Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιδέες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιδέες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Σεπτεμβρίου 2026

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026).


Η εξαγγελία του "επενδυτικού λογαριασμού για τη νέα γενιά", γνωστού πλέον ως "κουμπαρά", προκάλεσε ζωηρό ενδιαφέρον και αρκετές αντιρρήσεις. Ας αντιπαρέλθουμε για σήμερα το παράδοξο άλλες κυβερνητικές αποφάσεις, με αρνητικές δημοσιονομικές συνέπειες, σε βάρος της γενιάς των παιδιών μας, και με αντίστροφα προοδευτικό πρόσημο - υπέρ των υψηλών εισοδημάτων - να γίνονται δεκτές με αδιαφορία ή με επευφημίες από την αντιπολίτευση, τα μέσα ενημέρωσης και την κοινή γνώμη, όπως για παράδειγμα όλες οι ρυθμίσεις για το συνταξιοδοτικό από το 2018 μέχρι τώρα, ενώ μια πρωτοβουλία υπέρ της επόμενης γενιάς όπως είναι ο "κουμπαράς" να συναντά τόσες ενστάσεις, και ας εξετάσουμε τα ισχυρά σημεία της κυβερνητικής εξαγγελίας, και μαζί τα πιο αδύνατα.

Πρώτα τα ισχυρά: Οι αποταμιεύσεις στη χώρα μας είναι όντως απελπιστικά χαμηλές. Οι προοπτικές για τη γενιά των παιδιών μας (και των παιδιών τους) είναι ζοφερές, συνεπώς ο,τιδήποτε υπέρ τους είναι καλοδεχούμενο. Εισοδηματικά κριτήρια (υπέρ των ασθενέστερων) θα ήταν μάλλον άστοχα, και θα ενίσχυαν τα κίνητρα απόκρυψης εισοδημάτων, συνεπώς ορθώς δεν επιλέχθηκαν.

Τα αδύνατα σημεία γίνονται φανερά από την πρόβλεψη της κυβέρνησης ότι θα ανταποκριθούν στην προσφορά για κρατική επιδότηση έως 100 ευρώ το μήνα για κάθε παιδί "το ένα τρίτο των οικογενειών". Εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ποιοι θα ανήκουν στα δύο τρίτα όσων δεν συμμετέχουν: όχι μόνο όσοι δεν μπορούν να βάλουν στην άκρη ούτε 1 ευρώ το μήνα (εκτιμώ λίγοι), αλλά επίσης όσοι δεν εμπιστεύονται τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες, και όσοι δεν αισθάνονται ότι διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις για να επιλέξουν το ένα ή το άλλο επενδυτικό προϊόν. Αν όμως ανταποκριθούν μόνο οι έχοντες και χρηματοπιστωτικά εγγράμματοι, θα δικαιωθούν όσοι κατηγορούν την κυβέρνηση ότι επιχειρεί αναδιανομή υπέρ των πλουσίων, και μάλιστα με μεγάλο δημοσιονομικό κόστος (μεγαλύτερο από ό,τι σε αντίστοιχα προγράμματα άλλων πιο προηγμένων χωρών).

Πώς μπορεί να διασωθεί ο καθολικός χαρακτήρας του μέτρου; Πώς μπορεί να κερδηθεί η εμπιστοσύνη των φτωχότερων (και λιγότερο εξοικειωμένων με επενδύσεις) οικογενειών;

Νομίζω με δύο τρόπους. Πρώτον, εάν το κράτος δεσμευθεί να ανοίγει έναν ειδικό λογαριασμό στο όνομα κάθε παιδιού που γεννιέται, καταθέτοντας ένα εφάπαξ ποσό, ίδιο για όλα τα παιδιά, ανάλογα με τις αντοχές της οικονομίας, αφήνοντας τις οικογένειες να συνεισφέρουν όσα χρήματα θέλουν (και μπορούν), μέχρι κάποιο όριο, χωρίς άλλη κρατική επιδότηση - όπως με το Child Trust Fund στη Βρετανία (2005-2011). Προφανώς, τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του ειδικού λογαριασμού - ανάληψη μετά τα 18, αφορολόγητο γονικής συνεισφοράς κτλ. - διατηρούνται.

Δεύτερον, εάν δοθεί η  δυνατότητα σε όσες οικογένειες δεν επιλέξουν κάποιο από τα επενδυτικά προϊόντα που θα προτείνουν οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες, να ενταχθούν σε κάποιο δημόσιο πρόγραμμα - όπως (κατ' αναλογία) είναι το AP7 στη Σουηδία. Το αρμοδιότερο για αυτό το σκοπό θα ήταν το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ) που ιδρύθηκε το 2021.

Ένας κουμπαράς για όλους, που να αγκαλιαστεί από όλους, θα ήταν η καλύτερη εγγύηση για την επιτυχία (και την μακροημέρευση) αυτής της σημαντικής πρωτοβουλίας.

10 Σεπτεμβρίου 2026

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "Ποια εξέλιξη θεωρείτε ότι θα κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή ατζέντα το επόμενο διάστημα και θα έχει τη μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026).


Το πόσο τραγικό για την Ευρώπη ήταν το αποτέλεσμα των τοπικών εκλογών στην Σαξονία-Άνχαλτ φάνηκε από τους πανηγυρισμούς των εχθρών της, στο Κρεμλίνο, στον Λευκό Οίκο, στη Σίλικον Βάλλεϋ και αλλού.

Το ερώτημα για όσους από εμάς εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, με όλα τα προβλήματα της, παραμένει το μοναδικό πολιτικό σύστημα που επιτρέπει στους πολίτες να συνυπάρχουν, και να επιλύουν τις διαφωνίες τους ειρηνικά, είναι: “Και τώρα τι γίνεται;” Με άλλα λόγια: Μπορεί να ανακοπεί η προέλαση της ακροδεξιάς προς την εξουσία;

Βραχυπρόθεσμα, η απάντηση διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στη Γερμανία, ο αποκλεισμός του AfD από τις κυβερνήσεις συνασπισμού ενίσχυσε τη ρητορική του περί δήθεν “συνωμοσίας των συστημικών κομμάτων”, ενώ η απαγόρευση ως αντίθετου στο Σύνταγμα ενός κόμματος του 30% ή του 40% φαίνεται πολιτικά ανεδαφική ακόμη και όταν είναι νομικά τεκμηριωμένη. Στη Γαλλία, όπου η κινητοποίηση των δημοκρατών ψηφοφόρων στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών είχε οδηγήσει στην ήττα της Μαρίν Λεπέν στο παρελθόν, κάτι τέτοιο σήμερα φαίνεται δυσκολότερο, εξαιτίας του πολυκερματισμού στον ενδιάμεσο χώρο – ένας δεύτερος γύρος με αντίπαλο τον Μελανσόν είναι το σενάριο που ονειρεύεται το επιτελείο της Λεπέν. Στη Βρετανία, η ανάδειξη στην πρωθυπουργία του Άντυ Μπέρναμ έχει δώσει νέα πνοή στην κυβέρνηση των Εργατικών. Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, άγνωστο μέχρι πού μπορεί να φτάσει η άνοδος της επιρροής του Vox και του Chega αντιστοίχως. Και ούτω καθεξής.

Το πρόβλημα για τους δημοκράτες είναι ότι η προέλαση της ακροδεξιάς είναι προϊόν πολλών ετερόκλητων παραγόντων, που αλληλοενισχύονται, από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας χωρίς πολιτική διακυβέρνηση μέχρι τη μνησικακία πολλών νέων ανδρών για την (όποια) χειραφέτηση των γυναικών και τη δυσκολία πολύ περισσότερων να προσαρμοστούν στον σύγχρονο κόσμο. Πρόκειται για την “τέλεια καταιγίδα”, που έχει χαρακτηριστικά ενός νέου ιστορικού κύκλου.

Μακροπρόθεσμα η απάντηση είναι ευκολότερη – αν όχι στην εφαρμογή της, τουλάχιστον στη διατύπωση της. Τα ακροδεξιά κόμματα δεν έχουν τις λύσεις για τα προβλήματα που απασχολούν τους ψηφοφόρους τους. Αργά ή γρήγορα, θα καταρρεύσουν υπό το βάρος της αποτυχίας τους. Γρήγορα, αν τα δημοκρατικά κόμματα επεξεργαστούν και επικοινωνήσουν τέτοιες λύσεις.

Το ερώτημα είναι τι γίνεται μέχρι τότε. Θα αντέξει η Ευρωπαϊκή Ένωση – το ευγενέστερο πείραμα συνεργασίας εθνών που μέχρι τη δημιουργία της αλληλοσκοτώνονταν σε φονικούς πολέμους – την άνοδο στην εξουσία των ακροδεξιών στα μεγάλα κράτη μέλη; Ή θα έχει το τέλος της Κοινωνίας των Εθνών, που επιβίωσε μέχρι το 1946, έχοντας προ πολλού απωλέσει το λόγο ύπαρξης της (να αποτρέψει έναν δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο);

30 Αυγούστου 2026

Το χρέος του πολιτικού συστήματος

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Αυγούστου 2026).

Το 1981 η Ρουμανία του Τσαουσέσκου, στριμωγμένη οικονομικά από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ‘70, ζήτησε (και πήρε) δάνειο από το ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, αποφάσισε κάτι μοναδικό στην παγκόσμια οικονομική ιστορία: όχι να αναδιαρθρώσει το εξωτερικό χρέος της χώρας, ή να επεκτείνει τη διάρκειά του, ή ενδεχομένως να το «κουρέψει», αλλά να το αποπληρώσει – στο σύνολό του.

Πράγματι, μέχρι το 1989, όταν το καθεστώς Τσαουσέσκου βρήκε αιματηρό τέλος, το χρέος της Ρουμανίας είχε πρακτικά μηδενιστεί. Το κατόρθωμα αυτό πραγματοποιήθηκε χάρη σε ένα πρόγραμμα σκληρής λιτότητας. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα της Comecon (της οικονομικής ένωσης των χωρών του τότε ανατολικού μπλοκ), την πενταετία 1980-1985 η δημόσια δαπάνη για υγεία μειώθηκε κατά 17%, για κατοικία κατά 37%, για παιδεία και έρευνα κατά 53%. Επί πλέον, οι μισθοί των εργαζομένων μειώθηκαν κατά 27%. Επίσης, μειώθηκαν οι εισαγωγές (με εξαίρεση τις ανάγκες της βιομηχανίας), ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές (κυρίως τροφίμων και ηλεκτρικής ενέργειας). Αποτέλεσμα: καθημερινές διακοπές ρεύματος και ελλείψεις αγαθών πρώτης ανάγκης. Η εθνική οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση.

Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι εντελώς ανεδαφική – και μου κοστίζει που το γράφω – η κριτική του Νίκου Παππά στον υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη για την απόφαση της κυβέρνησης να επιταχύνει την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Ενώ έχει σαφώς δίκιο η Μάχη Γεωργακοπούλου όταν γράφει ότι «Μια χώρα μπορεί να μειώνει το ακαθάριστο χρέος της και ταυτόχρονα να συσσωρεύει αθέατες υποχρεώσεις όπως υποβαθμισμένα σχολεία, ανεπαρκείς υγειονομικές υποδομές, δημογραφική παρακμή, χαμηλή παραγωγικότητα και περιβαλλοντικό κίνδυνο.» Όπως άλλωστε έχει εξηγήσει ο σοφός Μάριο Ντράγκι: «Υπάρχει καλό και κακό χρέος. Το κακό χρέος πληρώνει τρέχουσες δαπάνες και γίνεται βάρος στις μελλοντικές γενιές. Το καλό χρέος χρηματοδοτεί επενδύσεις στρατηγικής προτεραιότητας και αυξήσεις παραγωγικότητας, δημιουργώντας την ανάπτυξη που θα το αποπληρώσει.» Συνεπώς, το χρέος δεν (πρέπει να) είναι ταμπού.

Όμως μισό λεπτό. Η Ελλάδα δεν είναι Ρουμανία της δεκαετίας του ’80. Μιλάμε για μια χώρα – τη δική μας – που δανειζόταν στις αγορές για να πληρώνει συντάξεις σε πενηντάρηδες, προσλήψεις υπεραρίθμων, επιδόματα έγκαιρης προσέλευσης, νοσοκομειακές προμήθειες με κόστος πολλαπλάσιο από τις διεθνείς τιμές, φορολογικές απαλλαγές για αυτοκίνητα πολυτελείας, και πολλά άλλα, σε ένα (διακομματικό) πλιάτσικο χωρίς προηγούμενο. Αυτή η χώρα γλύτωσε τη χρεωκοπία μόνο χάρη στην τύχη της να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βαρύ κόστος, καμία αντίρρηση – αλλά και πάλι απείρως ελαφρύτερο από αυτό που θα πληρώναμε αν ήμαστε οποιαδήποτε άλλη χώρα, οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη.

Αυτή λοιπόν η χώρα, παρότι δανείζεται με ευνοϊκούς όρους (μακρά διάρκεια και επιτόκιο 1,9%), έχει κάθε συμφέρον να σβήσει από τη μνήμη των αγορών την εικόνα του αποτυχημένου κράτους που είχε φιλοτεχνήσει. Όχι για «ηθικούς» λόγους. Για λόγους οικονομικού συμφέροντος: όταν οι αγορές σε εμπιστεύονται, σε δανείζουν ευκολότερα και με χαμηλότερο επιτόκιο. Συνεπώς, η αλλαγή της διεθνούς εικόνας της χώρας θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, και η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους θα έπρεπε να συναντά καθολική συναίνεση, αντί να γίνεται αφορμή για άλλη μια ανούσια ανταλλαγή πυροτεχνημάτων.

Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς. Ένα πολιτικό σύστημα που νοιάζεται για τις μελλοντικές γενιές δεν αρνείται (στα μουλωχτά, και με απόλυτη διακομματική συναίνεση) να εφαρμόσει το νόμο για τις συντάξεις που η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το 2016 (με πίεση των δανειστών, προφανώς), ο οποίος προέβλεπε αύξηση των ορίων ηλικίας καθώς αυξάνεται η διάρκεια ζωής. Όπως έγραφα πρόσφατα, η άρνηση αυτή θα έχει βαρύτατο κόστος στον προϋπολογισμό (και κατά συνέπεια στους μελλοντικούς φορολογούμενους) ήδη από την επόμενη δεκαετία.

Φαίνεται όμως ότι για την κυβέρνηση – αλλά και για την αντιπολίτευση που απερίσκεπτα υπερθεματίζει – η επόμενη δεκαετία είναι μακριά, ενώ οι εκλογές είναι κοντά.

12 Ιουλίου 2026

Το πρόγραμμα ως πρόσχημα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 12 Ιουλίου 2026).

Κάποια στιγμή τον Φεβρουάριο 2015, εν μέσω της περήφανης διαπραγμάτευσης της τότε νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, οι εκπρόσωποι των δανειστών άρχισαν σταδιακά να συνειδητοποιούν ότι οι συνομιλητές τους δεν είχαν ιδέα για όσα συζητούνταν. Είχαν περάσει τα προηγούμενα χρόνια κάνοντας θόρυβο (στην αργκώ: «οικοδόμηση κινήματος»), παραμελώντας την πιο βαρετή - και εδώ που τα λέμε, πολύ πιο κοπιαστική – δουλειά της μελέτης των πραγματικών προβλημάτων της χώρας, και της αναζήτησης λύσεων («ρεφορμιστικές πρακτικές»). Κάπως έτσι απέφευγαν οι υπουργοί και λοιπά στελέχη της ελληνικής κυβέρνησης να μπουν καν στη συζήτηση για τα μέτρα που πρότειναν οι δανειστές.

Για παράδειγμα, έδειχναν οι δανειστές ότι σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (Έκθεση συστήματος «Ήλιος»), τον Φεβρουάριο 2015, μετά από 5 χρόνια μνημόνια, το 32% των δημοσίων υπαλλήλων έβγαινε στη σύνταξη πριν τα 55. Συνολικά, οι συντάξεις στις ηλικίες κάτω των 55 (μέση μηνιαία σύνταξη: 1,177 ευρώ) κόστιζαν στο ελληνικό κράτος 1,5 δις το χρόνο. «Ποιο ακριβώς είναι το κοινωνικό όφελος μιας τέτοιας δαπάνης, ειδικά σε μια χρεωκοπημένη χώρα σαν τη δική σας;» ρώταγαν οι δανειστές.

Τι απαντούσαν οι περήφανοι διαπραγματευτές; Στους Έλληνες δημοσιογράφους, και στην ελληνική κοινή γνώμη, έλεγαν άλλα αντ’ άλλων («Δεν θα δεχθούμε περικοπές 40% σε συντάξεις των 350 ευρώ» - που δεν υπήρχαν). Στους ίδιους τους δανειστές, που ήταν πολύ καλύτερα πληροφορημένοι, δεν έλεγαν απολύτως τίποτε: πετούσαν την μπάλα στην εξέδρα.

Όταν το κακό παράγινε, για να καλύψουν τη γύμνια τους, το επιτελείο του τότε Υπουργού Οικονομικών, μετά από βαθιά σκέψη λίγων λεπτών, εκπόνησε «Μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης». Όταν δόθηκαν στη δημοσιότητα οι λεπτομέρειες, η γενική αίσθηση (ανά την Ευρώπη) ήταν «ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν». Πληροφορηθήκαμε όλοι ότι η φοβερή και τρομερή ανθρωπιστική κρίση της χώρας επρόκειτο να αντιμετωπιστεί με δέσμη τριών μέτρων (παροχή δωρεάν ηλεκτρικού ρεύματος, επιδότηση ενοικίου, και επιδότηση σίτισης σε ευάλωτα νοικοκυριά) συνολικού κόστους 200 εκατ. τη διετία – δηλ. 1/15 της δαπάνης για συντάξεις στις ηλικίες κάτω των 55, τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση (και για να είμαστε ειλικρινείς, το σύνολο του πολιτικού συστήματος) υπερασπιζόταν με νύχια και με δόντια.

Αυτή τη (διδακτική) ιστορία μου θύμισε η ανακοίνωση των προτάσεων του νεοϊδρυθέντος κόμματος του Αλέξη Τσίπρα. Το πρόγραμμα ως πρόσχημα. Σε στυλ: «Και προτάσεις έχουμε».

Όμως, ας δούμε τις προτάσεις λίγο πιο προσεκτικά.

1. Δωρεάν δημόσιες μεταφορές για όλους. Όποιος έχει ανέβει σε λεωφορείο ή έχει πάρει το μετρό θα έχει προσέξει ότι τα δρομολόγια έχουν αραιώσει απελπιστικά, ότι επικρατεί συνωστισμός, και ότι πολλοί επιβάτες δεν ακυρώνουν εισιτήριο. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω πώς ακριβώς θα βελτιωνόταν η κατάσταση αν γενικευόταν το τζάμπα. Ένα σοβαρό προοδευτικό κόμμα θα πρότεινε πυκνά δρομολόγια, φτηνές μηνιαίες κάρτες, ελέγχους, και πρόστιμα (τα δημόσια αγαθά πρέπει να τα σέβονται όλοι). Επίσης, διόδια για την είσοδο των ΙΧ στο κέντρο της πόλης – όπως στο Λονδίνο, στη Στοκχόλμη και στο Μιλάνο.

2. Φθηνότερο ρεύμα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Καλή ιδέα, αρκεί να μην υλοποιηθεί με κρατικές επιδοτήσεις, αλλά με επιτάχυνση της στροφής προς ηλιακή και αιολική ενέργεια.

3. Δημόσιος φορέας στέγης και κοινωνικής διαχείρισης στεγαστικών δανείων. Το παράδειγμα της κοινωνικής κατοικίας π.χ. στη Βιέννη είναι λαμπρό, αλλά δύσκολα γενικεύσιμο. Θα ήταν ενδιαφέρον να ακούσουμε πώς ο προτεινόμενος φορέας θα απέφευγε τις παγίδες της πολύ λιγότερο λαμπρής ιστορίας της κρατικής στεγαστικής πολιτικής στην Ελλάδα.

4. Τέλος στις Πανελλαδικές – Νέο Σύστημα Εισαγωγής. Εδώ η αυθόρμητη αντίδραση είναι «Όχι πάλι».

5. Αξιοπρεπείς αμοιβές σε παιδεία και υγεία. Προφανώς. Αλλά στη χώρα μας πολλοί ασθενείς ταλαιπωρούνται και εξαναγκάζονται να πληρώνουν για τυπικά δωρεάν υπηρεσίες, πολλοί μαθητές (και κάποιοι φοιτητές) είναι λειτουργικά αναλφάβητοι, ενώ οι συνδικαλιστές κινητοποιούνται κατά της αξιολόγησης. Συνεπώς, ένα σοβαρό προοδευτικό κόμμα θα στεκόταν πρωτίστως στο πλευρό των πολιτών που χρησιμοποιούν τις δημόσιες υπηρεσίες, και μόνο δευτερευόντως (και μόνο υπό όρους) στο πλευρό όσων τις παρέχουν.

Αν ήταν γραπτό εξετάσεων, ο συντάκτης του θα έμενε μετεξεταστέος. Όμως ακόμη και έτσι, η συζήτηση για τα προβλήματα – και, κυρίως, για τις πιθανές λύσεις – είναι απείρως προτιμότερη από την στομφώδη αερολογία που περνιέται για πολιτική συζήτηση στην χώρα μας.

Οπότε, ας ελπίσουμε σε κάτι καλύτερο στην επόμενη εξεταστική.

26 Ιουνίου 2026

Για τη διαφθορά

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026).


Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να σκεφτεί κανείς το πρόβλημα της διαφθοράς, κατά τη γνώμη μου όλοι λανθασμένοι.

Ως πολιτικό πρόβλημα αποκλειστικά της αντίπαλης παράταξης: Όμως, σοβαρά κρούσματα διαφθοράς («αξιοποίησης δημόσιου αξιώματος για προσωπικό όφελος») σημειώνονται σε όλο το πολιτικό φάσμα. Το Qatargate αφορούσε κυρίως εκπροσώπους της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Ο σύζυγος της αρχηγού του Εθνικού Κόμματος και πρωθυπουργού της Σκωτίας (2014–2023) ομολόγησε στο δικαστήριο ότι υπεξαίρεσε 400.000 στερλίνες από το κομματικό ταμείο.

Ως πρόβλημα του δημοκρατικού πολιτεύματος: Όλες οι δικτατορίες, από τον ιταλικό φασισμό έως τους δικούς μας συνταγματάρχες, αυτοανακηρύχτηκαν σε τιμωρούς του «διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού», για να διακριθούν στη συνέχεια για την διαφθορά και για την ανικανότητά τους (συχνά αυτά πάνε μαζί). Το ίδιο και οι σημερινοί θαυμαστές τους. Ο Nathan Gill, ευρωβουλευτής του προηγούμενου κόμματος του Nigel Farage (UKIP), και επικεφαλής του ουαλλικού παραρτήματος του τωρινού (Reform), ομολόγησε ότι δωροδοκήθηκε από τη Ρωσία του Πούτιν και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης. Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ουγγαρίας ξεκίνησε την επιχειρηματική σταδιοδρομία του ως υδραυλικός του Βίκτωρ Ορμπάν. Και φυσικά, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εργάζεται σθεναρά για τον πλουτισμό του ιδίου, των συγγενών και των φίλων του, σε κολοσσαία κλίμακα, σαν να πρόκειται για το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.

Ως (αστυ)νομικό πρόβλημα: Αυστηρότεροι νόμοι, βαρύτερες ποινές, μεγαλύτερη αστυνόμευση. Οι ενστάσεις μου με αυτή την προσέγγιση είναι τουλάχιστον δύο: Πρώτον, σε μια υποθετική χώρα όπου η διαφθορά έχει ήδη ξεπεράσει ένα κρίσιμο όριο, είναι πολύ πιθανό να έχει διεισδύσει τόσο στις διωκτικές αρχές όσο και στη δικαστική εξουσία. Δεύτερον, στην ίδια υποθετική χώρα με εκτεταμένη διαφθορά, θα χρειαζόταν ένας αστυνόμος και ένας δικαστής (και οι δύο αδιάφθοροι) για κάθε επιρρεπή στη διαφθορά πολίτη, πράγμα μάλλον δύσκολο πρακτικά. Και για τους δύο αυτούς λόγους, τα εξωτερικά αντικίνητρα για διαφθορά (βαριές ποινές) είναι πιθανό να φανούν αναποτελεσματικά αν δεν υφίστανται ισχυρά εσωτερικά τέτοια.

Εδώ νομίζω βρίσκεται το κλειδί του προβλήματος. Σε κοινωνίες που έχουν καταφέρει να περιορίσουν (όχι να εξαλείψουν ολοσχερώς) τη διαφθορά, αυτό που κυρίως εμποδίζει ένα δημόσιο πρόσωπο να αξιοποιήσει το αξίωμά του για προσωπικό όφελος είναι ο φόβος του ντροπιαστικού εξευτελισμού: ο φόβος δηλαδή ότι αν φέρει στο σπίτι περισσότερα χρήματα ή δώρα ή άλλα υλικά αγαθά από όσα δικαιολογεί ο μισθός του, θα πέσει στην εκτίμηση της συντρόφου του, των παιδιών του, των φίλων του, των ψηφοφόρων του.

Αν αντίθετα η αποδεδειγμένη διαφθορά τον ανεβάσει στην εκτίμηση των συγγενών, φίλων, και (αρκετών) ψηφοφόρων, όπως π.χ. συνέβαινε στην Ιταλία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τότε φοβάμαι ότι το πρόβλημα είναι δυσεπίλυτο.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν, προτού αγανακτήσουμε με το πιο πρόσφατο σκάνδαλο διαφθοράς: πώς θα αντιδρούσαμε εμείς οι ίδιοι αν ο σύντροφος, συγγενής, φίλος μας κυκλοφορούσε ξαφνικά με περισσότερα χρήματα από όσα δικαιολογεί ο μισθός του;

10 Μαΐου 2026

Η εβδομάδα 35 ωρών μπορεί να περιμένει

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 10 Μαΐου 2026).

Η πρόσφατη πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για μείωση των ωρών εργασίας με πλήρεις αποδοχές συνάντησε την απόλυτη άρνηση της κυβέρνησης, που κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση για «λαϊκισμό», καθώς και των εργοδοτικών οργανώσεων, που περιέγραψαν τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου με σκοτεινά χρώματα: λουκέτα, ανεργία κτλ.

Όπως συμβαίνει συνήθως, πρωτοστάτησαν οι εργοδοτικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τις μικρές επιχειρήσεις, που στη χώρα μας είναι αναλογικά περισσότερες. Έχουν και αυτές τους λόγους τους: πολλές μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται στα όρια της βιωσιμότητας, κινδυνεύοντας να βουλιάξουν λόγω κάποιας δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών, και για αυτό άλλωστε κινητοποιούνται με στόχο το χαμηλό κόστος, εργασίας και φορολογίας. Και ως γνωστόν ο στόχος αυτός μπορεί να επιτυγχάνεται είτε ευθέως, με την απόσπαση ευνοϊκών ρυθμίσεων, είτε λιγότερο ευθέως, μέσω της φοροδιαφυγής, των απλήρωτων υπερωριών κτλ. Τα τελευταία χρόνια, η κινητοποίηση αυτή έχει φέρει καρπούς για τους άμεσα ενδιαφερόμενους.

Μόνο που η υποχωρητικότητα της κυβέρνησης στα αιτήματα των εργοδοτών (ιδίως των μικρομεσαίων) έχει οδηγήσει στην αναβίωση ενός μοντέλου ανάπτυξης χαμηλών επιδόσεων, που πριν λίγα χρόνια μας έφερε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, και που σήμερα καθηλώνει την ελληνική οικονομία στην προτελευταία θέση της ΕΕ: κάτω από τη Ρουμανία, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία. Όσο για την περίφημη έκθεση Πισσαρίδη, που το 2020 είχε γίνει δεκτή από την κυβέρνηση με επευφημίες, σήμερα δείχνει να έχει ξεχαστεί. Με αυτή την έννοια, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει άδικο όταν ισχυρίζεται ότι το υπόδειγμα της φθηνής εργασίας εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας, περιορισμένης καινοτομίας και διαρκούς στασιμότητας.

Γενικά, δεν υπάρχει τίποτε σκανδαλιστικό στην ιδέα ότι ο εργάσιμος χρόνος μπορεί να μειώνεται καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται. Στη Γερμανία, το 1870 ο μέσος εργαζόμενος δούλευε 3.284 ώρες το χρόνο, το 1950 ο αριθμός αυτός είχε πέσει στις 2.427 ώρες, και το 2023 στις 1.335 ώρες – χωρίς αυτό να έχει εμποδίσει τους μισθούς και τα κέρδη των επιχειρήσεων να αυξηθούν θεαματικά στον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε. Αντιστρόφως, στην Ελλάδα οι ετήσιες ώρες εργασίας είναι 1.893, και όμως οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων είναι χαμηλότερες από τις μισές των Γερμανών συναδέλφων τους.

Ο λόγος φυσικά είναι η χαμηλή παραγωγικότητα των Ελλήνων εργαζομένων, που με τη σειρά της οφείλεται όχι μόνο στο χαμηλό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και στην προβληματική οργάνωσή τους, στη χαμηλή διοικητική ικανότητα των ανθρώπων που τις διευθύνουν, στις χαμηλές δεξιότητες των εργαζομένων, καθώς και στη σχετική αδιαφορία των εργοδοτών για την αναβάθμισή τους.

Το πρόβλημα με την πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι ότι ακριβώς επειδή η ελληνική οικονομία, με ευθύνη και της κυβέρνησης, έχει εγκλωβιστεί σε μια παγίδα χαμηλής παραγωγικότητας, η προτεραιότητα τώρα πρέπει να είναι πώς θα απεγκλωβιστεί από αυτή – και η μείωση του χρόνου εργασίας δεν φαίνεται να είναι ο καλύτερος τρόπος για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Η (τελικά άγονη) συζήτηση για την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έχει εδώ και καιρό εντοπίσει τα κύρια συστατικά μιας εθνικής στρατηγικής για την αύξηση της παραγωγικότητας. Χρειάζεται στροφή πολιτικής από την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν στις καλύτερες από αυτές να μεγαλώσουν. Χρειάζεται μετατόπιση πόρων (και κρατικών ενισχύσεων, άμεσων και έμμεσων) από τις δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας στις οποίες βασίζεται σήμερα η ελληνική οικονομία προς άλλες υψηλότερης. Χρειάζεται μια εκπαιδευτική πολιτική που να ποντάρει λιγότερο στη συσσώρευση τίτλων σπουδών και περισσότερο στο τι πραγματικά ξέρουν να κάνουν οι κάτοχοί τους.

Εν απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου στις σημερινές συνθήκες θα έπεφτε στο κενό – με μοναδικό αποτέλεσμα την ακόμη βαθύτερη κατάτμηση της αγοράς εργασίας, ανάμεσα σε έναν ιδιωτικό τομέα όπου τα δικαιώματα των εργαζομένων συχνά αγνοούνται, και ένα υπερπροστατευμένο Δημόσιο όπου η μέριμνα για την καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών εξαντλείται στην ψηφιοποίηση μερικών διαδικασιών. Σε τι θα ωφελούσε αυτό;

22 Μαρτίου 2026

Η ενεργειακή αυτονομία παραμένει ζητούμενο

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 22 Μαρτίου 2026).


Η ριζική αβεβαιότητα είναι το χαρακτηριστικό της νέας εποχής που εγκαινιάστηκε με την δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ, όμως η δίνη στην οποία έχει βυθίσει τη διεθνή οικονομία η επίθεση στο Ιράν είναι από κάθε άποψη πρωτοφανής. Η ισραηλινή επίθεση την περασμένη Τετάρτη στις ιρανικές εγκαταστάσεις του Νότιου Παρς (το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο), και τα ιρανικά αντίποινα την επομένη στις καταριανές εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Ρας Λαφφάν (μεγαλύτερες στον κόσμο), οδήγησαν σε νέα εκτίναξη των τιμών στην Ευρώπη, που τώρα είναι διπλάσιες από ό,τι πριν τρεις εβδομάδες.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι ακόμη άγνωστη η έκβαση της Συνόδου Κορυφής των 27 στις Βρυξέλλες. Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα έχει ζητήσει «αποφασιστική και άμεση παρέμβαση για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων» στο πρότυπο της ενεργειακής κρίσης του 2022, ενώ επίσης υποστηρίζει την πρόταση της ιταλικής κυβέρνησης για αναστολή του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών επειδή «επιβαρύνει υπέρμετρα την ανταγωνιστικότητα».

Ακούγονται πολύ φιλολαϊκά και τα δύο. Τα φαινόμενα όμως απατούν.

Ως γνωστόν, το 2022 η ελληνική κυβέρνηση ξόδεψε 4,9% του ΑΕΠ για να προστατεύσει επιχειρήσεις και νοικοκυριά από την εκτόξευση του κόστους της ενέργειας, πολύ περισσότερο από τα άλλα 40 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ: στη δεύτερη θέση με 2,8% του ΑΕΠ ισοβάθμησαν η Ιταλία και η Πολωνία. Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης (2,7% του ΑΕΠ) καλύφθηκε από κοινοτικά κονδύλια, τα οποία έχουν θεσμοθετηθεί για άλλο σκοπό (δίκαιη ενεργειακή μετάβαση). Το υπόλοιπο (2,2% του ΑΕΠ) προήλθε από εθνικούς πόρους – ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, αν αναλογιστούμε ότι παραμένουμε πρωταθλητές Ευρώπης στο δημόσιο χρέος (151% του ΑΕΠ). Όσο για το «φιλολαϊκό» χαρακτήρα των μέτρων του 2022, η διανεμητική επίπτωσή τους ήταν αντιστρόφως προοδευτική: όσο πιο εύπορο το νοικοκυριό, τόσο μεγαλύτερο το όφελος.

Όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (γνωστό και ως «Χρηματιστήριο Ρύπων»), είναι το πιο φιλελεύθερο από όλα τα εργαλεία περιβαλλοντικής πολιτικής: μειώνει τη ρύπανση στη βιομηχανία και στην παραγωγή ενέργειας μέσω ενός ευέλικτου μηχανισμού τιμολόγησης των ρύπων. Παρά τις αδυναμίες του το σύστημα αποδίδει – για αυτό άλλωστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει την επέκτασή του στη ναυτιλία και στις μεταφορές.

Όπως σχολίαζε τις προάλλες ο Federico Fubini, αναπληρωτής διευθυντής της πάντα μετρημένης Corriere della Sera, το αίτημα αναστολής του Χρηματιστηρίου Ρύπων εκ μέρους της ιταλικής κυβέρνησης συνιστά ομολογία αποτυχίας: ο εθνικός στόχος θα έπρεπε να είναι η ανάκτηση της ενεργειακής αυτονομίας, και ο περιορισμός των εισαγωγών καυσίμων από ασταθείς περιοχές του πλανήτη (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική), καθώς και από χώρες που ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν το ενεργειακό τους πλεονέκτημα για να εκβιάσουν γεωπολιτικά οφέλη σε βάρος της Ευρώπης. Στην τελευταία κατηγορία ο Fubini κατατάσσει όχι μόνο τη Ρωσία, αλλά δυνητικά και τις ΗΠΑ.

Εμείς πώς τα πάμε στον τομέα της ενεργειακής αυτονομίας; Χάρη στη θεαματική αύξηση της παραγωγής ηλιακής και αιολικής ενέργειας τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει γίνει καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρισμού. Όμως το μερίδιο της παραγωγής ηλεκτρισμού στη συνολική κατανάλωση ενέργειας είναι μόνο 20% (όσο και το 2021). Στο σύνολο, η ενεργειακή εξάρτηση έχει επιδεινωθεί: το 2024 οι καθαρές εισαγωγές καυσίμων αντιπροσώπευαν 78% των ενεργειακών αναγκών της χώρας (έναντι 74% το 2021). Καθώς υποχωρεί το μερίδιο της Ρωσίας, γιγαντώνεται εκείνο των ΗΠΑ: από εκεί προερχόταν το 86% του υγροποιημένου φυσικού αερίου που φορτώθηκε στη Ρεβυθούσα πέρυσι. Στην ίδια κατεύθυνση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ κινείται η συμφωνία με την εταιρεία Chevron για εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου (η οποία κυρώθηκε την περασμένη εβδομάδα από τη Βουλή), καθώς και ο σχεδιασμός για τον «Κάθετο διάδρομο» από την Αλεξανδρούπολη, όπου σχεδόν το 100% του φορτίου θα προέρχεται από τις ΗΠΑ. Πόσο συνετά είναι όλα αυτά;

Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν βλάπτει μόνο την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης και της Ελλάδας, βλάπτει επίσης την οικονομία. Μετά τη θεαματική πτώση του κόστους παραγωγής ηλιακής ενέργειας, ακολουθεί η ταχεία μείωση του κόστους αποθήκευσης.

Το εθνικό συμφέρον επιβάλλει την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, όχι την εγκατάλειψή της.

8 Φεβρουαρίου 2026

Το κατάρτι του Οδυσσέα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026).


Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να προτείνει συνταγματική αναθεώρηση έχει προκαλέσει μια συζήτηση που, όπως συνήθως, επικεντρώνεται στις βραχυπρόθεσμες διαστάσεις του θέματος, π.χ. στις βλέψεις του ίδιου του πρωθυπουργού και των αντιπάλων του, μέσα στο κυβερνών κόμμα και έξω από αυτό.

Οι διαστάσεις αυτές μπορεί να είναι σημαντικές. Όμως, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, το Σύνταγμα είναι σοβαρή υπόθεση: αφορά τους κανόνες του παιγνιδιού, τα όρια και τους περιορισμούς στη δυνατότητα της κυβέρνησης να παίρνει αποφάσεις, και της Βουλής να νομοθετεί. Συνεπώς, ας μιλήσουμε για αυτά.

Παραδόξως, η άλλη ένσταση που ακούγεται («Από ποιο άμβωνα προέρχεται το κήρυγμα ...») αντί να ακυρώνει την ανάγκη για ουσιαστική συζήτηση την κάνει ακόμη πιο επείγουσα. Πράγματι, για κάθε πολίτη που νοιάζεται για την υγεία της δημοκρατίας περισσότερο από ό,τι για τον κομματικό ανταγωνισμό, που είχε δει με αποτροπιασμό τις επανειλημμένες απόπειρες της προηγούμενης κυβέρνησης να ελέγξει τη δικαστική εξουσία, τα μέσα ενημέρωσης, ή τη στατιστική υπηρεσία, και που περίμενε δραστική αλλαγή πορείας από τη σημερινή κυβέρνηση, η ανοιχτή επίθεση στις ανεξάρτητες αρχές και στους δημοσιογράφους που επιχείρησαν να την ελέγξουν υπήρξε η απογοητευτικότερη διάψευση των τελευταίων ετών.

Το «Κοίτα ποιος μιλάει» εκτείνεται σε όλο το φάσμα των θεμάτων. Για παράδειγμα, είναι ακριβές ότι το Σύνταγμα «δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα», ή ότι «δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις επόμενες γενεές», όπως αναφέρει στην επιστολή του ο πρωθυπουργός. Όμως ο συντάκτης της επιστολής τυχαίνει να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πρόεδρο της κυβέρνησης που πριν λίγους μήνες, αντί να αυξήσει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης λόγω αύξησης της διάρκειας ζωής, όπως προέβλεπε η ισχύουσα (μνημονιακή) νομοθεσία, αποφάσισε να τα κρατήσει αναλλοίωτα, με κόστος +1,2% του ΑΕΠ ετησίως σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Στο σημείο αυτό, ας υπενθυμίσουμε τη γενική αγαλλίαση με την οποία έγινε δεκτή αυτή η κραυγαλέα παραβίαση της δημοσιονομικής ισορροπίας και βιωσιμότητας, και εξόφθαλμη περιφρόνηση των επόμενων γενεεών, από το σύνολο του πολιτικού σφάλματος, με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να υπερθεματίζει και να υπόσχεται τα ίδια και χειρότερα.

Όμως ας αφήσουμε κατά μέρος τις ενστάσεις, και ας αναγνωρίσουμε στον πρωθυπουργό το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ένας αυθεντικά φιλελεύθερος πολιτικός να κοιτάζει με αγωνία γύρω του (την προέλαση του αυταρχισμού στον κόσμο) και μέσα του (βλ. παραπάνω) και να αισθάνεται την ανάγκη να βάλει όρια και περιορισμούς στον εαυτό του και κυρίως στους διαδόχους του; Άλλωστε, το να δένει κανείς τα χέρια του επειδή δεν εμπιστεύεται εντελώς τον εαυτό του είναι η πεμπτουσία της σοφίας. Αυτό δεν έκανε ο Οδυσσέας, όταν πρόσταξε τους συντρόφους του να τον δέσουν στο κατάρτι και να βουλώσουν τα αυτιά τους στο τραγούδι των Σειρήνων (και στις διαταγές του ίδιου του Οδυσσέα να τον λύσουν); Αυτό δεν έκαναν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όταν έβαλαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ την αυστηρή ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έτσι ώστε οι κυβερνήσεις να μην αντιμετωπίζουν τον πειρασμό να μειώνουν τα επιτόκια «για να πέσει χρήμα στην αγορά» λίγο πριν τις εκλογές, συσσωρεύοντας αδιέξοδα στο μέλλον;

Φυσικά, όπως πάντοτε, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Οι περιορισμοί στην ελευθερία της κυβέρνησης να αποφασίζει και της Βουλής να νομοθετεί πρέπει να είναι συνετοί. Εξ άλλου, η αίσθηση ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας (ή και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) συνθέτουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να λειτουργούν διαχειριστικά, ανήμπορες να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών, συνέβαλε στην άνοδο του αυταρχισμού.

Οι υπερβολές είναι αντιπαραγωγικές και με οικονομικούς όρους. Με την απόφασή της το 2009 να βάλει στο Σύνταγμα της χώρας το «φρένο χρέους», κηρύσσοντας αντισυνταγματικό κάθε δημοσιονομικό έλλειμμα πάνω από 0,35% του ΑΕΠ, η γερμανική πολιτική ελίτ σκόραρε ένα θεαματικό αυτογκόλ. Οι συνέπειες είναι σήμερα ορατές: με τις υποδομές απηρχαιωμένες, με τους σιδηροδρόμους να καθυστερούν απελπιστικά, με τη δημόσια διοίκηση να πασχίζει να προλάβει την ψηφιακή εποχή, και με την οικονομία προσκολλημένη σε ένα παρελθόν που έχει πλέον παρέλθει, η κυβέρνηση Μερτς αναγκάστηκε τελικά να παρακάμψει το «φρένο χρέους» για να μπορέσει στοιχειωδώς να ανταποκριθεί στις αμυντικές, ενεργειακές και άλλες υποχρεώσεις που υπαγορεύει η πραγματικότητα.

Ποια είναι η σωστή ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και ορίων, μεταξύ κυβερνητικής ευελιξίας και συνταγματικών περιορισμών; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Ας συζητήσουμε αυτό, έστω και τώρα.

29 Ιανουαρίου 2026

Μετά το Νταβός

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "Ποιες στρατηγικές τάσεις στην παγκόσμια γεωπολιτική ανέδειξε το Νταβός και ποιες επιπτώσεις προκύπτουν για τη διατλαντική συνεργασία; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026).

Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, με επίκεντρο το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, επιβεβαιώνουν αυτό που πολλοί στην Ευρώπη φοβόντουσαν αλλά αρνιόντουσαν να πιστέψουν: ότι δηλ. η «Δύση» ως γεωπολιτική κατηγορία με τις ΗΠΑ στο ρόλο της «αναντικατάστατης δύναμης» πλέον δεν υφίσταται. Πράγματι, οι απειλές ότι οι ΗΠΑ θα προσαρτήσουν την Γροιλανδία (ακόμη και με τη βία, αν χρειαστεί), οι απαξιωτικές δηλώσεις του Προέδρου Τραμπ για τις χώρες του ΝΑΤΟ, η πανηγυρική ίδρυση «Συμβουλίου Ειρήνης» (με τη Ρωσία και την Τουρκία αλλά χωρίς τη Γαλλία ή τη Βρετανία), δείχνουν ότι η Ατλαντική Συμμαχία έχει δεχθεί ένα συντριπτικό πλήγμα.

Ακόμη και αν τελικά αποτραπεί το εφιαλτικό ενδεχόμενο η Ευρώπη να δεχθεί στρατιωτική επίθεση από τις ΗΠΑ, είναι φανερό ότι δεν μπορεί πια να υπολογίζει στην αμερικανική αμυντική ομπρέλα των ΗΠΑ (π.χ. σε περίπτωση που κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ ή/και του ΝΑΤΟ δεχθεί επίθεση), γεγονός που φυσικά καθιστά μια τέτοια επίθεση πιθανότερη. Τώρα το ΝΑΤΟ κινδυνεύει να έχει το τέλος της Κοινωνίας των Εθνών, που συνέχισε να λειτουργεί στα χαρτιά έως το 1946, ενώ είχε ακυρωθεί στην πράξη ήδη από την δεκαετία του 1930, όταν απέτυχε να αποτρέψει την επιθετικότητα των δυνάμεων του Άξονα στην Μαντζουρία και στην Αβησσυνία.

Η επανατοποθέτηση των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη φαίνεται μόνιμη. Η ήττα του κινήματος MAGA στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026, και στις προεδρικές εκλογές του 2028, μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ευρώπη, αλλά είναι απίθανο να επαναφέρει την Ατλαντική Συμμαχία των προηγούμενων 80 ετών. Ως προς αυτό, η ομιλία του κυβερνήτη της Καλιφόρνιας (και πιθανού διεκδικητή της Προεδρίας το 2028) στο Νταβός υπήρξε αποκαλυπτική: κριτική της επιθετικότητας του Προέδρου Τραμπ κατά της Γροιλανδίας, και καταδίκη της δολοφονίας δύο πολιτών από τις δυνάμεις του ICE στη Μινεάπολη, αλλά ούτε λέξη για τη βοήθεια στην Ουκρανία, για το μέλλον του ΝΑΤΟ, για τη ρύθμιση των πολυεθνικών της τεχνολογίας, ή για τους δασμούς στα ευρωπαϊκά προϊόντα.

Η Ευρώπη διαθέτει τους πόρους (υλικούς και ανθρώπινους) που θα της επιτρέψουν να αποκτήσει την αμυντική ισχύ που χρειάζεται για να αποθαρρύνει όσους την επιβουλεύονται. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν αρκεί: η αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων αναπαράγουν την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, και εκθέτουν την Ευρώπη σε θανάσιμους κινδύνους. Χωρίς αυτονομία, χωρίς στενή συνεργασία με άλλες «μεσαίες» δυνάμεις (όπως η Βρετανία και ο Καναδάς), και χωρίς επιλεκτικές συμφωνίες ειδικού σκοπού με τρίτες χώρες, δεν φαίνεται πώς θα μπορέσουμε να υπερασπιστούμε την ειρήνη, τη δημοκρατία, την ελευθερία στην περιοχή μας. Τα πρόσφατα γεγονότα βοηθούν όλο και περισσότερους Ευρωπαίους να συνειδητοποιήσουν ποια είναι η μοίρα που μας περιμένει αν αρνηθούμε ή αν αποτύχουμε.

28 Δεκεμβρίου 2025

Η «ανασφαλής» κανονικότητα των νέων

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025).


Το καινούριο χόμπυ μου είναι να ρωτάω τους φίλους μου και άλλους γνωστούς της γενιάς μου: «Όταν ήσουν εικοσάρης ανησυχούσες για την επαγγελματική σου αποκατάσταση;» Δεν έχω πάρει ούτε μια θετική απάντηση. Ίσως το δείγμα να μην είναι αντιπροσωπευτικό. Ίσως να ήμασταν απερίσκεπτοι, εγώ και οι φίλοι μου, ή ανεύθυνοι. Μπορεί, αλλά αμφιβάλλω. Οι αναγνώστες μπορούν να κρίνουν μόνοι τους – ιδίως όσοι έχουν παιδιά, και τα βλέπουν να αγχώνονται, να κυνηγάνε τον έναν τίτλο σπουδών μετά από τον άλλον, και εν τω μεταξύ, μέχρι να βρουν μια δουλειά της προκοπής που θα τους επιτρέψει επιτέλους να σχεδιάσουν με ηρεμία το μέλλον τους, να περνάνε από τη μια δουλίτσα (συνήθως προσωρινή ή/και κακοπληρωμένη) στην άλλη. Η διάχυτη αίσθηση ανασφάλειας δείχνει να είναι κομμάτι της κανονικότητας των σημερινών νέων, όπως δεν συνέβαινε με τη γενιά των γονιών τους.

Τα (λίγα) διαθέσιμα δεδομένα φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την αίσθηση. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση 1.500 εργαζομένων ηλικίας έως 29 για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (Οκτώβριος 2025), στην ερώτηση «Πιστεύετε ότι η γενιά των γονιών σας έζησε καλύτερες εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες από τη δική σας;» 51% απάντησε «ισχύει απόλυτα» και 22% «ισχύει». Μόνο το 10% διαφώνησε. Η διάψευση της προσδοκίας της γραμμικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου από τη μια γενιά στην άλλη υπήρξε η δραματικότερη ίσως αλλαγή στο πώς σκέφτονται τη ζωή τους οι νέοι και οι νέες στη χώρα μας.

Μήπως απλώς τα νέα παιδιά πέφτουν στο συνηθισμένο σφάλμα, να προεξοφλούν τα θετικά και να μεγαλοποιούν τα αρνητικά; Στο κάτω κάτω, μερικά πράγματα είναι σήμερα αντικειμενικά ευκολότερα (και φθηνότερα) παρά ποτέ: τα ταξίδια στο εξωτερικό, η πρόσβαση στην πληροφόρηση, οι τηλεπικοινωνίες. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια τα κοινωνικά ήθη έχουν προχωρήσει, η πίεση του οικογενειακού περίγυρου έχει εξασθενήσει, οι βαθμοί ελευθερίας έχουν αυξηθεί. Όμως, η πρόοδος φέρνει καινούργια προβλήματα: η χειραφέτηση και η προκοπή των νέων γυναικών τις καθιστά ευάλωτες στην (ενίοτε βίαιη) αντίδραση όσων προβληματικών ανδρών αισθάνονται να απειλούνται από αυτήν.

Ας δούμε τι λένε οι αριθμοί για τη ζωή των νέων σήμερα σε σύγκριση με τις αρχές του αιώνα. Καταρχάς, στην Ελλάδα οι νέοι έχουν λιγοστέψει: σήμερα στη χώρα μας ζουν 1,6 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 15-29 ετών, το 2001 ήταν μιάμιση φορά περισσότερα (2,4 εκατομμύρια). Ο αριθμός όσων αποκτούν πανεπιστημιακή μόρφωση έχει εκτιναχθεί: το 2000 μόνο 20,6% των ατόμων ηλικίας 25-29 είχαν πτυχίο, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει υπερδιπλασιαστεί (44,6%). Όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα της τελευταίας διεθνούς έρευνας PIAAC στην οποία συμμετείχε η Ελλάδα (το 2015), 19% των κατόχων τίτλων σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πτυχίο ή μεταπτυχιακό) ηλικίας έως 34 ετών ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι.

Σήμερα πάνω από τα δύο τρίτα (68,5%) των νέων ηλικίας 25-29 εργάζονται, όσοι περίπου και το 2000 (68,1%). Πίσω από αυτή τη φαινομενική σταθερότητα κρύβονται σημαντικές ανακατατάξεις: το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών αυτής της ηλικιακής ομάδας έχει υποχωρήσει κατά δέκα ολόκληρες μονάδες (από 81,3% το 2000 σε 71,5% το 2024), ενώ το αντίστροφο συνέβη με το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών (από 54,4% το 2000 σε 65,1% το 2024).

Ακόμη και όταν εργάζονται, πολλοί νέοι (το 52% στην έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ) παραμένουν εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι έχει αυξηθεί και άλλο το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25-34 που μένουν ακόμη στο πατρικό τους: από 42,7% το 2003 σε 54,9% το 2024 (όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 29,7%).

Σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, τα πράγματα είναι καλύτερα. Το 2024, ο αριθμός όσων δήλωναν ότι δεν έχουν την οικονομική άνεση να βγουν μια φορά το μήνα για ποτό ή για φαγητό (7,2% στην ηλικιακή ομάδα 25-29) είχε πέσει στο μισό από το 2018 (14,4%). Με άριστα το 10, ο βαθμός ικανοποίησης από τη ζωή στην ίδια ηλικιακή ομάδα έχει ανέβει από 6,4 το 2013 σε 7,1 το 2024, πλησιάζοντας το μέσο όρο της ΕΕ (7,4).

Εν τω μεταξύ, το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει επιδεινωθεί. Το 2000 ο κόσμος ζούσε την ψευδαίσθηση του «τέλους της ιστορίας» και του «μερίσματος της ειρήνης»: ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, οι Δίδυμοι Πύργοι δεν είχαν ακόμη πέσει. Ακόμη και για το φυσικό περιβάλλον επικρατούσε αισιοδοξία: η διεθνής συμφωνία του Μοντρεάλ (1987) για τη σταδιακή απαγόρευση των χλωροφθορανθράκων είχε βοηθήσει να κλείσει τελικά η τρύπα του όζοντος - μεγάλη υπαρξιακή αγωνία της εποχής. Σήμερα, ζητείται ελπίς.

9 Νοεμβρίου 2025

Για τον νέο δήμαρχο της Νέας Υόρκης

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook (Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025)

Δεν ξέρω αν ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης θα πετύχει. Είναι τόσο σύνθετα και δυσεπίλυτα τα προβλήματα της πόλης του (και όλου του κόσμου) που θα είναι ένα θαύμα αν καταφέρει να αντιμετωπίσει τουλάχιστον κάποια, τουλάχιστον εν μέρει. Άλλωστε, η αδυναμία - ή καλύτερα η ανημπόρια - των κυβερνώντων, χαρακτηριστικό της ιστορικής φάσης που ονομάστηκε "παγκοσμιοποίηση", η οποία έβγαλε από τη φτώχεια εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, και ταυτόχρονα μετέφερε αρμοδιότητες και εξουσία από την πολιτική στην οικονομία, και από τις κυβερνήσεις στις επιχειρήσεις, εμπέδωσε στους μεταρρυθμιστές πολιτικούς ένα είδος ασφυκτικού ρεαλισμού στενών οριζόντων, και συνέβαλε στην αίσθηση απώλειας ελέγχου που με τη σειρά της τροφοδότησε τη στροφή προς τους απανταχού λαϊκιστές κάθε λογής, που υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια: από ένα εκατομμύριο στερλίνες τη βδομάδα στο NHS (στο βρετανικό ΕΣΥ) με το Brexit, έως το τέλος των Μνημονίων με έναν νόμο με ένα άρθρο από την πρώτη μέρα της εθνοσωτηρίου κυβερνήσεως που γνωρίσαμε εμείς.

Όμως και πάλι, είμαι κατενθουσιασμένος με την εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι. Πρώτα πρώτα, επειδή έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στις ΗΠΑ απειλείται η δημοκρατία, και σε εποχές υπαρξιακής απειλής οι δημοκράτες δεν έχουν την πολυτέλεια να σουφρώνουν τη μύτη τους - αν ο Τσώρτσιλ και ο Ρούζβελτ συνεργάστηκαν με τον Στάλιν για να ηττηθεί ο Χίτλερ, δεν βλέπω γιατί όσοι θέλουν να ηττηθεί ο Τραμπ πρέπει να σουφρώνουν τη μύτη τους με τον Μαμντάνι. ΟΚ, ο Τραμπ δεν είναι ακριβώς Χίτλερ (αν και πολλά πρωτοκλασάτα στελέχη του κινήματος MAGA είναι διακηρυγμένοι εχθροί της δημοκρατίας, και κάποιοι θαυμαστές των ναζί), ενώ ο Μαμντάνι σίγουρα δεν είναι Στάλιν: το συμφιλιωτικό μήνυμά του, η φανερή ταύτισή του με αυτό το μωσαϊκό φυλετικών-εθνοτικών-θρησκευτικών ταυτοτήτων που υπήρξε πάντοτε η πόλη του, το χιούμορ του, η χαρά που αποπνέει η παρουσία του και ο πολιτικός του λόγος - όλα αυτά βρίσκονται στους αντίποδες όχι απλώς της αιμοσταγούς πτέρυγας της αριστεράς ή του Ισλάμ, αλλά και της εχθροπαθούς μνησικακίας κάποιων καθ' ημάς υποστηρικτών του που έσπευσαν να διεκδικήσουν κάτι από τη λάμψη του.

Για τον ισλαμισμό του Μαμντάνι ας αναλογιστούμε όσα έγραψε ο Μιχάλης Τσιτσίνης στην Καθημερινή: "Τον Μαμντάνι παρεξηγούν και οι εχθροί του, που, ολίγον σαστισμένοι, έσπευσαν να τον δαιμονοποιήσουν ως φορέα ισλαμικής εισβολής στη Δύση. Έχουν δει άραγε τις εικόνες του ίδιου και της συζύγου του; Τι επιρροή μπορεί να έχει αυτό το ζευγάρι μουσουλμάνων της δυτικής μητρόπολης στους νέους των ισλαμικών χωρών; Ποιο πρότυπο ελεύθερης ζωής, ενσαρκωμένο από δύο παιδιά που τους μοιάζουν, φτάνει στην οθόνη των λογοκριμένων κινητών τους; Το Ισλάμ «εισβάλλει» στη Δύση ή η Δύση στο Ισλάμ;" Για ένα παιδί που μεγαλώνει στη Μέση Ανατολή, η είδηση ότι οι κάτοικοι δύο από τις μεγαλύτερες μητροπόλεις της Δύσης, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, που στο πρόσφατο παρελθόν μάτωσαν από ισχυρά τρομοκρατικά χτυπήματα, είχαν την ψυχραιμία παρόλα αυτά να διαχωρίσουν τους φανατικούς δολοφόνους από τους φιλήσυχους γείτονές τους, και να εκλέξουν μουσουλμάνο δήμαρχο, στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα ανοχής και ειρηνικής συμβίωσης, ισχυρότερο από την προπαγάνδα των ακραίων ισλαμιστών.

Δεν ξέρω πολλά για τη Rama Duwaji, σύζυγο του Ζόραν Μαμντάνι: η όψη της μου θυμίζει τις φίλες της κόρης μου, τα σχέδια της μου αρέσουν πολύ, θέλω να διαβάσω τα graphic novel της. Ξέρω όμως για τη Mira Nair: τον περασμένο αιώνα, στις αίθουσες του Bristol και μετά του Λονδίνου, είχα δει έκθαμβος το "Salaam Bombay!" (1988) και το "Mississippi Masala" (1991) - τις άλλες ταινίες της δεν τις έχω δει, ελπίζω να επανορθώσω σύντομα. Στο podcast του Economist για τον Ζόραν Μαμντάνι λέγανε ότι από τον πατέρα του Mahmood Mamdani, ανθρωπολόγο, καθηγητή στο Columbia, πήρε την αγάπη για τις ιδέες (όχι για την ιδεολογία, διευκρίνησε ο συντάκτης του Economist), ενώ από τη μητέρα του - η οποία σημειωτέον γύρισε κάποια από τα προεκλογικά του φιλμάκια - πήρε τη joie de vivre (δεν το είπαν έτσι).

Σε αυτή τη ζοφερή εποχή που ζούμε, δεν μου φαίνεται και λίγο.

26 Οκτωβρίου 2025

Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025).

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τις αιτίες της κινητοποίησης τόσων και τόσων νέων (και όχι μόνο) κατά του πολέμου στη Γάζα. Τα τελευταία δύο χρόνια σκοτώθηκαν από τις ισραηλινές βόμβες ή θάφτηκαν στα ερείπια δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, κατά κανόνα άμαχοι. Όπως και αν ονομάσει κανείς ό,τι συνέβη (εθνοκάθαρση; γενοκτονία; έγκλημα πολέμου;), υπήρξε μια τεραστίων διαστάσεων βαρβαρότητα. Για εκατομμύρια νέους σε όλο τον κόσμο, η Γάζα είναι το Βιετνάμ της γενιάς τους.

Για τις επιλεκτικές ευαισθησίες μιας (ας ελπίσουμε) μειοψηφίας διαδηλωτών έχουν ήδη γραφτεί πολλά: η ευκολία με την οποία επιχειρείται να δικαιολογηθεί η εξίσου απίστευτη σφαγή αμάχων Ισραηλινών, η απουσία ενσυναίσθησης για τα αγόρια και τα κορίτσια που εκτελέστηκαν εν ψυχρώ ενώ γλεντούσαν στο μουσικό φεστιβάλ Supernova στις 7 Οκτωβρίου 2023, το ξέπλυμα (ως «αντιστασιακής») μιας οργάνωσης φανατικών δολοφόνων με αντιδραστικές ιδέες όπως είναι η Χαμάς, η οπαδική αντίληψη της ιστορίας – όλα αυτά κηλιδώνουν τις κινητοποιήσεις, εκθέτουν την (ας ελπίσουμε) πλειοψηφία διαδηλωτών που δεν τα συμμερίζονται, αποξενώνουν όσους ενδεχομένως θα ήθελαν να πάρουν μέρος αλλά δεν το κάνουν για να μην συγχρωτιστούν με τους οπαδούς των χασάπηδων και άλλους μπαχαλάκηδες.

Μια άλλη επιλεκτική ευαισθησία εντυπωσιάζει επίσης: Η απάθεια (με ελάχιστες εξαιρέσεις) της κοινής γνώμης για την άλλη σφαγή αμάχων – εκείνη που παρακολουθούμε live στις οθόνες μας, καθημερινά, εδώ και τέσσερα σχεδόν χρόνια. Αναφέρομαι φυσικά στον καθημερινό βομβαρδισμό ουκρανικών πόλεων από ρωσικούς πυραύλους και drones. Αν οι αριθμοί έχουν σημασία, οι νεκροί και οι τραυματίες της ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία υπερβαίνουν τις ανθρώπινες απώλειες των ισραηλινών βομβαρδισμών. Επί πλέον, η Ουκρανία συνορεύει με κράτη μέλη της ΕΕ, ενώ η Αθήνα είναι πιο κοντά στην Οδησσό από ό,τι στη Γάζα. Τέλος, η Ρωσία απειλεί ευθέως την ίδια την Ευρώπη, και διεξάγει εναντίον της υβριδικό πόλεμο, κάτι που φυσικά δεν μπορεί να ειπωθεί για το Ισραήλ.

Τα επιχειρήματα που συνήθως επιστρατεύονται δεν αντέχουν στη λογική. Πολλοί αρνούνται – και ορθώς – να θεωρήσουν ότι η άγρια σφαγή αμάχων Ισραηλινών της 7ης Οκτωβρίου δικαιολογεί την σφαγή τριάντα φορές περισσότερων αμάχων Παλαιστινίων, όμως δεν διστάζουν να προτείνουν ως επαρκή δικαιολογία για την ρωσική εισβολή τις διακρίσεις κατά των ρωσόφωνων του Ντονμπάς, ή τη φιλοδοξία να γίνει μια μέρα η Ουκρανία μέλος της ΕΕ ή και του ΝΑΤΟ. 

(Να σημειώσουμε εδώ τις αναλογίες με όσα διαδραματίστηκαν στην Κύπρο πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, με τις αιματηρότατες επιδρομές της ΕΟΚΑ Β’ κατά τουρκοκυπριακών χωριών και το πραξικόπημα του Σαμψών. Οι φίλοι του Πούτιν στην Ελλάδα και στην Κύπρο θα έπρεπε να αναλογιστούν ότι αν οι Ρώσοι «νομιμοποιούνταν» να εισβάλουν στην Ουκρανία, τότε με αυτή τη λογική το ίδιο ισχύει για την τουρκική εισβολή και κατοχή της μισής Κύπρου.)

Από πού έρχονται αυτά τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά»; Σημαντικό ρόλο έχει παίξει η άνοδος της ακροδεξιάς: οι οπαδοί της Λεπέν, του Σαλβίνι και του AfD απεχθάνονται τη φιλελεύθερη Δύση και εκστασιάζονται με τους αυταρχικούς ηγέτες. Επίσης, κάποιοι αριστεροί έχουν υποστεί ένα είδος μετάλλαξης: ο αντιαμερικανισμός τους έχει μετατραπεί σε αντιδυτικισμό, και η παλιά ψυχολογική τους ταύτιση με τη Σοβιετική Ένωση έχει μεταφερθεί στη σημερινή Ρωσία των ολιγαρχών. Τέλος, στην απάθεια της κοινής γνώμης έχει συμβάλει και ο ρωσικός υβριδικός πόλεμος κατά της Ευρώπης, ο οποίος διεξάγεται και μέσω της γενναίας οικονομικής στήριξης λαϊκιστικών κομμάτων της δεξιάς και (ενίοτε) της αριστεράς.

Μερικές φορές, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Οι εξεγερμένοι φοιτητές του Μάη του ’68, στο Παρίσι και στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αγανακτούσαν για την επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, και διακήρυτταν την αλληλεγγύη τους στον Χο Τσι Μινχ και στους Βιετκόγκ. Λίγους μήνες μετά, λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα ανατολικά, οι ερπύστριες των σοβιετικών τανκ έβαζαν τέρμα στο δημοκρατικό πείραμα της «Άνοιξης της Πράγας», και στην απόπειρα των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών να οικοδομήσουν έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Πώς αντέδρασαν οι ίδιοι εξεγερμένοι φοιτητές; Εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, με απάθεια.


14 Σεπτεμβρίου 2025

Μια χώρα για νέους ανθρώπους;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025).


«Η ζωή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο κοιτώντας προς τα πίσω», γράφει ο φιλόσοφος, και κοιτώντας τη δική μου ζωή προς τα πίσω συνειδητοποιώ πόσο τυχερή υπήρξε η γενιά μου, που μεγαλώνοντας τη δεκαετία του ’70 και του ’80, έζησε μια εποχή πιο ειρηνική, πιο ασφαλή και πιο αισιόδοξη από την τωρινή. Αντίθετα, η γενιά των παιδιών μας θα υποχρεωθεί να ζήσει σε έναν κόσμο πολύ πιο ζοφερό: με πολεμικές συγκρούσεις έξω από την πόρτα μας, με το φάσμα μιας ανεπανόρθωτης κλιματικής καταστροφής να ελλοχεύει, και με την αίσθηση ότι τις τύχες του κόσμου κρατούν άνθρωποι ανεπαρκείς και συμπλεγματικοί.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα παιδιά που ενηλικιώνονται ειδικά στη δική μας γωνιά του πλανήτη έχουν να αντιμετωπίσουν πρόσθετα εμπόδια στην αναζήτηση της ευτυχίας (τους): μια κοινωνία από πεποίθηση αναξιοκρατική, μια αγορά εργασίας που μεροληπτεί κατά των νέων, ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που επιμένει να δίνει προτεραιότητα στις συντάξεις και όχι στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, μια αγορά κατοικίας απρόσιτη για όσους δεν έχουν γερές πλάτες, και ένα δημόσιο χρέος που επικρέμαται στενεύοντας τους ορίζοντες.

Μια μόνο ένδειξη του πόσο μεγάλο είναι το αδιέξοδο που βιώνουν οι σημερινοί νέοι είναι ο αριθμός των γεννήσεων – ο οποίος, ήδη από την εποχή του μεταπολεμικού baby boom, λειτουργεί ως ένα είδος ψήφου εμπιστοσύνης στο μέλλον: στη χώρα μας έχει πέσει στις 68 χιλιάδες το 2024, από 118 χιλιάδες το 2008 (μείωση 42%, δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ μετά τη Λετονία).

Η πραγματικότητα είναι δυσοίωνη, αλλά το ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε για να την αλλάξουμε – άλλωστε ο (ίδιος) φιλόσοφος συμπλήρωνε ότι η ζωή «πρέπει να βιώνεται κοιτώντας μπροστά». Δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση αυτό το ερώτημα (ας αναρωτηθούμε όλοι μας αν δίνουμε ευκαιρίες στους νέους εκεί όπου αυτό περνά από το χέρι μας, π.χ. στο επαγγελματικό μας περιβάλλον), αλλά αφορά κυρίως εκείνην.

Προς τιμήν της, η κυβέρνηση δεν φαίνεται εντελώς ανυποψίαστη για το πρόβλημα, αν κρίνει κανείς από τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν στην ΔΕΘ, από τον πρόσφατο ακτιβισμό στη στεγαστική πολιτική, ή από τις πρωτοβουλίες για τον επαναπατρισμό όσων σταδιοδρομούν στο εξωτερικό. Αρκούν αυτά;

Η εύκολη απάντηση είναι «όχι». Μια ειλικρινέστερη απάντηση θα αναγνώριζε ότι το πρόβλημα είναι τεράστιο, και σε κάποιο βαθμό πέρα από τον έλεγχο της (οποιασδήποτε) κυβέρνησης. Όμως και πάλι: περιθώρια δράσης υπάρχουν, και μάλιστα σημαντικά.

Ας παραβλέψω προς το παρόν τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα προβλήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων η κυβέρνηση είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες, που στη συνέχεια διέψευσε, όπως είναι η πολυσυζητημένη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου, χωρίς την οποία η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει ποτέ να δημιουργήσει πολλές καλές θέσεις εργασίας.

Ας παραβλέψω επίσης πρωτοβουλίες υπέρ των νέων ζευγαριών στις οποίες έχω αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα - όπως είναι η δέσμευση ότι κάθε παιδί που γεννιέται στη χώρα θα έχει δωρεάν θέση σε έναν καλό βρεφονηπιακό σταθμό στη γειτονιά του (θα μας κόστιζε το 1% της δαπάνης για συντάξεις), ή η υποχρεωτική άδεια μετ’ αποδοχών για κάθε εργαζόμενο που γίνεται πατέρας (με έξοδα του κράτους, όχι του εργοδότη), μέτρα που όχι μόνο συμβάλλουν στη ψυχική υγεία των νέων και των παιδιών τους, αλλά επίσης αποφέρουν στην οικονομία το πολλαπλάσιο του κόστους τους.

Ας περιοριστούμε στην πολιτική της κυβέρνησης για την έρευνα, που σε κάποιους φαίνεται περιττή πολυτέλεια, αλλά που θα επηρεάσει τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας στο μέλλον. Προκειμένου να επιστρέψουν και να κάνουν οικογένεια τα ελληνόπουλα που διαπρέπουν στο εξωτερικό, αλλά και για να δοθούν ευκαιρίες στα άξια παιδιά που δεν έφυγαν ποτέ, δεν αρκούν φορολογικές απαλλαγές. Χρειάζονται ρεαλιστικές προοπτικές ανέλιξης σε ένα στοιχειωδώς αξιοκρατικό περιβάλλον. Αντίθετα, η συστηματική παραμέληση των (δημόσιων) πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, η εχθρική γραφειοκρατία, η κυβερνητική αδιαφορία για την αξιολόγηση (και την υποστήριξη) όσων εργάζονται σε αυτά, καθώς και η σκανδαλώδης διαχείριση των κοινοτικών πόρων που συρρέουν στη χώρα (π.χ. του προγράμματος «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας»), στέλνουν σαφές μήνυμα: «Παιδιά φύγετε, ή μείνετε εκεί που είστε».

Οι απαντήσεις τους (π.χ. στην πρόσφατη «Μελέτη Νεολαίας» του Ιδρύματος Friedrich Ebert με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) δείχνουν ότι αυτό ακριβώς σκέφτονται να κάνουν.

5 Σεπτεμβρίου 2025

Quo vadis Europa?

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "State of the European Union: Ποια μηνύματα αναμένουμε για την πορεία της Ευρώπης; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025).


Για πρώτη φορά μετά από 80 χρόνια, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες απειλές.

Κάποιες προέκυψαν ξαφνικά, αν και οι ρίζες τους πάνε βαθιά στο χρόνο: ρωσική επιθετικότητα, αμερικανική αντιπάθεια, κινεζικός επεκτατισμός, μεσανατολική ανάφλεξη.

Άλλες είναι προϊόν αδυναμιών που δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως, και που σήμερα έχουν κακοφορμίσει: οικονομική υστέρηση, έλλειμμα καινοτομίας, δημογραφική γήρανση, θεσμική ακινησία, πολιτικός κατακερματισμός.

Το συνδυασμένο αποτέλεσμά τους είναι ότι τα παιδιά μας και τα παιδιά τους κινδυνεύουν να μεγαλώσουν σε μια Ήπειρο ευάλωτη και ανασφαλή, ανήμπορη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, με ξεπερασμένη οικονομία, στάσιμο βιοτικό επίπεδο, και κοινωνίες που βράζουν από θυμό.

Εύκολα μπορεί να περιγράψει κανείς το ζοφερό σενάριο. Η νίκη της Λεπέν (ή του Μπαρντελλά) στις προεδρικές εκλογές του 2027 θα φέρει τη Γαλλία σε τροχιά σύγκρουσης με την ΕΕ, και θα παραλύσει οποιαδήποτε απόπειρα συγκροτημένης ευρωπαϊκής αντίδρασης.

Στη σύγχυση που θα επακολουθήσει, η κάθε χώρα θα προσπαθήσει να περισώσει ό,τι μπορεί. Αφήνω στη φαντασία του αναγνώστη τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την Εσθονία, ή για τη Δανία (και – γιατί όχι; - για την Κύπρο ή την Ελλάδα).

Το εναλλακτικό σενάριο ξεκινά από τη συνειδητοποίηση ότι καμιά χώρα δεν θα τα καταφέρει μόνη της. Άρα: στενή συνεργασία για την άμυνα, την οικονομία, τη μετανάστευση. Δεν είναι το επικρατέστερο. Είναι απαιτητικό. Είναι όμως το μόνο που μπορεί να μας γλυτώσει από χειρότερες περιπέτειες.

1 Σεπτεμβρίου 2025

Τι μέλλει γενέσθαι τώρα με την Ουκρανία;

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "Ουκρανία: Τι μέλλει γενέσθαι; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025).

Δεν είμαι ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής, αλλά ως απλός αναγνώστης του διεθνούς Τύπου έχω σχηματίσει τη γνώμη ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια ακόμη. Οι λόγοι είναι εξής:

  1. Οι ΗΠΑ πλέον είναι πολιτικά και ψυχολογικά στο πλευρό της Ρωσίας. Δύο κυρίως παράγοντες φαίνεται να εμποδίζουν τον Τραμπ να εγκαταλείψει πλήρως την Ουκρανία: η επιθυμία του να πάρει το Βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη, και τα προσδοκόμενα οφέλη από την παράταση του πολέμου για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία (με χρήματα των Ευρωπαίων). Εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ δεν φαίνεται πιθανό να δοθούν, ή αν δοθούν να τηρηθούν, συνεπώς δεν πρόκειται να αποτρέψουν τη Ρωσία να επιτεθεί ξανά.
  2. Η Ρωσία του Πούτιν αναπολεί την εποχή που ήταν υπερδύναμη, αλλά η ρωσική οικονομία είναι μικρότερη από την ιταλική. Είναι αλήθεια ότι ο ρωσικός στρατός, χάρη στην υπεροπλία του, και στην αδιαφορία της ηγεσίας του για τις ανθρώπινες απώλειες, σημειώνει προόδους στο ουκρανικό μέτωπο. Όσο η πορεία του πολέμου παραμένει ευνοϊκή, η Ρωσία δεν έχει λόγο να δεχθεί ανακωχή. Όμως η πρόοδος του ρωσικού στρατού είναι απελπιστικά αργή: το βρετανικό υπουργείο αμύνης εκτιμά ότι με το σημερινό ρυθμό θα χρειαστεί τεσσεράμιση χρόνια για να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο των τεσσάρων περιοχών (Λούχανσκ, Ντόνετσκ, Ζαπορίζια, Χερσών) που διεκδικεί.
  3. Η Ουκρανία μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολη θέση, αλλά είναι απίθανο να ενταχθεί στη ρωσική σφαίρα επιρροής, όπως ονειρεύονται στο Κρεμλίνο. Αφενός, η ρωσική εισβολή έχει τονώσει το εθνικό φρόνημα των κατοίκων της (ακόμη και των ρωσόφωνων), συνεπώς ο διάδοχος του Ζελένσκι δύσκολα θα είναι της αρεσκείας του Πούτιν. Αφετέρου, το μέγεθος και το αξιόμαχο του ουκρανικού στρατού εγγυώνται την διαιώνιση της σύγκρουσης.
  4. Η ρωσική επιθετικότητα δεν απειλεί μόνο την Ουκρανία. Εάν υποκύψει η Ουκρανία, το επόμενο θύμα της Ρωσίας του Πούτιν θα είναι η Μολδαβία ή οι χώρες της Βαλτικής. Μόνο η στρατιωτική ισχύς μπορεί να αποτρέψει τη ρωσική επιθετικότητα. Η Ευρώπη σήμερα δεν διαθέτει την αμυντική ικανότητα να υποχρεώσει τη Ρωσία του Πούτιν σε αναδίπλωση. Διαθέτει όμως τους πόρους, υλικούς και ανθρώπινους, που θα της επιτρέψουν να την αποκτήσει – αρκεί να το θελήσει. Με τη σειρά του, αυτό θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα αναγνωρίσουν οι Ευρωπαίοι πολίτες ότι η ασφάλεια, η ευημερία, ακόμη και η ελευθερία τους, είναι σήμερα σε θανάσιμο κίνδυνο.

24 Αυγούστου 2025

Αντί για επιδόματα, αναπτυξιακή δημόσια πολιτική

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 24 Αυγούστου 2025).

Εδώ και αρκετά χρόνια, έχει επικρατήσει η ομιλία του εκάστοτε πρωθυπουργού στα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης να περιέχει εξαγγελίες νέων παροχών. Δεν ήταν πάντα έτσι: αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στο κείμενο της ομιλίας του Κώστα Σημίτη στις 7 Σεπτεμβρίου 1996, ακριβώς 15 μέρες πριν από τις εκλογές, όπου οι παρευρισκόμενοι αντί παροχολογίας έγιναν αποδέκτες μιας σφοδρής καταγγελίας της παροχολογίας, και της δημοσιονομικής ανευθυνότητας εν γένει.

Ως γνωστόν, η συνετή διαχείριση διήρκεσε όσο και οι κυβερνήσεις Σημίτη: από το 2004 η χώρα μπήκε στο δρόμο του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία: ενώ το 2009 το μέσο κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα ήταν μόλις 6% κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των (σημερινών) 27 κρατών μελών, το 2019 είχε φτάσει να είναι 34% χαμηλότερο, ενώ ακόμη και σήμερα παραμένει 29% κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ. Εν έτει 2025, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά την οιονεί χρεωκοπία, είμαστε μεν πλουσιότεροι από τη Βουλγαρία, και περίπου στο ίδιο επίπεδο με τη Λεττονία, αλλά φτωχότεροι από όλους τους άλλους Ευρωπαίους.

Θα περίμενε κανείς ότι μια τέτοια καθίζηση θα «εμβολίαζε» το πολιτικό σύστημα κατά της παροχολογίας. Αντιθέτως, και σε αυτό το θέμα συνέβη ό,τι συνέβη με το τέλος της πανδημίας, όταν η ευγνωμοσύνη μας για τους γιατρούς και τις νοσοκόμες (αλλά και για τους ντελιβεράδες, τους υπαλλήλους των σούπερ μάρκετ, και τους άλλους «εργαζόμενους πρώτης γραμμής») μεταβλήθηκε στη συνήθη αδιαφορία για τις αμοιβές τους και για τις συνθήκες εργασίας τους: με ευθύνη των πολιτικών, και με συνενοχή του Τύπου και των ψηφοφόρων, το πολιτικό σύστημα επανήλθε στην πεπατημένη.

Με την προηγούμενη κυβέρνηση, η παροχολογία (όπως και πολλά άλλα πεπραγμένα της) είχε κάτι το κωμικό: το περίφημο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», που εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας από το βήμα της ΔΕΘ στις 13 Σεπτεμβρίου 2014 (προτού δηλ. γίνει πρωθυπουργός), ήταν τόσο εκτός τόπου και χρόνου που μπήκε αμέσως στο αρχείο. Με τη σημερινή κυβέρνηση, η παροχολογία συνεχίζεται, αλλά χρηματοδοτείται από κοινοτικά κονδύλια, επιτρέποντας στη χώρα να παρουσιάζει αξιοζήλευτες δημοσιονομικές επιδόσεις.

Πρόκειται για πανούργα επιλογή – μόνο που τα εν λόγω κοινοτικά κονδύλια δεν διατίθενται στα κράτη μέλη για να τα μοιράζουν στους ψηφοφόρους αλλά για να αντιμετωπίσουν διαρθρωτικά προβλήματα. Οι πόροι της Κοινοτικής Αγροτικής Πολιτικής δίνονται για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, όχι για τον πλουτισμό απατεώνων με πολιτική κάλυψη. Οι πόροι του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάπτυξης στοχεύουν στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων, όχι στην επιδότηση μιας παρασιτικής βιομηχανίας εικονικής κατάρτισης. Οι πόροι του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης υπάρχουν για να διευκολύνουν την ενεργειακή μετάβαση κάνοντάς την πιο ομαλή και πιο δίκαιη, όχι για να επιδοτούμε το λογαριασμό του κλιματιστικού σε βίλες της Μυκόνου. (Το 2022 η Ελλάδα δαπάνησε για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης 5% του ΑΕΠ, πολύ περισσότερο από ό,τι κάθε άλλη χώρα της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Στη δεύτερη θέση, με μόλις 2,8% του ΑΕΠ, ισοβαθμούσαν η Ιταλία και η Πολωνία. Τα κοινοτικά κονδύλια κάλυψαν μεγάλο μέρος του κόστους των μέτρων, αλλά όχι το σύνολο: σχεδόν το μισό, ή 2,2% του ΑΕΠ, προήλθε από εθνικούς πόρους.)

Ακόμη και τα κοινωνικά επιδόματα πλησιάζουν το σημείο κορεσμού (ενώ οι συντάξεις το έχουν ξεπεράσει προ πολλού). Τα κενά κοινωνικής προστασίας ήταν κραυγαλέα προ κρίσης, συνεπώς η θεσμοθέτηση νέων ευρωπαϊκού τύπου προγραμμάτων υπήρξε επιβεβλημένη. Όμως ακόμη και εδώ, η χώρα δεν χρειάζεται νέες παροχές. Αυτό που χρειάζεται είναι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (και κυρίως θέσεις εργασίας) για τους ανέργους, προγράμματα κοινωνικής επανένταξης για τους δικαιούχους ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, αντί νέων επιδομάτων ενοικίου μια αποτελεσματική πολιτική για προσιτή κατοικία, και αντί voucher βρεφονηπιακούς σταθμούς υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους σε όλη την επικράτεια για όλα τα παιδιά που γεννιώνται στη χώρα μέχρι να πάνε στο νηπιαγωγείο.

Με άλλα λόγια, αυτό που χρειάζεται η οικονομία και η κοινωνία είναι μια αναπτυξιακή δημόσια πολιτική. Αυτό είναι το μέτρο με βάση το οποίο θα κριθεί η ομιλία του πρωθυπουργού το Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου.

6 Ιουλίου 2025

«Ποινή μητρότητας» και άδεια πατρότητας: μαθήματα από τη Σκανδιναβία

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 6 Ιουλίου 2025).


Πριν μισό αιώνα, μια ομάδα πολιτικών, συνδικαλιστών και ερευνητών στη Σουηδία είχαν μια πρωτότυπη ιδέα: Γιατί να μην δοθεί το δικαίωμα και στους άνδρες να παίρνουν άδεια από τη δουλειά τους όταν γεννιέται το παιδί τους; Αφενός θα μοιράζονται καλύτερα τις ευθύνες με τη σύντροφό τους, και αφετέρου θα δένονται με το μωρό. Αμ’ έπος αμ’ έργον: έτσι έγινε η Σουηδία, το μακρινό 1974, η πρώτη χώρα στον κόσμο όπου θεσμοθετήθηκε η άδεια πατρότητας μετ’ αποδοχών.

Αρχικά τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά από ό,τι είχαν φανταστεί οι εμπνευστές της νέας πολιτικής. Ο νόμος έδινε το δικαίωμα στο ζευγάρι να αποφασίσει αν την άδεια θα την έπαιρνε όντως ο πατέρας, ή αν απλώς θα παρατεινόταν η καθιερωμένη άδεια μητρότητας, προσθέτοντας τους δύο χρόνους. Επειδή ακόμη και στην προχωρημένη Σουηδία οι γυναίκες αμείβονταν λιγότερο από τους άνδρες, ο στενός οικονομικός υπολογισμός ευνοούσε την παραδοσιακή κατανομή των ευθυνών: η γυναίκα στο σπίτι με το μωρό, ο άνδρας στη δουλειά. Επιπλέον, οι (λίγοι) άνδρες που επέλεγαν να πάρουν άδεια πατρότητας αντιμετωπίζονταν ως «φλώροι» από τους συναδέλφους τους, και ως αδιάφοροι για καριέρα από τους εργοδότες τους. Με αυτά και με αυτά, η νέα πολιτική κινδύνευε να πέσει στο κενό.

Η λύση δόθηκε το 1993 στη γειτονική Νορβηγία. Ο πατέρας μπορούσε να μην ασκήσει το νέο δικαίωμα αν δεν ήθελε, έχανε όμως τη δυνατότητα να μεταφέρει την άδειά του στη μητέρα: take it or leave it. Η τροποποίηση άλλαξε θεαματικά τα δεδομένα. Τα ζευγάρια είχαν πλέον κίνητρο να παίρνει άδεια και ο πατέρας. Καθώς όλο και περισσότεροι άνδρες ανακοίνωναν στη δουλειά ότι τις επόμενες 4 εβδομάδες θα έμεναν στο σπίτι για να αλλάζουν πάνες και να πλένουν μπιμπερό, σταδιακά η καζούρα των συναδέλφων άρχισε να κρυώνει. Οι εργοδότες συμβιβάστηκαν με τη νέα κατάσταση. Με τον καιρό, οι 4 εβδομάδες έγιναν 15 (με πλήρεις αποδοχές) ή 19 (με το 80%). Κάπως έτσι στη Νορβηγία το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών φτάνει το 77,4% (στην Ελλάδα: 59,9%), η οικονομία ακμάζει, τα ζευγάρια έχουν πιο ισορροπημένες σχέσεις, γεννιώνται περισσότερα παιδιά, και μεγαλώνουν πιο χαρούμενα.

Αυτά και άλλα πολλά γράφουμε στην εργασία του ΕΛΙΑΜΕΠ, μαζί με το ερευνητικό κέντρο FAFO του Όσλο, για το θέμα της «ποινής μητρότητας»: όταν το ζευγάρι αποκτά παιδί, η πιθανότητα απασχόλησης και οι αποδοχές των γυναικών μειώνονται, ενώ των ανδρών μένουν ανεπηρέαστες ή αυξάνονται. Όχι όμως παντού: στην Ελλάδα η ποινή μητρότητας είναι μεγάλη, στη Νορβηγία αμελητέα. Η εργασία, στην οποία συνετέλεσαν η Tone Fløtten, η Χρύσα Παπαλεξάτου, η Δάφνη Νικολίτσα, και ο Bjorn Dapi, δημοσιεύθηκε στα αγγλικά και είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΕΛΙΑΜΕΠ (εδώ).

Στη χώρα μας, μετά από σχετική νομοθετική πρωτοβουλία της ΕΕ, άδεια πατρότητας διάρκειας 14 ημερών θεσμοθετήθηκε το 2021. Δεν κατορθώσαμε να βρούμε στοιχεία για το πόσοι άνδρες εργαζόμενοι κάνουν χρήση του νέου δικαιώματος. Ρωτώντας στον κύκλο μας μείναμε με την εντύπωση ότι στο Δημόσιο (εκτός σωμάτων ασφαλείας και ενόπλων δυνάμεων) ο νόμος τηρείται, ενώ στον ιδιωτικό τομέα κατά κανόνα όχι.

Η εργασία μας καταλήγει στην πρόταση να αυξηθεί η διάρκεια της άδειας πατρότητας σε 4 μήνες, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, και ταυτόχρονα να απαλλαγούν οι εργοδότες από το σχετικό κόστος, το οποίο θα μοιράζονται ΕΦΚΑ και ΔΥΠΑ. Αυτό σίγουρα περιέχει μια μικρή δόση βολονταρισμού. Όμως, όπως έχει γράψει ο Maurizio Ferrera, «η πρώτη ύλη κάθε μεταρρύθμισης είναι πάντοτε ένα ιδεατό σχέδιο αλλαγής».

Είναι υπερβολικό να ελπίζει κανείς ότι η ελληνική κυβέρνηση, που οπωσδήποτε έχει να επιδείξει σαφώς προοδευτικό έργο στα κοινωνικά θέματα (εκτός μετανάστευσης), θα τολμήσει αυτή την – χωρίς υπερβολή – ιστορική πρωτοβουλία, που θα ωφελούσε τους πάντες (γυναίκες, άνδρες, παιδιά, την οικονομία); Και είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι η εχέφρων αντιπολίτευση θα την στήριζε;

15 Απριλίου 2025

Η συμβολή της έρευνας στην οικονομία

Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Απρίλιος 2025). Το κείμενο βασίζεται σε ομιλία στην ημερίδα της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών (14 Μαρτίου 2025).

Ποια είναι τα οικονομικά οφέλη της έρευνας;

Εν συντομία: Χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, το μέγεθος της «πίτας» σε μια χώρα με σταθερό πληθυσμό είναι καταδικασμένο να παραμένει στάσιμο. Όταν το μέγεθος της «πίτας» παραμένει στάσιμο, οι μισθοί δεν μπορούν να αυξηθούν (ή τουλάχιστον δεν μπορούν να αυξηθούν με τρόπο βιώσιμο). Ούτε μπορεί σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας να χρηματοδοτηθεί μια νέα ανάγκη χωρίς ταυτόχρονα να παραμεληθεί κάποια άλλη ανάγκη.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η Ευρώπη και η Ελλάδα δημογραφικά παρακμάζουν, ενώ αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα πολλαπλές ζωτικές ανάγκες: διαχείριση της κλιματικής αλλαγής, θωράκιση της δημόσιας υγείας έναντι νέων πανδημιών, ενίσχυση της εθνικής άμυνας έναντι εξωτερικών εχθρών κ.ά. Άρα χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, με σταθερό ή μειούμενο μέγεθος«πίτας», θα αναγκαστούμε να επιλέξουμε με ποια υπαρξιακή απειλή θα ασχοληθούμε και ποια θα αγνοήσουμε (υποτίθεται προσωρινά, πρακτικά έως ότου είναι υπερβολικά αργά). Μόνο η αύξηση της παραγωγικότητας θα μας δώσει την ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία όλες τις απειλές ταυτόχρονα.

Όμως η παραγωγικότητα μόνο με έναν τρόπο μπορεί να αυξηθεί: με την καινοτομία, δηλ. με την επινόηση νέων προϊόντων και νέων τρόπων οργάνωσης της παραγωγής, και στη συνέχεια με τη διάδοσή τους στην υπόλοιπη οικονομία. Η κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης είναι οι νέες ιδέες.

Η καινοτομία και η έρευνα συμβαδίζουν. Χωρίς έρευνα δεν υπάρχει καινοτομία. Αντιστρόφως, παρότι δεν οδηγεί κάθε έρευνα σε καινοτομία, η καλή έρευνα – ακόμη και στο πιο «άσχετο» με την οικονομία πεδίο – ανεβάζει τελικά το πνευματικό επίπεδο όλων. Επί πλέον, πολλές καλές έρευνες που φαινομενικά στερούνται άμεσης εφαρμογής μπορεί κάποια στιγμή να εμπνεύσουν κάποια σημαντική καινοτομία. (Το Ozempic, το θαυματουργό φάρμακο κατά του διαβήτη - και κατά της παχυσαρκίας -, προέκυψε από βασική έρευνα πάνω στο δηλητήριο ενός είδους σαύρας ονόματι Gila.)

Για το λόγο αυτό, παρότι η εφαρμοσμένη έρευνα μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην οικονομία, τον ρυθμό της τεχνολογικής προόδου τον δίνει η βασική έρευνα, η οποία κατά κανόνα εκπονείται στα (μη κερδοσκοπικά, συνήθως δημόσια) πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

Ενίοτε και ο ιδιωτικός τομέας συνεισφέρει. Για παράδειγμα, η DuPont προσέλαβε τον Wallace Carothers για να κάνει βασική έρευνα στον τομέα των πολυμερών. Το σκεπτικό της εταιρείας ήταν ότι οποιαδήποτε πρωτοποριακή έρευνα στη χημεία δεν μπορεί παρά να ωφελεί την DuPont. Πράγματι, ο Carothers δεν είχε κάποια πρακτική εφαρμογή κατά νου όταν ξεκίνησε να εργάζεται στην εταιρεία. Όμως η έρευνά του οδήγησε τελικά στην εφεύρεση του νάυλον.

Κατά τα άλλα, παρότι κάποιες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται και στη βασική έρευνα, ο ιδιωτικός τομέας ενδιαφέρεται κυρίως για την εφαρμοσμένη έρευνα (συχνά με δημόσια χρηματοδοτική στήριξη). Αυτή η προτίμηση στην εφαρμοσμένη έρευνα είναι κατανοητή (στο κάτω κάτω οι επιχειρήσεις δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα), αλλά ταυτόχρονα ατυχής – με την έννοια ότι αντιστρατεύεται όχι μόνο το μακροπρόθεσμο συμφέρον της οικονομίας συνολικά, αλλά ακόμη και το μεσοπρόθεσμο συμφέρον των ίδιων των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην έρευνα. Πράγματι, πολλές εμπειρικές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εφαρμοσμένη έρευνα συμβάλλει λιγότερο στην αύξηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων από ό,τι η βασική έρευνα.

Τις τελευταίες δεκαετίες, διεθνώς, η ερευνητική πολιτική έχει στραφεί προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της έρευνας των επιχειρήσεων. Ενδεικτικά, τα τρία τέταρτα της συνολικής αύξησης των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη (R&D) στην ΕΕ την περίοδο 2000-2019 αφορούσε πρόσθετες δαπάνες για έρευνα που γίνεται στις επιχειρήσεις. Το ίδιο συνέβη στις ΗΠΑ.

Κατά συνέπεια, το μερίδιο της βασικής έρευνας στη συνολική δαπάνη για R&D έχει υποχωρήσει διεθνώς. Όχι μόνο επειδή έχει υποχωρήσει το μερίδιο της έρευνας που γίνεται στα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα προς όφελος της έρευνας που γίνεται στις επιχειρήσεις. Αλλά επί πλέον επειδή στο εσωτερικό της έρευνας που γίνεται στις επιχειρήσεις το μερίδιο της βασικής έρευνας έχει υποχωρήσει προς όφελος της εφαρμοσμένης. Οι εγκυρότεροι μελετητές των οικονομικών της έρευνας θεωρούν ότι αυτή η υπερβολική έμφαση στην εφαρμοσμένη έρευνα σε βάρος της βασικής έρευνας έχει υπάρξει μοιραία, με την έννοια ότι έχει συντελέσει στη μείωση της συμβολής της έρευνας και ανάπτυξης στην οικονομία.

Επί πλέον, πρόσφατα ευρήματα δείχνουν ότι τα οριζόντια κίνητρα για την τόνωση της ιδιωτικής έρευνας μέσω δημόσιας χρηματοδότησης συχνά αστοχούν. Για παράδειγμα, η γαλλική κυβέρνηση θεσμοθέτησε το 2008 την απαλλαγή από τη φορολογία του 30% των δαπανών των επιχειρήσεων για R&D. Το κόστος του μέτρου αυτού είναι σημαντικό: €5 δις ετησίως. Το όφελος έχει μέχρι τώρα αποδειχθεί πολύ κατώτερο των προσδοκιών. Είτε επειδή άσχετες δαπάνες βαπτίστηκαν ως R&D, είτε επειδή κάποιες από τις επιλέξιμες για φοροαπαλλαγή δαπάνες R&D θα γίνονταν ούτως ή άλλως, είτε επειδή η φοροαπαλλαγή οδήγησε σε επανάληψη των ίδιων επενδύσεων σε R&D από περισσότερες επιχειρήσεις σε ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Η έρευνα – και ιδίως η βασική έρευνα – έχει δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, τα οφέλη διαχέονται: οι πάντες, όλες οι επιχειρήσεις μπορούν να ωφεληθούν από την καινοτόμα εφαρμογή μιας νέας ιδέας. Η διάχυση της καινοτομίας είναι το ίδιο σημαντική με την επινόησή της – για αυτό η διάρκεια των ευρεσιτεχνιών δεν πρέπει να είναι υπερβολικά μεγάλη. Δεύτερον, η έρευνα – και ιδίως η βασική έρευνα – συνιστά ριψοκίνδυνη δραστηριότητα. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι τα ευρήματα κάποιου ερευνητικού εγχειρήματος θα φέρουν οφέλη. Όμως τα οφέλη, όταν (αν) έλθουν, μπορεί να είναι θεαματικά. Ακόμη και αν μεσολαβήσουν πολλά χρόνια. Η βασική έρευνα πάνω στο δηλητήριο της σαύρας έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι κλινικές δοκιμές που τελικά οδήγησαν στο Ozempic ξεκίνησαν το 2016 - ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα. Το περιοδικό Science ανακήρυξε το Ozempic «breakthrough of the year» το 2023.

Συνεπώς, το κεφάλαιο που στηρίζει τη βασική έρευνα πρέπει να είναι «υπομονετικό». Για αυτό, η χρηματοδότηση της βασικής έρευνας είναι σχεδόν αποκλειστικά δημόσια. Αντίθετα, ο χρονικός ορίζοντας των κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) είναι αρκετά στενός - πολύ στενότερος από το τέταρτο του αιώνα. Επιχειρηματικά συγκροτήματα που δραστηριοποιούνται σε πολλούς διαφορετικούς κλάδους μπορούν ίσως να επιτρέψουν στον εαυτό τους την «πολυτέλεια» της υπομονετικής υποστήριξης ενός εργαστηρίου (και) βασικής έρευνας, υπό τον όρο ότι διαθέτουν την απαραίτητη διορατικότητα. Αλλιώς, δεν θα το κάνουν.

Σύμφωνα με το European innovation scoreboard 2024, η Ελλάδα υστερεί απελπιστικά τόσο στην ιδιωτική δαπάνη για έρευνα & ανάπτυξη, όσο και στην ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση σε τεχνολογίες πληροφορίας & επικοινωνίας. (Και στα δύο η επίδοση μας είναι στο 48% - δηλαδή κάτω από το μισό - του κοινοτικού μέσου όρου.)

Και οι δύο αυτοί δείκτες μετράνε τις εισροές. Στις εκροές καινοτομίας (των επιχειρήσεων), η χώρα μας υστερεί ακόμη περισσότερο: στις εξαγωγές προϊόντων μέσης-υψηλής τεχνολογίας είμαστε στο 23% του μέσου όρου της ΕΕ, στις αιτήσεις ευρεσιτεχνίας στο 43%. Ένας ακόμη χρησιμότερος δείκτης μέτρησης εκροών αφορά όχι γενικά τις ευρεσιτεχνίες αλλά ειδικά τις λεγόμενες «τριαδικές», δηλ. εκείνες που έχουν κατατεθεί σε τρεις διαφορετικούς αρμόδιους φορείς στην ΕΕ, στις ΗΠΑ, και στην Ιαπωνία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η αναλογία των «τριαδικών» ευρεσιτεχνιών στον πληθυσμό είναι 150 ανά εκατομμύριο κατοίκους στην Ιαπωνία, 25 στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά <2 στην Ελλάδα (<8% του μέσου όρου της ΕΕ).

Γιατί υστερούμε τόσο;

Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι αιτίες του χαμηλού δείκτη καινοτομίας στην ελληνική οικονομία θα πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην πλευρά της ασθενικής «ζήτησης για έρευνα και καινοτομία» εκ μέρους των επιχειρήσεων (και εκ μέρους της κυβέρνησης).

Καταρχάς ας διευκρινιστεί ότι δεν είναι θέμα DNA: διορατικοί, υπομονετικοί, επιτυχημένοι επιχειρηματίες που επενδύουν στην έρευνα και στην καινοτομία (και στο ανθρώπινο δυναμικό των επιχειρήσεων τους) έχουν υπάρξει και στη χώρα μας. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την περίπτωση του Κώστα Αποστολίδη (1948-2024), ιδρυτή της Raycap, που σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, και μετά στο Harvard και στο McGill, και όταν γύρισε στην Ελλάδα δημιούργησε (το 1987) μια εταιρεία με αρχικά τρεις υπαλλήλους πάνω σε μια ιδέα (και την αντίστοιχη ευρεσιτεχνία) για τη σταθεροποίηση της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Σήμερα η Raycap απασχολεί εκατοντάδες εργαζομένους στις εγκαταστάσεις της σε οκτώ χώρες: στις ΗΠΑ (σε τρεις τοποθεσίες), στην Κίνα, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στη Σλοβενία, στη Ρουμανία, στην Κύπρο, και φυσικά στην Ελλάδα (στο Μαρούσι και στη Δράμα). Αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστό το κοινωνικό έργο του Κώστα Αποστολίδη στην γενέτειρά του, η αγάπη του για το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους, η συνεργασία του με το Μουσείο Μπενάκη, η αποκατάσταση του εμβληματικού Σαντιρβάν Τζαμί, η ανάθεση μελέτης ανάπλασης της κεντρικής πλατείας στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Norman Foster κ.ά. Ο θάνατος του πέρυσι ήταν μεγάλη απώλεια.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα θα έπρεπε να αναδιατυπωθεί ως εξής: Γιατί σπανίζουν τόσο στη χώρα μας επιχειρηματίες σαν τον Κώστα Αποστολίδη; Γιατί δεν έχουμε περισσότερες επιχειρήσεις που κατακτούν τις διεθνείς αγορές ακριβώς επειδή επενδύουν στην έρευνα και στην καινοτομία;

Θα έλεγα επιγραμματικά για λόγους δομής και για λόγους κουλτούρας.

Ως προς τη δομή: Στη χώρα μας το 49% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα απασχολείται σε μικροσκοπικές επιχειρήσεις (ατομικές ή με 1-9 υπαλλήλους), ενώ ένα πρόσθετο 24% σε μικρές (με 10-49 υπαλλήλους). Στο σύνολο της ΕΕ τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 30% και 20%. Το πρόβλημα δεν είναι ότι έρευνα και καινοτομία δεν μπορεί να γίνει ακόμη και σε μικροσκοπικές επιχειρήσεις (ας θυμηθούμε τη Raycap το 1987), οι οποίες στη συνέχεια μεγαλώνουν. Το πρόβλημα είναι ότι στη χώρα μας λίγες επιχειρήσεις μεγαλώνουν: οι περισσότερες παραμένουν μικρές. Η διαχρονική ανοχή στη φοροδιαφυγή και λοιπή επιχειρηματική παραβατικότητα, και η επίσης διαχρονική σκανδαλώδης εύνοια στην αυτοαπασχόληση (στην οποία πολλές κυβερνήσεις – και η σημερινή - έχουν διακριθεί), συνιστούν κίνητρα για εγκλωβισμό στο μικρό μέγεθος, άρα αντικίνητρα για έρευνα και για καινοτομία.

Ως προς την κουλτούρα: Τα στοιχεία της Παγκόσμιας Έρευνας Διοίκησης Επιχειρήσεων (World Management Survey) δείχνουν ότι οι manager μεταποιητικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα έχουν κατά μέσο όρο χαμηλότερες δεξιότητες από τους συναδέλφους τους στο εξωτερικό. Οι δικοί μας δεν υστερούν μόνο σε σύγκριση με τη Γερμανία και με τη Γαλλία. Υστερούν σε σύγκριση με την Ινδία, με τη Βραζιλία, με την Κίνα, με την Αργεντινή, με τη Χιλή, και με όλες τις άλλες χώρες της έρευνας. Μια επισκόπηση των ευρημάτων της ίδιας έρευνας ανέφερε το εξής διασκεδαστικό: «Ο μέσος Έλληνας manager δείχνει να μην έχει συναίσθηση του πόσο παρωχημένες είναι οι διοικητικές του πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται μεγάλη αυτοπεποίθηση για την ποιότητα του management της επιχείρησής του.»  

Πώς να ευδοκιμήσει η έρευνα και η καινοτομία σε ένα τέτοιο επιχειρηματικό περιβάλλον; Πώς να μην θεωρεί ο μέσος Έλληνας επιχειρηματίας ότι η επένδυση στην καινοτομία και στην έρευνα, ή στην επιμόρφωση του προσωπικού, ή σε ο,τιδήποτε άλλο μακροπρόθεσμο και «υπομονετικό» μπορούμε να σκεφτούμε εμείς εδώ, είναι «πεταμένα λεφτά»; Πώς να πειστεί ότι η έρευνα και η καινοτομία θα τον ωφελήσει περισσότερο από την προσοδοθηρία;

Εάν η πλευρά της ζήτησης για έρευνα και καινοτομία είναι στη χώρα μας βαθιά προβληματική, η πλευρά της προσφοράς δείχνει σημάδια ζωτικότητας. Όλα τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι η προσφορά έρευνας εκ μέρους των πανεπιστημιακών και των ερευνητών στην Ελλάδα έχει πλέον συγκλίνει με τον κοινοτικό μέσο όρο (ή τον έχει υπερβεί). Παρά την επίσημη αδιαφορία για την έρευνα (που ενίοτε εκτρέπεται σε καχυποψία, ή σε ανοιχτή εχθρότητα), παρά την υποχρηματοδότηση, παρά τον κατακερματισμό, και παρά τη γραφειοκρατία, το επιστημονικό δυναμικό της χώρας καταγράφει αξιοσημείωτες επιδόσεις: Η χώρα βρίσκεται κοντά το μέσο όρο της ΕΕ ως προς τις επιστημονικές δημοσιεύσεις, και ως προς τις κορυφαίες επιστημονικές δημοσιεύσεις (με τις περισσότερες παραπομπές), ενώ τοποθετείται στην 7η θέση μεταξύ 27 κρατών μελών ως προς τις συμμετοχές στο πρόγραμμα Horizon και ως προς το μερίδιο του συνολικού προϋπολογισμού του Horizon που έρχεται στη χώρα.

Συνοπτικά, τα στοιχεςία δείχνουν ότι η επίδοση των ερευνητών και των ερευνητριών στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα της χώρας δεν έχει να ζηλέψει πολλά από την επίδοση των καλύτερα αμειβόμενων συναδέλφων τους στα καλύτερα χρηματοδοτούμενα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα των περισσότερων χωρών στην Ευρώπη και αλλού.

Τα συμπεράσματα για τη δημόσια πολιτική για την έρευνα στην Ελλάδα προκύπτουν αβίαστα από τα παραπάνω. Η πολυπόθητη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας δεν γίνεται χωρίς υποστήριξη της έρευνας. Η (κρατική) επιδότηση της ιδιωτικής έρευνας χρειάζεται προσοχή στο σχεδιασμό. Οι οριζόντιες φοροαπαλλαγές είναι ατελέσφορες. Υποστήριξη της έρευνας σημαίνει πρωτίστως προστασία και φροντίδα του φυσικού περιβάλλοντος της έρευνας, που είναι τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Η παραμέληση της βασικής έρευνας στο όνομά της οικονομίας βλάπτει σοβαρά και την έρευνα και την οικονομία.

Η κοινωνία έχει δικαίωμα – και η κυβέρνηση έχει υποχρέωση – να απαιτούν υψηλές επιδόσεις από τους ερευνητές και τις ερευνήτριες που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο. Όμως καλό είναι η κοινωνία και η κυβέρνηση να έχουν υπόψη τους ότι οι επιδόσεις των ερευνητών και των ερευνητριών της χώρας είναι ήδη αρκετά υψηλές, και οπωσδήποτε υψηλότερες από ό,τι θα περίμενε κανείς με βάση το επίπεδο της χρηματοδότησης. Οι επιδόσεις της χώρας στην έρευνα - και, ακόμη περισσότερο, στην καινοτομία – μπορούν και πρέπει να βελτιωθούν. Η πύκνωση των δεσμών της δημόσιας έρευνας με την υγιή επιχειρηματικότητα έχει ζωτική σημασία, και θα ωφελήσει και τις δύο πλευρές, συμβάλλοντας στον αμοιβαίο σεβασμό της διαφορετικής «κουλτούρας» τους. Η βασιλική οδός προς την αριστεία παραμένει το άνοιγμα των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων στην κοινωνία και στις αντιφάσεις της.