Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πανεπιστήμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πανεπιστήμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιουνίου 2025

Τα ιδιωτικά ΑΕΙ και η ελληνική οικονομία

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 22 Ιουνίου 2025).

Έχει βάση ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι η λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων θα έχει «πολλαπλά οφέλη για τους φοιτητές, τις οικογένειές τους, και την ελληνική οικονομία»;

Φαίνεται ότι η πελατεία των ιδιωτικών πανεπιστημίων θα είναι βασικά εκείνη των πρώην κολλεγίων: νέοι που δεν τα πήγαν αρκετά καλά στις πανελλήνιες για να εισαχθούν στο (δημόσιο) πανεπιστημιακό τμήμα της επιλογής τους, από οικογένειες που δεν έχουν την οικονομική άνεση να τους στείλουν στο εξωτερικό. Υπό μια έννοια, η νομιμοποίηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, και η αναγνώριση «επαγγελματικών δικαιωμάτων» στους αποφοίτους τους, θα εκτρέψει προς αυτά ροές φοιτητών προς κάποια λιγότερο ελκυστικά πανεπιστήμια της επαρχίας ή ακόμη και του εξωτερικού.

Οφέλη για τους ίδιους τους φοιτητές δεν βλέπω. Η φοίτηση ακόμη και σε ένα μέτριο πανεπιστήμιο μακριά από το πατρικό σπίτι βοηθά στην ωρίμανση και στην εξοικείωση με την πραγματική ζωή, η δε επαφή με το πώς σκέφτονται, φέρονται, και εργάζονται οι άνθρωποι σε μια προηγμένη χώρα βοηθά στη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων. Αντιστρόφως, η φοίτηση σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο, σε κάποιο βολικό σημείο κοντά στο πατρικό σπίτι, αναβάλλει την ανεξαρτητοποίηση, που με τη σειρά της παρατείνει την ανωριμότητα και αναπαράγει τον επαρχιωτισμό. Όσο για τα υποτιθέμενα οφέλη για την οικογένεια, ας μην επεκταθώ άλλο. Το είδος της οικογένειας που ωφελεί η λειτουργία κάποιων ιδιωτικών πανεπιστημίων βλάπτει τα μέλη της, και βέβαια τη χώρα.

Και τα οφέλη για την ελληνική οικονομία; Ας θυμηθούμε καταρχάς ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει ήδη επεκταθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό των Ελλήνων ηλικίας 25-34 ετών που κατέχουν πτυχίο ή μεταπτυχιακό τίτλο έχει αυξηθεί από 24,8% το 2004 σε 44,5% το 2024, και πλέον ξεπερνά τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ (44,1% το 2024). Όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα της τελευταίας έρευνας του ΟΟΣΑ για τις δεξιότητες των ενηλίκων (PIAAC), 19% των πτυχιούχων ηλικίας έως 34 ετών στην Ελλάδα ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι, δηλαδή δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν σύντομα κείμενα πάνω σε καθημερινά θέματα, ή να κάνουν απλές πράξεις με ακέραιους αριθμούς. Σε καμιά άλλη χώρα δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Το πρόβλημα είναι τεράστιο όσο και παραγνωρισμένο, εντοπίζεται κυρίως στη δευτεροβάθμια (και στην πρωτοβάθμια) εκπαίδευση, αλλά φυσικά αφορά και τα δημόσια πανεπιστήμια. Το ερώτημα είναι αν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα εφαρμόζουν κανόνες που να αποτρέπουν τη χορήγηση πτυχίων σε λειτουργικά αναλφάβητους. Δεν έχουμε καμμία ένδειξη μεγαλύτερης αυστηρότητας, αντίθετα έχουμε πολλές ενδείξεις μεγαλύτερης χαλαρότητας. Ελπίζω να διαψευστώ, αλλά το βλέπω δύσκολο.

Πράγματι, η νομιμοποίηση της λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων ήταν μια περιττή εκκρεμμότητα που όφειλε να τακτοποιηθεί. Αυτό έγινε. Όμως η αναγκαία συζήτηση για τη διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ιδιωτικής και δημόσιας, δεν έχει καν αρχίσει.

Ακόμη και αν οι απόφοιτοι των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι εγγράμματοι, η συμβολή τους στην ελληνική οικονομία θα είναι αμφίβολη αν συγκεντρώνονται σε ήδη κορεσμένους κλάδους. Αλήθεια χρειαζόμαστε περισσότερους συμβούλους επιχειρήσεων, ψυχολόγους, γιατρούς, δικηγόρους; Εάν όχι, οι νέοι απόφοιτοι στην καλύτερη περίπτωση θα εκτοπίσουν απλώς κάποιους άλλους υποψήφιους για την ίδια θέση. Εάν το επίπεδο των δεξιοτήτων που κατέχουν είναι χαμηλότερο, το όφελος θα είναι αρνητικό.

Παραμένει το ερώτημα της συμβολής στην οικονομία των δημόσιων πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων. Εδώ το αναξιοποίητο κεφάλαιο είναι κυρίως η έρευνα. Είναι όμως επίσης μεγάλες οι δυνατότητες προσέλκυσης ξένων φοιτητών σε θερινά σχολεία ή μεταπτυχιακά προγράμματα στα αγγλικά. Αρκετά από τα δημόσια πανεπιστήμιά μας διαθέτουν τη φήμη, τις διεθνείς διασυνδέσεις, και το διδακτικό προσωπικό που θα τα καθιστούσαν ανταγωνιστικά. Υστερούν στις υποδομές (π.χ. για τη στέγαση των φοιτητών), στις διοικητικές υπηρεσίες, καθώς και στην ασφάλεια. Αν θέλουμε να βελτιώσουμε τη συμβολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην οικονομία, θα πρέπει να επενδύσουμε σε αυτά.

18 Φεβρουαρίου 2024

Οι οικονομικές επιπτώσεις των ιδιωτικών πανεπιστημίων



Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024).

Η συζήτηση για το εάν θα πρέπει να επιτραπεί η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων ή όχι, στα είκοσι περίπου χρόνια που διεξάγεται, έχει πλέον ωριμάσει – ενίοτε σε βαθμό σήψης. Είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό γιατί πρέπει να απαγορεύονται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ενώ επιτρέπονται π.χ. τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Ή γιατί η αντιπολίτευση υποστηρίζει τόσο σθεναρά μια ρύθμιση που χρονολογείται από τον καιρό της Χούντας. Ή πώς «υπερασπίζονται» το δημόσιο πανεπιστήμιο οι ομάδες που το καταστρέφουν (συστηματικά, εδώ και πολλά χρόνια). Ή πώς κοιμούνται τη νύχτα όσοι τους παρέχουν πολιτική κάλυψη.

Από εκεί και πέρα, τα περισσότερα επιχειρήματα των υπερμάχων της κυβερνητικής πρωτοβουλίας δεν μου φαίνεται να αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Ας δούμε εν συντομία τρία από αυτά.

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα σταματήσουν την «αιμορραγία» των Ελλήνων φοιτητών στο εξωτερικό. Ας ελπίσουμε πως όχι. Η διαμονή για μερικά χρόνια σε μια ευνομούμενη ξένη χώρα, και η ένταξη σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με δικαιώματα και υποχρεώσεις, είναι ένα από τα τελευταία αντίδοτα κατά του επαρχιωτισμού και του αντιδυτικισμού που διαθέτει η χώρα. Όσοι επιστρέφουν στην Ελλάδα με πτυχίο από ένα καλό ξένο πανεπιστήμιο είναι εφοδιασμένοι όχι μόνο με περισσότερες γνώσεις, αλλά με πλουσιότερες εμπειρίες, γνωριμίες, φιλίες με διαφορετικούς ανθρώπους, διευρυμένους ορίζοντες, ανοιχτές αντιλήψεις. Στο ελληνικό παράρτημα του ίδιου πανεπιστημίου θα μπορούν να αποκτήσουν το πολύ μόνο τις γνώσεις.

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα μας εξοικονομήσουν συνάλλαγμα. Κάποτε οι φιλελεύθεροι ήταν υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, τώρα φαίνεται ότι είναι υπέρ της υποκατάστασης εισαγωγών, όπως οι ηγέτες των χωρών της Λατινικής Αμερικής στη δεκαετία του ‘60. Ας δεχθούμε όμως ότι η Ελλάδα διαθέτει κάποιο συγκριτικό πλεονέκτημα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: έμψυχο δυναμικό υψηλού επιπέδου (αυτό ισχύει), ικανότητα οργάνωσης και διοίκησης των σπουδών (που αν ισχύει το κρύβουμε πολύ καλά), φοιτητική μέριμνα (no comment), καλές βιβλιοθήκες (βλ. προηγούμενο σχόλιο), και όλα τα υπόλοιπα. Γιατί να μην δοκιμάσουμε αυτό το – πραγματικό ή υποτιθέμενο – συγκριτικό πλεονέκτημα όχι για να εμποδίσουμε τους Έλληνες να σπουδάζουν στο εξωτερικό, αλλά για να προσελκύσουμε ξένους φοιτητές να σπουδάζουν στη χώρα μας; Και γιατί να μην ενθαρρύνουμε και τα δημόσια πανεπιστήμια να κάνουν το ίδιο, προσφέροντας (και διαφημίζοντας επιθετικά) υψηλού επιπέδου αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών στην Ελλάδα;

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα συμβάλλουν στην αναβάθμιση των δημόσιων ΑΕΙ. Παρότι το επιχείρημα αυτό έχει συνδεθεί στη μνήμη μου με τον Σταύρο Τσακυράκη, έναν άνθρωπο που μπροστά του αισθανόμουν μόνο δέος, και για τον οποίο σήμερα αισθάνομαι νοσταλγία, δεν μπορώ να μην αναλογίζομαι τον αντίλογο. Τα ιδιωτικά νοσοκομεία δεν συνέβαλαν στην αναβάθμιση του ΕΣΥ, αντίθετα διευκόλυναν τη φυγή των μεσοστρωμάτων από αυτά, στερώντας τα από οικονομικούς και πολιτικούς πόρους. («Αποχώρηση» αντί για «διαφωνία», ή καλύτερα «διαμαρτυρία», σύμφωνα με το σχήμα του Άλμπερτ Χίρσμαν.) Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι όπως ακριβώς έχουν αφεθεί στην τύχη τους τα δημόσια νοσοκομεία, παρόμοια μοίρα περιμένει και τα δημόσια πανεπιστήμια.

Και όμως, μια πολιτική τάξη (στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση) που έχει χωνέψει το κεντρικό δίδαγμα της τελευταίας 15ετίας, ότι δηλ. μόνο μια δυναμική εξαγωγική οικονομία υψηλών δεξιοτήτων μπορεί να εγγυηθεί ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από αυτό στο οποίο έχουμε «κολλήσει», αντί να φιλονικεί για το εάν θα πρέπει να επιτρέπονται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, θα αντιδικούσε για πιο ενδιαφέροντα ζητήματα.

  • Πώς θα προστατεύσουμε τους φοιτητές από σπουδές χαμηλής ποιότητας, σε δημόσια ή σε ιδιωτικά πανεπιστήμια που εκμεταλλεύονται την υπερβολική πίεση των οικογενειών για πτυχίο;
  • Πώς θα αποκαταστήσουμε το κύρος της δημόσιας εκπαίδευσης, σε όλες τις βαθμίδες; Με ποια δοσολογία αξιολόγησης / αυτονομίας / λογοδοσίας (και βελτιωμένης χρηματοδότησης);
  • Πώς θα απαλλάξουμε τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα από την ασφυκτική γραφειοκρατία; Πώς θα ενισχύσουμε τη συνεργασία τους με τις επιχειρήσεις;
  • Πώς θα δημιουργήσουμε τις συνθήκες για άμιλλα, συνεργασία, και υγιή ανταγωνισμό στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;
  • Πώς θα εξασφαλίσουμε ότι κανένα έξυπνο και εργατικό αγόρι και κορίτσι δεν θα μένει έξω από το καλύτερο πανεπιστήμιο μόνο και μόνο επειδή η οικογένειά του δεν έχει χρήματα για δίδακτρα (ή για ενοίκιο, για βιβλία κτλ.);

Μια τέτοια δημιουργική αντιπαράθεση έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Όποιος έχει ιδέες και προτάσεις, ας συμβάλλει σε αυτήν.

8 Δεκεμβρίου 2018

Η θλιβερή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018).

Σε τι οφείλεται η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να εμποδίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16 που απαγορεύει την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων; Οπωσδήποτε όχι στην έγνοια του κόμματος αυτού για τη δημόσια εκπαίδευση. Όπως γνωρίζουν καλά όσοι δεν ζούσαν σε άλλο πλανήτη τα τελευταία χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τεράστια ευθύνη για τη θλιβερή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Οι κύριοι λόγοι για αυτό είναι τρεις: υποχρηματοδότηση, ασφυκτικό ρυθμιστικό πλαίσιο, αδιαφορία για την ασφάλεια όσων εργάζονται και σπουδάζουν στα ΑΕΙ της χώρας.

Ας δεχθούμε ότι για την υποχρηματοδότηση φταίει η κρίση και οι προηγούμενες κυβερνήσεις (αν και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκυβερνά ήδη 3+ χρόνια). Στα άλλα δύο οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ είναι συντριπτικές.

Για τα φαινόμενα βίας και ανομίας, έχουν γραφτεί πολλά. Το περίφημο «άσυλο» δεν προστατεύει την κίνηση ιδεών. Εδώ και χρόνια έχουν πάψει να διοργανώνονται ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αφού κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των ομιλητών, όταν αυτά που λένε δεν αρέσουν στις γνωστές ακραίες ομάδες που δρουν σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια. (Δηλαδή πάντοτε: εάν αυτά που λέγονται άρεσαν στους μπαχαλάκηδες και στους χρυσαυγίτες, δεν θα ήταν ενδιαφέρουσες οι εκδηλώσεις.) Το «άσυλο», πίσω από το οποίο έχει οχυρωθεί μια φυγόπονη αστυνομία, προστατεύει μόνο την ιδιότυπη βιοτεχνία του εγκλήματος, λίγο-πολύ οργανωμένου, που έχει ανθίσει σε αυτό το αρρωστημένο περιβάλλον, και ειδικεύεται στην διακίνηση ναρκωτικών και στην κλοπή εξοπλισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πουλάει την ηρωίνη ούτε κάνει λαθρεμπόριο υπολογιστών, αλλά προσφέρει πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα βίας και ανομίας, εδώ και πολλά χρόνια – αρχικά ως αντιπολίτευση, στη συνέχεια ως κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι ιστορικά ιδρύματα όπως το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (όπου δίδασκα μέχρι πρόσφατα), παρότι διαθέτουν εξαιρετικό έμψυχο δυναμικό (καθηγητές που «στέκονται» με αξιώσεις διεθνώς, και διοικητικούς υπαλλήλους που εργάζονται με ευσυνειδησία), λειτουργούν πλέον από κεκτημένη ταχύτητα: χωρίς πόρους, σε τριτοκοσμικό περιβάλλον, και στο έλεος διαταραγμένων ατόμων που ανά πάσα στιγμή μπορούν να προπηλακίσουν οποιονδήποτε καθηγητή ή και τον πρύτανη (όπως έχει επανειλημμένα συμβεί), χωρίς καμμιά απολύτως συνέπεια.

Η αλλοπρόσαλλη πολιτική των τελευταίων χρόνων έχει επιταχύνει την υποβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Η χώρα δεν θα βγει από την κρίση χωρίς πολίτες με κριτική σκέψη, και εργαζόμενους με υψηλές δεξιότητες. Αλλά η κυβέρνηση, με την απέχθειά της για την έρευνα και για την αριστεία, έχει αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Η μόνη της έγνοια είναι να διορίσει τους εκλεκτούς της, να ανοίξει δουλειές για ενοικιαζόμενα δωμάτια και σουβλατζίδικα ιδρύοντας πανεπιστημιακά τμήματα στη μέση του πουθενά, και να ψαρέψει ψήφους μετονομάζοντας τα ΤΕΙ σε ΑΕΙ, αδιαφορώντας πλήρως για την αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης (που παραμένει αναγκαία).

Ο ΣΥΡΙΖΑ νομίζει ότι εμποδίζοντας την αναθεώρηση του άρθρου 16 εμφανίζεται «επικοινωνιακά» ως υπερασπιστής της δημόσιας εκπαίδευσης. Μάλλον περνάει για αφελείς όσους έχουν ζήσει από κοντά την παρακμή του δημόσιου πανεπιστημίου – και είναι πολλοί: καθηγητές, εργαζόμενοι, φοιτητές, γονείς και φίλοι. Στο βαθμό που η βλάβη δεν είναι οριστική, το κοπιαστικό έργο της αναβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης περνά στην επόμενη κυβέρνηση. Ας ελπίσουμε ότι θα τα καταφέρει καλύτερα.

21 Απριλίου 2012

Το πανεπιστήμιο της ανομίας

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 21 Απριλίου 2012)

Το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι βαριά άρρωστο: λειτουργεί σε ένα θεσμικό κενό, και σε μια ατμόσφαιρα διάχυτης ανομίας.

Το θεσμικό κενό προκύπτει από την απροθυμία των πολιτικών δυνάμεων να υποστηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις που (υποτίθεται ότι) προτείνουν, καθώς και από την αδυναμία του κράτους να εφαρμόσει τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή.

Ο νόμος Γιαννάκου προσέκρουσε στη λυσσαλέα αντίδραση των φοιτητικών παρατάξεων της αριστεράς, καθώς και όσων πανεπιστημιακών πρόσκεινται σε αυτές. Οι τελευταίοι όμως ηττήθηκαν όταν η πλειοψηφία των διδασκόντων, που τάσσονται υπέρ της μεταρρύθμισης, αποφάσισαν να ενεργοποιηθούν στους συλλόγους τους. Ο βασικός λόγος για τον οποίο ο νόμος Γιαννάκου δεν εφαρμόστηκε ήταν άλλος: η υπονόμευσή του εκ των ένδον, αφενός από τη φοιτητική παράταξη της ΝΔ και αφετέρου από την ίδια την κυβέρνηση Καραμανλή. Η πρώτη είδε τη μείωση της επιρροής των φοιτητών στους θεσμούς διοίκησης των πανεπιστημίων ως απειλή για το σύστημα πελατειακών σχέσεων στο οποίο (και αυτή) πρωταγωνιστεί. Η δεύτερη αποφάσισε ότι η υπόθεση του βιβλίου ιστορίας, καθώς και η άρνηση της κυρίας Γιαννάκου να υποκύψει στις πιέσεις του εθνικιστικού μπλοκ, είχαν κάνει την παραμονή της στο υπουργείο ασύμφορη.

Ο νόμος Διαμαντοπούλου ήταν θεωρητικά ισχυρότερος, αφού ψηφίστηκε από μια ευρύτερη πλειοψηφία βουλευτών. Όμως δεν κατάφερε να πείσει παρά μόνο ένα υποσύνολο των εν δυνάμει υποστηρικτών του μεταξύ των πανεπιστημιακών. Και πάλι, αυτό δεν αρκεί για να δικαιολογήσει (ούτε καν να εξηγήσει) τη μη εφαρμογή του: σε μια ευνομούμενη πολιτεία, υπάρχει περιθώριο για μια συντεταγμένη αναθεώρηση όσων πτυχών μιας μεταρρύθμισης κρίνονται ανεφάρμοστες ή ατελέσφορες. Όχι, το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις, που στα λόγια υποστήριξαν τη μεταρρύθμιση, έχασαν γρήγορα το ενδιαφέρον τους για αυτή. Και φαίνεται ότι αυτό ισχύει και για την ίδια την κυρία Διαμαντοπούλου.

Η βίαιη διάλυση των εκλογών για συμβούλια διοίκησης από τις γνωστές ομάδες της άκρας αριστεράς συνέβαλε φυσικά στην γενική παράλυση. Όμως, ο ρόλος των επεισοδίων θα ήταν λιγότερο καθοριστικός, εάν οι πολιτικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι αντιτάσσονται στη βία δεν την εκμεταλλεύονταν για την προώθηση της δικής τους αντιμεταρρυθμιστικής ατζέντας.

Με αυτά και με αυτά, το πανεπιστήμιο κινδυνεύει να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο εμβληματικούς θεσμούς της Ελλάδας της κρίσης. Ένας θεσμός όπου οι νόμοι όχι μόνο παραβιάζονται χωρίς συνέπειες από οποιονδήποτε νομίζει ότι θίγεται από αυτούς, αλλά επίσης περιφρονούνται τόσο από τη νομοθετική όσο και από την εκτελεστική εξουσία. Πώς αλλιώς εξηγείται η άρνηση των δύο μεγάλων κομμάτων να επιβάλλουν τη μεταρρύθμιση που ψήφισαν στη Βουλή; Πώς αλλιώς ερμηνεύεται η άνεση με την οποία ο νέος υπουργός παιδείας (και, ιδίως, θρησκευμάτων) επιλέγει ποιες διατάξεις εφαρμόζει και ποιες όχι;

Κάπως έτσι πορευόμαστε προς τις εκλογές. Με πολιτικούς που υπόσχονται να βγάλουν τη χώρα από την οξύτερη κρίση της πρόσφατης ιστορίας της, ενώ στην πραγματικότητα παραμένουν προσκολλημένοι στις πιο καθυστερημένες αντιλήψεις του 19ου αιώνα.

1 Μαΐου 2011

Απροϋπόθετο πανεπιστήμιο στη Ρούμελη με έδρα τη Λαμία;

Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Μάιος 2011). 
Διαβάζω πάντοτε με πολύ ενδιαφέρον τα άρθρα του Δημήτρη Παπανικολάου. Η χωρίς περιστροφές επιχειρηματολογία και το ευθύ, ενίοτε πολεμικό ύφος του μου φαίνονται απολαυστικά – και απείρως προτιμότερα τόσο από τον δήθεν καθωσπρεπισμό, όσο και από τα υπονοούμενα για μυημένους, που συνήθως χαρακτηρίζουν την «πάλη των ιδεών» εν Ελλάδι. Με το ίδιο ενδιαφέρον, αλλά πιο ανάμικτα αισθήματα, διάβασα το πρόσφατο άρθρο του «Καλά κέρδη: μια ιστορία από τον κόσμο της 'πανεπιστημιακής αυτοτέλειας'» (The Books’ Journal, Απρίλιος 2011). Η υπόθεση της χορηγίας Καντάφι στη London School of Economics, και των αντισταθμιστικών οφελών που αυτή φαίνεται να εξασφάλισε στο λιβυκό καθεστώς, είναι πράγματι διδακτική: δείχνει τους κινδύνους που απειλούν ένα πανεπιστήμιο που αναγκάζεται να αναζητά πόρους για την επιβίωση (ή επέκταση) του. Όμως ο Δημήτρης Παπανικολάου φαίνεται να πιστεύει ότι το πραγματικό δίδαγμα της υπόθεσης Καντάφι-LSE για τον Έλληνα αναγνώστη είναι άλλο. Επειδή το «αγγλοσαξονικό μοντέλο ακολουθεί το πρότυπο που κάποιοι θέλουν να επιβάλουν και στην Ελλάδα», κάπου στα μισά του άρθρου ο αρθρογράφος αλλάζει στόχο: αφού πρώτα κατακεραυνώσει τον «νεο-εκσυγχρονιστικό λόγο», στη συνέχεια συνηγορεί υπέρ του «απροϋπόθετου πανεπιστημίου», και καταλήγει διαχωρίζοντας τη θέση του από την «προδιαγεγραμμένη πορεία» προς το «αυτόνομο πανεπιστήμιο» (εννοεί αυτό που άλλοι ονομάζουν «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο»), ευχόμενος στους υπόλοιπους «καλά και αυτόνομα κέρδη». Ελπίζω ότι δεν αδικώ το άρθρο συνοψίζοντας το νοητικό σχήμα του ως εξής: «Ο κόσμος εκεί έξω είναι νεοφιλελεύθερος, δηλαδή σκληρός και επικίνδυνος. Για αυτό, όποια και να είναι η κατάσταση του ελληνικού πανεπιστημίου, αφήστε κατά μέρος τις ανοησίες περί μεταρρύθμισης. Δεν βλέπετε πού μπορεί να οδηγήσει; Καλύτερα απροϋπόθετο πανεπιστήμιο στη Ρούμελη με έδρα τη Λαμία, παρά LSE με χορηγία Καντάφι». Προφανώς ο Δημήτρης Παπανικολάου θεωρεί αδιανόητο να ανησυχεί κανείς για τις ακραίες συνέπειες της πανεπιστημιακής επιχειρηματικότητας, και ταυτόχρονα να αναζητά μια διέξοδο από το σημερινό τέλμα του ελληνικού πανεπιστημίου. Πιστεύω ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό άξιο λόγου ζήτημα για τα πανεπιστήμια (σήμερα, στην Ελλάδα) είναι το πώς: (α) θα ξεφύγουμε από την απερίγραπτη παρακμή του ελληνικού πανεπιστημίου, (β) μαθαίνοντας από την εμπειρία άλλων χωρών (και φυσικά αποφεύγοντας τα λάθη τους), (γ) σε συνθήκες μιας άνευ προηγουμένου δημοσιονομικής στενότητας – και (δ) με την εκπαιδευτική πολιτική στον ασφυκτικό έλεγχο ενός ανθρώπου (του υφυπουργού κ. Πανάρετου) που συμβολίζει με το χειρότερο τρόπο τις τραγικές ανεπάρκειες της κυβέρνησης στην οποία ανήκει. Παραδέχομαι ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο. Αντίθετα, είναι πολύ ευκολότερο να γράφει κανείς ιερεμιάδες για τα προβλήματα των ευρωπαϊκών ή αμερικανικών πανεπιστημίων. Ή να ξεμπερδεύει με τα αδιέξοδα του ελληνικού πανεπιστημίου, και συνάμα με τα διλήμματα της δημόσιας χρηματοδότησης της μαζικοποιημένης ανώτατης εκπαίδευσης τον καιρό της λιτότητας, με τον περισπούδαστο όρο «απροϋπόθετο πανεπιστήμιο». Πολύ ευκολότερο – μα επίσης τόσο θλιβερά ανεπαρκές.

16 Ιανουαρίου 2011

Τα αποτελέσματα του συνεδρίου της ΠΟΣΔΕΠ

Σε σχέση με το προηγούμενο συνέδριο σημειώθηκαν μικρές μετατοπίσεις:

- Ελαφριά υποχώρηση των δυνάμεων της πλειοψηφίας ΚΙΠΑΝ και ΑΡΜΕ.

- Άνοδος της ΑΣΚΕΥ (Ιατρικές σχολές).

- Εξασθένηση της Συσπείρωσης και της ΔΗΠΑΚ.

- Δυναμική εμφάνιση της άκρας αριστεράς (Δίκτυο), που προέκυψε από διάσπαση της Συσπείρωσης.

Η σύνθεση του Προεδρείου έμεινε η ίδια (πρόεδρος ΚΙΠΑΝ, γραμματέας ΑΡΜΕ).

15 Ιανουαρίου 2011

Ομιλία στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Αρκετές από τις ομιλίες που ακούσαμε σήμερα και χθες φαίνεται να αγνοούν ένα κρίσιμο ζήτημα: ότι η χώρα μας έχει ουσιαστικά χρεωκοπήσει. Αυτό που τη χωρίζει από την τυπική χρεωκοπία είναι ο μηχανισμός στήριξης, δηλ. η διεθνής οικονομική βοήθεια.

Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να συζητήσουμε το πώς και το γιατί φτάσαμε έως εδώ. Είναι όμως αφέλεια (συχνά, ιδιοτελής αφέλεια) να υποκρινόμαστε ότι για την ουσιαστική χρεωκοπία της χώρας μας φταίει μόνο η Siemens, το Βατοπαίδι, οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις (όσες από τις οποίες δεν έχουν φύγει προ πολλού από τη χώρα μας αποχωρούν τώρα).

Αυτό που έχει αποτύχει είναι ένα ολόκληρο μοντέλο ανάπτυξης, καθώς και το μεταπολιτευτικό μοντέλο πολιτικής: το αφόρητο μείγμα λαϊκισμού και κοινωνικού εγωϊσμού, στοχοπροσηλωμένου στην ιδιοποίηση δημόσιων πόρων από ιδιωτικά συμφέροντα, μικρά και μεγάλα, που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Ένα μείγμα διανθισμένο με αγωνιστική ρητορεία, ακόμη και όταν προέρχεται από τον Σαμαρά ή τον Γκλέτσο.

Άκουσα με προσοχή τον εισηγητή της Συσπείρωσης – δεν συγκράτησα το όνομά του – στη συζήτηση για τον απολογισμό. Δεν σας κρύβω ότι ο μετρημένος τόνος του και η ηπιότητα του λόγου του μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Η ήττα του (ας μου επιτραπεί η έκφραση) υστερικού αριστερισμού στο προηγούμενο συνέδριο είχε ευεργετικές επιδράσεις, οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές. Αυτό είναι πολύ θετικό.

Είπε κάτι, λοιπόν, ο συνάδελφος της Συσπείρωσης που αξίζει να μας απασχολήσει: ότι η απερχόμενη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (δεν θυμάμαι την ακριβή διατύπωση) είναι αποκομμένη από τα προβλήματα των εργαζομένων, επειδή δεν ανέλαβε αγωνιστικές πρωτοβουλίες (δηλ. δεν έκλεισε το πανεπιστήμιο για μισό εξάμηνο ανά εξάμηνο, όπως συνέβαινε παλαιότερα).

Σοβαρά; Αναρωτιέμαι τι είδους εργαζόμενους συναναστρέφεται η «αριστερή» μας αντιπολίτευση εκτός πανεπιστημίου: επαγγελματίες επαναστάτες; συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ; Οι δικοί μου φίλοι εργάζονται σχεδόν όλοι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, αρκετοί με χαμηλές αμοιβές, κάποιοι ζουν με το φόβο μήπως μείνουν άνεργοι. Από εμάς δεν περιμένουν να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τις συντεχνίες που παραλύουν τη χώρα για να μην περάσει το πλαφόν των 4.000 ευρώ το μήνα. Ούτε μπορούν να καταλάβουν γιατί οι φορολογούμενοι και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να πληρώνουν για να είναι το πανεπιστήμιο ξέφραγο αμπέλι. Όπου όποιος θέλει δουλεύει, όποιος δεν θέλει όχι. Όπου όποια ομάδα θέλει (με ή χωρίς πολιτική ταμπέλα) μπαίνει μέσα, καταστρέφει τα κτίρια, κλέβει τον εξοπλισμό - και κανείς δεν κάνει τίποτε. Αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν, και ποιος μπορεί να τους αδικήσει.

Για να κερδίσουμε το δικαίωμα να αντικρύζουμε τους απλούς εργαζόμενους στα μάτια, ένας μόνο τρόπος υπάρχει. Να δουλεύουμε καλύτερα και περισσότερο. Να διδάξουμε στους φοιτητές μας μια ακέραια στάση ζωής. Να κάνουμε αυτό που μας αναλογεί για να γίνει το πανεπιστήμιο ένα υγιές κύτταρο σε μια αρρωστημένη κοινωνία: χώρος μελέτης και δημιουργίας, ανήσυχης αναζήτησης, εργαστήρι παραγωγής ιδεών.

Αυτό θα πρέπει να είναι το πρόγραμμα δράσης της ΠΟΣΔΕΠ τα επόμενα χρόνια. Παρότι οι αμοιβές μας είναι καθηλωμένες εδώ και πολλά χρόνια σε χαμηλά επίπεδα. Παρότι ο εξοπλισμός των πανεπιστημίων δεν είναι αυτός που θα έπρεπε. Μπορούμε και πάλι να τα καταφέρουμε.

Αυτό το χρωστάμε στους απρόσμενα πολλούς συναδέλφους μας που αυτό κάνουν ήδη. Που πηγαίνουν κάθε μέρα στο γραφείο τους, σε ένα συνήθως άθλιο περιβάλλον, για να δώσουν στο μάθημα τον καλύτερο εαυτό τους. Που ντρέπονται να δείξουν στους τυχερότερους συναδέλφους τους των άλλων χωρών σε ποιες ακριβώς συνθήκες κάνουν έρευνα, και παρόλα αυτά καταφέρνουν και στέκονται με αξιώσεις στα διεθνή συνέδρια. Εμείς αυτούς πρέπει να εκπροσωπήσουμε – είτε ψηφίζουν εμάς, είτε εσάς, είτε δεν ψηφίζουν καθόλου.

Προτείνω να εφαρμόσουμε αυτό το πρόγραμμα δράσης γιατί μου φαίνεται σωστό. Είναι όμως επίσης η σοφότερη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε σε όσους γενικεύουν υπαρκτά προβλήματα (στη δημιουργία των οποίων φυσικά πρωταγωνίστησαν οι ίδιοι), προβάλλοντας μια εικόνα που μας αδικεί και μας εξοργίζει. Είναι τέλος ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται, και που έχει ανάγκη από θετικά πρότυπα.

28 Νοεμβρίου 2009




Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη από τον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης www.protagon.gr

7 Οκτωβρίου 2009

Η ΠΟΣΔΕΠ, τα κολέγια και ο «ανταγωνισμός»

Επιστολή στην «Καθημερινή» (δεν δημοσιεύτηκε ποτέ)

Ο αγαπητός κ. Γουσέτης νομίζω ότι αυτή τη φορά αστόχησε («Ο φόβος του ανταγωνισμού», Καθημερινή, 7 Οκτωβρίου 2009). Τα δημόσια πανεπιστήμια δεν «φοβούνται τον ανταγωνισμό» με κολέγια που μετονομάζονται σε πανεπιστήμια από τη μια μέρα στην άλλη. Διαμαρτύρονται για τον αθέμιτο ανταγωνισμό – και νομίζω δικαιούνται να το κάνουν.

Τα περισσότερα κολέγια δεν παρέχουν γνώσεις, πουλάνε πτυχία. Τα πτυχία αυτά, παρά τη σφραγίδα του ξένου πανεπιστημίου (συνήθως όχι πρώτης γραμμής) δεν έχουν σήμερα σοβαρό αντίκρυσμα στην αγορά. Μια μεγάλη επιχείρηση θα προτιμήσει έναν απόφοιτο του Οικονομικού Πανεπιστημίου (στο οποίο διδάσκω) από έναν απόφοιτου του κολεγίου x που συνεργάζεται με το y ξένο πανεπιστήμιο. Η στάση των επιχειρήσεων δεν θα αλλάξει εάν τα κολέγια εξισωθούν τυπικά με τα πανεπιστήμια, ούτε επηρεαζόταν μέχρι τώρα από το ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε.

Αλλού είναι το πρόβλημα. Η εξίσωση των κολεγίων με τα πανεπιστήμια αφορά το όνειρο χιλιάδων νέων και των οικογενειών τους για μια θέση στο Δημόσιο. Τα περισσότερα κολέγια προσφέρουν την ευκαιρία μιας εύκολης και χωρίς κόπο (και χωρίς γνώσεις) αποφοίτησης. Ο πρόσφατος νόμος της κυβέρνησης ΝΔ δεν προσπαθεί καν να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι, να αναδείξει κάποια κολέγια τα οποία λέγεται ότι κάνουν πιο σοβαρή δουλειά και να αποκλείσει τα υπόλοιπα. Θέτει προϋποθέσεις άσχετες με την ποιότητα των σπουδών – ακόμη και αυτές ο απερχόμενες υπουργός Παιδείας τις αγνόησε.

Η ΠΟΣΔΕΠ αντιτιθέμενη στο νόμο για τα κολέγια δεν υπερασπίζεται τα στενά συμφέροντα μιας συντεχνίας αλλά το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Η ΠΟΣΔΕΠ είναι υπέρ της αξιολόγησης των δημοσίων πανεπιστημίων και υπέρ της αναζήτησης ενός τρόπου συμμόρφωσης με τη κοινοτική νομοθεσία που να μην ευτελίζει το περιεχόμενο των σπουδών και την αξία του πτυχίου.

Όσο για τους ομότιμους καθηγητές που έσπευσαν να θέσουν υπό την προστασία τους τα νέα κολέγια, εμείς ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να τους «καθαιρέσουμε» - πολύ περισσότερο να τους «ατιμώσουμε». Δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να τους θυμίσουμε ότι είναι άκομψο να χρησιμοποιεί κανείς το κύρος ενός τιμητικού τίτλου του δημόσιου πανεπιστημίου για να υπηρετεί τον (αθέμιτο) ανταγωνισμό – για αυτό άλλωστε τους προτείναμε να αρκεστούν στον τίτλο του πρώην καθηγητή. Θελήσαμε επίσης να θυμίσουμε στις αρχές των πανεπιστημίων ότι ο τίτλος του ομότιμου είναι τιμητικός, και θα πρέπει να απονέμεται με φειδώ και προσοχή.

Τα υπόλοιπα περί Ντρέυφους, Τρότσκι και Μοχάμεντ Άλι (Κάσσους Κλαίυ τότε;) μάλλον οφείλονται σε παρεξήγηση.

22 Μαΐου 2009

Ειδήσεις από το μέλλον

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» με τον τίτλο «Ο πελατειακός φοιτητικός συνδικαλισμός» (Παρασκευή 22 Μαΐου 2009)

Όσοι μέσα στην απελπισία τους από το αναμφίβολα απογοητευτικό επίπεδο της κομματικής αντιπαράθεσης στην κεντρική πολιτική σκηνή σκέφτονται ότι στο μέλλον τα πράγματα (δεν μπορεί!) θα είναι καλύτερα, αφού μια νέα γενιά ανοιχτόμυαλων / μορφωμένων / έντιμων πολιτικών θα έχει αντικαταστήσει την αποτυχημένη / ανίκανη / διεφθαρμένη [συμπληρώστε το επίθετο της αρεσκείας σας] γενιά που είναι σήμερα στα πράγματα, μάλλον καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν. Εάν ο φοιτητικός συνδικαλισμός δείχνει την ποιότητα των πολιτικών ελίτ και το επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας δέκα με είκοσι χρόνια αργότερα (έτσι δεν γινόταν μέχρι τώρα;), τότε το μέλλον μπορεί να είναι χειρότερο από το παρόν – και μάλιστα πολύ.

Υπερβολές; Λίγα κλικ στα φόρουμ των φοιτητικών παρατάξεων (εκεί που ο λόγος των κομματικοποιημένων φοιτητών εκφράζεται χωρίς διαμεσολάβηση), ή στα φιλμάκια που κυκλοφορούν στο you tube (με θέμα π.χ. κάποια πρόσφατη συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων κομματικών στρατών σε κάποιο πανεπιστήμιο), θα πείσουν και τους πιο δύσπιστους για μερικές απλές αλήθειες που δεν λέγονται συχνά, αλλά είναι κομμάτι της καθημερινότητας όσων εργάζονται στα Ελληνικά πανεπιστήμια. Ότι δηλαδή η υπερ-πολιτικοποίηση της πρώτης μεταπολίτευσης έχει σταδιακά μετατραπεί σε μια μαχητικότητα κούφια, που συσπειρώνει σε «tribal» βάση, με ελάχιστα ή καθόλου πολιτικά χαρακτηριστικά, με μια κουλτούρα βίαιη, παρόμοια με αυτή των φανατικών οπαδών, και με φόντο την απάθεια πολλών φοιτητών – ειδικά εκείνων που ενδιαφέρονται για τις σπουδές τους.

Η βία του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου είναι η (σχετικά) περισσότερο συζητημένη πτυχή αυτού του προβλήματος. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου («το δεύτερο ‘21», σύμφωνα με έναν από τους θεωρητικούς της) άφησε πίσω της μια κληρονομιά βίας, και ανοχής στη βία, η οποία έχει ήδη δώσει πολλά απεχθή δείγματα γραφής (με πιο πρόσφατο την επίθεση στον Μισέλ Φάις), και σίγουρα θα δώσει και άλλα. Ωστόσο, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών της περασμένης εβδομάδας, η εξέγερση δεν προκάλεσε την παραμικρή μετατόπιση στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης. Ούτως ή άλλως, η αντιεξουσιαστική βία έχει σοβαρά κοινωνικά αίτια, αξιοσημείωτη καταστροφική ισχύ, δυνητικά δραματικές συνέπειες για όσους την υφίστανται, αλλά μικρή πολιτική σημασία. Ίσως η μόνη πολιτική συνέπεια των Δεκεμβριανών (εκτός από την αύξηση της επιρροής του ΛΑΟΣ) ήταν η αποκάλυψη της φτώχειας ιδεών και της ηθικής χρεωκοπίας της ριζοσπαστικής αριστεράς – η οποία, εάν βρήκε κάτι μεμπτό στο εφιαλτικό όραμα και στις ακόμη εφιαλτικότερες μεθόδους των παιδιών με τις κουκούλες, δεν μας το έχει πει ακόμη.

Όμως, θα περίμενε κανείς ότι η βία των αντιεξουσιαστών θα προσέκρουε στην αποφασιστική στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικά ενεργών φοιτητών, και ειδικά όσων πρόσκεινται στα κόμματα εξουσίας. Θα ήταν πράγματι λογικό – αλλά απλώς δεν ισχύει. Συχνά η καταδίκη της βίας εκ μέρους μιας από τις μεγάλες παρατάξεις ακούγεται εξίσου πειστική και εξίσου εμφορούμενη από θέσεις αρχής όπως η καταδίκη εκ μέρους κάποιας ΠΑΕ των βιαιοτήτων που διέπραξαν οι οπαδοί κάποιας άλλης ΠΑΕ. Στο πανεπιστήμιό μου, οι οπαδοί των δύο μεγάλων παρατάξεων την τελευταία χρονιά (δηλ. εν μέσω καταλήψεων και εξεγέρσεων) δεν παρέλειψαν να συγκρουστούν κατά μέσο όρο κάθε δύο μήνες, με απίστευτη αγριότητα και πάντοτε με ασήμαντη αφορμή: τις εγγραφές των πρωτοετών, τις μεταγραφές, και άλλα τέτοια υψίστης σημασίας θέματα.

Αυτή η όψη του φοιτητικού συνδικαλισμού, πολύ λιγότερο συζητημένη, δεν αφορά μόνο τις μορφές της πολιτικής αντιπαράθεσης στα πανεπιστήμια, αλλά και το ίδιο της το περιεχόμενο. Οι φοιτητικές παρατάξεις δεν ασχολούνται πλέον με τον τρόπο μετάδοσης της γνώσης, με την αναπαραγωγή της, με το τι έχει να πει το πανεπιστήμιο για όσα συμβαίνουν στον έξω κόσμο, με την καθημερινότητα της φοιτητικής ζωής, με το τι κάνουν οι φοιτητές όταν παύουν να είναι φοιτητές. Ο κομματικός ανταγωνισμός γίνεται πλέον στη βάση παροχών προς τους φοιτητές-πελάτες.

Άλλοτε οι παρατάξεις «ντουμπλάρουν» τις διοικητικές υπηρεσίες: τυπώνουν το πρόγραμμα των μαθημάτων, των εξετάσεων, τις ώρες γραφείου, τα θέματα προηγούμενων εξετάσεων κτλ.

Άλλοτε προσφέρουν διευκολύνσεις που κάνουν τη ζωή των φοιτητών λιγότερο κοπιαστική αλλά ρίχνουν το επίπεδο των σπουδών: πίεση στα όργανα διοίκησης και κατ’ ιδίαν στους καθηγητές για λιγότερη ύλη, ευκολότερα θέματα, καλύτερους βαθμούς, περισσότερες αναβαθμολογήσεις, περισσότερες εξεταστικές περιόδους κτλ.

Άλλοτε υπονομεύουν ανοιχτά το ρόλο του πανεπιστημίου: αυτοσχέδιες ομιλίες την ώρα του μαθήματος παρά τις διαμαρτυρίες του καθηγητή, συστήματα μαζικής αντιγραφής στις εξετάσεις με χρήση προηγμένων τεχνολογικών μεθόδων κ.ά.

Άλλοτε οι παρατάξεις συνάπτουν συμφωνίες υποστήριξης υποψηφίων πρυτάνεων ή κοσμητόρων με αντάλλαγμα υλικά οφέλη: θέσεις εργασίας, θέσεις σε μεταπτυχιακά προγράμματα, δικαίωμα οργάνωσης πάρτυ (με εισιτήριο!) μέσα στους χώρους του πανεπιστημίου, δικαίωμα λόγου στις εργολαβίες του πανεπιστημίου (π.χ. για το κυλικείο ή το εστιατόριο) και άλλα παρόμοια.

Πράγματα δηλ. που πριν δύο μόλις δεκαετίες ήταν εντελώς αδιανόητα.

Και φυσικά όλα αυτά με φόντο τη συνεχιζόμενη ανυπαρξία της ΕΦΕΕ, το μαρασμό των διοικητικών συμβουλίων, τον εκφυλισμό των γενικών συνελεύσεων, την απουσία κοινά αποδεκτών κανόνων σχετικά με το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Έχουν σημασία όλα αυτά; Νομίζω πως ναι. Οι φοιτητικές παρατάξεις αποτελούν φυσιολογικό κανάλι ανανέωσης του στελεχικού δυναμικού των κομμάτων, και όχι μόνο στη χώρα μας. Εάν αυτό το κανάλι αντί για λαμπρούς επιστήμονες με πολιτική συνείδηση αρχίσει να παράγει στελέχη με νοοτροπία φανατικού οπαδού ή εθισμένα στη συναλλαγή ή στην περιφρόνηση των δημοκρατικών κανόνων ή όλα αυτά μαζί, τότε τι ελπίδα υπάρχει;

1 Μαΐου 2009

Facing up to the culture of violence

Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο του Hellenic Observatory (London School of Economics) με τίτλο «The return of street politics? essays on the December riots in Greece» σε επιμέλεια Spyros Economides & Vassilis Monastiriotis (Μάιος 2009)

It is probablly too soon for a full understanding of what caused the events of December 2008. All I can offer is a random reflection on the state we in Greece find ourselves in, three months later.

A policeman who uses his regulation firearm to kill (cold-bloodedly, according to most accounts) a 15-year old only because the latter shouted abuse at him is obviously an exceptional case. However, the sense of impunity of our security forces, and their perception that they are above the law, is the rule. Not all of them are murderers, certainly. But it is true that the police too often acts with gratuitous brutality (e.g. when dealing with foreign immigrants), that corruption in their ranks is too diffuse, and above all that violent and/or corrupt policemen can always count on the complicity of their colleagues and superiors, as on the “understanding” of judges. Clearly, things are more complicated when there is a dead man (and as young as that), but a way to transform a life sentence at first grade into a mere three-year imprisonment on appeal can always be found. It has happenned before (in the mid-1980s). Why think it will be different this time?

The lack of trust in the willingness and the capacity of the high ranks of the security forces to punish the guilty and take all necessary measures to ensure that no such incidences happen again fits in the context of a more general lack of trust in institutions – all of them. A quick look at the front pages of our daily papers over the past two or three years leaves no doubt. Judges protecting organised crime. Priests, nay monks, going around by helicopter (“to save time”), clinching million euro deals (“for the benefit of our monasteries”), keeping millions on offshore accounts. And, obviously, ministers who use state funds as if these were their private property. A moral degradation never seen before – and all in the reign of a prime minister who came to power with the promise to defeat powerful interests (or literally, with his characteristic elegance, “to beat the pimps”).

To this cocktail, pretty explosive as it is, one ought to add the fact that for too many youths everyday life and future prospects are rather bleak. As shown by international comparisons, our teenagers study more and learn less than most of their European counterparts. Our best universities do a decent job in extremely adverse conditions, but are left little space to breath, squeezed as they are by a suffocating state beaurocracy intent on micro-management of academic affairs on the one hand, and by the endemic contestation (often assuming violent forms) on the part of a minority of their students on the other hand. Youth unemployment is second only to certain lawless regions of the Italian South. The few who do have a job must come to terms with low wages and work insecurity. And, at the background, the asfyxiating presence of a hyper-protective family, which no longer believes in hard work as a value, but likes to cultivate unrealistically high expectations instead.

Crucially, the difficult task of integrating one million recent immigrants (in a native population of 10 million) has been shamefully neglected. Their children spend most of their time in their own ethnically homogeneous neighborhoods in Athens and elsewhere. They go to local state schools, that are gradually abandoned by Greek kids as their families move out, and where they are taught basic numeracy and literacy by increasingly demoralised (and increasingly resigned) teachers. Outside school, in workplaces and in their dealings with the state, they face hostility or, at best, indifference. They have no faith in, and feel no loyalty to, the country that hosts them – and who can blame them?

The above may help make sense of the intensity of so many adolescents’ reaction to the killing of a boy their age. But in order to explain the violence, the damage to banks, the looting of shops, as well as the destruction of state universities, public libraries and national theatres, one needs to turn elsewhere; beyond the repulsion of the middle classes, which might have been more convincing had they been less accustomed to evading taxes and ignoring rules when it suits them; and beyond the hollow words of our radicals, who christen “social revolt” (and by implication, worth our respect) every act of blind and indiscriminate violence at the expense of universities, libraries, theatres and the rest of our public (and, incidentally, defenseless) cultural institutions.

To explain the great number of youth committing acts of violence, and the even greater number of those tolerating such violence, one would have to tackle rather uncomfortable issues. Like the profound indifference (if not open complacence) of many Greeks with respect to the actions of the “17 November” terrorist group that was operative from the early 1970s to the beginning of the current decade. Like the spontaneous solidarity of an overwhelming majority of Greeks to the bloodiest regimes and leaders of our time (Slobodan Milošević, Saddam Hussein and others), on the grounds that they stood up to the Americans. Like the silence of our trade unions, and the lack of attention of our public opinion, to the victims (all foreign workers) of the many accidents at work caused by the reckless drive to complete the stadiums and supporting infrastructure in time for the 2004 Athens Olympics. Like the tacit acceptance of, and the enthusiastic participation to, the collapse of the most elementary rules of civil coexistence that is the everyday chaos of motor traffic. Like the resignation of so many in front of the regular and perfectly organised clashes between rival football fans.

Early responses to the crisis on the part of the political elite have often verged on overt or covert indulgence, of the “these-kids-have-good-reasons-to-be-violent” variety. This show of remorse is too shallow and insincere to be convincing. In any case, it will take much more than that for an exit from the current political crisis, just as the economic crisis begins to bite. The culture of violence is not easy to defeat, not by a polity that lacks the moral authority to combat it, nor in a society that refuses to acknowledge its existence. This time, no short cuts are on offer. As the saying goes, a crisis can be an opportunity to amend the bad old ways and make a fresh start. Will we Greeks be up to it?

9 Μαρτίου 2009

Μια προσωπική ματιά στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ


Γράφω αυτό το σύντομο σημείωμα για να ενημερώσω τα μέλη του συλλόγου μελών ΔΕΠ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και όποιον άλλον μπορεί να ενδιαφέρεται για το τι έγινε στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ που ολοκληρώθηκε χθες.


Βασικά δεδομένα

Στις διαδικασίες εκλογής αντιπροσώπων που είχαν προηγηθεί του συνεδρίου πήραν μέρος περίπου 4.500 διδάσκοντες (έναντι 3.000 το 2007). Η συμμετοχή ήταν υψηλότερη από κάθε άλλη φορά, αλλά δεν ξεπέρασε το 45% των μελών ΔΕΠ σε όλη τη χώρα. Στο συνέδριο πήραν μέρος 288 σύνεδροι (έναντι 203 το 2007).

Το μεγαλύτερο μέρος του συνεδρίου αναλώθηκε σε διαδικαστικές αψιμαχίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εργασίες ολόκληρης της πρώτης μέρας και της μισής δεύτερης αφιερώθηκαν στο ζήτημα της νομιμοποίησης ή μη των συνέδρων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (βλ. παρακάτω). Και λόγω έλλειψης χρόνου, συζήτηση για τα ζητήματα ουσίας δεν έγινε.

Μετά από συμβιβαστική πρόταση του Ν. Σταυρακάκη (πιθανού νέου προέδρου της ΠΟΣΔΕΠ), ψηφοφορία για τον απολογισμό της απερχόμενης διοίκησης δεν έγινε.

Η συζήτηση για τον προγραμματισμό άρχισε αργά το πρωί της τελευταίας μέρας, παράλληλα με τη ψηφοφορία για την εκλογή νέας διοίκησης σε άλλη αίθουσα. Καθώς πολλοί σύνεδροι (κυρίως από την επαρχία) μετά τη συμμετοχή τους στην εκλογή νέας διοίκησης αποχωρούσαν, ψηφοφορία για τα εναλλακτικά κείμενα προγραμματισμού δεν έγινε. Αντί προγραμματισμού, εγκρίθηκε με ενδεικτική ψηφοφορία ένα γενικόλογο κείμενο.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την εκλογή νέας διοικούσας επιτροπής (σε παρένθεση το αποτέλεσμα του συνεδρίου του 2007) παρατίθενται στον πίνακα.

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα οριστεί στην πρώτη συνεδρίαση της νέας διοικούσας επιτροπής.

Το ζήτημα του ΟΠΑ

Κατά την άφιξή μας στο χώρο του συνεδρίου την Παρασκευή το απόγευμα, οι εκπρόσωποι του συλλόγου μας πληροφορηθήκαμε ότι δεν μπορούσαμε να πάρουμε κάρτες συνέδρων επειδή «εκκρεμεί ένσταση».

Η ένσταση είχε κατατεθεί από τον Ε. Τσακαλώτο στην απερχόμενη εκτελεστική γραμματεία, με επιχείρημα ότι στο ΟΠΑ επιβλήθηκε «σκληρό πλειοψηφικό σύστημα με σκοπό τον αποκλεισμό της μειοψηφίας».

Πράγματι, προτού ακόμη οριστεί προεδρείο που να διευθύνει τις εργασίες του συνεδρίου, προτάθηκε από τον απερχόμενο πρόεδρο Λ. Απέκη να μην νομιμοποιηθούν οι σύνεδροι του ΟΠΑ, ούτε να γίνουν δεκτοί οι εκπρόσωποι σειράς νέων συλλόγων (π.χ. της Ιατρικής ΑΠΘ, του Παιδαγωγικού Αθηνών, του Ιονίου Πανεπιστημίου, του ΕΑΠ κτλ).

Στη (διαδικαστική) συζήτηση που επακολούθησε, πολλοί σύνεδροι – και 4 εκπρόσωποι του συλλόγου μας – πήραν το λόγο για να εξηγήσουν ότι:

(α) η διαδικασία εκλογής στο ΟΠΑ ήταν διαφανής και σύμφωνη με το καταστατικό του συλλόγου,

(β) με το ίδιο σύστημα εκλέγονται αντιπρόσωποι σε δεκάδες άλλους συλλόγους, και στο ίδιο το ΟΠΑ στο παρελθόν, χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα νομιμότητας,

(γ) ακόμη και να υπήρχε τέτοιο ζήτημα θα έπρεπε να τεθεί στην εφορευτική επιτροπή του συλλόγου μας που είχε την ευθύνη της εκλογικής διαδικασίας,

(δ) η απερχόμενη διοίκηση δεν είναι εκλογοδικείο και δεν έχει την παραμικρή αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του ζητήματος, και

(ε) ο επιχειρούμενος αποκλεισμός των συνέδρων του ΟΠΑ και άλλων πανεπιστημίων ούτε λίγο ούτε πολύ συνιστά εκλογικό πραξικόπημα, με σκοπό την διαιώνιση της προηγούμενης πλειοψηφίας μέσω της παραχάραξης της εκφρασμένης βούλησης όσων πήραν μέρος στην εκλογή αντιπροσώπων στους συλλόγους.

Η συζήτηση έκλεισε μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής με νέα απόφαση της απερχόμενης εκτελεστικής γραμματείας να μην νομιμοποιηθούν οι σύνεδροι του ΟΠΑ!

Την επόμενη ημέρα, μπροστά στο διαφαινόμενο κίνδυνο διάλυσης του συνεδρίου, ένα τμήμα της Συσπείρωσης υποχώρησε. Συγκροτήθηκε προεδρείο και κατατέθηκε πρόταση από τον εκπρόσωπο της ΚΙΠΑΝ να τοποθετηθεί το συνέδριο επί του ζητήματος. Ο εκπρόσωπος της Συσπείρωσης δήλωσε ότι η παράταξή του επιμένει στη θέση της ότι η διαδικασία στο ΟΠΑ ήταν παράνομη αλλά «χάριν της ενότητας» θα ψηφίσει λευκό. Τελικά, στην ψηφοφορία που ακολούθησε, μόνο η ΔΗΠΑΚ ψήφισε κατά της νομιμοποίησής μας. Με (σχετικά) σύντομες διαδικασίες νομιμοποιήθηκαν και οι αντιπρόσωποι όλων των άλλων συλλόγων. Μετά από όλα αυτά, το απόγευμα του Σαββάτου καταφέραμε να πάρουμε στα χέρια μας τις κάρτες συνέδρων ...

Είναι περιττό να προσθέσω όσα δήλωσα από το βήμα του συνεδρίου και κατ’ ιδίαν στον ίδιο τον Ε. Τσακαλώτο, ότι δηλαδή η στάση του δείχνει ότι δεν ξέρει να χάνει, και ότι το μόνο για το οποίο μπορεί να μας κατηγορήσει κανείς είναι ότι δεν τον ψηφίσαμε.


Η δική μου στάση

Ψήφισα υπέρ της νομιμοποίησης των υπολοίπων συλλόγων και κατά της συμβιβαστικής πρότασης του Ν. Σταυρακάκη (επικεφαλής της ΚΙΠΑΝ) να μην γίνει ψηφοφορία για τον απολογισμό της απερχόμενης διοίκησης. Δεν πήρα μέρος στην ενδεικτική ψηφοφορία στο τέλος της συζήτησης για τον προγραμματισμό.

Στην εκλογή για τη νέα διοίκηση ήμουν και πάλι υποψήφιος με το ψηφοδέλτιο της ΑΡΜΕ, και επανεξελέγην στη διοικούσα επιτροπή της ΠΟΣΔΕΠ. Συμφώνησα να μοιραστώ τη διετή θητεία στη θέση αυτή με κάποιον άλλο υποψήφιο του ίδιου ψηφοδελτίου.

Η ομιλία μου στη συζήτηση για τον προγραμματισμό (η οποία αντιμετωπίστηκε από τους συνέδρους της ΔΗΠΑΚ και, κυρίως, της Συσπείρωσης με την ευπρέπεια με την οποία συνήθως αντιμετωπίζεται ποδοσφαιριστής αθηναϊκής ομάδας που επιχειρεί να κτυπήσει κόρνερ στην Τούμπα) παρατίθεται σε χωριστό κείμενο.

Μια πρώτη εκτίμηση

Η προσπάθεια που ξεκίνησε την επομένη του προηγουμένου συνεδρίου της ΠΟΣΔΕΠ να αναδειχθεί μια πιο λογική (και πιο αντιπροσωπευτική) διοίκηση σε μεγάλο βαθμό πέτυχε. Η συνεργασία της άκρας αριστεράς υπέστη σημαντική μείωση ψήφων (από 59% σε 37%) και εδρών (από 20 σε 12). Εξίσου σημαντικά ενισχύθηκε η «κεντροαριστερή» συνεργασία, αφού υποστηρίχτηκε από το 47% των συνέδρων (28% το 2007) και έλαβε 15 έδρες (έναντι 9).

Πάντως, η επικράτηση αυτή δεν ήταν απόλυτη. Τα πεπραγμένα της απερχόμενης διοίκησης δεν καταδικάστηκαν με την απαιτούμενη σαφήνεια. Το εγχείρημα της Συσπείρωσης να μην αφήσει περιθώρια να εκφραστεί καθαρά η απόρριψη της πολιτικής της (επιστρατεύοντας για το σκοπό αυτό ολόκληρο το διαδικαστικό οπλοστάσιο του πιο ξεπερασμένου συνδικαλισμού και του πιο παρηκμασμένου κοινοβουλευτισμού) εν μέρει πέτυχε. Η κατά τη γνώμη μου αναγκαία αλλαγή πορείας – μάλλον λόγω απειρίας – δεν αποτυπώθηκε στα ψηφίσματα του συνεδρίου, παρότι υποστηριζόταν από την πλειοψηφία των συνέδρων.

Από την άλλη, η νέα διοίκηση θα είναι οπωσδήποτε νηφαλιότερη, και θα έχει την ευκαιρία να πολιτευθεί με σύνεση, μετριοπάθεια και σοβαρότητα. Το αν θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες των εκατοντάδων πανεπιστημιακών που συνέβαλαν στην ανάδειξή της μένει να αποδειχθεί.

8 Μαρτίου 2009

Ομιλία στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Η απερχόμενη ηγεσία έφερε την ΠΟΣΔΕΠ στο ναδίρ της ανυποληψίας. Η εντολή που έχουμε από τους συλλόγους μας είναι πεντακάθαρη: clean break με το παρελθόν, η ομοσπονδία να γυρίσει σελίδα. Αυτή την εντολή πρέπει να την τιμήσουμε.

Θα μιλήσω για τρία θέματα αρχής, τα οποία έχουν αναδειχθεί ως σημεία αιχμής στις – πρωτοφανούς μαζικότητας – συνελεύσεις των συλλόγων, και από τα οποία η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ δεν θα πρέπει να κάνει ούτε μισό βήμα πίσω.

Το πρώτο θέμα αρχής αφορά την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Η προηγούμενη πλειοψηφία αδιαφόρησε για την επί μακρόν απονέκρωση κάθε διδακτικής και ερευνητικής διαδικασίας, συναίνεσε στη διάλυση των συνελεύσεων των θεσμικών οργάνων, θεώρησε την εξάπλωση της βίας στο εσωτερικό των πανεπιστημίων «εσωτερικό ζήτημα του κινήματος της νεολαίας», ακόμη και όταν θύματά της ήταν πανεπιστημιακοί. Αυτό λέγεται εκτροπή από τη δημοκρατική ομαλότητα και παραβίαση των πιο στοιχειωδών ακαδημαϊκών ελευθεριών, χωρίς τις οποίες δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει χρέος να επιλέξει μορφές διεκδίκησης που δεν εμποδίζουν την καθημερινή λειτουργία του πανεπιστημίου αλλά την εμπλουτίζουν· να καταδικάσει χωρίς περιστροφές τις φοιτητικές παρατάξεις που θεωρούν δικαίωμά τους να διαλύουν συνελεύσεις, να αρπάζουν κάλπες, να χτίζουν καθηγητές στα γραφεία τους, να ξυλοκοπούν τους αντιπάλους τους· να απομονώσει τις ομάδες που θέλουν να μετατρέψουν το πανεπιστήμιο σε αρχηγείο και ορμητήριο για το αντάρτικο πόλης που φαντασιώνονται· να στείλει σε κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί την παραμικρή βιαιοπραγία σε βάρος οποιουδήποτε μέσα στο χώρο του πανεπιστημίου – είτε είναι διδάσκων, είτε φοιτητής, είτε υπάλληλος, είτε επισκέπτης. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το πανεπιστημιακό άσυλο.

Το δεύτερο θέμα αρχής αφορά το διάλογο. Η προηγούμενη πλειοψηφία συμπεριφέρθηκε σαν ανάγωγο και κακομαθημένο παιδάκι: δεν μίλαγε με κανέναν και για κανένα θέμα. Κάθε πρόσκληση για διάλογο ήταν εκ προοιμίου απορριπτέα – είτε όταν ο συνομιλητής μας είχε προτάσεις (οπότε ο διάλογος καταγγελλόταν ως «προσχηματικός» και προπέτασμα καπνού για τη νομιμοποίηση προειλημμένων αποφάσεων), είτε όταν είχε ανοιχτή θεματολογία (οπότε καταγγελλόταν ως «παρωδία»).

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ πρέπει να μιλάει με όλους και για όλα, και κυρίως για τα ζητήματα που θέτει η ίδια, μέσα στα ιδρύματα και έξω από αυτά, πάντοτε από θέσεις αυτονομίας. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το ρόλο του συνδικάτου.

Το τρίτο θέμα αρχής αφορά τη λειτουργία των συλλόγων και το ρόλο της ομοσπονδίας. Η προηγούμενη πλειοψηφία δεν ήθελε μαζικούς συλλόγους, τους φοβόταν όπως ο διάβολος το λιβάνι – ήθελε λίγα μέλη και καλά. Δεν ήθελε ζωντανούς συλλόγους που προβληματίζονται και συζητάνε, ήθελε βιομηχανίες παραγωγής ψηφισμάτων. Για τα σοβαρά ζητήματα αποφάσιζε η ΠΟΣΔΕΠ, δηλαδή το Προεδρείο. Το οποίο είχε ξεχάσει και αυτό να σκέφτεται, αφού τα ήξερε όλα, είχε απάντηση, πάντοτε την ίδια, σε κάθε ερώτηση: «όχι».

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ πρέπει και σε αυτό το ζήτημα να κάνει μια νέα αρχή. Να αξιοποιήσει το πολυτιμότερο περουσιακό στοιχείο που έχουμε: την γνώση και την εμπειρία των μελών μας, που αποτελούν ένα από τα πιο υγιή κομμάτια της κοινωνίας μας. Τέλος στην ΠΟΣΔΕΠ «ξερόλα», που έχει άποψη για όλα τα θέματα (για να πει «όχι» σε όλα), που δεν στοχάζεται και δεν αμφιβάλλει για τίποτε. Η νέα ΠΟΣΔΕΠ πρέπει να δώσει πίσω το λόγο σε όσους έχουν κάτι να πουν για τα θέματα που μας απασχολούν – στους απλούς πανεπιστημιακούς που ασχολούνται με αυτά είτε ως ερευνητές είτε ως ενεργοί πληροφορημένοι πολίτες. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το ρόλο της ομοσπονδίας.

Η απερχόμενη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ και οι παρατάξεις που την στήριξαν μέχρι την τελευταία στιγμή (και μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της σταλινικής χορογραφίας), κατασυκοφάντησαν οποιονδήποτε αντιστάθηκε στην ακραία πολιτική της και τα μειωμένα δημοκρατικά αντανακλαστικά της. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει να πάρουμε ρεβάνς – δεν είμαστε εκδικητικοί άνθρωποι. Ούτε όμως υποκριτές. Τα τελευταία χρόνια δουλέψαμε σκληρά, παραμελώντας τη δουλειά που αγαπάμε, παραμελώντας και τους ανθρώπους που αγαπάμε, για να μπει φρένο στην καταστροφική πορεία της ομοσπονδίας στην οποία ανήκουμε. Είμαστε περήφανοι για αυτό – και θα είμαστε ευτυχείς να ολοκληρώσουμε το έργο μας με την ανάδειξη μιας νέας πλειοψηφίας.

Αγαπητοί συνάδελφοι της Συσπείρωσης και της ΔΗΠΑΚ, όσο περνάει από το χέρι μας, την επόμενη περίοδο θα είσαστε στη μειοψηφία. Επαναλαμβάνω: όχι για να πάρουμε ρεβάνς. Αλλά επειδή η έξαλλη πολιτική σας τα τελευταία χρόνια σας οδήγησε στην απομόνωση. Αυτό ακόμη δεν το έχετε καταλάβει. Ακόμη και μέσα στο συνέδριο σπαταλήσατε χρόνο και ενέργεια όχι για να μας πείσετε με επιχειρήματα, αλλά για να στρεβλώσετε με διαδικαστικά κόλπα την καταδικαστική για εσάς ετυμηγορία των εκλογέων. Είναι προφανές ότι έχετε ανάγκη από ξεκούραση. Σας λέω εκ πείρας, και χωρίς ίχνος ειρωνείας, ότι μια ήττα μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση σε όποιον διαθέτει αρκετή ωριμότητα και γενναιότητα για να στοχαστεί πάνω σε αυτήν. Νομίζω ότι η ήττα θα σας κάνει καλό. Δείτε την ως ευκαιρία. Σας εύχομαι να την αξιοποιήσετε.

18 Φεβρουαρίου 2009

Το δίλημμα των πανεπιστημιακών

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009)

Οι εκπρόσωποι των πανεπιστημιακών θα κληθούν από τη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (συμμαχία του ΚΚΕ με τη νεοκομμουνιστική πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ) να υπερψηφίσουν στο συνέδριο τον απολογισμό των δύο τελευταίων ετών. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με ψήφο εμπιστοσύνης. Προτού λοιπόν χαρίσουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ το δικαίωμα να μας εκπροσωπεί για άλλα δύο χρόνια, είτε εκλέγοντας υποστηρικτές της στους συλλόγους, είτε (συνηθέστερα) απέχοντας από την εκλογική διαδικασία, ας το σκεφτούμε καλά.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση (με διαφορετικό κάθε φορά πρόσχημα) και τη συμπόρευση με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού. Η πολιτική αυτή υποσκάπτει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Οι συνεχείς απεργίες αποδεκατίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι συνεχείς διαδηλώσεις, στις οποίες συμμετέχουν όλο και λιγότεροι πανεπιστημιακοί, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Οι συνεχείς καταλήψεις, τις οποίες η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ ανοιχτά ενθαρρύνει, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε κατάλυση των ελευθεριών και εκτεταμένες καταστροφές.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ απορρίπτει κάθε συζήτηση για μεταρρύθμιση, προτού καν ακούσει ποια είναι η πρόταση. Προκειμένου να ξορκίσει τις αλλαγές που χρειάζεται το δημόσιο πανεπιστήμιο, δεν διστάζει να γίνει απολογητής των πιο εκφυλιστικών όψεων της σημερινής λειτουργίας του (π.χ. του νεποτισμού σε ορισμένα Τμήματα). Εν τω μεταξύ, μεταχειρίζεται τα μισθολογικά και άλλα αιτήματα ως πρόσχημα για να συντηρεί την αναταραχή για την αναταραχή.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει οδηγήσει το δημόσιο πανεπιστήμιο σε παρακμή, τους πανεπιστημιακούς σε ανυποληψία, τους συλλόγους σε αποξένωση από το κοινό αίσθημα των μελών τους.

Για πόσο ακόμη θα επιτρέπουμε σε αυτή την ηγεσία να μας εκπροσωπεί; Όσοι θέλουμε ένα ανοιχτό πανεπιστήμιο, που προάγει την επιστήμη και την έρευνα, και διδάσκει την ανεκτικότητα και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συμμετέχουμε στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

18 Ιανουαρίου 2009

Τι διακυβεύεται στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ;

Γράφτηκε από κοινού με τον Γιώργο Παγουλάτο. Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009)

Τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τους τελευταίους μήνες, τα πανεπιστήμια έχουν καταστεί επίκεντρο της βίας που συνταράσσει την ελληνική κοινωνία. Όχι μόνο επειδή εξαιτίας του ασύλου προσφέρονται ως ορμητήρια ομάδων σε διαρκή πόλεμο με την αστυνομία. Αλλά και επειδή μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας έχει αποδειχθεί ανίκανη να κατανοήσει ότι χωρίς ελευθερία έκφρασης και χωρίς δημοκρατική λειτουργία δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Ο κατάλογος των κρουσμάτων βίας είναι μακρύς. Φοιτητικές παρατάξεις λύνουν τις διαφορές τους με γροθιές, καρεκλοπόδαρα και σιδερένιους λοστούς. Ομάδες φοιτητών εισβάλλουν σε συνεδριάσεις συλλογικών οργάνων, τις διαλύουν για να αποτρέψουν αποφάσεις που δεν είναι του γούστου τους, και κρατούν τους καθηγητές ομήρους μέχρι να τα καταφέρουν. Φοιτητές αρπάζουν κάλπες για να εμποδίσουν την εκλογή πρυτανικών αρχών. Συνεργεία φοιτητών-οικοδόμων χτίζουν τις πόρτες σε γραφεία καθηγητών. Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι προπηλακίζονται, με αποτέλεσμα τη διακομιδή των πιο άτυχων στο νοσοκομείο. Εκδηλώσεις διαλύονται από αγανακτισμένους «αντιεξουσιαστές», που ενίοτε φτάνουν έως τον άγριο ξυλοδαρμό των ομιλητών. Να προσθέσουμε και τη συστηματική καταστροφή της πανεπιστημιακής περιουσίας, με βανδαλισμούς σε εργαστήρια, γραφεία καθηγητών, αίθουσες διδασκαλίας και γραμματείες, με το ανεμπόδιστο πλιάτσικο σε εργαλεία και εξοπλισμό. Πρόκειται ούτε λίγο ούτε πολύ για την κατάλυση στην πράξη του πανεπιστημιακού ασύλου – το οποίο, θυμίζουμε, θεσμοθετήθηκε για να προάγει ακριβώς την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση ιδεών στο πανεπιστήμιο.

Ποιος ευθύνεται για όλα αυτά; Κατ’ αρχήν, προφανώς, οι φυσικοί αυτουργοί των επεισοδίων αυτών. Όχι, όμως, μόνο αυτοί. Μεγάλο μέρος της ευθύνης βαρύνει επίσης όσους από τυχοδιωκτισμό ή ανευθυνότητα προσφέρουν πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα γενικευμένης ανομίας στα πανεπιστήμια. Ανάμεσα στους τελευταίους, πρώτη φιγουράρει η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Αντί να προστατεύσει τα μέλη της (όπως είναι η στοιχειώδης υποχρέωση κάθε συνδικάτου), έχει επιδοθεί σε ένα πρωτοφανές κρεσέντο «επαναστατικής» δημαγωγίας και πολιτικής ανευθυνότητας. Τα ανακλαστικά της (ταχύτατα όταν πρόκειται π.χ. για την αστυνομική βία ή το μεσανατολικό) γίνονται κατατονικά όποτε πρέπει να καταδικάσει το πολλοστό κρούσμα βιαιοπραγίας στα πανεπιστήμια. Όμως, η ανοχή στη βία είναι συνενοχή.

Η «μπλαζέ» στάση της ηγεσίας της ΠΟΣΔΕΠ μπροστά στους τραμπουκισμούς των ακραίων ομάδων (με θύματα μέλη της!) ή στις καταστροφές στα πανεπιστήμια είναι το θλιβερό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής που έγινε εδώ και αρκετό καιρό και έκτοτε εφαρμόζεται με συνέπεια: από τη μια στείρα άρνηση και συνεχής σύγκρουση, από την άλλη συμμαχία με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού.

Η ΠΟΣΔΕΠ έχει περιέλθει στον έλεγχο μιας ακραίας μειοψηφίας διότι η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών δεν συμμετέχει στις συλλογικές διαδικασίες. Κατανοητό, καθώς η εικόνα συνδικαλιστικής εκπροσώπησης του κλάδου απογοητεύει και εξοργίζει. Οι περισσότεροι σοβαροί πανεπιστημιακοί δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την ΠΟΣΔΕΠ. Όμως στην αποχή των πολλών μετριοπαθών βασίζεται και η επικράτηση των λίγων ακραίων που σήμερα διαφεντεύουν την ΠΟΣΔΕΠ. Η αποχή της μεγάλης πλειονότητας των πανεπιστημιακών δεν είναι λύση, αντιθέτως είναι η ρίζα του προβλήματος. Το κενό που αφήνει η απουσία των καλύτερων σπεύδουν πάντα να το καλύψουν οι χειρότεροι. Για τους πανεπιστημιακούς δεν υπάρχει φυγή από την κατάντια του ελληνικού πανεπιστημίου. Υπάρχει μόνο συμμετοχή για να αντιστρέψουμε την πορεία απαξίωσης.

Είτε τους γυρίσουμε την πλάτη είτε όχι, οι εκπρόσωποι της ΠΟΣΔΕΠ θα συνεχίσουν να μιλάνε στο όνομά μας και για λογαριασμό μας. Τα ΜΜΕ θα συνεχίσουν να αναμεταδίδουν τις ακραίες θέσεις τους ως τάχα θέσεις «των πανεπιστημιακών», και η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάλυψη στην κουλτούρα της βίας και δυσανεξίας που έχει για τα καλά εγκατασταθεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η πορεία ανάταξης του δημόσιου πανεπιστημίου ξεκινά από την ανάδειξη εκπροσώπων που θα αντιπροσωπεύουν πραγματικά το πανεπιστήμιο. Η αρχή έγινε πρόπερσι με την κίνηση των «χιλίων» πανεπιστημιακών. Παράλληλα, στην ΠΟΣΔΕΠ υπάρχει και μειοψηφία, που αντιτάσσεται σθεναρά στην πολιτική της κυρίαρχης ομάδας.

Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, ξεκινώντας 20 Ιανουαρίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, οι ανά σχολή σύλλογοι θα στείλουν εκπροσώπους στο συνέδριο που τον Μάρτιο θα αναδείξει τη νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Οι περίπου δέκα χιλιάδες πανεπιστημιακοί της χώρας πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας ένα ερώτημα: θα εξακολουθήσουμε να επιτρέπουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ να μας εκπροσωπεί; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε μας μένει μία επιλογή. Να συμμετέχουμε μαζικά στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που απορρίπτουν τη στείρα σύγκρουση και τη βία και υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

10 Μαρτίου 2007

Συνεδρίαση της διοικούσας Επιτροπής της ΠΟΣΔΕΠ

Χθες συνεδρίασε η νεοεκλεγείσα διοικούσα επιτροπή της ΠΟΣΔΕΠ. Με κίνδυνο να σας κουράσω, γράφω αυτό το δεύτερο σημείωμα για να ενημερώσω τι έγινε (και τι έκανα εγώ[1]) σε αυτή την πρώτη συνεδρίαση.

Τα θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν (α) εκλογή εκτελεστικής γραμματείας και νέου προεδρείου της ΠΟΣΔΕΠ, και (β) συζήτηση και απόφαση για συνέχιση ή μη των κινητοποιήσεων.

Εκλογή εκτελεστικής γραμματείας και προεδρείου

Σύμφωνα με το συσχετισμό δύναμης στη διοικούσα επιτροπή όπως αυτή προέκυψε από το συνέδριο, η σύνθεση της εκτελεστικής γραμματείας ορίστηκε αναλογικά ως εξής:

- Συσπείρωση (πλειοψηφία ΣΥΝ) 13 έδρες στη ΔΕ, 4 έδρες στην ΕΓ
- ΔΗΠΑΚ (ΚΚΕ) 7 έδρες στη ΔΕ, 2 έδρες στην ΕΓ
- Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση (ΠΑΣΟΚ) 5 έδρες στη ΔΕ, 2 έδρες στην ΕΓ
- Αριστερή Μεταρρύθμιση (μειοψηφία ΣΥΝ) 4 έδρες στη ΔΕ, 1 έδρα στην ΕΓ
- Ανεξάρτητη Κίνηση Πανεπιστημιακών (ΑΚΙΠ – κεντροδεξιά) 3 έδρες στη ΔΕ, 1 έδρα στην ΕΓ - Ανεξάρτητοι 3 έδρες στη ΔΕ, 1 έδρα στην ΕΓ

Όσον αφορά την εκλογή προεδρείου, οι εκπρόσωποι της μειοψηφίας (Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση και Αριστερή Μεταρρύθμιση) δήλωσαν εξ αρχής ότι δεν διεκδικούν θέση σε αυτό.

Η πρώτη ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου απέβη άγονη, καθώς ο υποψήφιος της Συσπείρωσης (Απέκης) συγκέντρωσε 5 ψήφους έναντι 6 λευκών – υπερψήφιστηκε μόνο από τα μέλη της Συσπείρωσης και τον εκπρόσωπο της ΑΚΙΠ. Μετά από δύο «πεντάλεπτα» διαλείμματα συνολικής διάρκειας 95 λεπτών, η Συσπείρωση πρόσφερε στην ΔΗΠΑΚ τη θέση του γραμματέα. Μετά από αυτό, οι ψηφοφορίες για την εκλογή προεδρείου εξελίχθηκαν ομαλά. Όλες οι ψηφοφορίες είχαν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα (7 υπέρ έναντι 4 λευκών).

Το νέο προεδρείο έχει ως εξής:
- πρόεδρος: Απέκης (Συσπείρωση)
- γραμματέας: Γεωργιάδης[2] (ΔΗΠΑΚ)
- αντιπρόεδρος: Μαΐστρος (Συσπείρωση)
- ταμίας: Γούτσος (Συσπείρωση)
- ειδικός γραμματέας: Πολίτης (Συσπείρωση)
- υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων: Κατσής (ΑΚΙΠ)

Συζήτηση για τις κινητοποιήσεις

Στη συνέχεια συζητήθηκε το θέμα της συνέχισης ή μη των κινητοποιήσεων.

Η πρόταση της πλειοψηφίας (Συσπείρωση και ΔΗΠΑΚ) ήταν νέα πενθήμερη απεργία «για την καταδίκη της αστυνομικής βίας».

Οι διάφοροι ομιλητές της πλειοψηφίας κατήγγειλαν έντονα τους ξυλοδαρμούς φοιτητών, τις συλλήψεις και τις προσαγωγές στο κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής (όπου η Αστυνομία δεν επέτρεψε στους γονείς των συλληφθέντων, στους δικηγόρους τους, σε καθηγητές και σε εκπροσώπους κομμάτων να τους επισκεφθούν) ως παραβίαση του Συντάγματος εκ μέρους της κυβέρνησης και της αστυνομίας.

Ωστόσο, πολλοί ομιλητές της πλειοψηφίας φάνηκε να δείχνουν κατανόηση για τις βίαιες ενέργειες των διαδηλωτών, υπονοώντας ότι τις θεωρούν θεμιτή αντίδραση (ίσως κάτι σαν «βία στη βία της εξουσίας», χωρίς πάντως να το δηλώνουν με τόσο απερίφραστο τρόπο).

Όσον αφορά το νέο νόμο πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, όλοι οι ομιλητές της πλειοψηφίας διατράνωσαν την αποφασιστικότητά τους ώστε «να ακυρωθεί στην πράξη», καθώς και την πεποίθησή τους ότι σε συνεργασία με το «αγωνιστικό φοιτητικό κίνημα» κάτι τέτοιο πράγματι θα συμβεί.

Τέλος, με πρωτοβουλία της ΔΗΠΑΚ, στην πρόταση της πλειοψηφίας προστέθηκε η δέσμευση της ΠΟΣΔΕΠ να αγωνιστεί ώστε να μη χαθεί το εξάμηνο. Σύμφωνα με αρκετούς ομιλητές, μια τέτοια «πολιτική» λύση του προβλήματος θα πρέπει να «επιβληθεί» στις Συγκλήτους (υποθέτω με τη γνωστή και δοκιμασμένη μέθοδο intimidation των μελών της Συγκλήτου από «δυναμικές» ομάδες φοιτητών).

Από την άλλη, η πρόταση της μειοψηφίας (Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση και Αριστερή Μεταρρύθμιση) ήταν η καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται και το άνοιγμα των πανεπιστημίων τώρα.

Οι ομιλητές της μειοψηφίας εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους για τα πρόσφατα γεγονότα, καθώς και την έντονη ανησυχία τους για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον.

Επίσης, όσον αφορά το νέο νόμο-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, οι ομιλητές της μειοψηφίας πρότειναν η συζήτηση για τον τρόπο εφαρμογής του να μεταφερθεί στα πανεπιστήμια, όπου μπορεί να αναδειχθούν διατάξεις δυσλειτουργικές ή ανεφάρμοστες, στη θέση των οποίων θα πρέπει να προταθούν διορθωτικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις ή/και τροπολογίες του νόμου εάν χρειαστεί.

Τελικά, η πρόταση της πλειοψηφίας συγκέντρωσε 19 ψήφους, ενώ η πρόταση της μειοψηφίας έλαβε 7 ψήφους. Λόγω του προχωρημένου της ώρας, τα υπόλοιπα επτά μέλη της διοικούσας επιτροπής είχαν αποχωρήσει προτού γίνει η ψηφοφορία.

Υστερόγραφο

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η πρώτη συνεδρίαση της διοικούσας επιτροπής της ΠΟΣΔΕΠ επιβεβαίωσε την εκτίμησή μου για τη διαμόρφωση μιας σταθερής πλειοψηφίας ΚΚΕ και τμήματος του Συνασπισμού, η οποία – παρά τις μικροτριβές σε θέματα κατανομής αξιωμάτων – οδηγεί την ομοσπονδία στο μονοπάτι της σύγκρουσης, χωρίς κανενός είδους σχέδιο για την επόμενη μέρα.

Εκτιμώ ότι ο λόγος για τον οποίον η σύγκρουση περί του πανεπιστημίου συντηρείται για τόσον καιρό (πρώτα εναντίον της αναθεώρησης του άρθρου 16, μετά εναντίον του νόμου-πλαίσιο, τώρα εναντίον της αστυνομικής βίας, αύριο εναντίον τίνος;) είναι κυρίως ότι γίνεται αντιληπτή από τα δύο «εμπόλεμα μέρη» ως παιγνίδι θετικού αθροίσματος. Και η κυβέρνηση, και το κομμάτι του Συνασπισμού που εργάζεται για την ενότητα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, και το ΚΚΕ, και οι «αγωνιστικές» φοιτητικές παρατάξεις – όλοι προσδοκούν να αντλήσουν από τη σύγκρουση αυτή πολιτικά οφέλη, συνήθως ανομολόγητα, κάποτε αδιευκρίνιστα.

Κατά συνέπεια, όλοι οι υπόλοιποι (όσοι δηλαδή από εμάς αγωνιούν για την κλιμάκωση της βίας και την απαξίωση του δημοσίου πανεπιστημίου αδιαφορώντας για υπολογισμούς «χαμηλής» πολιτικής), από τη σημερινή πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ δεν έχουν να περιμένουν παρά μια ακόμη δόση (συνεχώς αυξανόμενη;) των προηγουμένων. Δεν βλέπω τι μπορεί να βάλει φρένο σε αυτή την ολισθηρή πορεία, εκτός ίσως από την πιο δραστήρια συμμετοχή όλων μας στους συλλόγους.

[1] Ναι, ξέρω: και εγώ ήλπιζα ότι δεν θα χρειαστεί. Πάντως, με διαβεβαίωσαν ότι η διοικούσα επιτροπή δεν συνεδριάζει πάνω από 3-4 φορές το χρόνο (...), ενώ συμφωνήθηκε επίσης ότι σε 12 μήνες θα αντικατασταθώ.

[2] Σημείωση προς τους αναγνώστες του προηγούμενου σημειώματος: πρόκειται για τον υμνητή του Λυσένκο, του «επιστήμονα» που προσπάθησε να εφαρμόσει τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού στη γενετική. Παρότι στη Σοβιετική Ένωση το άστρο του Λυσένκο έδυσε κατά τη δεκαετία του ’50, όταν διαπιστώθηκε οριστικά ότι το σιτάρι δεν ευδοκιμεί στη Σιβηρία, φαίνεται ότι στη χώρα μας μεσουρανεί ακόμη.

9 Μαρτίου 2007

Ομιλία στη συνεδρίαση της διοικούσας επιτροπής της ΠΟΣΔΕΠ

Δεν έχω πρόθεση να επανέλθω σε θέματα που συζητήθηκαν στο συνέδριο, αλλά μετά τα χθεσινά επεισόδια στους δρόμους της Αθήνας μου φαίνεται αναγκαίο ένα σχόλιο πάνω στο πώς φτάσαμε μέχρι εδώ.

Ένα συνδικάτο υπεύθυνο, αφού καθορίσει τους στόχους του (με σύνθεση των διαφορετικών απόψεων, ει δυνατόν), στη συνέχεια επιλέγει τα μέσα της δράσης του με γνώμονα κυρίως:

(α) την αρχή της αναλογικότητας ως προς το αντικείμενο της διαμαρτυρίας, και

(β) την έγνοια να μην προσφέρει έδαφος για ακραίες εκδηλώσεις που δυσφημούν τις διεκδικήσεις του.

Αντίθετα, η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ:

(1) επέλεξε όχι τη σύνθεση αλλά την οξύτητα και την πόλωση στο εσωτερικό του κλάδου,

(2) απέφυγε να καταδικάσει φαινόμενα καταπάτησης στοιχειωδών ελευθεριών μέσα στο πανεπιστήμιο και εκτροπής της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών του από ακραίες ομάδες φοιτητών, και

(3) πρόκρινε μορφές δράσης που κατέστησαν αντικειμενικά πρωταγωνιστές των εξελίξεων τους κουκουλοφόρους και τα ΜΑΤ.

Σήμερα βρισκόμαστε σε σημείο καμπής. Ο νόμος (ένας νόμος χαμηλής εμβέλειας, ούτως ή άλλως) ψηφίστηκε. Τα πρόσφατα επεισόδια δεν απαξιώνουν μόνο την κυβέρνηση και το νόμο της, όπως είπε ένας προηγούμενος ομιλητής, αλλά επίσης το φοιτητικό κίνημα, τους πανεπιστημιακούς και το ίδιο το δημόσιο πανεπιστήμιο. Η βία κλιμακώνεται επικίνδυνα, στα πανεπιστήμια και στους δρόμους. Η συζήτηση περί εκπαιδευτικής πολιτικής διεξάγεται όχι με επιχειρήματα, αλλά με μολότωφ και χημικά.

Στις σημερινές συνθήκες, η υιοθέτηση εκ μέρους του «ενιαίου κινήματος παιδείας» μιας άτεγκτης στάσης θα ήταν μια επιλογή τυχοδιωκτική. Η συνέχιση των κινητοποιήσεων δεν εξυπηρετεί παρά όσους προσδοκούν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη από αυτήν τη «στρατηγική της έντασης»: δηλ. προφανώς την κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά όχι μόνο αυτήν.

Ένας προηγούμενος ομιλητής είπε ότι η μόνη διαφορά της διαδήλωσης του Νοεμβρίου 1980 (στην οποία ήμουν) με τη χθεσινή (στην οποία δεν ήμουν) ήταν ότι στην πρώτη δύο άτομα είχαν χάσει τη ζωή τους. Φοβάμαι ότι υπάρχει και μια άλλη διαφορά: σύμφωνα με τον «Ιό» της Ελευθεροτυπίας, αξιόπιστη συνήθως πηγή σε τέτοιου είδους ζητήματα, η διάκριση μεταξύ ειρηνικών διαδηλωτών και μη είναι πλέον «τεχνική, όχι πολιτική»: όπως διευκρινίζει ο «Ιός», στη χθεσινή πορεία έριχναν μολότωφ όσοι μπορούσαν, ενώ οι υπόλοιποι δεν έκαναν καμμία προσπάθεια να τους εμποδίσουν.

Απευθυνόμενος στους συναδέλφους της πλειοψηφίας θα ήθελα να τους ρωτήσω: είστε ικανοποιημένοι από την εξέλιξη αυτή; στ’ αλήθεια πιστεύετε ότι εσείς δεν έχετε καμμία ευθύνη για αυτού του είδους τη ριζοσπαστικοποίηση; ή μήπως δεν την θεωρείτε αρνητική εξέλιξη;

Ελπίζω ειλικρινά ότι τα χειρότερα τα είδαμε. Όμως, δεν στοιχηματίζω για αυτό. Η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας δεν πρόκειται να συμβεί από μόνη της. Θα πρέπει σε αυτήν να συμβάλλουμε και εμείς. Αυτό το νόημα έχει η πρότασή μας για καταδίκη της βίας, από όπου και αν προέρχεται, και για άνοιγμα των πανεπιστημίων τώρα. Όσοι επιλέξουν τον αντίθετο δρόμο, αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα περαιτέρω – όχι όμως στο όνομά μας.

4 Μαρτίου 2007

Εντυπώσεις από το συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Γράφω αυτό το σύντομο σημείωμα για να ενημερώσω όσους από εσάς ενδιαφέρονται για το πώς είδα το συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ και τι έκανα σε αυτό, καθώς και να θέσω υπόψη σας ορισμένες σκέψεις για το μέλλον.

Κατ’ αρχήν οι αριθμοί

Στο συνέδριο ψήφισαν 203 σύνεδροι, ενώ στις διαδικασίες εκλογής αντιπροσώπων που είχαν προγηθεί υπολογίζεται ότι πήραν μέρος περίπου 3.000 μέλη ΔΕΠ σε όλη τη χώρα. Η συμμετοχή υπήρξε σημαντικά υψηλότερη από κάθε άλλη φορά.

Οι πολιτικές αποφάσεις του συνεδρίου ήταν:
- η έγκριση του απολογισμού της απερχόμενης διοίκησης (με ψήφους 118 υπέρ, 27 κατά και 16 λευκά),
- η απόρριψη του νομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας (με ψήφους 149 υπέρ, 5 κατά και 9 λευκά),
- η ψήφιση του προγραμματισμού δράσης, όπου η πρόταση της Συσπείρωσης πήρε τελικά 94 ψήφους, έναντι 63 της κοινής πρότασης της Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης και της Αριστερής Μεταρρύθμισης για «ανοιχτά πανεπιστήμια», ενώ άλλοι 32 σύνεδροι (από τον χώρο της ΔΗΠΑΚ) απείχαν.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την εκλογή νέας διοικούσας επιτροπής ήταν ως εξής:
- Συσπείρωση (πλειοψηφία ΣΥΝ) 78 σύνεδροι, 38,4%, 13 έδρες
- ΔΗΠΑΚ (ΚΚΕ) 42 σύνεδροι, 20,7%, 7 έδρες
- Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση (ΠΑΣΟΚ) 30 σύνεδροι, 14,8%, 5 έδρες
- Αριστερή Μεταρρύθμιση (μειοψηφία ΣΥΝ) 26 σύνεδροι, 12,8%, 4 έδρες
- Ανεξάρτητοι (4 ψηφοδέλτια) 27 σύνεδροι, 13,3%, 3 έδρες

Η ψηφοφορία για την ανάδειξη νέας διοίκησης ήταν προφανώς μυστική, αλλά η υπερψήφιση του ψηφοδελτίου της ΔΗΠΑΚ από 42 συνέδρους (έναντι 32 που η ίδια η ΔΗΠΑΚ θεωρούσε ότι ελέγχει) εκτιμάται ότι οφείλεται στη μετακίνηση συνέδρων που κινούνται στο συντηρητικό χώρο. Πρόκειται για ανεπιβεβαίωτη – για την ακρίβεια, μη επιβεβαιώσιμη – εικασία, η οποία πάντως φαίνεται μάλλον εύλογη.

Στην πρώτη συνεδρίασή της, η νέα διοικούσα επιτροπή θα εκλέξει εκτελεστική γραμματεία, η οποία με τη σειρά της θα εκλέξει το προεδρείο της ΠΟΣΔΕΠ.

Μια προσωπική ματιά στα όσα διαδραματίστηκαν

Η εμπειρία της συμμετοχής μου – για πρώτη φορά – σε συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ ήταν μάλλον απογοητευτική. Η ποιότητα των εισηγήσεων και των τοποθετήσεων των συνέδρων μου φάνηκε κατώτερη από τις φοιτητικές συνελεύσεις της δεκαετίας του ’80 (όπως τουλάχιστον τις θυμάμαι – η μνήμη καμμιά φορά εξωραΐζει), και εν πάσει περιπτώσει δεν διέφερε πολύ από τις σημερινές φοιτητικές συνελεύσεις.

Η διαδικασία των χαιρετισμών με την οποία ξεκίνησε το συνέδριο ήταν μάλλον χαρακτηριστική του κύρους που απολαμβάνει η ομοσπονδία μας στην κοινωνία. Χαιρέτισαν: ένα μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Συνασπισμού, ένας βουλευτής του ΚΚΕ, ένα μέλος της Γραμματείας Παιδείας του ΠΑΣΟΚ, και 5 (πέντε) εκπρόσωποι φοιτητικών παρατάξεων από όλο το φάσμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Για εκπρόσωπο της κυβέρνησης ούτε λόγος.

Επειδή ο απολογισμός της απερχόμενης διοίκησης δεν ήταν έτοιμος (...) την Παρασκευή το απόγευμα, όπως προέβλεπε το πρόγραμμα, η σχετική συζήτηση άρχισε το Σάββατο το πρωί. Η εισήγηση για τον απολογισμό είχε θριαμβολογικό χαρακτήρα, του τύπου «η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν πέρασε, η κυβέρνηση καθυστέρησε την κατάθεση νομοσχεδίου, το ΠΑΣΟΚ υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση, το ενιαίο κίνημα φοιτητών-πανεπιστημιακών προελαύνει» κτλ.

Ούτε λέξη για την πολύμηνη απονέκρωση του πανεπιστημίου και τις παρενέργειές της. Ούτε λέξη για την αισθητή υποχώρηση του κύρους των πανεπιστημιακών στην κοινή γνώμη. Ούτε λέξη για τη δυσανεκτική, αντιδημοκρατική, συχνά βίαιη κουλτούρα που φαίνεται να έχει εγκατασταθεί για τα καλά στα πανεπιστήμια όλη αυτή την περίοδο και από την οποία μάλλον θα δυσκολευτούμε πολύ να απαλλαγούμε.

Αντίθετα, το συνέδριο απασχόλησε εκτενώς η αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού»[1]. Μάλιστα, παρότι ο απερχόμενος πρόεδρος κατήγγειλε απερίφραστα τους «πρόθυμους» (sic), αυτό δεν φάνηκε να ικανοποιεί επαρκώς τον εκπρόσωπο της ΔΗΠΑΚ και πλήθος συνέδρων και από τις δύο παρατάξεις της «αγωνιστικής» πλειοψηφίας (Συσπείρωση-ΔΗΠΑΚ).

Προφανώς, οι προσδοκίες τους είχαν αυξηθεί από το γεγονός ότι πριν το συνέδριο εξέχοντες εκπρόσωποι και διανοούμενοι του κλάδου είχαν με κάπως λιγότερη κομψότητα αποκαλέσει τους διαφωνούντες «επιχειρηματίες», «βαρύ όπλο της κυβέρνησης», «Κουίσλιγκ» κ.ο.κ. Εξ ού και αρκετοί στο συνέδριο απαίτησαν πιο «αποφασιστική αντιμετώπιση». Δεν διευκρινίστηκε εάν ως τρόπος αποφασιστικής αντιμετώπισης των διαφωνούντων συνίσταται το λυντσάρισμά τους από τις πιο «αγωνιστικές» μερίδες του φοιτητικού κινήματος. Οποιαδήποτε ενημέρωση επ’ αυτού θα ήταν ευπρόσδεκτη.

Έναντι όλων αυτών, και μέσα σε ένα κλίμα μάλλον δυσάρεστο, στις τρίλεπτες ομιλίες τους οι εκπρόσωποι της Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης (Σταυρακάκης ΕΜΠ) και της Αριστερής Μεταρρύθμισης (Τσιτήλου ΦΜΣ) έθεσαν με κοσμιότητα – ίσως υπερβολική κοσμιότητα – ορισμένα από τα ζητήματα που αναφέρονται στην υποσημείωση.

Μετά τη ψηφοφορία για τον απολογισμό έχασα κάθε διάθεση να παρακολουθήσω το συνέδριο. Αποφάσισα να πάω σινεμά («Γράμματα από το Ίβο Τζίμα», παρεμπιπτόντως εξαιρετική ταινία και χρήσιμη υπενθύμιση ότι υπάρχουν και χειρότερα από το να χάνεις πανηγυρικά την ψηφοφορία για τον απολογισμό της ΠΟΣΔΕΠ). Έτσι έχασα τις ομιλίες του απογεύματος του Σαββάτου, αλλά τουλάχιστον επανήλθα με κάπως καλύτερη διάθεση την Κυριακή το πρωί.

Τι έκανα στο συνέδριο

My voting record: ψήφισα κατά του απολογισμού της απερχόμενης διοίκησης, υπέρ του ψηφίσματος κατά του νομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας (παρότι το ύφος του δεν ήταν του γούστου μου), υπέρ της κοινής πρότασης Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης και Αριστερής Μεταρρύθμισης για τον προγραμματισμό δράσης. Επίσης, στη ψηφοφορία για την ανάδειξη νέας διοίκησης υπερψήφισα το ψηφοδέλτιο της Αριστερής Μεταρρύθμισης, στο οποίο άλλωστε συμμετείχα ως υποψήφιος.

Η παραπάνω στάση μου δεν μπορεί να εξέπληξε όσους γνωρίζουν τις απόψεις μου, τις οποίες ποτέ δεν κρύβω. Υποθέτω, πάντως, ότι κάποιοι από όσους με ψήφισαν στις πρόσφατες εκλογές του συλλόγου του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών μπορεί όντως να μην τις γνώριζαν. Ελπίζω να μην αισθάνονται ότι πρόδωσα την εμπιστοσύνη τους. Αν ναι, θα μπορέσουν να επανορθώσουν όταν (εάν) μου έλθει ξανά η φαεινή ιδέα να θέσω υποψηφιότητα για να τους εκπροσωπήσω.

Πάντως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχω σκοπό να αναμειχθώ ενεργά στα κοινά το επόμενο διάστημα. Αφενός, η ενασχόλησή μου με τα πανεπιστημιακά θέματα τις τελευταίες εβδομάδες και η παρακολούθηση των συνεδριάσεων της Συγκλήτου από την αρχή του χρόνου με έχει εξαντλήσει. Αφετέρου, σε λίγους μήνες κρίνομαι για μονιμότητα και θα ήθελα να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στην προετοιμασία δημοσιεύσεων.

Τι να κάνουμε;

Εάν μου επιτρέπετε, μια εκτίμηση για το μέλλον. Πιστεύω ότι από τη σημερινή πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ λίγα πράγματα μπορούν να περιμένουν όσοι δεν εκφράζονται ήδη σε αυτήν. Η μεν Συσπείρωση εκφράζει με τον πιο αυθεντικό τρόπο τη διολίσθηση της μεγαλύτερης μερίδας του Συνασπισμού στο μείγμα νεοσταλινισμού και «κινηματικού» ριζοσπαστισμού, με άνοιγμα στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, κάλυψη των ακραίων εκδηλώσεων φοιτητικών ομάδων τύπου ΕΑΑΚ κτλ. Η δε ΔΗΠΑΚ εκφράζει με σχεδόν κωμικό τρόπο την οπισθοχώρηση του ΚΚΕ (ούτως ή άλλως το πιο καθυστερημένο ΚΚ της δυτικής Ευρώπης ανέκαθεν) σε θέσεις της δεκαετίας του ’50 και νωρίτερα – βλ. την παραληρηματική τοποθέτηση του βασικού εκπροσώπου της ΔΗΠΑΚ υπέρ των θεωριών του Λυσένκο για την καλλιέργεια σιταριού στον αρκτικό κύκλο, οι οποίες είχαν καταγγελθεί ως αντιεπιστημονικές ακόμη και στη Σοβιετική Ένωση την εποχή της αποσταλινοποίησης. Αυτή η συμμαχία σταλινικών και νεοσταλινικών, που θα δώσει τον τόνο των θέσεων του κλάδου τουλάχιστον έως το επόμενο συνέδριο, δεν ενδιαφέρεται να ακούσει τις απόψεις των υπολοίπων – έχει ήδη ξεμπερδέψει με αυτούς, θεωρώντας τους συλλήβδην «πρόθυμους», «επιχειρηματίες», «Κουίσλιγκ» κτλ.

Θεωρώ ότι η επικράτηση αυτής της συμμαχίας, παρά την μάλλον αυθόρμητη και αναγκαστικά ερασιτεχνική κινητοποίηση ευρύτερων δυνάμεων την τελευταία στιγμή, δεν αντανακλά τις διαθέσεις της πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών, αλλά μόνο αυτές ενός καλά οργανωμένου τμήματος όσων συμμετέχουν στις διαδικασίες των συλλόγων. Οι υπόλοιποι έχουν δύο επιλογές. Όσοι δεν ενοχλούνται πολύ να εκπροσωπούνται από τη σημερινή πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ (ή όσοι, βάσει κάποιου περίπλοκου υπολογισμού, θεωρούν ότι πολιτικά ευνοούνται από την μακροημέρευση της πλειοψηφίας αυτής) μπορούν κάλλιστα να εξακολουθούν να μην συμμετέχουν. Όσοι, αντίθετα, πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε ένα συνδικάτο που να ακούει τις απόψεις όλων των πανεπιστημιακών, που να αποδέχεται την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις και να είναι διατεθειμένο να συμβάλλει δημιουργικά στη συζήτηση για τη διαμόρφωσή τους, θα πρέπει μάλλον να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι χωρίς την κάπως ενεργότερη συμμετοχή μας στα κοινά του πανεπιστημίου κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ.

[1] Σημείωση για όσους δεν κατέχουν τη σταλινική ιδιόλεκτο. Ο όρος «εσωτερικός εχθρός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει όσους από εμάς δεν συμμερίζονται τη σοφία της τακτικής «απεργία διαρκείας / καταλήψεις διαρκείας», ανησυχούν για τα κρούσματα βίας και την ατμόσφαιρα ανελευθερίας που έχει επικρατήσει τελευταία στα πανεπιστήμια, δεν απορρίπτουν εκ προοιμίου τη δυνατότητα θετικών αλλαγών με διάλογο μέσα στους θεσμούς του πανεπιστημίου και της πολιτείας – και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχουν επί πλέον το «θράσος» να το δηλώνουν ανοιχτά, είτε υπογράφοντας την «Διακήρυξη πανεπιστημιακών υπέρ της μεταρρύθμισης του νόμου-πλαίσιο για τα ΑΕΙ», ή το κείμενο «Μεταρρύθμιση για την αναβάθμιση του Πανεπιστημίου με πυξίδα την κοινή λογική», ή την πρόταση νόμου του ομίλου «Αριστερά Σήμερα», είτε παρακολουθώντας τις συζητήσεις που διοργανώνει η Πρωτοβουλία «Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου» κτλ.