30 Αυγούστου 2026

Ζακ Ντελόρ, πρωτομάστορας της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Αυγούστου 2026).


Παραδόξως, από όλα τα κρίσιμα επεισόδια της μακράς πορείας που οδήγησε στη δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος – πορεία που κορυφώθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993, στο οριστικό «κλείδωμα» των συναλλαγματικών ισοτιμιών το 1999, και στην κυκλοφορία των πρώτων χαρτονομισμάτων και κερμάτων του ευρώ το 2002 – ένα από τα αποφασιστικότερα διαδραματίστηκε πολύ νωρίς, προτού καν ξεκινήσει η συζήτηση για το κοινό νόμισμα, και προτού οι βασικοί πρωταγωνιστές (Χέλμουτ Κολ, Φρανσουά Μιττεράν) αποσαφηνίσουν ή ίσως συνειδητοποιήσουν την πρόθεσή τους να επενδύσουν το πολιτικό τους κεφάλαιο συμβάλλοντας με όλες τους τις δυνάμεις στην ιστορική αυτή απόφαση.

Το επεισόδιο εκτυλίσσεται το Μάρτιο 1983 στο Παρίσι. Εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, η Γαλλία έχει σοσιαλιστή Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρώτο στην ιστορία, και κυβέρνηση της αριστεράς, στην οποία συμμετέχουν κομμουνιστές υπουργοί. Όμως τα πρώτα αυτά χρόνια είναι δύσκολα. Τα κοινωνικά μέτρα της νέας κυβέρνησης είναι δημοφιλή: τα κοινωνικά επιδόματα γίνονται πιο γενναιόδωρα, η ηλικία συνταξιοδότησης χαμηλώνει στα 60 έτη, η εργάσιμη εβδομάδα μειώνεται στις 39 ώρες, η διάρκεια της άδειας μετ’αποδοχών αυξάνεται στις 5 εβδομάδες. Τα οικονομικά μέτρα (αύξηση του κατώτατου μισθού, φόρος αλληλεγγύης στον πλούτο, εθνικοποιήσεις, δημόσια έργα) ενθουσιάζουν τους ψηφοφόρους της αριστεράς και τονώνουν τη ζήτηση, όμως η φυγή κεφαλαίων και η πτώση των ιδιωτικών επενδύσεων μειώνουν την προσφορά. Γρήγορα οι οικονομικοί δείκτες επειδεινώνονται. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού διογκώνεται. Το ίδιο και το εξωτερικό έλλειμμα, αφού οι καταναλωτές ξοδεύουν μεγάλο μέρος του πρόσθετου εισοδήματος για την αγορά γερμανικών αυτοκινήτων και άλλων εισαγόμενων προϊόντων. Μέσα σε λίγους μήνες, το γαλλικό φράγκο υποτιμάται τρεις φορές.

Το προφανές αδιέξοδο της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης πυροδοτεί μια υπαρξιακή συζήτηση στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, και στους εταίρους του (κομμουνιστές και ριζοσπάστες) στην κυβέρνηση. Οι απώλειες της αριστεράς στις δημοτικές εκλογές (6-13 Μαρτίου 1983) οξύνουν τα πνεύματα. Οι οπαδοί της «Άλλης Πολιτικής» (l’autre politique) πιέζουν τον Μιττεράν να βγάλει το φράγκο από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ) των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, μέσα στο οποίο οι υποτιμήσεις ή ανατιμήσεις ενός νομίσματος περιορίζονται σε ένα σχετικά περιορισμένο εύρος (+/-2,25%), με περιοδικές προσαρμογές. Ο Μιττεράν φαίνεται να φλερτάρει με την ιδέα να θυσιάσει τις οικονομικές επιδόσεις της Γαλλίας, και τη νομισματική σταθερότητα στην Ευρώπη, στο βωμό ενός παρωχημένου κεϋνσιανισμού. «Φαίνεται» επειδή ακόμη και οι στενότεροι συνεργάτες του δυσκολεύονται να καταλάβουν τι ακριβώς πιστεύει αυτός ο αινιγματικός Πρόεδρος. Πάντως στις 14 Μαρτίου 1983 υπαινίσσεται στον Πρωθυπουργό του Πιέρ Μωρουά την πρόθεση του να αποχωρήσει από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Ο Μωρουά εκφράζει την απόλυτη αντίθεσή του και δηλώνει ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα παραιτηθεί από την πρωθυπουργία. Βγαίνοντας από το Προεδρικό Μέγαρο, κινητοποιεί τον συνασπισμό κατά της «Άλλης Πολιτικής», με επικεφαλής τον Υπουργό Οικονομίας Ζακ Ντελόρ.

Η στρατηγική του Ντελόρ και των συμμάχων του στη γαλλική κυβέρνηση εκείνες τις κρίσιμες μέρες του Μαρτίου 1983 αναλύεται στις σελίδες του μνημειώδους έργου «Ο δρόμος προς το Μάαστριχτ» του Κένεθ Ντάϋσον και Κέβιν Φέδερστοουν (1999). Από τη μια, ο Ντελόρ εξηγεί στα αναποφάσιστα στελέχη της κυβέρνησης ότι τυχόν έξοδος από το ΕΝΣ θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μεγαλύτερη λιτότητα. Από την άλλη, απορρίπτει την προσφορά του Μιττεράν να τον κάνει Πρωθυπουργό, ξεκαθαρίζοντάς του ότι σε περίπτωση εξόδου από το ΕΝΣ θα παραιτηθεί από το υπουργείο οικονομίας.

Ο Μιττεράν αμφιταλαντεύεται μεταξύ δύο διαφορετικών εκδοχών του μέλλοντος: Θέλει να μείνει στην ιστορία ως ο θαρραλέος σοσιαλιστής που εφάρμοσε μέχρι τέλους το φιλόδοξο κυβερνητικό πρόγραμμα που είχε υποσχεθεί στους ψηφοφόρους του; Ή ως ο διορατικός ηγέτης που εργάζεται για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, και εμμέσως για την ανάκτηση της γαλλικής επιρροής στο πλαίσιο της ενωμένης Ευρώπης;

Στην κρίσιμη συνάντησή τους (16 Μαρτίου 1983), ο Ντελόρ προτείνει στον Μιττεράν μια καλύτερη στρατηγική: συνετή οικονομική πολιτική στο εσωτερικό, και προσπάθεια για επιμερισμό του κόστους της νομισματικής κρίσης με τη Γερμανία, η οποία θα πρέπει να ανατιμήσει το μάρκο, ώστε να μην χρειαστεί η Γαλλία να υποτιμήσει υπερβολικά το φράγκο. Ο Μιττεράν συμφωνεί υπό αυτόν τον όρο, και υπαγορεύει στον Ντελόρ τη διαπραγματευτική γραμμή της γαλλικής κυβέρνησης: «Αν θέλεις η Γαλλία να παραμείνει στο ΕΝΣ, θα πρέπει να πετύχεις να ανατιμηθεί το γερμανικό μάρκο». Στο συμβούλιο των υπουργών οικονομίας και οικονομικών των 10 τότε κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (19-20 Μαρτίου 1983), η γερμανική κυβέρνηση προκειμένου να μην διακινδυνεύσει διάλυση του ΕΝΣ συναινεί σε ανατίμηση του μάρκου κατά 5,5% και υποτίμηση του φράγκου κατά 2,5%. Η Γαλλία παραμένει στο ΕΝΣ, ο Ντελόρ γίνεται Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών αναλαμβάνοντας και το χαρτοφυλάκιο του προϋπολογισμού, η οικονομική σταθερότητα αποκαθίσταται. Παραμένει στη θέση του μέχρι τον Ιούλιο 1984, οπότε επιλέγεται από τους ηγέτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ως ο επόμενος Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στις δύο θητείες του (1985-1995) θα βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις, επιταχύνοντας την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, υπερνικώντας αντιστάσεις, πετυχαίνοντας συναίνεση, κερδίζοντας πολλές μάχες, χάνοντας μερικές.

Η πολιτική του ταύτιση με το ρεύμα του κοινωνικού καθολικισμού καθιστά τον Ντελόρ ιδιαίτερη περίπτωση στο Πάνθεον των Γάλλων πολιτικών. Στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, κάθε άλλο παρά μονολιθικό, εντάσσεται το 1974 μαζί με άλλους αριστερούς καθολικούς. Προηγουμένως, έχει δραστηριοποιηθεί στην Συνομοσπονδία Χριστανών Εργατών, στη μετατροπή της σε «κοσμική» μετριοπαθή συνδικαλιστική οργάνωση, και στη μετεξέλιξή της το 1964 στη CFDT, που στη συνέχεια θα εξελιχθεί στο ισχυρότερο γαλλικό συνδικάτο μετά την κομμουνιστική CGT. Ο Ντελόρ εργάζεται σκληρά και ζει λιτά, διαβάζει πολύ, και αναπτύσσει τη φιλοσοφία που θα τον καθοδηγήσει σε όλη του τη ζωή: οικονομία της αγοράς αλλά και «οικονομική διακυβέρνηση», λελογισμένος κρατικός παρεμβατισμός, διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους, και κοινωνική συνοχή. Με άλλα λόγια, πίστη στο «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο», στον ιδιαίτερο δρόμο της Ευρώπης μακριά από την αχαλίνωτη επιδίωξη του κέρδους που χαρακτηρίζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Ως Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρωταγωνιστήσει στην υλοποίηση νέων προγραμμάτων που θα αλλάξουν την καθημερινότητα των Ευρωπαίων και θα τους φέρουν πιο κοντά. Ο ενιαίος χώρος του Σένγκεν, προτού συνδεθεί με τις εντάσεις της μαζικής μετανάστευσης, επέτρεψε σε εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες να μετακινούνται ελεύθερα χωρίς να σταματάνε στα σύνορα και χωρίς να δείχνουν διαβατήριο. Το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών Erasmus συνέβαλε περισσότερο από κάθε τι άλλο στη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης (ενώ επίσης ώθησε τον Ιταλό φιλόσοφο και συγγραφέα Ουμπέρτο Έκο να προτείνει «ένα Erasmus για ταξιτζήδες, υδραυλικούς και οικοδόμους»). Τα διαρθρωτικά προγράμματα (γνωστά στη χώρα μας ως «Πακέτα Ντελόρ»), μετέφεραν τεράστια ποσά στις φτωχότερες περιφέρειες – και, όπου αξιοποιήθηκαν σωστά, εκσυγχρόνισαν τις υποδομές, αναβάθμισαν την οικονομία, δημιούργησαν καλύτερες θέσεις εργασίας.

Βέβαια, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντελόρ, είναι η καθοριστική συμβουλή του στη δημιουργία του κοινού νομίσματος. Μέσα σε λίγα χρόνια, το ευρώ από νεφελώδης ιδέα γίνεται απτή πραγματικότητα. Τον Ιούνιο 1990, η Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, σε εμπιστευτική συζήτηση με τον Ιρλανδό ομόλογό της, του εκμυστηρεύεται ότι όταν ο Ντελόρ μιλάει για το κοινό νόμισμα της φαίνεται «να έχει παραφρονήσει». Λίγο μετά δηλώνει στους δημοσιογράφους ότι όσο ζει δεν θα υπάρξει ευρώ. Ενάμιση χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο 1992, στο Μάαστριχτ, οι ευρωπαίοι ηγέτες δεσμεύονται να προχωρήσουν στην ίδρυση του κοινού νομίσματος, έχοντας προηγουμένως περιθωριοποιήσει τη Θάτσερ, επιτρέποντας στη Βρετανία να κρατήσει τη στερλίνα.

Παρά τις βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις, η μετέπειτα πορεία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) θα απογοητεύσει τον Ντελόρ. Η «κοινωνική Ευρώπη» για την οποία εργάστηκε θα περιοριστεί σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες συμβολικής σημασίας αλλά μέτριας πρακτικής αξίας. Η μονομερής έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία θα βγάλει από την ατζέντα τη διάσταση της «οικονομικής διακυβέρνησης», και στις αρχές της δεκαετίας του 2010 θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.