Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόλογος βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόλογος βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Μαρτίου 2024

Who's afraid of the welfare state now?

Preface to our book «Who's Afraid of the Welfare State Now?» (with Anton Hemerijck), published by Oxford University Press (14 March 2024).

Our manuscript was virtually complete when the sky over Europe darkened once again, following Russia’s invasion of Ukraine. The war has already cost thousands of lives, often of civilians.

Its implications for other Europeans have so far been limited to anxiety about the future, fear of energy and food shortages, and rising prices. All member states of the European Union (EU) have reacted swiftly, temporarily compensating households for at least part of the purchasing power being lost to inflation. Often, such measures have been targeted at the most vulnerable. At the same time, western governments have committed themselves to raising military expenditure, while Sweden and Finland have initiated the process of joining the North Atlantic Treaty Organization (NATO).

The short-term effects of all this on the welfare state can hardly be positive. Inevitably, the need to deter aggression and protect our freedoms, and the wish to shelter low-income families from the effects of inflation, will limit the fiscal space available for the ambitious social investment our book advocates. Nevertheless, in the medium and longer term this trade-off no longer applies: far from crowding out scarce resources better deployed to more pressing needs, a well-funded welfare state makes a crucial contribution to the resilience of liberal democracies.

Historical precedent supports this view. One might have thought that the aftermath of the battle of El Alamein (November 1942), when the fate of World War II hung in the balance, was not a good time to discuss building a welfare state. And yet that is exactly what British troops in north Africa did, at many improvised conferences only a few kilometres from the front. The report by William Beveridge (1942), Social Insurance and Allied Services, fresh off the Ministry of Information press, was meticulously introduced by officers and eagerly read by soldiers. Sceptics had to concede that the cultivation of the realistic expectation of a fairer social order boosted the war effort, did not distract from it.

And when the war ended, les trente glorieuses ushered in a long period of inclusive growth, which demonstrated that it is perfectly possible to combine economic prosperity, political freedoms, and social cohesion. Building robust welfare states helped the west fend off the Soviet challenge.

In 1944, with the end in sight, Beveridge was however so alarmed that the British Treasury – obsessed with balancing the budget, no matter what – might undermine the postwar social contract, and with it the welfare-state construction for which his 1942 report had provided a blueprint, that he resolved to speak up. The conclusion to his follow-up report, Full Employment in a Free Society, amounted to an eloquent call to avoid the policy failures of the previous postwar era, which in place of the ‘homes for heroes’ promised in 1918 had delivered the Great Depression of the 1930s.

To the relief of an entire generation, in 1945 policy-makers listened. Contemporary Europeans must have shared that relief when in 2020 EU leaders cast fiscal caution to the wind, in favour of a commitment to fund the ‘recovery and resilience’ of the European economy.

In yet another uncanny resemblance, Beveridge was fairly sanguine that the postwar welfare state, if sufficiently resourced, was perfectly capable of defeating four of ‘the five giants’ he identified: Want, Disease, Squalor, and Idleness. He was more worried about the fifth (Beveridge, 1944: 256):

Ignorance is an evil weed, which dictators may cultivate among their dupes, but which no democracy can afford among its citizens. … Learning should not end with school. Learning and life must be kept together throughout life; democracies will not be well governed till that is done.

In the same spirit, our call for an ambitious programme of social investment in skills does not stem from a utilitarian understanding of the requirements of a knowledge economy. Rather, to defeat the ‘evil weed’ of ignorance, cultivated by Vladimir Putin in Russia and Ukraine (and by his populist admirers within our liberal democracies), and to preserve our values and liberties, will require the constant tending to, and upkeeping of, citizens’ critical capacities.

In his 1599 play As You Like It, William Shakespeare came up with the wonderful line ‘Sweet are the uses of adversity’. Over the last fifteen years or so, European welfare states have had more than their fair share of adversity. As a result, we are all wiser now. We no longer hear the trite claim that the welfare state is a luxury which at times of hardship we cannot afford. The contrary view has gained ground—that the welfare state is part and parcel of what makes Europe such an attractive place to work, live, raise a family, pursue happiness, and enjoy freedom. 

Investing in the welfare state makes our societies less unequal, our economies more dynamic, our citizens happier, our political systems more stable. In short, it makes our democracies stronger.

Florence and Milan, January 2024

1 Σεπτεμβρίου 2022

«Εξοδόχαρτο»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο βιβλίο του Βαγγέλη Σιαφάκα «Εξοδόχαρτο / Μοναστηράκι» (εκδόσεις «Πόλις», Σεπτέμβριος 2022).

Τα κείμενα που απαρτίζουν το «Εξοδόχαρτο» του Βαγγέλη Σιαφάκα είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση στον κύκλο των αναγνωστών του από την αρχή, όταν τα δημοσίευε ένα-ένα στο fb, τους μήνες του εγκλεισμού, από τα μέσα του 2020 έως τα μέσα του 2021. Υπήρξα ένας από εκείνους που τον ενθάρρυναν να τα δημοσιεύσει σε βιβλίο. Με μοναδικό προσόν αυτό, βρέθηκα να το προλογίζω.

Ο λόγος που είχα σκεφτεί ότι αυτά τα κείμενα πρέπει να κυκλοφορήσουν σε βιβλίο δεν είναι (τόσο) ότι για τους ανθρώπους μιας κάποιας ηλικίας ο τυπωμένος λόγος έχει πάντοτε μεγαλύτερη αξία από τα έπεα πτερόεντα του ψηφιακού. Είναι ότι μου είχαν φανεί «μικρά κοσμήματα», πρωτότυπα και απολαυστικά, με πρώτες ύλες μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων (τον έρωτα και το θάνατο, την πολιτική και το ποδόσφαιρο, την πόλη και το χωριό, το ευτελές και το πολύτιμο της ανθρώπινης κωμωδίας), με αναγνωρίσιμους ήρωες που μένουν μαζί μας αφού έχουν αποχωρήσει από τη σκηνή, και με ενοποιητική ουσία τη μοναδική φωνή του αφηγητή-συγγραφέα, αυτοσαρκαστική και επιεική, κυνική και τρυφερή. Έχοντας μόλις ξαναδιαβάσει ολόκληρη τη συλλογή, αισθάνομαι ότι όσοι γοητεύτηκαν από αυτά τα κείμενα και προέτρεψαν τον συγγραφέα να τα τυπώσει δικαιώνονται διπλά: αφενός η γοητεία τους αντέχει στο χρόνο, αφετέρου το σύνολο έχει μεγαλύτερη αξία από το άθροισμα των μερών.

Ας ξεκινήσουμε από τη μορφή. Το «Εξοδόχαρτο», χωρίς να το επιδιώκει, διαφημίζει τα θέλγητρα της βραχείας φόρμας. «Χωρίς να το επιδιώκει», επειδή εύκολα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το μέγεθος των κειμένων (500 περίπου λέξεις το καθένα) δεν υπαγορεύθηκε από προγραμματικές φιλοδοξίες, τις οποίες ο ίδιος ο συγγραφέας μάλλον θα απέρριπτε ειρωνικά, αλλά κυρίως από το ένστικτο του παλιού δημοσιογράφου, παρότι το μέσο στο οποίο πρωτοεμφανίστηκαν (fb) καλλιεργεί πολύ λιγότερο την αυτοπειθαρχία από ό,τι η εφημερίδα ή το δελτίο ειδήσεων. Όπως και να έχει, ανεξαρτήτως προθέσεων, τη σπουδαία και κάπως παραγνωρισμένη παράδοση των «μικροδιηγημάτων» ακολουθεί το «Εξοδόχαρτο», παράδοση στην οποία διέπρεψαν ο Μπόρχες και άλλοι Λατινοαμερικάνοι συγγραφείς. Πόσο βραχεία μπορεί να είναι αυτή η φόρμα το έδειξε ο Αουγκούστο Μοντερόσο με τον περίφημο «Δεινόσαυρο», ένα μικροδιήγημα επτά μόλις λέξεων: «Όταν ξύπνησε, ο δεινόσαυρος ήταν ακόμη εκεί». Μεταξύ των θαυμαστών του ήταν και ο Ίταλο Καλβίνο, που γνώριζε καλά την ισπανόφωνη λογοτεχνία, και είχε έφεση στα λογοτεχνικά πειράματα (όπως άλλωστε δείχνει η δραστηριοποίησή του στο OuLiPo, το «Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας», μαζί με τον Ρεϊμόν Κενώ και άλλους). Τόσο πολύ θαύμαζε τον Μοντερόσο ο Καλβίνο που για να τον τιμήσει αφιέρωσε στο ίδιο θέμα ένα από τα κεφάλαια των «Κοσμοκωμικών» του («Οι δεινόσαυροι»).

Εάν όμως η μορφή «ιντριγκάρει» τον αναγνώστη, αυτό που τον συναρπάζει είναι το περιεχόμενο. Στην ταινία «Μπάρτον Φινκ» των αδελφών Κοέν, ο ομώνυμος ήρωας (τον υποδύεται ο Τζον Τορτούρο), συγγραφέας το επάγγελμα, άσημος ακόμη, συναντιέται με τον νέο του εργοδότη, έναν κινηματογραφικό παραγωγό, που τον υποδέχεται δίπλα στην πισίνα, λέγοντάς του: «Ένα μόνο πράγμα μας ενδιαφέρει, Μπαρτ. Μπορείς να πεις μια ιστορία; Μπορείς να μας κάνεις να γελάσουμε; Μπορείς να μας κάνεις να κλάψουμε;» Το «Εξοδόχαρτο» δείχνει ότι ο Βαγγέλης Σιαφάκας ξέρει να κάνει και τα τρία. Είναι fabulator: έμαθε να λέει ιστορίες με τον τρόπο του τεχνίτη, όπως οι «πετράδες» της Ηπείρου (και της Αλβανίας) έμαθαν να σμιλεύουν την πέτρα και οι ιστορίες που λέει είναι αστείες και συγκινητικές, διασκεδαστικές και σπαραχτικές, εναλλάξ και ταυτοχρόνως. Ο αναγνώστης του «Απαγορευμένο σεξ στον ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟ», ή του «Ετοιμάζω ταξίδι μοναχά για πάρτη μου», ή του «Δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες: με ταράζουν» διατρέχει τον κίνδυνο να αρχίσει ξαφνικά να γελάει φωναχτά, κάνοντας τους γύρω του να στραφούν προς το μέρος του απορημένοι. Και όταν φτάσει να διαβάζει το «Μη φοβηθείς», ή το «Το τελευταίο όνειρο», ή το «Εξοδόχαρτο» (που δίνει το όνομα στη συλλογή), πάλι θα πρέπει να προσέχει αν βρίσκεται σε δημόσιο χώρο εκτός αν φοράει γυαλιά ηλίου, ή έχει πρόχειρα χαρτομάντηλα. Όσο για «Το κλάμα του πατέρα», ή για το «Κατηγορώ» (με το οποίο κλείνει η συλλογή), αφήνουν τον αναγνώστη άναυδο, συγκλονισμένο, σαν να έχει γίνει μόλις μάρτυρας ενός οδυνηρού τραύματος, που ο συγγραφέας δεν έχει διστάσει να αποκαλύψει, και που έχει καταφέρει να μιλήσει για αυτό με μαστοριά, διαύγεια και εντιμότητα, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν (αρχίζοντας από τον εαυτό του), μετατρέποντας έτσι με τρόπο σχεδόν αλχημικό κάτι προσωπικό σε κάτι άλλο οικουμενικό. Αυτή δεν είναι η μαγεία της μεγάλης λογοτεχνίας;

Όλα αυτά και πολλά ακόμη με την αμίμητη αφηγηματική φωνή του συγγραφέα, η οποία είναι ανευλαβής (με την έννοια ότι δεν έχει ιερό και όσιο), αμείλικτα αυτοσαρκαστική, δυσανεκτική ως προς τα πολλά «δήθεν» του κόσμου γύρω μας, επιεικής με τους χαρακτήρες που επινοεί, φιγούρες της διπλανής πόρτας, παρά την ευτέλειά τους (ή μήπως εξαιτίας της;), με μια λέξη: μοναδική. Μια φωνή που μιλάει μια γλώσσα ζωντανή, αληθινή, χωρίς φτιασίδια, όπως οι γοητευτικές γυναίκες του συγγραφέα, που δεν νοιάζονται καθόλου αν έχουν λίγη κυτταρίτιδα παραπάνω, ξέροντας άλλωστε καλά ότι ούτε οι άνδρες νοιάζονται.

Δεν θα επεκταθώ στα άλλα που με συνδέουν με τους κόσμους που πλάθει ο Βαγγέλης Σιαφάκας, και που με κάνουν να τον αισθάνομαι σαν δικό μου άνθρωπο, παρότι δεν είχαμε γνωριστεί (και βέβαια τώρα δεν θα γνωριστούμε ποτέ): ο Ρήγας, η Ιταλία, η Ήπειρος, ο κινηματογράφος, το ποδόσφαιρο είναι το (σαθρό) υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι. Δεν θα επεκταθώ επειδή το «Εξοδόχαρτο» πάει πολύ πέρα από όλα αυτά, τα μεταχειρίζεται απλώς ως αφορμή, για να πει κάτι μεγαλύτερο, που «μιλάει» σε κάθε αναγνώστη, όποια και αν είναι η καταγωγή του, η ηλικία του, το φύλο του, τα πολιτικά ή ποδοσφαιρικά του φρονήματα.

1 Μαΐου 2019

«Ο μίτος της ανάπτυξης»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο βιβλίο του Δημήτρη Σκάλκου «Ο μίτος της ανάπτυξης: οικονομική ευημερία στην Ελλάδα μετά την κρίση» (εκδόσεις «Επίκεντρο», Μάιος 2019).

Δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, η χώρα δείχνει ανήμπορη να μπει σε τροχιά ανόρθωσης. Η οικονομία, έχοντας συρρικνωθεί κατά ένα τέταρτο περίπου την περίοδο 2008-2013, βρίσκεται έκτοτε σε στασιμότητα, καθηλωμένη σε ένα χαμηλό επίπεδο ισορροπίας. Η ανεργία μειώνεται, και μάλιστα περισσότερο από όσο θα δικαιολογούσαν οι ισχνοί ρυθμοί ανάπτυξης, αλλά οι περισσότερες από τις νέες θέσεις εργασίας είναι επισφαλείς και συχνά κακοπληρωμένες. Το διαθέσιμο εισόδημα (το οποίο, λόγω της υποχώρησης των κοινωνικών παροχών και της αύξησης των φόρων, συρρικνώθηκε περισσότερο από το ΑΕΠ την περίοδο της κρίσης) έχει πάψει να μειώνεται, αλλά για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων και των οικογενειών τους οι όποιες αυξήσεις είναι μικρές, όταν δεν είναι εντελώς ανύπαρκτες, και φυσικά δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις προηγούμενες απώλειες. Οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι, αντιμέτωποι με τη ζοφερή πραγματικότητα της αγοράς εργασίας, έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στην εργασιακή ανασφάλεια και στη μετανάστευση.  Στις μεγάλες πόλεις, όπου η κρίση υπήρξε πιο οδυνηρή, οι άνθρωποι μοιάζουν ηττημένοι, παραιτημένοι, χωρίς ελπίδα.

Η πολιτική καχεξία τροφοδοτεί την οικονομική στασιμότητα, και τροφοδοτείται από αυτήν. Το αντιμνημονιακό μπλοκ ήρθε στην εξουσία μοιράζοντας υποσχέσεις, οι οποίες μοιραία στη συνέχεια διαψεύστηκαν. Ούτε η «σκληρή διαπραγμάτευση» του πρώτου εξαμήνου του 2015, ούτε η άνευ όρων συνθηκολόγηση με τους δανειστές, ούτε το πολυδιαφημισμένο «τέλος των Μνημονίων» από το καλοκαίρι του 2018 μπόρεσαν να αλλάξουν τα βασικά δεδομένα του οικονομικού προβλήματος της χώρας. Το (αντι-) παραγωγικό μοντέλο φθηνής ανάπτυξης, έχοντας βυθίσει τη χώρα στην κρίση, δείχνει να αντικαταθίσταται σταδιακά από ένα άλλο μοντέλο, ακόμη πιο φθηνής ανάπτυξης: χαμηλότερων ελλειμμάτων, αλλά επίσης χαμηλότερης τεχνολογίας, χαμηλότερων δεξιοτήτων, χαμηλότερων αμοιβών, και αναιμικών εξαγωγικών επιδόσεων. Ενώ οι άλλες χώρες που υπέγραψαν Μνημόνια (η Ιρλανδία αλλά και η Πορτογαλία) ανακάμπτουν με αξιοσημείωτα ταχείς ρυθμούς, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να τις μιμηθεί.

Η «εσωτερική υποτίμηση» υπήρξε σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτη. Χωρίς μείωση μισθών, μερικές φορές σε συμφωνία με τους εργαζόμενους, θα είχαν κλείσει ακόμη περισσότερες επιχειρήσεις, και η ανεργία θα είχε σκαρφαλώσει και άλλο. Ωστόσο, παρότι αποδεκτή (ενδεχομένως απρόθυμα) ως βραχυπρόθεσμη προσαρμογή, ως μόνιμη στρατηγική δεν μπορεί παρά να προκαλεί απορίες. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οδηγεί μαθηματικά σε «μισθούς Βουλγαρίας» (άλλωστε καμιά χώρα δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα σε ικανοποιητικούς μισθούς). Το πρόβλημα είναι ότι η φθηνή εργασία αδυνατεί να εξασφαλίσει μια βιώσιμη θέση της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι θα επέτρεπε π.χ. στην ελληνική βιομηχανία να ανακτήσει στις διεθνείς αγορές το έδαφος που έχασε τις τελευταίες δεκαετίες έναντι των ανταγωνιστών της;

Η εναλλακτική στρατηγική θα ήταν η κοπιαστική προετοιμασία ενός παραγωγικού μοντέλου «ακριβής ανάπτυξης», βασισμένης στην καινοτομία και στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας: της γεωγραφικής θέσης και του φυσικού κάλλους της χώρας, προφανώς – αλλά επίσης της επινοητικότητας, της ευελιξίας, του πείσματος, της διάθεσης για σκληρή δουλειά των ανθρώπων που την κατοικούν. Μια τέτοια στρατηγική είναι δημοσιονομικά δαπανηρή και πολιτικά απαιτητική. Προϋποθέτει αναβάθμιση των δεξιοτήτων, των εργαζομένων αλλά και των επιχειρηματιών. Αγορά εργασίας που να προσφέρει ευελιξία στους εργοδότες και ταυτόχρονα εγγυήσεις στους εργαζόμενους. Αγορές προϊόντων ανοιχτές στον ανταγωνισμό. Θεσμικό πλαίσιο σταθερό και προβλέψιμο, που να διευκολύνει την υγιή επιχειρηματικότητα και να διώκει την «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής». Δημόσια διοίκηση στο πλευρό των πολιτών, που να μην είναι τροχοπέδη αλλά αρωγός της ανάπτυξης, παρέχοντας υπηρεσίες υψηλού επιπέδου. Κοινωνικό κράτος που να προστατεύει τους αδύναμους και να διευκολύνει την προσαρμογή σε μια πιο δυναμική οικονομία. Αυτό δεν είναι το μυστικό της επιτυχίας των οικονομικά προηγμένων χωρών;

Η αγωνία για το πώς θα μπορέσουμε να πετύχουμε «υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, διατηρήσιμους για πολλά συνεχόμενα έτη», αφού «μόνο η ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας θα επουλώσει τις κοινωνικές πληγές που προκάλεσε η κρίση», είναι η κόκκινη κλωστή που διατρέχει το βιβλίο του Δημήτρη Σκάλκου.

Ο συγγραφέας διαθέτει όλα τα εφόδια για να μιλήσει για το θέμα. Το όνειρο μιας δυναμικής οικονομίας της αγοράς, με δικαιοσύνη και κοινωνική προστασία, είναι το «καύσιμο» της δημόσιας παρουσίας του. Η πολυμάθειά του και η εξοικείωσή του με την διεθνή βιβλιογραφία τον έχει τροφοδοτήσει με γνώσεις και ιδέες. Η πολύχρονη ενασχόληση του με τις πολιτικές ανάπτυξης, ως στέλεχος του αρμόδιου υπουργείου, τον έχει εξοπλίσει με τον απαραίτητο ρεαλισμό. Η φιλοσοφική του συγκρότηση – ένας μαχητικός αλλά αφανάτιστος φιλελευθερισμός, σε συνεχή διάλογο με τις ιδέες και τις επεξεργασίες της μεταρρυθμιστικής κεντροαριστεράς – χαρίζει διαύγεια στις αναλύσεις και στις προτάσεις του.

Ας μην βιαστεί ο ανυποψίαστος αναγνώστης να κατατάξει τον συγγραφέα σε κάποια προκάτ κατηγορία. Ο Σκάλκος προφανώς απεχθάνεται τη χυδαιότητα και την ασυναρτησία, τη διαχειριστική ανικανότητα, τον αυταρχικό λαϊκισμό της σημερινής κυβέρνησης. Όμως γνωρίζει καλά τη διαφορά ανάμεσα στον συνεπή οικονομικό φιλελευθερισμό και στην άκριτη στήριξη των συμφερόντων των εργοδοτών. (Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι «να σώσει τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές».) Δέχεται τη λιτότητα των Μνημονίων ως αναπόφευκτη, εκεί που είχαμε φτάσει, αλλά δυσπιστεί στις «μαγικές ιδιότητές» της: έχει πλήρη συναίσθηση ότι από μόνη της δεν πρόκειται να φέρει την διατηρήσιμη ανάκαμψη που έχει στο στόχαστρό του. Προτείνει τη (λελογισμένη) μείωση της φορολογίας, αλλά χωρίς υπερβολές, και χωρίς αυταπάτες ότι από μόνη της αρκεί για να εγγυηθεί την ανάκαμψη. (Εξ άλλου, αν είναι αλήθεια ότι η υψηλή φορολογία μπορεί να στραγγαλίσει τον δυναμισμό μιας οικονομίας, είναι άλλο τόσο αλήθεια ότι οι φόροι είναι υψηλότεροι στις οικονομικά προηγμένες χώρες.) Ως καλός φιλελεύθερος απορρίπτει το «κράτος-δυνάστη», αλλά ως απροκατάληπτος άνθρωπος αναγνωρίζει ότι το κράτος μπορεί να γίνει «καλός υπηρέτης», και αυτό επιζητεί. Πηγή έμπνευσής του δεν είναι η οικονομική ορθοδοξία, αλλά η θεωρητική και εμπειρική δουλειά οικονομολόγων όπως ο Dani Rodrik και ο Ricardo Hausmann. Αξίζει να υπογραμμιστεί το καίριο συμπέρασμά τους ότι τα περισσότερα ιστορικά επεισόδια «αναπτυξιακής απογείωσης» δεν συνδέονταν με εφ’ όλης της ύλης διαρθρωτικές αλλαγές, αλλά με την επιλεκτική εξουδετέρωση των «βαριδίων» που εμποδίζουν την ανάπτυξη. Η στόχευση των μεταρρυθμίσεων εκεί όπου οι αναπτυξιακές αποδόσεις είναι μεγαλύτερες φέρνει γρήγορα καρπούς και ενισχύει τη συναίνεση των πολιτών στο πρόγραμμα ανόρθωσης. Επί πλέον, εξασφαλίζει ότι το απόθεμα πολιτικού (και διαχειριστικού) κεφαλαίου, εκ των πραγμάτων περιορισμένο, δεν σπαταλάται σε μάχες χωρίς αποφασιστική σημασία. Να ένα δίδαγμα που θα έπρεπε να κάνει κτήμα της μια μελλοντική μεταρρυθμιστική κυβέρνηση.

«Ο μίτος της ανάπτυξης: οικονομική ευημερία στην Ελλάδα μετά την κρίση» είναι ένα βιβλίο σημαντικό, που αξίζει να διαβαστεί από κάθε πολίτη που νοιάζεται για το μέλλον του τόπου. Είναι επίσης ένα βιβλίο πρωτότυπο, γραμμένο από ένα πνεύμα ελεύθερο και ανήσυχο, που ξαφνιάζει και προβληματίζει. Είναι τέλος ένα βιβλίο απολαυστικό, που θα αποζημιώσει με το παραπάνω τον αναγνώστη που θα αφιερώσει μερικές ώρες στην ανάγνωσή του.

1 Μαρτίου 2019

«Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου»


Δη
μοσιεύθηκε ως πρόλογος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Ίταλο Καλβίνο «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» (εκδόσεις «Κριτική», Μάρτιος 2019).

«Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» δεν είναι το πιο σημαντικό ούτε σίγουρα το πιο γνωστό έργο του Ίταλο Καλβίνο, κορυφαίου εκπροσώπου της μεταπολεμικής ιταλικής (και ευρωπαϊκής, και παγκόσμιας) λογοτεχνίας. Είναι λιγότερο καθηλωτικό από «Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές» (α’ έκδοση 1947), με το οποίο ο Καλβίνο έκανε το ντεμπούτο του στα ιταλικά γράμματα, λιγότερο διασκεδαστικό από την τριλογία «Οι πρόγονοί μας» («Ο διχοτομημένος υποκόμης» 1952, «Ο αναρριχώμενος βαρόνος» 1957, «Ο ανύπαρκτος ιππότης» 1959), λιγότερο γοητευτικό από τους «Δύσκολους έρωτες» (1971), λιγότερο ποιητικό από τις «Αόρατες πόλεις» (1972), λιγότερο καινοτόμο από το υπέροχο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» (1979) – το οποίο παραμένει αξεπέραστο επίτευγμα, όχι απλώς της «δυνητικής λογοτεχνίας» του ομώνυμου εργαστηρίου (OuLiPo) στο οποίο ο συγραφέας θήτευσε, αλλά της λογοτεχνίας γενικώς.

Πράγματι, ο αναγνώστης που, εξοικειωμένος με το έργο του Καλβίνο, θα ανοίξει τη «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» προσδοκώντας συγκινήσεις αντίστοιχες με εκείνες που χαρίζει η ανάγνωση κάποιων από τα παραπάνω είναι πιθανό να παραξενευτεί. Υπό μια έννοια, η «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» είναι όχι μόνο ελάσσον έργο, αλλά και από εκείνα τα έργα που ταλαιπωρούν τους δημιουργούς τους, αφήνοντάς τους πικρή γεύση. Ο Καλβίνο έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια για να το τελειώσει («δέκα χρόνια για να αφηγηθεί μια μέρα», όπως το έθεσε αργότερα ο ίδιος), ενώ η τριλογία για τους διανοούμενους στην Ιταλία που αλλάζει, της οποίας η «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» θα ήταν το πρώτο μέρος, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (το δεύτερο και τελευταίο μέρος, «Η οικοδομική κερδοσκοπία», εκδόθηκε επίσης το 1963).

Τότε γιατί αξίζει κανείς να διαβάσει τη «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου»; Για διάφορους λόγους: επειδή είναι ένα έργο-σταθμός στην πορεία του Καλβίνο, επειδή δεν μοιάζει με κανένα άλλο έργο, δικό του ή άλλων, και επειδή φέρνει τον αναγνώστη (όπως έφερε τον ίδιο τον συγγραφέα) αντιμέτωπο με οδυνηρά ερωτήματα, στα οποία συχνά δεν υπάρχει απάντηση.

Το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1953, με αφορμή τις εκλογές που θα κρίνουν την τύχη του διαβόητου «νόμου-απάτη». Η Χριστιανική Δημοκρατία και οι σύμμαχοί της έχουν καταθέσει νομοσχέδιο για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Αντί της απλής αναλογικής, που ίσχυε από την ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το νομοσχέδιο προτείνει σύστημα ενισχυμένης αναλογικής: το κόμμα ή ο συνασπισμός που θα πάρει 50% των ψήφων (συν μια) θα κερδίσει τα δύο τρίτα των εδρών στο Κοινοβούλιο. Ο νόμος προκαλεί τεράστιες αντιδράσεις. Όπως είναι αναμενόμενο, τα κόμματα της αριστεράς (Κομμουνιστικό και Σοσιαλιστικό, το τελευταίο τότε ακόμη και μέχρι το 1963 στην αντιπολίτευση) αντιτίθενται σθεναρά. Όμως το ίδιο ισχύει για σημαντικές προσωπικότητες του αντιφασιστικού αγώνα και της νεαρής Ιταλικής Δημοκρατίας, όπως ο Ferruccio Parri (πρωθυπουργός το 1945) και ο Piero Calamandrei (εκ των συντακτών του Συντάγματος), οι οποίοι αποχωρούν από το Ρεπουμπλικανικό και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αντιστοίχως (εταίροι της Χριστιανικής Δημοκρατίας και τα δύο) για να κατέβουν στις εκλογές με μοναδικό στόχο τη ματαίωση του «νόμου-απάτη». Το Φιλελεύθερο Κόμμα διασπάται επίσης. Τελικά τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού φθάνουν το 49,8% των ψήφων (έναντι πάνω από 60% αθροιστικά στις προηγούμενες εκλογές). Ο «νόμος-απάτη» αποσύρεται. Η απλή αναλογική θα εξακολουθήσει να ισχύει έως το 1991, όταν στο δημοψήφισμα του Ιουνίου εκείνης της χρονιάς οι Ιταλοί θα φηφίσουν με συντριπτική πλειοψηφία (95,5% έναντι 4,5%) υπέρ της κατάργησής της.

Στις κρίσιμες εκλογές του 1953 ο Καλβίνο είναι υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος, και με αυτή την ιδιότητα επισκέπτεται για πρώτη φορά το Κοτολένγκο, το άσυλο ανιάτων όπου διαδραματίζεται η «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου». Πρόκειται για μια ολόκληρη πολιτεία, όπου ζουν και ενίοτε εργάζονται εκατοντάδες άνθρωποι με φυσικές και ψυχικές αναπηρίες, υπό το άγρυπνο βλέμμα των εκπροσώπων της Καθολικής Εκκλησίας στην οποία ανήκει το ίδρυμα. Κάθε φορά που γίνονται εκλογές, πολύ περισσότερο στις αποφασιστικές εκλογές του 1953, ένας ολόκληρος μηχανισμός από παπάδες και μοναχές εξασφαλίζει ότι όλοι αυτοί άνθρωποι ρίχνουν στην κάλπη το ψηφοδέλτιο της Χριστιανικής Δημοκρατίας, με την ανοχή του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής και την ενεργό υποστήριξη των εκλογικών αντιπροσώπων των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού. Ο ρόλος του Αμερίγκο, εκλογικού αντιπροσώπου του Κομμουνιστικού Κόμματος, πρωταγωνιστή του βιβλίου (μαζί με τη «γυναίκα με το πορτοκαλί πουλόβερ», εκπρόσωπο του Σοσιαλιστικού Κόμματος), είναι η αποτροπή των πιο κραυγαλέων παραβιάσεων της εκλογικής νομοθεσίας, όταν ο παπάς ή η ηγουμένη μπαίνουν οι ίδιοι στο παραβάν μαζί με κάποιον ασθενή καταφανώς ανήμπορο να ασκήσει το εκλογικό δικαίωμα. Το 1953 ο υποψήφιος Ίταλο Καλβίνο θα μείνει λίγα μόνο λεπτά στο Κοτολένγκο, αλλά το 1961 θα ζητήσει να τοποθετηθεί εκεί ως εκλογικός αντιπρόσωπος. Το βιβλίο βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά (εκτός από το δέκατο κεφάλαιο, το οποίο περιγράφει την επίσκεψη του τοπικού χριστιανοδημοκράτη βουλευτή).

Ανάμεσα στις δύο χρονολογίες μεσολαβεί η αποχώρηση του Καλβίνο από το Κομμουνιστικό Κόμμα (1957). Όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι νεαροί, ο Ίταλο Καλβίνο γίνεται παρτιζάνος τον Ιανουάριο του 1944, με τις Μεραρχίες Γκαριμπάλντι που πρόσκεινται στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Και όπως για εκατοντάδες χιλιάδες άλλους νεαρούς (στην Ιταλία και παντού στην Ευρώπη), δεν πρόκειται για ιδεολογική επιλογή: «Εκείνο τον καιρό μέτραγε η δράση, και οι κομμουνιστές ήταν καλύτερα οργανωμένοι από τους άλλους.» Μετά το τέλος του πολέμου εντάσσεται στο κόμμα, διατηρώντας τις πεποιθήσεις του για την πρωταρχική αξία των δικαιωμάτων και της ελευθερίας. Όπως εξηγεί στο βιβλίο ο Αμερίγκο, alter ego του συγγραφέα: «Εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία το κομμουνιστικό κόμμα είχε αναλάβει, ανάμεσα στα πολλά άλλα καθήκοντά του, κι εκείνο ενός ιδανικού φιλελεύθερου κόμματος που δεν είχε υπάρξει ποτέ.» (σελ. 40)

Το 1956 χαιρετίζει την «αποσταλινοποίηση» στη Σοβιετική Ένωση, υποστηρίζει τις προσπάθειες του Antonio Giolitti για την «ηθικοποίηση» της πολιτικής δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος, καταδικάζει χωρίς περιστροφές την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Ουγγαρία, και γνωστοποιεί την αποχώρησή του από το κόμμα με μια επιστολή στην «Unità», εφημερίδα του κόμματος, παραμένοντας για πολλά χρόνια ακόμη ψηφοφόρος του.

Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου, ο Αμερίγκο αναρωτιέται μήπως «η πραγματική φύση του – και πολλών άλλων σαν κι αυτόν – θα ήταν, αν αφηνόταν ελεύθερη, η φύση ενός φιλελεύθερου, και ότι μόνο λόγω μιας διαδικασίας – ακριβώς – ταύτισης με κάτι διαφορετικό θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται κομμουνιστής. Το να θέτει στον εαυτό του ένα παρόμοιο ερώτημα ήταν για τον Αμερίγκο σαν ν’αναρωτιόταν ποια ήταν η ουσία μιας ατομικής ταυτότητας (αν τυχόν υπήρχε ...), ξέχωρα από τις εξωτερικές συνθήκες που την καθόριζαν. Το να παγιοποιήσει μέσα του – και μέσα σε πολλούς άλλους σαν κι αυτόν – εκείνα τα διαφορετικά μέταλλα, ήταν «έργο της Ιστορίας», έτσι σκεπτόταν, ήταν μια φωτιά υπεράνω των δυνάμεών τους» (σελ. 41). Η «φωτιά της Ιστορίας» (ο φασισμός, η αντίσταση, η απελευθέρωση) έκανε τον Καλβίνο κομμουνιστή, η ίδια Ιστορία μερικά χρόνια μετά (τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956, η ήττα του Giolitti και των άλλων «αναθεωρητών») τον απομάκρυνε τελικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

«Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» μιλά για όλα αυτά, μερικές (λίγες) φορές άμεσα, όπως στα παραπάνω αποσπάσματα, συνήθως έμμεσα. Στο Κοτολένγκο ο Αμερίγκο βιώνει ένα είδος υπαρξιακής κρίσης, αντίστοιχης με την «κρίση πίστης» των καθολικών. Δεν πρόκειται για πολιτική κρίση με τη στενή έννοια (η απόπειρα του χριστιανοδημοκρατικού εκλογικού μηχανισμού να υφαρπάξει την ψήφο των τροφίμων του ασύλου του φαίνεται αποκρουστική), αλλά περισσότερο για κρίση φιλοσοφική: τα ατελή όντα που κατοικούν το Κοτολένγκο θέτουν σε δοκιμασία την προσήλωσή του στο θετικιστικό πρόταγμα της βελτιωσιμότητας του ανθρώπου μέσω της επιστήμης, η χαρωπή προσέλευση εκατοντάδων «ηλιθίων» στις κάλπες ενεργοποιεί μια αριστοκρατική καχυποψία έναντι της ισότητας των πολιτών, το θέαμα του ηλικιωμένου αγρότη που ταΐζει τον καθυστερημένο γιο του κυττάζοντάς τον στα μάτια τον αναστατώνει, και τον κάνει να αναγνωρίσει ότι «αυτό θα πει αγάπη» (σελ. 95).

Μετά το 1963, έτος κυκλοφορίας της «Μέρας ενός εκλογικού αντιπροσώπου», ο Καλβίνο θα αφήσει πίσω τον ρεαλισμό (και, εν μέρει, τη φανταστική αφήγηση, όπως στην τριλογία «Οι πρόγονοί μας») για να στραφεί οριστικά στο «συνδυαστικό παιγνίδι» που τον οδήγησε τελικά στο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» και στα υπόλοιπα αριστουργήματα της ώριμης περιόδου του. «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» είναι το κύκνειο άσμα αυτού του ρεαλισμού, και μια υπενθύμιση του πόσο σπουδαίος συγγραφέας υπήρξε ο Ίταλο Καλβίνο, ακόμη και όταν ακόμη ήταν πολύ διαφορετικός από τον συγγραφέα που έγινε μετά, από τον Καλβίνο που γνώρισαν και αγάπησαν εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο.


1 Δεκεμβρίου 2013

«Οικονομικά της εργασίας: ανάλυση ατελών αγορών»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου των Tito Boeri και Jan van Ours «Οικονομικά της εργασίας: ανάλυση ατελών αγορών» (εκδόσεις «Κριτική», Δεκέμβριος 2013).

Ο αναγνώστης που θα ρίξει μια απλή ματιά στον πίνακα περιεχομένων του βιβλίου των καθηγητών Tito Boeri (Πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου) και Jan van Ours (Πανεπιστήμιο Tilburg στην Ολλανδία) θα συνειδητοποιήσει αμέσως πως αφορά μερικά από τα πιο καυτά ζητήματα πολιτικής της εποχής μας – με την έννοια τόσο της δημόσιας πολιτικής όσο και της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το ύψος του κατώτατου μισθού, οι νομοθετικοί περιορισμοί στον αριθμό των απολύσεων, ο ρόλος των συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά και η διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας, τα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων κατάρτισης, οι κανόνες του συστήματος συντάξεων – όλα αυτά είναι προβλήματα που απασχολούν τις κυβερνήσεις, τις πολιτικές δυνάμεις, τις κοινωνικές οργανώσεις και την κοινή γνώμη σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν.

Όμως, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που προσπαθεί να συνέλθει από μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση (μια οδυνηρή κρίση που όχι μόνο χαμήλωσε το βιοτικό επίπεδο αλλά επίσης κλόνισε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, της πολιτικής και της οικονομίας), τα ερωτήματα αυτά αποκτούν έναν ακόμη πιο επείγοντα χαρακτήρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το πώς θα είναι η χώρα στην οποία θα ζούμε και θα εργαζόμαστε τις επόμενες δεκαετίες εξαρτάται και από τις συλλογικές απαντήσεις που θα δώσουμε σε αυτά.

Η ρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, συνεπώς δεν αφορά μόνο τους οικονομολόγους (και τους φοιτητές οικονομικών τμημάτων).

Γι’ αυτό, το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους «ειδικούς», αλλά και σε όσους ασχολούνται με τέτοια ζητήματα συστηματικά ή απλώς ενδιαφέρονται να είναι ενημερωμένοι για αυτά. Πράγματι, οι ιδανικοί αναγνώστες του βιβλίου βρίσκονται στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα, αλλά και στη δημόσια διοίκηση, στις συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, στα επιτελεία των κομμάτων, στα μέσα ενημέρωσης.

Κατά κανόνα τα θέματα της αγοράς εργασίας προσεγγίζονται με βάση προκατασκευασμένες απόψεις, είτε αυτές ανάγονται σε ιδεολογικές τοποθετήσεις είτε σε υλικά συμφέροντα (είτε, όπως συνήθως, και στα δύο). Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο: είναι τέτοια η πολιτική σημασία τους, και η επίδρασή τους στην καθημερινότητα όλων μας, που θα ήταν δύσκολο να είναι αλλιώς.

Για παράδειγμα, το εάν θα πρέπει ο κατώτατος μισθός, μετά τη μείωσή του κατά 22% τον Φεβρουάριο 2012, να αυξηθεί και πάλι στο μέλλον –και κατά πόσο– δεν είναι «ακαδημαϊκό» ζήτημα αλλά έχει ζωτική σημασία για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους (και εργοδότες). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης και αντικείμενο δημόσιας συζήτησης είναι απολύτως φυσιολογικό.

Άλλωστε, αυτή είναι η πρωτοτυπία του βιβλίου σε σύγκριση με άλλα εγχειρίδια οικονομικής της εργασίας. Ενώ τα τελευταία (ακόμη και τα καλύτερα από αυτά) αναλύουν τους θεσμούς της αγοράς εργασίας ως λίγο πολύ ατυχείς παρεκκλίσεις από τον «κανόνα» της ελεύθερης αγοράς, το βιβλίο αυτό τους αντιμετωπίζει αντίθετα ως δεδομένους και ξεκινά από εκεί.

Συγκεκριμένα, η προσέγγιση των συγγραφέων θεωρεί τους θεσμούς της αγοράς εργασίας ιστορικές απαντήσεις (λιγότερο ή περισσότερο επιτυχείς) στα πραγματικά προβλήματα που προκαλεί η απουσία ρυθμίσεων. Αυτό που τους απασχολεί δεν είναι, π.χ., η κατάργηση των κατώτατων μισθών, αλλά ο καλός σχεδιασμός τους ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

Η οικονομική ανάλυση των εγγενών «ατελειών» της αγοράς εργασίας και ο επιτυχής σχεδιασμός της δημόσιας παρέμβασης είναι η συνεισφορά του βιβλίου στη συζήτηση γύρω από τα καυτά ζητήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Για παράδειγμα, το ερώτημα για το «σωστό» ύψος του κατώτατου μισθού δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί με πολιτικά και μόνο κριτήρια. Εάν ο κατώτατος μισθός προσδιοριστεί σε υπερβολικά χαμηλό επίπεδο, μπορεί να έχει αρνητικές παρενέργειες στην αποδοτικότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Αντίθετα, εάν οριστεί σε υπερβολικά υψηλό επίπεδο, μπορεί να έχει αρνητικές παρενέργειες στην απασχόληση. Παρόμοια διλήμματα πολιτικής σχετίζονται με τη νομοθετική προστασία της απασχόλησης, τη διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας και τα άλλα ζητήματα ρύθμισης της αγοράς εργασίας τα οποία αναλύει το βιβλίο.

Ο ρόλος του βιβλίου δεν είναι να πάρει θέση σε αυτή τη διαμάχη, ρίχνοντας το βάρος του υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Είναι να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της οικονομικής επιστήμης ώστε να πληροφορήσει όλες τις πλευρές για τα υπέρ και τα κατά της μιας ή της άλλης επιλογής.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τη μελέτη του βιβλίου προκύπτει αβίαστα η συναίσθηση των ορίων, η επίγνωση των παρενεργειών της ωμής ισχύος, καθώς και η κατανόηση των θεμιτών ανησυχιών κάθε πλευράς. Η καλύτερη γνώση της αγοράς εργασίας είναι προϋπόθεση της επιτυχημένης ρύθμισής της. Με τη σειρά της, η καλή ρύθμιση της αγοράς εργασίας ευνοεί την ανάπτυξη βιώσιμων επιχειρήσεων προστατεύοντας ταυτόχρονα τα ζωτικά δικαιώματα των εργαζομένων, συμβιβάζοντας έτσι αντιτιθέμενα συμφέροντα με τρόπο προωθητικό.

Η μελέτη του βιβλίου δεν θα συμβάλει ασφαλώς στην εξάλειψη της πολιτικής αντιπαράθεσης πάνω στα ζητήματα της ρύθμισης της αγοράς εργασίας, ούτε στην υποκατάστασή της από «τεχνικές» λύσεις. Μπορεί όμως να συμβάλει στην άνοδο του επιπέδου της.

Η ικανότητα ψύχραιμης και τεκμηριωμένης ανάλυσης πολιτικά φορτισμένων θεμάτων είναι το όφελος που θα αποκομίσουν οι αναγνώστες – είτε αυτοί είναι φοιτητές, είτε ερευνητές, είτε στελέχη της δημόσιας διοίκησης και της κυβέρνησης, είτε των πολιτικών κομμάτων και των κοινωνικών οργανώσεων, είτε δημοσιογράφοι, είτε απλοί πολίτες που θέλουν να είναι μέλη μιας καλά ενημερωμένης κοινής γνώμης.

Σε όλους αυτούς ευχόμαστε καλό διάβασμα!

1 Δεκεμβρίου 2006

«Η οικονομία της υγείας υπό επανεξέταση»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Thomas Rice «Η οικονομία της υγείας υπό επανεξέταση» (εκδόσεις «Κριτική», Δεκέμβριος 2006).

Σε τι χρησιμεύει ένα ακόμη βιβλίο; Γενικά, με την εκδοτική έκρηξη και την κυκλοφορία όλο και περισσοτέρων τίτλων (και επιστημονικών) κάθε χρόνο, το ερώτημα γίνεται συνεχώς δυσκολότερο. Ειδικά, δηλ. όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο, η απάντηση είναι, ευτυχώς, ευκολότερη. Χωρίς υπερβολή, «Η οικονομία της υγείας υπό επανεξέταση» του Thomas Rice, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες (UCLA), είναι αυτό που σε άλλους αιώνες θα ονομαζόταν ουσιώδες βιβλίο.

Αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου, η ιδιαίτερη αξία του, βρίσκεται σε τρία χαρακτηριστικά του: πρωτοτυπία προσέγγισης, αυστηρότητα ανάλυσης και απλότητα διατύπωσης. Ας δούμε τα στοιχεία αυτά με τη σειρά και αναλυτικότερα.

Τα κεφάλαια που αποτελούν τον κορμό του βιβλίου έχουν όλα την ίδια δομή. Κατ’ αρχήν, ο συγγραφέας παρουσιάζει το παραδοσιακό οικονομικό υπόδειγμα, όπως αυτό διδάσκεται στο πρώτο έτος όλων των οικονομικών τμημάτων παγκοσμίως, χωρίς καμμία σχεδόν εξαίρεση: ανταγωνισμός (κεφάλαιο 2), ζήτηση (κεφάλαιο 3), προσφορά (κεφάλαιο 4), αναδιανομή (κεφάλαιο 5). Στη συνέχεια, «ανατέμνει» τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται το παραδοσιακό οικονομικό υπόδειγμα, μη διστάζοντας να αντλήσει υλικό από τα ερευνητικά ευρήματα άλλων επιστημονικών κλάδων (π.χ. της κοινωνικής ψυχολογίας), υπογραμμίζοντας τους λόγους για τους οποίους οι παραδοχές αυτές μπορεί να μην ισχύουν, τουλάχιστον στην περίπτωση των υπηρεσιών υγείας. Τέλος, επανεξετάζει τα διδάγματα της οικονομικής θεωρίας για την άσκηση πολιτικής υγείας στην πράξη. Ίσως δεν εκπλήσσει το ότι τα συμπεράσματα είναι κατά κανόνα αντίθετα με την κυρίαρχη αντίληψη, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, περί πρωταγωνιστικού ρόλου της αγοράς στον τομέα της υγείας. Πρόκειται για ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθω.

Μέχρι εδώ, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, τίποτε το καινούριο. Πράγματι, στην Ευρώπη η ιδέα της (υπό όρους) υπεροχής της δημόσιας παρέμβασης έναντι της ελεύθερης αγοράς στην οργάνωση και διανομή υπηρεσιών υγείας εξακολουθεί να είναι ευρέως αποδεκτή. Μάλιστα, η συμμετοχή του κράτους στην χρηματοδότηση του τομέα της υγείας είναι, στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, από εκτεταμένη (πάνω από 70%) έως σχεδόν αποκλειστική (γύρω στο 90%) . Και αυτό παρά τις ιδεολογικές «τρικυμίες» των τελευταίων δεκαετιών, οι οποίες έθεσαν σε αμφισβήτηση τη μεταπολεμική συναίνεση των μεγάλων πολιτικών οικογενειών της ηπείρου, δηλ. της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, πάνω στην οποία βασίστηκε η οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους γενικά, και των συστημάτων υγείας και κοινωνικής ασφάλισης ειδικά. Μήπως, λοιπόν, το βιβλίο του αμερικανού καθηγητή Thomas Rice παραβιάζει ανοικτές θύρες;

Κάθε άλλο. Αυτό που κάνει την «επανεξέταση της οικονομίας της υγείας» την οποία προτείνει ο συγγραφέας τόσο εύστοχη είναι ακριβώς ότι γίνεται με τα ίδια τα εργαλεία της οικονομικής επιστήμης. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για τη συνήθη, μάλλον οκνηρή, κριτική προς τους «ψυχρούς» οικονομολόγους όπως συχνά ασκείται από (θερμούς;) κοινωνιολόγους ή ιατρούς. Ούτε πρόκειται για το «ανατρεπτικό» εγχείρημα κάποιου ετερόδοξου οικονομολόγου που έχει απογοητευθεί από τον τρόπο που εξελίσσεται η οικονομική επιστήμη και έχει μεταστραφεί σε πολέμιό της. Ο Thomas Rice δεν εγκαταλείπει την οικονομική ανάλυση, αλλά αντίθετα την εφαρμόζει – αφού πρώτα αναθεωρήσει τις παραδοχές της – για να δείξει ότι η υπερβολική εμπιστοσύνη στην αγορά οδηγεί μαθηματικά από τη μια σε κενά κάλυψης και ανισότητες στην πρόσβαση, από την άλλη σε υψηλότερο κόστος και χαμηλότερη «αποδοτικότητα» (νοούμενη ως σχέση χρησιμοποιούμενων πόρων και παραγόμενου αποτελέσματος υγείας). Και όχι μόνο αυτό: πάνω στα συμπεράσματα της οικονομικής θεωρίας, απαλλαγμένης βέβαια από τα αδιέξοδα του παραδοσιακού οικονομικού υποδείγματος, θεμελιώνει συμπεράσματα πολιτικής. Σε τελική ανάλυση, η «επανεξέταση της οικονομίας της υγείας» ανανεώνει επίσης την εμπιστοσύνη μας στην ικανότητα της οικονομικής επιστήμης να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των προβλημάτων της κοινωνικής οργάνωσης και να προτείνει λύσεις σε αυτά.

Οπωσδήποτε, τα παραπάνω ζητήματα είναι από τη φύση τους αρκετά περίπλοκα. Όχι όμως και δυσπρόσιτα, απαγορευτικά για όσους δεν ανήκουν σε ένα στενό κύκλο μυημένων. Εδώ, ο Thomas Rice συνεχίζει μια από τις ευγενέστερες αγγλοσαξονικές παραδόσεις, της εμμονής στην όσο το δυνατόν απλούστερη (όχι όμως απλουστευτική) διατύπωση που πηγάζει από την επιθυμία μετάδοσης ενός νοήματος, και απέχθειας για την ηθελημένη χρήση εξεζητημένων όρων που αντίθετα προέρχεται από την επιθυμία εντυπωσιασμού του αναγνώστη. Η πρώτη βοηθά τη δημόσια συζήτηση μεταξύ πληροφορημένων πολιτών, η τελευταία οδηγεί στη συσκότιση των θεμάτων και στον αποκλεισμό των μη ειδικών. Όλα αυτά είναι τόσο προφανή που θα μπορούσαν να μην αναφέρονται καθόλου – εάν η εκζήτηση των ειδικών και η ατελής κατανόηση των ζητημάτων εκ μέρους της κοινής γνώμης (δύο όψεις του ίδιου νομίσματος) δεν ήταν τόσο μόνιμες όψεις του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα βιβλίο ουσιώδες. Στο ερώτημα «πόσο κράτος και πόση αγορά;» απαντά αναδεικνύοντας τους κινδύνους μιας πολιτικής υγείας που εμπιστεύεται υπερβολικά την αγορά, όπως στις ΗΠΑ, και σχολιάζοντας ευνοϊκά την εμπειρία άλλων χωρών. Χωρίς να παραβλέπει τις αδυναμίες της κρατικής παρέμβασης, υποστηρίζει μια πραγματιστική πολιτική που να εξετάζει κάθε φορά ολόκληρο το φάσμα των δυνατών επιλογών, χωρίς τις παρωπίδες μιας ιδεολογικής πίστης στην «υποχρεωτική» υπεροχή της αγοράς – ή οποιασδήποτε άλλης πίστης. Πράγματι, παρακολουθώντας την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του βιβλίου, ο Έλληνας αναγνώστης θα έχει συχνά την ευκαιρία να αναλογιστεί τη σοφία μιας πολιτικής που ξεκίνησε με την πανηγυρική ψήφιση του νόμου για το ΕΣΥ, με διακηρυγμένο στόχο την «απο-εμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία», και κατέληξε ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα σε μια de facto ιδιωτικοποίηση που δεν συναντάται σε καμμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Προφανώς, η de facto ιδιωτικοποίηση, η οποία μπορεί κάλλιστα να βαθαίνει την ίδια στιγμή που όλοι ομνύουν πίστη στα υψηλά ιδεώδη του ΕΣΥ, σχετίζεται επίσης με ένα άλλο ερώτημα: «τι κράτος και τι αγορά;» Πόσο χρήσιμο μπορεί να είναι ένα τέτοιο βιβλίο σε μα χώρα όπου η κοινωνική ασφάλιση παραμένει κατακερματισμένη, όπου η δημόσια πρωτοβάθμια περίθαλψη είναι αναιμική, όπου τα κρατικά νοσοκομεία κακοδιοικούνται, όπου οι άνομες συναλλαγές στο εσωτερικό του ΕΣΥ είναι ο κανόνας, όπου ο ιδιωτικός τομέας δεν υπόκειται σε σοβαρή ρύθμιση και όπου η φοροδιαφυγή είναι ενδημική; Θα ήταν άδικο να περιμένουμε από ένα βιβλίο να δίνει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, σαν να ήταν η «κιβωτός της αλήθειας». Και όμως, ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι τα διδάγματα της οικονομικής θεωρίας για το ρόλο του κράτους στον τομέα της υγείας (κεφάλαιο 6) δεν είναι καθόλου άσχετα με την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων που μας είναι οικεία, ακόμη και όσων έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε «Ελληνικές ιδιαιτερότητες» .

Σε ποιους, λοιπόν, απευθύνεται το βιβλίο; Ασφαλώς, πρόκειται για επιστημονικό κείμενο, το οποίο γράφτηκε για να διαβαστεί πρώτα και κύρια από φοιτητές που σπουδάζουν οικονομικές επιστήμες. Άλλωστε, η αρχική ώθηση για την έκδοσή του στα ελληνικά προήλθε από την αναζήτηση ενός εγχειριδίου οικονομίας της υγείας που να καλύπτει τις διδακτικές ανάγκες του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου διδάσκεται το αντίστοιχο μάθημα. Η προσθήκη στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου  ενός Παραρτήματος όπου αναλύεται η εμπειρία 10 χωρών διέλυσε τις τελευταίες επιφυλάξεις σχετικά με τον «αμερικανοκεντρικό» χαρακτήρα του βιβλίου και την καταλληλότητά του σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.

Πάντως, η σοβαρότητα των θεμάτων που αναλύει το βιβλίο, η μόνιμη επικαιρότητά τους ως ζητήματα δημόσιας πολιτικής σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες και σε όλο και περισσότερες αναπτυσσόμενες, η επιστημονική αυστηρότητα στην πραγμάτευσή τους, και ταυτόχρονα η απλότητα στη διατύπωσή τους – όλα αυτά το κάνουν όχι μόνο διαφωτιστικό εγχειρίδιο αλλά και συναρπαστικό ανάγνωσμα. Όποιος θεωρεί ότι ένα επιστημονικό έργο δεν είναι δυνατόν να διαβάζεται με απόλαυση δεν έχει παρά να ξεφυλλίσει τις σελίδες που αναφέρονται στο ρόλο που παίζει το γόητρο και το κοινωνικό status στο σχηματισμό των προτιμήσεων, ή στη συζήτηση για την – κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη – σχέση μεταξύ εισοδήματος και ευτυχίας (κεφάλαιο 2).

Συνεπώς, το βιβλίο του Thomas Rice δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνων που διαβάζονται επειδή «πρέπει». Για αυτό δεν απευθύνεται μόνο σε φοιτητές και ειδικούς, αλλά και σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την ανάλυση της πολιτικής υγείας: είτε επειδή εργάζονται στον τομέα της υγείας, είτε επειδή είναι υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων και μέτρων πολιτικής, είτε επειδή ασχολούνται με την αξιολόγηση ή τον σχολιασμό τέτοιων μέτρων, είτε επειδή επιθυμούν απλώς να αποκτήσουν την ειδική πληροφόρηση και γνώση που απαιτεί η ιδιότητα του ενεργού πολίτη.

Συνεπώς, ελπίζω ότι το βιβλίο θα βρει ανταπόκριση από ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Κατ’ αρχήν, από καθηγητές και φοιτητές άλλων τμημάτων και άλλων πανεπιστημίων, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, σε προγράμματα σπουδών κοινωνικής πολιτικής, διοίκησης μονάδων υγείας ή και ιατρικής επιστήμης. Έπειτα, από στελέχη του ΕΣΥ και των ασφαλιστικών ταμείων, καθώς και (γιατί όχι;) ιδιωτικών μονάδων και ασφαλιστικών εταιρειών. Επίσης, από τους υπεύθυνους για τη χάραξη και την ανάλυση της πολιτικής υγείας, στο υπουργείο υγείας αλλά και στο υπουργείο οικονομίας ή στην υπόλοιπη κυβέρνηση, στα πολιτικά κόμματα αλλά και στα εργατικά συνδικάτα ή τις επαγγελματικές ενώσεις, στα έντυπα αλλά και στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Τέλος, από κάθε πολίτη που ενδιαφέρεται να σχηματίσει γνώμη για «τεχνικά» και ίσως περίπλοκα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας, πέρα από τις συνήθεις γενικολογίες της τρέχουσας δημόσιας συζήτησης.