώνες διώξεων χωρίς ποτέ να εξεγερθούν. Αισθάνθηκα υποχρεωμένος να αποτίσω φόρο τιμής σε εκείνους τους Εβραίους που σε συνθήκες απελπιστικές βρήκαν τη δύναμη και την ευφυΐα να αντισταθούν στους Ναζί.

Έτρεφα επίσης τη φιλοδοξία να γίνω ο πρώτος ιταλός συγγραφέας που περιγράφει τον κόσμο των γίντις. Ήθελα με άλλα λόγια να «χρησιμοποιήσω» τη δημοτικότητά μου στην Ιταλία για να βάλω στα χέρια πολλών αναγνωστών ένα βιβλίο που να έχει ως αντικείμενό του την κουλτούρα, τη γλώσσα, τη νοοτροπία και την ιστορία του ασκεναζικού εβραϊσμού, που στην Ιταλία είναι ουσιαστικά άγνωστος.

Η εγκυρότητα αυτών των κινήτρων αναγνωρίστηκε σε διαφορετικό βαθμό στις διάφορες χώρες στις οποίες εκδόθηκε το βιβλίο. Στην Ιταλία γνώρισε πλήρη επιτυχία σε όλους τους τομείς. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την Αγγλία και τη Γερμανία, κρίνοντας τουλάχιστον από τις πρώτες αντιδράσεις κοινού και κριτικών. Στη Γαλλία πέρασε ουσιαστικά απαρατήρητο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε μέτρια επιτυχία: η Yiddishkeit του κρίθηκε ήδη πασίγνωστη – θέμα, με άλλα λόγια, υπερβολικά οικείο ώστε να μιλά κανείς ακόμη για αυτό. Εξ άλλου, ο αμερικανός αναγνώστης συνειδητοποίησε ένα πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή επρόκειτο για ένα βιβλίο «γιντ» γραμμένο από έναν συγγραφέα που δεν είναι «γιντ», μα που προσπάθησε να γίνει μελετώντας κείμενα και ακούγοντας αφηγήσεις.

Προσωπικά είμαι ικανοποιημένος από αυτό το βιβλίο, κυρίως επειδή διασκέδασα πολύ σχεδιάζοντας και γράφοντάς το. Για πρώτη και μοναδική φορά στη συγγραφική μου καριέρα είχα την εντύπωση ότι τα πρόσωπα του βιβλίου μου ήταν ζωντανά, ότι βρίσκονταν γύρω μου, και ότι μου υποδείκνυαν τα ίδια τις περιπέτειες τους και τους διαλόγους τους. Ο ένας χρόνος που είχα αφιερώσει στο γράψιμό του υπήρξε χρόνος ευτυχισμένος. Για αυτό, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, για μένα το βιβλίο αυτό υπήρξε απελευθερωτικό.

Δεν είναι μόνο το θέμα του βιβλίου συναρπαστικό: είναι και οι χαρακτήρες του γοητευτικοί. Όχι επειδή είναι ήρωες (αν και το να πολεμάς ένας εναντίον εκατό είναι οπωσδήποτε ηρωικό), αλλά επειδή είναι γεμάτοι ατέλειες, σέρνουν πίσω τους φριχτές μνήμες, και όμως καταφέρνουν να διατηρήσουν μέσα στις πιο εφιαλτικές συνθήκες τον αυτοσεβασμό τους και την ανθρωπιά τους.

Ας αρχίσουμε με τον Γκένταλε, τον ιδιόρρυθμο ηγέτη της ομάδας των εβραίων παρτιζάνων:

Μερικοί κοιμούνταν ήδη όταν ο Γκένταλε πήρε το βιολί και άρχισε να τραγουδά. Μα δεν τραγουδούσε για να τον χειροκροτήσουν. Τραγουδούσε χαμηλόφωνα, αυτός που ήταν τόσο φωνακλάς όταν μιλούσε. Άλλοι γκενταλιστές άρχισαν και αυτοί να τραγουδούν. Κάποιες από τις φωνές της χορωδίας ήταν αρμονικές και άλλες λιγότερο, μα όλοι τραγουδούσαν με πεποίθηση και συγκίνηση. Ο Μέντελ και οι δικοί του άκουγαν κατάπληκτοι τον ρυθμό, που ήταν γοργός, σχεδόν μαρς, και τα λόγια, που ήταν αυτά:

Μας αναγνωρίζετε; Είμαστε τα πρόβατα του γκέττο
Κουρεμένα για χίλια χρόνια, παραιτημένα στην προσβολή.
Είμαστε οι ράφτες, οι γραφιάδες, και οι ψάλτες
Μαραμένοι στον ίσκιο του Σταυρού.

Τώρα μάθαμε τα μονοπάτια του δάσους
Μάθαμε να ρίχνουμε, και χτυπάμε στα ίσια.

Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι για μένα;
Αν όχι έτσι πώς; Κι αν όχι τώρα, πότε;

Τα αδέλφια μας ανέβηκαν στον ουρανό
Μέσα από τις καμινάδες του Σομπιμπόρ και της Τρεμπλίνκα
Σκάψανε οι ίδιοι έναν τάφο στον αέρα.
Μόνο εμείς οι λίγοι επιζήσαμε
Για την τιμή του καταποντισμένου μας λαού
Για την εκδίκηση και τη μαρτυρία.

Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι για μένα;
Αν όχι έτσι πώς; Κι αν όχι τώρα, πότε;

Είμαστε οι γιοι του Δαυίδ, οι πεισματάρηδες της Μακηδά
Ο καθένας από μας κουβαλά στην τσέπη του την πέτρα
Που κομμάτιασε το μέτωπο του Γολιάθ.
Αδέλφια, μακριά από την Ευρώπη των μνημάτων:
Ας κατεβούμε μαζί προς τη γη εκείνη
Όπου θα είμαστε άνθρωποι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι για μένα;
Αν όχι έτσι πώς; Κι αν όχι τώρα, πότε;

Μόλις σταμάτησαν να τραγουδάνε, αποκοιμήθηκαν όλοι τυλιγμένοι στις κουβέρτες. Ξαγρυπνούσαν μόνο οι σκοποί, σκαρφαλωμένοι στα δέντρα στις τέσσερις γωνίες του στρατοπέδου. Το άλλο πρωί ο Μέντελ ρώτησε τον Γκένταλε:

«Τι τραγουδούσατε χθες το βράδυ; Είναι ο ύμνος σας;»

«Πες το έτσι αν θέλεις. Αλλά δεν είναι ύμνος, είναι απλώς ένα τραγούδι.»

«Εσύ το έχεις συνθέσει;»

«Η μουσική είναι δική μου, αλλά αλλάζει λίγο από μήνα σε μήνα, γιατί δεν είναι γραμμένη πουθενά. Τα λόγια, αντίθετα, δεν είναι δικά μου. Να τα, κοίτα, είναι γραμμένα εδώ.»

Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης του ο Γκένταλε ανέσυρε έναν φάκελο από μουσαμά δεμένο με σπάγκο. Τον έλυσε και έβγαλε ένα φύλλο χαρτί, διπλωμένο, τσαλακωμένο, με την επικεφαλίδα 13 Juni Samstag. Ήταν σκισμένο άγαρμπα από μια ατζέντα, και ήταν όλο σκεπασμένο με γίντις χαρακτήρες γραμμένους με μολύβι. Ο Μέντελ το πήρε, το κοίταξε με προσοχή, και μετά το έδωσε πίσω στον Γκένταλε.

«Με δυσκολία διαβάζω τυπωμένα γράμματα, χειρόγραφα δεν διαβάζω καθόλου. Έχω ξεχάσει.»

 Ο Γκένταλε είπε: «Εγώ έμαθα να διαβάζω αργά, το ’42, στο γκέττο του Κοσσόβου. Εκεί ήταν μαζί μας ο Μαρτίν Φοντάς. Στο επάγγελμα ήταν ξυλουργός, και έτσι κέρδιζε το ψωμί του μέχρι το τέλος, αλλά το πάθος του ήταν να συνθέτει τραγούδια. Τα έγραφε όλα μόνος του, λόγια και μουσική, και ήταν γνωστός σε όλη τη Γαλικία. Τα συνόδευε με την κιθάρα, και τραγουδούσε τα τραγούδια του σε γάμους και γιορτές της υπαίθρου, καμιά φορά και σε καφέ με ζωντανή μουσική. Ήταν ειρηνικός άνθρωπος, και είχε τέσσερις γιους, αλλά ήταν μαζί μας στην εξέγερση του γκέττο, το έσκασε μαζί μας και ήρθε στο δάσος, μόνος και όχι πια νέος: όλοι οι δικοί του είχαν σκοτωθεί. Τον επόμενο χρόνο, την άνοιξη, στα μέρη του Νοβογκρουντόκ, έγινε μια άσχημη εκκαθαριστική επιχείρηση. Οι μισοί από εμάς πέθαναν πολεμώντας, ο Μαρτίν τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Γερμανός που του έκανε σωματική έρευνα βρήκε στην τσέπη του ένα φλάουτο. Ήταν περισσότερο φλογέρα παρά φλάουτο, ένα παιγνιδάκι της πεντάρας που ο Μαρτίν είχε φτιάξει μόνος του λαξεύοντας ένα κλαδί. Λοιπόν, εκείνος ο Γερμανός ήταν φλαουτίστας, και είπε του Μαρτίν ότι οι παρτιζάνοι απαγχονίζονται και οι Εβραίοι τουφεκίζονται, αλλά αφού εκείνος ήταν και Εβραίος και παρτιζάνος μπορούσε να διαλέξει. Αλλά ήταν και μουσικός, και έτσι, σαν Γερμανός που αγαπούσε τη μουσική, του επέτρεπε να εκφράσει μια τελευταία επιθυμία – αρκεί να ήταν λογική.

»Ο Μαρτίν ζήτησε να συνθέσει ένα τελευταίο τραγούδι, κι ο Γερμανός του παραχώρησε μισή ώρα καιρό, του έδωσε αυτό το φύλλο χαρτί, και τον έκλεισε σε ένα κελί. Πέρασε η μισή ώρα, γύρισε, τον έβαλε να του δώσει το τραγούδι, και τον σκότωσε. Ένας Ρώσος μας τη διηγήθηκε αυτή την ιστορία: στην αρχή συνεργαζόταν με τους Γερμανούς, μετά οι Γερμανοί τον υποπτεύθηκαν ότι παίζει διπλό παιγνίδι και τον έκλεισαν στο διπλανό κελί από του Μαρτίν, αλλά κατάφερε να αποδράσει και έμεινε μερικούς μήνες μαζί μας. Φαίνεται ότι ο Γερμανός ήταν υπερήφανος για το τραγούδι του Μαρτίν, το έδειχνε σε όλους σαν αξιοπερίεργο, σχεδίαζε να το δώσει να του το μεταφράσουν με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά δεν πρόλαβε. Δεν τον αφήναμε από τα μάτια μας, τον ακολουθήσαμε, τον ξεμοναχιάσαμε, και μια νύχτα μπήκαμε ξυπόλυτοι στην επιταγμένη ίσμπα όπου έμενε. Σε εμένα αρέσει η δικαιοσύνη, και ήθελα να τον ρωτήσω ποια είναι η τελευταία του επιθυμία, μα ο Μόττελ με πίεζε να βιαστώ, και έτσι τον στραγγάλισα στο κρεβάτι του. Βρήκαμε πάνω του το φλάουτο του Μαρτίν και το τραγούδι: σε εκείνον δεν έφερε τύχη, αλλά για μας είναι σαν φυλαχτό. Να, κοίτα εδώ: μέχρι εδώ κάτω είναι οι στίχοι που μας άκουσες να τραγουδάμε, κι αυτά τα λόγια στο τέλος λένε τα εξής: «Γραμμένο από εμένα, τον Μαρτίν Φοντάς, που πρόκειται να πεθάνει. Σάββατο 13 Ιουνίου 1943.» Η τελευταία φράση δεν είναι στα γίντις αλλά στα εβραϊκά, λόγια που γνωρίζεις: «Άκουε Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών Κύριος είς εστί.»

»Είχε συνθέσει κι άλλα πολλά τραγούδια, χαρούμενα και λυπητερά. Το πιο διάσημο το είχε γράψει πολλά χρόνια πριν φτάσουν οι Γερμανοί στην Πολωνία, με αφορμή ένα πογκρόμ: εκείνο τον καιρό τα πογκρόμ φρόντιζαν να τα κάνουν οι χωρικοί. Όλοι οι Πολωνοί το γνωρίζουν, όχι μόνο οι Εβραίοι, μα κανείς δεν ξέρει ότι το έχει συνθέσει ο Μαρτίν ο ξυλουργός.»

Ο Γκένταλε τακτοποίησε τον φάκελο και τον ξανάβαλε στην τσέπη. «Φτάνει τώρα: σκέψεις σαν κι αυτές δεν είναι για όλες τις μέρες. Είναι καλές για μια στο τόσο, αλλά αν τις αφήνεις μέσα σου σε δηλητηριάζουν, και μετά δεν είσαι πια παρτιζάνος. Και κράτα το καλά στο μυαλό σου ότι εγώ σε τρία πράγματα πιστεύω μόνο: στη βότκα, στις γυναίκες, και στο οπλοπολυβόλο. Κάποτε πίστευα και στη λογική, αλλά τώρα πια όχι.» (σελ. 165–169)

Να πώς γράφει ο συγγραφέας για τον Μέντελ τον ωρολογοποιό, τον εξαντλημένο και απρόθυμο πολεμιστή, που έχει χάσει τα πάντα εκτός από την αξιοπρέπεια και την αίσθηση του δικαίου. Σε μια από τις πιο ελεγειακές σελίδες του βιβλίου, η ομάδα των Εβραίων παρτιζάνων, μαζί με μια ομάδα Πολωνών πατριωτών (παραδόξως, λιγότερο αντισημιτική), κατευθύνονται προς μια περιοχή όπου Πολωνοί και Ρώσοι μαχητές βρίσκονται περικυκλωμένοι από υπέρτερες δυνάμεις της Βέρμαχτ. Φτάνουν όταν η μάχη έχει μόλις τελειώσει, με νίκη των Γερμανών.

Ο βόμβος των οχημάτων των Γερμανών έγινε πιο ακαθόριστος, μέχρι που έσβησε. Ο Έντεκ διέταξε να προχωρήσουν αθόρυβα. Από δέντρο σε δέντρο, οι άντρες άρχισαν να ανεβαίνουν, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, ούτε κάποιο σημείο ζωής. Λίγο ψηλότερα τα δέντρα αραίωσαν, και μετά εξαφανίστηκαν: η ομίχλη είχε σηκωθεί, κι έγινε ορατό το πεδίο της μάχης. Η κορυφή του λόφου ήταν ένας χερσότοπος, αυλακωμένος από ίχνη μονοπατιών κι από έναν μοναδικό χωματόδρομο που έβγαζε σε ένα ογκώδες κτίσμα, ίσως κάποιο παλιό φρούριο. Το έδαφος ήταν γεμάτο νεκρούς, μερικοί ήταν ήδη παγωμένοι και αλύγιστοι, πολλοί ακρωτηριασμένοι ή κατακρεουργημένοι από τραύματα φριχτά. Δεν ήταν όλοι Πολωνοί της Armia Krajowa: μια συμπαγής ομάδα, που πρέπει να κράτησε μέχρι το τέλος, απαρτιζόταν από ρώσους παρτιζάνους. Άλλοι, στα όρια του πεδίου, ήταν της Βέρμαχτ.

«Είναι όλοι νεκροί. Δεν καταλαβαίνω από ποιον ζητούσαν να παραδοθεί», είπε ο Γκένταλε: χωρίς να το συνειδητοποιεί μιλούσε χαμηλόφωνα, σαν να ήταν σε εκκλησία.

«Δεν ξέρω», απάντησε ο Έντεκ. «Ίσως οι πυροβολισμοί που ακούσαμε φτάνοντας να ήταν των τελευταίων που είχαν εναπομείνει.»

Ο Μέντελ είπε: «Η ομίχλη προηγουμένως ήταν πολύ πυκνή, κι έτσι ζητούσαν από τους νεκρούς να παραδοθούν».

«Ίσως», είπε ο Μαριάν, «ο λόγος του μεγαφώνου να ήταν χαραγμένος σε δίσκο: οι Γερμανοί το έχουν κάνει κι άλλες φορές».

Εξερεύνησαν το έδαφος, εξετάζοντας τα σώματα ένα προς ένα: ίσως κάποιος να ήταν ακόμη ζωντανός. Κανείς δεν ήταν ζωντανός, μερικοί είχαν στον αυχένα ή στον κρόταφο το σημάδι της χαριστικής βολής. Ακόμη και στο φρούριο δεν υπήρχαν παρά νεκροί, Ρώσοι και Πολωνοί, κατά μεγάλο μέρος κλεισμένοι σε ένα πυργίσκο που τον είχε κάνει συντρίμμια μια βολή πυροβολικού. Πρόσεξαν ότι μερικοί από τους πεσόντες ήταν υπερβολικά αδύνατοι. Γιατί; 

«Άρα είναι αληθινή η φήμη που κυκλοφορεί», είπε ο Μαριάν.

«Ποια φήμη;» ρώτησε ο Μέντελ.

«Ότι στα Όρη του Αγίου Σταυρού υπήρχε μια φυλακή, κι ότι οι Γερμανοί άφηναν τους φυλακισμένους να πεθάνουν από την πείνα».

Πράγματι, στα υπόγεια του φρουρίου βρήκαν διαδρόμους και κελιά, οι ξύλινες πόρτες των οποίων είχαν παραβιαστεί. Ο Μέντελ βρήκε δυσανάγνωστες λέξεις γραμμένες με κάρβουνο πάνω σε έναν τοίχο, και φώναξε τον Έντεκ να τις αποκρυπτογραφήσει.

«Είναι τρεις στίχοι ενός ποιητή μας» είπε ο Έντεκ. «Λένε τα εξής»:

Μαρία, μην γεννάς στην Πολωνία
Αν δεν θέλεις να δεις το γιο σου
Καρφωμένο στο σταυρό μόλις γεννηθεί.
«Πότε τους έγραψε αυτούς τους στίχους ο ποιητής σας;» ρώτησε ο Γκένταλε.

«Δεν ξέρω. Αλλά για τη χώρα μου, οποιοσδήποτε αιώνας θα ταίριαζε».

Ο Μέντελ σιωπούσε, κι ένιωθε να κυριεύεται από σκέψεις πελώριες και μπερδεμένες. Όχι μόνο εμείς. Η θάλασσα της οδύνης δεν έχει πέρατα, δεν έχει βυθό, δεν μπορεί κανείς να την μετρήσει. Ορίστε, οι Πολωνοί, οι φανατικοί του Σταυρού, εκείνοι που μαχαίρωναν τους πατεράδες μας και εισέβαλλαν στη Ρωσία για να καταπνίξουν την επανάσταση. Και ο Έντεκ Πολωνός είναι. Και τώρα πεθαίνουν σαν κι εμάς, μαζί με εμάς. Πληρώνουν, δεν χαίρεσαι; Όχι, δεν χαίρομαι, το χρέος δεν μειώθηκε, αυξήθηκε, κανείς πια δεν μπορεί να το ξεπληρώσει. Μακάρι να μην πέθαινε κανένας πια. Ούτε κι οι Γερμανοί; Δεν ξέρω. Θα το σκεφτώ μετά, όταν θα έχουν όλα τελειώσει. Ίσως το να σκοτώνεις Γερμανούς είναι όπως όταν ο χειρουργός κάνει μια εγχείρηση: το να κόβεις ένα χέρι είναι φριχτό, αλλά πρέπει να γίνει και γίνεται. Ας τελειώσει ο πόλεμος Θεέ μου, που σε σένα δεν πιστεύω. Αν υπάρχεις, κάνε να τελειώσει ο πόλεμος. Γρήγορα και παντού. Ο Χίτλερ έχει ήδη ηττηθεί, αυτοί οι νεκροί δεν εξυπηρετούν πια κανέναν.

Δίπλα του, με τα πόδια όπως κι εκείνος μέσα στα ρείκια που ήταν λεκιασμένα από το αίμα και μουσκεμένα από τη βροχή, ο Έντεκ τον κοίταζε με πρόσωπο ωχρό.

«Προσεύχεσαι, Εβραίε;» τον ρώτησε. Μα στο στόμα του Έντεκ η λέξη «Εβραίος» δεν έσταζε φαρμάκι. Γιατί; Γιατί όλοι είναι Εβραίοι για κάποιον άλλον, γιατί και οι Πολωνοί είναι Εβραίοι για τους Γερμανούς και τους Ρώσους. Γιατί ο Έντεκ είναι άνθρωπος πράος, που έμαθε να πολεμάει. Διάλεξε το ίδιο με μένα κι είναι αδελφός μου, ακόμη κι αν εκείνος είναι Πολωνός και μορφωμένος, κι εγώ είμαι Ρώσος από χωριό και εβραίος ωρολογοποιός.» (σελ. 253–255)

Δεν βασανίζονται όλοι οι ήρωες του βιβλίου από αμφιβολίες και από τύψεις, όπως ο Μέντελ. Η Λίνε, για παράδειγμα, η υπερήφανη και γενναία πολεμίστρια, είναι γεμάτη βεβαιότητες. Να πώς φιλοτεχνεί το πορτραίτο της ο συγγραφέας:

«Η Λίνε μιλούσε λίγο, και ποτέ χωρίς λόγο: λίγες λέξεις μετά από σκέψη και χωρίς έμφαση, ειπωμένες με φωνή χαμηλή και ελαφρά ακατάληπτη, με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπο του συνομιλητή. Είχε τρόπους διαφορετικούς από εκείνους των γυναικών που είχε συναντήσει ο Μέντελ μέχρι τότε, Εβραίες ή όχι. Δεν ήταν ανάποδη, ούτε έκανε ψευτοντροπές, δεν έπαιζε θέατρο και δεν έκανε καπρίτσια. Όμως, όταν μιλούσε με κάποιον, πλησίαζε πρόσωπο με πρόσωπο, σαν να ήθελε να παρατηρήσει από κοντά τις αντιδράσεις του, συχνά ακουμπούσε και το χέρι της, μικρό και δυνατό, με τα νύχια μασημένα, στον ώμο ή στο μπράτσο του συνομιλητή της. Είχε άραγε συναίσθηση της θηλυκής φόρτισης αυτής της χειρονομίας; Ο Μέντελ την αντιλαμβανόταν έντονα, και δεν του έκανε έκπληξη που ο Λεονίντ ακολουθούσε τη Λίνε όπως ένας σκύλος ακολουθεί τον αφέντη του. Ήταν ίσως αποτέλεσμα της μακρόχρονης αποχής, αλλά του Μέντελ, όταν παρατηρούσε τη Λίνε, του ερχόταν στο μυαλό η Ραάβ, η πλανεύτρα της Ιεριχούς, και οι άλλες σαγηνεύτρες του ταλμουδικού θρύλου. Είχε βρει τα ίχνη τους σε ένα παλιό βιβλίο του ραββίνου δασκάλου του: ένα βιβλίο απαγορευμένο, μα ο Μέντελ ήξερε που ήταν κρυμμένο, και το είχε ξεφυλλίσει στα κρυφά αρκετές φορές, με όλη την περιέργεια ενός δεκατριάχρονου, ενώ ο ραββίνος κοιμόταν στην πνιγηρή ζέστη του μεσημεριού στην πολυθρόνα με την ψηλή πλάτη. Η Μελχόλ, που γοήτευε όποιον την έβλεπε. Η Ιαήλ, η θανατηφόρα παρτιζάνα του καιρού της, που είχε τρυπήσει το μέτωπο ενός στρατηγού με ένα καρφί, και που όμως πλάνευε όλους τους άντρες μόνο και μόνο με τον ήχο της φωνής της. Η Αβιγαία, η συνετή βασίλισσα, που μάγευε όποιον τη σκεφτόταν. Μα η Ραάβ ήταν ανώτερη όλων: όποιος άντρας πρόφερε απλώς το όνομά της έχυνε αμέσως το σπέρμα του.

Όχι, το όνομα της Λίνε δεν είχε αυτή την ιδιότητα. Όλοι στο Νοβοσέλσκι ήξεραν την ιστορία της Λίνε και του ονόματός της, που δεν είναι ούτε ρωσικό, ούτε γίντις, ούτε εβραϊκό. Οι γονείς της Λίνε, Ρωσοεβραίοι φοιτητές φιλοσοφίας, την είχαν φέρει στον κόσμο χωρίς να το πολυσκεφτούν μέσα στα πύρινα χρόνια της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου. Ο πατέρας της είχε καταταγεί εθελοντής και είχε χαθεί στη Βολίνια, σε μάχη εναντίον των Πολωνών. Η μητέρα της είχε βρει δουλειά ως εργάτρια σε ένα υφαντουργείο. Νωρίτερα είχε πάρει μέρος στην οκτωβριανή επανάσταση επειδή είχε δει σε αυτήν τη δική της απελευθέρωση, ως Εβραία και ως γυναίκα. Είχε οργανώσει συγκεντρώσεις στις πλατείες, και είχε βγάλει λόγους στα Σοβιέτ: ήταν οπαδός και θαυμάστρια της Έμμελιν Πάνκχερστ, της ευγενικής και αδάμαστης κυρίας που το 1918 είχε κατακτήσει το δικαίωμα της ψήφου για τις Αγγλίδες, και ήταν ευτυχής που είχε φέρει στον κόσμο ένα κοριτσάκι μερικούς μήνες αργότερα, γιατί έτσι είχε μπορέσει να της δώσει το όνομα Έμμελιν, που όλοι από το νηπιαγωγείο ακόμη είχαν συντομεύσει σε Λίνε. Αλλά ούτε κι η γιαγιά της Λίνε από τη μητέρα της, η Άννα Καμίνσκαγια, ήταν γυναίκα για κουζίνα, μωρά, και εκκλησία. Είχε γεννηθεί το 1858, τον ίδιο χρόνο, μήνα και μέρα με την Πάνκχερστ, το είχε σκάσει από το σπίτι για να σπουδάσει οικονομικά στη Ζυρίχη, και είχε γυρίσει μετά στη Ρωσία για να κηρύξει την παραίτηση από όλα τα γήινα αγαθά, την καταγγελία του γάμου, και την ισότητα όλων των εργατών, χριστιανών ή εβραίων, αντρών ή γυναικών. Για αυτό την είχαν εκτοπίσει στο Ομσκ, όπου είχε γεννηθεί η μητέρα της Λίνε. Στη μικροσκοπική κάμαρα όπου κατοικούσαν, στο Τσέρνικωβ, η Λίνε θυμόταν να κρέμεται κορνιζαρισμένη στον τοίχο πίσω από τη σόμπα η φωτογραφία της Πάνκχερστ που η μητέρα της είχε κόψει από ένα περιοδικό: στη σύλληψή της το 1914, η μικροσκοπική επαναστάτρια με τη μακριά φούστα και το καπελάκι με φτερά στρουθοκάμηλου ήταν μετέωρη στον αέρα, δυο πιθαμές από το λονδρέζικο πλακόστρωτο που γυάλιζε στη βροχή, αξιοπρεπής και απαθής μέσα στα χέρια ενός βρετανού αστυνομικού που έσφιγγε την ισχνή της πλάτη πάνω στην τεράστια κοιλιά του.

Στο Τσέρνικωβ, και μετά στο Κίεβο όπου είχε μετακομίσει για να σπουδάσει δασκάλα, η Λίνε σύχναζε σε σιωνιστικούς κύκλους και ταυτόχρονα στην τοπική Κομσομόλ. Δεν έβλεπε καμιά αντίφαση ανάμεσα στον σοβιετικό κομμουνισμό και στον αγροτικό κολλεκτιβισμό που κήρυτταν οι σιωνιστές. Όμως μετά το 1932 η ζωή των σιωνιστικών οργανώσεων έγινε όλο και πιο δύσκολη, μέχρι που διαλύθηκαν επίσημα. Στους Εβραίους που επιθυμούσαν μια γη δική τους, στην οποία να οργανωθούν και να ζήσουν σύμφωνα με τις δικές τους παραδόσεις, ο Στάλιν είχε προσφέρει μια άθλια περιοχή στην ανατολική Σιβηρία, το Μπιρομπιτζάν: όποιος ήθελε να ζήσει ως Εβραίος ας πήγαινε στη Σιβηρία, αν κάποιος απέρριπτε τη Σιβηρία πάει να πει ότι προτιμούσε να είναι Ρώσος. Τρίτος δρόμος δεν υπήρχε. Αλλά τι μπορεί να κάνει ένας Εβραίος που θέλει να είναι Ρώσος, όταν ο Ρώσος τον αποκλείει από το πανεπιστήμιο, τον φωνάζει «Γιντ», παρακινεί εναντίον του τους οργανωτές των πογκρόμ, και συνάπτει συμμαχία με τον Χίτλερ; Τίποτε δεν μπορεί να κάνει, ειδικά αν είναι γυναίκα. Η Λίνε είχε μείνει στο Τσέρνικωβ, όταν ήρθαν οι Γερμανοί έκλεισαν τους Εβραίους στο γκέττο, εκεί είχε ξαναβρεί μερικούς από τους φίλους της, σιωνιστές του Κιέβου. Μαζί, κι αυτή τη φορά με τη βοήθεια των σοβιετικών παρτιζάνων, είχαν αγοράσει λιγοστά όπλα, και είχαν μάθει να τα χρησιμοποιούν. Η Λίνε δεν είχε κλίση στις θεωρίες: στο γκέττο είχε υποφέρει από την πείνα, το κρύο και την κούραση, αλλά είχε αισθανθεί τις πολλές ψυχές της να ενώνονται. Η γυναίκα, η Εβραία, η σιωνίστρια και η κομμουνίστρια είχαν συμπυκνωθεί σε μια μόνο Λίνε, που είχε έναν και μόνο εχθρό.» (σελ. 127–129)

Έχει περάσει πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα από την έκδοση του βιβλίου, έκτοτε έγραψα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις για διάφορα θέματα, και για όλα τα γραπτά μου είμαι υπερήφανος. Για κανένα όμως δεν είμαι τόσο περήφανος όσο για αυτή τη μετάφραση.

1 Ιουλίου 2021

Οι μάταιες προφυλάξεις

Το διήγημα του Dino Buzzati "Le precauzioni inutili" δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Corriere della Sera (15 Ιουνίου 1955), και στη συνέχεια στη συλλογή "Sessanta racconti". Milano: Εκδόσεις Mondadori (1958). Η μετάφραση δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιούλιος 2021).

Τώρα που εκείνος έφυγε, και δεν θα φανεί ποτέ πια, εξαφανισμένος, σβησμένος από το πλαίσιο της ζωής της ακριβώς σαν να ήταν νεκρός, σε εκείνη, την Ιρένε, δεν μένει παρά να εξοπλιστεί με όλο το κουράγιο που μια γυναίκα μπορεί να ζητήσει από το Θεό και να ξεριζώσει όλα τα κλαδιά που συνδέουν εκείνον τον άτυχο έρωτα με τα σπλάχνα της. Υπήρξε πάντοτε δυνατή κοπέλλα, η Ιρένε, δεν θα λιποψυχήσει τώρα.

Τα κατάφερε! Λιγότερο τρομερό από ό,τι νόμιζε. Και πιο σύντομο. Δεν πέρασαν ούτε τέσσερις μήνες, και να που απαλλάχθηκε τελείως. Είναι λίγο πιο αδύνατη, πιο χλωμή, πιο διαφανής, αλλά ελαφριά, με τη γλυκειά χαύνωση της ανάρρωσης που μέσα της αναρριγούν νέες ασαφείς ψευδαισθήσεις. Ω, υπήρξε γενναία, ηρωική υπήρξε, μπόρεσε να φανεί σκληρή με τον εαυτό της, απώθησε αποφασιστικά όλες τις σειρήνες των αναμνήσεων, στις οποίες θα ήταν εύκολο να αφεθεί νωχελικά.

Να καταστρέψει ό,τι είχε μείνει στα χέρια της, ακόμη και καρφίτσα, να κάψει γράμματα και φωτογραφίες, να πετάξει τα ρούχα που φόραγε όταν ήταν εκείνος, που ίσως πάνω τους το βλέμμα του είχε αφήσει ίχνη αόρατα, να ξεφορτωθεί τα βιβλία που και εκείνος είχε διαβάσει, που η κοινή τους γνώση διαμόρφωνε μια μυστική συνενοχή, να πουλήσει τον σκύλο που είχε πια μάθει να τον αναγνωρίζει και έτρεχε να τον υποδεχθεί στην καγκελόπορτα του κήπου, να εγκαταλείψει τις φιλίες που ανήκαν και στους δύο, ακόμη και να αλλάξει σπίτι επειδή σε αυτό το τζάκι εκείνος ένα βράδυ είχε ακουμπήσει με τον αγκώνα, επειδή ένα πρωί αυτή η πόρτα είχε ανοίξει, και πίσω της είχε εμφανιστεί εκείνος, επειδή το κουδούνι της πόρτας συνέχιζε να βγάζει τον ίδιο ήχο όπως τότε που εκείνος ερχόταν, και σε κάθε δωμάτιο της φαινόταν ότι αναγνώριζε κάποιο δικό του μυστηριώδες αποτύπωμα. Επίσης: να συνηθίσει να σκέφτεται άλλα πράγματα, να λυώνει στη δουλειά ώστε τα βράδυα όταν ο κίνδυνος παρουσιαζόταν πιο απειλητικός να την ισοπεδώνει ένας ύπνος βαρύς, να γνωρίσει νέους ανθρώπους, να συχνάζει σε νέα περιβάλλοντα, να αλλάξει ακόμη και το χρώμα των μαλλιών της.

Όλα αυτά είχε κατορθώσει να κάνει, με απελπισμένη αποφασιστικότητα, μην αφήνοντας αφύλαχτη καμμιά γωνία, καμμιά ρωγμή μέσα από την οποία να μπορεί να εισχωρήσει κάποια ανάμνηση. Και γιατρεύτηκε. Τώρα είναι πρωί, και η Ιρένε ετοιμάζεται να βγει από το σπίτι, φορώντας ένα ωραίο γαλάζιο φόρεμα που της έχει μόλις στείλει η μοδίστρα. Έξω ο ήλιος λάμπει. Αισθάνεται υγιής, νεανική, πεντακάθαρη μέσα, φρέσκια όπως τότε που ήταν δεκαέξη χρονών. Και ευτυχισμένη; Σχεδόν.

Αλλά από ένα γειτονικό σπίτι φθάνει ένα μικρό ηχητικό κύμα. Κάποιος άναψε το ραδιόφωνο ή έβαλε κάποιον δίσκο, ένα παράθυρο άνοιξε. Άνοιξε και αμέσως έκλεισε πάλι.

Ήταν αρκετό. Έξη ή επτά νότες, ένα παλιό ρεφραίν, το τραγούδι του. Έλα, γενναία Ιρένε, μην χάνεσαι για τόσο λίγο, τρέχα στη δουλειά, μην σταματάς, γέλα! Όμως ένα απαίσιο κενό έχει σχηματιστεί μέσα στο στήθος της, ένα χαντάκι έχει ήδη σκαφτεί. Για μήνες ολόκληρους ο έρωτας, αυτή η παράξενη καταδίκη, παρίστανε ότι κοιμόταν, ξεγελώντας την Ιρένε. Αρκούσε ένα τίποτα για να ξεχυθεί.

Έξω περνάνε τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι ζουν, κανείς δεν ξέρει για αυτή τη γυναίκα, που κάθεται σαν χαμένη στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, σαν κοριτσάκι που το έβαλαν τιμωρία, τσαλακώνοντας το ωραίο της καινούριο φόρεμα, και κλαίει με λυγμούς. Εκείνος είναι μακριά, δεν θα γυρίσει ποτέ πια, και ήταν όλα μάταια.

25 Μαΐου 2021

Παραλία με πετραδάκια


Απόσπασμα από το βιβλίο Trieste sottosopra («Τεργέστη άνω-κάτω»), του Mauro Covacich (σελίδα 88). Αναρτήθηκε στον ιστότοπο για τον πολιτισμό «dimart» (Τρίτη 25 Μαΐου 2021).


Ανάμεσα στην όγδοη και στην ένατη δημοτική πλαζ –μετρώντας πάντα όπως ερχόμαστε από το Miramare–, υπάρχει μια παραλία με πετραδάκια, γεμάτη από μυξιάρικα με κουβαδάκι και φτυάρι. Αυτό το σημείο της ακτής μαζεύει νεαρά ζευγάρια με παιδιά, και πρόσφατα προτιμάται από όλο και περισσότερους Σέρβους, ίσως επειδή τα ρηχά νερά ταιριάζουν με την όχι πολύ μεγάλη εξοικείωση αυτού του λαού με τη θάλασσα και με το κολύμπι γενικά. Η κοινότητά τους παγιώθηκε στην πόλη κυρίως τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν όλες οι οικοδομικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν Σέρβους εργάτες. Κατά τις έξι ή επτά το απόγευμα καταφθάνουν με τα λιγοστά τους πράγματα. Οι γυναίκες κρατούν τα παιδιά από το χέρι. Οι άνδρες έχουν ακόμη υπολείμματα σοβάδων στα μαλλιά, περπατάνε φουσκώνοντας μπρατσάκια για τα πιο μικρά. Εδώ, ανάμεσα στην τονωτική ομορφιά των νεαρών μαμάδων της Τεργέστης, έχουν φτιάξει μια ωραία παρέα τακτικών θαμώνων. Κάθονται κοντά ο ένας στον άλλον, γελάνε, αστειεύονται, δείχνουν την ίδια χαρά που πρέπει να δείχναμε εμείς οι Ιταλοί στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ένας από αυτούς έχει ξεχάσει το μαγιώ, και ανάμεσα στα γέλια των φίλων του πέφτει στο νερό με τα εσώρουχα, με την έκφραση του αόρατου ανθρώπου. Ένας άλλος πληρώθηκε τα αναδρομικά και κερνάει μπύρες από το περίπτερο. Είναι περίπου τριάντα χρονών, αλλά είναι τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτεροι από τους δικούς μας τριαντάρηδες. Αδύνατον να μην ζηλέψεις τα χαλασμένα τους δόντια, την ευτυχία τους.

1 Ιουλίου 2020

Η μηχανή του ανέμου

Απόσπασμα (κεφάλαια 34-36) από το μυθιστόρημα του Wu Ming 1 "La macchina del vento". Torino: Εκδόσεις Einaudi. Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιούλιος 2020).

34.

Ίσως να μου έπαιξε παράξενο παιγνίδι εκείνη η χαλάρωση, ή ίσως και εγώ, σαν τον Τζάκομο, να μην μπόρεσα άλλο να τα κρατάω όλα μέσα μου. Όπως και να είναι, μια μέρα παρά λίγο (επικίνδυνα λίγο) να τους διηγηθώ τα ονειροπολήματά[1] μου. Εν μέρει τα διηγήθηκα όντως, αν και τους άφησα να πιστέψουν ότι ήταν παιγνίδι, μια αθώα ψυχαγωγία[2].

Συνέβη στις 25 Ιουλίου, μια Πέμπτη. Εδώ και λίγο καιρό, τα πρωινά πηγαίναμε για μπάνιο στην Κάλα Ροσσάνο. Ήταν ένας όρμος ανάμεσα στο λιμάνι και σε ένα βραχώδες ύψωμα, τον διέσχιζε το μονοπάτι που οδηγούσε στο νεκροταφείο. Η παραλία είχε σχήμα μισοφέγγαρου, είχαμε την άδεια να μένουμε δύο ώρες, επιτηρούμενοι από τη στεριά και από τη θάλασσα. Αφήναμε τα κόκκινα βιβλιάρια σε έναν αστυνομικό στην παράγκα της εισόδου. Όση ώρα ήμαστε εκεί, μια βάρκα με μηχανή έμενε αγκυροβολημένη στο όριο του όρμου, με μέσα δύο ενόπλους. Συχνά οι δύο ένοπλοι ήταν οι αδελφοί Κιαραμαντέζι. Ντυμένοι στα μαύρα μέσα στον ήλιο, ψαρεύανε και μας κοιτάζανε μουτρωμένοι, πάντα έτοιμοι να μας ριχτούν με το παραμικρό πρόσχημα. Τους αγνοούσαμε με αρκετή ευκολία: κάναμε αγώνες κολύμβησης, αστεία στο νερό και κάστρα στην άμμο, σαν παιδιά. πάνω απ’ όλα, κάναμε ηλιοθεραπεία[3]. Πολλοί εκτοπισμένοι υπέφεραν από ρευματισμούς ή χειρότερα, η ηλιοθεραπεία ανακούφιζε τον πόνο.

Θυμάμαι την κομμουνίστρια Καμίλλα Ραβέρα[4]. Κτυπημένη από κάποια αδιευκρίνιστη αρρώστεια, την άνοιξη μετά βίας έβγαινε από το κτίριο. Της είχαν παραχωρήσει ένα δωματιάκι, αρχικά προορισμένο για την επιστάτρια, και έμενε σχεδόν συνέχεια στο κρεβάτι, παραπονιόταν για αδυναμία και ζαλάδες. Τα περισσότερα από τα φαγητά που δοκίμαζε της προκαλούσαν ενοχλήσεις, ιδίως το ψωμί και τα ζυμαρικά, και έτσι τρεφόταν με ρύζι, λαχανικά, φρούτα, και σχεδόν τίποτε άλλο. Οι ελλείψεις του Ιουνίου την είχαν ταλαιπωρήσει πολύ περισσότερο από εμάς: χειρότερα από εκείνη ήταν μόνο οι φθισικοί βαριάς μορφής.

Όμως με το που ήρθε το καλοκαίρι η Ραβέρα βγήκε από το κτίριο, στο πλευρό του Τερρατσίνι[5], και ήρθε στην Κάλα Ροσσάνο. Ήταν χλωμή και αδύνατη, αλλά λίγες εβδομάδες στην παραλία, σε μια ξαπλώστρα, της έφτασαν για να ανακτήσει εκτός από το χρώμα της και τη συνηθισμένη της ευδιαθεσία.

Μια μέρα με αεράκι και αφρισμένα κύματα βρήκαμε τη θάλασσα γεμάτη μέδουσες. Ανεξιχνίαστα ζώα, αποτελούμενα σχεδόν αποκλειστικά από νερό. Ομπρέλλες φτιαγμένες από βροχή, σαν οφθαλμαπάτες[6] που επιπλέουν, κινούμενες φιγούρες του Μαγκρίττ. Τα πλοκάμια τους εξαπέλυαν ένα δηλητήριο που πόναγε. Θυμάμαι ένα ξαδελφάκι μου που το τσίμπησε μέδουσα κάποιο μακρινό καλοκαίρι στο Πόρτο Γκαριμπάλντι. Τα μεγαλύτερα παιδιά με είχαν μάθει ένα κόλπο, και το έθεσα σε εφαρμογή. «Έλα εδώ Νίνο, άσ’το πάνω μου.» Του κατούρησα το πόδι. Δεν πέτυχε το κόλπο.

Για να μπορούν να κολυμπάνε χωρίς κίνδυνο, οι εκτοπισμένοι έπιαναν τη μια μέδουσα μετά την άλλη, και τις πέταγαν σε ένα σωρό στην άμμο. Τουλάχιστον σαράντα μέδουσες, ζωντανές, σε επιθανάτια αγωνία. Μέδουσες που βογκούσαν σιωπηλές, τα πλοκάμια να κουνάνε στον αέρα, στον ήλιο που τις σκότωνε.

Η σκηνή μου προκάλεσε αηδία[7], και σχολίασα: «Τουλάχιστον ο Περσέας το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας το έβαλε σε έναν σάκο ...»

Ο Ερνέστο Ρόσσι[8], που όχι απλώς είχε συμμετάσχει στο κυνήγι αλλά και είχε καθήσει δίπλα στο σωρό χωρίς την παραμικρή απέχθεια, παραξενεύτηκε και με ρώτησε: «Τι κατάληξη είχε εκείνο το μακάβριο εύρημα; Πήγα στο λύκειο, και έχω στο μυαλό το άγαλμα του Τσελλίνι, αλλά την ιστορία, εννοώ με λεπτομέρειες, δεν τη θυμάμαι ...»

Κάθησα ωκλαδόν δίπλα του, και κοιτάζοντας τη γαλάζια θάλασσα, άρχισα να εξηγώ: «Πρώτα-πρώτα να πούμε ότι από τον ανοιχτό λαιμό της Μέδουσας βγήκαν, σαν σε τοκετό, ο Πήγασος το φτερωτό άλογο, και ένας γίγαντας ονόματι Χρυσάωρ. Ο Περσέας έβαλε το κεφάλι στον σάκο, με πρόθεση να το χαρίσει στην Αθηνά. Το κεφάλι με τα γουρλωμένα μάτια ήταν όπλο, αρκούσε να το στρέψει προς κάποιον εχθρό για να τον πετρώσει, και μια μπούκλα από τα μαλλιά-ερπετά αρκούσε για να αποκρούσει ολόκληρο στράτευμα.»

«Θα ερχόταν κουτί στους Εγγλέζους στην Δουνκέρκη» σχολίασε ο Ρόσσι. «Και θα τους ερχόταν κουτί τώρα.»

Πράγματι, εδώ και δύο εβδομάδες ήταν σε εξέλιξη η Μάχη της Μάγχης, ανάμεσα σε βρετανικά και γερμανικά αεροπλάνα.

«Ο Περσέας» συνέχισα «μάζεψε το αίμα της Μέδουσας, ή μάλλον θα μπορούσαμε να πούμε τα αίματα, γιατί ήταν δύο, και είχαν μαγικές ιδιότητες: εκείνο που έρρεε από τη δεξιά πλευρά του σώματος μπορούσε να αναστήσει νεκρούς, ενώ εκείνο από την αριστερή πλευρά ήταν ισχυρότατο δηλητήριο. Έπειτα ο ήρωας ανέβηκε στη ράχη του Πήγασου και πέταξε.»

«Και ο άλλος τύπος, ο γίγαντας;»

«Πήρε το δρόμο του, είναι άλλη ιστορία. Αργότερα, καθώς ο Περσέας και ο Πήγασος πέταγαν πάνω από τις ακτές του Κέρατος της Αφρικής, είδαν ένα θαλάσσιο τέρας. Ο Ψευδο-Απολλόδωρος χρησιμοποιεί τη λέξη κήτος[9], που πάει να πει φάλαινα ...»

«Ή μεγάλος καρχαρίας, ναι. Όπως cetus στα λατινικά.»

«Ακριβώς. Εκείνο το κήτος[10] ήταν έτοιμο να καταβροχθίσει μια κοπέλα δεμένη σε ένα σκόπελο. Ο Πήγασος εφόρμησε και ο Περσέας, χρησιμοποιώντας τα μάτια της Μέδουσας, πέτρωσε το τέρας. Η κοπέλα που σώθηκε ονομαζόταν Ανδρομέδα, και πιο ύστερα έγινε γυναίκα του.»

«Μα γιατί ήταν δεμένη σε ένα σκόπελο;»

«Μεγάλη ιστορία, θα μας απομακρύνει από τη Μέδουσα. Φτάνει να πούμε ότι είχε ανάμειξη ο Ποσειδώνας, δικό του ήταν το τέρας. Όταν η Αθηνά πήρε το κομμένο κεφάλι, τη στερέωσε στην ασπίδα της για να κτυπά τους εχθρούς σε ώρα ανάγκης.»

«Συγχαρητήρια για τη μνήμη, ή μάλλον για τη λογιοσύνη! Είναι σαφές ότι δεν τα σπούδασες μόνο στο γυμνάσιο αυτ ...»

Μια σκιά κάλυψε τον ήλιο. «Σας άκουσα να μιλάτε για μυθολογία. Να έρθω κι εγώ στην παρέα;»

Ήταν ο Σπινέλλι[11]. Κάθησε και εκείνος ωκλαδόν δίπλα στο σωρό με τις ετοιμοθάνατες μέδουσες, που οδύρονταν στην πιο απόλυτη σιωπή.

Ο Ρόσσι ξανάπιασε την κουβέντα. «Ήμουν έτοιμος να σε ρωτήσω τι σπούδασες, Ερμίνιο.»

«Θα έπαιρνα πτυχίο φιλολογίας, στη Μπολώνια. Μετά με συνέλαβαν και δεν έγραψα διπλωματική. Ή μάλλον, είχα γράψει τον πίνακα περιεχομένων και την εισαγωγή, αλλά και πριν με συλλάβουν είχα φασαρίες ...»

«Με τους φασίστες εννοείς;» ρώτησε ο Ρόσσι.

«Με έναν φασίστα. Τον επιβλέποντα καθηγητή μου: τον Γκοφρέντο Κόππολα, ούτε λίγο ούτε πολύ.»

«Τον φιλόλογο;» έκανε ο Σπινέλλι. «Αυτόν τον εμετικό ρατσιστή που γράφει στην τρίτη σελίδα του Ποπού της Ιταλίας[12]»;

«Χαμήλωσε τη φωνή, Αλτιέρο» είπε ο Ρόσσι.

«Δεν φώναξα, και έπειτα είμαστε κόντρα στον άνεμο, ποιος μας ακούει;»

«Ναι, αυτός ακριβώς. Λάβετε υπόψη ότι το πανεπιστήμιο της Μπολώνια ήταν από την αρχή ένα από τα πιο εκφασισμένα της Ιταλίας. Σας διαβεβαιώ ότι σε λίγα μέρη θα βρείτε τέτοια δουλοπρέπεια στο καθεστώς, και τόσο ανελέητο ανταγωνισμό στο ποιος θα φιλήσει περισσότερο και με τα σάλια να του τρέχουν τα πόδια του Φασολάδα[13]».

«Τα πόδια;» γέλασε ο Σπινέλλι. «Εκτιμώ το understatement[14], που λένε οι Εγγλέζοι».

«Ευχαριστώ. Από αυτή την άποψη, ο πρύτανης Γκίτζι είναι αληθινός αγροίκος, και ο Κόππολα αηδιαστικός. Τα θλιβερά παραληρήματά του εναντίον των Εβραίων τα έχετε διαβάσει στον Ποπό, αλλά και στον ακαδημαϊκό χώρο δεν αστειεύεται. Μελετητής επιπέδου, δίχως αμφιβολία, αλλά υποτάσσει τα πάντα στην κολακεία του καθεστώτος. Για παράδειγμα, σε ένα βιβλίο του για τον Καλλίμαχο έφτασε να βάλει έναν παιάνα στον Γκρατσιάνι[15]

«Άρα θα πανηγυρίζει αυτές τις μέρες!» σχολίασε ο Ρόσσι.

Πράγματι, στις αρχές Ιουλίου ο στρατηγός Γκρατσιάνι είχε επιστρέψει στη Λιβύη ως διάδοχος του Μπάλμπο[16]: νέος κυβερνήτης και νέος διοικητής του ιταλικού στρατού στη Βόρεια Αφρική.

«Και τι φασαρίες είχες με τον Κόππολα;» ρώτησε ο Σπινέλλι.

«Η ιδέα μου για τη διπλωματική ήταν ‘Η Αδριατική, το Ιόνιο, το Τυρρηνικό Πέλαγος και τα ιταλικά αρχιπέλαγα στους ελληνικούς μύθους’. Αναγκαστικά ο επιβλέπων έπρεπε να είναι εκείνος, που κατείχε την έδρα της ελληνικής φιλολογίας. Και δέχθηκε, μάλιστα στην αρχή ήταν ενθουσιασμένος, αλλά όταν διάβασε τα περιεχόμενα και την εισαγωγή ... Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Αυτά που ήθελα να πω εγώ στην διπλωματική εκείνου δεν του άρεσαν με τίποτε.»

«Και τι ήθελες να πεις;»

«Αλήθεια σας ενδιαφέρει;» ρώτησα κοιτάζοντας πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο. Δεν θα ήθελα να μακρυγορήσω και να σας κάνω να βαρεθείτε ...»

«Αστειεύεσαι; Στη Βεντοτένε είμαστε! Έχουμε όλο τον χρόνο του κόσμου ...»

Ο χρόνος του κόσμου, ακριβώς.

Και έτσι τους περιέγραψα τον σκελετό της διπλωματικής, και εν τω μεταξύ σκεφτόμουν ότι δεν την είχα ποτέ περιγράψει σε κανέναν. Μου στάθηκε στο λαιμό τον Μάρτιο του ’36.

«Ήθελα να δείξω πώς στους ελληνικούς μύθους οι θάλασσες της Ιταλίας είναι πάντα ανοιχτές και χωρίς σύνορα, και ο διάπλους τους είναι ευκαιρία για απρόσμενες και εντυπωσιακές συναντήσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς, σε διαφορετικές ανθρώπινες φυλές, ανάμεσα σε ανθρώπους και θεούς, ανάμεσα σε ανθρώπους, ζώα και τέρατα. Συναντήσεις που συχνά γίνονται σε συνθήκες ανοιχτής σύγκρουσης, αλλά συχνότερα σε συνθήκες διφορούμενης σύγκρουσης, διαποτισμένης με γοητεία, ή σε συνθήκες υποδοχής, διάθεσης ανάμειξης, ακόμη και ερωτισμού. Ανοιχτή σύγκρουση είναι για παράδειγμα των Αχαιών με τον Πολύφημο, στη Λαχαία[17]. Αντίθετα, διφορούμενη και γεμάτη γοητεία είναι η σύγκρουση του Οδυσσέα με την Κίρκη, εδώ κάτω» και έδειξα με το δάχτυλο το ακρωτήρι πέρα από τη θάλασσα. «Ο Οδυσσέας πρέπει να αντισταθεί στη γοητεία και όταν συναντά τις Σειρήνες, στο Στενό της Μεσσίνης. Όσο για την υποδοχή, μπορούμε να αναφέρουμε τον Αίολο, που φιλοξενεί τον Οδυσσέα επί ένα μήνα στο παλάτι του στο Λίπαρι[18], και προφανώς τη Ναυσικά και τους Φαίακες, που ο Οδυσσέας συναντά στο Ιόνιο όταν ναυαγεί στην Κέρκυρα. Και όλα αυτά εάν περιοριστούμε στην Οδύσσεια. Ήθελα να υπογραμμίσω επίσης ότι σε πολλούς από αυτούς τους μύθους η συνάντηση διά θαλάσσης είναι ευκαιρία για σεξουαλικές σχέσεις όχι μόνο ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς, αλλά και ανάμεσα σε ανθρώπους και μη, σχέσεις που γεννούν πάντοτε καινούρια υβρίδια. Αυτό ήταν το σχέδιο της διπλωματικής μου.»

Στην αρχή σιωπούσαν και οι δύο, τα χείλη μισάνοιχτα. Κράτησε μια στιγμή, μετά ξέσπασαν και οι δύο σχεδόν ταυτόχρονα.

«Χα-χα!» έκανε ο Ρόσσι. «Καλά, πώς σου ήρθε να του προτείνεις κάτι τέτοιο;»

«Χα-χα!» έκανε ο Σπινέλλι. «Το κατάπλασμα τον Κόππολα δεν τον έχω δει ποτέ στη φάτσα, αλλά τον φαντάζομαι να διαβάζει αυτό το πράγμα ...»

«Ξέρω, φέρθηκα απρόσεκτα. Αλλά παρασύρθηκα, μαγεμένος από την πρωτοτυπία και τη δύναμη της ερμηνείας μου. Ή τουλάχιστον, πρωτότυπη και δυνατή φαινόταν σε μένα. Όσο για τη φάτσα, παρόλη τη φλυαρία για την Άρεια φυλή, ο Κόππολα είναι μελαχροινός, σίγουρα έχει πρόγονους Σαρακηνούς, αλλά ορκίζομαι ότι τον είδα να γίνεται πανί.»

«Άρα κατά κάποιον τρόπο θα έπρεπε να σε ευγνωμονεί!» είπε ο Σπινέλλι.

«Αντίθετα τσαντίστηκε, και πολύ μάλιστα. Είπε ότι αυτά που έλεγα ήταν ‘άνευ νοήματος’, ότι αυτό που έχει σημασία όταν μιλάμε για τις θάλασσες της Ιταλίας ήταν ότι είναι ‘της Ιταλίας’, και άρχισε ένα κήρυγμα για τις παραδόσεις της φυλής μας, τσιτάροντας τον Φασολάδα, φλυαρώντας ότι εμείς οι Ιταλοί ‘από την εποχή της Οδύσσειας και νωρίτερα ακόμη’ - έτσι ακριβώς είπε – είμαστε ‘λαός ποιητών, καλλιτεχνών, ηρώων, θαλασσοπόρων, ταξιδευτών’ ... Με λίγα λόγια, για τους φασίστες ο Οδυσσέας ήταν Ιταλός.»

«Ιταλός ήταν ο Πολύφημος, εδώ που τα λέμε ...» είπε ο Ρόσσι.

«Λαός αγίων, ποιητών, και καννιβάλων» απήγγειλε ο Σπινέλλι.

«Τέλος πάντων, μου ζήτησε, ή μάλλον μου υπέδειξε, να αλλάξω τελείως τη δομή της διπλωματικής, έτσι ώστε ‘να αναδείξω την ιταλικότητα της τοποθεσίας των κλασσικών μύθων’. Λίγο μετά με έπιασε η αστυνομία ...»

«Και θα το έκανες;» με ρώτησε ο Σπινέλλι. «Εννοώ θα έγραφες εκείνες τις ηλιθιότητες;»

Πήρα βαθιά ανάσα.

«Ε, είχα μπλέξει άσχημα. Θα μπορούσα να αλλάξω διπλωματική, να απευθυνθώ σε άλλον επιβλέποντα καθηγητή, αλλά θα ήταν ρήξη. Θα τραβούσε πάνω μου την προσοχή, μπορεί ο ίδιος ο Κόππολα να διέδιδε υποψίες για μένα, αν δεν το είχε κάνει ήδη ... Όσο σκέφτομαι ότι με παρακολουθούσαν ήδη! Και εκεί που σκεφτόμουν τι να κάνω, αποφάσισε για λογαριασμό μου η ΟΒΡΑ[19]. Και μου έμεινε ...»

Ο Σπινέλλι και ο Ρόσσι κρέμονταν από τα χείλη μου.

«Αυτή η ιστορία μου έμεινε εδώ» έφερα το χέρι στο Μήλο του Αδάμ. «Και δεν πάει κάτω με τίποτε.»

«Κουράγιο» έκανε ο Ρόσσι, χτυπώντας τα χέρια στους μηρούς. «Εδώ βρισκόμαστε στο Πανεπιστήμιο της Ξερονησούπολης, που είναι καλύτερο από πολλά ανώτατα ιδρύματα της ηπειρωτικής χώρας. Κάνε ότι εξετάζουμε τη διπλωματική σου.»

«Σωστά» είπε ο Σπινέλλι, «σε βλέπω ήδη με άριστα και έπαινο[20]». Μου αρέσει πολύ η προσέγγισή σου στους ελληνικούς μύθους. Μας παρουσιάζει τις θάλασσες της Ιταλίας ως θάλασσες της Ευρώπης.

«Όχι μόνο της Ευρώπης, και της Αφρικής» διευκρίνισα.

Τους είχα γοητεύσει, και ήθελαν κι άλλο.

«Πριν λίγο αναφέρθηκες στον Αίολο και στο φιλόξενο πνεύμα του» είπε ο Ρόσσι. «Αλλά εδώ που βρισκόμαστε, δεν φαίνεται πολύ φιλικός μαζί μας: ο άνεμος μας μαστιγώνει μέρα και νύχτα, και το χειμώνα μας γδέρνει το δέρμα!»

«Όχι μόνο το χειμώνα ...» είπε ο Σπινέλλι. «Αλλά και ο Ποσειδώνας ωραίος εγκληματίας είναι, με τις τρικυμίες του δεν έρχονται πλοία, και οι εκτοπισμένοι φθάνουν στο νησί με το στομάχι στο στόμα.»

«Μισό λεπτό» τους διέκοψα, «ο ένας από τον άλλον έχουν διαφορά.»

Σηκώθηκα όρθιος. Άλλαξε η προοπτική: τώρα τους μιλούσα από πάνω προς τα κάτω.

«Για τον Ποσειδώνα γνωρίζουμε πολλά, και ‘εγκληματίας’ είναι σωστός ορισμός.»

Διηγήθηκα τα άθλια και ανάξια κατορθώματα του θεού της θάλασσας, χωρίς να πηγαίνω πέρα από ό,τι ήταν ήδη γνωστό.

«Με λίγα λόγια» κατέληξα, «εάν πρέπει να του αποδώσω πολιτική τοποθέτηση θα έλεγα ότι ο Ποσειδώνας είναι φασίστας.»

«Ε βέβαια» αναφώνησε ο Αλτιέρο. «Είναι τελείως προφανές. Και ο Αίολος;»

«Για τον Αίολο έχω σκεφτεί κάτι, αλλά ...»

Έτρεμα; Ίσως μόνο μια ριπή ανέμου στην ιδρωμένη μου πλάτη ...

«Μια ιδέα μάλλον αιρετική ...»

Έτρεμα. Το κατάλαβαν;

«Τέλος πάντων, για παιγνίδι είναι» δοκίμασα να πω, «για ψυχαγωγία[21]

«Για να ακούσουμε!» είπε ο Ερνέστο.

35.

Αφηγήθηκα την ιστορία του Ποσειδώνα θαλασσινού φρουρού της εξορίας, και τον αγώνα του Αιόλου να τον διώξει από το Λίπαρι.

«Σίγουρα ο Ποσειδώνας εγκαταστάθηκε εκεί το φθινόπωρο του ’26, όταν ο φασισμός άνοιξε το στρατόπεδο. Η ιδέα μου είναι ότι ο Αίολος κατάφερε σημαντική νίκη κάποια στιγμή ανάμεσα στις 17 Αυγούστου του ‘28 και στις 27 Ιουλίου του ΄29.»

«Α, ωραία!» έκανε ο Ερνέστο γελώντας. «Πώς έτσι, ανάμεσα στις συγκεκριμένες ημερομηνίες;»

«Η πρώτη είναι της αποτυχημένης απόδρασης του Σπανγκάρο[22]. H δεύτερη της επιτυχημένης των Λούσσου[23], Νίττι[24] και Ροσσέλλι[25].»

Γούρλωσαν τα μάτια. Ξανάπιανα μια ιστορία για την οποία εδώ και καιρό δεν μιλούσε κανείς.

«Μια αυγουστιάτικη μέρα ο Αντόνιο Σπανγκάρο, νεαρός κομμουνιστής από το Ούντινε, παίρνει ένα καρυδότσουφλο και επιχειρεί να αφήσει το νησί, αλλά ο Ποσειδώνας ξεσηκώνει τα κύματα, ο φυγάς κινδυνεύει να πνιγεί, και στο τέλος αποφασίζει να γυρίσει στη στεριά. Οι Φριουλάνοι έχουν φήμη ξεροκέφαλων ανθρώπων, και πράγματι ο Σπανγκάρο είναι αποφασισμένος να μην παραδοθεί, θέλει να δυσκολέψει τους φασίστες. Προτού τον συλλάβουν, μένει κρυμμένος στο νησί πάνω από μήνα.

«Λένε ότι ο Φασολάδας ήταν έξω φρενών» σχολίασε ο Σπινέλλι, «και δεν δυσκολεύομαι να το πιστέψω.»

«Κάποια στιγμή όμως ο Αίολος καταφέρνει να ξαναπάρει το Λίπαρι, και στο τέλος μια απόδραση έχει απόλυτη επιτυχία. Το σχέδιο είναι καλοδουλεμένο: μια βενζινάκατος που ξεκινά από την Τύνιδα μαζεύει τον Λούσσου, τον Νίττι και τον Ροσσέλλι, και όπου φύγει-φύγει. Με τον Ποσειδώνα να περιπολεί στα πέριξ, και εκείνοι οι τρεις θα αποτύγχαναν, όπως ο Σπάνγκαρο, ή όπως ο Στραμούτσι και ο Μαρκαλεόνε. Ο Ποσειδώνας όμως δεν το βάζει κάτω, και οι αψιμαχίες με τον Αίολο συνεχίζονται μέχρι το ’33, όταν η επικράτηση του κυρίου των ανέμων είναι οριστική, και το στρατόπεδο διαλύεται. Ανακεφαλαιώνοντας, ο Αίολος κάνει τη δουλειά του, και αν ο άνεμος φυσάει δυνατά δεν είναι επειδή έχει κάτι εναντίον μας, κάθε άλλο, έχει εναντίον του φασίστα του Ποσειδώνα. Δεν σημαίνει ότι είναι ακριβώς αντιφασίστας, αλλά σίγουρα δεν είναι με τους άλλους.»

Οι φάτσες τους έμοιαζαν με φωτογραφίες: ακίνητες. Τους είχα μαγέψει.

«Ωραίο παιγνίδι αυτό!» είπε ο Ρόσσι, βγαίνοντας από την ακινησία. «Μας τοποθετεί όλους μέσα σε ένα νέο επικό ποίημα. Πώς θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε;»

«Βεντοτενειάδα!» είπε πίσω μας μια χαρούμενη φωνή.

Ήταν ο Λάζαρ Φούντο[26], ο Αλβανός.

Ο Φούντο είχε φτάσει στην Βεντοτένε στο τέλος του χειμώνα. Ήταν 41 ετών, μέσου αναστήματος, ξανθός, για να λέμε την αλήθεια σχεδόν φαλακρός, με σκαμμένο πρόσωπο από το οποίο εξείχαν μύτη και πηγούνι, και τα δύο μυτερά. Δημοσιογράφος, πρώην κομμουνιστής, η διαδρομή του έμοιαζε με εκείνη του Σπινέλλι, αλλά πολύ πιο κοντά στα γεγονότα, δεδομένου ότι ήταν πολύ καιρό στη Ρωσία και είχε κινδυνεύσει στις περίφημες διώξεις του Στάλιν. Εδώ και καιρό είχε έρθει σε ρήξη με τους Αλβανούς κομμουνιστές, και ήταν στη μαύρη λίστα της Διεθνούς ως «τροτσκιστής».

Ήταν και ο Φούντο παθιασμένος με την κλασσική κουλτούρα. Διάβαζε αρχαία ελληνικά, και γυρνούσε με τις τσέπες γεμάτες μικρά κομμάτια χαρτί: στίχοι ποιημάτων, σημειώσεις, αποσπάσματα βιβλίων που έπαιρνε δανεικά από τη βιβλιοθήκη. Κάθε τόσο σταματούσε σκεφτικός, άρχιζε να ψάχνει στις τσέπες, τραβούσε ένα μάτσο χαρτιά, έβρισκε εκείνο που ήθελε, το διάβαζε κινώντας ανεπαίσθητα τα χείλη, το ξανάβαζε στην τσέπη, και μετά ξανάρχιζε το περπάτημα, απορροφημένος από τη σκέψη, χαμένος ποιος ξέρει σε ποια όνειρα.

Τώρα που οι εκδοτικοί οίκοι δημοσιεύουν κείμενα γραμμένα στην εξορία, είναι εύκολο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ήταν εύκολο να γράφεις. Κάθε άλλο: μπορούσες να γράφεις μόνο σε ένα τετράδιο που σου έδινε η διεύθυνση του στρατοπέδου, μετά από αίτημά σου. Οι σελίδες ήταν αριθμημένες και απαγορευόταν να τις σκίσεις. Το τετράδιο σου το έδιναν το πρωί και το παρέδιδες το βράδυ, στο δεύτερο προσκλητήριο. Η αστυνομία έλεγχε τις σελίδες μια-μια, και την επομένη σου το ξαναδίνανε. Εάν ήθελες να γράψεις κάτι άλλο, έπρεπε να το κάνεις κρυφά. Έτσι έγραψαν το μανιφέστο τους ο Σπινέλλι και ο Ρόσσι. Αλλά προτρέχω.

«Σας άκουσα χωρίς να το θέλω» είπε ο Φούντο με τα ελαφρώς ανακριβή ιταλικά του. «Εγώ λέω ότι και ο Άρης δεν μπορεί παρά να είναι φασίστας.»

«Φυσικά!» απάντησα αμέσως. «Ο Άρης είναι ο θεός της ωμής ισχύος, των σφαγών, του πολέμου ως αυτοσκοπός. Δεν είναι τυχαίο ότι ο φασισμός τον δοξάζει. Για να είμαστε ακριβείς, ο φασισμός δοξάζει τον Μάρτε, τον αντίστοιχό του στη ρωμαϊκή θρησκεία. Οι δυο τους δεν είναι τελείως ισοδύναμοι, αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Μάρτε είναι ο πατέρας του Ρόμολου, και δείχνει κάπως λιγότερο ηλίθιος ... Αλλά ο Άρης δεν κάθεται να το ψάξει, και κολακεύεται από τους φασιστικούς παιάνες[27]

«Ε τότε» με παρότρυνε ο Φούντο, «εγώ λέω και η Αθηνά είναι αντιφασίστρια! Στην Οδύσσεια πάει κόντρα στον Ποσειδώνα, και σε άλλους μύθους έρχεται αντιμέτωπη με τον Άρη και τον ταπεινώνει.»

«Βέβαια» απάντησα. «Η Αθηνά δεν μπορεί παρά να είναι αντιφασίστρια. Είναι και εκείνη θεότητα του πολέμου, αλλά με τρόπο διαφορετικό από του Άρη: είναι η θεά των δίκαιων πολέμων. Δηλαδή σαν να λέμε η θεά των επαναστάσεων, έτσι δεν είναι; Είναι η θεά της ευφυΐας ενάντια στην ωμή δύναμη – να γιατί αντιμάχεται και νικά τον Άρη. Είναι προστάτιδα της παραγωγικής εργασίας, άρα του προλεταριάτου. Τέλος, είναι προστάτιδα της ελεύθερης κυριαρχίας της πόλεως[28]. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αθήνα ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της.»

«Ξέρεις κάτι;» έκανε ο Ρόσσι. «Με αυτές τις ιστορίες μου έβαλες ιδέες για καλικάντζαρο[29]

Ο Ερνέστο έλεγε καλικάντζαρους τα σκίτσα του, λαμπρές καρικατούρες που σχεδίαζε πάντα και παντού: στα περιθώρια των εφημερίδων, στο χαρτί περιτυλίγματος του χασάπη, στις πέτρες με κιμωλία κτλ.

«Τέλος χρόνου!» φώναξε ο αστυνομικός από την παράγκα. «Ώρα να φύγουμε από την παραλία.»

Σαν να συνήλθα από λήθαργο, άρχισα πάλι να ακούω τις φωνές, τα γέλια, το θόρυβο του ανέμου και των κυμάτων.

Κοίταξα γύρω μου: οι λουόμενοι μάζευαν τα κουρέλια τους, τίναζαν τις πετσέτες, καθάριζαν τα πόδια τους από την άμμο. Στο πιο απόμακρο άκρο του μισοφέγγαρου της παραλίας είδα τον Ραβαϊόλι, ακίνητο, τελείως ντυμένο. Λίγα μέτρα πιο εκεί ήταν ο Καραμέλλα, με κοντό παντελονάκι και ριγέ φανέλα. Ήταν μακριά, αλλά μου φάνηκε ότι κοίταζαν τη βάρκα των Κιαραμαντέζι. Παρατήρησα και εγώ ότι πλησίαζε στη στεριά. Ο Νέρι και ο Γκαμπριέλλο έρχονταν να βεβαιωθούν ότι όλα ήταν εντάξει, και ίσως να σπρώξουν τους πιο αργούς με κλωτσιές στον πισινό.

Εκείνη τη στιγμή ο άνεμος άρχισε να λυσσομανά.

Την προηγούμενη νύχτα, μετά από πρόταση της Αθηνάς, ο Ερμής συνάντησε τη θεά με τα αστραφτερά μάτια στο Ακρωτήρι του Αιόλου[30], ανάμεσα στα ερείπια της Βίλλας Τζούλια και στο νεκροταφείο. Το νησί ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι. Ο Γαλαξίας χώριζε στα δύο τον ουρανό. Τα αστέρια ξεχώριζαν στο στερέωμα, έμοιαζαν τσούρμο πυγολαμπίδες.

«Αδελφή μου, γιατί συναντιόμαστε ειδικά εδώ;»

«Γιατί θέλω να σου δείξω κάτι. Έχω μια ιδέα.»

«Μια ιδέα για να βγάλουμε από τη μέση τους Αλωάδες;[31]»

«Ναι, και μου την έβαλαν οι ίδιοι. Θυμάσαι τότε που ήθελαν να γεμίσουν τη θάλασσα ρίχνοντας μέσα βουνά;»

«Ξεχνώνται αυτά; Ήμουν δίπλα στον μπαμπά όταν τους τσουρούφλισε.»

«Ωραία, τότε έλα μαζί μου.»

Έχοντας την είσοδο του νεκροταφείου στα δεξιά τους, έκαναν το γύρο του ψηλού τοίχου. Η μεσημβρινή πλευρά έβλεπε στην Κάλα Ροσσάνο. Κατέβαιναν σε εκείνη την κατεύθυνση, έχοντας περπατήσει κάπου 20 μέτρα, όταν η Αθηνά σταμάτησε.

«Το έχεις ποτέ προσέξει αυτό;» ρώτησε τον Ερμή, δείχνοντας έναν μεγάλο βράχο στην άκρη του γκρεμού.

Μετά του εξήγησε το σχέδιο.

«Μου αρέσει!» είπε ο φτερωτός θεός.

«Εμείς θα είμαστε εκεί, περιμένοντας να φτάσουν στο σωστό σημείο. Θα δώσουμε σήμα στον Αίολο και θα χτυπήσουμε. Θα ξεμπερδέψουμε μια και καλή με αυτούς τους δύο, θα δεις.»

36.

Ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά, τόσο που μας έκανε να τρικλίζουμε. Κάποιος έβαλε μια φωνή, και ριχτήκαμε στη γη, ενώ στην παραλία σχηματίστηκε ένας στρόβιλος, που άρχισε να μεγαλώνει, τινάζοντας στον αέρα πετσέτες, σανδάλια, ψάθινα καπέλα – και μέδουσες. Είδα τις μέδουσες, πλάσματα του νερού, να χορεύουν στον αέρα. Πλάφ! έκανε μια, πηγαίνοντας να κολλήσει στην παράγκα της εισόδου της παραλίας. Στην ακτή σηκώνονταν κύματα κακά, ταρακουνούσαν τη βάρκα των Κιαραμαντέζι, ο Γκαμπριέλλο φώναζε, ενώ ο Νέρι κατάχλωμος συγκρατούσε σπασμούς εμετού. Ποιος από τους δύο ήταν ο Ώτος και ποιος ο Εφιάλτης; Πάντως με τα πολλά κατάφερναν να κινήσουν τη βάρκα, και είχαν πλέον φτάσει κοντά στη στεριά, στο πιο απόμακρο άκρο του μισοφέγγαρου της παραλίας, εκεί που λίγο πριν είχα δει τον Ραβαϊόλι.

«Αν ο Αίολος είναι μαζί μας» φώναξε ο Ρόσσι μέσα στον χαλασμό[32], «παράξενο τρόπο έχει να το δείχνει!»

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα μπουμ-μπουμ[33]. Σηκώσαμε το βλέμμα: από τον γκρεμό στην άκρη του νεκροταφείου κατρακυλούσε μια τεράστια πέτρα, που με ένα τελευταίο γκελ πήρε ύψος, - στην τροχιά της ήταν η βάρκα.

«Όοοχιιι!» φώναξε ο Ώτος, ή ίσως ο Εφιάλτης.

Κράχ! έκανε ο μετεωρίτης, πετυχαίνοντας τη βάρκα στο σταυρό και διαλύοντάς την, κάνοντας κομμάτια τα κόκκαλα των Αλωάδων.

Την ίδια στιγμή ο άνεμος σταμάτησε να φυσάει.

Εγώ, ο Ρόσσι, ο Σπινέλλι και ο Φούντο κοιταχτήκαμε κατάπληκτοι. Υπήρχαν παντού μέδουσες. Οι άλλοι σηκώνονταν ζαλισμένοι, ήδη μερικοί πλησίαζαν προς τη βάρκα, που είχε μεταβληθεί σε ένα σωρό από ξύλα, σώματα, αίματα, βογγητά, και μαύρα πουκάμισα.

Ο αστυνομικός της παράγκας σφύριξε με τη σφυρίχτρα καλώντας σε βοήθεια.

Ο πρώτος που μίλησε ήταν ο Σπινέλλι.

«Ερνέστο, τι έλεγες πριν λίγο για τον Αίολο;»



[1] Rêveries: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[2] Divertissement: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[3] Elioterapia στο κείμενο (ΣτΜ).

[4] Camilla Ravera (1889-1988): συνιδρύτρια του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ) το 1921, διαγράφτηκε το 1939 (μαζί με τον Umberto Terracini – βλ. παρακάτω) επειδή πήρε θέση κατά του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, έγινε πάλι δεκτή στο κόμμα το 1945, εξελέγη δύο φορές βουλευτής του ΙΚΚ (1948-1958), έγινε η πρώτη Ιταλίδα που ονομάστηκε διά βίου μέλος της Γερουσίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Sandro Pertini το 1982 (ΣτΜ).

[5] Umberto Terracini (1895-1983): ιστορικό στέλεχος του ΙΚΚ (αν και από θέσεις «κριτικής αυτονομίας»), βουλευτής το Μεσοπόλεμο (1921-1924), αντιπρόεδρος (1946) και στη συνέχεια πρόεδρος (1947) της Συντακτικής Συνέλευσης, γερουσιαστής από την ίδρυση της Ιταλικής Δημοκρατίας το 1948 έως τον θάνατό του το 1983 (ΣτΜ).

[6] Trompe-l'œil: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[7] Scaréz: σε διάλεκτο (και μετά στα ιταλικά: ribrezzo) στο κείμενο (ΣτΜ).

[8] Ernesto Rossi (1897-1967): στέλεχος της αντιφασιστικής οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία» και του Κόμματος της Δράσης, συντάκτης μαζί με τον Altiero Spinelli (βλ. παρακάτω) και τον Eugenio Colorni του Μανιφέστου της Ventotene («Για μια Ευρώπη ελεύθερη και ενωμένη») το 1941, ιδρυτικό στέλεχος του Ριζοσπαστικού Κόμματος το 1955 (ΣτΜ).

[9] Ελληνικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[10] Λατινικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[11] Altiero Spinelli (1907-1986): μέλος του ΙΚΚ μέχρι τη διαγραφή του το 1937, στέλεχος του Κόμματος της Δράσης, συντάκτης του Μανιφέστου της Ventotene το 1941, ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Φεντεραλιστικού Κινήματος, Ευρωπαίος Επίτροπος Βιομηχανίας (1970-1976), εξελέγη ως ανεξάρτητος με τα ψηφοδέλτια του ΙΚΚ στην Ιταλική Βουλή (1976-1983) και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (1979-1986) (ΣτΜ).

[12] Στην αργκώ των εκτοπισμένων αντιφασιστών, η εφημερίδα του καθεστώτος («Popolo d’Italia») μετατρέπεται σε «Popò d’Italia» (ΣτΜ).

[13] Στην ίδια αργκώ, το παρατσούκλι του Μουσσολίνι είναι «Pasta e fagioli» δηλαδή «ζυμαρικά με φασόλια» (ΣτΜ).

[14] Αγγλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[15] Rodolfo Graziani (1882-1955): κατακτητής της Λιβύης (1921-1931), υπεύθυνος για τα αντίποινα κατά της αντίστασης στην ιταλική κατοχή της Αιθιοπίας (1935-1937), τα οποία του χάρισαν την ονομασία «χασάπης του Φεζάν», και μια θέση στον κατάλογο των εγκληματιών πολέμου της σχετικής επιτροπής του ΟΗΕ, ενώ στην Ιταλία καταδικάστηκε σε κάθειρξη 19 ετών για συνεργασία με τους ναζί, έμεινε στη φυλακή 4 μήνες, εντάχθηκε στο νεοφασιστικό κόμμα, του οποίου έγινε επίτιμος πρόεδρος (ΣτΜ).

[16] Italo Balbo (1896-1940): ηγετικό στέλεχος του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος, εκ των επικεφαλής της Πορείας στη Ρώμη (1922), διοικητής της φασιστικής πολιτοφυλακής, κυβερνήτης της Λιβύης (1934-1940), το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε κατά λάθος από φίλια πυρά στο Τομπρούκ (ΣτΜ).

[17] Isola Lachea: το μεγαλύτερο από τα νησιά του Αρχιπελάγους των Κυκλώπων στα ανοιχτά της Σικελίας (ΣτΜ).

[18] Lipari: το μεγαλύτερο από τα «Νησιά του Αιόλου» στα ανοιχτά της Σικελίας, βορειοδυτικά της Μεσσίνης (ΣτΜ).

[19] Organizzazione per la Vigilanza e la Repressione dell'Antifascismo: «Οργανισμός Επαγρύπνησης και Καταστολής του Αντιφασισμού», μυστική αστυνομία του φασιστικού καθεστώτος (ΣτΜ).

[20] Magna cum laude: λατινικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[21] Divertissement: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[22] Antonio Spangaro: κομμουνιστής εξόριστος από την πόλη του Ούντινε, στην περιφέρεια του Φρίουλι (ΒΑ Ιταλία). Απέδρασε από τη φυλακή πριονίζοντας τα κάγκελα του κελιού και δένοντας κόμπους το ύφασμα του σεντονιού. Συνελήφθη μετά από λίγες μέρες (ΣτΜ).

[23] Emilio Lussu (1890-1975): πολιτικός και συγγραφέας, ιδρυτής του Κόμματος Δράσης της Σαρδινίας, στέλεχος της αντιφασιστικής οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία» (1929-1943), του Κόμματος της Δράσης (1943-1947) του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΙΣΚ) (1947-1964), του ΙΣΚ Προλεταριακής Ενότητας (1964-1972), γερουσιαστής από την ίδρυση της Ιταλικής Δημοκρατίας το 1948 έως το 1968 (ΣτΜ).

[24] Francesco Fausto Nitti (1899-1974): στέλεχος της αντιφασιστικής οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία», πολέμησε με το βαθμό του Ταγματάρχη στον Ισπανικό Εμφύλιο στο πλευρό των Δημοκρατικών, και μετά στη Γαλλία στο πλευρό των Μακί, μετά τον πόλεμο διηύθυνε το περιοδικό της ANPI, της οργάνωσης των αγωνιστών της αντίστασης (ΣτΜ).

[25] Carlo Alberto Rosselli (1899-1937): διανοούμενος και πολιτικός, εμπνευστής του «φιλελεύθερου σοσιαλισμού» (μιας ρεφορμιστικής, μη μαρξιστικής φιλοσοφίας που εμπνεύστηκε από το βρετανικό Εργατικό Κόμμα), ιδρυτής της οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία», πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο στο πλευρό των Δημοκρατικών, δολοφονήθηκε μαζί με τον αδελφό του εξόριστος στη Γαλλία από πράκτορες του φασιστικού καθεστώτος (ΣτΜ).

[26] Llazar (Zai) Fundo (1899-1944): κομμουνιστής, αργότερα σοσιαλδημοκράτης, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδρυτής της Κομμουνιστικής Ομάδας της Κορυτσάς (1928), μέλος της Κομιντέρν και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, ταξίδεψε μαζί με τον Γκεόργκι Δημητρώφ από το Βερολίνο στη Μόσχα μετά τη δίκη της Λειψίας για την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ (1933), οργάνωσε την αποστολή Αλβανών εθελοντών στον Ισπανικό Εμφύλιο, οπότε άρχισε να παίρνει αποστάσεις από την πολιτική του Στάλιν, διαγράφηκε από το κόμμα και καταδικάστηκε σε θάνατο στις δίκες της Μόσχας (1938), του δόθηκε χάρη με παρέμβαση του Δημητρώφ, επέστρεψε στην Αλβανία (1938), συνελήφθη από τους Ιταλούς ως αντιστασιακός (1941), εξορίστηκε στην Βεντοτένε, επέστρεψε στα Βαλκάνια (1943), εντάχθηκε σε μια ομάδα Κοσοβάρων που πολεμούσαν τους φασίστες, συνελήφθη από παρτιζάνους του Τίτο, εκείνοι τον παρέδωσαν στους παρτιζάνους του Εμβέρ Χότζα, με διαταγή του οποίου βασανίστηκε και εκτελέστηκε (ΣτΜ).

[27] Corifei στο κείμενο (ΣτΜ).

[28] Pòleis στο κείμενο (ΣτΜ).

[29] Pupazzo στο κείμενο (ΣτΜ).

[30] Punta Eolo στο κείμενο (ΣτΜ).

[31] Ο Εφιάλτης και ο Ώτος: σύμφωνα με την Οδύσσεια, γιοι του Ποσειδώνα και της Ιφιμεδείας, που τον είχε ερωτευθεί και πηγαίνοντας στην ακροθαλασσιά έπαιρνε νερό και το έχυνε στον κόλπο της για να μείνει έγκυος (ΣτΜ).

[32] Marasma στο κείμενο (ΣτΜ).

[33] Burubùm burubùm στο κείμενο (ΣτΜ).