27 Μαρτίου 2025
Οικονομία: φώτα και σκιές
22 Φεβρουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 6. Πέρα από την εσωτερική υποτίμηση
- Συστηματική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο: στην προαγωγή της υγείας των πολιτών, και κυρίως στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, καθώς και στη βελτίωση των διαχειριστικών δεξιοτήτων των μάνατζερ και των επιχειρηματιών (που σήμερα είναι τραγικά χαμηλές)
- Φορολογικό σύστημα δίκαιο και μη στρεβλωτικό: χωρίς διακρίσεις κατά της μισθωτής εργασίας, με μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία και την παραγωγή προς την κατανάλωση και τον πλούτο.
- Νέα ρύθμιση της αγοράς εργασίας: εργασιακές σχέσεις που να διευκολύνουν τις απαραίτητες αναπροσαρμογές σε βάθος χρόνου για την αναβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
- Κοινωνικό κράτος επιταχυντή της ανάπτυξης: με έμφαση στις κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και σε όλες τις άλλες πολιτικές «συμφιλίωσης» των εργασιακών και οικογενειακών υποχρεώσεων των νέων ζευγαριών, και ιδίως των γυναικών.
8 Φεβρουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 5. Κάτω από την επιφάνεια των επενδύσεων
1 Φεβρουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 4. Το (εξωτερικό) έλλειμμα ξανάρχεται;
Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023).
25 Ιανουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 3. Το μίνι εξαγωγικό θαύμα
Στα προηγούμενα δύο άρθρα μας δείξαμε ότι η πρόσφατη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, παρότι (προφανώς) καλοδεχούμενη, είναι ακόμη υπερβολικά αδύναμη ώστε να αντισταθμίσει τη μεγάλη υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας την προηγούμενη δεκαπενταετία.
Σε αυτό το τρίτο άρθρο της μίνι σειράς εστιάζουμε στο μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Πράγματι, οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί τόσο που (για πρώτη φορά από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90) έχουν πλέον ξεπεράσει σε αξία τις εξαγωγές υπηρεσιών, που και αυτές βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.
Άνοδος των εξαγωγών
Συγκεκριμένα, η σύγκριση του πρώτου εννεάμηνου του 2022 με το αντίστοιχο του 2020 δείχνει ότι οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί κατά 17,5% (σε σταθερές τιμές). Σε σχέση με το πρώτο εννεάμηνο του 2019, η αύξηση είναι ακόμη μεγαλύτερη (18,8%), αφού το πρώτο έτος της πανδημίας οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν ελαφρά.
Αντίθετα, λόγω των περιορισμών στις μετακινήσεις, οι εξαγωγές υπηρεσιών – που στη χώρα μας είναι κυρίως τουριστικές – κατέρρευσαν το 2020 (πτώση 43% σε σχέση με το 2019). Ακολούθησε το πολύ καλό για τον ελληνικό τουρισμό καλοκαίρι του 2021, και το ακόμη καλύτερο του 2022. Και πάλι όμως, οι εξαγωγές υπηρεσιών παρέμεναν κάτω από το επίπεδο του 2019 (μείον 10,8%, συγκρίνοντας πάντα το εννεάμηνο από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους).
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ισχύουν σε σταθερές τιμές, δηλ. αφού αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές υπηρεσιών το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν κατά 20% υψηλότερες σε σχέση με το πρώτο εννεάμηνο του 2019. Αυτό προκαλεί κάποια σύγχυση, αλλά δείχνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι εισπράξεις των τουριστικών επιχειρήσεων είναι υψηλότερες παρά ποτέ, και δεύτερον, ότι οι τουριστικές υπηρεσίες στη χώρα μας έχουν γίνει ακριβές. Μάλιστα, εάν η στατιστική υπηρεσία υπολογίζει σωστά, αυτή η αύξηση των τιμών δεν συμβαδίζει με βελτίωση της ποιότητας. Στο βαθμό που κάτι τέτοιο όντως ισχύει, ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Σε κάθε περίπτωση, το ειδικό βάρος των εξαγωγών στην ελληνική οικονομία έχει ανέβει πολύ: το 2008 αντιπροσώπευαν το 23,7% του ΑΕΠ, ενώ το 2021 το μερίδιο τους είχε φτάσει το 36,7%. Βέβαια, την τελευταία δεκαπενταετία ο παρονομαστής (το ΑΕΠ) κατέρρευσε. Σε απόλυτα μεγέθη, η άνοδος των εξαγωγών είναι λιγότερο εντυπωσιακή: από 56,6 δις το 2008 σε 66,4 δις το 2021 (σε σταθερές τιμές 2015).
Επίσης, η πύκνωση των εμπορικών συναλλαγών σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης είναι γενικό φαινόμενο, άρα καλό είναι να βλέπουμε πώς συγκρινόμαστε με τις άλλες χώρες. Η απάντηση είναι «όχι καλά». Το μερίδιο της Ελλάδας στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών της Ευρωζώνης είναι σήμερα μικρότερο από ό,τι ήταν στο παρελθόν (1,18% το 2021 έναντι 1,41% το 2008, και 1,48% το 2000).
Σύνθεση των εξαγομένων εμπορευμάτων
Οι εξαγωγές αγαθών, όπου εντοπίζεται το μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας, εμπεριέχουν τα καύσιμα, τα οποία εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται. Το 2021, τα καύσιμα συνεισέφεραν 26,0% του συνόλου της αξίας των ελληνικών εξαγωγών αγαθών. (Το 2008, η συμβολή των καυσίμων ήταν μόλις 15,3%.)
Όμως, οι εξαγωγές καυσίμων συνεπάγονται λιγότερο ευεργετικές επιδράσεις από ό,τι π.χ. οι εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων: λιγότερες διασυνδέσεις με άλλες εγχώριες επιχειρήσεις, που προμηθεύουν ενδιάμεσα προϊόντα ή τα ενσωματώνουν στη δική τους παραγωγική διαδικασία, λιγότερες θέσεις εργασίας κτλ. Επί πλέον, το διεθνές εμπόριο καυσίμων υπόκειται σε μεγαλύτερα σκαμπανεβάσματα, ανάλογα με τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας.
Το ίδιο ισχύει και με τα πλοία, το μερίδιο των οποίων όμως έχει μειωθεί πολύ την τελευταία δεκαπενταετία (από 11,0% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών το 2007, οπότε κορυφώθηκαν, σε μόλις 0,3% το 2021).
Εάν επικεντρωθούμε στις εξαγωγές εκτός καυσίμων και πλοίων, θα δούμε ότι άργησαν πολύ να ανακάμψουν: μέχρι και το 2016 παρέμεναν κάτω από το επίπεδο του 2008. Στη συνέχεια τα πράγματα καλυτέρευσαν: οι εξαγωγές (εκτός καυσίμων και πλοίων) αυξήθηκαν αισθητά τη διετία 2017-2019 (από 20,4 δις σε 24,9 δις), υποχώρησαν το 2020 (σε 21,1 δις), και εκτινάχθηκαν το 2021 (σε 31,8 δις). (Όλα τα μεγέθη σε σταθερές τιμές 2015.)
Την περίοδο 2008-2020, αυξήθηκε το μερίδιο των χημικών προϊόντων και της κατηγορίας «τρόφιμα, ποτά, καπνός» στις συνολικές εξαγωγές αγαθών, ενώ αντίστοιχα μειώθηκε το μερίδιο των μηχανημάτων και του υλικού μεταφορών, καθώς και της κατηγορίας «διάφορα βιομηχανικά είδη».
Τεχνολογική στάθμη των εξαγωγών
Όπως ήταν αναμενόμενο, η επικοινωνιακή αξία της ανόδου των εξαγωγών δεν έχει διαφύγει της προσοχής των κυβερνητικών αξιωματούχων. Αυτό είναι θεμιτό: σε μια ώριμη δημοκρατία, οι επιτυχίες πιστώνονται στην κυβέρνηση (και οι αποτυχίες χρεώνονται σε αυτήν). Το πρόβλημα είναι ότι ενίοτε είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς που τελειώνει η τεκμηριωμένη ανάδειξη μιας πραγματικής επιτυχίας, και πού αρχίζει η προπαγάνδα.
Για παράδειγμα, σε άρθρο του στην Καθημερινή (30 Αυγούστου 2022), ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων ισχυρίστηκε ότι «Η Ελλάδα έχει αυξήσει εντυπωσιακά τις εξαγωγές αγαθών υψηλής τεχνολογίας». Πόσο βάσιμος είναι αυτός ο ισχυρισμός;
Εάν ανατρέξουμε στα δεδομένα για την τεχνολογική στάθμη των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων, τα οποία επικαλείται το παραπάνω άρθρο, θα διαπιστώσουμε ότι δύσκολα δικαιολογούν τόση θριαμβολογία. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (για το 2019) δείχνουν ότι μόλις 28,4% των μεταποιημένων προϊόντων που εξάγουμε χαρακτηρίζονται ως «μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας». Η επίδοση αυτή υπολείπεται σαφώς από την αντίστοιχη του 2007, όταν 37,0% των ελληνικών εξαγωγών προϊόντων μεταποίησης ήταν μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας. Το 2019, η χώρα μας κατατασσόταν στην τελευταία θέση της ΕΕ, 84η σε σύνολο 151 χωρών από όλο τον κόσμο.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα στοιχεία του 2019 δεν καλύπτουν το μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Σωστό. Και πάλι όμως, εάν εστιάσουμε στις εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων «υψηλής τεχνολογίας» μόνο, θα δούμε ότι τα δεδομένα της Eurostat (τα οποία μετά αναλύει ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, και στη συνέχεια η Παγκόσμια Τράπεζα) δείχνουν ότι το μερίδιο τους στο σύνολο των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων βρίσκεται σε πτώση τα τελευταία χρόνια. Πράγματι, το 2021 μόλις 8,8% των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων ήταν υψηλής τεχνολογίας, ενώ το 2019 το αντίστοιχο μερίδιο ήταν 9,1%. Το 2009, όταν οι ελληνικές εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας κορυφώθηκαν, το μερίδιο τους έφτανε το 13,5%.
Συμπερασματικά
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την τελευταία διετία οι εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας έχουν βελτιωθεί σημαντικά.
Όμως, σε απόλυτες αξίες η βελτίωση είναι λιγότερο θεαματική από ό,τι ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Επίσης, η άνοδος των ελληνικών εξαγωγών ήταν βραδύτερη από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, με αποτέλεσμα το μερίδιο της χώρας μας στην εξαγωγική επίδοση της ΕΕ να έχει συρρικνωθεί.
Επί πλέον, ο τουρισμός και τα καύσιμα εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών.
Τέλος, οι ελληνικές εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων εξακολουθούν να κυριαρχούνται από κλάδους και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.
Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας έχει ακόμη πολύ δρόμο.
18 Ιανουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 2. Το χαμένο έδαφος
Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023).
Στο προηγούμενο άρθρο μας σχολιάσαμε τις θετικές εξελίξεις (επιτάχυνση της ανάπτυξης, άνοδος των εξαγωγών, διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες) που τεκμηριώνουν τη βάσιμη αισιοδοξία για την πορεία της οικονομίας. Στο δεύτερο άρθρο της μίνι σειράς περιγράφουμε το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο πρέπει να αξιολογηθούν αυτές οι θετικές εξελίξεις: χωρίς περιστροφές, πρόκειται για τη μεγάλη υστέρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε βάθος δεκαπενταετίας.
Πράγματι, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμη και εάν επιβεβαιωθούν οι θετικές προβλέψεις για την επόμενη διετία (βλ. προηγούμενο άρθρο), σε όρους αγοραστικής αξίας το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων το 2024 θα είναι 32% χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών μελών.
Δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι λόγοι για τη μεγάλη υστέρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας.
Πρώτον, η ύφεση της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2007-2014 ήταν ασυνήθιστα βαθιά και ασυνήθιστα παρατεταμένη. Αντίθετα, οι εθνικές οικονομίες των άλλων χωρών ανέκαμψαν συντομότερα μετά από μικρότερη υποχώρηση (ή συνέχισαν να αναπτύσσονται χωρίς διακοπή). Εάν συνυπολογίσουμε την αναιμική ανάπτυξη της περιόδου 2015-2019, και στη συνέχεια την κρίση του κορωνοϊού, θα διαπιστώσουμε ότι από το 2007 έως το 2021 η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά σχεδόν ένα τέταρτο (μείωση ΑΕΠ 24,4%). Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή οικονομία, παρά τα σκαμπανεβάσματα, συνέχισε να μεγαλώνει (αύξηση ΑΕΠ 11,9%). Η συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι το χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη έχει διευρυνθεί σημαντικά.
Δεύτερον, στη χώρα μας δεν κατέρρευσαν απλώς εξαιτίας της ύφεσης τα (ακαθάριστα) εισοδήματα. Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο των προγραμμάτων λιτότητας, αυξήθηκαν οι φόροι και οι εισφορές, ενώ επίσης μειώθηκαν οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συντάξεις και άλλα επιδόματα). Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι το διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα υποχώρησε περισσότερο από ό,τι το ΑΕΠ, μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο την απόκλιση από τα άλλα κράτη μέλη.
Τρίτον, παρότι τα Μνημόνια προέβλεπαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στις αγορές προϊόντων, με σκοπό την περίφημη «εσωτερική υποτίμηση», στην πράξη οι πρώτες προχώρησαν πολύ περισσότερο από τις δεύτερες. Έτσι, ενώ τα συνδικάτα και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποδυναμώθηκαν (διευκολύνοντας τη μείωση των μισθών), τα επιχειρηματικά λόμπυ αντιστάθηκαν με επιτυχία στις απόπειρες τόνωσης του ανταγωνισμού (εμποδίζοντας τη μείωση των τιμών), εξέλιξη που συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση της Τρόικας, μέχρι και στις μέρες μας.
Το συνδυαστικό αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων – εάν το μετρήσουμε με όρους αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, συνυπολογίζοντας τη μείωση των εισοδημάτων, την αύξηση των φόρων και την άνοδο των τιμών – έχει αποκλίνει πολύ από το βιοτικό επίπεδο των άλλων Ευρωπαίων.
Όπως λέγαμε παραπάνω, το 2024 το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων θα είναι στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. (Το 2009 ήταν στο 94%.) Εδώ και αρκετά χρόνια, με κριτήριο το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, η Ελλάδα είναι μια από τις φτωχότερες χώρες της ενωμένης Ευρώπης. Για την ακρίβεια: βρίσκεται στην 25η θέση, πάνω μόνο από τη Σλοβακία και από τη Βουλγαρία.
Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η πρόσφατη επιτάχυνση δεν αρκεί. Η ανάπτυξη παραμένει υπερβολικά αναιμική ώστε να ανακληθεί το έδαφος που χάθηκε την προηγούμενη δεκαπενταετία. Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας απέχουν ακόμη πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικές.
11 Ιανουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 1. Οι καλές ειδήσεις
Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023).
Είναι ορθή η εκτίμηση ότι «ανατάχθηκε μια βαλτωμένη οικονομία», όπως υποστήριξε ο πρωθυπουργός στη συζήτηση στη Βουλή για την κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού (Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022);
Σε κάποιο βαθμό, ναι. Πέρα από την προπαγάνδα, οι καλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας είναι πραγματικές, και αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Όχι μόνο επειδή αυτό επιβάλλει η εντιμότητα, και ο «πολιτικός πολιτισμός» στον οποίο ομνύουν (σχεδόν) οι πάντες. Αλλά επίσης επειδή σε μια οικονομία της αγοράς, όπου η συμπεριφορά των επενδυτών βασίζεται συχνά σε υποκειμενικές διαθέσεις, η αισιοδοξία μπορεί να έχει χειροπιαστά οφέλη – όπως, αντιστρόφως, η απαισιοδοξία πολλές φορές μεταφράζεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Οι αιτίες της αισιοδοξίας είναι συνοπτικά τρεις: η ταχεία ανάκαμψη μετά την πανδημία, η θεαματική μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, και η προσέλκυση διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Επιτάχυνση της ανάπτυξης
Καταρχάς, μετά από μια πολύ δύσκολη διετία (όταν λόγω κορονοϊού η παγκόσμια οικονομία μπήκε στην κατάψυξη), η ελληνική οικονομία πέτυχε εντυπωσιακή επανεκκίνηση, καταγράφοντας ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα για το τρίτο τρίμηνο του 2022, το ΑΕΠ ξεπέρασε το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν την πανδημία (το ίδιο τρίμηνο του 2019) κατά 3,3% στην Ελλάδα. Δεν είναι πολύ – όμως η αντίστοιχη άνοδος στο σύνολο της Ευρωζώνης δεν ξεπέρασε το 2,2%, ενώ στην ΕΕ των 27 κρατών μελών έμεινε στο 2,8%.
Επίσης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον περασμένο Νοέμβριο, μέχρι το τέλος του 2022 η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί σε 6,0% στην Ελλάδα έναντι 3,3% στο σύνολο της ΕΕ. Η πρόβλεψη για το 2023 είναι σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης σε όλον τον κόσμο – αλλά και πάλι η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα (1,0%) από ό,τι στην ΕΕ (0,3%). Το ίδιο και για το 2024: 2,0% στην Ελλάδα έναντι 1,6% στην ΕΕ.
Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία ανέκαμψε ταχύτερα από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή την τελευταία διετία, και προβλέπεται να συνεχίσει να τρέχει γρηγορότερα από το μέσο όρο της ΕΕ την επόμενη διετία.
Άνοδος των εξαγωγών
Επί πλέον, η σύγκριση του πρώτου εννεάμηνου του 2022 με το αντίστοιχο του 2019 δείχνει σημαντική αύξηση των εξαγωγών αγαθών (+19%) και των επενδύσεων (+30%), κρίσιμα μεγέθη και τα δύο για τις μελλοντικές προοπτικές της χώρας.
Η μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές και πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο ακόμη καλύτερα αντιληπτός εάν συγκρίνουμε το πρώτο εννεάμηνο της φετινής χρονιάς με το αντίστοιχο του 2008 (τότε δηλ. που η ελληνική οικονομία έφτασε το μεγαλύτερο όριο διόγκωσης στην ιστορία της, για να αρχίσει αμέσως μετά να συρρικνώνεται).
Πράγματι, σε σύγκριση με την προ κρίσης χρέους εποχή, οι εξαγωγές είναι αυξημένες κατά 20%, ενώ οι εισαγωγές είναι μειωμένες κατά 8%. Η βελτίωση είναι ακόμη μεγαλύτερη στο ισοζύγιο αγαθών: οι εξαγωγές αγαθών τα τελευταία 14 χρόνια έχουν ανέβει κατά 45%, ενώ οι εισαγωγές αγαθών έχουν υποχωρήσει κατά 14%. Αυτή η εξισορρόπηση του ισοζυγίου αγαθών συνέβαλε στο να εξαλειφθεί πάνω από το μισό εμπορικό έλλειμμα της χώρας (αγαθά και υπηρεσίες), το οποίο πέρασε από το 12,6% του ΑΕΠ το 2008 στο 6,2% το 2022 (με βάση στοιχεία για το εννεάμηνο από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους).
Διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες
Τέλος, η πρόσφατη δημιουργία ερευνητικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη από την Pfizer, η ίδρυση κέντρου αριστείας στην τεχνητή νοημοσύνη από την εταιρεία συμβούλων EY σε συνεργασία με τον «Δημόκριτο», καθώς και οι επενδύσεις σε cloud computing («υπολογιστικό νέφος») από κολοσσούς της Silicon Valley όπως η Microsoft και η Google, δείχνουν πόσο θεαματική είναι η βελτίωση της διεθνούς φήμης της χώρας ως προορισμού επιχειρηματικών δραστηριοτήτων υψηλής τεχνολογίας.
Το ίδιο θεαματική είναι η ανάδειξη της Ελλάδας ως περιφερειακού κέντρου της διεθνούς κινηματογραφικής βιομηχανίας, χάρη στις δράσεις και στα χρηματοδοτικά κίνητρα του Εθνικού Κέντρου Οπτικoακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ) από το 2017, και την πολύ πρόσφατη συνεργασία του με την Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου (Enterprise Greece), που έχουν οδηγήσει στην επιλογή της χώρας μας ως σκηνικού δεκάδων ξένων και εγχώριων κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών.
Εύκολα γίνεται κατανοητό ότι εξωστρεφείς δραστηριότητες σαν αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν θα προσθέσουν απλώς μερικά δις ευρώ στο εθνικό εισόδημα, και μερικές χιλιάδες (καλοπληρωμένες) θέσεις εργασίας, αλλά θα προσφέρουν επίσης πολύτιμες δεξιότητες, διασυνδέσεις, εμπειρίες, ιδέες, και ανοιχτούς ορίζοντες σε πολλούς νέους που προηγουμένως υποαξιοποιούνταν, και συχνά φλέρταραν με το ενδεχόμενο μετανάστευσης στο εξωτερικό.
Συμπερασματικά
Και οι τρεις εξελίξεις που σχολιάζονται εδώ (επιτάχυνση της ανάπτυξης, άνοδος των εξαγωγών, διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες) είναι ευεργετικές για μια οικονομία που φτώχυνε πολύ την περασμένη δεκαπενταετία – και ως τέτοια πρέπει να χαιρετιστούν από όλους: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, μέσα ενημέρωσης, και κοινή γνώμη.
Το ερώτημα είναι: αρκούν αυτά; τι άλλο πρέπει να γίνει για να προχωρήσει ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές και πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο; Συνοπτικά, οι απαντήσεις μας σε αυτά τα δύο ερωτήματα είναι «όχι» και «πολλά». Για περισσότερες λεπτομέρειες, διαβάστε τα επόμενα άρθρα της μίνι σειράς.
16 Μαρτίου 2022
20 μέρες πολέμου, 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα
Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022).
Η Corriere della sera, η ιστορική εφημερίδα του Μιλάνου, πρώτη σε πωλήσεις σε όλη τη χώρα, προσφέρει στους συνδρομητές της μια σειρά από θεματικά newsletter. Ένα από αυτά, Rassegna stampa (Επισκόπηση Τύπου), ομαδοποιεί άρθρα για κάποιο θέμα σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, συνήθως διεθνή, καμιά φορά ιταλικά. Οι συντάκτες του newsletter δεν αποδελτιώνουν απλώς: επιλέγουν, συνοψίζουν, συγκρίνουν, σχολιάζουν, διαφωνούν, παίρνουν θέση, με παρρησία και γενναιοδωρία (δεν διστάζουν να επαινέσουν τους «ανταγωνιστές» τους, άλλες εφημερίδες, περιοδικά, και συντάκτες, στην Ιταλία και στο εξωτερικό).
Η Rassegna stampa της Δευτέρας 14 Μαρτίου 2022 ήταν διαφορετική: συνόψιζε την πρόσφατη αρθογραφία όχι του διεθνούς Τύπου αλλά της ίδιας της Corriere della sera. Οι συντάκτες της (Luca Angelini, Gianluca Mercuri, Alessandro Trocino) έγραψαν για τα 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα τις πρώτες 20 μέρες του πολέμου.
1. Το NATO είναι πάλι στη μόδα. Επί προεδρίας Τραμπ, η Βορειοατλαντική Συμμαχία είχε φτάσει στο ναδίρ («κλινικά νεκρή», κατά Μακρόν). Χάρη στον Πούτιν, το ΝΑΤΟ ξαναβρίσκει τον λόγο ύπαρξής του.
2. Η Ρωσία έγινε παρίας. Ότι ο Πούτιν ήταν αυταρχικός ηγέτης, δεσποτικός και (συχνά) αιμοσταγής, ήταν γνωστό, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να συμμετέχει σε συναντήσεις κορυφής με τη Δύση (π.χ. G20). Σήμερα είναι αδιανόητο ότι κάτι τέτοιο θα ξανασυμβεί.
3. Ο πόλεμος τόνωσε την εθνική συνείδηση των Ουκρανών. Προτιμώντας την αντίσταση από την παράδοση, οι Ουκρανοί (ακόμη και οι ρωσόφωνοι) απέδειξαν στον Πούτιν ότι η χώρα τους δεν είναι επαρχία της δικής του.
4. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βγαίνει πιο ενωμένη. Η κρίση του Ευρώ απείλησε την ενότητα της ΕΕ, το Brexit έπληξε την ακεραιότητά της. Η ευρωπαϊκή απάντηση στην πανδημία πέρυσι, και στον πόλεμο της Ουκρανίας φέτος, βγάζουν αληθινή την προφητεία του Ζαν Μοννέ από το 1954: «Η Ευρώπη θα χτιστεί στις κρίσεις, ως το άθροισμα των λύσεων που θα δοθούν σε αυτές τις κρίσεις».
5. Η ενεργειακή μετάβαση θα αναβληθεί ή θα επιταχυνθεί; Η εξάρτηση της Ιταλίας από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι μεγάλη. Όμως οι ειδικοί επιμένουν ότι μέσα σε ένα χρόνο μπορεί να μειωθεί κατά τουλάχιστον ένα τρίτο, με ένα μείγμα που περιλαμβάνει (προσωρινή) προσφυγή στο κάρβουνο, επιτάχυνση της στροφής προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και επανεξέταση του ρόλου της πυρηνικής ενέργειας.
6. Η Ιταλία έγινε πιο ατλαντική. Οι θαυμαστές της Ρωσίας (και της Κίνας), πολυάριθμοι στη Λέγκα και στο Κίνημα 5 Αστέρων, έχουν τώρα να διαλέξουν ανάμεσα στη σιωπή και στον εξευτελισμό. Ο Μπερλουσκόνι, φίλος του Πούτιν και οικοδεσπότης του στη Σαρδηνία, επέλεξε τη σιωπή. Ο Σαλβίνι, με την πρόσφατη επίσκεψή του στα σύνορα Πολωνίας-Ουκρανίας, τον εξευτελισμό.
7. Οι οικονομικές κυρώσεις πνίγουν τη Ρωσία. Το ερώτημα είναι αν η οικονομική απομόνωση της Ρωσίας θα συντομεύσει τον πόλεμο, ή αντίθετα θα κάνει πιθανότερη την διαίρεση της παγκόσμιας οικονομίας σε ανταγωνιστικά μπλοκ: Ρωσία-Κίνα (και Ινδία;) εναντίον της Δύσης.
8. Η Κίνα σε σταυροδρόμι. Η κινεζική ηγεσία συμμερίζεται την πεποίθηση του Πούτιν ότι η Δύση είναι αδύναμη και παρηκμασμένη. Όμως η παγκοσμιοποίηση έβγαλε εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζους από την εξαθλίωση. Θα ρισκάρει το καθεστώς την οικονομική στασιμότητα (ή οπισθοδρόμηση);
9. Παγκοσμιοποίηση: το τέλος του τέλους της ιστορίας. Η ιδέα του εξευγενισμού των ηθών μέσω του εμπορίου (Doux commerce κατά Μοντεσκιέ, Wandel durch Handel στη μεταπολεμική Γερμανία) διαψεύσθηκε πρώτα από την Κίνα, ήδη με τη σφαγή στην Πλατεία Τιάνανμεν, και μετά από τη Ρωσία. Όμως, όπως δείχνει το ιστορικό προηγούμενο (1914-1945), το τέλος της παγκοσμιοποίησης απειλεί να κάνει τον κόσμο όχι μόνο φτωχότερο, αλλά και πιο επικίνδυνο.
10. Μια νέα προσφυγική κρίση; Όλοι οι αυταρχικοί ηγέτες (Πούτιν, Λουκασένκο, Ερντογάν) έμαθαν να χρησιμοποιούν τους πρόσφυγες ως όπλο για την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης. Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν μπορεί να μετατρέψει την προσφυγική κρίση σε ελιξήριο οικονομικού δυναμισμού (και πολιτικής αίγλης). Κάποιοι πιστεύουν πως όχι. Η θερμή υποδοχή των Ουκρανών προσφύγων στην Πολωνία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και αλλού δείχνει πως ναι.
29 Οκτωβρίου 2021
Η χώρα αυτή είναι δική τους και δική μας
Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021).
22 Σεπτεμβρίου 2021
Gig Economy: Χρονικό μιας προαναγγελθείσης εμπλοκής
Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021).
Τα γεγονότα της υπόθεσης e-food είναι πλέον λίγο πολύ γνωστά. Η απόφαση της εταιρείας να ζητήσει από τους οδηγούς-διανομείς της να αποδεχθούν το καθεστώς του «συνεργάτη» (αμοιβή με μπλοκάκι), διαφορετικά θα πρέπει να βρουν αλλού δουλειά, προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, οι οποίες εκφράστηκαν κυρίως με απενεργοποίηση της εφαρμογής στα κινητά πολλών πελατών της, και την κατακόρυφη πτώση της αξιολόγησης της εταιρείας από τις καταναλωτές. Κατόπιν τούτου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε σαρωτικούς ελέγχους στις συνθήκες εργασίας στον κλάδο της διανομής φαγητού.
10 Ιουλίου 2021
Μπροστά στον τελικό του Euro 2020
Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Σάββατο 10 Ιουλίου 2021).
Ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν έχουν αμφιβολίες. Εγώ έχω, πολλές. Μπορεί να είναι τα γονίδια του παλιού Ρηγά – προτού υποστεί τη γνωστή αξιοθρήνητη μετάλλαξη. Να, για παράδειγμα: την Κυριακή το βράδυ δεν είμαι βέβαιος ποια από τις δύο «δεύτερες πατρίδες» μου πρέπει να υποστηρίζω: την Αγγλία ή την Ιταλία;
Στην Αγγλία έζησα μερικά από τα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής μου, συνέχισα τις σπουδές μου, άρχισα να δουλεύω σε ένα απίθανο πανεπιστήμιο, έμαθα ότι μπορώ να κάνω επάγγελμα τα πράγματα που έτσι κι αλλιώς με συναρπάζουν και με παθιάζουν, και ότι αυτή θα είναι πάντοτε η μεγαλύτερη τύχη μου. Και εν τω μεταξύ, αγάπησα βαθιά την παράξενη αυτή χώρα με τους παράξενους ανθρώπους, με τις άλλοτε εκνευριστικές και άλλοτε αξιαγάπητες παραξενιές. Τόσο που πήρα το Brexit προσωπικά, σαν προδομένος εραστής: «Σε εμένα το κάνουν αυτό, που τους αγάπησα τόσο;» Πέντε χρόνια μετά, είμαι έτοιμος να τους συγχωρέσω – αρκεί βέβαια να μου ζητήσουν ταπεινά συγγνώμη (το γονάτισμα προαιρετικό).
Ούτε κι εγώ καλά-καλά δεν ξέρω γιατί συγκινούμαι τόσο όταν βλέπω το φιλμάκι του ανεπίσημου ποδοσφαιρικού τους ύμνου, «The Three lions». Ίσως γιατί συμπυκνώνει όλα όσα αγάπησα στην Αγγλία: την υπερηφάνια για τα περασμένα μεγαλεία, τη συναίσθηση της παρακμής, την αφοσίωση στην ομάδα (και στη χώρα) στις καλές στιγμές και στις κακές, τον αυτοσαρκασμό. ΟΚ – και επίσης επειδή το 1990, στο σπίτι μου στο Λονδίνο, κολλημένος στο γυαλί, είδα κι εγώ τον Λίνεκερ, δέκα λεπτά πριν τελειώσει ο ημιτελικός, με τη Γερμανία να προηγείται 1-0, να χορεύει πιρουέτες γύρω από τη γερμανική άμυνα, να στέλνει με διαγώνιο συρτό σουτ τη μπάλα στα δίχτυα, να πανηγυρίζει σαν μικρό χαρούμενο παιδί, και να μας κάνει όλους ευτυχισμένους.
Λίγους μήνες μετά άρχισε η μακρόχρονη σχέση μου με την Ιταλία, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν για μένα απλώς («απλώς») η χώρα του Λουκίνο Βισκόντι, του Φεντερίκο Φελλίνι, των αδελφών Ταβιάνι – και του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Και φυσικά η χώρα της Ίντερ, με την οποία η σχέση των οπαδών της μοιάζει πολύ με εκείνη των Άγγλων με την Εθνική τους: πολλές πίκρες, λίγες χαρές, με τις τελευταίες να κάνουν τις πρώτες να αξίζουν τον κόπο. (Τώρα που το σκέφτομαι, και η σχέση των οπαδών της ΑΕΚ με την ομάδα τους αυτή είναι. Δεν θα είναι τυχαίο ...) Έκτοτε ο δεσμός μας δυνάμωσε, και εάν για αυτό δεν είναι αρκετή απόδειξη ότι τα τελευταία 5 χρόνια ζω μόνιμα εκεί, μάλλον είναι ότι έχω δύο παιδιά που μιλάνε μεταξύ τους ιταλικά, λένε ότι νιώθουν «100% Ιταλοί και 100% Έλληνες», και αντιμετωπίζουν με επιείκια και τις δυο τους πατρίδες. Κι εγώ όλα αυτά τα χρόνια, και ειδικά τα τελευταία, έχω σιγά-σιγά αναπτύξει μια αμφίσημη στάση προς τη χώρα που με φιλοξενεί: από τη μια εξοργίζομαι με τη γραφειοκρατία, τον επαρχιωτισμό, τη στενομυαλιά, την έλλειψη αξιοκρατίας, από την άλλη ενθουσιάζομαι με τη φαντασία, την επινοητικότητα, την πραότητα, την αβίαστη κομψότητα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την ίδια αμφίσημη στάση που εδώ και δεκαετίες έχω με την πρώτη πατρίδα μου, την αληθινή. Και εάν αυτό δεν δείχνει ότι έχω αρχίσει κι εγώ να γίνομαι λίγο Ιταλός, δεν ξέρω τι το δείχνει.
Θα τη χρειαστεί στον τελικό τη φαντασία και την επινοητικότητα η Εθνική Ιταλίας. (Όσο για την κομψότητα, δείτε ξανά τα γκολ του Κιέζα με το Βέλγιο και με την Ισπανία.) Έγραψε στην Corriere della sera ο Beppe Severgnini, που κι αυτός γνωρίζει καλά και αγαπά την Αγγλία: «Εμείς οι Ιταλοί πιστεύουμε ότι μπορεί να χάσουμε, οι Άγγλοι σκέφτονται ότι πρέπει να κερδίσουν. Έτσι, συχνά, εμείς τα καταφέρνουμε καλύτερα.»
Ας κερδίσει ο καλύτερος!
30 Απριλίου 2021
Για την ιθαγένεια
Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Παρασκευή 30 Απριλίου 2021).
Με την υπουργική απόφαση που εξέδωσε προ δύο εβδομάδων ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Βορίδης, για να πολιτογραφηθεί ένας ξένος ως Έλληνας πολίτης θα πρέπει να αποδείξει ότι διέθετε ετήσιο εισόδημα 9.100 ευρώ (συν 10% για κάθε εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας) κάθε έτος συνεχώς από το 2015 έως το 2020. Ο όρος αυτός προστίθεται στις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, που προβλέπουν γραπτές εξετάσεις ιστορίας, γεωγραφίας, πολιτικών θεσμών και πολιτισμού, καθώς και ελληνικής γλώσσας (με ερωτήσεις απίστευτης δυσκολίας). Οι εξετάσεις θα γίνονται κάθε έξη μήνες, σε επτά συνολικά πόλεις ( ή και λιγότερες αν δεν συμπληρώνονται 25 τουλάχιστον αιτήσεις ενδιαφερομένων).
Δεν βλέπω πώς μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η πραγματική στόχευση της πολιτικής του Υπουργού Εσωτερικών για την ιθαγένεια είναι να διατηρήσει τυπικά την δυνατότητα πολιτογράφησης των μεταναστών, καθιστώντας την αδύνατη στην πράξη. Εάν ο Κώδικας προέβλεπε περιοδική επανεξέταση (όπως γίνεται π.χ. με το δίπλωμα οδήγησης), η εφαρμογή των παραπάνω όρων μαθηματικά θα οδηγούσε στην αφαίρεση της ιθαγένειας από την συντριπτική πλειονότητα όσων είμαστε ήδη Έλληνες πολίτες.
Αυτό που
περισσότερο με ενοχλεί με αυτή την υπουργική απόφαση δεν είναι η κουτοπονηριά
της (θα ήταν εντιμότερο να πει «Έλληνας δεν γίνεσαι, γεννιέσαι»). Ούτε η
αναχρονιστική μούχλα που αναδίνει χωρίς να το ομολογεί (Ελλάς Ελλήνων
Χριστιανών, χωρίς τον αναγεννώμενο φοίνικα), παρότι και αυτή μου είναι εντελώς
απεχθής. Δεν είναι καν ότι μας υπενθυμίζει το αυτονόητο, ότι η ΝΔ παραμένει
αυτό που ήταν πάντοτε, δηλαδή ένας συνασπισμός φιλελεύθερων και εθνικοφρόνων,
με τους δεύτερους πάντοτε να καιροφυλακτούν, έτοιμοι να υπονομεύσουν τους
πρώτους.
Είναι ότι το
«όραμα» που αντιπροσωπεύει η υπουργική απόφαση – μιας χώρας περίκλειστης,
εχθρικής και φοβισμένης – βρίσκεται στους αντίποδες της ιδέας μιας Ελλάδας
γεμάτης αυτοπεποίθησης με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, το οποίο (αν δεν έχω
καταλάβει λάθος) θέλει να εκφράζει συλλογικά η κυβέρνηση, και το οποίο έχουν
αποδείξει ότι υπηρετούν άλλα κυβερνητικά στελέχη.
Δεν μιλώ ως πονόψυχος «δικαιωματιστής», ούτε ως κατά συρροήν μετανάστης - παρότι θα μπορούσε ευλόγως κανείς να μου καταλογίσει και το ένα και το άλλο. Μιλώ ως οικονομολόγος, που γνωρίζει τα βασικά: ότι οι χώρες που ενσωματώνουν τους ξένους ανανεώνονται και προκόβουν – ενώ οι χώρες που τους απορρίπτουν μένουν στάσιμες και παρακμάζουν.
28 Απριλίου 2021
Για το νέο εργασιακό νομοσχέδιο
Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 28 Απριλίου 2021).
Δεν θα σχολιάσω τον υστερικό τρόπο με τον οποίο συζητώνται τα σοβαρά ζητήματα στη χώρα μας («Σαρωτικές αλλαγές στα εργασιακά» / «Σεισμός στην εργατική νομοθεσία»). Υποθέτω ότι κάποτε θα γραφτεί η ιστορία του πώς χαμηλού επιπέδου δημοσιογράφοι και διευθυντές ειδήσεων στο κυνήγι του εντυπωσιασμού συνέβαλαν καθοριστικά στο να γίνει η ελληνική κρίση πιο οδυνηρή και πιο παρατεταμένη από ό,τι ήταν από μόνη της.
Ξεκινώ από την παραδοχή ότι ο στόχος μιας καλής ρύθμισης της αγοράς εργασίας είναι να εξασφαλίζει ευελιξία στις επιχειρήσεις και ασφάλεια στους εργαζόμενους. Και τα δύο χρειάζονται: Χωρίς ευελιξία οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις αλλαγές της αγοράς, με δυσμενείς συνέπειες για την κερδοφορία τους και για την δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης. Χωρίς ασφάλεια οι εργαζόμενοι δεν γίνονται μόνο πιο αγχωμένοι (για να μην πω πιο δυστυχισμένοι), αλλά σε τελευταία ανάλυση λιγότερο παραγωγικοί.
Τη δεκαετία του '90 που άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, το βασικό πρόβλημα της ρύθμισης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα ήταν το χάσμα μεταξύ Δημοσίου-τραπεζών-ΔΕΚΟ από τη μια, και υπόλοιπου ιδιωτικού τομέα από την άλλη. Οι μεν είχαν τόση ασφάλεια που και να μην δούλευαν καθόλου δεν τους έδιωχνε κανείς. Το επίπεδο ασφάλειας των δε κυμαινόταν από χαμηλό (στις πιο νομοταγείς επιχειρήσεις) έως μηδενικό (στις υπόλοιπες). Ήταν μια αρρωστημένη κατάσταση. Οι (δειλές) προσπάθειες της κυβέρνησης Σημίτη να βάλει μια τάξη έπεσαν στο κενό. Ήταν μεγάλες οι ευθύνες πολλών βουλευτών και αρκετών υπουργών του ΠΑΣΟΚ, που τότε έτρεμαν το πολιτικό κόστος αλλά σήμερα δεν τους θυμάται κανείς (ή αν τους θυμάται δεν είναι με νοσταλγία). Για τις ευθύνες των μέσων ενημέρωσης μίλησα παραπάνω. Για τις ευθύνες των συνδικαλιστών (πλήρως ταυτισμένων με τις προνομιούχες συντεχνίες, πλήρως αδιάφορων για τους κανονικούς εργαζόμενους, παρά τις ρητορείες), όπως και για τις ευθύνες της ΝΔ και των ΣΥΝ-ΚΚΕ, καλύτερα να μην μιλήσω.
Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, οι μισθοί όλων έχουν πέσει, αλλά το χάσμα μεταξύ των «από μέσα» και των «απέξω» είναι το ίδιο μεγάλο (αν και τώρα περνάει μέσα από τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ, όπου συνυπάρχουν παλιοί με γενναιόδωρες παροχές και νέοι με συνθήκες παρόμοιες με αυτές στις άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα - και μαντέψτε ποιοι από τους δύο «βγάζουν τη δουλειά».)
Επί πλέον, φαίνεται να έχει διευρυνθεί αυτό που έχει ονομαστεί «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής»: η θλιβερή προσπάθεια πολλών επιχειρηματιών να πλουτίσουν ή απλώς να επιβιώσουν δια της παραβίασης της εργασιακής, φορολογικής, περιβαλλοντικής, πολεοδομικής κ.ά. νομοθεσίας. Προ κρίσης, όταν η ανεργία ήταν χαμηλή και τα συνδικάτα πιο ισχυρά, ο εργοδότης της Κούνεβα έστειλε μπράβους να της επιτεθούν με βιτριόλι (αυτό τουλάχιστον έκρινε το πρωτοβάθμιο δκαστήριο, για να ανατραπεί στη συνέχεια η απόφαση στο Εφετείο). Τώρα που η ανεργία είναι στα ύψη, και τα συνδικάτα πιο ανίσχυρα, η παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων είναι καθημερινό φαινόμενο που δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν.
Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ απολύτως λογική τη ρύθμιση που επιχειρείται με την κατανομή των υπερωριών (10 ώρες επί 4 ημέρες = 8 ώρες επί 5 ημέρες, εάν το ζητήσει ο εργαζόμενος ή εάν συμφωνηθεί από το συνδικάτο). Το ερώτημα είναι πώς θα εξασφαλιστεί η τήρηση του νόμου. Σήμερα σε πολλές επιχειρήσεις οι υπερωρίες δεν καταγράφονται και δεν αμείβονται. Με υψηλή ανεργία και αδύναμα (ή αδιάφορα) συνδικάτα, η θέση των εργαζομένων παραμένει μειονεκτική. Θα ήθελα να ελπίζω ότι η ψηφιακή κάρτα εργασίας θα βοηθήσει. Ας κρατήσουμε την ειλικρίνεια της κυβέρνησης και την διάθεσή της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Αντίθετα, θεωρώ άστοχη τη λύση που επελέγη για τη ρύθμιση των εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων στις πλατφόρμες (Wolt και λοιπών). Το νομοσχέδιο αναγνωρίζει δύο τρόπους συνεργασίας των «παρόχων υπηρεσιών» με τις πλατφόρμες: συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών/ έργου, και δίνει το δικαίωμα στους διανομείς που απασχολούνται με τον δεύτερο τρόπο να συστήνουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να διαπραγματεύονται, να καταρτίζουν συλλογικές συμβάσεις, καθώς και να απεργούν.
Η ένστασή μου είναι ότι αυτό δεν θα εμποδίσει τη Wolt και τις άλλες επιχειρήσεις διανομής να υποκρίνονται - νομότυπα πλέον - ότι τα παιδιά με τις στολές δεν είναι υπάλληλοί τους αλλά «συνεργάτες», και έτσι να μην καταβάλλουν εργοδοτικές εισφορές, να μην τους αναγνωρίζουν άδειες, να μην τους καλύπτουν σε περίπτωση ατυχήματος, να μην τους πληρώνουν τη βενζίνη κτλ. κτλ.
Στη Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία και αλλού τα δικαστήρια έχουν υποχρεώσει τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην οικονομία της πλατφόρμας, από την Uber έως την Deliveroo, να προσλάβουν με σχέση εξαρτημένης εργασίας τους εργαζόμενους που απασχολούν. Οι πιο διορατικές από τις εταιρείες αυτές θεωρούν ότι είναι και πάλι βιώσιμες, και επιχειρούν να προσελκύσουν επενδυτές και καταναλωτές προβάλλοντας το σεβασμό των εργαζομένων τους και των δικαιωμάτων τους. Οι λιγότερο διορατικές - ή λιγότερο ανταγωνιστικές - αποχωρούν.
Η οικονομία της πλατφόρμας είναι συχνά καινοτόμα, καλύπτει υπαρκτές ανάγκες των καταναλωτών, και προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης. Η ρύθμιση του εργασιακού καθεστώτος που διαφαίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν προστατεύει τους εργαζόμενους «πνίγοντας» τις επιχειρήσεις: κάνει απαιτητικότερη την καινοτομία, ανεβάζει τον πήχυ της ανταγωνιστικότητας, καταπολεμά τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, κάθε προσπάθεια να περιοριστεί η παραβατικότητα στην αγορά εργασίας είναι καλοδεχούμενη - τουλάχιστον από εμένα. Καταλαβαίνω ότι αυτό σε κάποιο βαθμό απαιτεί κάποιον πραγματισμό. Όμως ο πραγματισμός δεν μπορεί να εκτείνεται έως την συνθηκολόγηση με τις απαιτήσεις της μιας πλευράς, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής».
24 Δεκεμβρίου 2020
Με δύναμη για μια νέα αρχή
Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020).
Σκέφτομαι συχνά πόσο τυχερή υπήρξε η γενιά μου (γεννήθηκα το 1963). Πολέμους εμείς δεν ζήσαμε. Η δικτατορία τελείωσε όταν ακόμη ήμασταν μικροί. Η ενήλικη ζωή μας κύλισε σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας, οικονομικής ανόδου και σταδιακής διεύρυνσης των κοινωνικών αντιλήψεων. Ποια από τις προηγούμενες γενιές μπορεί να καυχηθεί κάτι ανάλογο;
Γνωρίζω την ένσταση: «Μέχρι το 2010 καλά
ήταν, μετά όχι». Ναι, βέβαια, η προηγούμενη δεκαετία ήταν δύσκολη. Σημαδεύτηκε
όχι μόνο από την πρωτοφανή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των περισσοτέρων
από εμάς (πράγμα από μόνο του αρκετά δυσάρεστο), αλλά επίσης και από τον ισχυρό
κλονισμό της εικόνας που είχαμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας. Όμως και πάλι,
ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Είναι μεγάλη τύχη να ζει κανείς μισό αιώνα σταθερότητας,
ευημερίας, και ολοένα και πιο ανοιχτών οριζόντων.
Οι νεώτερες γενιές ήταν λιγότερο
τυχερές. Όσοι ήταν τριαντάρηδες το 2010 βρέθηκαν στη δίνη της οικονομικής
κατάρρευσης τη στιγμή που πήγαιναν να χτίσουν κάτι, για τον εαυτό τους και
(πολλοί) για τα παιδιά τους. Όσοι ήταν εικοσάρηδες, είδαν τους γονείς τους να
δυσκολεύονται να τηρήσουν τους όρους μιας άγραφης συμφωνίας (γενικής αποδοχής,
αν και όχι του γούστου μου). Επί πλέον, ήρθαν αντιμέτωποι με την πιο εχθρική αγορά
εργασίας του τελευταίου αιώνα: με υπερβολικά λίγες ευκαιρίες, και υπερβολικά χαμηλές
αμοιβές, για να σχεδιάσει κανείς τη ζωή του. Για αυτό άλλωστε πολλοί έφυγαν για
το εξωτερικό, συχνά οι πιο νέοι, οι πιο μορφωμένοι, οι πιο τολμηροί.
Όμως η πιο άτυχη από όλες τις γενιές μου
φαίνεται εκείνη των σημερινών πιτσιρικάδων – ας πούμε όσων γεννήθηκαν ανάμεσα
στο 1995 και το 2005. Τυχαίνει να τη γνωρίζω καλά αυτή τη γενιά: έχει λίγο-πολύ
την ηλικία των δικών μου παιδιών, άλλωστε κάποιοι τους υπήρξαν φοιτητές μου.
Ήταν διαφωτιστική εμπειρία, εννοώ για μένα τον ίδιο: με έπεισε ότι οι νέες
γενιές δεν είναι αναγκαστικά φτιαγμένες από καλύτερη πάστα. Ούτε όμως από
χειρότερη.
Αυτή η γενιά σήμερα, είτε το θέλει είτε
όχι, καλείται να βρει τη δύναμη για μια νέα αρχή. Τα εμπόδια που θα βρει
μπροστά της είναι οφθαλμοφανή. Η παράλυση της οικονομίας λόγω κορωνοϊού πήγε τη
χώρα ακόμη πιο πίσω, εξαλείφοντας σε λίγους μήνες την αναιμική ανάπτυξη των
τελευταίων πέντε ετών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, στις αρχές του 2021 η χώρα θα
είναι 30% φτωχότερη από ό,τι το 2007. Οι κάτοικοί της περισσότερο: το μέσο
διαθέσιμο εισόδημα είχε μειωθεί 40% στα χρόνια της κρίσης, όταν το ΑΕΠ
συρρικνώθηκε «μόνο» 26%. (Αν και εδώ δεν χωράει απλή μέθοδος των τριών:
αντίθετα από ό,τι στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010, οι επιδοτήσεις και οι
φοροαπαλλαγές στήριξαν τα εισοδήματα πάνω από τις δυνατότητες της παγωμένης
λόγω πανδημίας οικονομίας. Και ευτυχώς.)
Οι πρώτοι εμβολιασμοί θα βελτιώσουν το
κλίμα. Η κατήφεια θα δώσει σιγά-σιγά τη θέση της στην αισιοδοξία. Η οικονομία
θα βγει από την κατάψυξη. Όμως, τίποτε δεν εγγυάται ότι η ανάκαμψη θα είναι όσο
δυναμική χρειάζεται να είναι ώστε να ξανακερδηθεί το χαμένο έδαφος. Αυτό θα
εξαρτηθεί από τη σοφία των επιλογών της πολιτικής ελίτ (κυβέρνησης και
αντιπολίτευσης), που θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι καλύτερη από ό,τι
νομίζουν οι περισσότεροι ψηφοφόροι. Θα εξαρτηθεί όμως και από την ωριμότητα των
πολιτών – και ιδίως των νεώτερων.
Σε μεγάλο βαθμό, η ωριμότητα είναι θέμα
αυτογνωσίας. Δεν είμαστε ο περιούσιος λαός. Κανείς δεν συνωμοτεί εναντίον μας.
(Οι περισσότεροι δεν ασχολούνται καν.) Είμαστε μια μικρή χώρα με μεγάλα
προβλήματα, που όμως δεν είναι όλα άλυτα. Σύμφωνοι: δεν μπορούμε να κάνουμε
πολλά πράγματα για να πάψει να μας απειλεί ο Ερντογάν – εκτός ίσως από το να
κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, και να παίξουμε καλά το (δυνατό) χαρτί των
διεθνών συμμαχιών που μας μοίρασε η Ιστορία (και κάποιοι φωτισμένοι ηγέτες του
παρελθόντος). Τα υπόλοιπα περνάνε από το χέρι μας.
Ίσως είναι επαγγελματική διαστροφή, αλλά
θεωρώ την εκπαιδευτική υστέρηση ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τη γενιά
των σημερινών πιτσιρικάδων. «Ποια υστέρηση;» θα ρωτήσετε. Πριν είκοσι χρόνια,
μόνο το 23% των Ελλήνων ηλικίας 25-34 είχε πτυχίο πανεπιστημίου ή ΤΕΙ. Σήμερα
το αντίστοιχο ποσοστό είναι 42%. Ναι, αλλά 1 στους 5 πρόσφατους πτυχιούχους
είναι λειτουργικά αναλφάβητος: αδυνατεί να κατανοήσει κείμενο, κάνει λάθη σε
αριθμητικές πράξεις, δυσκολεύεται να λύσει προβλήματα, τεχνολογικά ή όχι. (Το
ακριβές ποσοστό είναι 18,7% των κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
ηλικίας 25-34 ετών το 2015. Είναι το χειρότερο στην Ευρώπη. Η χώρα με τη
δεύτερη χειρότερη επίδοση, η Λιθουανία, τα πάει πολύ καλύτερα από εμάς: 9,3%.)
Η χαμηλή ποιότητα των πτυχιούχων είναι
μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Συχνά το πρόβλημα δεν είναι καν τα τυπικά
προσόντα, αλλά τα άτυπα: η διάθεση συνεργασίας, η ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Κατά
τα άλλα, η τεχνική εκπαίδευση είναι απαξιωμένη, και οι περισσότερες
επιχειρήσεις υπερβολικά μικρές (ή οι επιχειρηματίες υπερβολικά αδαείς οι ίδιοι)
για να προσφέρουν ουσιαστικά προγράμματα μαθητείας.
Εν τω μεταξύ, ο ορίζοντας σκοτεινιάζει.
Ο μαζικός τουρισμός, που εν μέρει κάλυπτε τα ελλείμματα των άλλων κλάδων,
ενδέχεται να μην επανέλθει ποτέ με αυτή τη μορφή (πράγμα όχι αναγκαστικά κακό,
αρκεί να προετοιμαστούμε καλά). Η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να κάνει το πατροπαράδοτο
περιουσιακό μας στοιχείο – το «ελληνικό καλοκαίρι» – αφόρητα καυτό. Η
τεχνολογική μεταβολή καθιστά περιττά πολλά επαγγέλματα, ενώ ταυτόχρονα φέρνει
στο προσκήνιο άλλα (πόσο αξιοπρεπή και καλοπληρωμένα θα δούμε). Η παγκόσμια
τράπουλα ξαναμοιράζεται. Για τα προβλήματα του πλανήτη δεν μπορούμε παρά να
κάνουμε αυτό που πρέπει, ελπίζοντας ότι θα κάνουν το ίδιο και οι υπόλοιποι. Για
τα δικά μας προβλήματα μπορούμε να κάνουμε περισσότερα.
Το πρόβλημα των χαμηλών δεξιοτήτων δεν
λύνεται χωρίς την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης – σε όλο το φάσμα, από
τους βρεφονηπιακούς σταθμούς έως την επαγγελματική κατάρτιση. Οι πιο δυναμικές
οικονομίες της Ευρώπης «πατάνε» σε καλά σχολεία που δίνουν ευκαιρίες και
προοπτικές σε όλα τα ξύπνια παιδιά, ιδίως σε όσα μεγαλώνουν σε ταπεινές
οικογένειες και σπίτια χωρίς βιβλία.
Αυτό είναι το διακύβευμα για τους
σημερινούς πιτσιρικάδες: εάν στο σχολείο τους – που μπορεί να είναι στις δυτικές
συνοικίες, ή σε κάποια μικρότερη πόλη – θα πάρουν τις γνώσεις, τα εργαλεία και
τον τρόπο σκέψης που θα τους βοηθήσουν να προκόψουν σε έναν απαιτητικό κόσμο.
Είναι ικανοί να το απαιτήσουν, από τους καθηγητές τους και τα συνδικάτα τους, από την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, πετυχαίνοντας εκεί που απέτυχαν οι προηγούμενες γενιές;



