Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Αυγούστου 2025

Αντί για επιδόματα, αναπτυξιακή δημόσια πολιτική

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 24 Αυγούστου 2025).

Εδώ και αρκετά χρόνια, έχει επικρατήσει η ομιλία του εκάστοτε πρωθυπουργού στα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης να περιέχει εξαγγελίες νέων παροχών. Δεν ήταν πάντα έτσι: αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στο κείμενο της ομιλίας του Κώστα Σημίτη στις 7 Σεπτεμβρίου 1996, ακριβώς 15 μέρες πριν από τις εκλογές, όπου οι παρευρισκόμενοι αντί παροχολογίας έγιναν αποδέκτες μιας σφοδρής καταγγελίας της παροχολογίας, και της δημοσιονομικής ανευθυνότητας εν γένει.

Ως γνωστόν, η συνετή διαχείριση διήρκεσε όσο και οι κυβερνήσεις Σημίτη: από το 2004 η χώρα μπήκε στο δρόμο του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία: ενώ το 2009 το μέσο κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα ήταν μόλις 6% κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των (σημερινών) 27 κρατών μελών, το 2019 είχε φτάσει να είναι 34% χαμηλότερο, ενώ ακόμη και σήμερα παραμένει 29% κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ. Εν έτει 2025, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά την οιονεί χρεωκοπία, είμαστε μεν πλουσιότεροι από τη Βουλγαρία, και περίπου στο ίδιο επίπεδο με τη Λεττονία, αλλά φτωχότεροι από όλους τους άλλους Ευρωπαίους.

Θα περίμενε κανείς ότι μια τέτοια καθίζηση θα «εμβολίαζε» το πολιτικό σύστημα κατά της παροχολογίας. Αντιθέτως, και σε αυτό το θέμα συνέβη ό,τι συνέβη με το τέλος της πανδημίας, όταν η ευγνωμοσύνη μας για τους γιατρούς και τις νοσοκόμες (αλλά και για τους ντελιβεράδες, τους υπαλλήλους των σούπερ μάρκετ, και τους άλλους «εργαζόμενους πρώτης γραμμής») μεταβλήθηκε στη συνήθη αδιαφορία για τις αμοιβές τους και για τις συνθήκες εργασίας τους: με ευθύνη των πολιτικών, και με συνενοχή του Τύπου και των ψηφοφόρων, το πολιτικό σύστημα επανήλθε στην πεπατημένη.

Με την προηγούμενη κυβέρνηση, η παροχολογία (όπως και πολλά άλλα πεπραγμένα της) είχε κάτι το κωμικό: το περίφημο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», που εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας από το βήμα της ΔΕΘ στις 13 Σεπτεμβρίου 2014 (προτού δηλ. γίνει πρωθυπουργός), ήταν τόσο εκτός τόπου και χρόνου που μπήκε αμέσως στο αρχείο. Με τη σημερινή κυβέρνηση, η παροχολογία συνεχίζεται, αλλά χρηματοδοτείται από κοινοτικά κονδύλια, επιτρέποντας στη χώρα να παρουσιάζει αξιοζήλευτες δημοσιονομικές επιδόσεις.

Πρόκειται για πανούργα επιλογή – μόνο που τα εν λόγω κοινοτικά κονδύλια δεν διατίθενται στα κράτη μέλη για να τα μοιράζουν στους ψηφοφόρους αλλά για να αντιμετωπίσουν διαρθρωτικά προβλήματα. Οι πόροι της Κοινοτικής Αγροτικής Πολιτικής δίνονται για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, όχι για τον πλουτισμό απατεώνων με πολιτική κάλυψη. Οι πόροι του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάπτυξης στοχεύουν στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων, όχι στην επιδότηση μιας παρασιτικής βιομηχανίας εικονικής κατάρτισης. Οι πόροι του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης υπάρχουν για να διευκολύνουν την ενεργειακή μετάβαση κάνοντάς την πιο ομαλή και πιο δίκαιη, όχι για να επιδοτούμε το λογαριασμό του κλιματιστικού σε βίλες της Μυκόνου. (Το 2022 η Ελλάδα δαπάνησε για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης 5% του ΑΕΠ, πολύ περισσότερο από ό,τι κάθε άλλη χώρα της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Στη δεύτερη θέση, με μόλις 2,8% του ΑΕΠ, ισοβαθμούσαν η Ιταλία και η Πολωνία. Τα κοινοτικά κονδύλια κάλυψαν μεγάλο μέρος του κόστους των μέτρων, αλλά όχι το σύνολο: σχεδόν το μισό, ή 2,2% του ΑΕΠ, προήλθε από εθνικούς πόρους.)

Ακόμη και τα κοινωνικά επιδόματα πλησιάζουν το σημείο κορεσμού (ενώ οι συντάξεις το έχουν ξεπεράσει προ πολλού). Τα κενά κοινωνικής προστασίας ήταν κραυγαλέα προ κρίσης, συνεπώς η θεσμοθέτηση νέων ευρωπαϊκού τύπου προγραμμάτων υπήρξε επιβεβλημένη. Όμως ακόμη και εδώ, η χώρα δεν χρειάζεται νέες παροχές. Αυτό που χρειάζεται είναι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (και κυρίως θέσεις εργασίας) για τους ανέργους, προγράμματα κοινωνικής επανένταξης για τους δικαιούχους ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, αντί νέων επιδομάτων ενοικίου μια αποτελεσματική πολιτική για προσιτή κατοικία, και αντί voucher βρεφονηπιακούς σταθμούς υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους σε όλη την επικράτεια για όλα τα παιδιά που γεννιώνται στη χώρα μέχρι να πάνε στο νηπιαγωγείο.

Με άλλα λόγια, αυτό που χρειάζεται η οικονομία και η κοινωνία είναι μια αναπτυξιακή δημόσια πολιτική. Αυτό είναι το μέτρο με βάση το οποίο θα κριθεί η ομιλία του πρωθυπουργού το Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου.

1 Ιανουαρίου 2019

Φτώχεια και κοινωνική συνοχή

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας (Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιανουάριος 2019).

1.

Δέχτηκα την πρόσκληση να μιλήσω στο συνέδριο της ΝΔ, παρότι δεν ανήκω στο κόμμα αυτό, για δύο κυρίως λόγους.

Πρώτον, επειδή το μικρό ρεύμα της μεταρρυθμιστικής αριστεράς (από το οποίο προέρχομαι) και η μεγάλη φιλελεύθερη και συντηρητική παράταξη (που εκπροσωπείτε εσείς), παρά τις προφανείς διαφορές τους, σε κρίσιμες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας της χώρας βρέθηκαν στην ίδια πλευρά. Το Μάιο του 1979, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραφε στο Ζάππειο τη Συνθήκη Ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, δίπλα του στέκονταν ο Ηλίας Ηλιού και ο Λεωνίδας Κύρκος, ενώ τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ) διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας καταγγέλλοντας τη «φιέστα» και φωνάζοντας «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Μια γενιά αργότερα, τον Ιούνιο του 2015, βρεθήκαμε ξανά μαζί ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πλημμύρισαν την Πλατεία Συντάγματος με σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη». Όσα μας ενώνουν είναι σημαντικά: αυτά καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να συζητάμε πολιτισμένα για όσα μας χωρίζουν.

Δεύτερον, επειδή σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ΝΔ θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και θα σχηματίσει την επόμενη κυβέρνηση. Το ότι η ηγετική ομάδα που ετοιμάζεται να πάρει τις τύχες της χώρας στα χέρια της ενδιαφέρεται να ακούσει τις απόψεις ανθρώπων διαφορετικών πεποιθήσεων, στα θέματα της ειδικότητάς τους, δεν είναι απλώς κολακευτικό για τους ίδιους - είναι επίσης καλό σημάδι για τη χώρα. Βγαίνουμε από μια σκοτεινή περίοδο, δηλητηριώδους ρητορικής και πρωτοφανούς έκπτωσης του δημόσιου λόγου. Θα κάνει καλό στη δημοκρατία μας (θα κάνει σε όλους μας καλό) να στρέψουμε την προσοχή μας στα ζητήματα καθημερινής πολιτικής. Πολλοί τα θεωρούν «βαρετά», όμως ο ρόλος της πολιτικής δεν είναι ούτε να διασκεδάζει ούτε να δραματοποιεί: είναι να λύνει προβλήματα, κάνοντας καλύτερη τη ζωή των πολιτών.

Οπότε χαίρομαι πολύ που μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω σήμερα.

2.

Το θέμα μου είναι η φτώχεια και η κοινωνική συνοχή. Δεν θα μακρυγορήσω. Είναι γνωστό ότι την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Το βιοτικό επίπεδο υποβαθμίστηκε. Οι ανισότητες αυξήθηκαν – αλλά όχι πολύ, επειδή η κρίση έπληξε και την εύπορη μεσαία τάξη, αν και φυσικά ήταν πολύ πιο οδυνηρή για τους φτωχούς. Επίσης, σημειώθηκαν δραματικές ανακατατάξεις στην εισοδηματική πυραμίδα: βελτιώθηκε η σχετική θέση των ηλικιωμένων και των αγροτών, ενώ επιδεινώθηκε η θέση των ανέργων και των χαμηλομίσθων, ιδίως όσων ζουν στην Αθήνα.

Η κοινωνική πολιτική άργησε πολύ να ανταποκριθεί. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας - που η δουλειά του ήταν να μετριάσει την κάθετη πτώση των φτωχών και των ανέργων - απεδείχθη διάτρητο. Δεν χρειάζεται να αναφέρω πόσο καταστροφική για την κοινωνική συνοχή ήταν αυτή η αποτυχία, και πόσο συνέβαλε στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτείας. Από το 2013 και μετά, υπό την πίεση των δανειστών, πραγματοποιήθηκαν αξιόλογα βήματα εκσυγχρονισμού της κοινωνικής πολιτικής, έστω και καθυστερημένα. Δεν έχουμε όμως ακόμη αυτό που χρειαζόμαστε: ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που να προάγει την κοινωνική συνοχή και ταυτόχρονα να είναι συμβατό με μια δυναμική οικονομία.

Πολύ περιληπτικά, θα έλεγα ότι για να το αποκτήσουμε θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να κινηθούμε περίπου ως εξής:

Να επενδύσουμε στους νέους και στις οικογένειες τους: θέσεις στους βρεφονηπιακούς σταθμούς για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, γεύματα στα σχολεία για τους μαθητές δημοτικού, επιδότηση ενοικίου ή στεγαστικού δανείου για τα νέα ζευγάρια.

Να στρέψουμε το κέντρο βάρους από τις συντάξεις στις υπηρεσίες: η δωρεάν περίθαλψη και προγράμματα όπως το «Βοήθεια στο Σπίτι» έχουν συχνά μεγαλύτερη αξία για τους ηλικιωμένους και κοστίζουν λιγότερο στο κράτος.

Να χτίσουμε σε όσα θετικά έχουν γίνει στην επιδοματική πολιτική (πολύ θετικό ότι ο Πρόεδρος της ΝΔ τάχθηκε υπέρ του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης), και να προχωρήσουμε σε όσα εκκρεμούν από καιρό (απαράδεκτο ότι μόνο 1 στους 8 ανέργους λαμβάνει επίδομα ανεργίας).

3.

Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ανταγωνιστική τη σχέση της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική συνοχή. Ότι δηλαδή για να «τρέξει» γρηγορότερα η οικονομία θα πρέπει να αποδεχθούμε – προσωρινά έστω – κάποια έξαρση των κοινωνικών προβλημάτων. Ιδίως όταν έχει προηγηθεί μια περίοδος κατά την οποία βρεθήκαμε στο αντίθετο άκρο. Για παράδειγμα, η αφαίμαξη της οικονομίας με σκοπό τη χρηματοδότηση προεκλογικών παροχών αμφίβολης σκοπιμότητας, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, επιβραδύνει την ανάκαμψη της οικονομίας, διαιωνίζοντας την υψηλή ανεργία και δημιουργώντας τελικά περισσότερα κοινωνικά προβλήματα από όσα λύνει.

Όμως, εάν έχω καταλάβει κάτι όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με αυτά τα πράγματα είναι ότι δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Μια καλοσχεδιασμένη κοινωνική πολιτική δεν είναι βάρος για την οικονομία, αντίθετα τη βοηθά να λειτουργεί καλύτερα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο πλούσιες – και οι πιο ευτυχισμένες - χώρες του κόσμου, από την Ισλανδία έως τον Καναδά, έχουν εξαιρετικά (δημόσια) νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια. Αντίστροφα, μια οικονομία αγχωμένων ανθρώπων, σε μια αρρωστημένη κοινωνία, δεν είναι σε θέση να σημειώνει υψηλές αποδόσεις.

«Τι σχέση έχουν όλα αυτά με μας;» θα μου πείτε. «Ισλανδία είμαστε εμείς ή Καναδάς;» Δεν είμαστε, και ούτε έχει νόημα να προσπαθούμε να γίνουμε. Οι λύσεις που θα βρούμε πρέπει να είναι στα μέτρα μας. Αλλά σίγουρα δεν θα ειναι φτηνές.

Η επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας επείγει. Αλλά για να επουλωθούν οι πληγές της κρίσης, δεν φτάνει μόνο αυτή. Θα πρέπει να δημιουργηθούν πολλές και βιώσιμες θέσεις εργασίας, να βελτιωθούν οι εργασιακές σχέσεις και οι συνθήκες εργασίας, να ανέβουν σταδιακά οι αποδοχές των εργαζομένων.

Για να σταθούμε με αξιώσεις στον σύγχρονο κόσμο θα πρέπει να επενδύσουμε στο κυριότερο περουσιακό στοιχείο που διαθέτουμε (εκτός από τον ήλιο και τη θάλασσα): στις γνώσεις και στις δεξιότητες των ανθρώπων που κατοικούν αυτό τον τόπο – στην προσαρμοστικότητα, στην επινοητικότητα, στη δημιουργικότητά τους.

1 Νοεμβρίου 2018

Η ακραία φτώχεια

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στην εκδήλωση της Κίνησης Πολιτών για μια Ανοικτή Κοινωνία με θέμα «Οι νέες ανισότητες» (Αθήνα 18 Οκτωβρίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Νοέμβριος 2018).

1.

Μου ζητήθηκε να παρουσιάσω εν συντομία τα βασικά ευρήματα της μελέτης μας για την ακραία φτώχεια. Η μελέτη εκπονήθηκε για λογαριασμό της διαΝΕΟσις, με τη συνεργασία τριών νεαρών ερευνητριών: Χρύσα Λεβέντη (Πανεπιστήμιο Essex), Μαρία Φλεβοτόμου (Τράπεζα της Ελλάδος), Ελένη Καναβιτσά (Οικονομικό Πανεπιστήμιο). Οι δύο πρώτες εκπόνησαν τη διδακτορική τους διατριβή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, η τρίτη την εκπονεί τώρα.

Πώς εκτιμήσαμε το ποσοστό ακραίας φτώχειας; Θεωρήσαμε ότι το σχετικό όριο είναι ίσο με το κόστος απόκτησης του καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών που αντιστοιχεί στις ελάχιστες ανάγκες διαβίωσης μιας οικογένειας. Υπολογίσαμε το κόστος αυτό χωριστά για κάθε τύπο οικογένειας και για διαφορετικές τοποθεσίες. Για παράδειγμα, για μια τετραμελή οικογένεια που διέμενε στην Αθήνα και δεν βαρυνόταν με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου: €622 το μήνα (το 2016). Στη συνέχεια εκτιμήσαμε το ποσοστό του πληθυσμού που σύμφωνα με τα δεδομένα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (EU-SILC) εμφανίζει εισόδημα κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας (ανάλογα φυσικά με την τοποθεσία και τον τύπο οικογένειας). Το ποσοστό ακραίας φτώχειας είναι απλώς το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το κόστος απόκτησης του βασικού καλαθιού με τα απολύτως αναγκαία προς το ζην.

Πόσο ήταν αυτό το ποσοστό; Εκτιμήσαμε ότι ήταν χαμηλό προ κρίσης (2,2% το 2009), μετά αυξήθηκε απότομα (σε 17,1% το 2013), για να υποχωρήσει στη συνέχεια (σε 13,6% το 2016).

Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί σε σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο άτομα. Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν – με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία – να διατηρούν ακόμη ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες, είτε απλώς συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας απλήρωτους άλλους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια, κοινόχρηστα κτλ).

Ποιοι είναι οι «ακραία φτωχοί»; Οι ομάδες που πλήττονται μακράν περισσότερο είναι οι οικογένειες με αρχηγό άνεργο, καθώς και τα νοικοκυριά χαμηλής έντασης εργασίας. Κατά τα άλλα, οι οικογένειες με παιδιά αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ακραίας φτώχειας από ό,τι τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά. Επίσης από αυξημένο κίνδυνο ακραίας φτώχειας χαρακτηρίζονται οι οικογένειες που κατοικούν στις βόρειες ηπειρωτικές περιφέρειες, στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις, καθώς και τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Αντίθετα, σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική κατανομή, η ακραία φτώχεια κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα στην Κρήτη, στις νησιωτικές περιφέρειες, καθώς και στις αγροτικές περιοχές. Στον αντίποδα επίσης βρίσκονται επαγγελματικές ομάδες που εμφανίζονται ανεπηρέαστες από την παρατεταμένη οικονομική ύφεση και τα μέτρα λιτότητας, εξακολουθώντας να καταγράφουν πολύ χαμηλά ποσοστά ακραίας φτώχειας. Πρόκειται για τους υπαλλήλους Δημοσίου, ΔΕΚΟ και Τραπεζών, καθώς και τους ελεύθερους επαγγελματίες (ειδικά ιατρούς, νομικούς, μηχανικούς και δημοσιογράφους). Το ίδιο ισχύει για τα νοικοκυριά με δύο εργαζόμενους (ιδίως όταν είναι και οι δύο πλήρους απασχόλησης). Τέλος, πολύ χαμηλά εμφανίζονται τα ποσοστά ακραίας φτώχειας για τους συνταξιούχους και τους ηλικιωμένους.


2.

Πώς εξηγείται η εκτίμησή μας για το χαμηλό ποσοστό ακραίας φτώχειας των ηλικιωμένων (2,4% το 2016), καθώς και των συνταξιούχων ανεξαρτήτως ηλικίας (2,9%, έναντι 13,6% για το σύνολο του πληθυσμού); Πολύ απλά, επειδή ακόμη και η χαμηλότερη σύνταξη αρκεί για να καλύψει το κόστος απόκτησης των βασικών αγαθών που θεωρήσαμε απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα εισοδήματα των ηλικιωμένων έχουν υποστεί σημαντικές μειώσεις τα τελευταία χρόνια. Όμως, η θέση τους στην κατανομή εισοδήματος έχει βελτιωθεί. Γιατί συνέβη αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις περικόπηκαν λιγότερο από τους μισθούς. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις άλλες συντάξεις (και λιγότερο από τους κατώτατους μισθούς). Τρίτον, επειδή οι συντάξεις – έστω και μειωμένες - συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ βέβαια κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τους μισθούς όσων έχασαν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι συνταξιούχοι που βγήκαν πρόσφατα στη σύνταξη λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις από όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί στο πιο μακρινό παρελθόν.

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, το βασικό πρόβλημα των ηλικιωμένων δεν είναι το χαμηλό εισόδημα αυτό καθεαυτό. Είναι η υποβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης, που έχει αυξήσει το κόστος των φαρμάκων και της νοσηλείας, καθιστώντας το απαγορευτικό για τους οικονομικά αδύναμους. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το ποσοστό των ηλικιωμένων στο φτωχότερο 20% της κατανομής εισοδήματος οι οποίοι παρότι είχαν ανάγκη περίθαλψης δεν έκαναν χρήση των υπηρεσιών υγείας για οικονομικούς λόγους έφτανε το 30,0% το 2017 (έναντι 11,4% το 2010). Το ποσοστό αυτό ήταν μακράν το χειρότερο στην ΕΕ, ενώ ήταν υπερδεκαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (2,8%).


3.

Ενώ η θέση των ηλικιωμένων και των συνταξιούχων στην εισοδηματική πυραμίδα βελτιώθηκε, η θέση των ανέργων, των χαμηλομίσθων και των οικογενειών τους επιδεινώθηκε. Κατά συνέπεια, τα τελευταία χρόνια η σύνθεση του πληθυσμού των φτωχών έχει αλλάξει δραματικά.

Πώς ανταποκρίθηκε σε αυτή τη μεταβολή η πολιτική κατά της φτώχειας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν σημαντικά (αν και καθυστερημένα) βήματα εκσυγχρονισμού του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, και ευθυγράμμισης του εγχώριου κοινωνικού κράτους με τον ευρωπαϊκό κανόνα. Ενδεικτικά αναφέρω (α) τη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013, και την αύξησή του με αυστηρότερα εισοδηματικά κριτήρια από το 2018, (γ) την πιλοτική εφαρμογή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος το 2014 και ξανά το 2016, με γενικευμένη εφαρμογή του σε εθνική κλίμακα από το 2017, και (γ) τη νομοθετική πρόβλεψη για εισαγωγή επιδόματος στέγης για τους δανειολήπτες και ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος από το 2019.

Από την άλλη, διατηρούνται δραματικά κενά κοινωνικής προστασίας, με σημαντικότερο από όλα την απίστευτα χαμηλή κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας. Το 2010, όταν ο αριθμός των ανέργων ήταν ακόμη 639.000, οι δικαιούχοι του τακτικού επιδόματος ανεργίας ήταν 224.000 (ποσοστό κάλυψης 35%). Πέρυσι, οι άνεργοι έφταναν σε 1.030.000, αλλά ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας είχε μειωθεί σε 121.000 (ποσοστό κάλυψης 12%). Με άλλα λόγια, καθώς η ανάγκη για κοινωνική προστασία αυξανόταν, η εισοδηματική στήριξη των ανέργων υποχωρούσε. Η παρακμή των επιδομάτων ανεργίας – την εποχή που η ανάγκη για αυτά ήταν μεγαλύτερη παρά ποτέ – υπήρξε το χειρότερο παράδειγμα αταραξίας της κοινωνικής πολιτικής στις έκτακτες συνθήκες της κρίσης. Εν μέσω της εκκωφαντικής σιωπής των εγχώριων πολιτικών ελίτ, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, της δημόσιας διοίκησης, των εργατικών συνδικάτων, των εργοδοτικών οργανώσεων, των επιστημόνων, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης του Τύπου, ολόκληρης της κοινωνίας.


4.

Η παραπάνω ανάλυση υποδεικνύει τις κατευθύνσεις μιας κοινωνικής πολιτικής άξιας του ονόματός της:

- Κάλυψη των κενών του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, με προτεραιότητα στην εισοδηματική ενίσχυση των ανέργων και στην εφαρμογή του νόμου για τη θεσμοθέτηση επιδόματος στέγης.

- Προστασία των συντάξεων των φτωχών ηλικιωμένων, αλλά όχι αδιακρίτως όλων των παλαιών συνταξιούχων.

- Αναβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης των φτωχών ηλικιωμένων (και όλων όσων έχουν ανάγκη) σε φάρμακα και νοσηλεία.

- Προετοιμασία ενός πλέγματος κοινωνικών παροχών και υπηρεσιών που να συμβάλλει στην ανάκαμψη της οικονομίας αντί να τη δυσχεραίνει.

Όπως είναι προφανές, η δημόσια συζήτηση στη χώρα μας δεν ασχολείται με αυτά. Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τους πάντες είναι πώς δεν θα εφαρμοστεί η πρόβλεψη (νομοθετημένη από την κυβέρνηση) για την περικοπή της διαβόητης «προσωπικής διαφοράς», που επιτρέπει σε όσους πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη μέχρι το 2016 (προτού ψηφιστεί ο «Νόμος Κατρούγκαλου») να εξακολουθούν να εισπράττουν ποσά πολύ υψηλότερα από τις εισφορές που είχαν καταβάλει, και φυσικά πολύ υψηλότερα από τις συντάξεις όσων πρόκειται να βγουν στη σύνταξη από εδώ και πέρα.

Για αυτό άλλωστε, το προσχέδιο προϋπολογισμού που κατατέθηκε πρόσφατα προβλέπει δύο σενάρια. Το πρώτο είναι το «εθνικά υπερήφανο»: αφήνει όλες τις παλιές συντάξεις στην ησυχία τους, παραβαίνοντας τη δέσμευση για κατάργηση της προσωπικής διαφοράς που η ίδια η κυβερνητική πλειοψηφία ψήφισε. Βέβαια, επειδή η εθνική υπερηφάνεια έχει κόστος, μετά δεν θα περισσεύουν χρήματα για άλλα μέτρα, όπως π.χ. είναι το επίδομα στέγης που επίσης ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία. Το δεύτερο σενάριο είναι αυτό που θέλουν οι κακοί ξένοι και τα εγχώρια φερέφωνά τους: εφαρμογή των δεσμεύσεων που έχουν νομοθετηθεί, δηλ. μερική κατάργηση της προσωπικής διαφοράς (με πλαφόν μείωση 18%) και χορήγηση επιδόματος στέγης.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το προσχέδιο προϋπολογισμού περιλαμβάνει μια υποδειγματική ανάλυση των διανεμητικών επιπτώσεων των δύο σεναρίων. Το «εθνικά υπερήφανο» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο πλούσιους: όσους βρίσκονται στο πάνω μέρος της κατανομής εισοδήματος. Το «προδοτικό» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο φτωχούς: όσους βρίσκονται στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κατανομής. 

Σε μια νορμάλ χώρα, η συζήτηση για το ποιο από τα δύο σενάρια πρέπει να εφαρμοστεί θα σταματούσε κάπου εδώ. Στη χώρα μας, τίποτε δεν φαίνεται να ταράζει την εθνική ομοψυχία – για τη λάθος επιλογή.

30 Απριλίου 2018

Ανισότητα και φτώχεια: Η σύνθετη εικόνα και τα μεγαλύτερα θύματα

Σχόλιο στο ρεπορτάζ του Γιάννη Παλαιολόγου με τίτλο «Ανισότητα και φτώχεια: Αφόρητες πιέσεις σε ένα διάτρητο δίχτυ ασφαλείας (6)». Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Δευτέρα 30 Απριλίου 2018).

Σύμφωνα με ένα αρκετά διαδεδομένο κλισέ, «τα Μνημόνια αύξησαν τις ανισότητες»: «οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι, και οι πλούσιοι πλουσιότεροι». Έτσι είναι; Και ναι και όχι.

Κατ’ αρχάς, είναι αλήθεια ότι στα πρώτα χρόνια της κρίσης οι εισοδηματικές ανισότητες αυξήθηκαν, ενώ στη συνέχεια σταθεροποιήθηκαν σε αυτό το υψηλότερο επίπεδο. Όμως η αύξηση της ανισότητας ήταν μικρή, και οπωσδήποτε μικρότερη από το αναμενόμενο, σε μια χώρα που σε λίγα χρόνια έχασε το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος.

Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν ανάλογα με την πηγή και τον δείκτη που χρησιμοποιείται. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα, ενώ το 2009 το συνολικό εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,8 φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του φτωχότερου 20%, το 2016 η αναλογία αυτή είχε γίνει 6,6. Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι αρκετά χαμηλότερος: 5,2 το 2016 (έναντι 4,9 το 2009).

Πρόκειται ασφαλώς για ανησυχητική εξέλιξη. Απέχει όμως πολύ από το να θεωρείται καταστροφική. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι και το 1997 η αναλογία εισοδήματος πλουσίων-φτωχών πάλι 6,6 ήταν. Ο άλλος δείκτης ανισότητας, ο συντελεστής Gini, το 2016 είχε φτάσει στα επίπεδα του 2006, στα ανέμελα δηλαδή χρόνια της αστακομακαρονάδας.

Εάν δούμε προσεκτικά τα δεδομένα θα διαπιστώσουμε ότι η αύξηση της ανισότητας είναι συνδυαστικό αποτέλεσμα πολλών και συχνά απρόσμενων μεταβολών. Κάποιοι ανεβαίνουν μερικά σκαλοπάτια στην εισοδηματική κλίμακα είτε επειδή το εισόδημά τους αυξήθηκε είτε επειδή μειώθηκε λιγότερο από ό,τι των υπολοίπων (η περίπτωση των ηλικιωμένων τα τελευταία χρόνια). Κάποιοι κατεβαίνουν (η περίπτωση των ανέργων). Άλλοι βρέθηκαν στα ψηλά (ή στα χαμηλά) κατά τύχη (ή ατυχία), επειδή π.χ. το 2009 ήταν ιδιαίτερη καλή (ή κακή) χρονιά.

Η τελευταία μελέτη μας παρακολουθεί τις εισοδηματικές μεταβολές ενός σταθερού δείγματος νοικοκυριών την περίοδο 2009-2012. Τα πρώτα αποτελέσματα προκαλούν έκπληξη. Όσοι βρίσκονταν στο φτωχότερο 10% το 2009 είδαν το πραγματικό τους εισόδημα να αυξάνεται σημαντικά (22% κατά μέσο όρο) τα επόμενα χρόνια της βαθιάς οικονομικής ύφεσης. Δύο στους τρεις ανέβηκαν εισοδηματικό κλιμάκιο. Αντίθετα, όσοι ήταν στο φτωχότερο 10% της εισοδηματικής κατανομής το 2012 είχαν φτωχύνει δραματικά σε σχέση με το 2009 (μέση μείωση πραγματικού εισοδήματος 71%). Δύο στους τρεις βρέθηκαν εκεί έχοντας κατέβει κλιμάκιο, αρκετοί ανήκαν στα μεσαία στρώματα προ κρίσης. Το αντίστροφο συνέβη με τους πλούσιους: όσοι το 2009 ήταν στο υψηλότερο τμήμα της κατανομής εισόδήματος έχασαν έδαφος, όσοι βρέθηκαν εκεί το 2012 κέρδισαν πολύ. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στις άλλες χώρες της Ν. Ευρώπης.

Συνεπώς όχι, δεν ισχύει ότι «οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι». Και τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα επλήγησαν από την κρίση. Ισχύει όμως ότι οι φτωχοί του σήμερα είναι φτωχότεροι παρά ποτέ. Ισχύει επίσης ότι δεν είναι ίδιοι με τους φτωχούς του χθες: όλο και πιο σπάνια αγρότες και συνταξιούχοι, όλο και πιο συχνά οικογένειες ανέργων στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις. Σε μια χώρα με 1 εκατομμύριο ανέργους, εκ των οποίων εισπράττουν επίδομα ανεργίας λίγο πάνω από 100 χιλιάδες. Αυτή ναι: η συλλογική μας αποτυχία να φροντίσουμε τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης είναι η καταστροφική εξέλιξη των τελευταίων χρόνων.

5 Απριλίου 2015

Η ιστορία θα τους κρίνει αυστηρά

Συνέντευξη στην Αγγελική Σπανού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Free Sunday» (Κυριακή 5 Απριλίου 2015)

Για ποιο λόγο βρίσκεστε στην Καλιφόρνια;

Βρίσκομαι στις ΗΠΑ από τα μέσα του περασμένου Σεπτεμβρίου, ως υπότροφος του ιδρύματος Fulbright, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μου άδειας από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου ήμουν επισκέπτης στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Harvard. Από τότε και μετά, στο Κέντρο Δίκαιης Ανάπτυξης του Berkeley.

Σας λείπει η πατρίδα;

Η πατρίδα, όχι. Οι πολλοί αγαπημένοι μου άνθρωποι που ζουν εκεί, ναι.

Βλέποντας την ελληνική κατάσταση από την απόσταση που υποβάλλει η φυσική απομάκρυνση, σε τι συμπέρασμα καταλήγετε για την πορεία μας;

Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι ότι βρισκόμαστε επικίνδυνα κοντά, όχι απλώς σε μια καταστροφική εξέλιξη (όπως θα ήταν η έξοδος από τη ζώνη του ευρώ και ενδεχομένως και από την ΕΕ), αλλά σε μια πορεία παρακμής που θα κρατήσει δεκαετίες, ίσως αιώνες. Η ιστορία είναι γεμάτη από χώρες που ήκμασαν, και μετά παρήκμασαν επειδή δεν μπόρεσαν να βρουν τον βηματισμό τους σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η Ελλάδα έχει ήδη περάσει από αυτή τη φάση. Η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δικαίως μας κάνει περήφανους, αλλά πολύ συχνά μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο με παραμορφωτικούς φακούς. Δεν πρόκειται να πάμε πολύ μακριά «τρώγοντας από τα έτοιμα», ως ραντιέρηδες περασμένων μεγαλείων, θεωρώντας ότι όλοι οι υπόλοιποι μας οφείλουν. Ήδη το ότι στα πρώτα 150 χρόνια της μοντέρνας ιστορίας μας ξεφύγαμε από την υπανάπτυξη, την πολιτική αστάθεια, τις αδελφοκτόνες συγκρούσεις, και πήραμε κάρτα μέλους ενός από τα πιο exclusive club του κόσμου (της ΕΟΚ/ΕΕ) είναι ένα θαύμα που πραγματοποιήθηκε με την επιμονή και τη σκληρή δουλειά πολιτικών ηγετών που έβλεπαν μακριά, και ευρωπαίων φίλων μας που ήταν διατεθειμένοι να μας στηρίξουν. Το ότι εξέχουσες προσωπικότητες της σημερινής κυβέρνησης περιφρονούν αυτό το μνημειώδες ιστορικό επίτευγμα μου προξενεί κατάπληξη (και τρομερή ανησυχία). Θα έπρεπε να αναλογιστούν ότι τέτοια θαύματα δεν συμβαίνουν συχνά.

Γράψατε ότι η ρήξη με την ΕΕ αυτή τη φορά μπορεί να είναι και οριστική. Το φοβάστε ή το βλέπετε να έρχεται;

Δεν ξέρω αν η οριστική ρήξη είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο. Αλλά βλέπω τις πιθανότητες να αυξάνονται επικίνδυνα. Ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα αμείλικτο δίλημμα. Ή να επιμείνουν στις ονειροφαντασίες ότι υπάρχει για την Ελλάδα ένας άλλος, καλύτερος δρόμος, εκτός Ευρώπης. Ή να παραδεχθούν – πρώτα πρώτα στους εαυτούς τους – ότι η εμπρηστική ρητορική των τελευταίων 5 ετών, αυτή η ίδια που τους έφερε στην εξουσία, βασίστηκε ουσιαστικά σε μια θεμελιωδώς εσφαλμένη ανάγνωση της ελληνικής κρίσης. Ότι τα προβλήματά μας δεν άρχισαν το 2010 αλλά πολύ νωρίτερα, όταν τέθηκαν τα θεμέλια του δημοσιονομικού εκτροχιασμού του 2009. Ότι η κυβέρνηση Καραμανλή, με τα στελέχη της οποίας η σημερινή κυβέρνηση διατηρεί τόσο τρυφερή σχέση, ήταν – μέχρι στιγμής – η καταστροφικότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης (με τις ευλογίες της αντιπολίτευσης που ζητούσε ακόμη περισσότερους διορισμούς στο Δημόσιο, ακόμη μεγαλύτερες αποζημιώσεις στους αγρότες,  ακόμη χαμηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, ακόμη χαμηλότερους φόρους). Ότι η κυβέρνηση ΓΑΠ έχει τεράστιες ευθύνες (κυρίως επειδή δεν θέλησε και δεν μπόρεσε να αναμετρηθεί με την άλωση του κράτους, που εξασφάλισε την τριακονταετή κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ, και που μετά έφερε την αναπόφευκτη πτώση του), αλλά ότι η υπογραφή του μνημονίου ήταν αναγκαστική. Και να χαράξουν, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους μας, ένα σχέδιο επανεκκίνησης της οικονομίας, αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής και επαναφοράς της πολιτικής σταθερότητας. Εάν κάνουν αυτή την δεύτερη επιλογή, οι σημερινοί πολιτικοί τους αντίπαλοι – ιδίως από τον προοδευτικό χώρο – θα πρέπει να είναι έτοιμοι να τους συγχωρήσουν τη δηλητηρίαση του πολιτικού κλίματος (και τις προσβολές) των τελευταίων χρόνων, και να συμβάλουν στην επιστροφή στην ομαλότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι η προσγείωση στην πραγματικότητα απαιτεί γενναιότητα. Το να παραδεχθείς ότι όσα έλεγες ήταν ασυναρτησίες (εκλογικά πολύ επικερδείς ασυναρτησίες), δεν είναι εύκολο. Εκεί εντοπίζεται ο μεγάλος κίνδυνος. Είμαι φανερό ότι πολλά στελέχη της σημερινής κυβέρνησης δυσκολεύονται να λύσουν δημιουργικά αυτή την ασυμβατότητα μεταξύ της πραγματικότητας και των αντιλήψεών τους. Προτιμούν λοιπόν να συνεχίσουν να φαντασιώνονται ηρωϊκές ρήξεις, πιστεύοντας ότι έτσι θα είναι συνεπείς με τους εαυτούς τους και τους ψηφοφόρους τους. Πλανώνται πλάνην οικτρά. Αρκετοί (από ιδιοτέλεια ή από ανοησία) θα τους χειροκροτήσουν. Όμως η ιστορία θα τους κρίνει με απέραντη αυστηρότητα.

Τι μας συμβαίνει; Γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να βγούμε από τον λάκκο στον οποίο πέσαμε;

Νομίζω ότι είμαστε παγιδευμένοι σε μια απόλυτα αντιπαραγωγική αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σταθερή ισορροπία. Από τη μια, σε στιγμές ειλικρίνειας, οι περισσότεροι από εμάς (εκτός από τους εντελώς ψεκασμένους) παραδεχόμαστε τα τόσα και τόσα στραβά που υπάρχουν στον τόπο μας, από το πώς λειτουργούν τα σχολεία και τα νοσοκομεία μας μέχρι τη διάχυτη διαφθορά στο κράτος και την αγορά. Μόνοι μας τα κάναμε όλα αυτά, είτε απευθείας, είτε μέσω εκπροσώπων: των πολιτικών που ψηφίζαμε, και που ψηφίζουμε ακόμη. Από την άλλη, φοβόμαστε τις αλλαγές, προτιμάμε να ρίχνουμε το φταίξιμο σε άλλους, δεν θέλουμε να ξεβολευτούμε, δεν πιστεύουμε ότι η θυσία μέρους «των κεκτημένων» μας μπορεί να φέρει ένα καλύτερο μέλλον για εμάς τους ίδιους και τα παιδιά μας.

Ούτε ο φόβος για το μέλλον και τις αλλαγές ούτε η βαθιά ριζωμένη δυσπιστία αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Και σίγουρα δεν θα αλλάξουν ποτέ, εάν πρώτα οι πολίτες δεν δουν μια αξιόπιστη πολιτική πρόταση, ένα ρεαλιστικό σχέδιο σαν αυτό που περιγράφω παραπάνω, με στόχο την επανεκκίνηση της οικονομίας, την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής και την επαναφορά της πολιτικής σταθερότητας, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους μας.

Υπάρχει τρόπος να αναστραφεί η δυναμική που έχει διαμορφωθεί;

Ναι, αλλά δεν είναι εύκολος. Επί 5 χρόνια η πλειοψηφία της κοινής γνώμης απέρριψε την επώδυνη αυτογνωσία (προϋπόθεση για να μπορέσουμε να λύσουμε τα προβλήματά μας), προτιμώντας αντίθετα να επιβραβεύσει όσους υπόσχονταν φύκια και μεταξωτές κορδέλες. Τώρα μας δίνεται μια νέα ευκαιρία να κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ο εύκολος δρόμος που μας υποσχέθηκαν («σκίζουμε τη μνημόνιο και συνεχίζουμε όπως πριν») είναι απατηλός, και οδηγεί σε αδιέξοδο. Και ότι εάν δεν το πάρουμε απόφαση να λύσουμε τα χρόνια προβλήματά μας (επειδή πρέπει, όχι επειδή μας υποχρεώνουν άλλοι), δεν υπάρχει σωτηρία.

Γιατί οι δυνάμεις που θέλουν τον εκσυγχρονισμό και τον ουσιαστικό εξευρωπαϊσμό δεν μπορούν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους;

Γιατί είναι λίγες και αδύναμες. Οι φυσικοί υπερασπιστές του εκσυγχρονισμού και του εξευρωπαϊσμού είναι οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλδημοκράτες και οι δημοκράτες αριστεροί. Τα στηρίγματά τους στην οικονομία και στην κοινωνία είναι οι δυναμικές επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, καθώς και οι μετριοπαθείς συνδικαλιστικές οργανώσεις που υπερασπίζονται το μερίδιο των εργαζομένων στους καρπούς της ανάπτυξης χωρίς να υπονομεύουν την ίδια την ανάπτυξη. Στη σημερινή Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες επιχειρήσεις και οργανώσεις.

Αυτό όμως είναι η μισή μόνο αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι φιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες και δημοκράτες αριστεροί δεν κατάφεραν να αλλάξουν τα κόμματα στα οποία πολιτεύτηκαν, ούτε να αφήσουν το αποτύπωμά τους στις εξελίξεις, και έτσι αναπόφευκτα απογοήτευσαν όσους πίστεψαν σε αυτούς.

Έχετε ασχοληθεί πολύ με το ζήτημα της φτώχειας. Με τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε η κυβέρνηση για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης να αισιοδοξούμε ότι θα υπάρξουν αποτελέσματα;

Τα μέχρι τώρα μέτρα είναι πίσω όχι μόνο από τις κοινωνικές ανάγκες, ούτε απλώς από τις προεκλογικές εξαγγελίες, αλλά πίσω ακόμη και από τα μέτρα που επίμονα ζητούσε η τρόικα εξαρχής, και (απρόθυμα) τελικά άρχισε να εφαρμόζει η προηγούμενη κυβέρνηση. Εάν κάτι μας δείχνει αυτό, είναι ότι και για τη σημερινή κυβέρνηση, παρά τη ρητορεία περί ανθρωπιστικής κρίσης, προτεραιότητα εξακολουθούν να έχουν οι πελάτες του πολιτικού συστήματος: δικαστές, στρατιωτικοί, φαρμακοποιοί, απολυμένοι Δημοσίου, υπάλληλοι ΔΕΚΟ και λοιποί αναξιοπαθούντες. Οι φτωχοί και οι άνεργοι έρχονται πολύ μετά. Συνεπώς, με την αντιμετώπιση των δικών τους αναγκών δεν ασχολείται στα σοβαρά κανένας υπουργός.

9 Μαρτίου 2015

Η αντιμετώπιση της «ανθρωπιστικής κρίσης» και άλλα παραμύθια ...

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015)

Το νέο επεισόδιο της δημοφιλούς σειράς «Λέμε και καμμιά σαχλαμάρα να περνάει ώρα», παραγωγής Μαξίμου, έχει ως θέμα τα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Πρόκειται δηλαδή εκτάκτως για συμπαραγωγή Μαξίμου-ΥπΟικ-ΥπΕργ.

Σύντομη περίληψη των προηγουμένων.

Μάρτιος 2012: Στην έκθεσή του για την αίτηση της ελληνικής κυβέρνησης για επέκταση του Μνημονίου, το ΔΝΤ μιλά για την ανάγκη θεσμοθέτησης ενιαίου προγράμματος ελάχιστου εισοδήματος «το οποίο θα λειτουργεί με εισοδηματικά κριτήρια και θα απευθύνεται στο χαμηλότερο 20% της κατανομής εισοδήματος (χρησιμοποιώντας αντικειμενικά κριτήρια για τον έλεγχο της φοροδιαφυγής και της απόκρυψης εισοδήματος)».

Ιούνιος 2012: Στο προεκλογικό του πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει «μέρος των πόρων του ΕΣΠΑ να διατεθεί για τη χρηματοδότηση ενός ειδικού προγράμματος καταπολέμησης της ακραίας φτώχειας, με τη θεσμοθέτηση ενός ελαχίστου εγγυημένου επιπέδου διαβίωσης».

Ιούνιος-Νοέμβριος 2012. Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (και ΔΗΜΑΡ, που προεκλογικώς είχε επίσης εξαγγείλει «σχεδιασμό και σταδιακή εφαρμογή του ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος μέχρι το τέλος του 2013») δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Ούτε να πιέζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η χώρα ασχολείται με πιο σοβαρά θέματα (όπως π.χ. με το επίδομα γάμου δημοσίων υπαλλήλων).

Νοέμβριος 2012. Το πακέτο μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής προβλέπει δαπάνη 20 εκατ. ευρώ για την πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε δύο περιοχές της χώρας από τον Ιανουάριο 2014. Άλλα 350 περίπου εκατ. ευρώ προβλέπεται να διατεθούν τη διετία 2013-2014 για το νέο ενιαίο επίδομα τέκνων, για το επίδομα ανεργίας αυτοαπασχολουμένων, και για την επέκταση του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας. Όπως γράφαμε αλλού, too little too late – αλλά τουλάχιστον έγινε μια αρχή.

Νοέμβριος 2012-Οκτώβριος 2014. Το αρμόδιο υπουργείο (εκτός από την ανάθεση μελετών σε «ημέτερους») δεν κάνει καμμιά απολύτως προετοιμασία για την πιλοτική εφαρμογή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιέζει για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η οποία κατά τα άλλα μαίνεται. Ο πανούργος υπολογισμός του Στρατούλη και των άλλων υπευθύνων (τρόπος του λέγειν) φαίνεται να είναι «Γιατί να καρπωθεί την επιτυχία ο Σαμαράς;». Ο οποίος Σαμαράς ασχολείται και αυτός με άλλα σοβαρότερα θέματα (βιάζεται να διώξει πρώτος την Τρόικα).

Οκτώβριος 2014. Απρόθυμα, μετά από μύριες παλινωδίες, χάρη στην πίεση της Τρόικας (κυρίως της ΕΕ), και με τεχνική βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας (όπως συνηθίζεται στις αναπτυσσόμενες χώρες), ξεκινά επιτέλους η πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, σε 13 αντί για 2 περιοχές (να μην μείνουν παραπονεμένοι οι βουλευτές). Διά στόματος Στρατούλη, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει την κυβέρνηση που εφαρμόζει την προεκλογική πρότασή του: «Η τρόικα και η κυβέρνηση αδυνατούν να καταλάβουν ότι ο λαός και η νεολαία απαιτούν εργασία με αξιοπρεπείς μισθούς για όλους και, κυρίως, γενναίες κοινωνικές πολιτικές και όχι ψίχουλα κρατικής φιλανθρωπίας, για να αντιμετωπιστεί η ανθρωπιστική κρίση που προκάλεσαν οι ανθρωποκτόνες πολιτικές τους». Σπουδαία λόγια.

Ιανουάριος 2015. Ο πρώην μεγαλοσυνδικαλιστής του ΟΤΕ γίνεται υφυπουργός Εργασίας. Ενώ οι Τσίπρας και Βαρουφάκης, σε μια περήφανη επίδειξη αξιοπρέπειας, περιφέρονται στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με το χέρι απλωμένο για να μπορέσουμε επιτέλους να αντιμετωπίσουμε – τι άλλο; - την ανθρωπιστική κρίση, το υπουργείο αποφασίζει να σταματήσει την πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Λογικό. Να σκεφτούν λίγο οι άνθρωποι τι μέτρα θα πάρουν. «Δικαίωμα», που λέμε στην πόκα.

Φεβρουάριος 2015. Στο περίφημο email Βαρουφάκη προς το Eurogroup (23 Φεβρουαρίου 2015), «η ελληνική κυβέρνηση επιβεβαιώνει το σχέδιό της να αξιολογήσει το πιλοτικό πρόγραμμα για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα με στόχο την επέκτασή του σε πανελλαδική βάση». («Ποιο σχέδιο» θα μου πείτε, αλλά εκεί θα τα χαλάσουμε τώρα;)

Μάρτιος 2015. Κατατίθεται το νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση – ναι! – της ανθρωπιστικής κρίσης. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε άσχετες διατάξεις για διορισμούς «ημετέρων», διαβάζουμε επιτέλους τα φοβερά και τρομερά μέτρα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την επούλωση των πληγών του Μνημονίου.

Λοιπόν έχουμε και λέμε.

Δωρεάν ρεύμα έως 300Kw σε 150.000 νοικοκυριά που χρωστάνε στη ΔΕΗ.

Επίδομα ενοικίου από 70 έως 220 ευρώ για 30.000 νοικοκυριά (πληρωτέο κατευθείαν στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, ενδιαφέρον αυτό).

Επίδομα σίτισης για 300.000 νοικοκυριά (αξίας 100 ευρώ κατά Βαρουφάκη, από 70 έως 220 ευρώ κατά Φωτίου) μέσω κάρτας, αν ποτέ φτιαχτεί το σύστημα.

Συνολικό κόστος 200 εκατ. ευρώ.

«Wow!» που θα έλεγε και κάποιος. Αυτές είναι παροχές. Όχι τα ψίχουλα κρατικής φιλανθρωπίας των 400 ευρώ το μήνα ανά νοικοκυριό (ζευγάρι με δύο παιδιά) που έδινε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα της μισητής Τρόικας και της προσκυνημένης κυβέρνησης.

Για το ίδιο το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα κουβέντα. («Θα το σκεφτούμε, χαλαρά, μη μας πιέζετε τώρα.»)

Όσο για τα θύματα της ανθρωπιστικής κρίσης, όταν χορτάσουν αξιοπρέπεια, θα χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο που δεν φρόντισαν να βάλουν κι εκείνοι μέσο για να μπουν στη ΔΕΗ εγκαίρως ...

29 Δεκεμβρίου 2014

Κρίση, ανάκαμψη, και Άγιος Βασίλης

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014)

Η χρονιά που πέρασε ίσως αποδειχθεί σημαδιακή. Το εθνικό εισόδημα, μετά από μια πτώση της τάξης του 24% (χωρίς ιστορικό προηγούμενο με εξαίρεση τη Μεγάλη Ύφεση του 1929-1932 στις ΗΠΑ), σταμάτησε να μειώνεται και μπορεί φέτος να σημειώσει ελαφρά άνοδο. Η ανεργία, αφού έφτασε το 28% το φθινόπωρο του 2013, φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί γύρω στο 26%. Ίσως λοιπόν τα χειρότερα να είναι πίσω μας. Εξ άλλου, όλες οι κρίσεις κάποτε τελειώνουν, μερικές φορές από καθαρή εξάντληση.

Ίσως όμως και όχι. Οι εισοδηματικές ανισότητες έχουν επιδεινωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν συνέβη επειδή οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι (για τα περισσότερα μέλη των εύπορων στρωμάτων ισχύει το αντίθετο), αλλά επειδή οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι. Για τα χαμηλά εισοδήματα, το σύστημα κοινωνικής προστασίας απέτυχε να μετριάσει τις συνέπειες της ανεργίας, των περικοπών των αποδοχών (ή της μείωσης των εσόδων για τους ελεύθερους επαγγελματίες). Πράγματι, το ελληνικό κράτος πρόνοιας, πανάκριβο και αναποτελεσματικό πριν την κρίση, έχει γίνει στο μεταξύ λιγότερο ακριβό και – παρά κάποιες βελτιώσεις – περισσότερο αναποτελεσματικό. Στο μεταξύ, ένα «νέο κοινωνικό ζήτημα» έχει κάνει την εμφάνισή του. Ένας μεγάλος αριθμός ανέργων, συχνά με οικογένεια και παιδιά, έχει πλέον μείνει χωρίς κανένα επίδομα, και χωρίς βιβλιάριο ασθένειας.

Σαν να μην ήταν αρκούντως ανησυχητικά όλα αυτά, φαίνεται ότι θα δυσκολευτούμε να απαλλαγούμε από τη βαριά κληρονομιά που αφήνει πίσω της η κρίση. Οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις κάνουν λόγο για αργή ανάκαμψη, με την ανεργία να παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα για τα επόμενα χρόνια. Με αυτά τα δεδομένα, κινδυνεύουμε να μπούμε σε έναν οδυνηρό φαύλο κύκλο, όπου οι κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης υπονομεύουν την πολιτική σταθερότητα, η πολιτική αστάθεια απειλεί τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης, η αναιμική ανάπτυξη – ή, ακόμη χειρότερα, μια νέα βουτιά της οικονομίας – παράγει και άλλη ανεργία και φτώχεια, συνεπώς μια νέα φάση πολιτικής αναταραχής κ.ο.κ.

Το ερώτημα είναι: μπορούμε να βγούμε από έναν τέτοιο φαύλο κύκλο; και αν ναι, πώς;

Ομολογώ ότι δεν πιστεύω στο «Θεό της Ελλάδας», ούτε μου φαίνεται τόσο καλή ιδέα να εμπιστευόμαστε το μέλλον μας σε αυτόν. Ίσως είναι προτιμότερο να ζητήσουμε ένα δώρο από τον Άγιο Βασίλη – αν και, μετά, θα πρέπει και εμείς να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πιάσει τόπο.

Το δώρο που θα ζητούσα λοιπόν από τον Άγιο Βασίλη για λογαριασμό της χώρας μου είναι να βάλει το χέρι του να δημιουργηθούν κάθε χρόνο (επί 10+ χρόνια) 100.000 θέσεις εργασίας. Και μάλιστα όχι οποιεσδήποτε: καλές δουλειές, με αξιοπρεπείς μισθούς, σε ένα περιβάλλον συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού – για ανθρώπους που έχουν όρεξη να δουλέψουν, όχι να οχυρωθούν πίσω από την ασφάλεια μιας σύμβασης.

Πώς θα γίνει αυτό; Μπορώ να σας πω πώς δεν θα γίνει. Η ανεργία δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να αντιμετωπιστεί με μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο. Όχι ότι δεν υπάρχουν ανάγκες και εκεί. Υπάρχουν – αλλά μπορούν και πρέπει να καλυφθούν από εσωτερικές μετακινήσεις, με τη μεταφορά θέσεων εργασίας από οργανισμούς χωρίς αντικείμενο σε επιλεγμένους τομείς του Δημοσίου (όπως είναι η φροντίδα ηλικιωμένων ή οι παιδικοί σταθμοί). Η δημιουργία άχρηστων θέσεων εργασίας (που αναπόφευκτα θα καλυφθούν κυρίως από όσους έχουν τις καλύτερες διασυνδέσεις με την όποια εξουσία) δεν είναι η λύση που θα μας βγάλει από την κρίση, είναι ένα από τα προβλήματα που μας οδήγησαν σε αυτήν.

Ούτε πρόκειται να βελτιωθούν οι αποδοχές των εργαζομένων επειδή απλώς κάποια κυβέρνηση θα αποφασίσει να ανακοινώσει αυξήσεις. (Εάν ήταν έτσι, θα το είχαν σκεφτεί όλες οι άλλες κυβερνήσεις.) Για να αυξηθούν οι μισθοί ταυτόχρονα με την απασχόληση θα πρέπει προηγουμένως να συμβούν δύο πράγματα. Πρώτον, θα πρέπει να βελτιωθούν οι εργασιακές σχέσεις στον επιχειρηματικό τομέα – δηλ. να αποκατασταθεί ένα κλίμα διαλόγου και εμπιστοσύνης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας. Και δεύτερον, θα πρέπει η οικονομία να μπει σε μια σταθερή διαδρομή διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Για αυτό, η μόνη μας ελπίδα είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν σε χιλιάδες επιχειρήσεις να ανθίσουν, να είναι κερδοφόρες, να παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες που οι καταναλωτές (ει δυνατόν στις διεθνείς αγορές) να θέλουν να αγοράσουν, να δημιουργούν θέσεις εργασίας, να σέβονται τους εργαζόμενους, να πληρώνουν καλούς μισθούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα θα το λύσει μόνη της η αγορά. Αντίθετα, η ανάδειξη ενός ισχυρού επιχειρηματικού τομέα, με εξαγωγικό προσανατολισμό, όπου η αύξηση της κερδοφορίας δεν θα είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων καλών θέσεων εργασίας τα επόμενα χρόνια, προϋποθέτει μεταρρυθμίσεις παντού. Για τη σύνδεση της έρευνας και της εκπαίδευσης με την παραγωγή. Για την εξάλειψη των μονοπωλίων στις αγορές προϊόντων. Για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Για την τραπεζική πίστη. Για τη φορολογία. Για τη δημόσια διοίκηση. Καθώς και για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής, που δεν προσβάλλουν απλώς την απαίτηση για ισονομία, αλλά καθηλώνουν επίσης την οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις.

Όλα αυτά δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη – και, φυσικά, δεν γίνονται καθόλου εάν κινούμαστε σε λάθος κατεύθυνση. Εν τω μεταξύ, θα πρέπει κάπως να αντιμετωπίσουμε το «νέο κοινωνικό ζήτημα» στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Αυτό είναι το δεύτερο δώρο που θα ζητούσα από τον Άγιο Βασίλη. Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με στόχο τη δημόσια εγγύηση μιας ελάχιστης δέσμης εισοδηματικών ενισχύσεων και κοινωνικών υπηρεσιών. Με ουσιώδη περίθαλψη, παιδική φροντίδα, σχολικά γεύματα, βασικές συντάξεις, ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, στήριξη εισοδήματος των ανέργων. Πράγμα που απαιτεί αλλαγή προτεραιοτήτων. Όχι στην πρόωρη συνταξιοδότηση των μητέρων ανηλίκων. Ναι σε θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλα τα μικρά παιδιά. Λιγότερες συντάξεις (με καλύτερη περίθαλψη), περισσότερη βοήθεια στις οικογένειες με παιδιά, στις εργαζόμενες μητέρες, στους νέους άνεργους.

Δεν θέλω να καταχραστώ την καλοσύνη του Άγιου Βασίλη, για αυτό δεν θα του ζητήσω το μεγαλύτερο δώρο που έχουμε ανάγκη. Να αφήσουμε στην άκρη τα μίζερα πράγματα για τα οποία συνήθως μιλάμε όλοι μας – οι πολιτικοί, τα μέσα ενημέρωσης, η κοινή γνώμη. Και να αρχίσουμε να συζητάμε για το πιο σημαντικό από όλα: το πώς δηλ. θα γίνει η Ελλάδα ένας τόπος προκοπής και δημιουργίας, όπου νέοι άνθρωποι με ιδέες και όρεξη για σκληρή δουλειά να μπορούν να πάνε μπροστά, ακόμη και όταν δεν έχουν οικογενειακή περιουσία ή «τις κατάλληλες γνωριμίες». Και ταυτόχρονα, πώς θα γίνει μια γαλήνια χώρα, όπου πολίτες με αντίθετες ιδέες να μπορούν να συμβιώνουν ειρηνικά, παρά τις διαφορές τους.

23 Ιανουαρίου 2014

Κοινωνική πολιτική για μια ρημαγμένη χώρα

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014).

Οι πολιτικές ελίτ, όλων των αποχρώσεων, απαρτίζονται κατά κανόνα από άτομα πιο μορφωμένα και πιο εύπορα από το μέσο όρο. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με όσους άλλους ασχολούνται με τα κοινά. Ο αγώνας για την επιβίωση δεν αφήνει ούτε χρόνο ούτε μυαλό για άλλα. Αυτό ισχύει πάντα και παντού. Ο προφανής κίνδυνος είναι οι συνήθως καλοπροαίρετοι άνθρωποι που αγωνιούν για το μέλλον της χώρας να αποκοπούν από τις πιο άμεσες και πιο πιεστικές αγωνίες ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας. Το λιγότερο που πρέπει να κάνουμε είναι να μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια ρημαγμένη χώρα.

1. Το «νέο κοινωνικό ζήτημα»

Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έγινε πιο άνιση. Όχι τόσο επειδή οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι – αυτό δεν φαίνεται να συνέβη. Αλλά επειδή οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας μας στο πανεπιστήμιο, 14% των συμπολιτών μας είχαν το 2013 τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν ήταν σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, ή να δανειστούν, ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς. Το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 2%.

Έγραψα παραπάνω «οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι». Για την ακρίβεια, οι παραδοσιακές κατηγορίες με χαμηλό εισόδημα (π.χ. οι ηλικιωμένοι που ζουν στην ύπαιθρο) φαίνεται να έχασαν λιγότερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι μεγάλοι χαμένοι δεν είναι αυτοί, αλλά μια νέα κατηγορία που τους έχει εκτοπίσει από τα χαμηλότερα σκαλοπάτια της κατανομής εισοδήματος (κυρίως οικογένειες ανέργων, συχνά με παιδιά, που ζουν στις πόλεις). Πολλές από αυτές τις οικογένειες έχουν βρεθεί χωρίς κανένα εργαζόμενο μέλος, χωρίς επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση, και συχνά χωρίς βιβλιάριο ασθένειας.

Αυτό είναι το «νέο κοινωνικό ζήτημα». Η διαιώνιση του δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά επίσης την πολιτική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης (όποτε αυτή έλθει). Συνεπώς, η αναγνώριση της κρισιμότητάς του πρέπει να είναι το σημείο εκκίνησης σε κάθε συζήτηση για την ανασυγκρότηση της χώρας μετά από 4+ χρόνια βαθιάς ύφεσης.

2. Πώς (δεν) ανταποκρίθηκε η Πολιτεία

Και άλλες χώρες πέρασαν μια σοβαρή οικονομική κρίση, ή περνάνε ακόμη (αν και όχι τόσο σοβαρή όσο εμείς). Και εκεί ο κόσμος πέρασε δύσκολα, ή περνάει ακόμη. Πουθενά όμως δεν ήταν η αντίδραση του οργανωμένου κράτους τόσο ανεπαρκής, τόσο καθυστερημένη και τόσο αναντίστοιχη με το μέγεθος του προβλήματος όσο εδώ.

Πράγματι, το κοινωνικό κράτος που βλέπουμε στην Ευρώπη και αλλού φτιάχτηκε την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από πολιτικούς ηγέτες που ήταν αποφασισμένοι να εμποδίσουν την επανάληψη όσων είχαν συμβεί την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η οικονομική ύφεση μετατράπηκε σε κοινωνική κρίση και μετά σε πολιτική αστάθεια. Αυτό δεν έπρεπε να ξανασυμβεί.
Και δεν συνέβη. Η σημερινή οικονομική ύφεση – κατά γενική ομολογία, η οξύτερη από τον μεσοπόλεμο – είχε μεν σοβαρές κοινωνικές συνέπειες, αλλά πολύ λιγότερο από ό,τι τότε. Η δημοκρατία αμφισβητείται αλλά δεν απειλείται. Οι εθνικισμοί σηκώνουν κεφάλι αλλά δεν απειλούν την ειρήνη. Ο ευρωσκεπτικισμός είναι σε άνοδο αλλά δεν απειλεί την ενωμένη Ευρώπη.

Το κοινωνικό κράτος, με όλα τα προβλήματά του, βοήθησε σε αυτό. Και το έκανε κάνοντας βασικά τη δουλειά του, που είναι να συμπληρώνει τα εισοδήματα – ιδίως των φτωχών και των ανέργων – όταν αυτά συμπιέζονται εξ αιτίας της οικονομικής ύφεσης.

Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Κάποιοι από εμάς είχαν προειδοποιήσει ότι δεν μπορούσε να γίνει, επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας που είχαμε δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες μιας οικονομικής κρίσης. Δεν είχε φτιαχτεί για να προστατεύει τους αδύναμους, αλλά τους προνομιούχους. Ήταν πανάκριβο, αλλά δεν είχε ένα δίχτυ ασφαλείας για τους φτωχούς. Αναδιένεμε πόρους, αλλά σε λάθος κατεύθυνση: από τους λιγότερο στους περισσότερο  εύπορους, αντί για το ανάποδο.

Δύο μόνο παραδείγματα: Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανέργων τετραπλασιάστηκε, αλλά ο αριθμός όσων παίρνουν επίδομα ανεργίας μειώθηκε (!), και σήμερα αντιστοιχεί σε 10,5% του συνόλου των ανέργων. Επίσης, 30 χρόνια (και πολλά δις ευρώ) μετά την ίδρυση του ΕΣΥ, με σκοπό να έχουν όλοι πρόσβαση στην περίθαλψη, ένα σχεδόν εκατομμύριο άτομα έχουν χάσει το δικαίωμα ανανέωσης του βιβλιαρίου ασθενείας – είτε επειδή είναι άνεργοι, είτε επειδή έκαναν διακοπή επαγγέλματος, είτε επειδή χρωστάνε στο ταμείο τους.

3. Οι αιτίες της αποτυχίας

Το πρόβλημα είναι ότι εδώ η κατανομή πόρων και δικαιωμάτων δεν γίνεται με βάση την ανάγκη για κοινωνική προστασία, ούτε με βάση γενικούς κανόνες που εγγυώνται την ισονομία των πολιτών, αλλά με βάση την πολιτική ισχύ των ομάδων πίεσης.

Αυτό συνέβαινε και πριν την κρίση: Τα πολλά δις ευρώ που πληρώναμε για την υγεία γίνονταν εισοδήματα για γιατρούς, κλινικάρχες, φαρμακοποιούς, φαρμακοβιομήχανους, ιδιοκτήτες διαγνωστικών κέντρων, εισαγωγείς και προμηθευτές. Σπανίως μεταφράζονταν σε περισσότερες και καλύτερες υπηρεσίες για ασθενείς.

Στην κρίση, τα πολλά δις ευρώ για την υγεία μειώθηκαν – π.χ. έπεσαν στο επίπεδο του 2007 ή του 2005. Για ένα σύστημα υγείας που στοιχειωδώς λειτουργεί κάτι τέτοιο είναι ασφαλώς δυσάρεστο αλλά όχι καταστροφικό. Εδώ ζήσαμε εικόνες πλήρους διάλυσης. Λόγω των μέτρων, προφανώς, αλλά επίσης λόγω του ότι οι περισσότεροι από τους ωφελημένους της προηγούμενης περιόδου άρχισαν να παλεύουν με νύχια και με δόντια για να αποσπάσουν ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι από μια πίτα που είχε στο μεταξύ συρρικνωθεί. Μεταφέροντας το βάρος των μέτρων στους πιο αδύναμους, δηλ. στους ασθενείς, που έμεναν χωρίς φάρμακα και χωρίς βασικές υπηρεσίες.

Τα ίδια στις συντάξεις (κάθε χρόνο πληρώνουμε μισό δις στη ΔΕΗ για να δίνει συντάξεις πολύ μεγαλύτερες από το μισθό μου σε συνταξιούχους πολύ νεώτερους από εμένα), τα ίδια στην Πρόνοια κτλ. κτλ.

4. Οι συνέπειες της αποτυχίας

Μια κρίση είναι πάντοτε ένα κρίσιμο τεστ του πόσο ικανή και πόσο πρόθυμη να βοηθήσει τους πολίτες που πλήττονται περισσότερο είναι η δημοκρατική Πολιτεία.
Είναι μάλλον περιττό να σημειώσω ότι σε αυτό το τεστ η δική μας δημοκρατική Πολιτεία πήρε άθλιο βαθμό. Και η αποτυχία του «συστήματος» (εδώ, του συστήματος κοινωνικής προστασίας) τροφοδότησε τις «αντισυστημικές» αντιδράσεις που βλέπουμε γύρω μας: τον αντικοινοβουλευτισμό, τον λαϊκισμό, την ξενοφοβία, την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

5. Τι να κάνουμε;

Φοβάμαι ότι το ένα τραίνο (εκείνο της έγκαιρης παρέμβασης για την ενίσχυση των φτωχών και των ανέργων) το έχουμε χάσει ήδη. Όμως, ακόμη και με τα καλύτερα σενάρια για την οικονομία (ανάκαμψη μέσα στο 2014) η υψηλή ανεργία και η μεγάλη φτώχεια θα είναι μαζί μας για καιρό, οπότε προλαβαίνουμε έστω και τώρα (…).

Το άλλο τραίνο περνάει μπροστά μας τώρα. Εάν δεν κάνουμε αυτό που πρέπει, τα φτωχά παιδιά που σήμερα πάνε πεινασμένα στο σχολείο αύριο θα μείνουν πίσω στα μαθήματα, μεθαύριο θα ψάχνουν για δουλειά χωρίς να έχουν προσόντα, και έτσι θα είναι άνεργοι ή χαμηλόμισθοι, και θα παραμείνουν φτωχοί, οι ίδιοι και τα δικά τους παιδιά. (Ο Δήμος Αθηναίων, κάνοντας σκληρές οικονομίες, καταφέρνει να μοιράζει σε τέτοια παιδιά 12.000 μερίδες την ημέρα – αλλά οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες.) Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει.

Πώς;

Χρειαζόμαστε νέες προτεραιότητες κοινωνικής πολιτικής.  Το σύνθημα εδώ πρέπει να είναι «έγνοια για τους αδύναμους – ισονομία / ενιαίοι κανόνες για όλους».

Αλλαγή έμφασης: όχι στην πρόωρη συνταξιοδότηση των μητέρων ανηλίκων, ναι σε θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλα τα μικρά παιδιά. Λιγότερες συντάξεις (με καλύτερη περίθαλψη), περισσότερη βοήθεια στις οικογένειες με παιδιά, στις εργαζόμενες μητέρες, στους νέους άνεργους, στους νέους επιχειρηματίες.

Νέο κοινωνικό συμβόλαιο: δημόσια εγγύηση μιας ελάχιστης δέσμης βασικών κοινωνικών υπηρεσιών και εισοδηματικών ενισχύσεων. Με ουσιώδη περίθαλψη, παιδική φροντίδα, σχολικά γεύματα, βασικές συντάξεις, στήριξη εισοδήματος των φτωχών και των ανέργων.

Μια τέτοια ελάχιστη δέσμη δεν μπορεί παρά να είναι αναγκαστικά λιτή, και συμβατή με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Αλλά μπορεί να είναι αξιόλογη. Και πρέπει να είναι εκεί για όλους.

15 Ιανουαρίου 2014

Βιώσιμη ανάπτυξη και πολιτική σταθερότητα με αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Ναυτεμπορική» με θέμα «Έξι χρόνια ύφεσης» (Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014)

Οι επίσημες προβλέψεις για σταθεροποίηση της οικονομίας μέσα στο 2014 είναι πιθανό να επαληθευθούν. Άλλωστε, όλες οι κρίσεις κάποτε τελειώνουν. Όμως, οι πληγές που αφήνουν πίσω τους δεν επουλώνονται εύκολα, ούτε γρήγορα (ούτε από μόνες τους).

Αυτό ισχύει και με τη δική μας κρίση, που ήταν (και είναι ακόμη) βαθιά και παρατεταμένη. Όπως όλοι γνωρίζουμε, μετά από 6 και πλέον χρόνια ύφεσης η ελληνική οικονομία έχει συρρικνωθεί κατά ένα τέταρτο περίπου. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αναιμική ανάκαμψη στην καλύτερη περίπτωση. Εάν επαληθευθούν, θα πάρει πολύ καιρό – δεκαετίες ίσως – για να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος: για να επανέλθουμε στο βιοτικό επίπεδο προ κρίσης, και κυρίως για να απορροφηθεί το «πλεονάζον» σήμερα εργατικό δυναμικό. Θυμίζω ότι μιλάμε για 1,5 περίπου εκατομμύριο ανθρώπους, με σάρκα και οστά. Πολλοί από αυτούς ζουν σε νοικοκυριά όπου δεν εργάζεται κανείς. Μερικοί έχουν μικρά παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στην ανέχεια. Οι περισσότεροι δεν λαμβάνουν επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση από το κράτος. Εκατοντάδες χιλιάδες έχουν χάσει το δικαίωμα στην περίθαλψη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, πρόκειται για το νέο κοινωνικό ζήτημα της εποχής μας.

Μήπως θα πρέπει απλώς να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι μια «χαμένη γενιά», που είχε την ατυχία να βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος εποχή; Ότι όπως κάθε κρίση, έτσι και η δική μας υπήρξε μια διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής»; Ότι αυτή η (ευεργετική κατά βάθος) διαδικασία είναι αναπόφευκτο να έχει «παράπλευρες απώλειες»; Ότι εν πάση περιπτώσει κάπως έτσι πάνε τα πράγματα μπροστά, με κερδισμένους και χαμένους; Μήπως λοιπόν καλά θα κάναμε όλοι να αφήσουμε το παρελθόν και να επικεντρωθούμε στο μέλλον;

Είμαι βαθιά πεισμένος πως όχι: κάτι τέτοιο θα ήταν (άλλο ένα) μεγάλο λάθος. Τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές ελίτ – όλες: κυβέρνηση και «αντιμνημονιακή» αντιπολίτευση – έδωσαν εξετάσεις συνετούς και δίκαιης διαχείρισης της σοβαρότερης κρίσης στη νεώτερη ιστορία μας, και απέτυχαν παταγωδώς. Το ίδιο παταγωδώς απέτυχαν οι κοινωνικές οργανώσεις (εργοδοτικές οργανώσεις και εργατικά συνδικάτα), τα μέσα ενημέρωσης, οι υπόλοιποι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, η κοινή γνώμη η ίδια. Το λογαριασμό για αυτή την αποτυχία ήδη τον πληρώνουν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, άνεργοι, φτωχοί. Για το καλό όλων αυτών, αλλά και για το καλό όλων μας, το νέο κοινωνικό ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί, έστω και καθυστερημένα. Το να παραβλέψουμε αυτή την επείγουσα ανάγκη θα ήταν πρώτα-πρώτα προσβολή στο δράμα των θυμάτων της περιόδου που (δείχνει να) φτάνει στο τέλος της. Όχι μόνο όμως. Η αδιαφορία για τις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης θα ήταν επίσης ένδειξη κολοσσιαίας μυωπίας έναντι μιας εκρηκτικής κατάστασης που δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά και την πολιτική σταθερότητα, και επίσης τη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάκαμψης, όποτε αυτή αρχίσει.

Πόσο σοβαρό είναι το νέο κοινωνικό ζήτημα; Δίχως αμφιβολία, η σοβαρότερη από τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης είναι η κατακόρυφη άνοδος της ακραίας φτώχειας, που είναι απόρροια της μεγάλης αύξησης της ανεργίας σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Πόση ακριβώς είναι η ακραία φτώχεια στην Ελλάδα, και πώς έχει μεταβληθεί τα τελευταία χρόνια, ήταν το θέμα πρόσφατης μελέτης της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών («Η ανατομία της φτώχειας στην Ελλάδα του 2013», από τον υπογράφοντα και τη Χρύσα Λεβέντη, διαθέσιμη στο www.paru.gr).

Στη μελέτη αυτή θέσαμε το εξής ερώτημα: πόσοι συμπολίτες μας έχουν τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς είτε να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε να δανειστούν, είτε να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς; Είχαμε προηγουμένως υπολογίσει το κόστος αγοράς ενός τέτοιου καλαθιού αγαθών σε €233 (άτομο που ζει μόνο) και €684 το μήνα (ζευγάρι με δύο παιδιά), για νοικοκυριά που μένουν στην Αθήνα και δεν βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου. Διαπιστώσαμε ότι 14% του πληθυσμού το 2013 είχε εισόδημα κάτω από αυτό το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το όριο ακραίας φτώχειας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, το αντίστοιχο ποσοστό το 2009 ήταν μόλις 2%.

Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι (λίγο πάνω από 1,5 εκατομμύριο); Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν ακόμη να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις που είχαν εξοικονομήσει στο παρελθόν, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες (μάλλον όχι πια καταναλωτικά δάνεια), είτε συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας άλλους απλήρωτους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια). Προς το παρόν, οξύ πρόβλημα επιβίωσης αντιμετωπίζουν λιγότεροι. Όσο όμως παρατείνεται η κρίση, ο αριθμός τους αναγκαστικά θα αυξάνεται.

Για μερικές ομάδες του πληθυσμού η αύξηση της ακραίας φτώχειας είναι ακόμη δραματικότερη. Εκτιμάμε ότι 20% των παιδιών (έναντι 4% το 2009) ζει σε οικογένειες που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κατάσταση των ανέργων δείχνει να είναι ακόμη χειρότερη (ποσοστό ακραίας φτώχειας 34% το 2013, από 5% το 2009). Ακόμη: 24% όσων ζουν σε νοικοκυριά που βαρύνονται από ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, 21% όσων μένουν στην Αθήνα, 18% των ατόμων ηλικίας 30 έως 45 ετών, καθώς και 16% των αυτοαπασχολουμένων φαίνεται να διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης. (Είναι προφανές ότι οι ομάδες του πληθυσμού που αναφέρονται εδώ εν μέρει αλληλοεπικαλύπτονται, αφού το ίδιο νοικοκυριό μπορεί κάλλιστα να ανήκει σε περισσότερες από μια ομάδες – π.χ. άνεργοι, 30-44 ετών, σε οικογένειες με παιδιά, που ζουν στην Αθήνα, σε ενοικιαζόμενη κατοικία.)

Η κάθοδος στην ακραία φτώχεια ενός τόσο υψηλού (και αυξανόμενου) τμήματος του πληθυσμού αποκαλύπτει την αδυναμία του συστήματος κοινωνικής προστασίας να αποτρέψει την ακραία φτώχεια σε συνθήκες βαθειάς και παρατεταμένης ύφεσης. Πράγματι, η φτώχεια των ανέργων έχει φτάσει σε επίπεδα συναγερμού και επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα (αντίθετα από ό,τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) απέτυχε να ανταποκριθεί στην αύξηση του αριθμού των ανέργων θέτοντας σε κίνηση συμπαγείς μηχανισμούς στήριξης του εισοδήματος τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ο αριθμός των ανέργων είχε ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο 350 χιλιάδες, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας το ίδιο τρίμηνο ήταν 158 χιλιάδες: με άλλα λόγια, μόλις 1 στους 9 ανέργους (ποσοστό 11,7%).

Τι μπορεί ρεαλιστικά να γίνει για την αντιμετώπιση του νέου κοινωνικού ζητήματος; Δύο πράγματα. Πρώτον, πύκνωση της εισοδηματικής στήριξης. Επιμήκυνση της διάρκειας του τακτικού επιδόματος ανεργίας από 12 σε 24 μήνες όσο η ανεργία μένει πάνω από 10% (σύμφωνα και με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΟΟΣΑ). Επέκταση του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας σε όλους τους ανέργους που ζουν σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, χωρίς άλλες προϋποθέσεις (τουλάχιστον μέχρι τη γενίκευση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος). Θεσμοθέτηση επιδόματος κατοικίας με εισοδηματικά κριτήρια στη θέση του επιδόματος ενοικίου ΟΕΚ που καταργήθηκε («προσωρινά») το 2010, όπως έχει προτείνει ο ΟΟΣΑ και όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση. Εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε εθνική κλίμακα μετά από προσεκτική μελέτη των διδαγμάτων της πιλοτικής φάσης που έχει προγραμματιστεί για το 2014, όπως έχει προτείνει το ΔΝΤ.

Δεύτερον, αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών. Γεύματα στα σχολεία για τους μαθητές δημοτικού, όπως υποστηρίζει ο ΟΟΣΑ στην πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα. Επέκταση της παιδικής φροντίδας με κουπόνι (voucher) που θα εξαργυρώνεται σε πιστοποιημένους βρεφονηπιακούς σταθμούς (δημοτικούς ή ιδιωτικούς), όπως προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αποκατάσταση του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι», με στόχο τη στήριξη με υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής φροντίδας και καθημερινής φροντίδας όλων των ηλικιωμένων που ζουν μόνοι. Αποσύνδεση της περίθαλψης από την ασφάλιση, για ίση πρόσβαση στην υγεία όλων, και ειδικά των φτωχών, των ηλικιωμένων, των χρόνια ασθενών.

Ένα τέτοιο σχέδιο ενδυνάμωσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας σίγουρα δεν είναι δωρεάν. Αλλά τα κοινωνικά προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει έχουν και αυτά κόστος, σημερινό και μελλοντικό. Το κόστος αυτό είναι πιθανότατα υψηλότερο – και μπορεί κάποτε να αποδειχθεί δυσβάσταχτο για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική.

30 Νοεμβρίου 2013

Η αυτοκριτική του ΔΝΤ, η άδικη λιτότητα, και το dream ticket

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013).

Το ΔΝΤ υπερασπίζεται τη δημοσιονομική προσαρμογή για τη μείωση των ελλειμμάτων, αλλά καλεί τις κυβερνήσεις που εφαρμόζουν μέτρα λιτότητας να πάρουν μέτρα φορολογικής πολιτικής για την δίκαιη κατανομή του βάρους, και μέτρα κοινωνικής πολιτικής για την προστασία των αδυνάτων.

«Για παράδειγμα, μια μεγαλύτερη έμφαση στους προοδευτικούς φόρους και η προστασία των κοινωνικών παροχών για τις ευπαθείς ομάδες μπορούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της δημοσιονομικής προσαρμογής στην ανισότητα.»

Πρόκειται για μισή αυτοκριτική: η έμφαση του Μνημονίου στα μέτρα μείωσης της δαπάνης δεν επέτρεψαν την αναζήτηση των «προοδευτικών φόρων» που προτείνει το ΔΝΤ τώρα. Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, η πάταξη της φοροδιαφυγής και τα μέτρα ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας ήταν στο Μνημόνιο από την αρχή. Η ευθύνη για την απελπιστικά αργή πρόοδο και στα δύο αυτά μέτωπα ανήκει κυρίως στις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις.

Πράγματι, εδώ οι πολιτικοί, ο κρατικός μηχανισμός, τα μέσα ενημέρωσης, άρα και η κοινή γνώμη, δεν ενδιαφέρονται για τέτοια. Έχουν προεξοφλήσει ότι λιτότητα = φτώχεια. Δεν ενδιαφέρονται να μάθουν πώς τα κατάφεραν καλύτερα άλλες χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία, οι χώρες της Βαλτικής). Και για αυτό δεν ενοχλούνται που οι ιερείς εξαιρούνται και από τη μείωση μισθών και από τη διαθεσιμότητα, όπως εξαιρέθηκαν οι δικαστές, οι στρατιωτικοί κτλ. κτλ. Ούτε τους αφορά ότι ενώ η πρόταση για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι (με τις ευλογίες της Τρόικας) στο Μνημόνιο από το 2010, η κυβέρνηση κωλυσιεργεί, ανακαλύπτοντας συνεχώς λόγους για αναβολές και καθυστερήσεις. Χωρίς την παραμικρή πίεση από την αντιπολίτευση.

Η εκκωφαντική σιωπή της αντιπολίτευσης, η οποία κατά τα άλλα έχει ανεβεί στα κάγκελα, ενίοτε κυριολεκτικώς, έχει τη δική της (διεστραμμένη) λογική. Το dream ticket Τσίπρα-Καμμένου προτιμά να βρίζει τη Μέρκελ. Στο κάτω-κάτω η Μέρκελ δεν ψηφίζει στην Ελλάδα, ενώ οι ιερείς, οι δικαστές, οι στρατιωτικοί ναι, οπότε γιατί να τους στεναχωρήσουν;

Όσο για τους ανέργους και τους φτωχούς - αυτοί βρίσκονται εκτός πολιτικού παιγνιδιού: δεν πιέζουν, δεν διαδηλώνουν, προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν. Όλη κι όλη η έγνοια της αντιπολίτευσης για αυτούς εξαντλείται σε μια ρητορική αναφορά στα βάσανά τους κάθε τόσο. Αν θέλουν να δουν προκοπή, ας ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ να τους διορίσει στο Δημόσιο. Μέχρι τότε, ας πάνε στα συσσίτια της Χρυσής Αυγής. Έτσι δεν είναι;

1 Μαρτίου 2013

Το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας αντιμέτωπο με τη φτώχεια στην Ελλάδα της κρίσης


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 120, Ιανουάριος – Μάρτιος 2013)


Η κρίση

Δίχως αμφιβολία, η οικονομική ύφεση που πλήττει τη χώρα είναι πρωτοφανής σε ένταση και σε διάρκεια. Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, το 2013 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε πραγματικές τιμές θα είναι κατά 23% χαμηλότερο σε σχέση με το 2008. Μια τέτοια κρίση δεν έχει προηγούμενο σε καιρό ειρήνης σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο εδώ και 80 τουλάχιστον χρόνια.

Η ύφεση μειώνει τη ζήτηση για εργασία εκ μέρους των επιχειρήσεων, και συνεπώς τους μισθούς και την απασχόληση. Η άνοδος της ανεργίας υπήρξε πράγματι μεγάλη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού), το Μάιο 2008 ο αριθμός των ανέργων ήταν περίπου 325 χιλιάδες (ποσοστό 6,6%), ενώ το Νοέμβριο 2012 έφτανε το 1 εκατομμύριο 333 χιλιάδες (26,9%).

Η κρίση δεν αύξησε απλώς το μέγεθος του προβλήματος: μετέβαλε επίσης το «πρότυπο» της ανεργίας στην Ελλάδα. Μέχρι πρόσφατα οι (τυπικοί και άτυποι) θεσμοί της αγοράς εργασίας προστάτευαν τους αρχηγούς νοικοκυριών. Βέβαια, αυτό συχνά οδηγούσε σε ένα κοινωνικά συντηρητικό αποτέλεσμα, σε βάρος των γυναικών και των (ενήλικων) παιδιών τους: περιόριζε την κινητικότητα στην αγορά εργασίας, ανάγκαζε πολλές γυναίκες να παραμένουν νοικοκυρές, ενώ ωθούσε τους νέους να μένουν στο πατρικό τους σπίτι μέχρι κάποια ασυνήθιστα μεγάλη ηλικία. Όμως, είχε τουλάχιστον ένα σοβαρό πλεονέκτημα: η προστασία των ανδρών εργαζομένων παραγωγικής ηλικίας εξασφάλιζε ότι η ανεργία δεν μεταφράζεται άμεσα σε φτώχεια. Πράγματι, οι άνεργοι και οι φτωχοί φαινόταν να αποτελούν δύο διαφορετικούς πληθυσμούς, με τον πρώτο να αποτελείται κυρίως από συζύγους εργαζομένων ανδρών και νεαρά άτομα που εξακολουθούν να κατοικούν με τους γονείς τους, και τον δεύτερο να αφορά ηλικιωμένους που κατοικούν σε αγροτικές περιοχές και περιθωριακές ομάδες στις πόλεις.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η ανεργία των ανδρών αυξήθηκε όσο περίπου και των γυναικών (δηλαδή κατά 17-18 ποσοστιαίες μονάδες), σε 21,7% και 28,9% αντιστοίχως (τρίτο τρίμηνο του 2012 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008). Την ίδια περίοδο, η ανεργία όσων ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 20-29, παρουσίασε τεράστια αύξηση 28 ποσοστιαίων ομάδων (σε 39,2% για τους άνδρες και 48,2% για τις γυναίκες). Όμως, αυτή τη φορά οι άνδρες στην ηλικία των 30-44 ετών δεν έμειναν αλώβητοι: το ποσοστό ανεργίας ανέβηκε και για αυτούς, από 3,6% το τρίτο τρίμηνο του 2008 σε 20,1% τέσσερα χρόνια αργότερα. Πολλοί βρέθηκαν ξαφνικά να ζουν σε νοικοκυριά χωρίς κανέναν εργαζόμενο, και χωρίς άλλους πόρους στους οποίους να μπορούν να βασιστούν.

Η μείωση των αποδοχών υπήρξε επίσης σημαντική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, μέσα σε τέσσερα χρόνια (2009-2013) οι μέσες πραγματικές ακαθάριστες αποδοχές των μισθωτών  (αφού αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού) έχασαν περισσότερο έδαφος από όσο είχαν κερδίσει από το 2000 έως το 2009. Στο Δημόσιο, οι μέσες αποδοχές το 2013 ήταν 25% χαμηλότερες από ό,τι το 2009 (και 8% χαμηλότερες από ό,τι το 2000). Στον τραπεζικό τομέα, οι απώλειες ήταν 25% σε σχέση με το 2009 και 13% σε σχέση με το 2000. Στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπου το 2000-2009 οι αυξήσεις ήταν πολύ γενναιόδωρες (+57% σε πραγματικέ τιμές), οι πρόσφατες απώλειες επανέφεραν τις μέσες αποδοχές λίγο πάνω από τα επίπεδα του 2000 (+1%). Στις υπόλοιπες ιδιωτικές επιχειρήσεις, εκεί δηλαδή όπου χάθηκαν οι περισσότερες θέσεις εργασίας, οι μέσες πραγματικές αποδοχές μειώθηκαν κατά 27% σε σχέση με το 2009, με αποτέλεσμα το 2013 να είναι 9,5% χαμηλότερες από ό,τι το 2000. Τέλος, ο κατώτατος μισθός έχασε τα τελευταία τέσσερα χρόνια 25% της πραγματικής του αξίας, και είναι πλέον 10% χαμηλότερος από ό,τι το 2000.

Η αύξηση της ανεργίας και η μείωση των μισθών είναι ένας βασικός μηχανισμός μείωσης των οικογενειακών εισοδημάτων ως συνέπεια της κρίσης. Η ανεργία όμως δεν οδηγεί αναγκαστικά στη φτώχεια: αυτό εξαρτάται από το καθεστώς απασχόλησης και από τις αμοιβές των άλλων μελών της οικογένειας, καθώς και από τα υπόλοιπα εισοδήματα (και κοινωνικά επιδόματα) του νοικοκυριού.

Η κρίση επιδρά και σε άλλα εισοδήματα, με διάφορους τρόπους που συχνά συνδέονται στενά μεταξύ τους. Για παράδειγμα, τα μέτρα λιτότητας της κυβέρνησης (με στόχο τη μείωση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού) μειώνουν απευθείας τα εισοδήματα από απασχόληση στο Δημόσιο, καθώς και από συντάξεις ή άλλες κοινωνικές παροχές, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν τα φορολογικά βάρη. Επίσης, καθώς η πιστωτική κάλυψη των ατομικών επιχειρήσεων εκ μέρους των τραπεζών περιορίζεται και η ζήτηση για τις αντίστοιχες υπηρεσίες υποχωρεί, η κρίση μειώνει τα εισοδήματα από αυτοαπασχόληση.

Επί πλέον, η κρίση επηρεάζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών με πολλούς άλλους τρόπους. Τα μέτρα λιτότητας ενδέχεται να μειώσουν τον «κοινωνικό μισθό», δηλ. την ποσότητα και την ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών (βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολική εκπαίδευση, ιατρική περίθαλψη, φάρμακα, φροντίδα ηλικιωμένων κ.ά.) που παρέχονται στους πολίτες. Η μείωση του εισοδήματος πιέζει όσες οικογένειες έχουν συσσωρεύσει χρέη (π.χ. στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια). Η πτώση της αξίας της ιδιόκτητης κατοικίας και άλλων περιουσιακών στοιχείων επηρεάζει την κατανάλωση και την αποταμίευση. Η συνδυασμένη μείωση του εισοδήματος και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων προκαλεί μια γενικότερη αίσθηση οικονομικής στενότητας και υλικής στέρησης, ιδιαίτερα σε ορισμένες κατηγορίες (π.χ. ηλικιωμένοι). Η αύξηση του ειδικού βάρους των δαπανών κατοικίας (ενοίκιο, δόση στεγαστικού δανείου, έξοδα θέρμανσης) στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς ενισχύει τη γενική αίσθηση δυσπραγίας – το ίδιο και η αύξηση των τιμών (π.χ. εξαιτίας της αύξησης των έμμεσων φόρων).

Η εμπειρική έρευνα δεν μπορεί να λάβει υπόψη όλες τις παραπάνω επιδράσεις: είτε επειδή τα διαθέσιμα δεδομένα δεν το επιτρέπουν, είτε επειδή τα σχετικά φαινόμενα είναι μερικές φορές δύσκολα ποσοτικοποιήσιμα. Ούτε εξαντλούνται οι ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις της ύφεσης στην υποχώρηση του εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Οπωσδήποτε, όμως, οι επιπτώσεις αυτές έχουν μεγάλη σημασία.

Τα ερωτήματα – στα οποία επιχειρεί να απαντήσει το άρθρο αυτό είναι τα εξής: (α) πώς έχει επηρεάσει η κρίση τους δείκτες φτώχειας; (β) πώς έχει ανταποκριθεί το κοινωνικό κράτος στην αυξημένη ζήτηση για κοινωνική προστασία; και (γ) πώς θα μπορούσε η δημόσια πολιτική να ενισχύσει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, ακόμη και σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας;

Οι δείκτες φτώχειας 

Η παρακολούθηση των διανεμητικών επιπτώσεων της κρίσης στην Ελλάδα είναι το κύριο αντικείμενο της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (www.paru.gr), την οποία συντονίζει ο υπογράφων.

Στη δημόσια συζήτηση δείχνει να επικρατεί η (συνήθως υπόρρητη) υπόθεση ότι η αύξηση της ανεργίας προκαλεί ανάλογη αύξηση της φτώχειας. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει αναγκαστικά. Ευτυχώς, η αύξηση της ανεργίας δεν συνεπάγεται σχεδόν ποτέ ισόποση αύξηση της φτώχειας. Κάποιοι από όσους χάνουν τη δουλειά τους ζουν σε νοικοκυριά όπου κάποιο άλλο μέλος συνεχίζει να εργάζεται. Κάποια νοικοκυριά εκτός από τις αμοιβές από εργασία διαθέτουν και άλλα εισοδήματα, π.χ. από ενοίκια ή από ελεύθερο επάγγελμα. Ακόμη πιο σημαντικός μπορεί να είναι ο ρόλος των κοινωνικών παροχών. Κάποιες παροχές συνδέονται με την απώλεια της θέσης εργασίας, είτε ενεργοποιούνται τη στιγμή της απόλυσης (π.χ. επιδόματα ανεργίας) είτε αμέσως μετά λόγω της συνακόλουθης μείωσης του εισοδήματος του νοικοκυριού (π.χ. στεγαστικά επιδόματα, επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας). Άλλες παροχές δεν συνδέονται με την απώλεια της θέσης εργασίας αλλά καταβάλλονται είτε στον ίδιο τον άνεργο είτε σε άλλα μέλη του νοικοκυριού (π.χ. οικογενειακά επιδόματα, συντάξεις κτλ).

Επομένως, ο ρόλος της ανεργίας ως προσδιοριστικός παράγοντας της φτώχειας εξαρτάται από το εάν οι άνεργοι συνεισέφεραν με τη δουλειά τους (προτού την χάσουν) την κύρια ή (ακόμη χειρότερα) τη μοναδική πηγή εισοδήματος του νοικοκυριού – καθώς επίσης από την απασχόληση και τις αμοιβές των υπολοίπων μελών της οικογένειας, από τα υπόλοιπα εισοδήματα (και κοινωνικά επιδόματα) του νοικοκυριού κ.ά. Για όλους αυτούς τους λόγους, η συσχέτιση της ανεργίας με τη φτώχεια δεν είναι πάντοτε ισχυρή. Γενικά, είναι αδύνατον να βγάλει κανείς ασφαλή συμπεράσματα για την εξέλιξη της δεύτερης από μια απλή παρατήρηση της εξέλιξης της πρώτης. Άρα, το ερώτημα της επίπτωσης της κρίσης στην κατανομή εισοδήματος πρέπει να απαντηθεί χωριστά.

Το πρόβλημα είναι ότι η πληροφόρηση για τις μεταβολές στην κατανομή εισοδήματος δεν είναι έγκαιρη. Η Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (EU-SILC) είναι ετήσια, τα αποτελέσματά της όμως δίνονται στη δημοσιότητα με σημαντική καθυστέρηση. Για παράδειγμα, τα δεδομένα της έρευνας του 2011 (εισοδήματα 2010) δημοσιεύθηκαν το Νοέμβριο 2012 (και έδειξαν ότι το ποσοστό φτώχειας το 2010 ήταν 21,4% έναντι 20,1% το 2009). Τα αποτελέσματα της έρευνας EU-SILC 2013 (εισοδήματα 2012) θα είναι διαθέσιμα στο τέλος του 2014.

Η υστέρηση των δεδομένων παρακάμπτεται με τη μέθοδο της «μικροπροσομοίωσης», δηλ. με την εφαρμογή ενός αριθμητικού υποδείγματος φόρων-παροχών πάνω στα επικαιροποιημένα δεδομένα μιας έρευνας τύπου EU-SILC. Η δουλειά της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής βασίζεται στο υπόδειγμα φορολογίας και κοινωνικών παροχών EUROMOD (www.iser.essex.ac.uk/euromod).

Χρησιμοποιήσαμε τα δεδομένα της έρευνας EU-SILC 2007 (εισοδήματα 2006) . Επικαιροποιήσαμε τα δεδομένα αυτά με βάση τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και της ΕλΣτατ για τη μεταβολή των μέσων εισοδημάτων ανά κατηγορία την περίοδο 2006-2012. Στη συνέχεια, εφαρμόσαμε τους κανόνες φορολογίας εισοδήματος και κοινωνικών επιδομάτων κάθε έτους. Επίσης, προσαρμόσαμε την αρχική βάση δεδομένων λαμβάνοντας υπόψη με τη μεγάλη αύξηση της ανεργίας τα χρόνια που μεσολάβησαν. Επίσης, διορθώσαμε τα δεδομένα με βάση εκτιμήσεις μας για τη φοροδιαφυγή και για τη λεγόμενη «μη ανάληψη» των κοινωνικών παροχών (από άτομα που τις δικαιούνται). Τέλος, δεν εξετάζουμε καθόλου την επίδραση των μέτρων λιτότητας στη δημόσια παροχή υπηρεσιών που συνθέτουν τον «κοινωνικό μισθό» (π.χ. βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολεία, νοσοκομεία, φάρμακα, φροντίδα ηλικιωμένων κ.ά.).

Πώς ορίζεται η φτώχεια; Με διάφορους τρόπους, ο καθένας από τους οποίους δίνει διαφορετικά αποτελέσματα. Για πληρότητα, εκτιμάμε τις επιπτώσεις της κρίσης στη φτώχεια με βάση τρεις δείκτες.

Ο πρώτος είναι ο συμβατικός δείκτης σχετικής φτώχειας, ο οποίος χρησιμοποιείται ευρύτατα στην Ευρώπη και μετρά το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του διαμέσου ισοδύναμου  διαθέσιμου εισοδήματος. Εκτιμήσαμε το όριο φτώχειας για το 2012 σε €486 το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, και €1.020 το μήνα για μια τετραμελή οικογένεια (ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δείκτης αυτός είναι συνάρτηση του διαμέσου εισοδήματος όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε έτος. Με άλλα λόγια, καθώς το διάμεσο εισόδημα αυξάνεται ή μειώνεται, αντιστοίχως αυξάνεται ή μειώνεται και το όριο φτώχειας (πρόκειται συνεπώς για ένα κυμαινόμενο όριο φτώχειας). Η χρήση ενός τέτοιου δείκτη είναι απολύτως συμβατή με την έννοια της σχετικής φτώχειας, ενώ αποτελεί πάγια πρακτική εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η αυξομείωση του κυμαινόμενου ορίου φτώχειας έχει μικρή σημασία όταν η μεταβολή του διαμέσου εισοδήματος δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Όμως, σε εποχές ραγδαίων αλλαγών (μεγάλων αυξήσεων και ιδίως μεγάλων μειώσεων του μέσου εισοδήματος), η καταλληλότητα της έννοιας της σχετικής φτώχειας όπως αυτή υπολογίζεται συμβατικά τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης, είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι τα άτομα συγκρίνουν το βιοτικό τους επίπεδο όχι μόνο με αυτό της «μέσης οικογένειας» στη χώρα στην οποία κατοικούν, αλλά και με το δικό τους βιοτικό επίπεδο στο πρόσφατο παρελθόν. Συνεπώς, η παρακολούθηση του φαινομένου της φτώχειας απαιτεί την εφαρμογή ενός διαφορετικού δείκτη, ο οποίος αναφέρει το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από το όριο φτώχειας αλλά όχι του τρέχοντος έτους: κάποιου προηγούμενου, λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθωρισμό. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος δείκτης φτώχειας που χρησιμοποιούμε αναφέρει το ποσοστό του πληθυσμού που είχε το 2012 εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του (τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένου) διαμέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του 2009. Προφανώς, όταν το διάμεσο εισόδημα μειώνεται, το σταθερό όριο φτώχειας θα είναι υψηλότερο από το κυμαινόμενο. Εκτιμήσαμε το σταθερό όριο φτώχειας για το 2012 σε €667 το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, και €1.401 το μήνα για μια τετραμελή οικογένεια (ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά). Με τον διορθωμένο δείκτη φτώχειας, προσπαθούμε να υπολογίσουμε τον αριθμό των πολιτών που δεν διαθέτουν σήμερα την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν το καλάθι αγαθών που αντιστοιχούσε σε εισόδημα ίσο με το όριο φτώχειας όπως αυτό είχε διαμορφωθεί πριν την κρίση. Σε εποχή μείωσης των ονομαστικών εισοδημάτων και αύξησης των τιμών, όπως είναι η σημερινή, ένας τέτοιος δείκτης φαίνεται καταλληλότερος.

Πάντως, σε εποχές απότομης πτώσης του βιοτικού επιπέδου το πρόβλημα της φτώχειας μπορεί να πάρει τέτοιες διαστάσεις που να καθιστά επιτακτικό τον υπολογισμό του αριθμού των πολιτών με εισόδημα όχι απλώς χαμηλότερο από κάποιο όριο σχετικής φτώχειας, αλλά τόσο χαμηλό που να μην επαρκεί πλέον για την αγορά ενός βασικού καλαθιού αγαθών, τα οποία κρίνονται ως απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης μεταβάλλεται ανάλογα με το μέγεθος και τη σύνθεση του νοικοκυριού, ανάλογα με τον τόπο διαμονής, καθώς και ανάλογα με το εάν το νοικοκυριό διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία (ελεύθερη από βάρη) ή αντίθετα βαρύνεται με ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο. Για τις ανάγκες της εργασίας, υπολογίσαμε το κόστος ενός τέτοιου καλαθιού αγαθών στην Αθήνα, στην Πάτρα (ως αντιπροσωπευτική των άλλων πόλεων), και ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας (ως αντιπροσωπευτικό των αγροτικών και ημιαστικών περιοχών). Το κόστος του βασικού καλαθιού αγαθών, τα οποία κρίνονται ως απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης (ανάλογα με την τοποθεσία, τον τύπο νοικοκυριού και το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατοικίας), μπορεί να θεωρηθεί ως ένα όριο ακραίας φτώχειας. Εκτιμήσαμε το όριο ακραίας φτώχειας για το 2012 στην Αθήνα, για νοικοκυριά που δεν βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου, σε €224 το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, και €686 το μήνα για μια τετραμελή οικογένεια (ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά). Το ποσοστό στον πληθυσμό όσων βρίσκονται κάτω από αυτό το όριο αυτό είναι ο τρίτος δείκτης φτώχειας που υπολογίσαμε.

Συνοπτικά: Εκτιμάμε ότι η σχετική φτώχεια (όπως μετράται συμβατικά, με κυμαινόμενο όριο φτώχειας το 60% του διαμέσου εισοδήματος) αυξήθηκε ελάχιστα από 20% το 2009 σε 21% το 2012. Όμως, διατηρώντας το όριο της φτώχειας σταθερό στο επίπεδο του 2009 (σε πραγματικές τιμές), η φτώχεια φαίνεται να αυξήθηκε δραματικά σε 38% το 2012. Τέλος, υπολογίζουμε ότι η ακραία φτώχεια έχει ξεπεράσει το 10%.

Όσον αφορά τη φτώχεια ανά κατηγορία, δύο σημεία ξεχωρίζουν. Από τη μια, εκτιμάμε ότι η παιδική φτώχεια έχει αυξηθεί ανησυχητικά: το 27% των παιδιών ζει σε οικογένειες με εισόδημα κάτω από το συμβατικό όριο φτώχειας, το 44% είναι κάτω από το όριο φτώχειας του 2009 (σε πραγματικές τιμές), ενώ το 17% των παιδιών βρίσκεται κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας (δηλ. ζουν σε οικογένειες που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα αγαθά που απαιτούνται για την εξασφάλιση του ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης). Από την άλλη, λόγω της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας, έχει αυξηθεί δραματικά όχι μόνο η φτώχεια των ανέργων (με κυμαινόμενο όριο: 41%, με σταθερό όριο: 59%, ακραία φτώχεια: 28%), αλλά και το σχετικό βάρος τους στον πληθυσμό. Το φαινόμενο αυτό – που δεν έχει γνωρίσει τη δημοσιότητα και την προσοχή που του αξίζει – ισοδυναμεί με το «νέο κοινωνικό ζήτημα» της εποχής μας.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι ποτέ άλλοτε, από το τέλος του Εμφυλίου έως σήμερα, δεν υπήρξε τόσο πιεστική στη χώρα μας η ανάγκη για κοινωνική προστασία. Το ερώτημα είναι: πώς ανταποκρίθηκε το κοινωνικό κράτος;

Το κοινωνικό κράτος και η κρίση

Σε γενικές γραμμές, μια οικονομική ύφεση (όσο έντονη κι αν είναι) δεν προκαλεί αναγκαστικά ανυπέρβλητες δυσκολίες σε ένα καλοσχεδιασμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας. Άλλωστε, η άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης ήταν ακριβώς το σημείο στο οποίο απέτυχαν παταγωδώς οι δημόσιοι θεσμοί τη δεκαετία του 1930, και αυτός υπήρξε ο βασικός λόγος για τη δημιουργία του σύγχρονου κοινωνικού κράτους.

Το πρόβλημα είναι ότι τις παραμονές της κρίσης το Ελληνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας ανταποκρινόταν απολύτως στην περίφημη περιγραφή του νοτιοευρωπαϊκού μοντέλου ως συνδυασμού «σημαντικών κενών στο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας» και «νησίδων γενναιοδωρίας για τον προστατευμένο πυρήνα της αγοράς εργασίας» (Ferrera). Με άλλα λόγια, ήταν εντελώς ακατάλληλο για «το χειρισμό καταστάσεων επείγουσας ανάγκης».

Όχι επειδή ήταν «φτωχό»: το 2010 η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα είχε συγκλίνει με το μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ (29,1% έναντι 29,4% του ΑΕΠ). Αλλά επειδή ήταν αναποτελεσματικό: ενώ στην ΕΕ27, οι κοινωνικές παροχές (εκτός συντάξεων) μείωναν τη φτώχεια κατά 10% περίπου, στην Ελλάδα η αντίστοιχη μείωση ήταν μικρότερη από 4% (στοιχεία Eurostat).

Η σπατάλη τεράστιων ποσών με απογοητευτικά αποτελέσματα κοινωνικής προστασίας υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στα δύο σημαντικότερα προγράμματα του κοινωνικού κράτους: συντάξεις και περίθαλψη. Τα προβλήματα των προγραμμάτων αυτών προ κρίσης, καθώς και των αλλαγών που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, έχουν αναλυθεί σε έκταση αλλού . Εδώ περιοριζόμαστε σε μια σύντομη αναφορά στο πώς μεταβλήθηκε ο δείκτης κοινωνικής προστασίας εξαιτίας των αλλαγών στις συντάξεις και στην περίθαλψη ειδικά για τις πιο ευάλωτες ομάδες.

Οι μειώσεις συντάξεων ήταν σημαντικές, αλλά λιγότερο οδυνηρές για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Με τα μέτρα λιτότητας του 2010 καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας. Όμως, για τους συνταξιούχους 60 ετών και πάνω, με σύνταξη έως €3.000 το μήνα, στη θέση της 13ηε και της 14ης σύνταξης θεσμοθετήθηκε ενιαίο επίδομα αδείας ύψους €800 το χρόνο. Επίσης, η «εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων» δεν έθιξε τις κύριες συντάξεις έως €1.400 το μήνα.

Με τα μέτρα του 2011 μειώθηκαν κατά 7% όλες οι κύριες συντάξεις του ΝΑΤ. Οι υπόλοιπες περικοπές αφορούσαν τις επικουρικές συντάξεις, οι οποίες μειώθηκαν στο ΙΚΑ (κατά 30% για το ποσό πάνω από €150 το μήνα), στο Δημόσιο (κατά 20% έως €500 το μήνα), ενώ στον ΟΤΕ, στα ΕΛΤΑ, στην ΕΤΒΑ και στις τράπεζες η μείωση ήταν 15% για όλο το ποσό. Τέλος, η αντίστοιχη εισφορά αλληλεγγύης εξαίρεσε όσες επικουρικές συντάξεις ήταν κάτω από €300 το μήνα. Επίσης, το όριο ηλικίας για την καταβολή του ΕΚΑΣ αυξήθηκε στα 65 χρόνια.

Οι συντάξεις μειώθηκαν και πάλι το 2012. Όμως, οι περικοπές δεν αφορούσαν κύριες συντάξεις έως €1.300 το μήνα, ενώ στις χαμηλές επικουρικές συντάξεις (έως €250 το μήνα) η μείωση ήταν 10%. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο 38% των συνταξιούχων λαμβάνουν επικουρική σύνταξη. Το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 65% στα ταμεία μισθωτών, ενώ είναι 20% στα ταμεία ιατρών, νομικών και μηχανικών, κάτω από 2% στον ΟΑΕΕ (αυτοαπασχολούμενοι), και 0% στον ΟΓΑ.

Τέλος, το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 προβλέπει νέες περικοπές στις συντάξεις. Όμως, οι συνταξιούχοι με εισόδημα από συντάξεις (κύριες και επικουρικές) κάτω από €1.000 το μήνα (αθροιστικά) εξαιρούνται από τις μειώσεις, με τη σημαντική εξαίρεση του επιδόματος αδείας, το οποίο καταργήθηκε.

Με λίγα λόγια, οι περικοπές συντάξεων, αν και δεν προστάτευσαν τους χαμηλοσυνταξιούχους εντελώς, τους έπληξαν πολύ λιγότερο. Ο περιορισμένος χαρακτήρας των απωλειών τους, ιδίως σε σύγκριση με τις πολύ μεγαλύτερες μειώσεις εισοδήματος των εργαζομένων και των ανέργων, εξηγεί γιατί το ποσοστό σχετικής φτώχειας των ηλικιωμένων έχει υποχωρήσει. Όμως, παρότι η σχετική θέση των συνταξιούχων (ακόμη και των χαμηλοσυνταξιούχων) δείχνει να έχει βελτιωθεί σε όρους χρηματικού εισοδήματος, έχει χωρίς αμφιβολία επιδεινωθεί σε όρους «κοινωνικού μισθού», αφού τώρα είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν οι ίδιοι για υπηρεσίες (π.χ. υγείας) που μέχρι πρόσφατα τους παρέχονταν δωρεάν ή με σημαντική επιδότηση.

Η υγειονομική περίθαλψη πριν την κρίση δεν έπασχε από υποχρηματοδότηση, ούτε υπήρχε έλλειψη από ειδικευμένους ιατρούς, από κρεβάτια νοσοκομείων ή από ακριβή βιοϊατρική τεχνολογία. Παρόλα αυτά, η φήμη των νοσοκομείων παρέμενε κακή, πολλοί ασθενείς είχαν αρνητική άποψη για τους ιατρούς, οι υπηρεσίες κόστιζαν ακριβά στο σημείο της χρήσης, ενώ η ιδιωτική δαπάνη βάραινε περισσότερο τους ασθενείς με χαμηλότερα εισοδήματα.

Με βάση τα παραπάνω, οι απαιτούμενες περικοπές, παρότι μεγάλες, θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβαδίζουν με την αναδιοργάνωση του δημόσιου συστήματος υγείας, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ομαλή πρόσβαση των ασθενών στην περίθαλψη. Εάν το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) είχε σωστή διαχείριση, οι ιατροί και οι διοικητές θα μπορούσαν να εξαλείψουν τις σπατάλες και να εγγυηθούν στοιχειώδη φροντίδα ακόμη και με μειωμένους προϋπολογισμούς. Όμως αυτό δεν συνέβη. Αντίθετα, οι περικοπές επιβλήθηκαν από τα επάνω, σημείο προς σημείο, υλοποιήθηκαν αδέξια και μερικές φορές αυθαίρετα, και έγιναν εφικτές χωρίς εξοικονόμηση, δημιουργώντας απλώς ελλείψεις.

Η συγχώνευση των τεσσάρων μεγαλύτερων ταμείων υγείας, που καλύπτουν πάνω από 90% του πληθυσμού, στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά από μαχητικές κινητοποιήσεις, οι ιατροί που παρέχουν υπηρεσίες στους ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ κέρδισαν το δικαίωμα να διατηρούν ιδιωτικά ιατρεία και να εργάζονται με μειωμένο ωράριο για τον οργανισμό, παρέχοντας δωρεάν μέχρι 200 επισκέψεις το μήνα. Πέραν αυτών, οι ασθενείς πληρώνουν οι ίδιοι. Όπως γίνεται κατανοητό, οι ασθενείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων εάν η επίσκεψή τους είναι ανάμεσα στις πρώτες 200 επισκέψεις του μήνα. Συνεπώς, η ρύθμιση φαίνεται να έχει ανοίξει ένα σημαντικό κενό κοινωνικής προστασίας.

Μια άλλη κατηγορία προβλημάτων συνδέεται με την παραδοσιακή ταύτιση σχεδόν της κοινωνικής προστασίας με την (ανταποδοτική) κοινωνική ασφάλιση. Αφενός, η κρίση έφερε τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης αντιμέτωπους με μείωση στα έσοδα από εισφορές και ταυτόχρονα αύξηση των αιτήσεων για επιδόματα και άλλες παροχές. Αφετέρου, η ταύτιση κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής ασφάλισης οδηγεί μαθηματικά στον αποκλεισμό των επισφαλώς απασχολούμενων, των ανέργων και των ανασφάλιστων από τις κοινωνικές παροχές. Πόσο επικίνδυνη είναι η ταύτιση αυτή το αποκάλυψε η κρίση, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν όχι μόνο τη δουλειά τους αλλά ταυτόχρονα την πρόσβαση σε κοινωνική προστασία για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

Ο παραδοσιακός υποβιβασμός της πρόνοιας σε «φτωχό συγγενή» του κοινωνικού κράτους ευθύνεται για το μαρασμό του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, δηλ. του πλέγματος επιδομάτων και υπηρεσιών που παρέχονται στα άτομα και στις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα. Τα πρόβλημα αυτό αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος κοινωνικής προστασίας πολύ πριν από την εμφάνιση της κρίσης. Όμως, τα τελευταία χρόνια το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας δεν ενισχύθηκε, ενώ ο χειρισμός των δημοσιονομικών πιέσεων που άσκησε η κρίση στο σύστημα κοινωνικής προστασίας προσέθεσε και άλλα προβλήματα.

Τα κενά προστασίας αφορούν διάφορες ομάδες του πληθυσμού, κάποιες αρκετά πολυπληθείς. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι μακροχρόνια άνεργοι (που δεν καλύπτονται πλέον από το τακτικό επίδομα ανεργίας, επειδή έχουν εξαντλήσει την περίοδο επιδότησης), καθώς και οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας (που δεν καλύπτονται ακόμη, επειδή δεν έχουν ποτέ εργαστεί). Όσοι εργάζονται περιστασιακά ή χωρίς ασφάλιση (που δεν καταφέρνουν να στοιχειοθετήσουν ασφαλιστικό δικαίωμα ώστε να το αξιοποιήσουν σε περίπτωση ανεργίας, ασθενείας ή μητρότητας). Οι αυτοαπασχολούμενοι σε μη βιώσιμες επιχειρήσεις, και οι αγρότες σε εκμεταλλεύσεις χαμηλής απόδοσης. Οι οικογένειες με χαμηλό εισόδημα και ένα ή δύο παιδιά (ενώ οι τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες προστατεύονται πολύ καλύτερα). Οι φτωχές οικογένειες που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία (και που παρόλα αυτά δεν δικαιούνται επιδότηση ενοικίου). Όσοι λόγω ασθένειας ή αναπηρίας δεν είναι σε θέση να εργαστούν (αλλά παρόλα αυτά δεν λαμβάνουν επίδομα ΑΜΕΑ). Οι ηλικιωμένοι με χαμηλό εισόδημα και μια χαμηλή σύνταξη (π.χ. χηρείας) – κ.ά.

Η εισοδηματική στήριξη των ανέργων είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Το κύριο εργαλείο που διαθέτει το σύστημα, το τακτικό επίδομα ανεργίας (€360 το μήνα σήμερα), χορηγείται μόνο σε όσους που πληρούν τις προϋποθέσεις ασφάλισης, ενώ διαρκεί το πολύ 12 μήνες – συνεπώς εξαιρεί εξ ορισμού τους νέους σε αναζήτηση πρώτης απασχόλησης, καθώς και τους μακροχρόνια άνεργους. Επί πλέον, δεν καλύπτει τους «αδήλωτους» (και άρα ανασφάλιστους) εργαζόμενους, ούτε όσους αυτοαπασχολούμενους έκλεισαν το μαγαζί τους ή σταμάτησαν τη δραστηριότητά τους. Για αυτούς και άλλους λόγους, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ, λιγότερα από 215 χιλιάδες άτομα (16% του συνόλου των ανέργων) ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας το Νοέμβριο 2012.

Ακριβώς επειδή έχουν περιορισμένη κάλυψη, αλλού στην Ευρώπη (ακόμη και σε χώρες του Νότου, όπως π.χ. η Ισπανία), τα «ασφαλιστικά» επιδόματα ανεργίας συμπληρώνονται με «προνοιακά»: τα τελευταία απευθύνονται σε ανέργους με χαμηλό εισόδημα. Στην Ελλάδα, ένα τέτοιο «επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας» (αξίας €200 το μήνα, με συνολική διάρκεια επιδότησης 12 μήνες) θεσμοθετήθηκε το 2001. Όμως, παρά τις προσδοκίες, δεν κατάφερε να καλύψει το σχετικό κενό, αφού οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας είναι υπερβολικά αυστηρές: εισόδημα έως €5.000 ετησίως (συν €587 για κάθε παιδί) και ηλικία άνω των 45. Επί πλέον, παρότι από τη θεσμοθέτησή του έχει μεσολαβήσει πάνω από μια δεκαετία, το επίδομα παραμένει μάλλον άγνωστο στο ευρύ κοινό και στους άμεσα ενδιαφερόμενους. Ο αρμόδιος φορέας (ο ΟΑΕΔ) δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η χορήγηση του επιδόματος σε κάθε μακροχρόνια άνεργο που πληροί τις προϋποθέσεις είναι δική του υποχρέωση (ούτε ότι οφείλει να πληροφορεί συστηματικά τους ανέργους για τα δικαιώματά τους).

Εξ αιτίας όλων αυτών, το 2010 – τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία - μόλις 1.850 άτομα (0,6% των μακροχρόνια ανέργων) ελάμβαναν επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας. Από τότε, ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων αυξήθηκε από 296 χιλιάδες σε 771 χιλιάδες (τρίτο τρίμηνο του 2012). Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι ο αριθμός δικαιούχων του επιδόματος αυτού αυξήθηκε αναλόγως.

Το δίχτυ ασφαλείας στον αστερισμό της μόνιμης λιτότητας

Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 προβλέπει περικοπή δαπανών κατά €9,6 δις και αύξηση φόρων κατά €3,9 δις. Η κοινωνική προστασία καλείται να συνεισφέρει το μισό της συνολικής εξοικονόμησης (45% από περικοπές συντάξεων, άλλων επιδομάτων και κοινωνικών υπηρεσιών, και 5% από αυξήσεις εισφορών κοινωνικής ασφάλισης). Είναι προφανές ότι το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα μπαίνει σε μια εποχή «μόνιμης λιτότητας» (Pierson), όπου τα δημοσιονομικά περιθώρια για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής γίνονται ασφυκτικά.

Πάντως, η παράταση της ύφεσης για πέμπτο συνεχή χρόνο οδήγησε σε ορισμένα μέτρα ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Κατ’ αρχήν, διευρύνονται σημαντικά οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ετήσιο εισόδημα αυξάνεται από €5.000 σε €10.000, συν €586 για κάθε παιδί (από το 2013), ενώ η κατώτατη ηλικία μειώνεται από 45 σε 20 έτη (από το 2014). Επίσης, καταβάλλεται (από το 2013) «ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων», αξίας έως €40 το μήνα (ανά παιδί), με εισοδηματικά κριτήρια. Το ενιαίο επίδομα αντικαθιστά το αφορολόγητο λόγω παιδιών, το επίδομα τρίτου παιδιού και την ισόβια σύνταξη πολύτεκνης μητέρας. Το πολυτεκνικό επίδομα (αξίας €41,67 το μήνα ανά παιδί, για οικογένειες με 3 ή περισσότερα παιδιά) διατηρείται με αυστηρότερα εισοδηματικά κριτήρια. Τέλος, προγραμματίζεται η πιλοτική εφαρμογή ενός προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος , σε δύο περιοχές της χώρας (το 2014), για την οποία έχει προβλεφθεί πίστωση €20 εκατ.

Τα τρία αυτά μέτρα δεν πρόκειται ασφαλώς από μόνα τους να λύσουν τα ιστορικά προβλήματα του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας. Κινούνται όμως στη σωστή κατεύθυνση, καλύπτοντας μερικά από τα σημαντικότερα κενά προστασίας.

Τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο: σοβαρή προσπάθεια σε διοικητικό επίπεδο θα απαιτηθεί ώστε η εφαρμογή των τριών μέτρων να μεταφραστεί σε ενίσχυση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας στην πράξη. Συγκεκριμένα, ο ΟΑΕΔ θα πρέπει να αναλάβει μια εκστρατεία ενημέρωσης των μακροχρόνια ανέργων για τα διευρυμένα κριτήρια επιλεξιμότητας, ο ΟΓΑ θα πρέπει να κάνει το ίδιο για το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, ενώ το Υπουργείο Εργασίας θα πρέπει να προετοιμάσει προσεκτικά την πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Η εμπειρία της κοινωνικής διοίκησης όσον αφορά την έγκαιρη και καλά στοχευμένη χορήγηση κοινωνικών παροχών, ιδίως όταν αυτή γίνεται με εισοδηματικά κριτήρια, είναι φτωχή και όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη. Συνεπώς, η επείγουσα αναβάθμιση της διοικητικής ικανότητας των φορέων που εμπλέκονται είναι απολύτως αναγκαία.

Συνοψίζοντας, θα έλεγε κανείς ότι τα κοινωνικά δικαιώματα στην Ελλάδα ήταν πάντα τόσο άνισα κατανεμημένα μεταξύ των διάφορων κατηγοριών που τα περιθώρια βελτιώσεων της κοινωνικής προστασίας με ταυτόχρονη μείωση των ελλειμμάτων ήταν εκτεταμένα. Παρόλα αυτά, από την έναρξη της κρίσης, οι εκάστοτε κυβερνήσεις – χωρίς ιδιαίτερη πίεση στο θέμα αυτό από τις εκάστοτε αντιπολιτεύσεις – έκαναν ελάχιστα για να επεκτείνουν την κάλυψη και να κλείσουν τα κενά στο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας (π.χ. χρησιμοποιώντας τα ποσά που εξοικονομούνται από περικοπές γενναιόδωρων παροχών για προνομιούχες ομάδες). Η κατανομή των διαθέσιμων πόρων με γνώμονα την πολιτική επιρροή, και όχι την ανάγκη για κοινωνική προστασία, αποδείχθηκε συχνά η κατευθυντήρια αρχή πίσω από την άσκηση κοινωνικής πολιτικής.

Τώρα που οι διαθέσιμοι πόροι είναι σπανιότεροι παρά ποτέ, θα μπορούσαν οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες προτάθηκαν (ή, πολλές φορές, υπαγορεύθηκαν) από τους διεθνείς οργανισμούς να είναι ευκαιρία για αλλαγές προς την κατεύθυνση ενός αποτελεσματικότερου – αν και λιτότερου – κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα; Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να μιλάμε για εξισωτική μεταρρύθμιση υπό την πίεση της «τρόικας»;

Εάν διαχωρίσουμε τη μορφή από το περιεχόμενο, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι παρόλο που η μέθοδος των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων χρόνων ήταν δυσάρεστη, ίσως προσβλητική για τη δημοκρατία και την εθνική κυριαρχία, το περιεχόμενό τους συνιστούσε σε αρκετές περιπτώσεις σαφή βελτίωση των αντίστοιχων πολιτικών. Εξαιτίας του Μνημονίου έχουμε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα με μια (σχεδόν καθολική) βασική σύνταξη και μια (σχεδόν ανταποδοτική) αναλογική σύνταξη• μια επικουρική σύνταξη (για τους περισσότερους εργαζόμενους) που καθορίζεται βάσει του συστήματος της οιονεί κεφαλαιοποίησης• περιορισμό του κατακερματισμού της κοινωνικής ασφάλισης υγείας, σε συνδυασμό με αυστηρότερο έλεγχο των ιατρικών δαπανών• ένα ενισχυμένο σύστημα στήριξης των χαμηλών εισοδημάτων• μια ρεαλιστική προοπτική εφαρμογής του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Όλα αυτά ήταν στην ημερήσια διάταξη μιας εξισωτικής μεταρρύθμισης προς ένα βιωσιμότερο και δικαιότερο κοινωνικό κράτος επί πολλά χρόνια.

Το τι ακριβώς θα συμβεί από εδώ και πέρα είναι φυσικά άγνωστο. Ίσως τελικά η λαϊκή αντίδραση κατά της λιτότητας ενισχύσει την εδραιωμένη εχθρότητα απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, και στρέψει υπέρ μιας νοσταλγικής επιστροφής στο status quo ante. Κάτι τέτοιο θα ήταν ατυχές: οι αστοχίες του κοινωνικού κράτους προϋπήρχαν της κρίσης και το εμπόδισαν να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις κοινωνικές της επιπτώσεις. Ίσως πάλι προκύψει σταδιακά ένα αναμορφωμένο κοινωνικό κράτος, λιγότερο γενναιόδωρο προς τις ευνοημένες ομάδες, και οπωσδήποτε πιο αυστηρό συνολικά, αλλά ταυτόχρονα πιο αποτελεσματικό, καθώς επίσης και πιο δίκαιο απέναντι στα χαμηλότερα εισοδήματα. Σε μια δημοκρατική πολιτεία, σε τελευταία ανάλυση κάθε κοινωνία έχει τους θεσμούς που της ταιριάζουν. Η ετυμηγορία πρέπει να παραμείνει ανοιχτή.