Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Athens Voice». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Athens Voice». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Μαρτίου 2025

Οικονομία: φώτα και σκιές


Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025).

Πρώτα η φωτεινή πλευρά. Η οικονομία δείχνει σημαντικά σημάδια ζωτικότητας. Το ΑΕΠ αυξάνεται, η ανεργία πέφτει, η δανειοληπτική ικανότητα της χώρας αναγνωρίζεται από τους διεθνείς οίκους. Έχουμε διανύσει πολύ δρόμο από τη βαθιά ύφεση και στη συνέχεια την παρατεταμένη στασιμότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Η συνετή δημοσιονομική διαχείριση της προηγούμενης κυβέρνησης (με το στενό μαρκάρισμα της Τρόικας) έβαλε τις βάσεις για την έξοδο από την κρίση. Το φιλελεύθερο ένστικτο και κάποιες εύστοχες κινήσεις της σημερινής κυβέρνησης έκαναν τα υπόλοιπα.

Η σκοτεινή πλευρά αφορά όσα μένουν απελπιστικά ίδια. Σε πείσμα των διακηρύξεων, το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας παραμένει προσκολλημένο σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Η προσοδοθηρία παραμένει ασφαλέστερος τρόπος πλουτισμού από κάποια παραγωγική επένδυση που δημιουργεί καλές θέσεις εργασίας. Η εξάρτηση από τον τουρισμό («βαριά βιομηχανία» της χώρας) έχει αυξηθεί αντί να μειωθεί. Στα νησιά μας χτίζονται περιουσίες πάνω στη λεηλασία των φυσικών πόρων του τόπου (του ήλιου, της θάλασσας κ.ά.), με ελάχιστη ή καθόλου επένδυση που να προσθέτει αξία και χωρίς μέριμνα για τη μελλοντική βιωσιμότητα. Το εξωτερικό έλλειμμα (ένδειξη απώλειας ανταγωνιστικότητας στις διεθνείς αγορές) έχει αρχίσει πάλι να διογκώνεται. Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι. Τα νοίκια είναι απλησίαστα.

Τι μπορεί να γίνει; Βραχυπρόθεσμα λίγα πράγματα. Η πτώχευση της χώρας καλλιέργησε τα «ζωώδη ένστικτα» της αγοράς, η κυβερνητική αλλαγή του 2019 τα απελευθέρωσε. Η κοινωνική ζήτηση για γρήγορο πλουτισμό, χωρίς πολλές ρυθμίσεις και φόρους, είναι ακατανίκητη. Και όμως, θα πρέπει να κατανικηθεί: καθηλώνει την οικονομία σε μια τροχιά χαμηλών επιδόσεων, και μεγάλων κινδύνων.

Ένα σοβαρότερο πολιτικό προσωπικό, στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, θα αναγνώριζε την ανάγκη συναίνεσης, παρά τις διαφορές προσέγγισης, πάνω σε ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα που θα θωράκιζε την οικονομία απέναντι σε μελλοντικές απειλές (κλιματική αλλαγή, γεωπολιτική αστάθεια, δημογραφική παρακμή). Μια δυναμική οικονομία απαιτεί επενδύσεις στις δεξιότητες, στην καινοτομία, στη βιωσιμότητα. Ιδέες και σοβαρές επεξεργασίες υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι η εμπιστοσύνη και η συνεργασία που θα μοιράσουν δίκαια το όφελος (και το κόστος) των απαραίτητων αλλαγών.

Αντί για αυτά, συζητάμε για ανοησίες.

22 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 6. Πέρα από την εσωτερική υποτίμηση

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023).

Στο τελευταίο άρθρο αυτής της μίνι σειράς υπογραμμίζουμε ότι δεν έχουμε ακόμη ξεφύγει από το μοντέλο της φθηνής ανάπτυξης, δείχνουμε ότι η εσωτερική υποτίμηση του 2012 δεν μας έβγαλε από το λαγούμι των χαμηλών επιδόσεων (και από πολλές πλευρές μας έβαλε βαθύτερα σε αυτό), ενώ τέλος περιγράφουμε συνοπτικά τι άλλο πρέπει να γίνει για να περάσουμε σε ένα αναβαθμισμένο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς.

Φθηνή ανάπτυξη

Όπως επισημάναμε στα προηγούμενα άρθρα μας, η επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας υπήρξε δυναμική μετά το πάγωμα της οικονομικής δραστηριότητας λόγω κορωνοϊού: το 2021 ανακτήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας του 2020, ενώ το 2022 η ανάκαμψη επιταχύνθηκε.

Όμως τα προβλήματα παραμένουν. Η οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα, έχοντας συρρικνωθεί απελπιστικά την περίοδο 2008-2020. Το ΑΕΠ της χώρας παραμένει 21% χαμηλότερο από ό,τι το 2007.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάκαμψης είναι επίσης προβληματικά. Το επενδυτικό κενό δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Οι παραγωγικές επενδύσεις (δηλ. εκτός κατασκευών) αυξάνονται αργά, ιδίως αν αφαιρεθεί η δαπάνη για εξοπλιστικά προγράμματα. Με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως αυτές που αναφέραμε στο πρώτο άρθρο της σειράς, οι ξένες άμεσες επενδύσεις επικεντρώνονται κυρίως στα ακίνητα, που φέρνουν πλούτο (στους πρώην ιδιοκτήτες τους, στους μεσίτες, και στους συμβολαιογράφους), αλλά όχι ανάπτυξη – μάλιστα κάποτε μειώνουν την κοινωνική ευημερία (π.χ. εξορύξεις υδρογονανθράκων, ή περισσότερο τσιμέντο στα νησιά).

Οι εξαγωγές αυξάνονται, αλλά λιγότερο από τις εισαγωγές, με αποτέλεσμα την επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου (του ενός από τα «δίδυμα ελλείμματα» που οδήγησαν στην κρίση χρέους). Εάν εξαιρεθούν οι τουριστικές υπηρεσίες, τα καύσιμα (που εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται), και τα πλοία (που ακολουθούν τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας), η αύξηση των εξαγωγών είναι λιγότερο θεαματική. Το μερίδιο των προϊόντων μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας στις εξαγωγές της ελληνικής μεταποίησης είναι χαμηλότερο σήμερα από ό,τι το 2007. Παρά την αύξηση της εξωστρέφειας, η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης.

Εσωτερική υποτίμηση

Ένδεκα χρόνια μετά τη μείωση των κατώτατων μισθών του Φεβρουαρίου 2012, που τη συνόδευσαν νομοθετικές ρυθμίσεις αποδυνάμωσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων (που με τη σειρά τους βοήθησαν να μονιμοποιηθεί η καθήλωση των μισθών), είναι καιρός να αναρωτηθούμε πόσο συνέβαλε η εσωτερική υποτίμηση στην πολυπόθητη στροφή προς ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο που να βασίζεται στις εξαγωγές.

Η δική μας ανάγνωση είναι ότι η υπόσχεση ότι η εσωτερική υποτίμηση θα έθετε σε κίνηση έναν «ενάρετο κύκλο» δεν έχει και δεν μπορεί να επαληθευθεί. Ας θυμίσουμε ότι σύμφωνα με τους εισηγητές της, (α) η μείωση των μισθών θα οδηγούσε σε μείωση των τιμών, (β) η μείωση των τιμών θα έδινε ώθηση στην ανταγωνιστικότητα και στην άνοδο των εξαγωγών, (γ) η άνοδος των εξαγωγών θα γινόταν ατμομηχανή της ανάπτυξης, και (δ) η ανάπτυξη θα έφερνε αύξηση της απασχόλησης και στη συνέχεια και των μισθών.

Η μείωση των τιμών δεν συνέβη ποτέ. Μάλιστα, οι προτεινόμενες (από την Τρόικα) μεταρρυθμίσεις για την τόνωση του ανταγωνισμού προσέκρουσαν στις αντιδράσεις των επιχειρηματικών συμφερόντων που κυριαρχούν στις αγορές προϊόντων, και ματαιώθηκαν. (Αντίθετα, οι αντιδράσεις των συνδικάτων δεν ματαίωσαν τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να μας κάνει όλους σοφότερους για το ποιες ακριβώς είναι «οι συντεχνίες που εμποδίζουν την ανάπτυξη».) Αποτέλεσμα: οι τιμές πολλών αγαθών στην Ελλάδα είναι υψηλότερες από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Η απασχόληση πράγματι αυξήθηκε. Το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ο συνολικός αριθμός απασχολουμένων ήταν 10,9% υψηλότερος από ό,τι το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2012. (Πάντως, η απασχόληση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από ό,τι το 2009: περίπου 420 χιλιάδες άτομα που χάθηκαν στην κρίση δεν έχουν ακόμη αναπληρωθεί. Συγκριτικά, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία η συνολική απασχόληση έχει εδώ και χρόνια ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα.)

Το ότι η αύξηση του ΑΕΠ (μόλις 3,3% την δεκαετία 2012-2022) ήταν τόσο χαμηλότερη από την άνοδο της απασχόλησης υποδηλώνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η μείωση των μισθών και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας έφεραν αναιμική ανάπτυξη. Δεύτερον, ότι κατά κανόνα οι νέες θέσεις εργασίας είναι χαμηλής παραγωγικότητας.

Όσο για τους μισθούς, η καθήλωσή τους – ύστερα από την τεράστια μείωση της περασμένης δεκαετίας – συνεχίζεται και μετά την επανεμφάνιση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το δεύτερο τρίμηνο του 2022 οι ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 0,8%, ενώ ο πληθωρισμός κατά 10,4% (σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2021). Αντίθετα στην Ευρωζώνη η αύξηση των μισθών ήταν μεγαλύτερη (4,1%), ενώ η αύξηση των τιμών μικρότερη (8,0%).

Επίσης, παρά την πρόσφατη αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, οι αμοιβές των μισθωτών παραμένουν απελπιστικά χαμηλές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος «Εργάνη», οι μέσες αποδοχές των μισθωτών το 2022 ήταν 1.176 ευρώ το μήνα (μεικτά).

Τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά; Καταρχάς, ότι η ελληνική οικονομία είναι εγκλωβισμένη σε μια νέα εκδοχή του παραγωγικού μοντέλου φθηνής ανάπτυξης και χαμηλών επιδόσεων που οδήγησε στην κρίση του 2010. Επί πλέον, ότι η υποτίμηση της εργασίας έχει εξαντλήσει τα όποια οφέλη της και έχει πλέον γίνει αντιπαραγωγική.

Στροφή πολιτικής

Η χρεωκοπία της κρατικοδίαιτης οικονομίας το 2010, και στη συνέχεια η διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019, κατέστησαν ανυπόληπτη την έννοια της συμβολής του κράτους στην οικονομική ανάπτυξη. Με αυτή την έννοια, η φιλελευθεροποίηση της οικονομικής πολιτικής την τελευταία τριετία ήταν φυσιολογική, και ως ένα βαθμό απαραίτητη.

Όμως, η βιώσιμη ανάκαμψη δεν θα έρθει με την απλή απελευθέρωση των δυνάμεων της αγοράς από τις ρυθμίσεις που τις περιορίζουν. Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας συνεπάγεται βαθιές τομές στην παραγωγή δεξιοτήτων, στη φορολογία, στην κοινωνική προστασία, και στις εργασιακές σχέσεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας, της απασχόλησης, και των μισθών προϋποθέτει τομές στη δημόσια πολιτική:
  • Συστηματική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο: στην προαγωγή της υγείας των πολιτών, και κυρίως στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, καθώς και στη βελτίωση των διαχειριστικών δεξιοτήτων των μάνατζερ και των επιχειρηματιών (που σήμερα είναι τραγικά χαμηλές)
  • Φορολογικό σύστημα δίκαιο και μη στρεβλωτικό: χωρίς διακρίσεις κατά της μισθωτής εργασίας, με μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία και την παραγωγή προς την κατανάλωση και τον πλούτο.
  • Νέα ρύθμιση της αγοράς εργασίας: εργασιακές σχέσεις που να διευκολύνουν τις απαραίτητες αναπροσαρμογές σε βάθος χρόνου για την αναβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
  • Κοινωνικό κράτος επιταχυντή της ανάπτυξης: με έμφαση στις κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και σε όλες τις άλλες πολιτικές «συμφιλίωσης» των εργασιακών και οικογενειακών υποχρεώσεων των νέων ζευγαριών, και ιδίως των γυναικών.

8 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 5. Κάτω από την επιφάνεια των επενδύσεων

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023).

Στα προηγούμενα άρθρα αυτής της μίνι σειράς επισημάναμε ότι η χώρα πλέον βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης, και αναφερθήκαμε στις πιο προβληματικές πτυχές αυτής της θετικής εξέλιξης: στη σύνθεση (και χαμηλή τεχνολογική στάθμη) των εξαγωγών, και στη διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος, που φανερώνουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Σε αυτό το άρθρο επικεντρωνόμαστε σε μια από τις μεγαλύτερες πληγές που άφησε πίσω της η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας: το επενδυτικό κενό, που καθηλώνει την εθνική οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις, και υποθηκεύει τις μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης.

Η κρισιμότητα των επενδύσεων 

Η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω των επενδύσεων είναι αποφασιστική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Χωρίς επενδύσεις, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός συρρικνώνεται. Για να διατηρηθεί το απόθεμα κεφαλαίου (σε κτίρια, μηχανήματα κτλ.) στα σημερινά επίπεδα, θα πρέπει ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (αυτό που ονομάζουμε «επενδύσεις») να φτάσει το επίπεδο που αντικαθιστά την απαξίωση του κεφαλαιακού αποθέματος λόγω της φθοράς του χρόνου («αποσβέσεις»). Κατ’ αναλογία, για να αυξηθεί το συνολικό απόθεμα κεφαλαίου, θα πρέπει οι επενδύσεις να ξεπερνούν τις αποσβέσεις.

Βέβαια, σημασία δεν έχει μόνο το ύψος των επενδύσεων, αλλά επίσης η σύνθεσή τους. Οι παραγωγικές επενδύσεις συμβάλλουν στην αναβάθμιση του κεφαλαιακού αποθέματος της οικονομίας, στον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης και των υποδομών, καθώς και στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Όλα αυτά οδηγούν στην άνοδο της παραγωγικότητας, από την οποία εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση η ευημερία κάθε χώρας.

Αντίθετα, οι μη παραγωγικές επενδύσεις, ενώ βραχυπρόθεσμα τονώνουν την οικονομική δραστηριότητα, δεν διευρύνουν τις μελλοντικές παραγωγικές δυνατότητες της εθνικής οικονομίας. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν π.χ. οι δημόσιες επενδύσεις σε σήραγγες που μένουν κλειστές, οι επιχειρηματικές επενδυτικές επιλογές που στη συνέχεια αποδεικνύονται άστοχες, ακόμη και οι επενδύσεις των νοικοκυριών σε εξοχικές κατοικίες που αυξάνουν την ευμάρεια των ιδιοκτητών τους αλλά οπωσδήποτε όχι την παραγωγή της επόμενης περιόδου.

Οι επενδύσεις από την υιοθέτηση του ευρώ έως την κρίση χρέους

Στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ο λόγος των επενδύσεων στο ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν υψηλότερος από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Συγκεκριμένα, έφτανε το 23,8% κατά μέσο όρο την περίοδο 2000-2009 (έναντι 22,5% στο σύνολο της Ευρωζώνης).

Ωστόσο, πολλές από αυτές τις επενδύσεις δεν αναβάθμιζαν τις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας μέσω της ενσωμάτωσης νέας γνώσης και τεχνολογίας. Έως και το 2013, πάνω από τις μισές επενδύσεις ετησίως αφορούσαν τις κατασκευές (ιδίως κατοικίες). Αντίθετα, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό περιορίζονταν στο 30% ή 40% των συνολικών επενδύσεων. Άλλωστε, οι περισσότερες επενδύσεις προέρχονταν από τα νοικοκυριά, και όχι από τις επιχειρήσεις.

Με άλλα λόγια, είχαμε μια οικονομία όπου το ύψος των επενδύσεων φαινομενικά κυμαινόταν σε ικανοποιητικό επίπεδο, αλλά η σύνθεσή τους υποδήλωνε κυριαρχία των αντιπαραγωγικών επενδύσεων.

Όμως ένα παραγωγικό μοντέλο με τέτοια χαρακτηριστικά δεν είναι διατηρήσιμο μακροπρόθεσμα. Το ξέσπασμα της κρίσης χρέους επιβεβαίωσε αυτή την πικρή αλήθεια.

Οι επενδύσεις από την κρίση χρέους έως την πανδημία

Εξαιτίας της κρίσης, οι επενδύσεις στην Ελλάδα χωρίς υπερβολή κατέρρευσαν. Οι συνολικές επενδύσεις το 2019 (τελευταίο έτος πριν τον κορωνοϊό) ήταν 70% χαμηλότερες από ό,τι το 2007 (τότε που η ελληνική οικονομία έφτασε το υψηλότερο σημείο της πριν από την κρίση χρέους). Κατά μέσο όρο, την περασμένη δεκαετία οι συνολικές επενδύσεις στη χώρα μας έπεσαν στο 11,8% του ΑΕΠ (έναντι 20,7% στο σύνολο της Ευρωζώνης).

Παραδόξως, η κρίση καταβαράθρωσε μεν τις επενδύσεις, αλλά διόρθωσε κάπως την ποιότητα τους. Αυτό συνέβη επειδή οι επενδύσεις σε ακίνητα εξανεμίστηκαν, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις (π.χ. σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό) υποχώρησαν σε μικρότερο βαθμό. Συγκεκριμένα, το 2007-2019 οι επενδύσεις των νοικοκυριών – κυρίως σε ακίνητα – μειώθηκαν κατά 89%, ενώ οι επενδύσεις των επιχειρήσεων κατά 44%. (Η μείωση των δημόσιων επενδύσεων ήταν 62%.)

Το πλήγμα στην ελληνική οικονομία ήταν βαθύ και παρατεταμένο. Η επενδυτική αποχή στέρησε πολύτιμους πόρους από τον παραγωγικό ιστό. Η μείωση των επενδύσεων ήταν τρομακτική. Μετά το 2010, το ύψος του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου δεν αρκούσε ούτε για την αντικατάσταση του εξοπλισμού που απαξιωνόταν. Για ένδεκα συνεχόμενα έτη ο συνολικός όγκος παγίου κεφαλαίου συρρικνωνόταν, καθώς οι νέες επενδύσεις υπολείπονταν των αποσβέσεων. Η σωρευτική διαφορά σε όλη την περίοδο έφτασε το ιλιγγιώδες ποσό των 100 δις. Αυτό είναι το επενδυτικό κενό που λέγαμε στην αρχή του άρθρου.

Οι επενδύσεις από την πανδημία έως σήμερα

Με το τέλος της πανδημίας, οι επενδύσεις στη χώρα μας σημείωσαν σημαντική άνοδο: το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν 30% υψηλότερες από ό,τι στην αντίστοιχη περίοδο του 2019. Είναι ικανοποιητική αυτή η άνοδος; Μας φέρνει πιο κοντά στο να κερδίσουμε το κρίσιμο στοίχημα για το μέλλον της οικονομίας, δηλαδή τη βιώσιμη ανάπτυξη;

Η πορεία των επενδύσεων είναι οπωσδήποτε ενθαρρυντική, αλλά δύσκολα δικαιολογεί πανηγυρισμούς. Παρά την πρόσφατη άνοδο, οι επενδύσεις παραμένουν κάτω από το μισό του επιπέδου στο οποίο είχαν φτάσει προ δεκαπενταετίας. Συγκεκριμένα, το συνολικό ύψος τους το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν 59% χαμηλότερο από ό,τι την αντίστοιχη περίοδο του 2007. Απέχουμε ακόμη απελπιστικά πολύ από το να έχουμε αναπληρώσει το μεγάλο επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας.

Επί πλέον, μια προσεκτική ματιά στο είδος των επενδυτικών δαπανών που αυξάνονται ταχύτερα δείχνει κυριαρχία των μη παραγωγικών επενδύσεων. Τα τελευταία τρία χρόνια οι επενδύσεις σε οπλικά συστήματα υπερ-εξαπλασιάστηκαν, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες σχεδόν διπλασιάστηκαν. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε τεχνολογικό, μεταφορικό ή μηχανικό εξοπλισμό (εκτός οπλικών συστημάτων) αυξήθηκαν ελάχιστα. Παράλληλα, παρότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις παρουσιάζουν επίσης σημάδια τόνωσης, ο τομέας που πρωταγωνιστεί στις σχετικές εισροές είναι τα ακίνητα.

Έχουμε βέβαια μια μοναδική ευκαιρία για να καλύψουμε το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας: το Ταμείο Ανάκαμψης και το νέο ΕΣΠΑ εξασφαλίζουν στη χώρα μας σημαντικό μέρος των πόρων που απαιτούνται. Όμως, η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων από μόνη της δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι οι διαθέσιμοι πόροι να διοχετευθούν σε παραγωγικές επενδύσεις που αυξάνουν το συνολικό απόθεμα κεφαλαίου, φυσικό και ανθρώπινο. (Τα προγράμματα κατάρτισης για να μπορούν να θεωρούνται παραγωγικές επενδύσεις θα πρέπει να αναβαθμίζουν τις πραγματικές δεξιότητες των εργαζομένων και των ανέργων.)

Εάν τα ευρωπαϊκά κονδύλια σπαταληθούν για μια ακόμη φορά σε άχρηστα έργα, ή σε προσχηματικά προγράμματα, η μοναδική αυτή ευκαιρία θα χαθεί. Και τότε, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να παραμένει καθηλωμένη για πολλές ακόμη δεκαετίες.

Θα είναι κρίμα.

1 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 4. Το (εξωτερικό) έλλειμμα ξανάρχεται;

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023).

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στο μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Η ελληνική οικονομία έχει γίνει πράγματι πιο εξωστρεφής: το 2021 οι εξαγωγές έφταναν το 37% του ΑΕΠ, από 24% το 2008 (σε απόλυτες αξίες η βελτίωση υπήρξε λιγότερο θεαματική).

Όμως, περιθώρια για εφησυχασμό δεν υπάρχουν. Η αναζωογόνηση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας έχει λιγότερο λαμπρές όψεις. Οι κυριότερες είναι 3+1: Πρώτον, όλα αυτά συνέβησαν σε περίοδο άνθησης του διεθνούς εμπορίου. Στην υπόλοιπη Ευρώπη οι εξαγωγές συνέχισαν να αυξάνονται ταχύτερα από ό,τι στην Ελλάδα. Για αυτό, το μερίδιο της χώρας μας στη συνολική εξαγωγική επίδοση της ΕΕ έχει συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια. Δεύτερον, παρά την κάποια αναζωογόνηση της μεταποίησης, το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών εξακολουθούν να αφορούν τουρισμό και καύσιμα (τα οποία εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται, αφήνοντας κέρδη μα λίγες θέσεις εργασίας, και μικρή διάχυση στην υπόλοιπη οικονομία). Τρίτον, παρότι οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί πολύ, ξεπερνώντας σε αξία τις εξαγωγές υπηρεσιών, το Made in Greece εξακολουθεί να αφορά κυρίως κλάδους και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.

Σε αυτό το τέταρτο άρθρο της μίνι σειράς επικεντρωνόμαστε στην πιο ανησυχητική όψη της εξωστρέφειας: τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών, και του εξωτερικού ελλείμματος.

Άνοδος των εισαγωγών

Τα τελευταία δεδομένα, για το πρώτο εννεάμηνο του 2022, δείχνουν θεαματική άνοδο των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών: +18% σε σχέση με το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2019. Κατά την ίδια περίοδο, η άνοδος των εξαγωγών υπήρξε πολύ μικρότερη: μόλις 2%.

(Αυτά σε σταθερές τιμές. Σε τρέχουσες τιμές, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 55%, ενώ οι εξαγωγές κατά 38%. Με απλά λόγια, και οι εισαγωγές και οι εξαγωγές ακριβαίνουν εξαιτίας του πληθωρισμού, όμως οι εξαγωγές ακριβαίνουν περισσότερο από τις εισαγωγές. Αυτό, υπό κανονικές συνθήκες, συνεπάγεται απώλεια ανταγωνιστικότητας – εκτός βέβαια εάν συνοδεύεται από σημαντική αναβάθμιση της ποιότητας των αγαθών και υπηρεσιών που εξάγουμε, για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις.)

Αξίζει να σημειωθεί ότι η άνοδος των εισαγωγών αγαθών μόνο ήταν μεγαλύτερη: +22% την τριετία 2019-2022 σε σταθερές τιμές (με βάση πάντοτε τα στοιχεία για το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου).

Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το πρώτο εννεάμηνο του 2022 οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών είχαν φτάσει το 44,3% (από 38,9% το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2019).

Σύνθεση των εισαγωγών

Τι ακριβώς εισάγουμε; Δύο μεγάλες κατηγορίες εμπορευμάτων που θολώνουν την εικόνα είναι τα καύσιμα και τα πλοία. Και οι δύο αυτές κατηγορίες υπόκεινται σε μεγάλες διακυμάνσεις, ενώ η σύνδεσή τους με την υπόλοιπη οικονομία είναι αμφίβολη. Για αυτό, άλλωστε, η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσιάζει τα δεδομένα για την εξέλιξη των εισαγωγών και των εξαγωγών με και χωρίς καύσιμα και πλοία.

Κάναμε και εμείς το ίδιο: διασταυρώσαμε τα δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος για τις εισαγωγές αγαθών (με και χωρίς καύσιμα και πλοία) με τα δεδομένα της Eurostat για την ταξινόμηση των εισαγωγών αγαθών ανά ευρεία οικονομική κατηγορία, δηλ. ανά καταναλωτικά, ενδιάμεσα, και κεφαλαιουχικά αγαθά. Αυτό είναι σημαντικό: Εάν οι εισαγωγές μας είναι κυρίως κεφαλαιουχικά αγαθά, αυτό δείχνει μεν υστέρηση στην παραγωγή τους, αλλά επίσης προετοιμασία μιας φάσης ανάκαμψης της μεταποίησης. Αντίθετα, εάν οι εισαγωγές μας είναι κυρίως καταναλωτικά αγαθά, αυτό σημαίνει ότι έχουμε επιστρέψει στην εποχή της αστακομακαρονάδας, με την επόμενη χρεωκοπία να είναι θέμα χρόνου.

Φαίνεται ότι τίποτε από τα δύο δεν ισχύει. Το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022, οι ελληνικές εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών (στα οποία η Eurostat συμπεριλαμβάνει τα επιβατικά αυτοκίνητα, ευλόγως) αποτελούσαν το 36% των συνολικών εισαγωγών αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων. Δεν είναι λίγο – αλλά το 2019 το μερίδιο των καταναλωτικών αγαθών στις εισαγωγές ήταν 41%, ενώ το 2009 ήταν 49%. Συνεπώς, δεν έχουμε επιστρέψει στην εποχή της αστακομακαρονάδας (ακόμη). Καλό αυτό.

Ούτε όμως αυξάνεται το μερίδιο των κεφαλαιουχικών αγαθών (πλην πλοίων) στις συνολικές εισαγωγές (πλην καυσίμων και πλοίων): το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022 ήταν 13%, όσο και το 2019, ενώ το 2009 ήταν 16%. Συνεπώς, τα στοιχεία δεν δείχνουν σοβαρή αύξηση των εισαγωγών μηχανημάτων που θα χρησιμοποιηθούν στη μεταποίηση ώστε μετά να ανακάμψει η βιομηχανική παραγωγή και οι εξαγωγές μεταποιητικών προϊόντων. Κακό αυτό.

Τι απομένει; Τα λεγόμενα ενδιάμεσα αγαθά, τα οποία αποτελούν τα δύο τρίτα των συνολικών εισαγωγών αγαθών. Οι μισές εισαγωγές ενδιάμεσων αγαθών αφορούν καύσιμα, οι άλλες μισές εμπορεύματα (πρώτες ύλες ή ανταλλακτικά, ή άλλα ημιτελή μεταποιημένα προϊόντα) που χρησιμοποιούνται ως εισροές στην παραγωγή.

Συνεχίζοντας όπως προηγουμένως, διαπιστώνουμε ότι το μερίδιο των ενδιάμεσων αγαθών (πλην πλοίων) στις συνολικές εισαγωγές (πλην καυσίμων και πλοίων) βρίσκεται σε ανοδική τροχιά: 50% το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022, έναντι 45% το 2019, και 39% το 2009.

Τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη, αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για μόνιμη αλλαγή; Δεν είμαστε σίγουροι: το θέμα χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση και πιο λεπτομερή δεδομένα. Η εικασία του Χρυσάφη Ιορδάνογλου (τον οποίο συμβουλευθήκαμε) είναι ότι η θέση των ελληνικών επιχειρήσεων στην παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να μετατοπίζεται προς τα τελικά στάδια των γραμμών παραγωγής (δηλαδή συναρμολογήσεις).

Ένα παράδειγμα από την (ισχνή) προσωπική εμπειρία του ενός από τους δύο συντάκτες του άρθρου: τα ποδήλατα Ideal προσφέρουν πολύ καλή ποιότητα σε προσιτές τιμές, χρησιμοποιώντας εισαγόμενα μέρη (αλυσίδες, ταχύτητες, φρένα κτλ.), τα οποία συναρμολογούνται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στην Πάτρα. Καλό αυτό; Φυσικά – πολύ περισσότερο που η Ideal εξάγει ποδήλατα στη Γερμανία, στη Σουηδία, και στη Βρετανία!

(Διευκρίνηση: Τα παραπάνω δεν συνιστούν «γκρίζα» διαφήμιση, ή εάν συνιστούν τα γράφουμε δωρεάν. Οι συντάκτες του άρθρου στερούνται εμπορικού δαιμονίου.)

Βέβαια, θα ήταν ακόμη καλύτερο εάν τα ανταλλακτικά που εισάγονται παράγονταν στη χώρα μας, από την ίδια την Ideal ή από άλλες μικρότερες εταιρείες που την προμηθεύουν. Αυτό θα σήμαινε αναβάθμιση της τεχνολογικής στάθμης της ελληνικής μεταποίησης, υψηλότερη προστιθέμενη αξία, περισσότερες θέσεις εργασίας, καλύτερες αποδοχές για τους εργαζόμενους του κλάδου. Από αυτό το σημείο, απέχουμε ακόμη πολύ.

Να σημειώσουμε ότι όλα τα στοιχεία της ενότητας αυτής αφορούν τις εισαγωγές αγαθών. Οι εισαγωγές υπηρεσιών αποτελούν μικρό μέρος των συνολικών εισαγωγών (κάτω από ένα τέταρτο), ενώ έχουν μείνει σταθερές στα επίπεδα του 2019.

Διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος

Σε κάθε περίπτωση, τα τελευταία χρόνια οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές. Αποτέλεσμα: το εξωτερικό έλλειμμα διογκώνεται. Γίνεται ακόμη πιο σαφές αυτό που ξέραμε ήδη: ότι η εξάλειψη του τα χρόνια της κρίσης (πλεόνασμα το 2014 και ξανά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 2019) έγινε χάρη στη συμπίεση των εισαγωγών, λόγω καθίζησης του εισοδήματος, και ότι η ανάκαμψη κινδυνεύει να τροφοδοτήσει εκτίναξη των εισαγωγών και του εξωτερικού ελλείμματος.

Αυτό γίνεται τώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου το τελευταίο δωδεκάμηνο για το οποίο έχουμε δεδομένα (Οκτώβριος 2021 – Σεπτέμβριος 2022) είχε φτάσει τα 16,1 δις ευρώ (6,1% του ΑΕΠ), έναντι 2,2 δις ευρώ (0,7% του ΑΕΠ) το αντίστοιχο δωδεκάμηνο Οκτωβρίου 2018 – Σεπτεμβρίου 2019 προ τριετίας. Όταν θα δημοσιευθούν τα δεδομένα για το τελευταίο τρίμηνο του 2022, το εμπορικό έλλειμμα θα φτάνει ή θα ξεπερνά τα 20 δις ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας μας το δωδεκάμηνο Οκτωβρίου 2021 – Σεπτεμβρίου 2022 ήταν σε απόλυτα μεγέθη το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη. Πρόκειται για αξιοσημείωτο κατόρθωμα, για τόσο μικρή οικονομία.

Ας διευκρινιστεί εδώ ότι το εμπορικό ισοζύγιο, ή ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, είναι ίσο με τις εξαγωγές μείον τις εισαγωγές. Αντίθετα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ευρύτερο μέγεθος: συμπεριλαμβάνει επίσης και το ισοζύγιο εισοδημάτων, των πρωτογενών (Ελλήνων από επενδύσεις και τοποθετήσεις στο εξωτερικό, και ξένων από τις αντίστοιχες στην Ελλάδα), καθώς και των δευτερογενών (μεταβιβάσεις, μεταναστευτικά εμβάσματα και τα λοιπά).

Εντάξει, απέχουμε ακόμη από τα δυσθεώρητα ύψη της προ κρίσης εποχής, όταν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας είχε ξεπεράσει το 15% του ΑΕΠ (το 2007 και το 2008). Τότε η προσοχή όλων εστιαζόταν στο δημοσιονομικό έλλειμμα, στο οποίο επίσης ήμαστε πρωταθλητές (15,2% του ΑΕΠ το 2009), αν και αργότερα καταλάβαμε ότι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των χωρών που επλήγησαν από την κρίση της Ευρωζώνης, από την Ελλάδα έως την Ισπανία (όπου το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν χαμηλό, όπως και το δημόσιο χρέος), δεν ήταν το δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά το εξωτερικό έλλειμμα. Αυτό δηλ. που αυξάνεται με γοργό ρυθμό στη χώρα μας σήμερα.

Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε (ή μήπως χρειάζεται;) ότι το θηριώδες εξωτερικό έλλειμμα ήταν το ένα από τα δύο «δίδυμα ελλείμματα» πριν το 2010 που καταδίκασαν τη χώρα στη διεθνή οικονομική επιτροπεία της προηγούμενης δεκαετίας. Το μάθημα αυτό ήταν πολύ σκληρό για τη χώρα και για τους ανθρώπους της. Θα ήταν κρίμα να το ξεχάσουμε τόσο γρήγορα.

25 Ιανουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 3. Το μίνι εξαγωγικό θαύμα



Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023).


Στα προηγούμενα δύο άρθρα μας δείξαμε ότι η πρόσφατη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, παρότι (προφανώς) καλοδεχούμενη, είναι ακόμη υπερβολικά αδύναμη ώστε να αντισταθμίσει τη μεγάλη υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας την προηγούμενη δεκαπενταετία.

Σε αυτό το τρίτο άρθρο της μίνι σειράς εστιάζουμε στο μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Πράγματι, οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί τόσο που (για πρώτη φορά από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90) έχουν πλέον ξεπεράσει σε αξία τις εξαγωγές υπηρεσιών, που και αυτές βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.


Άνοδος των εξαγωγών

Συγκεκριμένα, η σύγκριση του πρώτου εννεάμηνου του 2022 με το αντίστοιχο του 2020 δείχνει ότι οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί κατά 17,5% (σε σταθερές τιμές). Σε σχέση με το πρώτο εννεάμηνο του 2019, η αύξηση είναι ακόμη μεγαλύτερη (18,8%), αφού το πρώτο έτος της πανδημίας οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν ελαφρά.

Αντίθετα, λόγω των περιορισμών στις μετακινήσεις, οι εξαγωγές υπηρεσιών – που στη χώρα μας είναι κυρίως τουριστικές – κατέρρευσαν το 2020 (πτώση 43% σε σχέση με το 2019). Ακολούθησε το πολύ καλό για τον ελληνικό τουρισμό καλοκαίρι του 2021, και το ακόμη καλύτερο του 2022. Και πάλι όμως, οι εξαγωγές υπηρεσιών παρέμεναν κάτω από το επίπεδο του 2019 (μείον 10,8%, συγκρίνοντας πάντα το εννεάμηνο από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους).

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ισχύουν σε σταθερές τιμές, δηλ. αφού αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές υπηρεσιών το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν κατά 20% υψηλότερες σε σχέση με το πρώτο εννεάμηνο του 2019. Αυτό προκαλεί κάποια σύγχυση, αλλά δείχνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι εισπράξεις των τουριστικών επιχειρήσεων είναι υψηλότερες παρά ποτέ, και δεύτερον, ότι οι τουριστικές υπηρεσίες στη χώρα μας έχουν γίνει ακριβές. Μάλιστα, εάν η στατιστική υπηρεσία υπολογίζει σωστά, αυτή η αύξηση των τιμών δεν συμβαδίζει με βελτίωση της ποιότητας. Στο βαθμό που κάτι τέτοιο όντως ισχύει, ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, το ειδικό βάρος των εξαγωγών στην ελληνική οικονομία έχει ανέβει πολύ: το 2008 αντιπροσώπευαν το 23,7% του ΑΕΠ, ενώ το 2021 το μερίδιο τους είχε φτάσει το 36,7%. Βέβαια, την τελευταία δεκαπενταετία ο παρονομαστής (το ΑΕΠ) κατέρρευσε. Σε απόλυτα μεγέθη, η άνοδος των εξαγωγών είναι λιγότερο εντυπωσιακή: από 56,6 δις το 2008 σε 66,4 δις το 2021 (σε σταθερές τιμές 2015).

Επίσης, η πύκνωση των εμπορικών συναλλαγών σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης είναι γενικό φαινόμενο, άρα καλό είναι να βλέπουμε πώς συγκρινόμαστε με τις άλλες χώρες. Η απάντηση είναι «όχι καλά». Το μερίδιο της Ελλάδας στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών της Ευρωζώνης είναι σήμερα μικρότερο από ό,τι ήταν στο παρελθόν (1,18% το 2021 έναντι 1,41% το 2008, και 1,48% το 2000).


Σύνθεση των εξαγομένων εμπορευμάτων

Οι εξαγωγές αγαθών, όπου εντοπίζεται το μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας, εμπεριέχουν τα καύσιμα, τα οποία εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται. Το 2021, τα καύσιμα συνεισέφεραν 26,0% του συνόλου της αξίας των ελληνικών εξαγωγών αγαθών. (Το 2008, η συμβολή των καυσίμων ήταν μόλις 15,3%.)

Όμως, οι εξαγωγές καυσίμων συνεπάγονται λιγότερο ευεργετικές επιδράσεις από ό,τι π.χ. οι εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων: λιγότερες διασυνδέσεις με άλλες εγχώριες επιχειρήσεις, που προμηθεύουν ενδιάμεσα προϊόντα ή τα ενσωματώνουν στη δική τους παραγωγική διαδικασία, λιγότερες θέσεις εργασίας κτλ. Επί πλέον, το διεθνές εμπόριο καυσίμων υπόκειται σε μεγαλύτερα σκαμπανεβάσματα, ανάλογα με τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας.

Το ίδιο ισχύει και με τα πλοία, το μερίδιο των οποίων όμως έχει μειωθεί πολύ την τελευταία δεκαπενταετία (από 11,0% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών το 2007, οπότε κορυφώθηκαν, σε μόλις 0,3% το 2021).

Εάν επικεντρωθούμε στις εξαγωγές εκτός καυσίμων και πλοίων, θα δούμε ότι άργησαν πολύ να ανακάμψουν: μέχρι και το 2016 παρέμεναν κάτω από το επίπεδο του 2008. Στη συνέχεια τα πράγματα καλυτέρευσαν: οι εξαγωγές (εκτός καυσίμων και πλοίων) αυξήθηκαν αισθητά τη διετία 2017-2019 (από 20,4 δις σε 24,9 δις), υποχώρησαν το 2020 (σε 21,1 δις), και εκτινάχθηκαν το 2021 (σε 31,8 δις). (Όλα τα μεγέθη σε σταθερές τιμές 2015.)

Την περίοδο 2008-2020, αυξήθηκε το μερίδιο των χημικών προϊόντων και της κατηγορίας «τρόφιμα, ποτά, καπνός» στις συνολικές εξαγωγές αγαθών, ενώ αντίστοιχα μειώθηκε το μερίδιο των μηχανημάτων και του υλικού μεταφορών, καθώς και της κατηγορίας «διάφορα βιομηχανικά είδη».


Τεχνολογική στάθμη των εξαγωγών

Όπως ήταν αναμενόμενο, η επικοινωνιακή αξία της ανόδου των εξαγωγών δεν έχει διαφύγει της προσοχής των κυβερνητικών αξιωματούχων. Αυτό είναι θεμιτό: σε μια ώριμη δημοκρατία, οι επιτυχίες πιστώνονται στην κυβέρνηση (και οι αποτυχίες χρεώνονται σε αυτήν). Το πρόβλημα είναι ότι ενίοτε είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς που τελειώνει η τεκμηριωμένη ανάδειξη μιας πραγματικής επιτυχίας, και πού αρχίζει η προπαγάνδα.

Για παράδειγμα, σε άρθρο του στην Καθημερινή (30 Αυγούστου 2022), ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων ισχυρίστηκε ότι «Η Ελλάδα έχει αυξήσει εντυπωσιακά τις εξαγωγές αγαθών υψηλής τεχνολογίας». Πόσο βάσιμος είναι αυτός ο ισχυρισμός;

Εάν ανατρέξουμε στα δεδομένα για την τεχνολογική στάθμη των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων, τα οποία επικαλείται το παραπάνω άρθρο, θα διαπιστώσουμε ότι δύσκολα δικαιολογούν τόση θριαμβολογία. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (για το 2019) δείχνουν ότι μόλις 28,4% των μεταποιημένων προϊόντων που εξάγουμε χαρακτηρίζονται ως «μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας». Η επίδοση αυτή υπολείπεται σαφώς από την αντίστοιχη του 2007, όταν 37,0% των ελληνικών εξαγωγών προϊόντων μεταποίησης ήταν μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας. Το 2019, η χώρα μας κατατασσόταν στην τελευταία θέση της ΕΕ, 84η σε σύνολο 151 χωρών από όλο τον κόσμο.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα στοιχεία του 2019 δεν καλύπτουν το μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Σωστό. Και πάλι όμως, εάν εστιάσουμε στις εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων «υψηλής τεχνολογίας» μόνο, θα δούμε ότι τα δεδομένα της Eurostat (τα οποία μετά αναλύει ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, και στη συνέχεια η Παγκόσμια Τράπεζα) δείχνουν ότι το μερίδιο τους στο σύνολο των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων βρίσκεται σε πτώση τα τελευταία χρόνια. Πράγματι, το 2021 μόλις 8,8% των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων ήταν υψηλής τεχνολογίας, ενώ το 2019 το αντίστοιχο μερίδιο ήταν 9,1%. Το 2009, όταν οι ελληνικές εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας κορυφώθηκαν, το μερίδιο τους έφτανε το 13,5%.


Συμπερασματικά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την τελευταία διετία οι εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας έχουν βελτιωθεί σημαντικά.

Όμως, σε απόλυτες αξίες η βελτίωση είναι λιγότερο θεαματική από ό,τι ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Επίσης, η άνοδος των ελληνικών εξαγωγών ήταν βραδύτερη από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, με αποτέλεσμα το μερίδιο της χώρας μας στην εξαγωγική επίδοση της ΕΕ να έχει συρρικνωθεί.

Επί πλέον, ο τουρισμός και τα καύσιμα εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών.

Τέλος, οι ελληνικές εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων εξακολουθούν να κυριαρχούνται από κλάδους και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.

Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας έχει ακόμη πολύ δρόμο.


18 Ιανουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 2. Το χαμένο έδαφος

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023).


Στο προηγούμενο άρθρο μας σχολιάσαμε τις θετικές εξελίξεις (επιτάχυνση της ανάπτυξης, άνοδος των εξαγωγών, διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες) που τεκμηριώνουν τη βάσιμη αισιοδοξία για την πορεία της οικονομίας. Στο δεύτερο άρθρο της μίνι σειράς περιγράφουμε το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο πρέπει να αξιολογηθούν αυτές οι θετικές εξελίξεις: χωρίς περιστροφές, πρόκειται για τη μεγάλη υστέρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε βάθος δεκαπενταετίας.

Πράγματι, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμη και εάν επιβεβαιωθούν οι θετικές προβλέψεις για την επόμενη διετία (βλ. προηγούμενο άρθρο), σε όρους αγοραστικής αξίας το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων το 2024 θα είναι 32% χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών μελών.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι λόγοι για τη μεγάλη υστέρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας.

Πρώτον, η ύφεση της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2007-2014 ήταν ασυνήθιστα βαθιά και ασυνήθιστα παρατεταμένη. Αντίθετα, οι εθνικές οικονομίες των άλλων χωρών ανέκαμψαν συντομότερα μετά από μικρότερη υποχώρηση (ή συνέχισαν να αναπτύσσονται χωρίς διακοπή). Εάν συνυπολογίσουμε την αναιμική ανάπτυξη της περιόδου 2015-2019, και στη συνέχεια την κρίση του κορωνοϊού, θα διαπιστώσουμε ότι από το 2007 έως το 2021 η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά σχεδόν ένα τέταρτο (μείωση ΑΕΠ 24,4%). Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή οικονομία, παρά τα σκαμπανεβάσματα, συνέχισε να μεγαλώνει (αύξηση ΑΕΠ 11,9%). Η συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι το χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη έχει διευρυνθεί σημαντικά.

Δεύτερον, στη χώρα μας δεν κατέρρευσαν απλώς εξαιτίας της ύφεσης τα (ακαθάριστα) εισοδήματα. Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο των προγραμμάτων λιτότητας, αυξήθηκαν οι φόροι και οι εισφορές, ενώ επίσης μειώθηκαν οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συντάξεις και άλλα επιδόματα). Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι το διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα υποχώρησε περισσότερο από ό,τι το ΑΕΠ, μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο την απόκλιση από τα άλλα κράτη μέλη.

Τρίτον, παρότι τα Μνημόνια προέβλεπαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στις αγορές προϊόντων, με σκοπό την περίφημη «εσωτερική υποτίμηση», στην πράξη οι πρώτες προχώρησαν πολύ περισσότερο από τις δεύτερες. Έτσι, ενώ τα συνδικάτα και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποδυναμώθηκαν (διευκολύνοντας τη μείωση των μισθών), τα επιχειρηματικά λόμπυ αντιστάθηκαν με επιτυχία στις απόπειρες τόνωσης του ανταγωνισμού (εμποδίζοντας τη μείωση των τιμών), εξέλιξη που συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση της Τρόικας, μέχρι και στις μέρες μας.

Το συνδυαστικό αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων – εάν το μετρήσουμε με όρους αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, συνυπολογίζοντας τη μείωση των εισοδημάτων, την αύξηση των φόρων και την άνοδο των τιμών – έχει αποκλίνει πολύ από το βιοτικό επίπεδο των άλλων Ευρωπαίων.

Όπως λέγαμε παραπάνω, το 2024 το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων θα είναι στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. (Το 2009 ήταν στο 94%.) Εδώ και αρκετά χρόνια, με κριτήριο το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, η Ελλάδα είναι μια από τις φτωχότερες χώρες της ενωμένης Ευρώπης. Για την ακρίβεια: βρίσκεται στην 25η θέση, πάνω μόνο από τη Σλοβακία και από τη Βουλγαρία.

Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η πρόσφατη επιτάχυνση δεν αρκεί. Η ανάπτυξη παραμένει υπερβολικά αναιμική ώστε να ανακληθεί το έδαφος που χάθηκε την προηγούμενη δεκαπενταετία. Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας απέχουν ακόμη πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικές.


11 Ιανουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 1. Οι καλές ειδήσεις

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023).


Είναι ορθή η εκτίμηση ότι «ανατάχθηκε μια βαλτωμένη οικονομία», όπως υποστήριξε ο πρωθυπουργός στη συζήτηση στη Βουλή για την κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού (Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022);

Σε κάποιο βαθμό, ναι. Πέρα από την προπαγάνδα, οι καλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας είναι πραγματικές, και αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Όχι μόνο επειδή αυτό επιβάλλει η εντιμότητα, και ο «πολιτικός πολιτισμός» στον οποίο ομνύουν (σχεδόν) οι πάντες. Αλλά επίσης επειδή σε μια οικονομία της αγοράς, όπου η συμπεριφορά των επενδυτών βασίζεται συχνά σε υποκειμενικές διαθέσεις, η αισιοδοξία μπορεί να έχει χειροπιαστά οφέλη – όπως, αντιστρόφως, η απαισιοδοξία πολλές φορές μεταφράζεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Οι αιτίες της αισιοδοξίας είναι συνοπτικά τρεις: η ταχεία ανάκαμψη μετά την πανδημία, η θεαματική μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, και η προσέλκυση διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας.


Επιτάχυνση της ανάπτυξης

Καταρχάς, μετά από μια πολύ δύσκολη διετία (όταν λόγω κορονοϊού η παγκόσμια οικονομία μπήκε στην κατάψυξη), η ελληνική οικονομία πέτυχε εντυπωσιακή επανεκκίνηση, καταγράφοντας ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα για το τρίτο τρίμηνο του 2022, το ΑΕΠ ξεπέρασε το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν την πανδημία (το ίδιο τρίμηνο του 2019) κατά 3,3% στην Ελλάδα. Δεν είναι πολύ – όμως η αντίστοιχη άνοδος στο σύνολο της Ευρωζώνης δεν ξεπέρασε το 2,2%, ενώ στην ΕΕ των 27 κρατών μελών έμεινε στο 2,8%.

Επίσης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον περασμένο Νοέμβριο, μέχρι το τέλος του 2022 η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί σε 6,0% στην Ελλάδα έναντι 3,3% στο σύνολο της ΕΕ. Η πρόβλεψη για το 2023 είναι σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης σε όλον τον κόσμο – αλλά και πάλι η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα (1,0%) από ό,τι στην ΕΕ (0,3%). Το ίδιο και για το 2024: 2,0% στην Ελλάδα έναντι 1,6% στην ΕΕ.

Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία ανέκαμψε ταχύτερα από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή την τελευταία διετία, και προβλέπεται να συνεχίσει να τρέχει γρηγορότερα από το μέσο όρο της ΕΕ την επόμενη διετία.


Άνοδος των εξαγωγών

Επί πλέον, η σύγκριση του πρώτου εννεάμηνου του 2022 με το αντίστοιχο του 2019 δείχνει σημαντική αύξηση των εξαγωγών αγαθών (+19%) και των επενδύσεων (+30%), κρίσιμα μεγέθη και τα δύο για τις μελλοντικές προοπτικές της χώρας.

Η μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές και πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο ακόμη καλύτερα αντιληπτός εάν συγκρίνουμε το πρώτο εννεάμηνο της φετινής χρονιάς με το αντίστοιχο του 2008 (τότε δηλ. που η ελληνική οικονομία έφτασε το μεγαλύτερο όριο διόγκωσης στην ιστορία της, για να αρχίσει αμέσως μετά να συρρικνώνεται).

Πράγματι, σε σύγκριση με την προ κρίσης χρέους εποχή, οι εξαγωγές είναι αυξημένες κατά 20%, ενώ οι εισαγωγές είναι μειωμένες κατά 8%. Η βελτίωση είναι ακόμη μεγαλύτερη στο ισοζύγιο αγαθών: οι εξαγωγές αγαθών τα τελευταία 14 χρόνια έχουν ανέβει κατά 45%, ενώ οι εισαγωγές αγαθών έχουν υποχωρήσει κατά 14%. Αυτή η εξισορρόπηση του ισοζυγίου αγαθών συνέβαλε στο να εξαλειφθεί πάνω από το μισό εμπορικό έλλειμμα της χώρας (αγαθά και υπηρεσίες), το οποίο πέρασε από το 12,6% του ΑΕΠ το 2008 στο 6,2% το 2022 (με βάση στοιχεία για το εννεάμηνο από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους).


Διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες

Τέλος, η πρόσφατη δημιουργία ερευνητικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη από την Pfizer, η ίδρυση κέντρου αριστείας στην τεχνητή νοημοσύνη από την εταιρεία συμβούλων EY σε συνεργασία με τον «Δημόκριτο», καθώς και οι επενδύσεις σε cloud computing («υπολογιστικό νέφος») από κολοσσούς της Silicon Valley όπως η Microsoft και η Google, δείχνουν πόσο θεαματική είναι η βελτίωση της διεθνούς φήμης της χώρας ως προορισμού επιχειρηματικών δραστηριοτήτων υψηλής τεχνολογίας.

Το ίδιο θεαματική είναι η ανάδειξη της Ελλάδας ως περιφερειακού κέντρου της διεθνούς κινηματογραφικής βιομηχανίας, χάρη στις δράσεις και στα χρηματοδοτικά κίνητρα του Εθνικού Κέντρου Οπτικoακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ) από το 2017, και την πολύ πρόσφατη συνεργασία του με την Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου (Enterprise Greece), που έχουν οδηγήσει στην επιλογή της χώρας μας ως σκηνικού δεκάδων ξένων και εγχώριων κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών.

Εύκολα γίνεται κατανοητό ότι εξωστρεφείς δραστηριότητες σαν αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν θα προσθέσουν απλώς μερικά δις ευρώ στο εθνικό εισόδημα, και μερικές χιλιάδες (καλοπληρωμένες) θέσεις εργασίας, αλλά θα προσφέρουν επίσης πολύτιμες δεξιότητες, διασυνδέσεις, εμπειρίες, ιδέες, και ανοιχτούς ορίζοντες σε πολλούς νέους που προηγουμένως υποαξιοποιούνταν, και συχνά φλέρταραν με το ενδεχόμενο μετανάστευσης στο εξωτερικό.


Συμπερασματικά

Και οι τρεις εξελίξεις που σχολιάζονται εδώ (επιτάχυνση της ανάπτυξης, άνοδος των εξαγωγών, διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες) είναι ευεργετικές για μια οικονομία που φτώχυνε πολύ την περασμένη δεκαπενταετία – και ως τέτοια πρέπει να χαιρετιστούν από όλους: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, μέσα ενημέρωσης, και κοινή γνώμη.

Το ερώτημα είναι: αρκούν αυτά; τι άλλο πρέπει να γίνει για να προχωρήσει ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές και πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο; Συνοπτικά, οι απαντήσεις μας σε αυτά τα δύο ερωτήματα είναι «όχι» και «πολλά». Για περισσότερες λεπτομέρειες, διαβάστε τα επόμενα άρθρα της μίνι σειράς.


16 Μαρτίου 2022

20 μέρες πολέμου, 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα




Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022).

Η Corriere della sera, η ιστορική εφημερίδα του Μιλάνου, πρώτη σε πωλήσεις σε όλη τη χώρα, προσφέρει στους συνδρομητές της μια σειρά από θεματικά newsletter. Ένα από αυτά, Rassegna stampa (Επισκόπηση Τύπου), ομαδοποιεί άρθρα για κάποιο θέμα σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, συνήθως διεθνή, καμιά φορά ιταλικά. Οι συντάκτες του newsletter δεν αποδελτιώνουν απλώς: επιλέγουν, συνοψίζουν, συγκρίνουν, σχολιάζουν, διαφωνούν, παίρνουν θέση, με παρρησία και γενναιοδωρία (δεν διστάζουν να επαινέσουν τους «ανταγωνιστές» τους, άλλες εφημερίδες, περιοδικά, και συντάκτες, στην Ιταλία και στο εξωτερικό).

Η Rassegna stampa της Δευτέρας 14 Μαρτίου 2022 ήταν διαφορετική: συνόψιζε την πρόσφατη αρθογραφία όχι του διεθνούς Τύπου αλλά της ίδιας της Corriere della sera. Οι συντάκτες της (Luca Angelini, Gianluca Mercuri, Alessandro Trocino) έγραψαν για τα 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα τις πρώτες 20 μέρες του πολέμου.

1. Το NATO είναι πάλι στη μόδα. Επί προεδρίας Τραμπ, η Βορειοατλαντική Συμμαχία είχε φτάσει στο ναδίρ («κλινικά νεκρή», κατά Μακρόν). Χάρη στον Πούτιν, το ΝΑΤΟ ξαναβρίσκει τον λόγο ύπαρξής του.

2. Η Ρωσία έγινε παρίας. Ότι ο Πούτιν ήταν αυταρχικός ηγέτης, δεσποτικός και (συχνά) αιμοσταγής, ήταν γνωστό, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να συμμετέχει σε συναντήσεις κορυφής με τη Δύση (π.χ. G20). Σήμερα είναι αδιανόητο ότι κάτι τέτοιο θα ξανασυμβεί.

3. Ο πόλεμος τόνωσε την εθνική συνείδηση των Ουκρανών. Προτιμώντας την αντίσταση από την παράδοση, οι Ουκρανοί (ακόμη και οι ρωσόφωνοι) απέδειξαν στον Πούτιν ότι η χώρα τους δεν είναι επαρχία της δικής του.

4. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βγαίνει πιο ενωμένη. Η κρίση του Ευρώ απείλησε την ενότητα της ΕΕ, το Brexit έπληξε την ακεραιότητά της. Η ευρωπαϊκή απάντηση στην πανδημία πέρυσι, και στον πόλεμο της Ουκρανίας φέτος, βγάζουν αληθινή την προφητεία του Ζαν Μοννέ από το 1954: «Η Ευρώπη θα χτιστεί στις κρίσεις, ως το άθροισμα των λύσεων που θα δοθούν σε αυτές τις κρίσεις».

5. Η ενεργειακή μετάβαση θα αναβληθεί ή θα επιταχυνθεί; Η εξάρτηση της Ιταλίας από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι μεγάλη. Όμως οι ειδικοί επιμένουν ότι μέσα σε ένα χρόνο μπορεί να μειωθεί κατά τουλάχιστον ένα τρίτο, με ένα μείγμα που περιλαμβάνει (προσωρινή) προσφυγή στο κάρβουνο, επιτάχυνση της στροφής προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και επανεξέταση του ρόλου της πυρηνικής ενέργειας.

6. Η Ιταλία έγινε πιο ατλαντική. Οι θαυμαστές της Ρωσίας (και της Κίνας), πολυάριθμοι στη Λέγκα και στο Κίνημα 5 Αστέρων, έχουν τώρα να διαλέξουν ανάμεσα στη σιωπή και στον εξευτελισμό. Ο Μπερλουσκόνι, φίλος του Πούτιν και οικοδεσπότης του στη Σαρδηνία, επέλεξε τη σιωπή. Ο Σαλβίνι, με την πρόσφατη επίσκεψή του στα σύνορα Πολωνίας-Ουκρανίας, τον εξευτελισμό.

7. Οι οικονομικές κυρώσεις πνίγουν τη Ρωσία. Το ερώτημα είναι αν η οικονομική απομόνωση της Ρωσίας θα συντομεύσει τον πόλεμο, ή αντίθετα θα κάνει πιθανότερη την διαίρεση της παγκόσμιας οικονομίας σε ανταγωνιστικά μπλοκ: Ρωσία-Κίνα (και Ινδία;) εναντίον της Δύσης.

8. Η Κίνα σε σταυροδρόμι. Η κινεζική ηγεσία συμμερίζεται την πεποίθηση του Πούτιν ότι η Δύση είναι αδύναμη και παρηκμασμένη. Όμως η παγκοσμιοποίηση έβγαλε εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζους από την εξαθλίωση. Θα ρισκάρει το καθεστώς την οικονομική στασιμότητα (ή οπισθοδρόμηση);

9. Παγκοσμιοποίηση: το τέλος του τέλους της ιστορίας. Η ιδέα του εξευγενισμού των ηθών μέσω του εμπορίου (Doux commerce κατά Μοντεσκιέ, Wandel durch Handel στη μεταπολεμική Γερμανία) διαψεύσθηκε πρώτα από την Κίνα, ήδη με τη σφαγή στην Πλατεία Τιάνανμεν, και μετά από τη Ρωσία. Όμως, όπως δείχνει το ιστορικό προηγούμενο (1914-1945), το τέλος της παγκοσμιοποίησης απειλεί να κάνει τον κόσμο όχι μόνο φτωχότερο, αλλά και πιο επικίνδυνο.

10. Μια νέα προσφυγική κρίση; Όλοι οι αυταρχικοί ηγέτες (Πούτιν, Λουκασένκο, Ερντογάν) έμαθαν να χρησιμοποιούν τους πρόσφυγες ως όπλο για την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης. Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν μπορεί να μετατρέψει την προσφυγική κρίση σε ελιξήριο οικονομικού δυναμισμού (και πολιτικής αίγλης). Κάποιοι πιστεύουν πως όχι. Η θερμή υποδοχή των Ουκρανών προσφύγων στην Πολωνία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και αλλού δείχνει πως ναι.

29 Οκτωβρίου 2021

Η χώρα αυτή είναι δική τους και δική μας

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021).

Υπάρχουν πολλοί γύρω μας που σκέφτονται (ή απλώς ζουν) με τρόπο που μας είναι απωθητικός. Ο προσωπικός μου κατάλογος περιλαμβάνει όσους πίνουν καφέ στις 7 το απόγευμα, τους καπνιστές (αν είναι θρασείς), τους φανατικούς οπαδούς όλων των ομάδων (ακόμη και της ΑΕΚ), τους αντιεμβολιαστές, τους θρησκόληπτους, τους εθνοσωτήρες, τους τραμπούκους, καθώς και όσους γουστάρουν Πολλάκη, Μπογδάνο και Μιχαλολιάκο. Μπορείτε να σβήσετε κάποιες από τις παραπάνω κατηγορίες και να προσθέσετε άλλες της αρεσκείας σας – ή μάλλον της απαρέσκειάς σας. Είναι φανερό ότι για πολλούς συμπατριώτες μου, ο κατάλογος περιλαμβάνει παιδιά σαν τον Ζακ, τους μαύρους (εκτός και εάν είναι διεθνούς φήμης μπασκετμπολίστες, ή ούτε τότε), και εσχάτως τους Ρομά.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να διώξουμε, ούτε να εξοντώσουμε, όσους δεν μας αρέσουν. Οι σύγχρονες κοινωνίες δεν λειτουργούν με τον αλγόριθμο του Facebook. Κάπως θα πρέπει να συμβιώνουμε μαζί τους, να μοιραζόμαστε την ίδια χώρα. Το ίδιο και εκείνοι με εμάς. Το ζήτημα είναι με ποιους κανόνες συμβίωσης.

Σε μια πολιτισμένη κοινωνία, είναι δουλειά των εκλεγμένων αντιπροσώπων να θεσπίζουν δίκαιους και λειτουργικούς κανόνες συμβίωσης, που να δίνουν ευκαιρίες και να εγγυώνται την ασφάλεια όλων. Και είναι δουλειά του κράτους – και ιδίως των σωμάτων ασφαλείας – να επιβάλλει την τήρηση αυτών των κανόνων. Με αυστηρότητα, αμεροληψία, και αυτοσυγκράτηση.

Σε μια πολιτισμένη κοινωνία, οι αστυνομικοί δεν γαζώνουν με σφαίρες τους επιβάτες ενός αυτοκινήτου μόνο και μόνο επειδή έκανε όπισθεν καταπάνω τους. Εάν το κάνουν, θα αντιμετωπίσουν κυρώσεις, υπηρεσιακές και ποινικές. Δεν τους χτυπά φιλικά την πλάτη ο πολιτικός τους προϊστάμενος. Εάν το κάνει, θα είναι σαν να κλείνει το μάτι και σε άλλους πιστολάδες, δίνοντάς τους το ελεύθερο να σκοτώσουν και άλλους άοπλους μικροπαραβάτες. Μέχρι να αρχίσουν και οι μικροπαραβάτες να κυκλοφορούν πάνοπλοι.

Το μονοπώλιο της βίας είναι θεμέλιο της κρατικής ισχύος, αλλά υπόκειται σε κανόνες και ελέγχους. Δεν είναι licence to kill. Η κατάχρησή του δεν είναι απλώς ηθικά καταδικαστέα (που και αυτό από μόνο του θα έπρεπε να είναι αρκετό για να την απορρίψουμε). Είναι επίσης αντιπαραγωγική: είναι ο συντομότερος δρόμος για να ξυπνήσουμε όλοι μας σε μια χώρα πιο αλλοπαρμένη, πιο επικίνδυνη, πιο βάρβαρη.
Αν πάψουν να μας σοκάρουν περιστατικά σαν αυτό που συνέβη στο Πέραμα, αν τα συνηθίσουμε, μάλλον θα πρέπει να ανησυχήσουμε: θα είναι επειδή χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε έχουμε αρχίσει να μοιάζουμε με το τέρας.

22 Σεπτεμβρίου 2021

Gig Economy: Χρονικό μιας προαναγγελθείσης εμπλοκής

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021).

Τα γεγονότα της υπόθεσης e-food είναι πλέον λίγο πολύ γνωστά. Η απόφαση της εταιρείας να ζητήσει από τους οδηγούς-διανομείς της να αποδεχθούν το καθεστώς του «συνεργάτη» (αμοιβή με μπλοκάκι), διαφορετικά θα πρέπει να βρουν αλλού δουλειά, προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, οι οποίες εκφράστηκαν κυρίως με απενεργοποίηση της εφαρμογής στα κινητά πολλών πελατών της, και την κατακόρυφη πτώση της αξιολόγησης της εταιρείας από τις καταναλωτές. Κατόπιν τούτου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε σαρωτικούς ελέγχους στις συνθήκες εργασίας στον κλάδο της διανομής φαγητού.

Οι αντιδράσεις ήταν εύλογες. Η e-food, όπως όλες οι εταιρείες διανομής, είχε πραγματοποιήσει μεγάλα κέρδη στη διάρκεια των lockdown. Οι οδηγοί τους είχαν αναδειχθεί σε «εργαζόμενους της γραμμής του μετώπου» κατά του κορωνοϊού, που ρίσκαραν την ασφάλειά τους για να είμαστε πιο ασφαλείς όλοι οι υπόλοιποι. Σε έναν καλύτερο κόσμο, οι πολίτες θα απαιτούσαν καλύτερες αμοιβές και ασφαλέστερες συνθήκες εργασίας για τους διανομείς (και τους άλλους ζωτικής σημασίας εργαζόμενους), τα συνδικάτα θα έσπευδαν να διεκδικήσουν την εκπροσώπησή τους, οι πολιτικοί θα φρόντιζαν να περάσουν τους σχετικούς νόμους, και οι εταιρείες θα έκαναν θεαματικές κινήσεις διανομής των επιπλέον κερδών τους στους υπαλλήλους τους, διεκδικώντας τους επαίνους (και την προτίμηση) των καταναλωτών.

Στην Ελλάδα του 2021 τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη - ή σχεδόν τίποτε: η απαίτηση της e-food προκάλεσε αίσθηση, ίσως επειδή ξεχώρισε για την απληστία της. Όμως η απληστία αυτή είναι δομική, είναι η κανονική κατάσταση κάθε οικονομίας χωρίς κανόνες, ή με καταφανώς μεροληπτικούς κανόνες, και σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζει και τους ανταγωνιστές της e-food (οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έχουν γίνει αποδέκτες της αγανάκτησης των καταναλωτών, και μπορεί κάλλιστα να βγουν ωφελημένοι από αυτή).

Το ζήτημα – και πρόκειται για βαθιά πολιτικό ζήτημα – είναι ακριβώς οι κανόνες βάσει των οποίων η Πολιτεία μεσολαβεί ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, τιθασεύοντας τα «ζωώδη ένστικτα» του καπιταλισμού χωρίς να καταπνίξει τον δυναμισμό του, αποτρέποντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό, και επιβάλλοντας τον σεβασμό των ελάχιστων επιπέδων ασφαλείας καταναλωτών και εργαζομένων.
Οι κανόνες (και φυσικά η τήρησή τους) έχουν σημασία. Διοχετεύουν την επιχειρηματικότητα σε δραστηριότητες και πρακτικές που υποβαθμίζουν ή αναβαθμίζουν το παραγωγικό πρότυπο μιας οικονομίας. Διαμορφώνουν την κατανομή του εισοδήματος με τρόπο που αυξάνει ή μειώνει τις ανισότητες. Οι πολιτικές δυνάμεις εν πολλοίς χαρακτηρίζονται από το πώς τοποθετούνται ως προς αυτές τις επιλογές, και κρίνονται για αυτές στις εκλογές.

Η τελευταία δεκαετία μας έκανε όλους σοφότερους. Η οικονομική κρίση του 2010-14, πρωτοφανούς έντασης και διάρκειας, έκανε σαφή τα αδιέξοδα του προηγούμενου μοντέλου ανάπτυξης, της επίπλαστης ευημερίας μέσω υπερδανεισμού και υπερκατανάλωσης. Η διακυβέρνηση της περιόδου 2015-19 ανέδειξε τους κινδύνους της νοσταλγίας του χρεωκοπημένου παρελθόντος, του διαπλεκόμενου κρατισμού, της δυσανεξίας προς την οικονομία της αγοράς, της αδυναμίας ρύθμισης των κανόνων της με δημιουργικό τρόπο.

Σε αυτές τις συνθήκες, ήταν αναμενόμενη (και σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένη) η διορθωτική κίνηση του εκκρεμούς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης ήταν αναπόφευκτο να είναι πιο φιλελεύθερη. Αυτό που σταδιακά γίνεται όλο και πιο εμφανές είναι το πόσο δέσμια είναι (και) αυτή η κυβέρνηση στις αγκυλώσεις ενός απελπιστικά παρωχημένου τρόπου άσκησης πολιτικής.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το θέμα που συζητάμε; Μεγάλη. Ο νόμος 4670 του Φεβρουαρίου 2020 είχε ακυρώσει την ενοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος, και την εξίσωση των όρων ασφάλισης όλων των πολιτών, επαναφέροντας τις χαμηλές εισφορές για ελεύθερους επαγγελματίες ανεξαρτήτως εισοδήματος. Από τη σκοπιά της πολιτικής κουλτούρας που οδήγησε τη χώρα στη χρεωκοπία του 2010, η επιλογή αυτή ήταν απολύτως κατανοητή: οι άμεσα ενδιαφερόμενοι πανηγύρισαν, τα μέσα ενημέρωσης χειροκρὀτησαν τις «ελαφρύνσεις», οι δημοσκοπήσεις επιβράβευσαν την κυβερνητική επιλογή. Από τη σκοπιά όμως της πολυπόθητης και πολυδιαφημιζόμενης μετάβασης σε ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης, για να μην αναφερθώ στη στοιχειώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτών, η ίδια αυτή επιλογή ήταν εντελώς ακατανόητη. Τι δουλειά έχει το χάιδεμα των μεγαλογιατρών και των μεγαλοδικηγόρων με τις συστάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη για την διευκόλυνση των επιτυχημένων επιχειρήσεων να προσλάβουν προσωπικό και να μεγαλώσουν; Ήταν σαν η νέα κυβέρνηση να στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη πάνω στο «αόρατο ρήγμα» του Αρίστου Δοξιάδη (από τη μια η επιδοτούμενη αυτοαπασχόληση της εσωτερικής αγοράς, από την άλλη οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους), για να επιλέξει τελικά την πεπατημένη της θεαματικότερης επιδότησης της αυτοαπασχόλησης από το 1974.

Μεταξύ άλλων, η μεγάλη μείωση των εισφορών αυτοαπασχολουμένων έκανε ακόμη πιο συμφέρουσα τη διαδεδομένη (και παράνομη) πρακτική πολλών εργοδοτών να μεταμφιέζουν τους υπαλλήλους τους σε «συνεργάτες». Η πρακτική αυτή είναι βέβαια πολύ δημοφιλής μεταξύ των εργοδοτών: αμείβοντας τους εργαζόμενους με μπλοκάκι εξοικονομούν εργοδοτικές εισφορές, καθώς και τα κόστη που αφορούν άδειες διακοπών, μητρότητας, ασθένειας κτλ. Προφανώς οι εργαζόμενοι χάνουν όλα τα παραπάνω, καθώς και επιδόματα ανεργίας και αποζημιώσεις σε περίπτωση απόλυσης. Η οικονομία της χώρας χάνει και αυτή: η σχετική πρακτική προάγει την «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής», και κάνει αθέμιτο ανταγωνισμό σε πιο μακροπρόθεσμες επιχειρηματικές στρατηγικές που αναζητούν την κερδοφορία μέσω της επένδυσης στις δεξιότητες των εργαζομένων. Μια διορατική φιλελεύθερη πολιτική θα ελάφραινε το μη μισθολογικό εργατικό κόστος με τη μετατόπιση του φορολογικού βάρους από τις ασφαλιστικές εισφορές στη γενική φορολογία (π.χ. ενισχύοντας την κρατική επιδότηση της άδειας μητρότητας ώστε να μην ζημιώνονται οι επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν νέες γυναίκες). Η συγκεκριμένη κυβέρνηση, όπως είδαμε, επέλεξε να επιδοτήσει την αυτοαπασχόληση σε βάρος της μισθωτής εργασίας.

Το επόμενο κεφάλαιο του δράματος που παίχτηκε τις τελευταίες μέρες γράφτηκε το Μάιο 2021, με το νομοσχέδιο για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Ενώ η αντιπολίτευση συγκέντρωσε τα πυρά της (και τα μέσα ενημέρωσης το ενδιαφέρον τους) σε δευτερεύουσας σημασίας ρυθμίσεις, ο μετέπειτα νόμος 4808 του Ιουνίου 2021, άρθρο 69, νομιμοποίησε αυτό που μέχρι τότε ήταν παράνομο (αν και αρκετά διαδεδομένο). Πλέον, οι ψηφιακές πλατφόρμες τύπου Wolt ή e-food έχουν το νομικό δικαίωμα να προσλαμβάνουν διανομείς ως «συνεργάτες», και συνεπώς να μην χρειάζεται να καταβάλλουν εργοδοτικές εισφορές, να μην τους αναγνωρίζουν άδειες, να μην τους πληρώνουν τη βενζίνη, να μην τους καλύπτουν σε περίπτωση ατυχήματος κτλ. κτλ. Οι τυπικές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος για να είναι τυπικά καλυμμένες οι εταιρείες δείχνουν προσχηματικές: αρκεί ένας οδηγός να βγαίνει από την πλατφόρμα τη νύχτα ή τα Σαββατοκύριακα για να νομιμοποιείται η εταιρεία να τον θεωρεί «freelancer». Η πρόσφατη πρόταση «συνεργασίας» της e-food που προκάλεσε τις γνωστές αντιδράσεις είναι φυσική απόρροια του νέου θερμικού πλαισίου.

Ανακεφαλαιώνοντας: Ο ασφαλιστικός νόμος του 2020 ενίσχυσε το κίνητρο για παρανομία (πρόσληψη με μπλοκάκι). Ο εργασιακός νόμος του 2021 τη νομιμοποίησε. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου να συμβούν.

Υποθέτω ότι δεν θα αργήσει να ακουστεί ο αντίλογος: «Μα οι εταιρείες δεν βγαίνουν αλλιώς. Να τις διώξουμε από τη χώρα; Με την ανεργία ακόμη στα ύψη;» Ο αντίλογος (μου) στον αντίλογο είναι ως εξής: Από τη σκοπιά της οικονομίας, η επιδίωξη της ανάκαμψης μέσω της μόνιμης μισθολογικής υποτίμησης είναι μάταιη. Τα φτηνά εργατικά χέρια, η αποδυνάμωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η νομιμοποίηση της υπερεκμετάλλευσης, εθίζουν σε ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλών δυνατοτήτων, εξασφαλίζοντας την κερδοφορία επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με ανύπαρκτο ή αμφίβολο αναπτυξιακό αντίκρυσμα. Από τη σκοπιά της κοινωνίας, οι αντιδράσεις των τελευταίων ημερών δείχνουν ότι υπάρχουν όρια ανοχής στην απληστία. Από τη σκοπιά της πολιτικής, οι συνθήκες για τη σημερινή μονοπώληση του μεσαίου χώρου από τη ΝΔ (απωθητικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, ανικανότητα του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ) ίσως να διαρκέσουν λιγότερο από ό,τι νομίζαμε.

10 Ιουλίου 2021

Μπροστά στον τελικό του Euro 2020

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Σάββατο 10 Ιουλίου 2021).

Ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν έχουν αμφιβολίες. Εγώ έχω, πολλές. Μπορεί να είναι τα γονίδια του παλιού Ρηγά – προτού υποστεί τη γνωστή αξιοθρήνητη μετάλλαξη. Να, για παράδειγμα: την Κυριακή το βράδυ δεν είμαι βέβαιος ποια από τις δύο «δεύτερες πατρίδες» μου πρέπει να υποστηρίζω: την Αγγλία ή την Ιταλία;

Στην Αγγλία έζησα μερικά από τα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής μου, συνέχισα τις σπουδές μου, άρχισα να δουλεύω σε ένα απίθανο πανεπιστήμιο, έμαθα ότι μπορώ να κάνω επάγγελμα τα πράγματα που έτσι κι αλλιώς με συναρπάζουν και με παθιάζουν, και ότι αυτή θα είναι πάντοτε η μεγαλύτερη τύχη μου. Και εν τω μεταξύ, αγάπησα βαθιά την παράξενη αυτή χώρα με τους παράξενους ανθρώπους, με τις άλλοτε εκνευριστικές και άλλοτε αξιαγάπητες παραξενιές. Τόσο που πήρα το Brexit προσωπικά, σαν προδομένος εραστής: «Σε εμένα το κάνουν αυτό, που τους αγάπησα τόσο;» Πέντε χρόνια μετά, είμαι έτοιμος να τους συγχωρέσω – αρκεί βέβαια να μου ζητήσουν ταπεινά συγγνώμη (το γονάτισμα προαιρετικό).

Ούτε κι εγώ καλά-καλά δεν ξέρω γιατί συγκινούμαι τόσο όταν βλέπω το φιλμάκι του ανεπίσημου ποδοσφαιρικού τους ύμνου, «The Three lions». Ίσως γιατί συμπυκνώνει όλα όσα αγάπησα στην Αγγλία: την υπερηφάνια για τα περασμένα μεγαλεία, τη συναίσθηση της παρακμής, την αφοσίωση στην ομάδα (και στη χώρα) στις καλές στιγμές και στις κακές, τον αυτοσαρκασμό. ΟΚ – και επίσης επειδή το 1990, στο σπίτι μου στο Λονδίνο, κολλημένος στο γυαλί, είδα κι εγώ τον Λίνεκερ, δέκα λεπτά πριν τελειώσει ο ημιτελικός, με τη Γερμανία να προηγείται 1-0, να χορεύει πιρουέτες γύρω από τη γερμανική άμυνα, να στέλνει με διαγώνιο συρτό σουτ τη μπάλα στα δίχτυα, να πανηγυρίζει σαν μικρό χαρούμενο παιδί, και να μας κάνει όλους ευτυχισμένους.

Λίγους μήνες μετά άρχισε η μακρόχρονη σχέση μου με την Ιταλία, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν για μένα απλώς («απλώς») η χώρα του Λουκίνο Βισκόντι, του Φεντερίκο Φελλίνι, των αδελφών Ταβιάνι – και του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Και φυσικά η χώρα της Ίντερ, με την οποία η σχέση των οπαδών της μοιάζει πολύ με εκείνη των Άγγλων με την Εθνική τους: πολλές πίκρες, λίγες χαρές, με τις τελευταίες να κάνουν τις πρώτες να αξίζουν τον κόπο. (Τώρα που το σκέφτομαι, και η σχέση των οπαδών της ΑΕΚ με την ομάδα τους αυτή είναι. Δεν θα είναι τυχαίο ...)  Έκτοτε ο δεσμός μας δυνάμωσε, και εάν για αυτό δεν είναι αρκετή απόδειξη ότι τα τελευταία 5 χρόνια ζω μόνιμα εκεί, μάλλον είναι ότι έχω δύο παιδιά που μιλάνε μεταξύ τους ιταλικά, λένε ότι νιώθουν «100% Ιταλοί και 100% Έλληνες», και αντιμετωπίζουν με επιείκια και τις δυο τους πατρίδες. Κι εγώ όλα αυτά τα χρόνια, και ειδικά τα τελευταία, έχω σιγά-σιγά αναπτύξει μια αμφίσημη στάση προς τη χώρα που με φιλοξενεί: από τη μια εξοργίζομαι με τη γραφειοκρατία, τον επαρχιωτισμό, τη στενομυαλιά, την έλλειψη αξιοκρατίας, από την άλλη ενθουσιάζομαι με τη φαντασία, την επινοητικότητα, την πραότητα, την αβίαστη κομψότητα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την ίδια αμφίσημη στάση που εδώ και δεκαετίες έχω με την πρώτη πατρίδα μου, την αληθινή. Και εάν αυτό δεν δείχνει ότι έχω αρχίσει κι εγώ να γίνομαι λίγο Ιταλός, δεν ξέρω τι το δείχνει.

Θα τη χρειαστεί στον τελικό τη φαντασία και την επινοητικότητα η Εθνική Ιταλίας. (Όσο για την κομψότητα, δείτε ξανά τα γκολ του Κιέζα με το Βέλγιο και με την Ισπανία.) Έγραψε στην Corriere della sera ο Beppe Severgnini, που κι αυτός γνωρίζει καλά και αγαπά την Αγγλία: «Εμείς οι Ιταλοί πιστεύουμε ότι μπορεί να χάσουμε, οι Άγγλοι σκέφτονται ότι πρέπει να κερδίσουν. Έτσι, συχνά, εμείς τα καταφέρνουμε καλύτερα.»

Ας κερδίσει ο καλύτερος!

30 Απριλίου 2021

Για την ιθαγένεια

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Παρασκευή 30 Απριλίου 2021).

Με την υπουργική απόφαση που εξέδωσε προ δύο εβδομάδων ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Βορίδης, για να πολιτογραφηθεί ένας ξένος ως Έλληνας πολίτης θα πρέπει να αποδείξει ότι διέθετε ετήσιο εισόδημα 9.100 ευρώ (συν 10% για κάθε εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας) κάθε έτος συνεχώς από το 2015 έως το 2020. Ο όρος αυτός προστίθεται στις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, που προβλέπουν γραπτές εξετάσεις ιστορίας, γεωγραφίας, πολιτικών θεσμών και πολιτισμού, καθώς και ελληνικής γλώσσας (με ερωτήσεις απίστευτης δυσκολίας). Οι εξετάσεις θα γίνονται κάθε έξη μήνες, σε επτά συνολικά πόλεις ( ή και λιγότερες αν δεν συμπληρώνονται 25 τουλάχιστον αιτήσεις ενδιαφερομένων).

Δεν βλέπω πώς μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η πραγματική στόχευση της πολιτικής του Υπουργού Εσωτερικών για την ιθαγένεια είναι να διατηρήσει τυπικά την δυνατότητα πολιτογράφησης των μεταναστών, καθιστώντας την αδύνατη στην πράξη. Εάν ο Κώδικας προέβλεπε περιοδική επανεξέταση (όπως γίνεται π.χ. με το δίπλωμα οδήγησης), η εφαρμογή των παραπάνω όρων μαθηματικά θα οδηγούσε στην αφαίρεση της ιθαγένειας από την συντριπτική πλειονότητα όσων είμαστε ήδη Έλληνες πολίτες.

Αυτό που περισσότερο με ενοχλεί με αυτή την υπουργική απόφαση δεν είναι η κουτοπονηριά της (θα ήταν εντιμότερο να πει «Έλληνας δεν γίνεσαι, γεννιέσαι»). Ούτε η αναχρονιστική μούχλα που αναδίνει χωρίς να το ομολογεί (Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, χωρίς τον αναγεννώμενο φοίνικα), παρότι και αυτή μου είναι εντελώς απεχθής. Δεν είναι καν ότι μας υπενθυμίζει το αυτονόητο, ότι η ΝΔ παραμένει αυτό που ήταν πάντοτε, δηλαδή ένας συνασπισμός φιλελεύθερων και εθνικοφρόνων, με τους δεύτερους πάντοτε να καιροφυλακτούν, έτοιμοι να υπονομεύσουν τους πρώτους.

Είναι ότι το «όραμα» που αντιπροσωπεύει η υπουργική απόφαση – μιας χώρας περίκλειστης, εχθρικής και φοβισμένης – βρίσκεται στους αντίποδες της ιδέας μιας Ελλάδας γεμάτης αυτοπεποίθησης με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, το οποίο (αν δεν έχω καταλάβει λάθος) θέλει να εκφράζει συλλογικά η κυβέρνηση, και το οποίο έχουν αποδείξει ότι υπηρετούν άλλα κυβερνητικά στελέχη.

Δεν μιλώ ως πονόψυχος «δικαιωματιστής», ούτε ως κατά συρροήν μετανάστης - παρότι θα μπορούσε ευλόγως κανείς να μου καταλογίσει και το ένα και το άλλο. Μιλώ ως οικονομολόγος, που γνωρίζει τα βασικά: ότι οι χώρες που ενσωματώνουν τους ξένους ανανεώνονται και προκόβουν – ενώ οι χώρες που τους απορρίπτουν μένουν στάσιμες και παρακμάζουν.

28 Απριλίου 2021

Για το νέο εργασιακό νομοσχέδιο

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 28 Απριλίου 2021).

Δεν θα σχολιάσω τον υστερικό τρόπο με τον οποίο συζητώνται τα σοβαρά ζητήματα στη χώρα μας («Σαρωτικές αλλαγές στα εργασιακά» / «Σεισμός στην εργατική νομοθεσία»). Υποθέτω ότι κάποτε θα γραφτεί η ιστορία του πώς χαμηλού επιπέδου δημοσιογράφοι και διευθυντές ειδήσεων στο κυνήγι του εντυπωσιασμού συνέβαλαν καθοριστικά στο να γίνει η ελληνική κρίση πιο οδυνηρή και πιο παρατεταμένη από ό,τι ήταν από μόνη της.

Ξεκινώ από την παραδοχή ότι ο στόχος μιας καλής ρύθμισης της αγοράς εργασίας είναι να εξασφαλίζει ευελιξία στις επιχειρήσεις και ασφάλεια στους εργαζόμενους. Και τα δύο χρειάζονται: Χωρίς ευελιξία οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις αλλαγές της αγοράς, με δυσμενείς συνέπειες για την κερδοφορία τους και για την δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης. Χωρίς ασφάλεια οι εργαζόμενοι δεν γίνονται μόνο πιο αγχωμένοι (για να μην πω πιο δυστυχισμένοι), αλλά σε τελευταία ανάλυση λιγότερο παραγωγικοί.

Τη δεκαετία του '90 που άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, το βασικό πρόβλημα της ρύθμισης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα ήταν το χάσμα μεταξύ Δημοσίου-τραπεζών-ΔΕΚΟ από τη μια, και υπόλοιπου ιδιωτικού τομέα από την άλλη. Οι μεν είχαν τόση ασφάλεια που και να μην δούλευαν καθόλου δεν τους έδιωχνε κανείς. Το επίπεδο ασφάλειας των δε κυμαινόταν από χαμηλό (στις πιο νομοταγείς επιχειρήσεις) έως μηδενικό (στις υπόλοιπες). Ήταν μια αρρωστημένη κατάσταση. Οι (δειλές) προσπάθειες της κυβέρνησης Σημίτη να βάλει μια τάξη έπεσαν στο κενό. Ήταν μεγάλες οι ευθύνες πολλών βουλευτών και αρκετών υπουργών του ΠΑΣΟΚ, που τότε έτρεμαν το πολιτικό κόστος αλλά σήμερα δεν τους θυμάται κανείς (ή αν τους θυμάται δεν είναι με νοσταλγία). Για τις ευθύνες των μέσων ενημέρωσης μίλησα παραπάνω. Για τις ευθύνες των συνδικαλιστών (πλήρως ταυτισμένων με τις προνομιούχες συντεχνίες, πλήρως αδιάφορων για τους κανονικούς εργαζόμενους, παρά τις ρητορείες), όπως και για τις ευθύνες της ΝΔ και των ΣΥΝ-ΚΚΕ, καλύτερα να μην μιλήσω.

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, οι μισθοί όλων έχουν πέσει, αλλά το χάσμα μεταξύ των «από μέσα» και των «απέξω» είναι το ίδιο μεγάλο (αν και τώρα περνάει μέσα από τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ, όπου συνυπάρχουν παλιοί με γενναιόδωρες παροχές και νέοι με συνθήκες παρόμοιες με αυτές στις άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα - και μαντέψτε ποιοι από τους δύο «βγάζουν τη δουλειά».)

Επί πλέον, φαίνεται να έχει διευρυνθεί αυτό που έχει ονομαστεί «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής»: η θλιβερή προσπάθεια πολλών επιχειρηματιών να πλουτίσουν ή απλώς να επιβιώσουν δια της παραβίασης της εργασιακής, φορολογικής, περιβαλλοντικής, πολεοδομικής κ.ά. νομοθεσίας. Προ κρίσης, όταν η ανεργία ήταν χαμηλή και τα συνδικάτα πιο ισχυρά, ο εργοδότης της Κούνεβα έστειλε μπράβους να της επιτεθούν με βιτριόλι (αυτό τουλάχιστον έκρινε το πρωτοβάθμιο δκαστήριο, για να ανατραπεί στη συνέχεια η απόφαση στο Εφετείο). Τώρα που η ανεργία είναι στα ύψη, και τα συνδικάτα πιο ανίσχυρα, η παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων είναι καθημερινό φαινόμενο που δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν.

Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ απολύτως λογική τη ρύθμιση που επιχειρείται με την κατανομή των υπερωριών (10 ώρες επί 4 ημέρες = 8 ώρες επί 5 ημέρες, εάν το ζητήσει ο εργαζόμενος ή εάν συμφωνηθεί από το συνδικάτο). Το ερώτημα είναι πώς θα εξασφαλιστεί η τήρηση του νόμου. Σήμερα σε πολλές επιχειρήσεις οι υπερωρίες δεν καταγράφονται και δεν αμείβονται. Με υψηλή ανεργία και αδύναμα (ή αδιάφορα) συνδικάτα, η θέση των εργαζομένων παραμένει μειονεκτική. Θα ήθελα να ελπίζω ότι η ψηφιακή κάρτα εργασίας θα βοηθήσει. Ας κρατήσουμε την ειλικρίνεια της κυβέρνησης και την διάθεσή της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Αντίθετα, θεωρώ άστοχη τη λύση που επελέγη για τη ρύθμιση των εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων στις πλατφόρμες (Wolt και λοιπών). Το νομοσχέδιο αναγνωρίζει δύο τρόπους συνεργασίας των «παρόχων υπηρεσιών» με τις πλατφόρμες: συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών/ έργου, και δίνει το δικαίωμα στους διανομείς που απασχολούνται με τον δεύτερο τρόπο να συστήνουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να διαπραγματεύονται, να καταρτίζουν συλλογικές συμβάσεις, καθώς και να απεργούν.

Η ένστασή μου είναι ότι αυτό δεν θα εμποδίσει τη Wolt και τις άλλες επιχειρήσεις διανομής να υποκρίνονται - νομότυπα πλέον - ότι τα παιδιά με τις στολές δεν είναι υπάλληλοί τους αλλά «συνεργάτες», και έτσι να μην καταβάλλουν εργοδοτικές εισφορές, να μην τους αναγνωρίζουν άδειες, να μην τους καλύπτουν σε περίπτωση ατυχήματος, να μην τους πληρώνουν τη βενζίνη κτλ. κτλ.

Στη Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία και αλλού τα δικαστήρια έχουν υποχρεώσει τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην οικονομία της πλατφόρμας, από την Uber έως την Deliveroo, να προσλάβουν με σχέση εξαρτημένης εργασίας τους εργαζόμενους που απασχολούν. Οι πιο διορατικές από τις εταιρείες αυτές θεωρούν ότι είναι και πάλι βιώσιμες, και επιχειρούν να προσελκύσουν επενδυτές και καταναλωτές προβάλλοντας το σεβασμό των εργαζομένων τους και των δικαιωμάτων τους. Οι λιγότερο διορατικές - ή λιγότερο ανταγωνιστικές - αποχωρούν.

Η οικονομία της πλατφόρμας είναι συχνά καινοτόμα, καλύπτει υπαρκτές ανάγκες των καταναλωτών, και προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης. Η ρύθμιση του εργασιακού καθεστώτος που διαφαίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν προστατεύει τους εργαζόμενους «πνίγοντας» τις επιχειρήσεις: κάνει απαιτητικότερη την καινοτομία, ανεβάζει τον πήχυ της ανταγωνιστικότητας, καταπολεμά τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, κάθε προσπάθεια να περιοριστεί η παραβατικότητα στην αγορά εργασίας είναι καλοδεχούμενη - τουλάχιστον από εμένα. Καταλαβαίνω ότι αυτό σε κάποιο βαθμό απαιτεί κάποιον πραγματισμό. Όμως ο πραγματισμός δεν μπορεί να εκτείνεται έως την συνθηκολόγηση με τις απαιτήσεις της μιας πλευράς, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής».

24 Δεκεμβρίου 2020

Με δύναμη για μια νέα αρχή

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020).

Σκέφτομαι συχνά πόσο τυχερή υπήρξε η γενιά μου (γεννήθηκα το 1963). Πολέμους εμείς δεν ζήσαμε. Η δικτατορία τελείωσε όταν ακόμη ήμασταν μικροί. Η ενήλικη ζωή μας κύλισε σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας, οικονομικής ανόδου και σταδιακής διεύρυνσης των κοινωνικών αντιλήψεων. Ποια από τις προηγούμενες γενιές μπορεί να καυχηθεί κάτι ανάλογο;

Γνωρίζω την ένσταση: «Μέχρι το 2010 καλά ήταν, μετά όχι». Ναι, βέβαια, η προηγούμενη δεκαετία ήταν δύσκολη. Σημαδεύτηκε όχι μόνο από την πρωτοφανή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των περισσοτέρων από εμάς (πράγμα από μόνο του αρκετά δυσάρεστο), αλλά επίσης και από τον ισχυρό κλονισμό της εικόνας που είχαμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας. Όμως και πάλι, ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Είναι μεγάλη τύχη να ζει κανείς μισό αιώνα σταθερότητας, ευημερίας, και ολοένα και πιο ανοιχτών οριζόντων.

Οι νεώτερες γενιές ήταν λιγότερο τυχερές. Όσοι ήταν τριαντάρηδες το 2010 βρέθηκαν στη δίνη της οικονομικής κατάρρευσης τη στιγμή που πήγαιναν να χτίσουν κάτι, για τον εαυτό τους και (πολλοί) για τα παιδιά τους. Όσοι ήταν εικοσάρηδες, είδαν τους γονείς τους να δυσκολεύονται να τηρήσουν τους όρους μιας άγραφης συμφωνίας (γενικής αποδοχής, αν και όχι του γούστου μου). Επί πλέον, ήρθαν αντιμέτωποι με την πιο εχθρική αγορά εργασίας του τελευταίου αιώνα: με υπερβολικά λίγες ευκαιρίες, και υπερβολικά χαμηλές αμοιβές, για να σχεδιάσει κανείς τη ζωή του. Για αυτό άλλωστε πολλοί έφυγαν για το εξωτερικό, συχνά οι πιο νέοι, οι πιο μορφωμένοι, οι πιο τολμηροί.

Όμως η πιο άτυχη από όλες τις γενιές μου φαίνεται εκείνη των σημερινών πιτσιρικάδων – ας πούμε όσων γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1995 και το 2005. Τυχαίνει να τη γνωρίζω καλά αυτή τη γενιά: έχει λίγο-πολύ την ηλικία των δικών μου παιδιών, άλλωστε κάποιοι τους υπήρξαν φοιτητές μου. Ήταν διαφωτιστική εμπειρία, εννοώ για μένα τον ίδιο: με έπεισε ότι οι νέες γενιές δεν είναι αναγκαστικά φτιαγμένες από καλύτερη πάστα. Ούτε όμως από χειρότερη.

Αυτή η γενιά σήμερα, είτε το θέλει είτε όχι, καλείται να βρει τη δύναμη για μια νέα αρχή. Τα εμπόδια που θα βρει μπροστά της είναι οφθαλμοφανή. Η παράλυση της οικονομίας λόγω κορωνοϊού πήγε τη χώρα ακόμη πιο πίσω, εξαλείφοντας σε λίγους μήνες την αναιμική ανάπτυξη των τελευταίων πέντε ετών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, στις αρχές του 2021 η χώρα θα είναι 30% φτωχότερη από ό,τι το 2007. Οι κάτοικοί της περισσότερο: το μέσο διαθέσιμο εισόδημα είχε μειωθεί 40% στα χρόνια της κρίσης, όταν το ΑΕΠ συρρικνώθηκε «μόνο» 26%. (Αν και εδώ δεν χωράει απλή μέθοδος των τριών: αντίθετα από ό,τι στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010, οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές στήριξαν τα εισοδήματα πάνω από τις δυνατότητες της παγωμένης λόγω πανδημίας οικονομίας. Και ευτυχώς.)

Οι πρώτοι εμβολιασμοί θα βελτιώσουν το κλίμα. Η κατήφεια θα δώσει σιγά-σιγά τη θέση της στην αισιοδοξία. Η οικονομία θα βγει από την κατάψυξη. Όμως, τίποτε δεν εγγυάται ότι η ανάκαμψη θα είναι όσο δυναμική χρειάζεται να είναι ώστε να ξανακερδηθεί το χαμένο έδαφος. Αυτό θα εξαρτηθεί από τη σοφία των επιλογών της πολιτικής ελίτ (κυβέρνησης και αντιπολίτευσης), που θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι καλύτερη από ό,τι νομίζουν οι περισσότεροι ψηφοφόροι. Θα εξαρτηθεί όμως και από την ωριμότητα των πολιτών – και ιδίως των νεώτερων.

Σε μεγάλο βαθμό, η ωριμότητα είναι θέμα αυτογνωσίας. Δεν είμαστε ο περιούσιος λαός. Κανείς δεν συνωμοτεί εναντίον μας. (Οι περισσότεροι δεν ασχολούνται καν.) Είμαστε μια μικρή χώρα με μεγάλα προβλήματα, που όμως δεν είναι όλα άλυτα. Σύμφωνοι: δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα για να πάψει να μας απειλεί ο Ερντογάν – εκτός ίσως από το να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, και να παίξουμε καλά το (δυνατό) χαρτί των διεθνών συμμαχιών που μας μοίρασε η Ιστορία (και κάποιοι φωτισμένοι ηγέτες του παρελθόντος). Τα υπόλοιπα περνάνε από το χέρι μας.

Ίσως είναι επαγγελματική διαστροφή, αλλά θεωρώ την εκπαιδευτική υστέρηση ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τη γενιά των σημερινών πιτσιρικάδων. «Ποια υστέρηση;» θα ρωτήσετε. Πριν είκοσι χρόνια, μόνο το 23% των Ελλήνων ηλικίας 25-34 είχε πτυχίο πανεπιστημίου ή ΤΕΙ. Σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 42%. Ναι, αλλά 1 στους 5 πρόσφατους πτυχιούχους είναι λειτουργικά αναλφάβητος: αδυνατεί να κατανοήσει κείμενο, κάνει λάθη σε αριθμητικές πράξεις, δυσκολεύεται να λύσει προβλήματα, τεχνολογικά ή όχι. (Το ακριβές ποσοστό είναι 18,7% των κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-34 ετών το 2015. Είναι το χειρότερο στην Ευρώπη. Η χώρα με τη δεύτερη χειρότερη επίδοση, η Λιθουανία, τα πάει πολύ καλύτερα από εμάς: 9,3%.)

Η χαμηλή ποιότητα των πτυχιούχων είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Συχνά το πρόβλημα δεν είναι καν τα τυπικά προσόντα, αλλά τα άτυπα: η διάθεση συνεργασίας, η ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Κατά τα άλλα, η τεχνική εκπαίδευση είναι απαξιωμένη, και οι περισσότερες επιχειρήσεις υπερβολικά μικρές (ή οι επιχειρηματίες υπερβολικά αδαείς οι ίδιοι) για να προσφέρουν ουσιαστικά προγράμματα μαθητείας.

Εν τω μεταξύ, ο ορίζοντας σκοτεινιάζει. Ο μαζικός τουρισμός, που εν μέρει κάλυπτε τα ελλείμματα των άλλων κλάδων, ενδέχεται να μην επανέλθει ποτέ με αυτή τη μορφή (πράγμα όχι αναγκαστικά κακό, αρκεί να προετοιμαστούμε καλά). Η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να κάνει το πατροπαράδοτο περιουσιακό μας στοιχείο – το «ελληνικό καλοκαίρι» – αφόρητα καυτό. Η τεχνολογική μεταβολή καθιστά περιττά πολλά επαγγέλματα, ενώ ταυτόχρονα φέρνει στο προσκήνιο άλλα (πόσο αξιοπρεπή και καλοπληρωμένα θα δούμε). Η παγκόσμια τράπουλα ξαναμοιράζεται. Για τα προβλήματα του πλανήτη δεν μπορούμε παρά να κάνουμε αυτό που πρέπει, ελπίζοντας ότι θα κάνουν το ίδιο και οι υπόλοιποι. Για τα δικά μας προβλήματα μπορούμε να κάνουμε περισσότερα.

Το πρόβλημα των χαμηλών δεξιοτήτων δεν λύνεται χωρίς την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης – σε όλο το φάσμα, από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς έως την επαγγελματική κατάρτιση. Οι πιο δυναμικές οικονομίες της Ευρώπης «πατάνε» σε καλά σχολεία που δίνουν ευκαιρίες και προοπτικές σε όλα τα ξύπνια παιδιά, ιδίως σε όσα μεγαλώνουν σε ταπεινές οικογένειες και σπίτια χωρίς βιβλία.

Αυτό είναι το διακύβευμα για τους σημερινούς πιτσιρικάδες: εάν στο σχολείο τους – που μπορεί να είναι στις δυτικές συνοικίες, ή σε κάποια μικρότερη πόλη – θα πάρουν τις γνώσεις, τα εργαλεία και τον τρόπο σκέψης που θα τους βοηθήσουν να προκόψουν σε έναν απαιτητικό κόσμο.

Είναι ικανοί να το απαιτήσουν, από τους καθηγητές τους και τα συνδικάτα τους, από την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, πετυχαίνοντας εκεί που απέτυχαν οι προηγούμενες γενιές;