Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «ΤΑ ΝΕΑ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «ΤΑ ΝΕΑ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Δεκεμβρίου 2023

Μια χρονιά γεμάτη αβεβαιότητες



Δημοσιεύθηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2023) στο ένθετο του ΕΛΙΑΜΕΠ για τις προοπτικές της νέας χρονιάς, και ως ELIAMEP Policy Paper #150.

Οι προβλέψεις για το μέλλον είναι πάντα παρακινδυνευμένες, αλλά αυτή τη στιγμή φαίνονται περισσότερο παρακινδυνευμένες παρά ποτέ, με τις προοπτικές της ευρωπαϊκής (και της ελληνικής) οικονομίας το 2024 να εξαρτώνται από την έκβαση συμβάντων που σήμερα είναι ακόμη σε εξέλιξη, ή τοποθετούνται στα μέσα και στα τέλη του έτους.

Πολλές είναι οι πηγές της αβεβαιότητας. Καταρχάς, ο πόλεμος στη Γάζα, ο τερματισμός του οποίου φαντάζει μακρινός. Η στρατιωτική αντίδραση στην βάρβαρη επίθεση της Χαμάς (7 Οκτωβρίου 2023) ήταν αναμενόμενη, όμως η ισοπέδωση της Λωρίδας της Γάζας δεν θα αποκαταστήσει τη σταθερότητα στην περιοχή, ούτε θα εξασφαλίσει την ασφάλεια του Ισραήλ. Η Ευρώπη αποδείχθηκε ανήμπορη να αναλάβει πρωτοβουλίες, βαθιά διαιρεμένη καθώς είναι στο εσωτερικό της, και τώρα είναι καταδικασμένη να παίξει το ρόλο του απλού παρατηρητή.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι άλλη μια πηγή αβεβαιότητας. Η συνέχιση του δεν θέτει απλώς σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, υπενθυμίζει επίσης την διαρκή απειλή της ρωσικής επιθετικότητας για την ειρήνη και τη δημοκρατία παντού. Στην πρόσφατη συνάντηση κορυφής της ΕΕ (14-15 Δεκεμβρίου 2023) η Ουγγαρία άσκησε βέτο στην παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία, ενώ η επίσκεψη του Ουκρανού προέδρου Βλαντιμίρ Ζελένσκι στην Ουάσιγκτον (12 Δεκεμβρίου 2023) απέτυχε να πείσει τη ρεπουμπλικανική πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων να αποδεσμεύσει τα κονδύλια για τη συνέχιση της υποστήριξης των ΗΠΑ στη χώρα του. Όμως, η ομόφωνη απόφαση των ηγετών των 26 κρατών μελών (χάρη στην αποχή του Ούγγρου προέδρου Βίκτορ Όρμπαν) να δοθεί πράσινο φως στην έναρξη της διαδικασίας ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ αποτελεί στρατηγική ήττα για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Επί πλέον, φέρνει πιο κοντά μια μελλοντική συμφωνία για τον δίκαιο τερματισμό του πολέμου που θα προέβλεπε οδυνηρές εδαφικές απώλειες για την Ουκρανία με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφάλειας έναντι της Ρωσίας. Η ένταξη στην ΕΕ είναι μια από αυτές τις εγγυήσεις.

Η πιο κρίσιμη αναμέτρηση για το μέλλον της Ευρώπης το ερχόμενο έτος θα είναι οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ (5 Νοεμβρίου 2024). Μέχρι τώρα, η ευημερία της (Δυτικής) Ευρώπης στηρίχθηκε στην ομπρέλα του ΝΑΤΟ, και στις αμερικανικές αμυντικές δαπάνες. Η προοπτική μιας ενδεχόμενης νίκης του Ντόναλντ Τραμπ τον ερχόμενο Νοέμβριο δείχνει ότι η υποστήριξη των ΗΠΑ δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Στο προσεχές μέλλον, η ειρήνη και το απαραβίαστο των συνόρων των ευρωπαϊκών κρατών δεν θα μπορούν παρά να εξασφαλίζονται με τις θυσίες (ας ελπίσουμε μόνο οικονομικές) των Ευρωπαίων. Όσο η στρατηγική αυτονομία της ΕΕ παραμένει μακρινός στόχος, η δημοκρατία στην Ευρώπη είναι σε κίνδυνο.
Φυσικά οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν έχουν λόγο στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, όμως η ψήφος τους στις ερχόμενες εκλογές (6-9 Ιουνίου 2024) θα κρίνει τη σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η σημερινή πλειοψηφία (Χριστιανοδημοκράτες, Σοσιαλιστές, Πράσινοι, Φιλελεύθεροι) απογοητεύει συχνά και βάλλεται πανταχόθεν, όμως οι εναλλακτικές επιλογές φαντάζουν χειρότερες. Η νίκη του δημοκρατικού συνασπισμού υπό τον Ντόναλντ Τουσκ στις πρόσφατες πολωνικές εκλογές (15 Οκτωβρίου 2023) δείχνει ότι η απόπειρα των ακροδεξιών λαϊκιστών, εχθρών της Ευρώπης και φίλων της Ρωσίας (και της Κίνας), να αλλάξουν τους συσχετισμούς στην Ευρώπη δεν είναι καθόλου αναπόφευκτη.

Εάν η γεωπολιτική (ή η πολιτική σκέτη) επηρεάζει έμμεσα την ευρωπαϊκή οικονομία, η οικονομική πολιτική της ΕΕ την επηρεάζει άμεσα. Η αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας θα προσδιορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται η δημοσιονομική πολιτική των κρατών μελών. Οι μέχρι τώρα ενδείξεις δεν είναι πολύ ενθαρρυντικές: η επιστροφή των άκαμπτων κανόνων (με εξαιρέσεις) δεν παρέχει ουσιαστικά κίνητρα στις εθνικές κυβερνήσεις να συνδυάζουν δημοσιονομική σταθερότητα και αναπτυξιακή πολιτική βασισμένη στις παραγωγικές επενδύσεις. Από την άλλη, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ δείχνει προς το παρόν να προσανατολίζεται στη διατήρηση των σημερινών επιτοκίων στην Ευρωζώνη (4,5%). Σύμφωνα με τις πρόσφατες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (15 Νοεμβρίου 2023), ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει στο 3,5% το 2024 στην ΕΕ (από 6,5% το 2023). Το κόστος των σχετικά υψηλών επιτοκίων είναι η αναιμική ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας (1,3% το 2024, από 0,6% φέτος).

Οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία για το 2024 είναι θετικές: σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ, η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι μεγαλύτερη (2,3%), και ο πληθωρισμός χαμηλότερος (2,8%). Από την άλλη, παρά τη μικρή μείωσή τους, τόσο η ανεργία (10,7%) όσο και το χρέος (151,9% του ΑΕΠ) θα παραμείνουν σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Το ίδιο ισχύει και για το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο, το οποίο παρά την υποχώρησή του παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ (-6,6% του ΑΕΠ το 2023). Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η Ισπανία όσο και η Πορτογαλία, που όπως η Ελλάδα σημείωσαν υψηλά εξωτερικά ελλείμματα τις παραμονές της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, πλέον καταγράφουν σημαντικά πλεονάσματα (+2,5% και +1,6% του ΑΕΠ αντιστοίχως).

Η επιμονή του εξωτερικού ελλείμματος δείχνει τη δυσκολία της ελληνικής οικονομίας να βγει από την παγίδα της φτηνής ανάπτυξης, την ειδίκευσή της σε δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας, που πληρώνουν χαμηλές αμοιβές, και παράγουν προϊόντα χαμηλής ανταγωνιστικότητας στις διεθνείς αγορές. Η πολυπόθητη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας παραμένει ζητούμενο.

8 Απριλίου 2023

Διαφορετικά οράματα, αναγκαίες συναινέσεις

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 8 Απριλίου 2023).


Σε μια δημοκρατία, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των κομμάτων δεν είναι απλώς αναπόφευκτες: είναι αναγκαίες. Η αντιπαραβολή διαφορετικών σχεδίων διακυβέρνησης, διαφορετικών οραμάτων (αν προτιμάτε) για το μέλλον της χώρας, είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας.

Υπό μια προϋπόθεση όμως. Για να είναι λειτουργική η αντιπαράθεση θα πρέπει να πατά γερά σε ένα κοινό έδαφος. Ανήκουμε όλοι στην ίδια πολιτική κοινότητα, είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε ο ένας με τον άλλον. Συνεπώς, η αντιπαράθεση θα πρέπει να διεξάγεται έτσι ώστε ενισχύει τους δεσμούς της κοινής μας συνύπαρξης, αντί να τους διαβρώνει. Η αμοιβαία αναγνώριση ότι οι προσδοκίες και οι ανησυχίες της άλλης πλευράς είναι θεμιτές, και δεν είναι όλες αβάσιμες, θα ήταν ένα σημαντικό βήμα. Η αναζήτηση συναινέσεων για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων που μας κρατούν καθηλωμένους θα ήταν ένα πραγματικό άλμα.

Για παράδειγμα, σας φαίνεται λογικό το κόμμα που κυβερνά να αλλάζει τον εκλογικό νόμο όπως το βολεύει; Είναι χαζοί οι Γερμανοί που έχουν το ίδιο εκλογικό σύστημα από το 1949; Είναι άσχετο αυτό με την πολιτική σταθερότητα και τις υψηλές οικονομικές επιδόσεις της χώρας αυτής;

Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά άλλα πεδία δημόσιας πολιτικής που προσφέρονται για αναζήτηση συναινέσεων. Ποιο ακριβώς όραμα για τη χώρα – συντηρητικό, φιλελεύθερο, ή προοδευτικό - υπηρετείται από μια δικαιοσύνη αργόστροφη, συντεχνιακή, και υποτελή στην εκάστοτε κυβέρνηση; Ή από μια υπηρεσία πληροφοριών ανεξέλεγκτη και διάτρητη; Ή από έναν δημόσιο τομέα απαξιωμένο, εχθρικό απέναντι στους πολίτες, και ενίοτε επικίνδυνο για την ασφάλειά τους; Εάν μπορούσαμε να λύσουμε τέτοια προβλήματα, θα εξακολουθούσαμε να διαφωνούμε για την πορεία της χώρας, όπως είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατία. Όμως θα ζούσαμε σε μια χώρα πιο ασφαλή, πιο επιτυχημένη, και πιο ευτυχισμένη.

Στο πεδίο της οικονομίας, ή μάλλον σε αυτό των προϋποθέσεων της οικονομικής ευημερίας, οι επιδόσεις της χώρας μας είναι καταθλιπτικές. Έχουμε αναρωτηθεί γιατί είμαστε πρωταθλητές Ευρώπης στο ποσοστό αποφοίτων ΑΕΙ ηλικίας 25-34 ετών που είναι λειτουργικά αναλφάβητοι (στοιχεία έρευνας PIAAC); Ή στο ποσοστό επιχειρηματιών/μάνατζερ με ανεπαρκείς διαχειριστικές ικανότητες (στοιχεία World Management Survey); Ενώ εμείς ακόμη συζητάμε για το εάν είναι καλό ή κακό να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί; Και ενώ ετοιμαζόμαστε να κατασπαταλήσουμε και τον νέο πακτωλό ευρωπαϊκών κονδυλίων για την επαγγελματική κατάρτιση, πάντοτε στον ιερό βωμό του εθνικού στόχου της απορροφητικότητας;

Χωρίς τη θεαματική αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, αλλά και των επιχειρηματιών, η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει ποτέ να μπει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης – οποιασδήποτε κατεύθυνσης, με περισσότερη ή λιγότερη αγορά, με ή χωρίς αποκλεισμούς.

(Αν και αξίζει να σημειώσουμε ότι τέτοια διλήμματα είναι σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα, αφού χωρίς ικανό και αποτελεσματικό κράτος δεν υπάρχει επιτυχημένη οικονομία της αγοράς, ενώ ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν δίνει ευκαιρίες και προοπτικές σε όλους δεν μπορεί να είναι βιώσιμο σε βάθος χρόνου.)

Μια νηφάλια αναγνώριση των προβλημάτων που μας καταδικάζουν στη μιζέρια, για τα οποία ευθύνονται λίγο πολύ όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Και μια ώριμη συζήτηση για το πώς θα αρχίσουμε να τα λύνουμε. Αυτό αξίζουν οι πολίτες αυτής της χώρας, εν όψει των βουλευτικών εκλογών, εξουθενωμένοι από τις διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας. Ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούν οι ίδιοι.

28 Ιανουαρίου 2023

Το νησί που έφυγε


Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023).

Μόλις συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ (24 Ιανουαρίου 2020). Πλέον το διαζύγιο είναι οριστικό: όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, ακολουθεί μια περίοδος κατά την οποία οι δύο πρώην, εξουθενωμένοι από τον χωρισμό, δεν μπορούν καν να συνεννοηθούν για τα βασικά. Με λίγη τύχη, θα την διαδεχθεί μια άλλη περίοδος επανακαθορισμού της (λιγότερο στενής, πλέον) σχέσης τους σε νέες βάσεις. Για επανασύνδεση, ούτε λόγος. Και ας υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι, εξαιτίας αφενός της μετατόπισης μερίδας της κοινής γνώμης, και αφετέρου της φυσικής αντικατάστασης του πληθυσμού (οι νέοι τείνουν να είναι υπέρ της ΕΕ, οι ηλικιωμένοι κατά), η πλειοψηφία της κοινής γνώμης πιστεύει τώρα ότι το Brexit ήταν λάθος. Τα λάθη πληρώνονται, και οι Βρετανοί δεν θα πουν «έλα μωρέ, και τι έγινε που ψηφίσαμε έτσι στο δημοψήφισμα; το παίρνουμε πίσω και συνεχίζουμε όπως πρώτα».

Πριν το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, οι οπαδοί της παραμονής στην ΕΕ διεκτραγωδούσαν τις συνέπειες της αποχώρησης, και είχαν κατηγορηθεί από τους αντιπάλους τους (που αντίθετα υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια) ότι καλλιεργούσαν τον φόβο. Το πόσο δίκιο είχαν είναι δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια, καθότι από τον Ιανουάριο 2020 μέχρι τώρα έχουν μεσολαβήσει μία πανδημία και ένας πόλεμος. Η αρνητική πορεία της βρετανικής οικονομίας την τελευταία τριετία είναι γεγονός αναμφισβήτητο, αλλά οι οπαδοί της αποχώρησης ισχυρίζονται ότι οφείλεται στον κορωνοϊό και στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όχι στο Brexit. Ισχύει η ένσταση;

Δύο πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως όχι. Η πρώτη (του Centre for European Reform) σύγκρινε τις οικονομικές επιδόσεις της Βρετανίας με εκείνες 22 χωρών που έως το δημοψήφισμα του 2016 είχαν παρόμοιες επιδόσεις. Η μελέτη εκτίμησε ότι το Brexit συρρίκνωσε το ΑΕΠ (κατά 6%), τις επενδύσεις (κατά 11%), και το εξωτερικό εμπόριο αγαθών (κατά 7%) σε σχέση με το – εντελώς φανταστικό πλέον – σενάριο της μη αποχώρησης. Η δεύτερη (του Centre for Economic Performance) διαπίστωσε ότι οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 3% το 2020, και άλλο 3% το 2021, πέρα και πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα έφταναν εάν δεν είχε συμβεί το Brexit, παρότι η βρετανική κυβέρνηση δεν έχει (ακόμη;) θεσμοθετήσει τα μέτρα περιορισμού των ευρωπαϊκών εισαγωγών που έχει απειλήσει να εισάγει.

Φυσικά, οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις είναι πάντοτε σοβαρότερες από τις άμεσες. Το Brexit έχει κάνει την πάλαι ποτέ Cool Britannia πολύ πιο uncool. Λιγότεροι επιστήμονες, καλλιτέχνες, εφευρέτες, επιχειρηματίες εγκαθίστανται στο Λονδίνο από ό,τι πριν. Πολλοί Ευρωπαίοι των παραπάνω κατηγοριών, και άλλων, μέχρι πρόσφατα κάτοικοι Βρετανίας, την έχουν εγκαταλείψει, ή σκέφτονται να το κάνουν.

Επίσης, οι οικονομικές επιπτώσεις έχουν αποδειχθεί – προς το παρόν τουλάχιστον – λιγότερο οδυνηρές από τις πολιτικές. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε για αιώνες φάρος μετριοπάθειας, πραγματισμού, ορθολογικής αναζήτησης λύσεων, δυσπιστίας προς τις μεγάλες ιδεολογίες, απόρριψης των δημαγωγών κάθε είδους. Μέσα σε λίγα χρόνια δείχνει να έχει μετατραπεί σε μπανανία, με κυβερνήσεις που μένουν στην εξουσία μέρες, πρωθυπουργούς χαμηλού επιπέδου, και υπουργούς που γυαλίζει το μάτι τους.

Ο συντάκτης αυτού του άρθρου δεν είναι αντικειμενικός, αφού έζησε 6+ ευτυχισμένα χρόνια στην Αγγλία, αγάπησε (και εκείνη) τη θετή πατρίδα του, και βίωσε το Brexit ως προσωπική προσβολή. Εάν ήταν, θα παραδεχόταν ότι τα τελευταία τρία χρόνια δεν έχει γίνει φτωχότερη μόνο η Βρετανία, αλλά και η ίδια η Ευρώπη. Μας λείπει η μετριοπάθεια, ο πραγματισμός, και η ορθολογική αναζήτηση λύσεων, καθώς και το φιλελεύθερο πνεύμα που είχε συνεισφέρει στην ΕΕ η Βρετανία. Χωρίς αυτά, κινδυνεύουμε να μείνουμε με τον γερμανικό μοραλισμό, τη γαλλική τυπολατρεία, και όλα τα υπόλοιπα.

Come back Blighty. All is forgiven.

30 Δεκεμβρίου 2022

Η οικονομία το 2023 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022) στο ένθετο του ΕΛΙΑΜΕΠ για τις προοπτικές της νέας χρονιάς, και ως ELIAMEP Policy Paper #121.

Στο περυσινό αφιέρωμα της εφημερίδας στις προβλέψεις του ΕΛΙΑΜΕΠ, κάναμε την εκτίμηση ότι «στην Ευρώπη η άνοδος του πληθωρισμού θα είναι σε μεγάλο βαθμό παροδική». Όπως όλοι γνωρίζουν, έναν χρόνο αργότερα ο πληθωρισμός είναι ακόμη εδώ και είναι ακόμη υψηλός, άρα δικαιολογημένα μπορεί οι αναγνώστες να αναλογιστούν το γνωστό ρητό, ότι οι οικονομολόγοι τα καταφέρνουν καλύτερα να προβλέπουν το παρελθόν παρά το μέλλον.

Παραδεχόμαστε την ενοχή μας, αλλά επικαλούμαστε τρία ελαφρυντικά. Το πρώτο είναι ότι δεν διαθέτουμε μαντικές ικανότητες: στην Ευρώπη ο πληθωρισμός οφείλεται κυρίως στη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία, που εκτίναξε τις τιμές της ενέργειας. Να θυμίσουμε ότι μέχρι και τις παραμονές της 24ης Φεβρουαρίου, οι αμερικανικές προειδοποιήσεις ότι ο Πούτιν ετοιμάζει πόλεμο γίνονταν δεκτές με δυσπιστία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Το δεύτερο ελαφρυντικό μας είναι ότι είχαμε καλή παρέα. Παρότι στις ΗΠΑ ο πληθωρισμός είχε εγχώριες αιτίες, ελάχιστοι οικονομολόγοι πριν από ένα χρόνο προέβλεψαν την κλιμάκωσή του. Η Janet Yellen, υπουργός οικονομικών, και πρώην διοικητής της ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας, δεν ήταν ανάμεσά τους. Όπως παραδέχθηκε σε συνέντευξή της στο CNN, «Νομίζω ότι είχα άδικο πέρυσι όσον αφορά την εξέλιξη του πληθωρισμού. Συνέβησαν απρόσμενα και μεγάλα σοκ στην οικονομία που δεν κατανόησα πλήρως τότε.» (Βλ. σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times 1 Ιουνίου 2022.)

Εκ των υστέρων, εύκολα μπορεί να δει κανείς ότι μέχρι πολύ πρόσφατα οι υπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική σε όλο τον κόσμο «πολεμούσαν τον προηγούμενο πόλεμο», σαν τους Γάλλους στρατηγούς τις παραμονές της γερμανικής εισβολής του Μαΐου 1940. Η τραυματική εμπειρία της λιτότητας και της ύφεσης πριν δέκα χρόνια, όταν ο Jean-Claude Trichet, διοικητής της ΕΚΤ, αύξησε τα επιτόκια δύο φορές εν μέσω ύφεσης «για να μην ξεφύγει ο πληθωρισμός», κάνοντας έτσι την ύφεση βαθύτερη, έκανε τους σημερινούς υπεύθυνους για την οικονομική πολιτική να κλείσουν τα αυτιά τους στα «γεράκια» που ζητούσαν μέτρα κατά του πληθωρισμού.

Βέβαια, στην προσπάθεια να αποφύγει κανείς ένα λάθος κινδυνεύει να διαπράξει το αντίθετο. Οι κεντρικές τράπεζες κατηγορούνται ότι άργησαν υπερβολικά να αυξήσουν τα επιτόκια. Σε κάθε περίπτωση, η «ανοχή» τους στον πληθωρισμό είναι μεγαλύτερη από ό,τι στο παρελθόν: λίγοι φαίνεται να έχουν το «στομάχι» για πάση θυσία μείωσή του στο 2%, εάν το τίμημα είναι ύφεση και άνοδος της ανεργίας. Εξ άλλου, τα νέα από το μέτωπο του πληθωρισμού είναι μάλλον θετικά. Οι προβλέψεις όλων των διεθνών οργανισμών δίνουν αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη το 2023. Το ΔΝΤ (τον Οκτώβριο) 3-6%. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (τον Νοέμβριο) 6,1%. Η ΕΚΤ (τον Δεκέμβριο) 5,5%. (Το 2022 ο πληθωρισμός φαίνεται ότι θα διαμορφωθεί σε 8,1% στην Ευρωζώνη.) Αυτό είναι το τρίτο και τελευταίο ελαφρυντικό της περυσινής πρόβλεψης: η άνοδος του πληθωρισμού μπορεί τελικά όντως να αποδειχθεί παροδική, απλώς λίγο λιγότερο παροδική από ό,τι νομίζαμε (σχεδόν όλοι).

Κατά τα άλλα, αν και η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, υπάρχει έδαφος για (συγκρατημένη) αισιοδοξία. Μέχρι τώρα η ευρωπαϊκή βιομηχανία έχει καταφέρει κάτι που μέχρι τώρα φάνταζε ανέφικτο: να μειώσει την κατανάλωση ενέργειας χωρίς να μειώσει την βιομηχανική παραγωγή. Φυσικά, οι πιο ενεργοβόροι κλάδοι ζορίζονται. Αλλά κατά μέσο όρο, οι ευρωπαϊκές βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα και επινοητικότητα.

Βέβαια, ο κίνδυνος της αποβιομηχανοποίησης είναι υπαρκτός, ιδίως στην Ευρώπη. Φυσικά, η υποχώρηση του μεριδίου της βιομηχανίας, με αύξηση του ειδικού βάρους των υπηρεσιών, είναι μακροχρόνια τάση, που σχετίζεται με την ανάδυση νέων κέντρων βιομηχανικής παραγωγής (κατά σειρά) στην Ιαπωνία, την Κορέα, την Ταϊβάν, την Κίνα και αλλού. Επιταχύνθηκε όμως από την επικράτηση ενός παραδείγματος οικονομικής πολιτικής που, στο όνομα της όντως τραυματικής εμπειρίας από τη σπάταλη και αποτυχημένη βιομηχανική πολιτική της δεκαετίας του ’70, που φόρτωσε την Ευρώπη με «προβληματικές επιχειρήσεις», κήρυττε την παραίτηση από οποιαδήποτε απόπειρα του κράτους να επηρεάσει την κατεύθυνση της οικονομικής μεταβολής. Τα αποτελέσματα είναι μπροστά μας: ολόκληροι παραγωγικοί κλάδοι έχουν αφεθεί να αποχωρήσουν από τα παλιά βιομηχανικά κέντρα και να μετεγκατασταθούν αλλού, ενώ στο πεδίο της εξασφάλισης κρίσιμων πόρων (ενέργεια, μικροεπεξεργαστές, σπάνιες γαίες), η Δύση αντιμετωπίζει το φάσμα της εξάρτησης από ξένες χώρες, ενίοτε με εχθρικά καθεστώτα.

Η αντίδραση των ΗΠΑ σε αυτό τον κίνδυνο ήταν η πρόσφατη ψήφιση του αμερικανικού Νόμου για τη Μείωση του Πληθωρισμού (IRA), που μεταξύ άλλων προσφέρει 369 δις δολάρια σε επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις σε εταιρείες που αναπτύσσουν πράσινες τεχνολογίες παράγοντας στις ΗΠΑ. Παρότι θα είναι προφανώς θετική η επίδραση του Νόμου στο ζωτικό μέτωπο της αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, μια ανησυχητική παρενέργειά του είναι η μεταφορά επενδύσεων και παραγωγικών δραστηριοτήτων από την Ευρώπη στις ΗΠΑ προκειμένου να επωφεληθούν από τις κρατικές επιδοτήσεις και άλλες ελαφρύνσεις. Ήδη ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η γερμανική BASF ή η ιταλική Enel έχουν ανακοινώσει πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση, ενώ αντιστρόφως τα σχέδια αμερικανικών εταιρειών όπως η Intel για επενδύσεις στην Ευρώπη φαίνεται να παγώνουν, τουλάχιστον εν μέρει. Όσα κράτη μέλη διαθέτουν τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο (με πρώτη την Γερμανία) θα επιχειρήσουν να απαντήσουν με αντίστοιχα μέτρα, ενώ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ανακοινώσει πρωτοβουλίες. Το εάν θα αρκούν για να αναζωογονήσουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία είναι κάτι που θα φανεί.

Χάρη στις καλές επιδόσεις των τελευταίων μηνών, η ελληνική οικονομία διάγει περίοδο αισιοδοξίας. Είναι ωφέλιμη η αισιοδοξία, αρκεί να μην μετατραπεί σε εφησυχασμό. Η εξάρτηση από τον τουρισμό παραμένει υπερβολική, η εξειδίκευση σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας παραμένει μεγάλη, η στροφή προς ένα δυναμικότερο και βιωσιμότερο παραγωγικό μοντέλο παραμένει ζητούμενο. Οι πόροι του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας είναι μοναδική ευκαιρία για την αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας. Η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να χαθεί.

Economic prospects in 2023: in the world, Europe, and Greece


Part of ELIAMEP Outlook, Predictions for 2023, published as ELIAMEP Policy Paper #121. A Greek version was published in the daily «TA ΝΕΑ» (Friday 30 December 2022).

In our December 2021 forecasts, we confidently predicted that “rising inflation in Europe will probably turn out to be temporary”. A year later, inflation is still with us, at its highest level since 1981. One can hardly fault readers for thinking that there may after all be some truth in the cliché that economists are better at predicting the past than the future.

In our defence, we would like to appeal to three extenuating circumstances.

The first is that we are not soothsayers. We did not predict that President Putin would unleash full-scale war on Ukraine – but, then, US warnings that Russia was going to invade were being dismissed by European leaders as late as 23 February 2022. It was Russian aggression that caused energy costs to skyrocket, causing the rest of the Consumer Price Index to climb with them.

Our second plea for mitigation is that we were hardly alone in underestimating inflationary pressures. Even though US inflation is higher, and unrelated to energy costs, few economists predicted its course. Janet Yellen, the US Treasury secretary, admitted as much in late May 2022. As she told reporters: “There have been unanticipated and large shocks to the economy that have boosted energy and food prices and supply bottlenecks that have affected our economy badly that I didn’t — at the time — didn’t fully understand, but we recognise that now”.

With hindsight, it is not difficult to see that economic policy makers around the world appeared to be fighting the last war until late in the day--not unlike the French generals on the eve of the Nazi invasion of May 1940. The trauma of the previous decade, when ECB President Jean-Claude Trichet raised interest rates twice in 2011 (“to nip inflation in the bud”), plunging the European economy into deeper recession, meant that today’s decision makers were unwilling to listen to the policy hawks calling for an early response to rising prices. In this context, erring on the side of caution posed a real risk.

As a matter of fact, central banks are now more tolerant of inflation than they were in the recent past: few seem to have the stomach for attempts to bring inflation down to 2% at the cost of engineering yet another recession and causing unemployment to soar. Moreover, international organisations think that inflation has now peaked and is about to de-escalate: the IMF forecast (in October) that prices in the Eurozone would rise by 3% to 6% in 2023; the European Commission (in November) came up with the conservative estimate of 6.1%; and the ECB (in December) put inflation in 2023 at 5.5%. (Inflation in the Eurozone in 2022 was expected to reach 8.1%.) This is the third and final point in our defence of last year’s prediction: rising inflation in Europe may well turn out to be temporary after all, albeit slightly less temporary than we all thought at first.

On another note, even though prospects for the European economy will also depend on what happens on the battlefields of Ukraine, recent developments leave room for (cautious) optimism. European manufacturers have recently achieved the rare feat of drastically reducing energy consumption while keeping industrial production at its previous level. Clearly, energy-intensive firms are struggling. But European manufacturing as a whole has to date proved remarkably flexible and inventive.

This is not to deny that the risk of deindustrialisation is real. To some extent, the fall in industry’s share of the economy and the rise of services are simply the continuation of a long-term trend associated with the emergence of new industrial powerhouses in Japan, Korea, Taiwan, China and elsewhere. This trend was reinforced by the laissez faire policy paradigm which viewed the failures of industrial policy in the 1970s as sufficient cause to abandon any ambitions of influencing the direction and pace of economic change through government action. The implications are now clear for all to see: entire industries have been allowed to desert old production centres and relocate elsewhere, while in terms of essential resources (energy, microprocessors, rare earths), the West is faced with dependence on foreign and often hostile regimes.

In the US, the quest for strategic autonomy was given a huge boost by the passing of the Inflation Reduction Act in August 2022, which provides for subsidies and tax relief worth $369 billion for firms investing in climate solutions. While clearly an impressive contribution to the fight against climate change, one side effect of the Act is that it radically changes the calculus by which firms weigh up investment decisions: European firms such as BASF and Enel have already announced that they will be investing in the US in order to take advantage of the very substantial public support made available by the Act, while US firms such as Intel have put investment projects in Europe on hold. In response, the European Commission, and those member states with the requisite fiscal space, are currently working on countermeasures. Whether these will be enough to stem the tide of relocation and give European manufacturing a new lease for life remains to be seen.

The Greek economy, though still nowhere near its 2007 peak, has outperformed expectations, bouncing back strongly from the Covid recession. The optimism of economic actors is a useful resource, provided it does not degenerate into complacency. Dependence on tourism remains excessive, too many activities remain low-tech and low-wage, and the turn to a more viable export-led growth model remains aspirational for now. The resources made available by the EU Recovery and Resilience Facility constitute a unique opportunity to modernise the economy, to upgrade skills and raise the game for Greek firms. We must not let it go to waste.

10 Νοεμβρίου 2022

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια αναπτυξιακή κοινωνική πολιτική












Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2022). Το άρθρο βασίζεται στην ομιλία μου στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών (3-4 Οκτωβρίου 2022).

Το κοινωνικό κράτος βλάπτει την οικονομία; Μερικές φορές ναι: Η συνταξιοδοτική πολιτική μέχρι το 2010 έστειλε στην αποστρατεία εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες (και ιδίως Ελληνίδες) παραγωγικής ακόμη ηλικίας και συνέβαλε καθοριστικά στην χρεωκοπία της χώρας. Εξίσου βλαπτική για την οικονομία, και χωρίς κοινωνικό αντίκρυσμα, υπήρξε η σπατάλη και η κακοδιαχείριση στο σύστημα υγείας. Ή η χαριστική χορήγηση αναπηρικών συντάξεων.

Άρα, ωφελεί την οικονομία ένα μικρότερο κοινωνικό κράτος; Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως όχι. Ανάμεσα στις δυναμικότερες οικονομίες του κόσμου φιγουράρουν χώρες με υψηλή φορολογία και ρωμαλέο σύστημα κοινωνικής προστασίας. Και αντιστρόφως: στις φτωχότερες χώρες του κόσμου η φορολογία είναι χαμηλή και η κοινωνική προστασία υποτυπώδης.

Η χώρα μας φτώχυνε πολύ την περασμένη δεκαετία, και η κοινωνική δαπάνη συρρικνώθηκε. Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα δεν είναι ούτε μειώσεις φόρων, ούτε μέτρα αναστήλωσης του κοινωνικού κράτους που μας οδήγησε στη χρεωκοπία (όπως γίνεται με την ακύρωση των περικοπών συντάξεων των Μνημονίων). Αυτό που χρειάζεται η ελληνική οικονομία είναι μια αναπτυξιακή κοινωνική πολιτική.

Μερικά παραδείγματα:

Ένα καλοσχεδιασμένο επίδομα ανεργίας βοηθά τη σωστή αντιστοίχιση ανέργων και κενών θέσεων ανεργίας. (Ο Χριστόφορος Πισσαρίδης κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ για τη δουλειά του στο πρόβλημα των «τριβών αντιστοίχισης».) Όμως στη χώρα μας η συντριπτική πλειοψηφία των ανέργων δεν δικαιούται κανένα επίδομα.

Η δημιουργία ενός δικτύου δωρεάν βρεφονηπιακών σταθμών για όλα τα παιδιά προσχολικής ηλικίας σε δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς είναι η καλύτερη επένδυση που υπάρχει. (Ο James Heckman, κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ, υπολόγισε ότι η ετήσια απόδοση της δημόσιας δαπάνης, εάν συνυπολογιστούν όλα τα μελλοντικά οφέλη, είναι της τάξης του 13%.) Όμως στη χώρα μας το ποσοστό κάλυψης των βρεφονηπιακών σταθμών είναι πολύ κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η αναβάθμιση του αναπτυξιακού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας είναι απλώς ανέφικτη χωρίς αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων - και των επιχειρηματιών! Όμως η χώρα μας σημειώνει τραγικές επιδόσεις: σύμφωνα με την τελευταία έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ, στην Ελλάδα το 18,6% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 20-34 ετών είναι λειτουργικά αναλφάβητοι («στερούνται βασικών δεξιοτήτων κατανόησης κειμένου, αριθμητικής, και επίλυσης προβλημάτων»).

Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο (με προσχολική αγωγή για όλα τα πιτσιρίκια, σχολικά γεύματα για όλους τους μαθητές, καλή περίθαλψη για όλους τους πολίτες, διά βίου μάθηση για όλους τους εργαζόμενους, ανέργους και επιχειρηματίες) είναι το κλειδί για την επιτάχυνση της βιώσιμης ανάπτυξης.

17 Σεπτεμβρίου 2022

Η ιταλική Δεξιά ετοιμάζεται να κυβερνήσει


















Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022).

Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, ο δεξιός συνασπισμός των πρώην νεοφασιστών της Giorgia Meloni, της λεπενικής Λέγκας του Matteo Salvini, και του παρηκμασμένου «Φόρτσα Ιτάλια» του Silvio Berlusconi, θα κερδίσει τις εκλογές της Κυριακής 25 Σεπτεμβρίου στην Ιταλία.

Όλα δείχνουν ότι η νίκη της ιταλικής Δεξιάς θα είναι καθαρή. Οι πολιτικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο «bandwagon effect» για να περιγράψουν τη στοίχιση των αναποφάσιστων (ή των αδιάφορων, ή των απληροφόρητων) πίσω από το άρμα εκείνου που παίρνει αέρα νίκης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό ενισχύεται από την πελατειακή συναλλαγή: ομάδες συμφερόντων, στη νόμιμη οικονομία ή και όχι, στο Νότο αλλά όχι μόνο, προσφέρουν στον διαφαινόμενο νικητή τα πακέτα ψήφων που διατείνονται ότι ελέγχουν, με αντάλλαγμα κάποια χαριστική σύμβαση ή ευνοϊκή ρύθμιση μετά τις εκλογές.

Το προβάδισμα της Δεξιάς οριστικοποιήθηκε στις αρχές Αυγούστου, όταν η συμφωνία του Enrico Letta, ηγέτη του Δημοκρατικού Κόμματος, και του Carlo Calenda, επικεφαλής ενός κεντρώου σχηματισμού, να συνεργαστούν στις μονοεδρικές περιφέρειες, κατέρρευσε μετά την ξαφνική αποχώρηση του τελευταίου. Είχε προηγηθεί η άρνηση του Letta να συνεργαστεί με τον Matteo Renzi, πρώην ηγέτη του Δημοκρατικού Κόμματος, και νυν επικεφαλής άλλου κεντρώου κόμματος, επειδή το 2014 ο δεύτερος είχε ανατρέψει τον πρώτο για να γίνει πρωθυπουργός στη θέση του. Επιβεβαιώθηκε ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται υπερβολικά συχνά σε διάφορες χώρες για να είναι τυχαίο: στα δεξιά του πολιτικού φάσματος ακόμη και οι βαρύτερες προσβολές παραμερίζονται προκειμένου οι πρώην αντίδικοι να συνεργαστούν προς το κοινό τους συμφέρον (την κατάληψη της εξουσίας), ενώ αντίθετα στα αριστερά οι πολιτικές στρατηγικές επικαθορίζονται από προσωπικές αντιπάθειες.

Βρισκόμαστε λοιπόν στα πρόθυρα της φασιστικής παλινόρθωσης; Όχι ακριβώς – παρά την ανατριχιαστική σύμπτωση της συμπλήρωσης ενός αιώνα από την Πορεία στη Ρώμη και άνοδο του Mussolini στην εξουσία (28 Οκτωβρίου 1922). Η Meloni (που προαλείφεται για πρωθυπουργός) και το κόμμα της (που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις προηγείται με 25%) δεν είναι φασίστες, δεν ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο στο Κοινοβούλιο, ούτε να στείλουν τους αντιφρονούντες στα ξερονήσια. Δεν θα κάνουν χωριστή συμφωνία αγοράς αερίου από τη Ρωσία, παρότι ο Πούτιν είναι παλιός φίλος του Berlusconi (και έχει φιλοξενηθεί επανειλημμένως στη βίλα του στη Σαρδηνία), ενώ ο Salvini είναι φανατικός οπαδός του Ρώσου δικτάτορα (και μεγάλου χορηγού τη Λέγκας, σύμφωνα με αρκετές ενδείξεις). Δεν θα βγάλουν καν την Ιταλία από την ΕΕ, αντίθετα θα καταπιούν γρήγορα τις ανοησίες περί «ανάγκης αποκατάστασης της πρωτοκαθεδρίας των εθνικών έναντι των κοινοτικών κανόνων δικαίου» στις οποίες δείχνουν να πιστεύουν, τουλάχιστον μέχρι το 2026 που θα εισπραχθεί το τελευταίο από τα 191,5 δις ευρώ που αναλογούν στην Ιταλία από επιχορηγήσεις και δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Με τι θα ασχοληθεί λοιπόν μια πιθανή κυβέρνηση Meloni; Βραχυπρόθεσμα, με αυτά που αρέσουν στους απανταχού δεξιούς: επαναπροωθήσεις γυναικοπαίδων, διακρίσεις κατά μεταναστών, περιορισμούς στην πρόσβαση των γυναικών σε αντισύλληψη και εκτρώσεις, άρνηση αναγνώρισης αστικών δικαιωμάτων σε ζευγάρια ομοφυλοφίλων. Μεσοπρόθεσμα, με την πολιτειακή αλλαγή, από την Προεδρευομένη στην Προεδρική Δημοκρατία, ώστε να εκλέγεται απευθείας ο ισχυρός ανήρ (ή η ισχυρά γυνή), έτσι ώστε να κυβερνά με πυγμή, χωρίς τις περιττές δεσμεύσεις των ασφαλιστικών δικλείδων και των θεσμικών αντίβαρων του κοινοβουλευτισμού. Το μέλλον θα έχει ενδιαφέρον – και πολλή ξηρασία.

30 Δεκεμβρίου 2021

Η οικονομία το 2022 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021) στο ένθετο του ΕΛΙΑΜΕΠ για τις προοπτικές της νέας χρονιάς.

Μετά από δύο δύσκολα χρόνια, η διεθνής οικονομία φαίνεται να βρίσκει ξανά το βηματισμό της και να ανακτά το χαμένο έδαφος. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών, ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να φτάσει ή να ξεπεράσει το 4,5% το 2022. Παρόμοια προβλέπεται να είναι η επίδοση και της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία βέβαια είχε πληγεί περισσότερο από τους περιορισμούς για την αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει συγκρατημένη αισιοδοξία. Από τη μια, η πανδημική κρίση κατάφερε νέο ισχυρό πλήγμα σε μια οικονομία ήδη εξασθενημένη. Από την άλλη, τα τελευταία δεδομένα αποκαλύπτουν αξιοσημείωτο δυναμισμό, με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάπτυξη το 2022 λίγο πάνω από 7% (δεύτερη υψηλότερη στην ζώνη του ευρώ μετά την Ιρλανδία).

Το εάν οι ευνοϊκές αυτές προβλέψεις επιβεβαιωθούν θα εξαρτηθεί μεταξύ άλλων από το πώς η πολιτική και η κοινωνία (στον κόσμο, στην Ευρώπη, και στην Ελλάδα) θα αντιμετωπίσουν τις διάφορες απειλές για την οικονομία.

Η πανδημία είναι μια από αυτές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ (Οκτώβριος 2021), το ποσοστό των πλήρως εμβολιασμένων στο σύνολο του πληθυσμού ήταν 58% στις «ανεπτυγμένες», 36% στις «αναδυόμενες», και μόλις 4% στις «αναπτυσσόμενες» οικονομίες. Η εμφάνιση νέων μεταλλάξεων δείχνει ότι ο πόλεμος κατά του κορωνοϊού δεν θα κερδηθεί πουθενά προτού κερδηθεί παντού.

Η ταχύτατη ανάπτυξη αποτελεσματικών και ακίνδυνων εμβολίων υπήρξε θρίαμβος της επιστήμης και απόδειξη του δυναμισμού και της δημιουργικότητας των δυτικών δημοκρατιών. Στο εσωτερικό της Ευρώπης, η μεταβαλλόμενη γεωγραφία των εμβολιασμών ανέτρεψε κάποια στερεότυπα, και ενίσχυσε άλλα. Το υποτιθέμενο χάσμα αντιλήψεων και συμπεριφορών μεταξύ Βορρά και Νότου ανατρέπεται. Η Πορτογαλία και η Ισπανία βρίσκονται στην κορυφή της κατάταξης του ποσοστού πλήρως εμβολιασμένων. Η εμβολιαστική εκστρατεία προχωρά ταχύτερα και ομαλότερα στην Ιταλία παρά στη Γερμανία. Οι αντιδράσεις στις (επιβεβλημένες για την προστασία του κοινωνικού συνόλου) διακρίσεις εναντίον όσων αρνούνται να εμβολιαστούν είναι βιαιότερες στην Ολλανδία από ό,τι στην Ελλάδα.

Ταυτόχρονα, η γεωγραφία των εμβολιασμών φαίνεται να επιβεβαιώνει το πολιτισμικό χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Σε όλες σχεδόν τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης το ποσοστό πλήρως εμβολιασμένων είναι χαμηλότερο από ό,τι σε όλες σχεδόν τις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Η Ελλάδα, η οποία υστερεί έναντι των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, υπερέχει καθαρά έναντι όλων των ανατολικοευρωπαϊκών πλην Λιθουανίας και Λετονίας.

Εν τω μεταξύ, η γοργή πρόοδος της επιστήμης στην κατεύθυνση της προσαρμογής των εμβολίων στις νέες μεταλλάξεις, και της ανάπτυξης φαρμάκων για την προστασία όσων νοσούν, δημιουργεί βάσιμες ελπίδες ότι ο κορωνοϊός μπορεί αν όχι να εξαφανιστεί ξαφνικά, να ξεθωριάσει σταδιακά, και να γίνει από πανδημικός ενδημικός, όπως π.χ. η γρίππη. Αυτό θα εξαρτηθεί και από την ωριμότητα των πολιτών. Η διαφαινόμενη ευρεία συναίνεσή τους, στην Ελλάδα και αλλού, σε μέτρα άσκησης πίεσης σε βάρος όσων δεν έχουν εμβολιαστεί ακόμη, ώστε να το κάνουν και αυτοί, δημιουργεί την εύλογη προσδοκία ότι οι νέες μεταλλάξεις θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Όσο μαζικότερη είναι η προσέλευση στα εμβολιαστικά κέντρα τόσο μικρότερο θα είναι το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, και για την οικονομία.

Κληρονομιά της πανδημίας είναι και η απότομη διόγκωση του δημοσίου χρέους σε 99% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη συνολικά (206% του ΑΕΠ στην Ελλάδα). Όσο τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, η εξυπηρέτησή του θα είναι άνετη. Μεσοπρόθεσμα, το ερώτημα είναι πώς θα επιτευχθεί η αναγκαία μείωση του δείκτη δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ χωρίς αυτό να υποσκάψει την ανάκαμψη. Πάντως, το 2022, χάρη και στην τόνωση των δημοσίων επενδύσεων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει επεκτατική. Βέβαια, η επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας και η σταδιακή απόσυρση των μέτρων στήριξης θα περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Οι διεθνείς οργανισμοί και οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι στην Ευρώπη η άνοδος του πληθωρισμού θα είναι σε μεγάλο βαθμό παροδική. Εάν οι προβλέψεις τους επιβεβαιωθούν, και αν οι κεντρικές τράπεζες κρατήσουν την ψυχραιμία τους (όπως φαίνεται ότι συμβαίνει), η ανάκαμψη της οικονομίας δεν θα υπονομευθεί από τυχόν πρόωρες και απότομες αλλαγές στη νομισματική πολιτική.

Οι αναστατώσεις που προκάλεσε η πανδημία στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες θα επιβραδύνουν την ανάκαμψη βραχυπρόθεσμα, αναλογικά με την εξάρτηση κάθε οικονομίας από τις εισαγόμενες εισροές που υπολείπονται. Για παράδειγμα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι οι καθυστερήσεις στην τροφοδοσία της αυτοκινητοβιομηχανίας με τις απαιτούμενες ποσότητες ημιαγωγών (κυρίως από την Ταϊβάν) κόστισε στη γερμανική οικονομία πάνω από 1,5% του ΑΕΠ το 2021.

Το 2022 βρίσκει την Ελλάδα 25% φτωχότερη από ό,τι ήταν το 2007, ενώ στα χρόνια που μεσολάβησαν η ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της έγινε 11% πλουσιότερη. Για να καλύψει το χάσμα, η χώρα μας θα πρέπει να παίξει τα χαρτιά που διαθέτει όσο πιο επιδέξια μπορεί. Οι πόροι που θα εισρεύσουν μετά την ιστορική απόφαση των κρατών μελών της ΕΕ να χρηματοδοτήσουν με γενναιοδωρία ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επούλωσης των πληγών της πανδημίας (και της κρίσης του ευρώ), αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, και προετοιμασίας της ψηφιακής επανάστασης, είναι το καλύτερο από τα χαρτιά μας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλήσουμε ούτε ευρώ. 

Economic prospects in 2022: in the world, Europe, and Greece

Part of 2022 Outlook: Special Edition – New Year Projections by the ELIAMEP experts. A Greek version was published in the daily «TA ΝΕΑ» (Thursday 30 December 2021).


After two difficult years, the international economy seems to be finding its feet again and making up for lost ground. According to the latest estimates by international organisations, the global economy is expected to grow by at least 4.5% in 2022. The European economy, which was hit hardest by the first wave of the pandemic, and by the lockdowns introduced to deal with it, is projected to grow almost as fast.

In this context, the outlook for the Greek economy is modestly optimistic. On the one hand, the pandemic crisis has dealt another severe blow to an economy already weakened by a deep and prolonged recession. On the other hand, the latest evidence reveals remarkable dynamism: European Commission forecasts put the growth rate in 2022 at just over 7% (the second highest rate in the euro area after Ireland).

Whether these favourable forecasts prove correct will depend, among other things, on how political and social actors (in the world, Europe, and Greece) deal with the various threats to the economy.

The pandemic is one of these threats. According to IMF estimates (October 2021), the percentage of the fully vaccinated as a share of total population was 58% in developed countries, 36% in emerging ones, and just 4% in developing economies. The spread of new mutations is a reminder that the war against the coronavirus will not be won anywhere before it is won everywhere.

The rapid development of effective and safe vaccines has been a triumph for science and a testament to the dynamism and creativity of Western democracies. Within Europe, the changing geography of vaccinations has rebutted some stereotypes and reinforced others. The alleged North-South gap in cultural beliefs and social attitudes has been turned upside down. Portugal and Spain top the vaccination league in Europe (and the world). The campaign to give everyone a jab is proceeding considerably more rapidly and more smoothly in Italy than it is in Germany. Reactions to the restrictions imposed on those who refuse to be vaccinated in order to protect society as a whole have been far more violent in the Netherlands than in Greece.

At the same time, the geography of vaccinations seems to confirm the political chasm separating East from West. In almost all Eastern European countries the share of fully vaccinated citizens is lower than it is in almost all Western European countries. Greece, even though lagging behind other Western European countries in this respect, does better than all Eastern European countries except Lithuania and Latvia.

Meanwhile, the rapid progress made by science in adapting the vaccines to new mutations, and in developing drugs to treat effectively those who have been infected, makes it reasonable to expect that the coronavirus will soon become endemic: not vanish, but gradually fade away — like, for instance, the flu. This will also depend on the maturity of the citizenry. The apparently broad consensus in Greece and elsewhere on measures to nudge those who have not yet had the jab to do so soon is ground for optimism that the new mutations will be dealt with effectively. The more people get vaccinated, the lower the cost in human lives, and for the economy.

Another legacy of the pandemic is the sharp increase in public debt, to 99% of GDP in the Euro Area as a whole (and to 206% of GDP in Greece). As long as interest rates remain low, debt service will be affordable. In the medium term, the question is how to achieve the necessary reduction in the debt-to-GDP ratio without fatally undermining the recovery. In 2022, fiscal policy will remain expansionary, while EU funds will boost public investment. In the meantime, the resumption of economic activity and the gradual withdrawal of relief measures will bring budget deficits down.

International organisations and most analysts agree that rising inflation in Europe will probably turn out to be temporary, largely caused by hikes in energy costs. If forecasts are confirmed, and if central banks retain their composure (as they seem to be doing), the economic recovery will not be undermined by premature and abrupt changes in monetary policy.

The disruption wrought by the pandemic on global supply chains will slow recovery down in the short term, in proportion to each economy's dependence on imported scarce inputs. For example, the OECD has estimated that delays in supplying the automotive industry with semiconductors (mainly from Taiwan) cost the German economy more than 1.5% of its GDP in 2021.

The new year finds Greece 25% poorer than it was in 2007; by comparison, the European economy has grown by 11% over the same period. To make up for lost ground, Greece needs to play its hand as skilfully as it can. The EU funds flowing into the economy, following the historic decision to launch an ambitious programme to heal the wounds left by the pandemic (and the Euro crisis), to tackle climate change, and to prepare for the digital revolution, are our best cards. The country cannot afford to waste a single euro.

18 Δεκεμβρίου 2021

Η Ιταλία από την αποθάρρυνση στην ανάταση

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021). 

Παράξενη χρονιά για την Ιταλία το 2021. Έχοντας αφήσει πίσω της ένα ζοφερό 2020 (πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που κλυδωνίστηκε από την πανδημία), εγκαινίασε το νέο χρόνο με μια κυβερνητική κρίση. Μέχρι εδώ τίποτε το αξιοσημείωτο: η πολιτική αστάθεια είναι το στερεοτυπικό χαρακτηριστικό της γειτονικής χώρας (67 κυβερνήσεις στα 75 τελευταία χρόνια). Όσα όμως ακολούθησαν ξάφνιασαν τους πάντες, με πρώτους τους ίδιους τους Ιταλούς.

Κατ’ αρχάς, η νέα κυβέρνηση που ανέλαβε στα μέσα Φεβρουαρίου, με πρωθυπουργό τον Μάριο Ντράγκι και πολιτική στήριξη από όλα σχεδόν τα κόμματα, εμφύσησε αμέσως ένα πνεύμα επαγγελματισμού και αποτελεσματικότητας στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, αρχίζοντας από την αποφασιστική αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι νέοι περιορισμοί απέσπασαν τη συναίνεση μιας ευρείας πλειοψηφίας βουλευτών (παρά την απρόθυμη συγκατάθεση του Ματτέο Σαλβίνι, ηγέτη της κεντροδεξιάς Λέγκας), και έπεισαν την κοινή γνώμη, προκαλώντας λιγότερες αντιδράσεις από ό,τι σε άλλες χώρες. Η εμβολιαστική εκστρατεία, που μέχρι τότε παρέπαιε, ανέβασε ταχύτητα υπό νέα διεύθυνση: μέχρι το τέλος του χρόνου η Ιταλία είχε ανέβει στις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών σύμφωνα με το ποσοστό του πληθυσμού που είναι πλήρως εμβολιασμένοι, πίσω από την Πορτογαλία και την Ισπανία, και μπροστά από τη Γερμανία και την Γαλλία. Οι δηλώσεις της Άνγκελα Μέρκελ και των υπουργών της για την ανάγκη υιοθέτησης του «ιταλικού μοντέλου» αντιμετώπισης της πανδημίας προκάλεσαν χαμόγελα ικανοποίησης.

Το ίδιο απρόσμενη ήταν η ζωτικότητα της ιταλικής οικονομίας. Παρά την εικοσιπενταετή στασιμότητα των δεικτών, την καθήλωση της παραγωγικότητας και των αμοιβών, και την οπισθοχώρηση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις του δυναμικού τριγώνου Μιλάνο-Μπολόνια-Βενετία διέψευσαν τις προβλέψεις, διατηρώντας τη θέση τους στις διεθνείς «αλυσίδες αξίας», και βελτιώνοντας τις εξαγωγικές τους επιδόσεις. Θα έλεγε κανείς ότι το σοκ της πανδημίας έβγαλε την οικονομία από το λήθαργό της, φέρνοντας στην επιφάνεια ξεχασμένα αποθέματα εργατικότητας και επιχειρηματικότητας.

Όπως συμβαίνει συχνά, το ηθικό των Ιταλών αναπτερώθηκε και άλλο από μια σειρά επιτυχιών στο πεδίο της μαζικής κουλτούρας. Οι Måneskin παρουσιάστηκαν στον τελικό της Eurovision με ένα τραγούδι ροκ - γκλαμ ροκ, και όχι ιδιαίτερα μελωδικό ίσως, αλλά πάντως εμπνευσμένο, και παιγμένο με όλο το πείσμα μιας παρέας πιτσιρικάδων από τις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Η νίκη τους πανηγυρίστηκε από (σχεδόν) όλους, ακόμη και από όσους δεν τους είχαν μέχρι τότε ακουστά. Ακολούθησε ο θρίαμβος της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στο Euro, που κέρδισε στον τελικό την Αγγλία μέσα στο Γουέμπλεϋ, παίζοντας επιθετικά και φινετσάτα. Τέλος, στους Ολυμπιακούς του Τόκιο, μια νέα πολύχρωμη γενιά Ιταλών, που «φοράνε» τη φυλετική ή τη σεξουαλική τους διαφορετικότητα με υπερηφάνεια, ενσάρκωσαν έναν νέο πατριωτισμό, ακομπλεξάριστο και κοσμοπολίτικο, κερδίζοντας το ένα χρυσό μετάλλιο μετά το άλλο, αφήνοντας πίσω τα φαβορί στα 100μ, στο ύψος, στην σκυταλοδρομία 4x100 και αλλού.

Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς. Οι δομικές αδυναμίες δεν έχουν εξουδετερωθεί οριστικά, έχουν απλώς κατασταλεί προσωρινά, αρχίζοντας από την πολιτική αστάθεια. Η προεδρική εκλογή (Ιανουάριος 2022), και οι βουλευτικές εκλογές (άνοιξη 2023 το αργότερο), δεν απειλούν να βάλουν τέλος μόνο στην τεχνοκρατική παρένθεση, όπως είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατία, αλλά και στην σπάνια έξαρση δημιουργικότητας που τόσο ευεργετική αποδείχθηκε για τη χώρα. Παρά τα σύννεφα στον ορίζοντα, μετά από πολύ καιρό οι Ιταλοί ατενίζουν ξανά το μέλλον με αισιοδοξία.

4 Δεκεμβρίου 2021

Η «Μεγάλη Παραίτηση» και οι αιτίες της

Συνυπογράφεται από τους Γιώργο Μανάλη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021).

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, 4.434.000 εργαζόμενοι στις ΗΠΑ (3% του συνόλου) παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους τον Σεπτέμβριο 2021. Ο αριθμός αυτός είναι ιστορικό ρεκόρ: το Σεπτέμβριο 2020 ήταν 3.307.000. Οι κενές θέσεις εργασίας ήταν 10.438.000 (από 6.611.000 ένα χρόνο νωρίτερα). Το φαινόμενο δεν είναι μόνο αμερικανικό: ρεκόρ παραιτήσεων και κενών θέσεων εργασίας σημειώνεται στη Βρετανία, στη Γερμανία, και στην Ιταλία (όπου σχεδόν μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι υπέβαλαν την παραίτησή τους στο διάστημα Απριλίου – Ιουνίου 2021).

Σε τι οφείλεται αυτό το απρόσμενο φαινόμενο; Οι αιτίες δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι όλες παροδικές. Ας δούμε μερικές.

Πρώτον, η (επιβεβλημένη) κρατική επιδότηση της οικονομικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τη μείωση της καταναλωτικής δαπάνης, αύξησε τις αποταμιεύσεις πολλών νοικοκυριών, ακόμη και στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κλίμακας. Αυτό έδωσε κάποια σιγουριά σε εργαζόμενους σε κακοπληρωμένες – και επικίνδυνες, λόγω κορωνοϊού - θέσεις εργασίας να τις εγκαταλείψουν. Δεν είναι τυχαίο π.χ. ότι σε διάφορες χώρες οι επιχειρήσεις στον τομέα της εστίασης δυσκολεύονται να βρουν υπαλλήλους.

Δεύτερον, σε αρκετές χώρες (και στην Ελλάδα) η ενίσχυση των επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από την υποχρέωσή τους να μην προχωρήσουν σε απολύσεις προσωπικού. (Στην Ιταλία απαγορεύτηκαν οι απολύσεις με νόμο που ίσχυε έως τον Απρίλιο 2021.) Σε αυτές τις συνθήκες, κάποιες από τις «παραιτήσεις» είναι στην πραγματικότητα απολύσεις, ενδεχομένως με άτυπα κίνητρα στο πλεονάζον προσωπικό. Αυτό βέβαια εξηγεί μόνο το μεγάλο αριθμό παραιτήσεων, όχι το μεγάλο αριθμό κενών θέσεων εργασίας.

Τρίτον, η ξαφνική (αναγκαστική) διόγκωση της εξ αποστάσεως εργασίας, σε συνδυασμό με τον εγκλεισμό λόγω καραντίνας, έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς εργαζομένους να στοχαστούν πάνω στη δουλειά τους, στην καριέρα τους, και στη ζωή τους. Επίσης, μείωσε το κόστος της αλλαγής εργοδότη. Στο βαθμό που η υβριδική εργασία (κάποιες μέρες στο γραφείο, τις υπόλοιπες στο σπίτι) θα παραμείνει, όπως φαίνεται πιθανό, και μετά το τέλος της πανδημίας, ενδέχεται να γίνουμε μάρτυρες μιας περιόδου μεγάλων ανακατατάξεων στην αγορά εργασίας, καθώς η οικονομία προσαρμόζεται από το παλιό μοντέλο στο καινούριο.

Τέταρτον, η «Μεγάλη Παραίτηση» μπορεί απλώς να σημαίνει την αλλαγή του συσχετισμού ισχύος μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Η εξέλιξη αυτή είναι σχετικά ανεπαίσθητη: δεν φαίνεται πιθανό να επιστρέψουμε στην περίοδο της παντοδυναμίας των συνδικάτων, όπως στη δεκαετία του ᾽70. Όμως, έχουμε ίσως μετακινηθεί από την περίοδο της απόλυτης εργοδοτικής εξουσίας. Πέραν των πολιτικών παραγόντων (υποχώρηση του νεοφιλελευθερισμού), συμβάλλουν σε αυτό και οικονομικοί παράγοντες: η μείωση της ανεργίας πάντοτε βελτιώνει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, ενώ η αύξηση της ανεργίας ενισχύει την εργοδοτική πλευρά. Αυτό εξηγεί γιατί η Ελλάδα και η Ισπανία, όπου τα ποσοστά ανεργίας είναι τα υψηλότερα στην ΕΕ, παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας.

Γενικότερα, η συνύπαρξη ανέργων και κενών θέσεων εργασίας, που μέχρι κάποιο σημείο οφείλεται στην κινητικότητα στην αγορά εργασίας, πέρα από αυτό το σημείο μπορεί να έχει δομικές αιτίες: κάποιες νέες θέσεις εργασίας μπορεί να μένουν κενές επειδή απαιτούν δεξιότητες που οι άνεργοι δεν διαθέτουν. Όμως αυτό είναι άλλο (πολύ σημαντικό) θέμα: είναι ένα από αυτά που θα κρίνουν το δυναμισμό της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, μετά τη συρρίκνωσή της κατά 30% την περίοδο 2007-2021.

1 Νοεμβρίου 2021

Άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ;

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αμοιβές των μισθωτών υποχώρησαν πολύ το πρώτο μισό της περασμένης δεκαετίας (-22% κατά μέσο όρο την περίοδο 2009-2014 σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ), και έμειναν στη συνέχεια καθηλωμένες (+2% την περίοδο 2014-2020). Η μεγάλη υποχώρηση των μισθών ήταν εν μέρει αποτέλεσμα της λειτουργίας των δυνάμεων της αγοράς (μείωση της ζήτησης εργασίας σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης), και εν μέρει συνέπεια αποφάσεων δημόσιας πολιτικής (η περίφημη «εσωτερική υποτίμηση»). Η μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% τον Φεβρουάριο 2012 ήταν ένας από τους κύριους «μοχλούς» της εσωτερικής υποτίμησης. Η πολιτική αυτή επιβράδυνε και τελικά σταμάτησε την άνοδο της ανεργίας (αφού πρώτα έφτασε το 28,7% το Νοέμβριο 2013).

Παρά τη συμβολή τους τότε στη συγκράτηση της ύφεσης, ως συνταγή βιώσιμης ανάκαμψης η καθήλωση των μισθών είναι βαθιά προβληματική. Οι χαμηλοί μισθοί «επιδοτούν» επιχειρηματικές δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, κρατώντας τες τεχνητά στη ζωή. Υπό την έννοια αυτή, ο εθισμός της οικονομίας στους χαμηλούς μισθούς αντιστρατεύεται την αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας που πολύ ορθώς επαγγέλλεται η Επιτροπή Πισσαρίδη (και που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση).

Πώς όμως θα αυξηθούν οι μισθοί; Μια διαδεδομένη άποψη ισχυρίζεται ότι η αύξηση των μισθών δεν «διατάσσεται», ούτε δεν μπορεί να προηγηθεί της ανάπτυξης: θα πρέπει να την ακολουθήσει. Σε κάποιο βαθμό αυτό ισχύει. Όχι εντελώς, όμως. Μια πρόσφατη μελέτη κορυφαίων οικονομολόγων της εργασίας στο University College London έδειξε ότι η θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού (8,50 ευρώ την ώρα) το 2015 στη Γερμανία όχι μόνο δεν οδήγησε σε απώλεια 750.000 θέσεων εργασίας, αλλά ώθησε τις «πληττόμενες» επιχειρήσεις να αναβαθμίσουν τη λειτουργία τους ώστε να είναι κερδοφόρες και μετά την καταβολή υψηλότερων αμοιβών στο προσωπικό τους. Η πρόσφατη εμπειρία της Γερμανίας (αλλά και η προηγούμενη της Βρετανίας, και άλλων χωρών) δείχνει ότι η θεσμοθέτηση και στη συνέχεια λελογισμένη αύξηση των κατώτατων μισθών μπορεί να είναι ευεργετική για όλους - εργαζόμενους και επιχειρήσεις.

Η λέξη κλειδί εδώ είναι «λελογισμένη». Πέρα από ένα σημείο, η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να ξεπερνά τις δυνατότητες προσαρμογής της οικονομίας. Ποιο ακριβώς είναι αυτό το σημείο δεν είναι πάντα ξεκάθαρο, για αυτό άλλωστε απαιτείται προσοχή. Για παράδειγμα, η διεθνής επιτροπή εμπειρογνωμόνων που είχε συστήσει το 2018 η προηγούμενη κυβέρνηση κατέληξε σε συνετή πρόταση αύξησης του κατώτατου μισθού (που είχε μείνει από το 2012 στα 586 ευρώ το μήνα) κατά 5% έως 10%. Τελικά, η τότε κυβέρνηση αποφάσισε λίγο μεγαλύτερη αύξηση (11%) στα 650 ευρώ. Στη συνέχεια, η τωρινή κυβέρνηση προχώρησε σε συμβολική αύξηση 2% (από τον Ιανουάριο 2022).

Για τους λόγους που προανέφερα, πιστεύω ότι ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε υψηλότερο επίπεδο από τα 663 ευρώ του 2022. Αμφιβάλλω όμως ότι θα μπορούσε από τώρα να φτάσει π.χ. τα 750 ευρώ χωρίς δυσάρεστες παρενέργειες για την οικονομία και την απασχόληση. Για το λόγο αυτό, θεωρώ πυροτέχνημα την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ». Οπωσδήποτε, σε σχέση με τα 1.700 ευρώ που πρότεινε το ΚΚΕ το 2007, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά αξιοσημείωτη πρόοδο. Απέχει ωστόσο ακόμη αρκετά από το να μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή συμβολή στη αναζήτηση ρεαλιστικών τρόπων βελτίωσης των χαμηλών μισθών.

21 Ιανουαρίου 2021

Η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει πολλά στο Κομμουνιστικό Κόμμα


Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021).

Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (1921-1991) συνίδρυσε την Ιταλική Δημοκρατία και αναδείχθηκε σε έναν από τους κυριότερους στυλοβάτες της. Μερικοί σταθμοί σε αυτή την πορεία:

Σεπτέμβριος 1943 – Απρίλιος 1945: Έχει προηγηθεί η απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία, και  η ανατροπή του Μουσσολίνι. Ο γερμανικός στρατός υποχωρεί πίσω από τη Γραμμή Ζίγκφριντ που χωρίζει την Ιταλία στα δύο. Στο Βορρά, όπου οι φασίστες ιδρύουν την «Κοινωνική Δημοκρατία» του Σαλό, ξεσπά ο εμφύλιος. Οι κομμουνιστές συνεργάζονται έντιμα με τις άλλες αντιφασιστικές οργανώσεις και με πρώην αξιωματικούς του Στρατού στις Επιτροπές Εθνικής Απελευθέρωσης.

Απρίλιος 1944: «Στροφή του Σαλέρνο». Ο Παλμίρο Τολιάττι, Γραμματέας του Κόμματος, επιστρέφει από την εξορία και δηλώνει ότι το ΙΚΚ είναι έτοιμο να συνεργαστεί με το Παλάτι και την κυβέρνηση Μπαντόλιο για την απελευθέρωση της χώρας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ο Τολιάττι θα ορκιστεί αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, και αργότερα υπουργός δικαιοσύνης. Με αυτή την ιδιότητα, θα εργαστεί για την εθνική συμφιλίωση, αμνηστεύοντας τους συνεργάτες του φασισμού (εκτός από όσους βαρύνονταν με εγκλήματα).

Ιούνιος 1946: Στο δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος επικρατεί το «όχι» στη μοναρχία. Στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση το ΙΚΚ εκλέγει 104 (στα 556) μέλη. Ο κομμουνιστής Ουμπέρτο Τερρατσίνι γίνεται αντιπρόεδρος, αργότερα πρόεδρος, της Συντακτικής Συνέλευσης. Οι κομμουνιστές, μαζί με τα άλλα αντιφασιστικά κόμματα, γράφουν το Σύνταγμα της Ιταλικής Δημοκρατίας.

Σεπτέμβριος 1946: Στην Εμίλια-Ρομάνια, μετέπειτα κομμουνιστικό προπύργιο, όπου η φασιστική βία και η εμφύλια αναμέτρηση είχαν υπάρξει ιδιαίτερα αιματηρές, συνεχίζεται το ξεκαθάρισμα λογαριασμών: 770 νεκροί στην περιοχή της Μπολώνια, 890 στη Μόντενα, στο Ρέτζιο 560. Ο Τολιάττι εξαναγκάζει την τοπική ηγεσία του Κόμματος σε παραίτηση και απαιτεί την άμεση παύση των εχθροπραξιών. Ο πόλεμος τελείωσε.

Ιούλιος 1948: Ο Τολιάττι πέφτει θύμα δολοφονικής επίθεσης, και μεταφέρεται σοβαρά τραυματισμένος στο νοσοκομείο. Στο χειρουργείο θα του αφαιρεθούν τρεις σφαίρες, από την πλάτη και το σβέρκο. Σε όλη τη χώρα ξεσπούν αυθόρμητες διαμαρτυρίες, που εξελίσσονται σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία. Από το κρεβάτι του νοσοκομείου ο Τολιάττι παραγγέλνει στους ηγέτες του Κόμματος: «Μην κάνετε τρέλλες».

Αύγουστος 1968: Το ΙΚΚ, που είχε υποστηρίξει την καταστολή της Ουγγρικής εξέγερσης από τους Σοβιετικούς 12 χρόνια νωρίτερα, αυτή τη φορά καταδικάζει κατηγορηματικά την εισβολή των τανκς στην Τσεχοσλοβακία που βάζει τέλος στην «Άνοιξη της Πράγας». Η ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης και τους συμμάχους του ολοκληρώνεται 13 χρόνια αργότερα, μετά την κήρυξη στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία.

Ιούνιος 1976: Το ΙΚΚ, μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δύσης, φτάνει το 34,4% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές. Ο Πιέτρο Ινγκράο γίνεται Πρόεδρος της Βουλής.

Μάιος 1978: Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δολοφονούν τον Άλντο Μόρο, πρώην πρωθυπουργό, ηγετική μορφή της ιταλικής χριστιανοδημοκρατίας, οπαδό του «ιστορικού συμβιβασμού» με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Δύο χρόνια αργότερα, μια νεοφασιστική οργάνωση θα τοποθετήσει βόμβα στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολώνια – η έκρηξη θα σκοτώσει 85 ανθρώπους. Η Ιταλική Δημοκρατία κλυδωνίζεται. Το ΙΚΚ τάσσεται κατηγορηματικά κατά της εκτροπής, υπέρ της δημοκρατικής νομιμότητας. Τον Ιανουάριο 1979 ο Γκουίντο Ρόσσα, κομμουνιστής εργάτης και συνδικαλιστής, πέφτει νεκρός από τις σφαίρες των Ερυθρών Ταξιαρχιών στη Γένοβα.

Ιούνιος 1984: Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, Γραμματέας του Κόμματος, παθαίνει εγκεφαλικό στη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας στην Πάντοβα, και ξεψυχά τέσσερις μέρες αργότερα. Πενήντα σκηνοθέτες, ανάμεσά τους ο Μπερτολούτσι, ο Σκόλα, ο Ποντεκόρβο και άλλοι, συνεργάζονται στο γύρισμα του ντοκυμανταίρ του αποχαιρετισμού του κομμουνιστή ηγέτη. Ένας άλλος σκηνοθέτης, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που νωρίτερα είχε χρησιμοποιήσει σκηνές από την κηδεία του Παλμίρο Τολιάττι σε μια από τις ταινίες του, το 1974 παρομοίασε το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα με «χώρα»: «χώρα καθαρή σε χώρα βρώμικη, χώρα έντιμη σε χώρα ανέντιμη, χώρα ευφυή σε χώρα ανόητη, χώρα καλλιεργημένη σε χώρα αμόρφωτη». Υπερέβαλλε, αλλά όχι πολύ.

6 Μαρτίου 2020

Grecia infelix

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020).

200 χρόνια μετά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, η Ελλάδα βρίσκεται στο μεταίχμιο. Οι στατιστικές (αλλά και οι καθημερινές παραστάσεις του καθενός) δείχνουν ότι την τελευταία δεκαετία η χώρα μας δεν φτώχυνε απλώς: έγινε λιγότερο ευτυχισμένη. Ένας ψυχολόγος θα έλεγε ότι η δυστυχία των Ελλήνων συναρτάται με τις ανεδαφικές προσδοκίες μας: η οικονομική κρίση καταρράκωσε την αυτοεκτίμησή μας ακριβώς επειδή αμφισβήτησε την υπερφίαλη ιδέα που είχαμε για τον εαυτό μας. Ένας οικονομολόγος θα πρόσθετε ότι η σχέση μεταξύ (αντικειμενικής) οικονομικής κατάστασης και (υποκειμενικής) ικανοποίησης από τη ζωή είναι ασύμμετρη: η εποχή της αστακομακαρονάδας και των διακοποδανείων δεν μας έκανε ευτυχέστερους, αλλά η αναπόφευκτη επωδός της μας έκανε δυστυχέστερους.

Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε. Πολύ χονδρικά, ως έθνος (αν υποθέσουμε ότι μπορούμε να στοχαζόμαστε ως συλλογικό υποκείμενο) έχουμε δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να αποδεχθούμε τη μετριότητά μας, και να χαμηλώσουμε τις προσδοκίες μας. Στο κάτω-κάτω, δεν τα καταφέραμε και τόσο άσχημα τα τελευταία 200 χρόνια. Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα δικά μας τα κατάφεραν περίφημα. Παρά την υποβάθμιση της προηγούμενης δεκαετίας, η Ελλάδα παραμένει η πλουσιότερη χώρα των Βαλκανίων (και 45η στον κόσμο σε σύνολο 200 χωρών). Απέχουμε πολύ από τα αρχαία κλέη, αλλά όχι όσο π.χ. η Αίγυπτος. Γιατί να μην συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι η καλύτερη στιγμή μας παρήλθε πριν από 2.500 χρόνια; Ας χαλαρώσουμε και ας απολαύσουμε αυτά που έχουμε: τα νησιά μας, το καλοκαίρι μας, τις χαοτικές αλλά γεμάτες ενέργεια πόλεις μας – και επίσης το διεθνώς αναγνωρίσιμο brand name μας, την ιδιότητα μέλους στα πιο περιζήτητα κλαμπ του πλανήτη (ΕΕ, ΟΟΣΑ, ΝΑΤΟ) κτλ. Γιατί να μην ζούμε από τα έτοιμα; Άλλωστε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, πολλοί από εμάς αυτό ακριβώς κάνουν, εδώ και πολύ καιρό.

Η άλλη επιλογή είναι πιο φιλόδοξη. Προϋποθέτει να αποδεχθούμε ότι είμαστε ένα μικρό ευρωπαϊκό έθνος, σε μια όμορφη αλλά και ταραγμένη γωνιά του πλανήτη, με λίγα περιουσιακά στοιχεία, εκτός ίσως από την επινοητικότητα των ανθρώπων του. Για να ζούμε καλύτερα θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα ελαττώματά μας, με κυριότερο την έλλειψη αυτογνωσίας. Κανείς δεν μας χρωστάει – ποια άλλη χώρα ευεργετήθηκε όσο η δική μας; Ας πάψουμε να περιμένουμε διευκολύνσεις από τους δανειστές (πέρα φυσικά από όσα ισχύουν για όλους τους άλλους). Ας κινητοποιήσουμε τους πόρους που ήδη διαθέτουμε, όσο καλύτερα μπορούμε.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Κατ’αρχάς, οικονομία δυνάμεων. Ο εθνικός διχασμός, το καθημερινό μίσος, η ακραία πολιτική πόλωση, οι οξείες κοινωνικές συγκρούσεις, οι κακές εργασιακές σχέσεις, η έλλειψη συνεργασίας, η χαμηλή εμπιστοσύνη – όλα αυτά δεν είναι απλώς δυσάρεστα και κουραστικά, είναι επίσης αντιπαραγωγικά: απορροφούν ενέργεια που θα μπορούσε (θα έπρεπε!) να αφιερωθεί σε πιο δημιουργικές ασχολίες.

Επί πλέον, εάν η επινοητικότητα των ανθρώπων μας είναι όντως το κυριότερο περιουσιακό μας στοιχείο, ας επενδύσουμε σε αυτό. Έχουμε πολύ δρόμο να καλύψουμε: η τελευταία ευρωπαϊκή έρευνα δεξιοτήτων δείχνει ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει την 28η θέση (σε σύνολο 28 χωρών). Για να βγούμε από την οικονομική στασιμότητα θα πρέπει να δουλεύουμε περισσότερο και καλύτερα. Και για να το πετύχουμε, θα πρέπει να μάθουμε περισσότερα και πιο ουσιαστικά: είναι πάρα πολλά αυτά που ο μέσος εργαζόμενος – και ο μέσος απόφοιτος πανεπιστημίου – δεν γνωρίζει, και όσα δεν γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει.

Γίνονται αυτά; Αμέσως, όχι. Αλλά στα επόμενα 200 χρόνια, ναι.

Αρκεί να αρχίσουμε από τώρα. Έχουμε χάσει πολύ χρόνο.

31 Μαΐου 2019

Το δίλημμα του ΚΙΝΑΛ

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Παρασκευή 31 Μαΐου 2019).

Έχει μέλλον ο ενδιάμεσος χώρος στην Ελλάδα; Υπό μια έννοια, πάντοτε θα υπάρχει κάποιο κόμμα ανάμεσα στη ΝΔ και στο ΣΥΡΙΖΑ (ή τους επιγόνους τους). Για παράδειγμα, η Ένωση Κεντρώων του κ. Λεβέντη τέτοιο κόμμα είναι. Εάν εννοούμε πολιτικές δυνάμεις με φιλευρωπαϊκό προσανατολισμό, συγκροτημένο λόγο και μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που φιλοδοξούν να εκφράσουν όσους πολίτες επιθυμούν να ζουν σε ένα κράτος δικαίου με δυναμική οικονομία και κοινωνική ειρήνη, τότε η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, τέτοια δύναμη υπήρξε το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη: χωρίς να χάσει τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους, κατάφερε να εκφράσει τη διάχυτη απαίτηση για «εκσυγχρονισμό». Σήμερα, κάτι παρόμοιο επιχειρεί να κάνει η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη: να κρατήσει τους συντηρητικούς πολίτες που απαιτούν ασφάλεια και προστασία (απαιτήσεις απόλυτα θεμιτές καθεαυτές), και ταυτόχρονα να εκφράσει τα δυναμικά μεσοστρώματα που δεν αναγνωρίζονται στη μιζέρια και στο διχασμό της τελευταίας τετραετίας. Το αν θα τα καταφέρει η ΝΔ θα φανεί τους επόμενους μήνες. Εν τω μεταξύ, το ερώτημα για το μέλλον του ενδιάμεσου χώρου παραμένει.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της περασμένης Κυριακής έδειξε ότι για να ενισχυθεί η κεντροαριστερά δεν αρκεί να ξεφουσκώσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Η εξέλιξη της εκλογικής επιρροής των δύο χωρών χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία. Ενώ την περίοδο 2010-2015 η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη μεγάλη δεξαμενή του ΠΑΣΟΚ, τώρα η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν φέρνει εκλογικά κέρδη στο ΚΙΝΑΛ – το οποίο μάλιστα δεν κατορθώνει να επωφεληθεί ούτε από τη συρρίκνωση του Ποταμιού, που διεκδικούσε τον ίδιο χώρο. Παρά τη δικαιολογημένη ικανοποίηση για την τρίτη θέση, η επίδοση του ΚΙΝΑΛ ήταν μέτρια: το 7,7% είναι λίγο πάνω από το 6,3% της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, αλλά υπολείπεται του 8% της Ελιάς στις αντίξοες ευρωεκλογές του Μαΐου 2014.

Αντίθετα με το Ποτάμι ή την ΔΗΜΑΡ, το ΚΙΝΑΛ απέδειξε ότι μπορεί να υπολογίζει σε ένα σκληρό πυρήνα ψηφοφόρων. Όπως δείχνει το παράδειγμα του ΚΚΕ, αυτό μπορεί να εξασφαλίσει την εκλογική επιβίωσή του - δεν αρκεί όμως για να εμποδίσει την πολιτική περιθωριοποίησή του.

Εν όψει των εκλογών του Ιουλίου, το δίλημμα που αντιμετωπίζει τώρα το ΚΙΝΑΛ είναι πώς θα τοποθετηθεί ανάμεσα στον ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ και στην ανερχόμενη ΝΔ. Έχει δύο επιλογές. Η πρώτη είναι η πεπατημένη: ίσες αποστάσεις, κριτική της κυβέρνησης Τσίπρα, καταδίκη του «νεοφιλελευθερισμού». Με δεδομένη την ανθρωπογεωγραφία του ΚΙΝΑΛ και τον περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο, αυτή είναι η πιο πιθανή επιλογή. Είναι πιθανό να αποδειχθεί λαθεμένη: είναι άστοχη πολιτικά (υποτιμά την ευρεία απαίτηση για επιστροφή στην κανονικότητα) και καταστροφική εκλογικά (θα στείλει στην κάλπη της ΝΔ και άλλους πολίτες που χωρίς να είναι «δεξιοί» θεωρούν ζωτικής σημασίας για τη χώρα την αποφασιστική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ).

Η εναλλακτική επιλογή για το ΚΙΝΑΛ είναι να προσχωρήσει στο ρεύμα αλλαγής που έχει διαμορφωθεί, και που είναι πιθανό να δυναμώσει τις επόμενες εβδομάδες. Να εκπροσωπήσει όσους διψούν για καταλλαγή των παθών, επούλωση των πληγών της κρίσης, αποκατάσταση της νομιμότητας. Και να συμβάλει με τις διακριτές του θέσεις στην οικονομική ανόρθωση και την εθνική συμφιλίωση που έχει ανάγκη η χώρα.

9 Φεβρουαρίου 2019

Μετά το «Μακεδονικό»

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019).

Όλα δείχνουν ότι η συμφωνία Ελλάδας-ΠΓΔΜ για το «Μακεδονικό» αναδιατάσσει το πολιτικό σκηνικό. Όχι με τον τρόπο που ήλπιζαν οι επιτελείς του Μαξίμου: η ΝΔ δεν διασπάστηκε, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει δεύτερος με διαφορά, στη Β. Ελλάδα το χάσμα μεταξύ των δύο «μονομάχων» διευρύνεται. Άλλες είναι οι επιπτώσεις της συμφωνίας: η ενδυνάμωση του εθνικισμού σε όλο το πολιτικό φάσμα, η ενίσχυση της Χρυσής Αυγής, η αλλαγή των εσωτερικών συσχετισμών στη ΝΔ, η περαιτέρω συρρίκνωση του ενδιάμεσου χώρου.

Ας αρχίσουμε από το τελευταίο. Η διείσδυση στο χώρο της κεντροαριστεράς είναι το μοναδικό όφελος του ΣΥΡΙΖΑ από όλη αυτή την υπόθεση. Το σχετικό όφελος είναι περιορισμένο (η διείσδυση αφορά μικρό αριθμό προσωπικοτήτων με ελάχιστο εκλογικό εκτόπισμα) και έμμεσο (περιθωριοποίηση του ΚΙΝΑΛ και ιδίως του Ποταμιού), αλλά υπαρκτό. Όμως μια στοιχειωδώς σοβαρή κεντροαριστερά δεν θα δυσκολευόταν να αποκρούσει τους χονδροειδείς χειρισμούς της κυβέρνησης για το «Μακεδονικό», αποφεύγοντας είτε την υστερική απόρριψη της συμφωνίας είτε την αφελή προσχώρηση στο «αφήγημα της σοσιαλδημοκρατικής στροφής» του ΣΥΡΙΖΑ.

Χάρη στον ελιγμό του κ. Μητσοτάκη να απορρίψει χωρίς περιστροφές τη συμφωνία για το «Μακεδονικό», η ΝΔ διατήρησε την ενότητά της και φαίνεται να καταγράφει δημοσκοπικά οφέλη. Το τίμημα για αυτό είναι η αλλαγή της ατζέντας – και πάλι, όχι όπως προσδοκούσε το Μαξίμου. Το υπ’αριθμόν ένα πρόβλημα της χώρας παραμένει πώς θα βγει από την παρατεταμένη στασιμότητα. Αντί όμως να συζητάμε για την οικονομία, την εκπαίδευση και την καινοτομία, ασχολούμαστε με θέματα ιστορίας, ανθρωπολογίας και γλωσσολογίας. Και αντί να προετοιμάζουμε το μέλλον, μένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν.

Τα «εθνικά θέματα» είναι μαγική συνταγή για την αναπαραγωγή μιας πολιτικής ελίτ καταφανώς ανίκανης να προετοιμάσει την προσαρμογή της κοινωνίας στις ραγδαίες αλλαγές που φέρνει η τεχνολογία και η γεωπολιτική. Και αντιστρόφως, ο εθνικιστικός μυστικισμός είναι ο ιδανικός ρόλος για κάθε ημιμαθή και ανεύθυνο πολιτευτή: δεν απαιτεί άλλα προσόντα από υποκριτική επάρκεια, ευκολία στο βούρκωμα, και ικανότητα αποστήθισης 5-6 κλισέ για το πεπρωμένο της φυλής.

Επειδή εδώ είναι Βαλκάνια, τα «εθνικά θέματα» απαιτούν υπεύθυνους χειρισμούς και ευρείες συναινέσεις. Ιδίως όταν έχει προηγηθεί δεκαετής καθίζηση του βιοτικού επιπέδου στο εσωτερικό και της αξιοπιστίας της χώρας στο εξωτερικό. Αλλά για τον πρωθυπουργό και τους φίλους του, όλα τα θέματα προσφέρονται για μικροπολιτική. Δεν τους πτοεί ότι η διχαστική στάση τους αναζωπυρώνει εθνικιστικά ανακλαστικά που απειλούν να οριστικοποιήσουν την καθήλωση της χώρας. Η μετεκλογική τους επιβίωση είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει.

Οι μετρημένοι στα δάχτυλα επώνυμοι που προσχώρησαν στο «αφήγημα της σοσιαλδημοκρατικής στροφής» δείχνουν πρόθυμοι να τα παραβλέψουν όλα αυτά, και ταυτόχρονα να διαγράψουν τη μίζερη και χυδαία καθημερινότητα της τελευταίας τετραετίας: τα κηρύγματα μίσους, τη συνεχή υπονόμευση της δικαιοσύνης, του Τύπου, και των άλλων θεσμών από τους οποίους εξαρτάται η υγεία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ταπεινωτική επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Τουρκία, με τον Ερντογάν να του ζητά να παραδώσει τους «8» όπως του είχε υποσχεθεί, θυμίζει το βάθος της προσήλωσης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές της διάκρισης των εξουσιών και του κράτους δικαίου. Ας προετοιμαστούν ψυχολογικά οι κεντροαριστεροί συνοδοιπόροι του κ. Τσίπρα: τους περιμένει μια ατέλειωτη σειρά από διαψεύσεις και εξευτελισμούς.

4 Οκτωβρίου 2018

Είναι δίκαιο να μην περικοπούν οι συντάξεις;

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018).

Μετά τις περικοπές της περιόδου 2010-2014, είναι άχαρο να υποστηρίζει κανείς ότι οι συντάξεις πρέπει να μειωθούν και άλλο. Ιδίως εάν λάβει κανείς υπόψη ότι οι συνταξιούχοι δεν έχουν περιθώρια προσαρμογής: δεν μπορούν να εργαστούν, ή να εργαστούν περισσότερο, ή να ψάξουν για άλλη δουλειά, δεν μπορούν καν να μεταναστεύσουν. Ίσως αυτό να εξηγεί - εν μέρει - την ομοφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (για να μην αναφερθώ στην απόλυτη συναίνεση των εντύπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης) για το απαράδεκτο της κατάργησης της «προσωπικής διαφοράς».

Εν μέρει όμως. Εάν κάτι δείχνει η συζήτηση για τις συντάξεις είναι ότι μετά από μια δεκαετία σχεδόν κρίσης δεν μάθαμε τίποτε (ούτε ξεχάσαμε τίποτε, όπως οι Βουρβώνοι μετά το 1814). Ας δούμε γιατί.

1. Η «προσωπική διαφορά» επινοήθηκε για να εξασφαλίζει ότι όσοι πρόλαβαν να συνταξιοδοτηθούν πριν από την ψήφιση του Νόμου Κατρούγκαλου θα εξακολουθήσουν να εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις από εκείνες που ο ίδιος νόμος θεσμοθέτησε για τους νέους συνταξιούχους.

2. Ανάμεσα στους παλαιούς συνταξιούχους, πολλοί συνταξιοδοτήθηκαν σε νεαρή ηλικία. Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, το 17% όσων βγήκαν στη σύνταξη τον Δεκέμβριο 2016 (λίγο προτού τεθεί σε ισχύ ο Νόμος Κατρούγκαλου) ήταν έως 55 ετών, ενώ το 41% έως 60 ετών. Στις συντάξεις γήρατος τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 13% και 40%.

3. Απίστευτα μεγάλος αριθμός συνταξιούχων (424 χιλιάδες άνθρωποι σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου) εξακολουθεί να λαμβάνει 3 ή περισσότερες συντάξεις.

4. Παρά τις περικοπές, οι συντάξεις δεν είναι τόσο χαμηλές όσο νομίζεται. Η μέση σύνταξη γήρατος τον Δεκέμβριο 2016 ήταν €972 το μήνα. Οι χαμηλότερες ηλικίες εισπράττουν υψηλότερη σύνταξη: €1.198 κατά μέσο όρο για τους συνταξιούχους κάτω των 55 (και €1.241 για τους κάτω των 60).

5. Σύμφωνα με προηγούμενη μελέτη μας, για τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων του ΙΚΑ (98,5% μετά τις μνημονιακές περικοπές) οι συντάξεις είναι υπερ-ανταποδοτικές, δηλ. υπερβαίνουν τις εισφορές που κατέβαλαν οι ίδιοι οι συνταξιούχοι και οι εργοδότες τους (κατά €63.600 σε διά βίου βάση). Για το Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, αυτό ισχύει στο πολλαπλάσιο.

6. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το 66% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα εισπράττουν μισθούς κάτω από €1.000 το μήνα (50% κάτω από €800).

7. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΑΕΔ και της ΕλΣτατ, το ποσοστό των ανέργων που εισπράττουν επίδομα ανεργίας (€360 το μήνα) ήταν 12,8%.

Να μην περικοπούν λοιπόν οι συντάξεις; Κανενός; Ούτε όσων πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη σε ηλικία που οι περισσότεροι δουλεύουν; Ούτε όσων παίρνουν σύνταξη πάνω από το μέσο μισθό των εργαζομένων που τους συντηρούν με τις εισφορές τους; Σύνταξη πολύ υψηλότερη από τις εισφορές που πλήρωσαν οι ίδιοι; Και οπωσδήποτε πολύ υψηλότερη από τις συντάξεις όσων βγαίνουν στη σύνταξη σήμερα;

Είναι θέμα επιλογής. Σε μια χώρα που γερνά, και όπου η ανεργία παραμένει στα ύψη, μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε – όλες! – τις συντάξεις «ιερές αγελάδες». Εναλλακτικά, μπορούμε να δώσουμε προτεραιότητα στο μέλλον, στην απασχόληση και στην ανάπτυξη, προστατεύοντας το εισόδημα (και την περίθαλψη) όσων ηλικιωμένων έχουν ανάγκη. Ποια επιλογή είναι δικαιότερη;

23 Μαΐου 2018

Η κανονικότητα του ΣΥΡΙΖΑ

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 23 Μαΐου 2018).

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη ζωηρή συζήτηση των ημερών αναφορικά με το μελλοντικό μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι αυτή η συζήτηση εκπορεύεται περισσότερο από διανοητές της κεντροαριστεράς και δεν αποτελεί ένα διακηρυγμένο στόχο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που υπονοείται είναι η αναγκαιότητα να συμβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ στην επιστροφή της χώρας σε μία μορφή κανονικότητας. Διότι αν η διαφαινόμενη ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής σηματοδοτεί υπό προϋποθέσεις την έξοδο της χώρας από μία επώδυνη «κατάσταση εξαίρεσης» στο πεδίο της οικονομίας, στο πολιτικό πεδίο συνεχίζουν να κυριαρχούν με σχεδόν αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης, η πολιτική αβεβαιότητα, η κακοποίηση των θεσμών, ο συγκρουσιακός λόγος. Επ’ αυτού λοιπόν του ερωτήματος η απάντησή μας είναι αρνητική, κύρια για τους παρακάτω τρεις λόγους:

Πρώτον, ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ γιγαντώθηκε σε συνθήκες «μη κανονικότητας» της περιόδου της σφοδρής οικονομικής κρίσης, με κορύφωση το τραγικό δημοψήφισμα του 2015. Αγκάλιασε πρόθυμα ιδεοληψίες, νομιμοποίησε αντιδημοκρατικές συμπεριφορές και πρόσφερε φιλόξενο καταφύγιο σε κάθε λογής ανορθολογικά οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Η αρμονική συμπόρευση με το εθνικο-λαϊκιστικό κόμμα των ΑΝΕΛ, καθώς και με εκπροσώπους της καραμανλικής δεξιάς, είναι η πλέον ορατή απόδειξη της απόστασης που χωρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ από την ευρωπαϊκή κανονικότητα. Η μετέπειτα (αναγκαστική) προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ όταν οι «αυταπάτες» του συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα οδήγησε σε ταχεία δημοσκοπική συρρίκνωση της απήχησής του. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι στην ενδεχόμενη απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιστρέψει τάχιστα στην εμπρηστική ρητορική του πρόσφατου παρελθόντος του. 

Δεύτερον, oι ιδέες και τα πρόσωπα ασκούν τη δική τους καταλυτική επίδραση στις πολιτικές επιλογές και τα πολιτικά κόμματα εξελίσσονται βαθμιαία και οι οβιδιακές μεταμορφώσεις σπανίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο κάθε σύγκριση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 είναι ατυχής. Αν στο ΠΑΣΟΚ χρειάστηκαν δύο δεκαετίες για να εγκαταλείψει το ριζοσπαστικό παρελθόν του σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο, πόσος χρόνος άραγε θα απαιτηθεί για  το μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού του ΣΥΡΙΖΑ που αγκάλιασε ηγέτες αυταρχικών και νεοκομμουνιστικών καθεστώτων τριάντα χρόνια έπειτα από την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος;

Τρίτον, η καθημερινή άσκηση της διακυβέρνησης της χώρας δείχνει το πώς αντιλαμβάνεται η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ την κανονικότητα. Σε κάθε τομέα όπου η κυβέρνηση διατηρεί ελευθερία κινήσεων και οι οποίοι δεν ρυθμίζονται από το ακολουθούμενο πλαίσιο οικονομικής προσαρμογής (Μνημόνιο), αναπαράγονται ορισμένες από τις χειρότερες όψεις της μεταπολίτευσης (πελατειακές λογικές, οπισθοδρομικές επιλογές, αφόρητος λαϊκισμός). Ακόμη χειρότερα, όπως καταδεικνύεται από τη διαρκή υποβάθμιση των θεσμών του κράτους δικαίου (βλ. παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη), η κυβέρνηση δεν δείχνει να συμμερίζεται το πλαίσιο του πολιτικού φιλελευθερισμού που συνιστά τον πυρήνα του ευρωπαϊκού μοντέλου διακυβέρνησης.

Συμπερασματικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε θέλει ούτε μπορεί να μετεξελιχθεί σε ένα σύγχρονο πολιτικό φορέα που να αποδέχεται τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τις θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προέχει είναι η επιστροφή της χώρας στην πολιτική κανονικότητα – και αυτό προϋποθέτει την άμεση επιστροφή και μακρόχρονη παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση.

17 Μαΐου 2018

Κυβέρνηση τσαρλατάνων

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 17 Μαΐου 2018).

Όπως όλα δείχνουν, πάμε προς σχηματισμό κυβέρνησης στην Ιταλία. Η Λέγκα (πρώην του Βορρά), αδελφό κόμμα του γαλλικού Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν, και το Κίνημα Πέντε Αστέρων, που ίδρυσε ο κωμικός Μπέππε Γκρίλλο, οι δύο νικητές των εκλογών του περασμένου Μαρτίου, θα ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τι κοινό έχουν τα δύο κόμματα; Όχι πολλά. Απέχθεια για το «κατεστημένο», για την κεντροαριστερά, για την Τράπεζα της Ιταλίας, για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, για την Ευρώπη. Συμπάθεια για τη Ρωσία του Πούτιν. Και δίψα για εξουσία: μεγάλη και απροσχημάτιστη.

Φυσικά, επειδή οι δύο μελλοντικοί εταίροι δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον, συμφώνησαν να συνάψουν γραπτό σύμφωνο συμβίωσης, με (αντισυνταγματικές) διαδικασίες επίλυσης διαφωνιών. Και με κυβερνητικό πρόγραμμα: κατάργηση του νόμου για τις συντάξεις, πιο αναλογική φορολογία (ιδέα της Λέγκα), επίδομα 780 ευρώ σε εκατομμύρια ανέργους και υποαπασχολούμενους (ιδέα του Κ5Α). Πώς θα χρηματοδοτηθούν όλα αυτά; Προσχηματική απάντηση: Από την περικοπή των βουλευτικών αποζημιώσεων και των «χρυσών συντάξεων» (άνω των 5.000 ευρώ το μήνα), και από την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αληθινή απάντηση: Δεν θα χρηματοδοτηθούν. Θα αυξηθεί το έλλειμμα. Και όταν οι Βρυξέλλες τους ρωτήσουν τι σκέπτονται να κάνουν για να επαναφέρουν τα δημοσιονομικά υπό έλεγχο, θα καταγγείλουν την ανάμειξη στα εσωτερικά της χώρας. Εξ άλλου και τα δύο κόμματα έχουν στο παρελθόν υποστηρίξει την έξοδο από το ευρώ. Ο δε Γκρίλλο προχθές επανήλθε ζητώντας άμεσο δημοψήφισμα και διπλό νόμισμα. Κατά τα άλλα, άμεση επαναδιαπραγμάτευση των Συνθηκών της ΕΕ (δεν πρόκειται να συμβεί), άμεση εκτόπιση μεταναστών χωρίς χαρτιά (ιδέα της Λέγκα), και φυσικά άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας (ιδέα και των δύο).

Ποιες θα είναι οι συνέπειες από μια κυβέρνηση Λέγκα-Κ5Α; Νέα πτώση του διεθνούς κύρους της Ιταλίας, προς επιβεβαίωση του στερεότυπου των φανφαρόνων που δεν έχουν καταλάβει πόσο ανήμποροι είναι. Άνοδος των spreads των κρατικών ομολόγων, που σε μια χώρα με θηριώδες δημόσιο χρέος (το οποίο είχε συσσωρευθεί κυρίως στις δεκαετίες του ‘70 και του ’80) απειλεί να τινάξει στον αέρα τα δημοσιονομικά του κράτους. Ενίσχυση των θέσεων του Πούτιν, ο οποίος αποκτά νέο προγεφύρωμα – πέρα από τη μικρή και ασήμαντη Ελλάδα, ή τις «ανελεύθερες δημοκρατίες» της ανατολικής Ευρώπης. Στην καρδιά της δυτικής Ευρώπης αυτή τη φορά, σε ένα ιδρυτικό μέλος της ενωμένης Ευρώπης, σε μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Δικαιολογημένη, συνεπώς, η ανησυχία των πολιτικών ελίτ στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι, στο Βερολίνο (και στην Ουάσινγκτον, στο βαθμό που έχουν απομείνει εχέφρονες άνθρωποι εκεί). Φυσικά, η αδιαφορία της Ευρώπης (πλην Γερμανίας και Σουηδίας) για την ισόρροπη κατανομή των προσφύγων και των μεταναστών, οι οποίοι φτάνουν στην Ιταλία και παγιδεύονται εκεί, ή για μια οικονομική διακυβέρνηση στην Ευρωζώνη που να δίνει ελπίδες και μέλλον σε όλες τις χώρες, όχι μόνο σε εκείνες του Βορρά, συνέβαλαν καθοριστικά στην διάβρωση του φιλοευρωπαϊσμού στην Ιταλία, και στην αποτυχία των μεταρρυθμιστικών κυβερνήσεων που – παρά τα ελαττώμματά τους  - προσπάθησαν να βρουν λύσεις στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων.

Και τώρα; Δεν είναι δύσκολο να απαριθμήσει κανείς τις πολιτικές προϋποθέσεις για την εξουδετέρωση της ισχυρής πρόκλησης στην ευρωπαϊκή ομαλότητα που εκπροσωπεί μια κυβέρνηση Λέγκα-Κ5Α στην Ιταλία. Αλλαγή πορείας της ίδιας της Ευρώπης: νέα πολιτική για το μεταναστευτικό, νέα οικονομική διακυβέρνηση, κυρώσεις σε όσες κυβερνήσεις δεν σέβονται το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και στην Ιταλία: ανασυγκρότηση του χώρου αριστερά από το κέντρο, για την προγραμματική αντιπολίτευση στη διαφαινόμενη κυβέρνηση τσαρλατάνων, και για την προετοιμασία της επανόδου στην εξουσία στις επόμενες εκλογές. Το δύσκολο είναι να εντοπίσει κανείς τις πολιτικές δυνάμεις, και τους πολιτικούς ηγέτες, που θα φανούν αντάξιοι των περιστάσεων.