Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνδικάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνδικάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Νοεμβρίου 2025

Οι χαμηλές αμοιβές βλάπτουν σοβαρά τη χώρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025).

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη πεποίθηση, οι εργασιακές σχέσεις είναι «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος»: για να κερδίσει κάτι η μια πλευρά, πρέπει αναγκαστικά να το χάσει η άλλη. Αυτό πιστεύουν οι περισσότεροι αριστεροί, και όλοι οι νεοφιλελεύθεροι.

Η ιστορία και η γεωγραφία δείχνουν πόσο λάθος κάνουν. Όποτε επικράτησαν συγκρουσιακές εργασιακές σχέσεις, όπως π.χ. στην Ιταλία ή στη Βρετανία της δεκαετίας του ’70, θύματα θρήνησαν και οι δύο πλευρές: λουκέτα και στρατιές ανέργων. Αντίθετα, εκεί όπου συνδικάτα και εργοδοτικές οργανώσεις βρήκαν τρόπους δημιουργικής διαχείρησης των αντιθέσεων, βγήκαν όλοι κερδισμένοι.

Ενίοτε, στις λύσεις θετικού αθροίσματος πρωτοστατούν τα ίδια τα συνδικάτα. Στην Ολλανδία της δεκαετίας του ’90 η συμφωνία για ίσα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα σε θέσεις εργασίας part-time οδήγησε σε αλματώδη άνοδο της γυναικείας απασχόλησης και βελτίωση των οικογενειακών εισοδημάτων. Στη Δανία άλλη συμφωνία την ίδια εποχή επέτρεψε μείωση της ανεργίας με απελευθέρωση των απολύσεων, μέσω της δέσμευσης των επιχειρήσεων και της κυβέρνησης για ουσιαστική επανακατάρτιση και ικανοποιητική στήριξη του εισοδήματος των ανέργων.

Στην προμνημονιακή Ελλάδα τα συνδικάτα κατάφεραν να γίνουν αντιπαθή στην κοινή γνώμη, αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία των πολιτών, ή για τις αντοχές της οικονομίας. Ισχυρά στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες (οι περισσότερες κρατικές και αυτές, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘90), αλλά απόντα από τις επιχειρήσεις όπου εργάζονταν οι περισσότεροι Έλληνες, η πολιτική τους αναπαρήγαγε τις διαιρέσεις της αγοράς εργασίας μεταξύ υπερπροστατευμένων και απροστάτευτων εργαζομένων.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Το 2011, το περίφημο «πόρισμα Ρακιντζή» αποκάλυψε πώς λειτουργούσε η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, προπύργιο της συντεχνιακής μαχητικότητας σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, με την ανοχή φυσικά των διοικήσεων της επιχείρησης. Και το 2012, η παντελής απουσία οποιασδήποτε εγχώριας στρατηγικής για έξοδο από την κρίση οδήγησε στην εύκολη επιβολή της «εσωτερικής υποτίμησης», που στόχευε ανοιχτά στην πτώση των μισθών για τη συγκράτηση της ανεργίας: μείωση των κατώτατων μισθών, αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Ο στόχος επετεύχθη. Το ποσοστό κάλυψης των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα από συλλογικές συμβάσεις έπεσε από 85% το 2011 σε 13% το 2016 (στοιχεία ΟΟΣΑ). Το ποσοστό ανεργίας (8,2% το Σεπτέμβριο 2025) έχει πέσει σε επίπεδα προ κρίσης (8,1% το Σεπτέμβριο 2008), αν και σταθερά πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ (6,0% το Σεπτέμβριο 2025). Με τι τίμημα όμως: η αγοραστική αξία των μισθών το 2024 ήταν 20% χαμηλότερη από ό,τι το 2009. Και όπως έδειξε προχθεσινή ανακοίνωση της Eurostat, τα τελευταία είκοσι χρόνια τα οικογενειακά εισοδήματα στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 22%, ενώ στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 5%.

Η κυβερνητική αλλαγή του 2019 απελευθέρωσε τα «ζωώδη ένστικτα» της αγοράς και έφερε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης. Όμως, η ανάπτυξη παρέμεινε «φτηνή», με όχημα μια οπορτουνιστική επιχειρηματικότητα στενών οριζόντων και χαμηλών μισθών. Η παρατεταμένη δυσπραγία πολλών οικογενειών, και των περισσότερων νέων, παράγει κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία με τη σειρά της συνεπάγεται πολιτικό κόστος. Η συστηματική αύξηση των κατώτατων μισθών από το 2019 ήταν μια πρώτη απόπειρα αντιμετώπισης του προβλήματος, όμως ήταν μερική (καθώς συμπίεσε την κλίμακα αμοιβών) και αντιφατική (καθώς συνέπεσε με νομοθετικές πρωτοβουλίες ικανοποίησης εργοδοτικών αιτημάτων που είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα).

Η «κοινωνική συμφωνία (της κυβέρνησης με τους κοινωνικούς εταίρους) για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας» που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα είναι μια νέα απόπειρα. Οπωσδήποτε, αφορμή ήταν η κοινοτική οδηγία περί «επαρκών κατώτατων μισθών» του 2022, η οποία επικυρώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2025 από το Δικαστήριο της ΕΕ. Όμως η κυβέρνηση προχώρησε πέρα από τις ελάχιστες απαιτήσεις ενσωμάτωσης της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, αποκαθιστώντας μέρος της θεσμικής επιρροής που τα συνδικάτα – και ειδικά η ΓΣΕΕ – είχαν απωλέσει με τους μνημονιακούς νόμους.

Μένει να φανεί αν οι κοινωνικοί εταίροι θα αξιοποιήσουν τα διευρυμένα περιθώρια χειρισμών, συμβάλλοντας σε μια υγιέστερη οικονομία με καλύτερες θέσεις εργασίας και ικανοποιητικότερες αμοιβές.


8 Φεβρουαρίου 2012

Οι κατώτατοι μισθοί στην Ελλάδα της κρίσης

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012)

Όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες του protagon, η δημοσιοποίηση το φθινόπωρο του 2009 της ετήσιας έκθεσης του Παγκόσμιου Oικονομικού Φόρουμ – σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είχε υποχωρήσει στη διεθνή κατάταξη ανταγωνιστικότητας πίσω από την συμπαθή Μποτσουάνα – αντιμετωπίστηκε με το συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο συζητώνται όλα τα σοβαρά προβλήματα στη χώρα μας: η είδηση σχολιάστηκε για λίγες μέρες, με απαξιωτικά (και δικαίως) σχόλια για τις επιδόσεις της κυβέρνησης Καραμανλή που παρέδιδε τότε την εξουσία, και μετά ξεχάστηκε.

«Ξεχάστηκε» τρόπος του λέγειν βέβαια. Από τότε μεσολάβησε η κρίση δανεισμού, η υπογραφή του Μνημονίου, η ύφεση της οικονομίας. Χιλιάδες ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν, πολλές άλλες μετέφεραν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες εκτός συνόρων. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους, πολλοί (ίσως οι περισσότεροι) από τους υπόλοιπους είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται.

Πόσο άσχετα μεταξύ τους είναι αυτά τα δύο; Καθόλου. Όσο και αν μερικοί ονειρεύονται «άλλες πολιτικές» και «διαφορετικά μείγματα» (κάποιο κόλπο τέλος πάντων που θα μας επιτρέψει να πορευόμαστε όπως είχαμε μάθει τόσα χρόνια), η απώλεια ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι η βαθύτερη αιτία της ύφεσης. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού και το έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών συνδέονται και τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Τώρα που η εποχή της υπερκατανάλωσης με δανεικά έχει τελειώσει, το συνολικό εισόδημα αναγκαστικά θα διαμορφώνεται στο ύψος λίγο-πολύ της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που πουλάμε (ο ένας στον άλλον, και κυρίως σε αγοραστές από άλλες χώρες). Μπορούμε να το μοιράσουμε μεταξύ μας όσο δίκαια θέλουμε, και μπορούμε να το αυξήσουμε φτιάχνοντας ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές. Και, φυσικά, «να φτιάξουμε ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές» είναι αυτό που σκέφτεται ένας οικονομολόγος όταν λέει «να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».

Τώρα, λίγο μετά τη συμφωνία των πολιτικών αρχηγών για τα νέα μέτρα της κυβέρνησης, και λίγο πριν από τη συνεδρίαση της Βουλής για την έγκριση των μέτρων αυτών, το ενδιαφέρον φαίνεται να επιστρέφει στο θέμα της ανταγωνιστικότητας. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι καθαρά χαραγμένες. Από τη μια, οι εκπρόσωποι των δανειστών ζητούν νέες θυσίες. Από την άλλη, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, οι κοινωνικοί εταίροι, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η Εκκλησία, χαράζουν «κόκκινες γραμμές». Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η μείωση των μισθών (ιδίως των κατώτατων). Πόσο δίκιο έχει η ελληνική πλευρά; Και τι μπορεί να γίνει τώρα;

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (πίνακας ΙΙΙ.8, σελίδα 90), οι μέσες αποδοχές αρχικά (το 2004-2009) βελτιώθηκαν κατά 16% σε πραγματικές τιμές, ενώ στη συνέχεια (το 2009-2011) υποχώρησαν κατά 15%. Με άλλα λόγια, η μείωσή τους στη διετία της κρίσης υπερακόντισε την αύξησή τους στην πενταετία της μεταολυμπιακής ευφορίας (και της καραμανλικής διακυβέρνησης). Συνεπώς, ακόμη και εάν δεχθεί κανείς ότι η βασική αιτία για την απώλεια ανταγωνιστικότητας ήταν οι υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις στην προηγούμενη περίοδο (μεγάλο «εάν»), θα μπορούσε και πάλι να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διόρθωση της τελευταίας διετίας έχει εξαλείψει το πρόβλημα.

Είναι έτσι; Όχι ακριβώς. Για να δει κανείς αν όντως η ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε θα πρέπει να λάβει υπόψη το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (μέγεθος που ενσωματώνει την παραγωγικότητα). Σύμφωνα και πάλι με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το μοναδιαίο κόστος εργασίας στο σύνολο της οικονομίας την τελευταία διετία μειώθηκε κατά 6%, ενώ την προηγούμενη πενταετία είχε αυξηθεί κατά 34%. Συνολικά, η μεταβολή του από το 2004 έως σήμερα ήταν +26% στην Ελλάδα έναντι +14% στη ζώνη του Ευρώ. Ας σημειωθεί ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος υπολογίζεται σε ονομαστικές τιμές, δηλ. περιέχει και τον πληθωρισμό (ο οποίος, σε τελευταία ανάλυση, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα). Με άλλα λόγια, η μείωση των μισθών τη διετία της κρίσης δεν εξάλειψε την απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Θα λυθεί το πρόβλημα με νέα μείωση των μισθών, και ιδίως των κατώτατων; Το επιχείρημα υπέρ μιας τέτοιας μείωσης βασίζεται στα παραπάνω στοιχεία συν ένα ακόμη. Ενώ η μείωση των μέσων αποδοχών την τελευταία διετία ήταν όση σχεδόν και η αύξησή τους την προηγούμενη πενταετία (σε πραγματικές τιμές πάντοτε), οι κατώτατες αποδοχές μειώθηκαν λιγότερο: -5% το 2009-2011 έναντι +16% το 2004-2009. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (διάγραμμα 86, σελίδα 217), ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα το 2011 παρέμενε σαφώς υψηλότερος από ό,τι στην Ισπανία (+15%) και στην Πορτογαλία (+52%), ενώ ήταν 7πλάσιος από ό,τι στη γειτονική Βουλγαρία (όπου έχουν μεταφερθεί πολλές ελληνικές επιχειρήσεις). Συνεπώς, θα πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι η εμμονή της τρόικας με τους κατώτατους μισθούς δεν στερείται λογικής βάσης.

Τι αντιπαραθέτει σε αυτό η ΓΣΕΕ – αλλά και ο ΣΕΒ, ο αρχηγός της ΝΔ, ο αρχιεπίσκοπος, τα κανάλια; Τη συνηθισμένη ρητορεία περί κοινωνικής συνοχής. Εάν, όμως, το πρόβλημα με την πρόταση της τρόικας ήταν ότι είναι άδικη κοινωνικά, παρότι αποδοτική οικονομικά, η λύση θα ήταν απλή: μέτρα για την εισοδηματική στήριξη των ανέργων και των φτωχών. Αυτά θα είχαν βέβαια κάποιο κόστος, αλλά το όφελος από την αναπτυξιακή ώθηση και τη μείωση της ανεργίας (λόγω μείωσης των κατώτατων αποδοχών) θα ήταν πολύ υψηλότερο.

Πού σκοντάφτει η πρόταση της τρόικας; Κατ’ αρχήν, στο ότι ένα τέτοιο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας σήμερα απλώς δεν υφίσταται. Ούτε η δημιουργία του συμπεριλαμβάνεται στις προτεραιότητες των οπαδών των «κόκκινων γραμμών» και της «εθνικής υπερηφάνειας». Όπως έχω προσπαθήσει να επιχειρηματολογήσω αλλού, η προστασία όσων σήμερα πλήττονται από την κρίση απαιτεί ριζικό αναπροσανατολισμό της κοινωνικής πολιτικής, με δραστική αναδιανομή των σχετικών πόρων. Ακόμη και στην Ελλάδα της κρίσης, και παρά την δεδηλωμένη «ψυχοπονιά» των αστέρων της πολιτικής, του συνδικαλισμού και της δημοσιογραφίας, ο αναπροσανατολισμός αυτός δεν διαθέτει πολλούς υπερασπιστές.

Πέρα από την έλλειψη κοινωνικών προγραμμάτων που να παίζουν ρόλο αμορτισέρ, απορροφώντας τους κραδασμούς από τη μείωση των κατώτατων μισθών, η πρόταση της τρόικας προσκρούει σε άλλα δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι η μείωση του κόστους εργασίας δεν εγγυάται τη μείωση των τιμών. Σε συνθήκες μεγάλης ανεργίας και σχεδόν ολοκληρωτικής απουσίας των συνδικάτων από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις (ιδίως τις μικρότερες), τίποτε δεν εμποδίζει κάποιον εργοδότη να καρπωθεί τη μείωση του κόστους διατηρώντας τις τιμές στο ίδιο ύψος και αυξάνοντας το περιθώριο κέρδους. Μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν ασφαλώς μυωπική, αλλά απολύτως συνεπής με το μοντέλο επιχειρηματικότητας (της «αρπαχτής») που δείχνει να έχει επικρατήσει.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους μισθούς. Σύμφωνα με τη ρητορική του συρμού, ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» μας, όπου διαθέτουμε αναμφισβήτητα συγκριτικά πλεονεκτήματα (που μας κληρονόμησε η γεωγραφία, η γεωλογία, και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι). Ακόμη και εκεί, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν στους επισκέπτες «φτηνές» υπηρεσίες, θέτοντας σε κίνηση έναν αυτοκαταστροφικό φαύλο κύκλο: η αδιαφορία για το ανθρώπινο δυναμικό ρίχνει την ποιότητα, η χαμηλή ποιότητα ρίχνει τις τιμές, τα πακέτα των tour operators ρίχνουν τα περιθώρια κέρδους, η αναζήτηση κερδοφορίας ρίχνει και άλλο τους μισθούς – αν χρειαστεί μεταμφιέζοντας τους εργαζόμενους σε «μαθητευόμενους» ή προσλαμβάνοντας μετανάστες με μεροκάματα κάτω από τα κατώτατα. Σε μια τέτοια νοοτροπία «φτηνής ανάπτυξης» και εκτεταμένης παραβατικότητας, η μείωση των κατώτατων μισθών δεν μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, οι «κόκκινες γραμμές» βοηθάνε τον ΣΕΒ, τη ΝΔ, την Εκκλησία της Ελλάδος και κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης να κάνουν δωρεάν επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά δεν προσφέρουν καμμιά απολύτως υπηρεσία στους εργαζόμενους που απειλούνται από την ανεργία ή υφίστανται την εργοδοτική αυθαιρεσία (ή και τα δύο).

Φοβάμαι πως κάτι παρόμοιο ισχύει και για τη ΓΣΕΕ. Η περιχαράκωση των συνδικάτων στα τελευταία φρούρια των προνομίων και της μονιμότητας (Δημόσιο, ΔΕΚΟ, όλο και λιγότερο Τράπεζες), και η ταυτόχρονη αποξένωσή τους από τις επιχειρήσεις όπου εργάζεται η συντριπτική πλειονότητα της εργατικής τάξης, τα καταδικάζει στην αργή παρακμή.

Εάν τα συνδικάτα μας θέλουν να προσφέρουν στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα ελπίδα και προοπτική, ας αναλάβουν μια γενναία πρωτοβουλία (με όλο το ρίσκο που της αναλογεί): ας προτείνουν στην τρόικα, στην κυβέρνηση και στον ΣΕΒ μια μικρότερη μείωση του κατώτατου μισθού, με αντάλλαγμα τη δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για (α) αυστηρή εφαρμογή της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας σε όλες τις επιχειρήσεις, (β) σταδιακή βελτίωση του κατώτατου μισθού καθώς ανακάμπτει η οικονομία, και (γ) ανάλογη μείωση των τιμών από σήμερα.

16 Ιανουαρίου 2011

Τα αποτελέσματα του συνεδρίου της ΠΟΣΔΕΠ

Σε σχέση με το προηγούμενο συνέδριο σημειώθηκαν μικρές μετατοπίσεις:

- Ελαφριά υποχώρηση των δυνάμεων της πλειοψηφίας ΚΙΠΑΝ και ΑΡΜΕ.

- Άνοδος της ΑΣΚΕΥ (Ιατρικές σχολές).

- Εξασθένηση της Συσπείρωσης και της ΔΗΠΑΚ.

- Δυναμική εμφάνιση της άκρας αριστεράς (Δίκτυο), που προέκυψε από διάσπαση της Συσπείρωσης.

Η σύνθεση του Προεδρείου έμεινε η ίδια (πρόεδρος ΚΙΠΑΝ, γραμματέας ΑΡΜΕ).

15 Ιανουαρίου 2011

Ομιλία στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Αρκετές από τις ομιλίες που ακούσαμε σήμερα και χθες φαίνεται να αγνοούν ένα κρίσιμο ζήτημα: ότι η χώρα μας έχει ουσιαστικά χρεωκοπήσει. Αυτό που τη χωρίζει από την τυπική χρεωκοπία είναι ο μηχανισμός στήριξης, δηλ. η διεθνής οικονομική βοήθεια.

Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να συζητήσουμε το πώς και το γιατί φτάσαμε έως εδώ. Είναι όμως αφέλεια (συχνά, ιδιοτελής αφέλεια) να υποκρινόμαστε ότι για την ουσιαστική χρεωκοπία της χώρας μας φταίει μόνο η Siemens, το Βατοπαίδι, οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις (όσες από τις οποίες δεν έχουν φύγει προ πολλού από τη χώρα μας αποχωρούν τώρα).

Αυτό που έχει αποτύχει είναι ένα ολόκληρο μοντέλο ανάπτυξης, καθώς και το μεταπολιτευτικό μοντέλο πολιτικής: το αφόρητο μείγμα λαϊκισμού και κοινωνικού εγωϊσμού, στοχοπροσηλωμένου στην ιδιοποίηση δημόσιων πόρων από ιδιωτικά συμφέροντα, μικρά και μεγάλα, που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Ένα μείγμα διανθισμένο με αγωνιστική ρητορεία, ακόμη και όταν προέρχεται από τον Σαμαρά ή τον Γκλέτσο.

Άκουσα με προσοχή τον εισηγητή της Συσπείρωσης – δεν συγκράτησα το όνομά του – στη συζήτηση για τον απολογισμό. Δεν σας κρύβω ότι ο μετρημένος τόνος του και η ηπιότητα του λόγου του μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Η ήττα του (ας μου επιτραπεί η έκφραση) υστερικού αριστερισμού στο προηγούμενο συνέδριο είχε ευεργετικές επιδράσεις, οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές. Αυτό είναι πολύ θετικό.

Είπε κάτι, λοιπόν, ο συνάδελφος της Συσπείρωσης που αξίζει να μας απασχολήσει: ότι η απερχόμενη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (δεν θυμάμαι την ακριβή διατύπωση) είναι αποκομμένη από τα προβλήματα των εργαζομένων, επειδή δεν ανέλαβε αγωνιστικές πρωτοβουλίες (δηλ. δεν έκλεισε το πανεπιστήμιο για μισό εξάμηνο ανά εξάμηνο, όπως συνέβαινε παλαιότερα).

Σοβαρά; Αναρωτιέμαι τι είδους εργαζόμενους συναναστρέφεται η «αριστερή» μας αντιπολίτευση εκτός πανεπιστημίου: επαγγελματίες επαναστάτες; συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ; Οι δικοί μου φίλοι εργάζονται σχεδόν όλοι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, αρκετοί με χαμηλές αμοιβές, κάποιοι ζουν με το φόβο μήπως μείνουν άνεργοι. Από εμάς δεν περιμένουν να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τις συντεχνίες που παραλύουν τη χώρα για να μην περάσει το πλαφόν των 4.000 ευρώ το μήνα. Ούτε μπορούν να καταλάβουν γιατί οι φορολογούμενοι και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να πληρώνουν για να είναι το πανεπιστήμιο ξέφραγο αμπέλι. Όπου όποιος θέλει δουλεύει, όποιος δεν θέλει όχι. Όπου όποια ομάδα θέλει (με ή χωρίς πολιτική ταμπέλα) μπαίνει μέσα, καταστρέφει τα κτίρια, κλέβει τον εξοπλισμό - και κανείς δεν κάνει τίποτε. Αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν, και ποιος μπορεί να τους αδικήσει.

Για να κερδίσουμε το δικαίωμα να αντικρύζουμε τους απλούς εργαζόμενους στα μάτια, ένας μόνο τρόπος υπάρχει. Να δουλεύουμε καλύτερα και περισσότερο. Να διδάξουμε στους φοιτητές μας μια ακέραια στάση ζωής. Να κάνουμε αυτό που μας αναλογεί για να γίνει το πανεπιστήμιο ένα υγιές κύτταρο σε μια αρρωστημένη κοινωνία: χώρος μελέτης και δημιουργίας, ανήσυχης αναζήτησης, εργαστήρι παραγωγής ιδεών.

Αυτό θα πρέπει να είναι το πρόγραμμα δράσης της ΠΟΣΔΕΠ τα επόμενα χρόνια. Παρότι οι αμοιβές μας είναι καθηλωμένες εδώ και πολλά χρόνια σε χαμηλά επίπεδα. Παρότι ο εξοπλισμός των πανεπιστημίων δεν είναι αυτός που θα έπρεπε. Μπορούμε και πάλι να τα καταφέρουμε.

Αυτό το χρωστάμε στους απρόσμενα πολλούς συναδέλφους μας που αυτό κάνουν ήδη. Που πηγαίνουν κάθε μέρα στο γραφείο τους, σε ένα συνήθως άθλιο περιβάλλον, για να δώσουν στο μάθημα τον καλύτερο εαυτό τους. Που ντρέπονται να δείξουν στους τυχερότερους συναδέλφους τους των άλλων χωρών σε ποιες ακριβώς συνθήκες κάνουν έρευνα, και παρόλα αυτά καταφέρνουν και στέκονται με αξιώσεις στα διεθνή συνέδρια. Εμείς αυτούς πρέπει να εκπροσωπήσουμε – είτε ψηφίζουν εμάς, είτε εσάς, είτε δεν ψηφίζουν καθόλου.

Προτείνω να εφαρμόσουμε αυτό το πρόγραμμα δράσης γιατί μου φαίνεται σωστό. Είναι όμως επίσης η σοφότερη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε σε όσους γενικεύουν υπαρκτά προβλήματα (στη δημιουργία των οποίων φυσικά πρωταγωνίστησαν οι ίδιοι), προβάλλοντας μια εικόνα που μας αδικεί και μας εξοργίζει. Είναι τέλος ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται, και που έχει ανάγκη από θετικά πρότυπα.

8 Απριλίου 2009

Η ευελιξία με ασφάλεια και η εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά

Ομιλία στην εκδήλωση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ) με θέμα «Στο περιθώριο της αγοράς εργασίας: επισφαλής εργασία και ανεργία» (Τετάρτη 8 Απριλίου 2009)

Θα δοκιμάσω να απαντήσω στα ερωτήματα της πρόσκλησης, με εξαίρεση το πρώτο («Πόσο νέο φαινόμενο είναι η επισφαλής εργασία;») που θα το αφήσω στον Αντώνη Λιάκο ως καθ’ ύλην αρμόδιο.

Ταυτίζεται η επισφαλής εργασία με την ευέλικτη εργασία;

Γενικώς, όχι. Δεν είναι υποχρεωτικό η ευέλικτη εργασία να είναι επίσης επισφαλής. Παραδείγματα οργάνωσης της εργασίας ώστε να είναι και ευέλικτη (π.χ. part-time) και «ασφαλής» (με την έννοια του εργατικού δικαίου αλλά και της κοινωνικής προστασίας) υπάρχουν διεθνώς πολλά – σε λίγο θα αναφέρω κάποια.

Ειδικώς, συχνά ναι. Το «ευέλικτο» κομμάτι της αγοράς εργασίας τείνει να απασχολεί εργαζόμενους που δεν ανήκουν σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και που είναι ευάλωτοι στους χώρους δουλειάς έναντι του εργοδότη: μετανάστες, γυναίκες, νέοι, ανειδίκευτοι, και διάφοροι συνδυασμοί αυτών των ιδιοτήτων. Πρόκειται για κατ’ εξοχήν πρόβλημα συσχετισμού ισχύος, στο οποίο θα επανέλθω στη συνέχεια.

Κατά πόσον ισχύει η διχοτόμηση των ανθρώπων σε δυο κόσμους: τον κόσμο των «εντός» προνομίων και προστασίας, και τον κόσμο των «εκτός»;

Ο κατακερματισμός της αγοράς εργασίας παρατηρείται σε όλες τις Ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, αλλά δεν είναι το ίδιο έντονος παντού. Για παράδειγμα, στις Σκανδιναβικές χώρες και στην Ολλανδία οι outsiders έχουν περισσότερη προστασία από ό,τι αλλού, ενώ στη Βρετανία και στην Ιρλανδία οι insiders έχουν λιγότερη ασφάλεια από ό,τι αλλού. Το χάσμα μεταξύ των δύο κόσμων είναι βαθύτερο στις αγορές εργασίας της Ηπειρωτικής Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Βελγιο κτλ.). Πουθενά όμως δεν είναι τόσο βαθύ όσο στην Ελλάδα.

Ως ποιο σημείο συμπίπτουν και πού αποκλίνουν τα συμφέροντα των «κανονικών» εργαζομένων, των «επισφαλών» εργαζομένων και των ανέργων;

Το εάν τα συμφέροντα συμπίπτουν ή αποκλίνουν εξαρτάται, κυρίως από το πώς τα αντιλαμβάνονται οι insiders. Η βιβλιογραφία σε θέματα industrial relations κάνει διάκριση μεταξύ «περιεκτικών» (encompassing) και συντεχνιακών συνδικάτων. Στην πρώτη περίπτωση, οι συνδικαλιστές καταβάλλουν προσπάθεια να εκπροσωπήσουν το σύνολο της εργατικής τάξης, ενώ επίσης θεωρούν προτεραιότητά τους την αύξηση της παρουσίας και της επιρροής των συνδικάτων στον «άτυπο» τομέα. Στη δεύτερη περίπτωση, οι συνδικαλιστές έχουν πρακτικά διαγράψει από την οπτική τους τα προβλήματα των outsiders (ως άλυτα, ενδεχομένως) και έχουν αποκλειστικά στραμμένο το ενδιαφέρον τους στην υπεράσπιση των «κεκτημένων» των προνομιούχων ομάδων από τις οποίες οι ίδιοι προέρχονται.

Πόσο αντιπροσωπεύονται οι επισφαλώς εργαζόμενοι/ες και οι άνεργοι/ες από τα συνδικάτα;

Στη χώρα μας, όπου ο συνδικαλισμός αναπτύχθηκε κυρίως στη θαλπωρή της δημόσιας απασχόλησης, οι επισφαλώς εργαζόμενοι και οι άνεργοι αντιπροσωπεύονται ελάχιστα ή καθόλου.

Οι αριθμοί μιλάνε μόνοι τους.
  • Οι κλάδοι της κοινής ωφέλειας και των τραπεζών απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ), όμως η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ έχουν τη συντριπτική πλειοψηφία στα όργανα της ΓΣΕΕ. Αντίθετα, η παρουσία των συνδικάτων στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι ισχνή.
  • Το 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η «φυλετική» αναλογία στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ τις τελευταίες δύο δεκαετίες είναι κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη.
  • Παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ έδειξε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι κατά 5 φορές μικρότερη από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών.
  • Τέλος, με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει προσπαθήσει να οργανώσει τους ξένους εργάτες, ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε διοικητικό συμβούλιο ομοσπονδίας.
Με λίγα λόγια, η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή (άνδρας, μεσήλικας, με μονιμότητα, 100% Έλληνας) μοιάζει όλο και λιγότερο με την εικόνα του μέσου μισθωτού (νεότερος, χωρίς μονιμότητα, με πιθανότητα 40% να είναι γυναίκα και 12% να είναι ξένος).

Υπάρχει «Ευρωπαϊκή διαδρομή» προς τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας;

Υπάρχει, και είναι σαφώς «Ευρωπαϊκή», με την έννοια ότι απορρίπτει την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας τύπου ΗΠΑ ή Βρετανίας, χωρίς από την άλλη να αρνείται την ανάγκη μεταρρύθμισης. Να προσθέσω ότι είναι πνευματικό παιδί του «χώρου», αφενός επειδή ήδη εφαρμόζεται σε «σοσιαλδημοκρατικές» χώρες, αφετέρου επειδή οι πιο δραστήριοι υποστηρικτές της (Tito Boeri κ.ά.) πρόσκεινται στην κεντροαριστερά. Πρόκειται για τη (μάλλον συκοφαντημένη στην Ελλάδα) στρατηγική της ευελιξίας με ασφάλεια ή flexicurity.

Η κεντρική ιδέα της flexicurity είναι η μείωση του χάσματος μεταξύ insiders και outsiders: μεγαλύτερη ελαστικότητα και λιγότερα προνόμια για τους μεν, με αντάλλαγμα καλύτερη κοινωνική προστασία και εργασιακή ασφάλεια για τους δε.

Η ευελιξία με ασφάλεια έχει εφαρμοστεί με ιδιαίτερη επιτυχία κυρίως στη Δανία και στην Ολλανδία. Έχω μελετήσει κάπως καλύτερα την περίπτωση της Ολλανδίας. Έχω, λοιπόν, να αναφέρω ότι η στροφή των Ολλανδικών συνομοσπονδιών εργαζομένων «υπέρ του σεβασμού του πλουραλισμού και της ποικιλομορφίας των μορφών απασχόλησης, και υπέρ των ίσων δικαιωμάτων των εργαζομένων σε άτυπες μορφές απασχόλησης» (στροφή που επιτεύχθηκε μετά από μακρόχρονους αγώνες των ομοσπονδιών με μεγάλη γυναικεία παρουσία) επέτρεψε τη σύναψη διμερών συμφωνιών που οδήγησαν στο «Ολλανδικό θαύμα»: αύξηση της απασχόλησης και του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, μείωση της φτώχειας και της ανισότητας.

Η ταυτόχρονη αύξηση της απασχόλησης και μείωση της φτώχειας λόγω της ευελιξίας με ασφάλεια στην Ολλανδία (και αλλού) είναι λιγότερο ευκαταφρόνητο επίτευγμα από ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι η ευελιξία χωρίς ασφάλεια στη Βρετανία και στις ΗΠΑ είχε μεν θεαματικές επιδόσεις στη δημιουργία θέσεων εργασίας, αλλά είχε επίσης τίμημα την έκρηξη της φτώχειας των εργαζομένων. Να προσθέσω, τέλος, ότι η στροφή των Ολλανδικών συνδικάτων υπέρ της ευελιξίας με ασφάλεια αύξησε το κύρος και την επιρροή τους στην κοινωνία, αλλά και τον αριθμό των μελών τους, λόγω της μεγαλύτερης διεισδυτικότητάς τους στον άτυπο τομέα.

Μεταφέρεται η εμπειρία της Ολλανδίας (ή της Δανίας) αλλού, π.χ. στην Ελλάδα; Οι ίδιοι οι υποστηρικτές της (Tito Boeri κ.ά.) αναγνωρίζουν, και μάλιστα σε επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ότι η επιτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας με ασφάλεια στις χώρες αυτές βασίστηκε αφενός στη μακρά παράδοση συλλογικών διαπραγματεύσεων και διμερών συμφωνιών, και αφετέρου στον αμοιβαίο σεβασμό των κοινωνικών εταίρων και στην εμπιστοσύνη τους ότι τα συμφωνηθέντα θα τηρηθούν. Εκεί όπου οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται, οι «εθνικές διαδρομές» προς την ευελιξία με ασφάλεια κατ’ ανάγκη περιπλέκονται – αν, και κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν καθιστά λιγότερο επείγουσα την ανάγκη γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ insiders και outsiders.

Τι μας διδάσκουν τα παραπάνω για τις προοπτικές της αγοράς εργασίας (και για τη στάση της εκσυγχρονιστικής κεντροαριστεράς) στην Ελλάδα;

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, τρία πράγματα.

Πρώτον, ότι η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας θα πρέπει να επιχειρηθεί ταυτόχρονα με τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Ήδη αναφέρθηκα στην κατεύθυνση της ευελιξίας με ασφάλεια προς την οποία θα πρέπει να κινηθεί η πρώτη. Όσο για τη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους, εδώ ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η γενναία αναδιανομή πόρων από τις κοινωνικά αντιπαραγωγικές δαπάνες (όπως είναι τα σκανδαλώδη συνταξιοδοτικά προνόμια πολλών ομάδων) προς τις κοινωνικές υπηρεσίες (π.χ. βρεφονηπιακοί σταθμοί, βοήθεια στο σπίτι), καθώς και στη στήριξη του εισοδήματος (επιδόματα παιδιών, επιδόματα ανέργων, επιδόματα κατοικίας, ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα).

Δεύτερον, ότι αν και η παραπάνω διαδρομή είναι ίσως βραχυπρόθεσμα επώδυνη για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τουλάχιστον υπόσχεται την αναστήλωση του (χαμηλού σήμερα) κύρους τους στην κοινωνία και την αύξηση της πολιτικής και αριθμητικής επιρροής τους. Αντίθετα, η πεπατημένη της με νύχια και δόντια υπεράσπισης των «κεκτημένων» οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην οριστική παρακμή τους.

Τρίτον, ότι η στρατηγική της ευελιξίας με ασφάλεια δεν προϋποθέτει μόνο την αλλαγή πορείας των συνδικάτων, αλλά και την αξιοπιστία των εργοδοτικών οργανώσεων (it takes two to tango). Στη χώρα μας, όπου η αστική τάξη αποστρέφεται τα ρίσκα και αναζητά εναγωνίως το σίγουρο κέρδος στη σκιά του πελατειακού κράτους, όπου πάρα πολλοί επιχειρηματίες θεωρούν την επιχειρηματικότητα συνώνυμο της «αρπαχτής», και όπου η κερδοφορία συνήθως δεν είναι επιστέγασμα κάποιας καινοτόμου ιδέας για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που ζητά η αγορά, αλλά αποτέλεσμα της ανελέητης συμπίεσης του εργατικού κόστους (τύπου «εσύ υπογράφεις για €700 και εγώ σου δίνω €400») – τι ελπίδα μπορεί να υπάρχει;

Καμμία ελπίδα – εκτός εάν μια υγιέστερη επιχειρηματική κουλτούρα επικρατήσει (πώς;), και εκτός εάν ο συσχετισμός ισχύος στον ιδιωτικό τομέα αλλάξει υπέρ των εργαζομένων.

Μπορεί να προχωρήσουν μεταρρυθμίσεις υπέρ των «εκτός» χωρίς να θιγούν τα κεκτημένα των «εντός»;

Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε εφικτό αλλά ούτε και επιθυμητό.

Δεν είναι εφικτό επειδή το «πολιτικό κεφάλαιο» που διαθέτουν τα συνδικάτα και τα κόμματα της ευρείας αριστεράς είναι πεπερασμένο. Στα λόγια όλοι είναι υπέρ της βελτίωσης της θέσης των «εκτός». Όταν όμως τα συνδικάτα επιλέγουν να δώσουν τις ηρωικότερες μάχες τους για να μην αλλάξει τίποτε (όπως έγινε στο παρελθόν με τις προτάσεις Γιαννίτση για το ασφαλιστικό), ή για τη διατήρηση του δικαιώματος των «εντός» να συνταξιοδοτούνται μέχρι και 17 χρόνια νωρίτερα από όλους τους άλλους (όπως έγινε πιο πρόσφατα με αφορμή την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου), δεν περισσεύει και πολύς χρόνος και ενέργεια για τα πιο πεζά προβλήματα της Κούνεβα και των άλλων θαρραλέων συνδικαλιστριών του Σωματείου της.

Τα κεκτημένα των «εντός» δεν είναι εφικτό λοιπόν να μείνουν άθικτα, εάν θέλουμε να βελτιωθεί η θέση των «εκτός». Δεν είναι όμως ούτε επιθυμητό. Αφενός, γιατί η ύπαρξη των κεκτημένων αυτών προσβάλλει την αρχή της ισονομίας των πολιτών και κάθε έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης. Αφετέρου, γιατί ποιος θα ήθελε να ζει σε μια χώρα όπου όλοι οι εργαζόμενοι συμπεριφέρονται ως δημόσιοι υπάλληλοι (και όπου όλες οι αεροπορικές εταιρίες είναι σαν την Ολυμπιακή, όλες οι Τράπεζες σαν την Εθνική κ.ο.κ.);

Εγώ πάντως όχι.

9 Μαρτίου 2009

Μια προσωπική ματιά στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ


Γράφω αυτό το σύντομο σημείωμα για να ενημερώσω τα μέλη του συλλόγου μελών ΔΕΠ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και όποιον άλλον μπορεί να ενδιαφέρεται για το τι έγινε στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ που ολοκληρώθηκε χθες.


Βασικά δεδομένα

Στις διαδικασίες εκλογής αντιπροσώπων που είχαν προηγηθεί του συνεδρίου πήραν μέρος περίπου 4.500 διδάσκοντες (έναντι 3.000 το 2007). Η συμμετοχή ήταν υψηλότερη από κάθε άλλη φορά, αλλά δεν ξεπέρασε το 45% των μελών ΔΕΠ σε όλη τη χώρα. Στο συνέδριο πήραν μέρος 288 σύνεδροι (έναντι 203 το 2007).

Το μεγαλύτερο μέρος του συνεδρίου αναλώθηκε σε διαδικαστικές αψιμαχίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εργασίες ολόκληρης της πρώτης μέρας και της μισής δεύτερης αφιερώθηκαν στο ζήτημα της νομιμοποίησης ή μη των συνέδρων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (βλ. παρακάτω). Και λόγω έλλειψης χρόνου, συζήτηση για τα ζητήματα ουσίας δεν έγινε.

Μετά από συμβιβαστική πρόταση του Ν. Σταυρακάκη (πιθανού νέου προέδρου της ΠΟΣΔΕΠ), ψηφοφορία για τον απολογισμό της απερχόμενης διοίκησης δεν έγινε.

Η συζήτηση για τον προγραμματισμό άρχισε αργά το πρωί της τελευταίας μέρας, παράλληλα με τη ψηφοφορία για την εκλογή νέας διοίκησης σε άλλη αίθουσα. Καθώς πολλοί σύνεδροι (κυρίως από την επαρχία) μετά τη συμμετοχή τους στην εκλογή νέας διοίκησης αποχωρούσαν, ψηφοφορία για τα εναλλακτικά κείμενα προγραμματισμού δεν έγινε. Αντί προγραμματισμού, εγκρίθηκε με ενδεικτική ψηφοφορία ένα γενικόλογο κείμενο.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την εκλογή νέας διοικούσας επιτροπής (σε παρένθεση το αποτέλεσμα του συνεδρίου του 2007) παρατίθενται στον πίνακα.

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα οριστεί στην πρώτη συνεδρίαση της νέας διοικούσας επιτροπής.

Το ζήτημα του ΟΠΑ

Κατά την άφιξή μας στο χώρο του συνεδρίου την Παρασκευή το απόγευμα, οι εκπρόσωποι του συλλόγου μας πληροφορηθήκαμε ότι δεν μπορούσαμε να πάρουμε κάρτες συνέδρων επειδή «εκκρεμεί ένσταση».

Η ένσταση είχε κατατεθεί από τον Ε. Τσακαλώτο στην απερχόμενη εκτελεστική γραμματεία, με επιχείρημα ότι στο ΟΠΑ επιβλήθηκε «σκληρό πλειοψηφικό σύστημα με σκοπό τον αποκλεισμό της μειοψηφίας».

Πράγματι, προτού ακόμη οριστεί προεδρείο που να διευθύνει τις εργασίες του συνεδρίου, προτάθηκε από τον απερχόμενο πρόεδρο Λ. Απέκη να μην νομιμοποιηθούν οι σύνεδροι του ΟΠΑ, ούτε να γίνουν δεκτοί οι εκπρόσωποι σειράς νέων συλλόγων (π.χ. της Ιατρικής ΑΠΘ, του Παιδαγωγικού Αθηνών, του Ιονίου Πανεπιστημίου, του ΕΑΠ κτλ).

Στη (διαδικαστική) συζήτηση που επακολούθησε, πολλοί σύνεδροι – και 4 εκπρόσωποι του συλλόγου μας – πήραν το λόγο για να εξηγήσουν ότι:

(α) η διαδικασία εκλογής στο ΟΠΑ ήταν διαφανής και σύμφωνη με το καταστατικό του συλλόγου,

(β) με το ίδιο σύστημα εκλέγονται αντιπρόσωποι σε δεκάδες άλλους συλλόγους, και στο ίδιο το ΟΠΑ στο παρελθόν, χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα νομιμότητας,

(γ) ακόμη και να υπήρχε τέτοιο ζήτημα θα έπρεπε να τεθεί στην εφορευτική επιτροπή του συλλόγου μας που είχε την ευθύνη της εκλογικής διαδικασίας,

(δ) η απερχόμενη διοίκηση δεν είναι εκλογοδικείο και δεν έχει την παραμικρή αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του ζητήματος, και

(ε) ο επιχειρούμενος αποκλεισμός των συνέδρων του ΟΠΑ και άλλων πανεπιστημίων ούτε λίγο ούτε πολύ συνιστά εκλογικό πραξικόπημα, με σκοπό την διαιώνιση της προηγούμενης πλειοψηφίας μέσω της παραχάραξης της εκφρασμένης βούλησης όσων πήραν μέρος στην εκλογή αντιπροσώπων στους συλλόγους.

Η συζήτηση έκλεισε μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής με νέα απόφαση της απερχόμενης εκτελεστικής γραμματείας να μην νομιμοποιηθούν οι σύνεδροι του ΟΠΑ!

Την επόμενη ημέρα, μπροστά στο διαφαινόμενο κίνδυνο διάλυσης του συνεδρίου, ένα τμήμα της Συσπείρωσης υποχώρησε. Συγκροτήθηκε προεδρείο και κατατέθηκε πρόταση από τον εκπρόσωπο της ΚΙΠΑΝ να τοποθετηθεί το συνέδριο επί του ζητήματος. Ο εκπρόσωπος της Συσπείρωσης δήλωσε ότι η παράταξή του επιμένει στη θέση της ότι η διαδικασία στο ΟΠΑ ήταν παράνομη αλλά «χάριν της ενότητας» θα ψηφίσει λευκό. Τελικά, στην ψηφοφορία που ακολούθησε, μόνο η ΔΗΠΑΚ ψήφισε κατά της νομιμοποίησής μας. Με (σχετικά) σύντομες διαδικασίες νομιμοποιήθηκαν και οι αντιπρόσωποι όλων των άλλων συλλόγων. Μετά από όλα αυτά, το απόγευμα του Σαββάτου καταφέραμε να πάρουμε στα χέρια μας τις κάρτες συνέδρων ...

Είναι περιττό να προσθέσω όσα δήλωσα από το βήμα του συνεδρίου και κατ’ ιδίαν στον ίδιο τον Ε. Τσακαλώτο, ότι δηλαδή η στάση του δείχνει ότι δεν ξέρει να χάνει, και ότι το μόνο για το οποίο μπορεί να μας κατηγορήσει κανείς είναι ότι δεν τον ψηφίσαμε.


Η δική μου στάση

Ψήφισα υπέρ της νομιμοποίησης των υπολοίπων συλλόγων και κατά της συμβιβαστικής πρότασης του Ν. Σταυρακάκη (επικεφαλής της ΚΙΠΑΝ) να μην γίνει ψηφοφορία για τον απολογισμό της απερχόμενης διοίκησης. Δεν πήρα μέρος στην ενδεικτική ψηφοφορία στο τέλος της συζήτησης για τον προγραμματισμό.

Στην εκλογή για τη νέα διοίκηση ήμουν και πάλι υποψήφιος με το ψηφοδέλτιο της ΑΡΜΕ, και επανεξελέγην στη διοικούσα επιτροπή της ΠΟΣΔΕΠ. Συμφώνησα να μοιραστώ τη διετή θητεία στη θέση αυτή με κάποιον άλλο υποψήφιο του ίδιου ψηφοδελτίου.

Η ομιλία μου στη συζήτηση για τον προγραμματισμό (η οποία αντιμετωπίστηκε από τους συνέδρους της ΔΗΠΑΚ και, κυρίως, της Συσπείρωσης με την ευπρέπεια με την οποία συνήθως αντιμετωπίζεται ποδοσφαιριστής αθηναϊκής ομάδας που επιχειρεί να κτυπήσει κόρνερ στην Τούμπα) παρατίθεται σε χωριστό κείμενο.

Μια πρώτη εκτίμηση

Η προσπάθεια που ξεκίνησε την επομένη του προηγουμένου συνεδρίου της ΠΟΣΔΕΠ να αναδειχθεί μια πιο λογική (και πιο αντιπροσωπευτική) διοίκηση σε μεγάλο βαθμό πέτυχε. Η συνεργασία της άκρας αριστεράς υπέστη σημαντική μείωση ψήφων (από 59% σε 37%) και εδρών (από 20 σε 12). Εξίσου σημαντικά ενισχύθηκε η «κεντροαριστερή» συνεργασία, αφού υποστηρίχτηκε από το 47% των συνέδρων (28% το 2007) και έλαβε 15 έδρες (έναντι 9).

Πάντως, η επικράτηση αυτή δεν ήταν απόλυτη. Τα πεπραγμένα της απερχόμενης διοίκησης δεν καταδικάστηκαν με την απαιτούμενη σαφήνεια. Το εγχείρημα της Συσπείρωσης να μην αφήσει περιθώρια να εκφραστεί καθαρά η απόρριψη της πολιτικής της (επιστρατεύοντας για το σκοπό αυτό ολόκληρο το διαδικαστικό οπλοστάσιο του πιο ξεπερασμένου συνδικαλισμού και του πιο παρηκμασμένου κοινοβουλευτισμού) εν μέρει πέτυχε. Η κατά τη γνώμη μου αναγκαία αλλαγή πορείας – μάλλον λόγω απειρίας – δεν αποτυπώθηκε στα ψηφίσματα του συνεδρίου, παρότι υποστηριζόταν από την πλειοψηφία των συνέδρων.

Από την άλλη, η νέα διοίκηση θα είναι οπωσδήποτε νηφαλιότερη, και θα έχει την ευκαιρία να πολιτευθεί με σύνεση, μετριοπάθεια και σοβαρότητα. Το αν θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες των εκατοντάδων πανεπιστημιακών που συνέβαλαν στην ανάδειξή της μένει να αποδειχθεί.

8 Μαρτίου 2009

Ομιλία στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Η απερχόμενη ηγεσία έφερε την ΠΟΣΔΕΠ στο ναδίρ της ανυποληψίας. Η εντολή που έχουμε από τους συλλόγους μας είναι πεντακάθαρη: clean break με το παρελθόν, η ομοσπονδία να γυρίσει σελίδα. Αυτή την εντολή πρέπει να την τιμήσουμε.

Θα μιλήσω για τρία θέματα αρχής, τα οποία έχουν αναδειχθεί ως σημεία αιχμής στις – πρωτοφανούς μαζικότητας – συνελεύσεις των συλλόγων, και από τα οποία η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ δεν θα πρέπει να κάνει ούτε μισό βήμα πίσω.

Το πρώτο θέμα αρχής αφορά την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Η προηγούμενη πλειοψηφία αδιαφόρησε για την επί μακρόν απονέκρωση κάθε διδακτικής και ερευνητικής διαδικασίας, συναίνεσε στη διάλυση των συνελεύσεων των θεσμικών οργάνων, θεώρησε την εξάπλωση της βίας στο εσωτερικό των πανεπιστημίων «εσωτερικό ζήτημα του κινήματος της νεολαίας», ακόμη και όταν θύματά της ήταν πανεπιστημιακοί. Αυτό λέγεται εκτροπή από τη δημοκρατική ομαλότητα και παραβίαση των πιο στοιχειωδών ακαδημαϊκών ελευθεριών, χωρίς τις οποίες δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει χρέος να επιλέξει μορφές διεκδίκησης που δεν εμποδίζουν την καθημερινή λειτουργία του πανεπιστημίου αλλά την εμπλουτίζουν· να καταδικάσει χωρίς περιστροφές τις φοιτητικές παρατάξεις που θεωρούν δικαίωμά τους να διαλύουν συνελεύσεις, να αρπάζουν κάλπες, να χτίζουν καθηγητές στα γραφεία τους, να ξυλοκοπούν τους αντιπάλους τους· να απομονώσει τις ομάδες που θέλουν να μετατρέψουν το πανεπιστήμιο σε αρχηγείο και ορμητήριο για το αντάρτικο πόλης που φαντασιώνονται· να στείλει σε κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί την παραμικρή βιαιοπραγία σε βάρος οποιουδήποτε μέσα στο χώρο του πανεπιστημίου – είτε είναι διδάσκων, είτε φοιτητής, είτε υπάλληλος, είτε επισκέπτης. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το πανεπιστημιακό άσυλο.

Το δεύτερο θέμα αρχής αφορά το διάλογο. Η προηγούμενη πλειοψηφία συμπεριφέρθηκε σαν ανάγωγο και κακομαθημένο παιδάκι: δεν μίλαγε με κανέναν και για κανένα θέμα. Κάθε πρόσκληση για διάλογο ήταν εκ προοιμίου απορριπτέα – είτε όταν ο συνομιλητής μας είχε προτάσεις (οπότε ο διάλογος καταγγελλόταν ως «προσχηματικός» και προπέτασμα καπνού για τη νομιμοποίηση προειλημμένων αποφάσεων), είτε όταν είχε ανοιχτή θεματολογία (οπότε καταγγελλόταν ως «παρωδία»).

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ πρέπει να μιλάει με όλους και για όλα, και κυρίως για τα ζητήματα που θέτει η ίδια, μέσα στα ιδρύματα και έξω από αυτά, πάντοτε από θέσεις αυτονομίας. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το ρόλο του συνδικάτου.

Το τρίτο θέμα αρχής αφορά τη λειτουργία των συλλόγων και το ρόλο της ομοσπονδίας. Η προηγούμενη πλειοψηφία δεν ήθελε μαζικούς συλλόγους, τους φοβόταν όπως ο διάβολος το λιβάνι – ήθελε λίγα μέλη και καλά. Δεν ήθελε ζωντανούς συλλόγους που προβληματίζονται και συζητάνε, ήθελε βιομηχανίες παραγωγής ψηφισμάτων. Για τα σοβαρά ζητήματα αποφάσιζε η ΠΟΣΔΕΠ, δηλαδή το Προεδρείο. Το οποίο είχε ξεχάσει και αυτό να σκέφτεται, αφού τα ήξερε όλα, είχε απάντηση, πάντοτε την ίδια, σε κάθε ερώτηση: «όχι».

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ πρέπει και σε αυτό το ζήτημα να κάνει μια νέα αρχή. Να αξιοποιήσει το πολυτιμότερο περουσιακό στοιχείο που έχουμε: την γνώση και την εμπειρία των μελών μας, που αποτελούν ένα από τα πιο υγιή κομμάτια της κοινωνίας μας. Τέλος στην ΠΟΣΔΕΠ «ξερόλα», που έχει άποψη για όλα τα θέματα (για να πει «όχι» σε όλα), που δεν στοχάζεται και δεν αμφιβάλλει για τίποτε. Η νέα ΠΟΣΔΕΠ πρέπει να δώσει πίσω το λόγο σε όσους έχουν κάτι να πουν για τα θέματα που μας απασχολούν – στους απλούς πανεπιστημιακούς που ασχολούνται με αυτά είτε ως ερευνητές είτε ως ενεργοί πληροφορημένοι πολίτες. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το ρόλο της ομοσπονδίας.

Η απερχόμενη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ και οι παρατάξεις που την στήριξαν μέχρι την τελευταία στιγμή (και μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της σταλινικής χορογραφίας), κατασυκοφάντησαν οποιονδήποτε αντιστάθηκε στην ακραία πολιτική της και τα μειωμένα δημοκρατικά αντανακλαστικά της. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει να πάρουμε ρεβάνς – δεν είμαστε εκδικητικοί άνθρωποι. Ούτε όμως υποκριτές. Τα τελευταία χρόνια δουλέψαμε σκληρά, παραμελώντας τη δουλειά που αγαπάμε, παραμελώντας και τους ανθρώπους που αγαπάμε, για να μπει φρένο στην καταστροφική πορεία της ομοσπονδίας στην οποία ανήκουμε. Είμαστε περήφανοι για αυτό – και θα είμαστε ευτυχείς να ολοκληρώσουμε το έργο μας με την ανάδειξη μιας νέας πλειοψηφίας.

Αγαπητοί συνάδελφοι της Συσπείρωσης και της ΔΗΠΑΚ, όσο περνάει από το χέρι μας, την επόμενη περίοδο θα είσαστε στη μειοψηφία. Επαναλαμβάνω: όχι για να πάρουμε ρεβάνς. Αλλά επειδή η έξαλλη πολιτική σας τα τελευταία χρόνια σας οδήγησε στην απομόνωση. Αυτό ακόμη δεν το έχετε καταλάβει. Ακόμη και μέσα στο συνέδριο σπαταλήσατε χρόνο και ενέργεια όχι για να μας πείσετε με επιχειρήματα, αλλά για να στρεβλώσετε με διαδικαστικά κόλπα την καταδικαστική για εσάς ετυμηγορία των εκλογέων. Είναι προφανές ότι έχετε ανάγκη από ξεκούραση. Σας λέω εκ πείρας, και χωρίς ίχνος ειρωνείας, ότι μια ήττα μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση σε όποιον διαθέτει αρκετή ωριμότητα και γενναιότητα για να στοχαστεί πάνω σε αυτήν. Νομίζω ότι η ήττα θα σας κάνει καλό. Δείτε την ως ευκαιρία. Σας εύχομαι να την αξιοποιήσετε.

18 Φεβρουαρίου 2009

Το δίλημμα των πανεπιστημιακών

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009)

Οι εκπρόσωποι των πανεπιστημιακών θα κληθούν από τη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (συμμαχία του ΚΚΕ με τη νεοκομμουνιστική πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ) να υπερψηφίσουν στο συνέδριο τον απολογισμό των δύο τελευταίων ετών. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με ψήφο εμπιστοσύνης. Προτού λοιπόν χαρίσουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ το δικαίωμα να μας εκπροσωπεί για άλλα δύο χρόνια, είτε εκλέγοντας υποστηρικτές της στους συλλόγους, είτε (συνηθέστερα) απέχοντας από την εκλογική διαδικασία, ας το σκεφτούμε καλά.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση (με διαφορετικό κάθε φορά πρόσχημα) και τη συμπόρευση με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού. Η πολιτική αυτή υποσκάπτει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Οι συνεχείς απεργίες αποδεκατίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι συνεχείς διαδηλώσεις, στις οποίες συμμετέχουν όλο και λιγότεροι πανεπιστημιακοί, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Οι συνεχείς καταλήψεις, τις οποίες η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ ανοιχτά ενθαρρύνει, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε κατάλυση των ελευθεριών και εκτεταμένες καταστροφές.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ απορρίπτει κάθε συζήτηση για μεταρρύθμιση, προτού καν ακούσει ποια είναι η πρόταση. Προκειμένου να ξορκίσει τις αλλαγές που χρειάζεται το δημόσιο πανεπιστήμιο, δεν διστάζει να γίνει απολογητής των πιο εκφυλιστικών όψεων της σημερινής λειτουργίας του (π.χ. του νεποτισμού σε ορισμένα Τμήματα). Εν τω μεταξύ, μεταχειρίζεται τα μισθολογικά και άλλα αιτήματα ως πρόσχημα για να συντηρεί την αναταραχή για την αναταραχή.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει οδηγήσει το δημόσιο πανεπιστήμιο σε παρακμή, τους πανεπιστημιακούς σε ανυποληψία, τους συλλόγους σε αποξένωση από το κοινό αίσθημα των μελών τους.

Για πόσο ακόμη θα επιτρέπουμε σε αυτή την ηγεσία να μας εκπροσωπεί; Όσοι θέλουμε ένα ανοιχτό πανεπιστήμιο, που προάγει την επιστήμη και την έρευνα, και διδάσκει την ανεκτικότητα και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συμμετέχουμε στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

4 Φεβρουαρίου 2009

Το Ελληνικό «κοινωνικό μοντέλο»: εξασφαλισμένη ανελαστικότητα και άναρχη ευελιξία

Ομιλία σε ημερίδα του τομέα γυναικών του ΠΑΣΟΚ με θέμα «Αντιμετωπίζουμε την οικονομική κρίση – στηρίζουμε τη γυναίκα» (Αθήνα 4 Φεβρουαρίου 2009)

Η γυναικεία απασχόληση είναι υπερβολικά χαμηλή στην Ελλάδα. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες (συνήθως νέες) ψάχνουν για δουλειά, άλλες τόσες (πολλές μητέρες) τα έχουν παρατήσει και τώρα πια δεν καταγράφονται καν ως άνεργες. Η αύξηση της γυναικείας απασχόλησης είναι προϋπόθεση για μια δυναμικότερη οικονομία, καθώς και για μια πιο σύγχρονη και πιο ανοιχτή κοινωνία. Επί πλέον, είναι προϋπόθεση για περισσότερη ισότητα μεταξύ των δύο φύλων και μια δικαιότερη κατανομή των ρόλων και των υποχρεώσεων στην εργασία και στην οικογένεια.

Η απορρόφηση των εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών που θα ήθελαν να εργαστούν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας, καθώς και η ύπαρξη χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας, αποτελούν δομικά εμπόδια. Η κρίση κάνει προφανώς τα πράγματα δυσκολότερα. Αυτό που όμως συχνά υποτιμάται είναι η αρνητική συμβολή του Ελληνικού «κοινωνικού μοντέλου», δηλαδή του τρόπου με τον οποίο η κοινωνική προστασία και ασφάλιση αλληλεπιδρά με την αγορά εργασίας και την οικογένεια.

Είναι σημαντικό ότι η σημερινή ημερίδα καλύπτει και την κοινωνική προστασία, και την αγορά εργασίας και την οικογένεια. Συχνά παρατηρείται η αντίθετη τάση: να εξετάζεται η καθεμιά συνιστώσα του κοινωνικού μοντέλου χωριστά, αγνοώντας την αλληλεπίδρασή της με τις άλλες δύο. Η τάση αυτή είναι κατανοητή και σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτη – οδηγεί, όμως, σε συγκεχυμένες αναλύσεις και αντιφατικές πολιτικές.

Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα η επίσημη αγορά εργασίας είναι υπερβολικά ανελαστική, ενώ ταυτόχρονα η ανεπίσημη είναι υπερβολικά ελαστική.

Στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και στις Τράπεζες (αν και εκεί όλο και λιγότερο) κατά κανόνα έχουμε μονιμότητα ή συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι αμοιβές είναι σχετικά ικανοποιητικές, οι κοινωνικές παροχές είναι συγκριτικά ευνοϊκότερες, τα ωράρια γενικά τηρούνται.

Στην υπόλοιπη αγορά εργασίας οι αμοιβές είναι συνήθως χαμηλές, οι υπερωρίες συχνά δεν πληρώνονται, τα ένσημα δεν γράφονται πάντοτε, οι κοινωνικές παροχές είναι χαμηλότερου επιπέδου, οι συμβάσεις είναι ορισμένου χρόνου, ή έργου, ή εμφανίζονται ως «συνεργασίες» με υπαλλήλους μεταμφιεσμένους σε ελεύθερους επαγγελματίες.

Ο δυϊσμός αυτός της αγοράς εργασίας είναι καταστροφικός. Η ανελαστικότητα του προστατευμένου τομέα – σε συνδυασμό με τη χαμηλή παραγωγικότητα – κάνει απαγορευτικό το κόστος της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Αντίθετα, η επέκταση της απασχόλησης δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τον απροστάτευτο τομέα, ο οποίος κατάφερε να απορροφήσει μισό εκατομμύριο περίπου ξένους εργάτες στη δεκαετία του ’90.

Με τι τίμημα όμως: τις χαμηλές αμοιβές και τη συστηματική καταστρατήγηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Το τρομερό συμβάν της κτηνώδους επίθεσης εναντίον μιας θαρραλέας γυναίκας, της Κωνσταντίνας Κούνεβα, φανέρωσε σε μια ανυποψίαστη (;) κοινωνία μέχρι πού ακριβώς μπορεί να φτάσει η άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων (συχνά γένους θηλυκού) σε αυτό το άναρχα ευέλικτο τμήμα της αγοράς εργασίας.

Σε τελευταία ανάλυση έχουμε ένα κλασσικό πρόβλημα «πολιτικής οικονομίας». Οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ελίτ, ακόμη και στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, τροφοδοτούνται κυρίως από το προστατευμένο τμήμα της αγοράς εργασίας. Τα μέλη και κυρίως τα στελέχη τους προέρχονται από το Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ ή τις Τράπεζες – όταν δεν είναι γιατροί, δικηγόροι ή μηχανικοί. Όμως, ο κορμός της απασχόλησης (και ειδικά της γυναικείας απασχόλησης) δουλεύει στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα, συνήθως σε κακοπληρωμένες δουλειές, συχνά δουλειές του ποδαριού, με λίγα ή καθόλου ένσημα, με ανεπαρκή ή καθόλου ασφάλιση για ασθένεια, μητρότητα κτλ.

Αυτή η ασυμμετρία εκπροσώπησης είναι – μέχρι ενός σημείου – αναπόφευκτη. Όταν, όμως, η δημόσια συζήτηση μονοπωλείται από την πολιτική agenda των εργασιακών σχέσεων στον πιο προστατευμένο τομέα της αγοράς εργασίας, αγνοώντας τα απείρως οξύτερα προβλήματα εκεί που ο «εργασιακός μεσαίωνας» έχει επικρατήσει στα αλήθεια, τότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί σε τι χρησιμεύουν τα κόμματα και τα συνδικάτα της ευρύτερης αριστεράς.

Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο συμβαίνει στη χώρα μας. Πρέπει να αλλάξουμε ρότα, και εύχομαι η σημερινή εκδήλωση να συμβάλλει σε αυτό.

18 Ιανουαρίου 2009

Τι διακυβεύεται στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ;

Γράφτηκε από κοινού με τον Γιώργο Παγουλάτο. Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009)

Τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τους τελευταίους μήνες, τα πανεπιστήμια έχουν καταστεί επίκεντρο της βίας που συνταράσσει την ελληνική κοινωνία. Όχι μόνο επειδή εξαιτίας του ασύλου προσφέρονται ως ορμητήρια ομάδων σε διαρκή πόλεμο με την αστυνομία. Αλλά και επειδή μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας έχει αποδειχθεί ανίκανη να κατανοήσει ότι χωρίς ελευθερία έκφρασης και χωρίς δημοκρατική λειτουργία δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Ο κατάλογος των κρουσμάτων βίας είναι μακρύς. Φοιτητικές παρατάξεις λύνουν τις διαφορές τους με γροθιές, καρεκλοπόδαρα και σιδερένιους λοστούς. Ομάδες φοιτητών εισβάλλουν σε συνεδριάσεις συλλογικών οργάνων, τις διαλύουν για να αποτρέψουν αποφάσεις που δεν είναι του γούστου τους, και κρατούν τους καθηγητές ομήρους μέχρι να τα καταφέρουν. Φοιτητές αρπάζουν κάλπες για να εμποδίσουν την εκλογή πρυτανικών αρχών. Συνεργεία φοιτητών-οικοδόμων χτίζουν τις πόρτες σε γραφεία καθηγητών. Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι προπηλακίζονται, με αποτέλεσμα τη διακομιδή των πιο άτυχων στο νοσοκομείο. Εκδηλώσεις διαλύονται από αγανακτισμένους «αντιεξουσιαστές», που ενίοτε φτάνουν έως τον άγριο ξυλοδαρμό των ομιλητών. Να προσθέσουμε και τη συστηματική καταστροφή της πανεπιστημιακής περιουσίας, με βανδαλισμούς σε εργαστήρια, γραφεία καθηγητών, αίθουσες διδασκαλίας και γραμματείες, με το ανεμπόδιστο πλιάτσικο σε εργαλεία και εξοπλισμό. Πρόκειται ούτε λίγο ούτε πολύ για την κατάλυση στην πράξη του πανεπιστημιακού ασύλου – το οποίο, θυμίζουμε, θεσμοθετήθηκε για να προάγει ακριβώς την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση ιδεών στο πανεπιστήμιο.

Ποιος ευθύνεται για όλα αυτά; Κατ’ αρχήν, προφανώς, οι φυσικοί αυτουργοί των επεισοδίων αυτών. Όχι, όμως, μόνο αυτοί. Μεγάλο μέρος της ευθύνης βαρύνει επίσης όσους από τυχοδιωκτισμό ή ανευθυνότητα προσφέρουν πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα γενικευμένης ανομίας στα πανεπιστήμια. Ανάμεσα στους τελευταίους, πρώτη φιγουράρει η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Αντί να προστατεύσει τα μέλη της (όπως είναι η στοιχειώδης υποχρέωση κάθε συνδικάτου), έχει επιδοθεί σε ένα πρωτοφανές κρεσέντο «επαναστατικής» δημαγωγίας και πολιτικής ανευθυνότητας. Τα ανακλαστικά της (ταχύτατα όταν πρόκειται π.χ. για την αστυνομική βία ή το μεσανατολικό) γίνονται κατατονικά όποτε πρέπει να καταδικάσει το πολλοστό κρούσμα βιαιοπραγίας στα πανεπιστήμια. Όμως, η ανοχή στη βία είναι συνενοχή.

Η «μπλαζέ» στάση της ηγεσίας της ΠΟΣΔΕΠ μπροστά στους τραμπουκισμούς των ακραίων ομάδων (με θύματα μέλη της!) ή στις καταστροφές στα πανεπιστήμια είναι το θλιβερό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής που έγινε εδώ και αρκετό καιρό και έκτοτε εφαρμόζεται με συνέπεια: από τη μια στείρα άρνηση και συνεχής σύγκρουση, από την άλλη συμμαχία με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού.

Η ΠΟΣΔΕΠ έχει περιέλθει στον έλεγχο μιας ακραίας μειοψηφίας διότι η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών δεν συμμετέχει στις συλλογικές διαδικασίες. Κατανοητό, καθώς η εικόνα συνδικαλιστικής εκπροσώπησης του κλάδου απογοητεύει και εξοργίζει. Οι περισσότεροι σοβαροί πανεπιστημιακοί δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την ΠΟΣΔΕΠ. Όμως στην αποχή των πολλών μετριοπαθών βασίζεται και η επικράτηση των λίγων ακραίων που σήμερα διαφεντεύουν την ΠΟΣΔΕΠ. Η αποχή της μεγάλης πλειονότητας των πανεπιστημιακών δεν είναι λύση, αντιθέτως είναι η ρίζα του προβλήματος. Το κενό που αφήνει η απουσία των καλύτερων σπεύδουν πάντα να το καλύψουν οι χειρότεροι. Για τους πανεπιστημιακούς δεν υπάρχει φυγή από την κατάντια του ελληνικού πανεπιστημίου. Υπάρχει μόνο συμμετοχή για να αντιστρέψουμε την πορεία απαξίωσης.

Είτε τους γυρίσουμε την πλάτη είτε όχι, οι εκπρόσωποι της ΠΟΣΔΕΠ θα συνεχίσουν να μιλάνε στο όνομά μας και για λογαριασμό μας. Τα ΜΜΕ θα συνεχίσουν να αναμεταδίδουν τις ακραίες θέσεις τους ως τάχα θέσεις «των πανεπιστημιακών», και η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάλυψη στην κουλτούρα της βίας και δυσανεξίας που έχει για τα καλά εγκατασταθεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η πορεία ανάταξης του δημόσιου πανεπιστημίου ξεκινά από την ανάδειξη εκπροσώπων που θα αντιπροσωπεύουν πραγματικά το πανεπιστήμιο. Η αρχή έγινε πρόπερσι με την κίνηση των «χιλίων» πανεπιστημιακών. Παράλληλα, στην ΠΟΣΔΕΠ υπάρχει και μειοψηφία, που αντιτάσσεται σθεναρά στην πολιτική της κυρίαρχης ομάδας.

Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, ξεκινώντας 20 Ιανουαρίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, οι ανά σχολή σύλλογοι θα στείλουν εκπροσώπους στο συνέδριο που τον Μάρτιο θα αναδείξει τη νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Οι περίπου δέκα χιλιάδες πανεπιστημιακοί της χώρας πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας ένα ερώτημα: θα εξακολουθήσουμε να επιτρέπουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ να μας εκπροσωπεί; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε μας μένει μία επιλογή. Να συμμετέχουμε μαζικά στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που απορρίπτουν τη στείρα σύγκρουση και τη βία και υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

6 Σεπτεμβρίου 2008

Το ασφαλιστικό πρόβλημα και το πρόβλημα με τα συνδικάτα

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008)

Η πρόσφατη αναζωπύρωση της συζήτησης για το ασφαλιστικό, με αφορμή τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης Καραμανλή (ο όρος «μεταρρύθμιση» δείχνει ακατάλληλος για μια τόσο περιορισμένης εμβέλειας απόπειρα νοικοκυρέματος), και η πεισματική άρνηση των συνδικάτων και των κομμάτων της αντιπολίτευσης να παραδεχθούν ότι το πρόβλημα υφίσταται (και να επεξεργαστούν προτάσεις επίλυσής του στη διαφορετική κατεύθυνση για την οποία υποτίθεται ότι αγωνίζονται), φαίνεται να διαψεύδει τις ελπίδες όσων εξακολουθούν να θεωρούν ότι η ουσιαστική και ταυτόχρονα συναινετική αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος είναι ακόμη εφικτή.

Και, δυστυχώς, το ασφαλιστικό πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό. Κατ’ αρχήν, λόγω των ελλειμμάτων. Ήδη η δαπάνη για συντάξεις στην Ελλάδα είναι υψηλότερη ως ποσοστό του ΑΕΠ από εκείνη άλλων χωρών, και μάλιστα χωρών πλουσιότερων, κοινωνικά προηγμένων, και με γηραιότερο πληθυσμό. Στα επόμενα 40-50 χρόνια, όπως μονότονα δείχνουν όλες οι αναλογιστικές μελέτες (και του ΙΝΕ ΓΣΕΕ), η δαπάνη αυτή σχεδόν θα διπλασιαστεί. Ένα τέτοιο βάρος καμιά κοινωνία δεν μπορεί να το αντέξει. Ιδιαίτερα μια κοινωνία όπως η δική μας, με τεράστια υστέρηση στις πολιτικές κοινωνικής προστασίας. Η δαπάνη για συντάξεις δεν μπορεί να αυξάνεται με τρόπο ανεξέλεγκτο. Η χρηματοδότηση ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους – αλλά και η χρηματοδότηση της έρευνας, της παιδείας κτλ. – αυτό απαιτεί.

Δεν πρόκειται, όμως, για μια θυσία της κοινωνικής αλληλεγγύης στο βωμό της μείωσης των ελλειμμάτων. Η αποκατάσταση της βιωσιμότητας είναι ζήτημα κοινωνικής αλληλεγγύης, έναντι της γενιάς των παιδιών μας ή των παιδιών των παιδιών μας. Τα ανεξέλεγκτα ελλείμματα που το σύστημα κληροδοτεί στις επόμενες γενεές εργαζομένων υποσκάπτουν την αλληλεγγύη των γενεών. Επί πλέον, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι πελατειακό και κατακερματισμένο, έτσι ώστε άτομα με όμοια κατά τα άλλα χαρακτηριστικά να έχουν εντελώς διαφορετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Τα πολύ υψηλά ποσοστά ανισότητας και φτώχειας των ηλικιωμένων δείχνουν ότι το σημερινό σύστημα κάθε άλλο παρά υπηρετεί την κοινωνική αλληλεγγύη στο εσωτερικό της τωρινής γενιάς συνταξιούχων, παρά τους τεράστιους πόρους που απορροφά.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: αφού το ασφαλιστικό είναι οικονομικά και, θα πρόσθετα, ηθικά χρεωκοπημένο, γιατί το υπερασπίζονται τα συνδικάτα; Η απάντηση που προτείνω είναι ότι οι ανισότητες στην πολιτική ισχύ και εκπροσώπηση των συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων αντανακλούν και αναπαράγουν τις ανισότητες στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που παρατηρούνται στο σημερινό σύστημα.

Να διευκρινίσω προκαταβολικά ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους μισθωτούς. Όπως άλλωστε φάνηκε στις κινητοποιήσεις εναντίον του ασφαλιστικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης, οι σθεναρότεροι υπερασπιστές των «κεκτημένων» ήταν το τεχνικό επιμελητήριο και οι δικηγορικοί και ιατρικοί σύλλογοι. Όμως, η στάση των συνδικάτων είναι κρίσιμη, επειδή τα τελευταία χρόνια δεν απειλείται τόσο η αυτονομία των συνδικάτων από τα κόμματα, αλλά η αυτονομία των κομμάτων από τα συνδικάτα.

Είναι επίσης λιγότερο αυτονόητη από ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αφού η διεθνής εμπειρία διαψεύδει την αντίληψη ότι τα συνδικάτα αποτελούν «φυσικό» εμπόδιο στη μεταρρύθμιση των συντάξεων. Πράγματι, τα σημαντικότερα παραδείγματα τέτοιας μεταρρύθμισης στη δεκαετία του ‘90, και σε «εξισωτική» μάλιστα κατεύθυνση (Ιταλία και Σουηδία), δείχνουν τι μπορεί να επιτευχθεί όταν τα συνδικάτα είναι σε θέση να εκπροσωπούν τα συμφέροντα του συνόλου των εργαζομένων, σημερινών και αυριανών, αντί απλώς να υπερασπίζονται τα «κεκτημένα» των μελών τους.

Αντίθετα, εάν κάτι απέδειξε η πρόσφατη διαμάχη για το ασφαλιστικό είναι ότι η επιρροή των συνδικάτων δεν οφείλεται στην οργανωτική τους δύναμη, στην παρουσία τους στους χώρους δουλειάς και στην ικανότητά τους να υπερασπίζονται τους εργαζομένους απέναντι σε εργοδότες σκληρούς και άπληστους – άλλωστε, εκεί όπου οι εργοδότες είναι όντως σκληροί και άπληστοι, τα συνδικάτα απουσιάζουν. Η αλήθεια, και πρόκειται για μια αλήθεια γνωστή όσο και πικρή, είναι ότι η επιρροή των συνδικάτων εξαρτάται από την εμμονή της εκάστοτε κυβέρνησης στην εξασφάλιση της συναίνεσής τους – είτε για λόγους πεποίθησης, όπως συνέβαινε επί κυβερνήσεων Σημίτη, είτε για λόγους ανάγκης, όπως συμβαίνει επί κυβερνήσεων ΝΔ. Εάν για κάποιο λόγο η κυβέρνηση πάψει να αναζητά ή να χρειάζεται τη συναίνεσή τους, τα συνδικάτα αποκαλύπτονται στην πραγματικότητα αδύναμα.

Η αδυναμία των συνδικάτων οφείλεται κυρίως στην ουσιαστική απουσία τους από τους περισσότερους χώρους δουλειάς. Ο συνδικαλισμός στη χώρα μας αναπτύσσεται κυρίως στη σχετική ασφάλεια της δημόσιας απασχόλησης: όχι μόνο στο Δημόσιο αυτό καθεαυτό, αλλά και στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων και των (μέχρι πρόσφατα επίσης κρατικών) τραπεζών. Οι δύο τελευταίοι κλάδοι απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών που οργανώνονται στη ΓΣΕΕ, όμως η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ διαθέτουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της συνομοσπονδίας. Αντιστρόφως, η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 10%.

Γενικά, η οργανωτική διείσδυση των συνδικάτων είναι χαμηλότερη στα πιο δυναμικά τμήματα της μισθωτής απασχόλησης. Η ισχνή παρουσία τους στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αναφέρθηκε ήδη. Το 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η «φυλετική» αναλογία στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι μικρότερη κατά 5 φορές από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Τέλος, με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει οργανώσει τους ξένους εργάτες ή έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.

Το γεγονός ότι η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή (άνδρας, μεσήλικας, με μονιμότητα, 100% Έλληνας) μοιάζει όλο και λιγότερο με την εικόνα του μέσου μισθωτού (νεότερος, χωρίς μονιμότητα, με πιθανότητα 40% να είναι γυναίκα και 12% να είναι ξένος) δεν είναι άσχετο με τη μείωση της επιρροής των συνδικάτων. Ενώ εκείνα δίνουν μάχες οπισθοφυλακής για την διατήρηση της μονιμότητας και του «κεκτημένου δικαιώματος» όσων εργάζονται στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες να συνταξιοδοτούνται 10 ή και 20 χρόνια νωρίτερα από τους υπόλοιπους, η συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει εντελώς διαφορετικά προβλήματα: απλήρωτες υπερωρίες, ανασφάλιστη εργασία, χαμηλότερες αμοιβές, αβέβαιες προοπτικές.

Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Όσο η πολιτική των συνδικάτων κυριαρχείται από την «ατζέντα» των εργαζομένων του προστατευμένου τομέα, τόσο δυσκολότερη θα είναι η αύξηση της επιρροής τους μεταξύ των γυναικών, των ξένων εργατών, των νέων – και τόσο δυσκολότερη θα είναι η συναινετική επίλυση του ασφαλιστικού στην κατεύθυνση της εξίσωσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, σημερινών και αυριανών.

10 Μαρτίου 2007

Συνεδρίαση της διοικούσας Επιτροπής της ΠΟΣΔΕΠ

Χθες συνεδρίασε η νεοεκλεγείσα διοικούσα επιτροπή της ΠΟΣΔΕΠ. Με κίνδυνο να σας κουράσω, γράφω αυτό το δεύτερο σημείωμα για να ενημερώσω τι έγινε (και τι έκανα εγώ[1]) σε αυτή την πρώτη συνεδρίαση.

Τα θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν (α) εκλογή εκτελεστικής γραμματείας και νέου προεδρείου της ΠΟΣΔΕΠ, και (β) συζήτηση και απόφαση για συνέχιση ή μη των κινητοποιήσεων.

Εκλογή εκτελεστικής γραμματείας και προεδρείου

Σύμφωνα με το συσχετισμό δύναμης στη διοικούσα επιτροπή όπως αυτή προέκυψε από το συνέδριο, η σύνθεση της εκτελεστικής γραμματείας ορίστηκε αναλογικά ως εξής:

- Συσπείρωση (πλειοψηφία ΣΥΝ) 13 έδρες στη ΔΕ, 4 έδρες στην ΕΓ
- ΔΗΠΑΚ (ΚΚΕ) 7 έδρες στη ΔΕ, 2 έδρες στην ΕΓ
- Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση (ΠΑΣΟΚ) 5 έδρες στη ΔΕ, 2 έδρες στην ΕΓ
- Αριστερή Μεταρρύθμιση (μειοψηφία ΣΥΝ) 4 έδρες στη ΔΕ, 1 έδρα στην ΕΓ
- Ανεξάρτητη Κίνηση Πανεπιστημιακών (ΑΚΙΠ – κεντροδεξιά) 3 έδρες στη ΔΕ, 1 έδρα στην ΕΓ - Ανεξάρτητοι 3 έδρες στη ΔΕ, 1 έδρα στην ΕΓ

Όσον αφορά την εκλογή προεδρείου, οι εκπρόσωποι της μειοψηφίας (Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση και Αριστερή Μεταρρύθμιση) δήλωσαν εξ αρχής ότι δεν διεκδικούν θέση σε αυτό.

Η πρώτη ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου απέβη άγονη, καθώς ο υποψήφιος της Συσπείρωσης (Απέκης) συγκέντρωσε 5 ψήφους έναντι 6 λευκών – υπερψήφιστηκε μόνο από τα μέλη της Συσπείρωσης και τον εκπρόσωπο της ΑΚΙΠ. Μετά από δύο «πεντάλεπτα» διαλείμματα συνολικής διάρκειας 95 λεπτών, η Συσπείρωση πρόσφερε στην ΔΗΠΑΚ τη θέση του γραμματέα. Μετά από αυτό, οι ψηφοφορίες για την εκλογή προεδρείου εξελίχθηκαν ομαλά. Όλες οι ψηφοφορίες είχαν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα (7 υπέρ έναντι 4 λευκών).

Το νέο προεδρείο έχει ως εξής:
- πρόεδρος: Απέκης (Συσπείρωση)
- γραμματέας: Γεωργιάδης[2] (ΔΗΠΑΚ)
- αντιπρόεδρος: Μαΐστρος (Συσπείρωση)
- ταμίας: Γούτσος (Συσπείρωση)
- ειδικός γραμματέας: Πολίτης (Συσπείρωση)
- υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων: Κατσής (ΑΚΙΠ)

Συζήτηση για τις κινητοποιήσεις

Στη συνέχεια συζητήθηκε το θέμα της συνέχισης ή μη των κινητοποιήσεων.

Η πρόταση της πλειοψηφίας (Συσπείρωση και ΔΗΠΑΚ) ήταν νέα πενθήμερη απεργία «για την καταδίκη της αστυνομικής βίας».

Οι διάφοροι ομιλητές της πλειοψηφίας κατήγγειλαν έντονα τους ξυλοδαρμούς φοιτητών, τις συλλήψεις και τις προσαγωγές στο κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής (όπου η Αστυνομία δεν επέτρεψε στους γονείς των συλληφθέντων, στους δικηγόρους τους, σε καθηγητές και σε εκπροσώπους κομμάτων να τους επισκεφθούν) ως παραβίαση του Συντάγματος εκ μέρους της κυβέρνησης και της αστυνομίας.

Ωστόσο, πολλοί ομιλητές της πλειοψηφίας φάνηκε να δείχνουν κατανόηση για τις βίαιες ενέργειες των διαδηλωτών, υπονοώντας ότι τις θεωρούν θεμιτή αντίδραση (ίσως κάτι σαν «βία στη βία της εξουσίας», χωρίς πάντως να το δηλώνουν με τόσο απερίφραστο τρόπο).

Όσον αφορά το νέο νόμο πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, όλοι οι ομιλητές της πλειοψηφίας διατράνωσαν την αποφασιστικότητά τους ώστε «να ακυρωθεί στην πράξη», καθώς και την πεποίθησή τους ότι σε συνεργασία με το «αγωνιστικό φοιτητικό κίνημα» κάτι τέτοιο πράγματι θα συμβεί.

Τέλος, με πρωτοβουλία της ΔΗΠΑΚ, στην πρόταση της πλειοψηφίας προστέθηκε η δέσμευση της ΠΟΣΔΕΠ να αγωνιστεί ώστε να μη χαθεί το εξάμηνο. Σύμφωνα με αρκετούς ομιλητές, μια τέτοια «πολιτική» λύση του προβλήματος θα πρέπει να «επιβληθεί» στις Συγκλήτους (υποθέτω με τη γνωστή και δοκιμασμένη μέθοδο intimidation των μελών της Συγκλήτου από «δυναμικές» ομάδες φοιτητών).

Από την άλλη, η πρόταση της μειοψηφίας (Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση και Αριστερή Μεταρρύθμιση) ήταν η καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται και το άνοιγμα των πανεπιστημίων τώρα.

Οι ομιλητές της μειοψηφίας εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους για τα πρόσφατα γεγονότα, καθώς και την έντονη ανησυχία τους για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον.

Επίσης, όσον αφορά το νέο νόμο-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια, οι ομιλητές της μειοψηφίας πρότειναν η συζήτηση για τον τρόπο εφαρμογής του να μεταφερθεί στα πανεπιστήμια, όπου μπορεί να αναδειχθούν διατάξεις δυσλειτουργικές ή ανεφάρμοστες, στη θέση των οποίων θα πρέπει να προταθούν διορθωτικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις ή/και τροπολογίες του νόμου εάν χρειαστεί.

Τελικά, η πρόταση της πλειοψηφίας συγκέντρωσε 19 ψήφους, ενώ η πρόταση της μειοψηφίας έλαβε 7 ψήφους. Λόγω του προχωρημένου της ώρας, τα υπόλοιπα επτά μέλη της διοικούσας επιτροπής είχαν αποχωρήσει προτού γίνει η ψηφοφορία.

Υστερόγραφο

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η πρώτη συνεδρίαση της διοικούσας επιτροπής της ΠΟΣΔΕΠ επιβεβαίωσε την εκτίμησή μου για τη διαμόρφωση μιας σταθερής πλειοψηφίας ΚΚΕ και τμήματος του Συνασπισμού, η οποία – παρά τις μικροτριβές σε θέματα κατανομής αξιωμάτων – οδηγεί την ομοσπονδία στο μονοπάτι της σύγκρουσης, χωρίς κανενός είδους σχέδιο για την επόμενη μέρα.

Εκτιμώ ότι ο λόγος για τον οποίον η σύγκρουση περί του πανεπιστημίου συντηρείται για τόσον καιρό (πρώτα εναντίον της αναθεώρησης του άρθρου 16, μετά εναντίον του νόμου-πλαίσιο, τώρα εναντίον της αστυνομικής βίας, αύριο εναντίον τίνος;) είναι κυρίως ότι γίνεται αντιληπτή από τα δύο «εμπόλεμα μέρη» ως παιγνίδι θετικού αθροίσματος. Και η κυβέρνηση, και το κομμάτι του Συνασπισμού που εργάζεται για την ενότητα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, και το ΚΚΕ, και οι «αγωνιστικές» φοιτητικές παρατάξεις – όλοι προσδοκούν να αντλήσουν από τη σύγκρουση αυτή πολιτικά οφέλη, συνήθως ανομολόγητα, κάποτε αδιευκρίνιστα.

Κατά συνέπεια, όλοι οι υπόλοιποι (όσοι δηλαδή από εμάς αγωνιούν για την κλιμάκωση της βίας και την απαξίωση του δημοσίου πανεπιστημίου αδιαφορώντας για υπολογισμούς «χαμηλής» πολιτικής), από τη σημερινή πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ δεν έχουν να περιμένουν παρά μια ακόμη δόση (συνεχώς αυξανόμενη;) των προηγουμένων. Δεν βλέπω τι μπορεί να βάλει φρένο σε αυτή την ολισθηρή πορεία, εκτός ίσως από την πιο δραστήρια συμμετοχή όλων μας στους συλλόγους.

[1] Ναι, ξέρω: και εγώ ήλπιζα ότι δεν θα χρειαστεί. Πάντως, με διαβεβαίωσαν ότι η διοικούσα επιτροπή δεν συνεδριάζει πάνω από 3-4 φορές το χρόνο (...), ενώ συμφωνήθηκε επίσης ότι σε 12 μήνες θα αντικατασταθώ.

[2] Σημείωση προς τους αναγνώστες του προηγούμενου σημειώματος: πρόκειται για τον υμνητή του Λυσένκο, του «επιστήμονα» που προσπάθησε να εφαρμόσει τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού στη γενετική. Παρότι στη Σοβιετική Ένωση το άστρο του Λυσένκο έδυσε κατά τη δεκαετία του ’50, όταν διαπιστώθηκε οριστικά ότι το σιτάρι δεν ευδοκιμεί στη Σιβηρία, φαίνεται ότι στη χώρα μας μεσουρανεί ακόμη.

9 Μαρτίου 2007

Ομιλία στη συνεδρίαση της διοικούσας επιτροπής της ΠΟΣΔΕΠ

Δεν έχω πρόθεση να επανέλθω σε θέματα που συζητήθηκαν στο συνέδριο, αλλά μετά τα χθεσινά επεισόδια στους δρόμους της Αθήνας μου φαίνεται αναγκαίο ένα σχόλιο πάνω στο πώς φτάσαμε μέχρι εδώ.

Ένα συνδικάτο υπεύθυνο, αφού καθορίσει τους στόχους του (με σύνθεση των διαφορετικών απόψεων, ει δυνατόν), στη συνέχεια επιλέγει τα μέσα της δράσης του με γνώμονα κυρίως:

(α) την αρχή της αναλογικότητας ως προς το αντικείμενο της διαμαρτυρίας, και

(β) την έγνοια να μην προσφέρει έδαφος για ακραίες εκδηλώσεις που δυσφημούν τις διεκδικήσεις του.

Αντίθετα, η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ:

(1) επέλεξε όχι τη σύνθεση αλλά την οξύτητα και την πόλωση στο εσωτερικό του κλάδου,

(2) απέφυγε να καταδικάσει φαινόμενα καταπάτησης στοιχειωδών ελευθεριών μέσα στο πανεπιστήμιο και εκτροπής της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών του από ακραίες ομάδες φοιτητών, και

(3) πρόκρινε μορφές δράσης που κατέστησαν αντικειμενικά πρωταγωνιστές των εξελίξεων τους κουκουλοφόρους και τα ΜΑΤ.

Σήμερα βρισκόμαστε σε σημείο καμπής. Ο νόμος (ένας νόμος χαμηλής εμβέλειας, ούτως ή άλλως) ψηφίστηκε. Τα πρόσφατα επεισόδια δεν απαξιώνουν μόνο την κυβέρνηση και το νόμο της, όπως είπε ένας προηγούμενος ομιλητής, αλλά επίσης το φοιτητικό κίνημα, τους πανεπιστημιακούς και το ίδιο το δημόσιο πανεπιστήμιο. Η βία κλιμακώνεται επικίνδυνα, στα πανεπιστήμια και στους δρόμους. Η συζήτηση περί εκπαιδευτικής πολιτικής διεξάγεται όχι με επιχειρήματα, αλλά με μολότωφ και χημικά.

Στις σημερινές συνθήκες, η υιοθέτηση εκ μέρους του «ενιαίου κινήματος παιδείας» μιας άτεγκτης στάσης θα ήταν μια επιλογή τυχοδιωκτική. Η συνέχιση των κινητοποιήσεων δεν εξυπηρετεί παρά όσους προσδοκούν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη από αυτήν τη «στρατηγική της έντασης»: δηλ. προφανώς την κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά όχι μόνο αυτήν.

Ένας προηγούμενος ομιλητής είπε ότι η μόνη διαφορά της διαδήλωσης του Νοεμβρίου 1980 (στην οποία ήμουν) με τη χθεσινή (στην οποία δεν ήμουν) ήταν ότι στην πρώτη δύο άτομα είχαν χάσει τη ζωή τους. Φοβάμαι ότι υπάρχει και μια άλλη διαφορά: σύμφωνα με τον «Ιό» της Ελευθεροτυπίας, αξιόπιστη συνήθως πηγή σε τέτοιου είδους ζητήματα, η διάκριση μεταξύ ειρηνικών διαδηλωτών και μη είναι πλέον «τεχνική, όχι πολιτική»: όπως διευκρινίζει ο «Ιός», στη χθεσινή πορεία έριχναν μολότωφ όσοι μπορούσαν, ενώ οι υπόλοιποι δεν έκαναν καμμία προσπάθεια να τους εμποδίσουν.

Απευθυνόμενος στους συναδέλφους της πλειοψηφίας θα ήθελα να τους ρωτήσω: είστε ικανοποιημένοι από την εξέλιξη αυτή; στ’ αλήθεια πιστεύετε ότι εσείς δεν έχετε καμμία ευθύνη για αυτού του είδους τη ριζοσπαστικοποίηση; ή μήπως δεν την θεωρείτε αρνητική εξέλιξη;

Ελπίζω ειλικρινά ότι τα χειρότερα τα είδαμε. Όμως, δεν στοιχηματίζω για αυτό. Η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας δεν πρόκειται να συμβεί από μόνη της. Θα πρέπει σε αυτήν να συμβάλλουμε και εμείς. Αυτό το νόημα έχει η πρότασή μας για καταδίκη της βίας, από όπου και αν προέρχεται, και για άνοιγμα των πανεπιστημίων τώρα. Όσοι επιλέξουν τον αντίθετο δρόμο, αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα περαιτέρω – όχι όμως στο όνομά μας.

4 Μαρτίου 2007

Εντυπώσεις από το συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Γράφω αυτό το σύντομο σημείωμα για να ενημερώσω όσους από εσάς ενδιαφέρονται για το πώς είδα το συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ και τι έκανα σε αυτό, καθώς και να θέσω υπόψη σας ορισμένες σκέψεις για το μέλλον.

Κατ’ αρχήν οι αριθμοί

Στο συνέδριο ψήφισαν 203 σύνεδροι, ενώ στις διαδικασίες εκλογής αντιπροσώπων που είχαν προγηθεί υπολογίζεται ότι πήραν μέρος περίπου 3.000 μέλη ΔΕΠ σε όλη τη χώρα. Η συμμετοχή υπήρξε σημαντικά υψηλότερη από κάθε άλλη φορά.

Οι πολιτικές αποφάσεις του συνεδρίου ήταν:
- η έγκριση του απολογισμού της απερχόμενης διοίκησης (με ψήφους 118 υπέρ, 27 κατά και 16 λευκά),
- η απόρριψη του νομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας (με ψήφους 149 υπέρ, 5 κατά και 9 λευκά),
- η ψήφιση του προγραμματισμού δράσης, όπου η πρόταση της Συσπείρωσης πήρε τελικά 94 ψήφους, έναντι 63 της κοινής πρότασης της Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης και της Αριστερής Μεταρρύθμισης για «ανοιχτά πανεπιστήμια», ενώ άλλοι 32 σύνεδροι (από τον χώρο της ΔΗΠΑΚ) απείχαν.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την εκλογή νέας διοικούσας επιτροπής ήταν ως εξής:
- Συσπείρωση (πλειοψηφία ΣΥΝ) 78 σύνεδροι, 38,4%, 13 έδρες
- ΔΗΠΑΚ (ΚΚΕ) 42 σύνεδροι, 20,7%, 7 έδρες
- Πανεπιστημιακή Αναβάθμιση (ΠΑΣΟΚ) 30 σύνεδροι, 14,8%, 5 έδρες
- Αριστερή Μεταρρύθμιση (μειοψηφία ΣΥΝ) 26 σύνεδροι, 12,8%, 4 έδρες
- Ανεξάρτητοι (4 ψηφοδέλτια) 27 σύνεδροι, 13,3%, 3 έδρες

Η ψηφοφορία για την ανάδειξη νέας διοίκησης ήταν προφανώς μυστική, αλλά η υπερψήφιση του ψηφοδελτίου της ΔΗΠΑΚ από 42 συνέδρους (έναντι 32 που η ίδια η ΔΗΠΑΚ θεωρούσε ότι ελέγχει) εκτιμάται ότι οφείλεται στη μετακίνηση συνέδρων που κινούνται στο συντηρητικό χώρο. Πρόκειται για ανεπιβεβαίωτη – για την ακρίβεια, μη επιβεβαιώσιμη – εικασία, η οποία πάντως φαίνεται μάλλον εύλογη.

Στην πρώτη συνεδρίασή της, η νέα διοικούσα επιτροπή θα εκλέξει εκτελεστική γραμματεία, η οποία με τη σειρά της θα εκλέξει το προεδρείο της ΠΟΣΔΕΠ.

Μια προσωπική ματιά στα όσα διαδραματίστηκαν

Η εμπειρία της συμμετοχής μου – για πρώτη φορά – σε συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ ήταν μάλλον απογοητευτική. Η ποιότητα των εισηγήσεων και των τοποθετήσεων των συνέδρων μου φάνηκε κατώτερη από τις φοιτητικές συνελεύσεις της δεκαετίας του ’80 (όπως τουλάχιστον τις θυμάμαι – η μνήμη καμμιά φορά εξωραΐζει), και εν πάσει περιπτώσει δεν διέφερε πολύ από τις σημερινές φοιτητικές συνελεύσεις.

Η διαδικασία των χαιρετισμών με την οποία ξεκίνησε το συνέδριο ήταν μάλλον χαρακτηριστική του κύρους που απολαμβάνει η ομοσπονδία μας στην κοινωνία. Χαιρέτισαν: ένα μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Συνασπισμού, ένας βουλευτής του ΚΚΕ, ένα μέλος της Γραμματείας Παιδείας του ΠΑΣΟΚ, και 5 (πέντε) εκπρόσωποι φοιτητικών παρατάξεων από όλο το φάσμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Για εκπρόσωπο της κυβέρνησης ούτε λόγος.

Επειδή ο απολογισμός της απερχόμενης διοίκησης δεν ήταν έτοιμος (...) την Παρασκευή το απόγευμα, όπως προέβλεπε το πρόγραμμα, η σχετική συζήτηση άρχισε το Σάββατο το πρωί. Η εισήγηση για τον απολογισμό είχε θριαμβολογικό χαρακτήρα, του τύπου «η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν πέρασε, η κυβέρνηση καθυστέρησε την κατάθεση νομοσχεδίου, το ΠΑΣΟΚ υποχρεώθηκε σε αναδίπλωση, το ενιαίο κίνημα φοιτητών-πανεπιστημιακών προελαύνει» κτλ.

Ούτε λέξη για την πολύμηνη απονέκρωση του πανεπιστημίου και τις παρενέργειές της. Ούτε λέξη για την αισθητή υποχώρηση του κύρους των πανεπιστημιακών στην κοινή γνώμη. Ούτε λέξη για τη δυσανεκτική, αντιδημοκρατική, συχνά βίαιη κουλτούρα που φαίνεται να έχει εγκατασταθεί για τα καλά στα πανεπιστήμια όλη αυτή την περίοδο και από την οποία μάλλον θα δυσκολευτούμε πολύ να απαλλαγούμε.

Αντίθετα, το συνέδριο απασχόλησε εκτενώς η αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού»[1]. Μάλιστα, παρότι ο απερχόμενος πρόεδρος κατήγγειλε απερίφραστα τους «πρόθυμους» (sic), αυτό δεν φάνηκε να ικανοποιεί επαρκώς τον εκπρόσωπο της ΔΗΠΑΚ και πλήθος συνέδρων και από τις δύο παρατάξεις της «αγωνιστικής» πλειοψηφίας (Συσπείρωση-ΔΗΠΑΚ).

Προφανώς, οι προσδοκίες τους είχαν αυξηθεί από το γεγονός ότι πριν το συνέδριο εξέχοντες εκπρόσωποι και διανοούμενοι του κλάδου είχαν με κάπως λιγότερη κομψότητα αποκαλέσει τους διαφωνούντες «επιχειρηματίες», «βαρύ όπλο της κυβέρνησης», «Κουίσλιγκ» κ.ο.κ. Εξ ού και αρκετοί στο συνέδριο απαίτησαν πιο «αποφασιστική αντιμετώπιση». Δεν διευκρινίστηκε εάν ως τρόπος αποφασιστικής αντιμετώπισης των διαφωνούντων συνίσταται το λυντσάρισμά τους από τις πιο «αγωνιστικές» μερίδες του φοιτητικού κινήματος. Οποιαδήποτε ενημέρωση επ’ αυτού θα ήταν ευπρόσδεκτη.

Έναντι όλων αυτών, και μέσα σε ένα κλίμα μάλλον δυσάρεστο, στις τρίλεπτες ομιλίες τους οι εκπρόσωποι της Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης (Σταυρακάκης ΕΜΠ) και της Αριστερής Μεταρρύθμισης (Τσιτήλου ΦΜΣ) έθεσαν με κοσμιότητα – ίσως υπερβολική κοσμιότητα – ορισμένα από τα ζητήματα που αναφέρονται στην υποσημείωση.

Μετά τη ψηφοφορία για τον απολογισμό έχασα κάθε διάθεση να παρακολουθήσω το συνέδριο. Αποφάσισα να πάω σινεμά («Γράμματα από το Ίβο Τζίμα», παρεμπιπτόντως εξαιρετική ταινία και χρήσιμη υπενθύμιση ότι υπάρχουν και χειρότερα από το να χάνεις πανηγυρικά την ψηφοφορία για τον απολογισμό της ΠΟΣΔΕΠ). Έτσι έχασα τις ομιλίες του απογεύματος του Σαββάτου, αλλά τουλάχιστον επανήλθα με κάπως καλύτερη διάθεση την Κυριακή το πρωί.

Τι έκανα στο συνέδριο

My voting record: ψήφισα κατά του απολογισμού της απερχόμενης διοίκησης, υπέρ του ψηφίσματος κατά του νομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας (παρότι το ύφος του δεν ήταν του γούστου μου), υπέρ της κοινής πρότασης Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης και Αριστερής Μεταρρύθμισης για τον προγραμματισμό δράσης. Επίσης, στη ψηφοφορία για την ανάδειξη νέας διοίκησης υπερψήφισα το ψηφοδέλτιο της Αριστερής Μεταρρύθμισης, στο οποίο άλλωστε συμμετείχα ως υποψήφιος.

Η παραπάνω στάση μου δεν μπορεί να εξέπληξε όσους γνωρίζουν τις απόψεις μου, τις οποίες ποτέ δεν κρύβω. Υποθέτω, πάντως, ότι κάποιοι από όσους με ψήφισαν στις πρόσφατες εκλογές του συλλόγου του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών μπορεί όντως να μην τις γνώριζαν. Ελπίζω να μην αισθάνονται ότι πρόδωσα την εμπιστοσύνη τους. Αν ναι, θα μπορέσουν να επανορθώσουν όταν (εάν) μου έλθει ξανά η φαεινή ιδέα να θέσω υποψηφιότητα για να τους εκπροσωπήσω.

Πάντως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχω σκοπό να αναμειχθώ ενεργά στα κοινά το επόμενο διάστημα. Αφενός, η ενασχόλησή μου με τα πανεπιστημιακά θέματα τις τελευταίες εβδομάδες και η παρακολούθηση των συνεδριάσεων της Συγκλήτου από την αρχή του χρόνου με έχει εξαντλήσει. Αφετέρου, σε λίγους μήνες κρίνομαι για μονιμότητα και θα ήθελα να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στην προετοιμασία δημοσιεύσεων.

Τι να κάνουμε;

Εάν μου επιτρέπετε, μια εκτίμηση για το μέλλον. Πιστεύω ότι από τη σημερινή πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ λίγα πράγματα μπορούν να περιμένουν όσοι δεν εκφράζονται ήδη σε αυτήν. Η μεν Συσπείρωση εκφράζει με τον πιο αυθεντικό τρόπο τη διολίσθηση της μεγαλύτερης μερίδας του Συνασπισμού στο μείγμα νεοσταλινισμού και «κινηματικού» ριζοσπαστισμού, με άνοιγμα στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, κάλυψη των ακραίων εκδηλώσεων φοιτητικών ομάδων τύπου ΕΑΑΚ κτλ. Η δε ΔΗΠΑΚ εκφράζει με σχεδόν κωμικό τρόπο την οπισθοχώρηση του ΚΚΕ (ούτως ή άλλως το πιο καθυστερημένο ΚΚ της δυτικής Ευρώπης ανέκαθεν) σε θέσεις της δεκαετίας του ’50 και νωρίτερα – βλ. την παραληρηματική τοποθέτηση του βασικού εκπροσώπου της ΔΗΠΑΚ υπέρ των θεωριών του Λυσένκο για την καλλιέργεια σιταριού στον αρκτικό κύκλο, οι οποίες είχαν καταγγελθεί ως αντιεπιστημονικές ακόμη και στη Σοβιετική Ένωση την εποχή της αποσταλινοποίησης. Αυτή η συμμαχία σταλινικών και νεοσταλινικών, που θα δώσει τον τόνο των θέσεων του κλάδου τουλάχιστον έως το επόμενο συνέδριο, δεν ενδιαφέρεται να ακούσει τις απόψεις των υπολοίπων – έχει ήδη ξεμπερδέψει με αυτούς, θεωρώντας τους συλλήβδην «πρόθυμους», «επιχειρηματίες», «Κουίσλιγκ» κτλ.

Θεωρώ ότι η επικράτηση αυτής της συμμαχίας, παρά την μάλλον αυθόρμητη και αναγκαστικά ερασιτεχνική κινητοποίηση ευρύτερων δυνάμεων την τελευταία στιγμή, δεν αντανακλά τις διαθέσεις της πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών, αλλά μόνο αυτές ενός καλά οργανωμένου τμήματος όσων συμμετέχουν στις διαδικασίες των συλλόγων. Οι υπόλοιποι έχουν δύο επιλογές. Όσοι δεν ενοχλούνται πολύ να εκπροσωπούνται από τη σημερινή πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ (ή όσοι, βάσει κάποιου περίπλοκου υπολογισμού, θεωρούν ότι πολιτικά ευνοούνται από την μακροημέρευση της πλειοψηφίας αυτής) μπορούν κάλλιστα να εξακολουθούν να μην συμμετέχουν. Όσοι, αντίθετα, πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε ένα συνδικάτο που να ακούει τις απόψεις όλων των πανεπιστημιακών, που να αποδέχεται την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις και να είναι διατεθειμένο να συμβάλλει δημιουργικά στη συζήτηση για τη διαμόρφωσή τους, θα πρέπει μάλλον να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι χωρίς την κάπως ενεργότερη συμμετοχή μας στα κοινά του πανεπιστημίου κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ.

[1] Σημείωση για όσους δεν κατέχουν τη σταλινική ιδιόλεκτο. Ο όρος «εσωτερικός εχθρός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει όσους από εμάς δεν συμμερίζονται τη σοφία της τακτικής «απεργία διαρκείας / καταλήψεις διαρκείας», ανησυχούν για τα κρούσματα βίας και την ατμόσφαιρα ανελευθερίας που έχει επικρατήσει τελευταία στα πανεπιστήμια, δεν απορρίπτουν εκ προοιμίου τη δυνατότητα θετικών αλλαγών με διάλογο μέσα στους θεσμούς του πανεπιστημίου και της πολιτείας – και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχουν επί πλέον το «θράσος» να το δηλώνουν ανοιχτά, είτε υπογράφοντας την «Διακήρυξη πανεπιστημιακών υπέρ της μεταρρύθμισης του νόμου-πλαίσιο για τα ΑΕΙ», ή το κείμενο «Μεταρρύθμιση για την αναβάθμιση του Πανεπιστημίου με πυξίδα την κοινή λογική», ή την πρόταση νόμου του ομίλου «Αριστερά Σήμερα», είτε παρακολουθώντας τις συζητήσεις που διοργανώνει η Πρωτοβουλία «Μεταρρύθμιση για την Αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου» κτλ.

15 Οκτωβρίου 2006

Ο κρατικός συνδικαλισμός και οι παραμορφώσεις του

Δημοσιεύτηκε στον «Ελεύθερο Τύπο» (Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2006)

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στα ΕΛΤΑ και αλλού αναζωπύρωσαν τη συζήτηση περί «παρακράτους της Δεξιάς». Παρακράτος ή όχι, σίγουρα η όλη εικόνα είναι κάθε άλλο παρά κολακευτική για την κυβέρνηση και τον κομματικό μηχανισμό της ΝΔ. Πάντως, η συζήτηση περί «παρακράτους» κινδυνεύει να υποβαθμίσει μια άλλη διάσταση που θα άξιζε αντίθετα πολύ περισσότερης προσοχής.

Η διάσταση αυτή αφορά τα συνδικάτα τα ίδια, καθώς και τις σχέσεις τους με την κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και την εργοδοσία, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα. Πράγματι, δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς ότι το θέαμα συνδικαλιστικών στελεχών που δεν διστάζουν να καταφύγουν στη σωματική βία εναντίον των αντιπάλων τους (με τραγικά, κάποτε, αποτελέσματα) είναι απεχθές. Το πλήγμα στα συνδικάτα και στη δημόσια εικόνα τους θα ήταν περιορισμένο εάν το ίδιο περιορισμένο ήταν και το πρόβλημα. Είναι όμως;

Οι συμπλοκές μεταξύ αντιτιθέμενων συνδικαλιστών π.χ. στο συνέδριο της ομοσπονδίας των εργαζομένων στον ΟΤΕ πέρυσι, ή στη συνέλευση των εργαζομένων της Ιονικής Τράπεζας πριν από μερικά χρόνια, είναι απλώς τα πιο γνωστά επεισόδια, λόγω κυρίως της τηλεοπτικής κάλυψης τους. Εν μέρει, η σχετική όξυνση οφείλεται σε μια γενική κουλτούρα δυσανεξίας, συνηθισμένη και εκτός συνδικαλισμού, ενώ πυροδοτείται από αντιθέσεις ιδεολογικού τύπου. Εν μέρει, όμως, και αυτό είναι το στοιχείο που κυρίως θα έπρεπε να βάλει σε σκέψεις όσους ενδιαφέρονται για το μέλλον του συνδικαλισμού στην Ελλάδα, το διακύβευμα της διαμάχης λίγη σχέση έχει με διαφωνίες πολιτικού χαρακτήρα, και πολύ περισσότερη με έναν ανελέητο αγώνα για τα υλικά λάφυρα της επικράτησης της μιας ή της άλλης παράταξης.

Για παράδειγμα, αυτό που φαίνεται να χωρίζει την «ΔΑΚΕ 2005» από την «ΔΑΚΕ-Ενότητα» στα ΕΛΤΑ δεν φαίνεται να είναι κάποια διαφορά πολιτικής γραμμής. Ούτε απλώς κάποια από τις συχνές διαφορές, και εν πολλοίς ακατανόητες, μεταξύ κατηγοριών (π.χ. πτυχιούχοι εναντίον απλών διανομέων). Ούτε καν κάποια ακόμη λιγότερο «ευγενής» αλλά εν πάσει περιπτώσει συνηθισμένη διαφορά μεταξύ προσώπων. Αυτό που φαίνεται να βρίσκεται στη ρίζα της διαμάχης μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερίδων της ίδιας συνδικαλιστικής παράταξης βρίσκεται πέρα από όλα αυτά – και δείχνει να αφορά το «ποιος κάνει κουμάντο» στα ΕΛΤΑ.

«Προς τι τα μίση και ο αλληλοσπαραγμός;» θα σκεφτεί κανείς. Και όμως, παρά τη ρητορεία περί αγώνων κτλ., η λειτουργία του κρατικού συνδικαλισμού – σε συνεργασία με τη διοίκηση – συχνά εκτρέπεται στην προστασία του συναδέλφου που δεν παρουσιάζεται στο γραφείο του επί μήνες επειδή έχει άλλες δουλειές, στη διανομή προσοδοφόρων θέσεων σε ημέτερους, στον έλεγχο των προσλήψεων εποχικών υπαλλήλων, καθώς και σε άλλες, πασίγνωστες δραστηριότητες που ανακυκλώνουν τις παθολογίες του πελατειακού κράτους και της άλωσής του από ιδιωτικά συμφέροντα.

Και πάλι, το πρόβλημα θα ήταν περιορισμένο εάν αφορούσε μόνο τη ΔΑΚΕ. Είναι έτσι όμως; Και θα βρούν οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες στο εσωτερικό τους τις ηθικες δυνάμεις που θα τους επιτρέψουν να αντιστρέψουν όχι απλώς την αρνητική εικόνα των τελευταίων ημερών, αλλά την εκφυλιστική πορεία πολλών δεκαετιών;

1 Μαΐου 2006

Οι συνδικαλιστές και «εμείς οι άλλοι»

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Μάιος 2006)

Όταν πριν δύο χρόνια, και λίγες εβδομάδες μετά τις βουλευτικές εκλογές, γινόταν το τελευταίο συνέδριο της ΓΣΕΕ, το κύρος της ήταν το υψηλότερο από τη μεταπολίτευση. Ήταν άλλωστε ακόμη νωπή η εικόνα της «μάχης για το Ασφαλιστικό», εικόνα της μαχητικής συνομοσπονδίας που δεν δίστασε να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την κυβέρνηση – και μάλιστα να την αναγκάσει σε υποχώρηση – προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα των μελών της. Πολύ περισσότερο που ήταν μια κυβέρνηση κατά τεκμήριο «φιλική» προς τα συνδικάτα, στην οποία υποτίθεται ότι επρόσκειτο το 49% των μελών της διοίκησης της ΓΣΕΕ (αλλά και της άλλης συνομοσπονδίας, εξίσου αν όχι περισσότερο μαχητικής, της ΑΔΕΔΥ).

Σήμερα φυσά άλλος άνεμος. Η μεθόδευση της κυβέρνησης ΝΔ για την «εξυγίανση» του ΟΤΕ (χρυσοπληρωμένη εθελούσια έξοδος για την παλαιά φρουρά, όροι εργασίας και ασφάλισης όπως στον ιδιωτικό τομέα για τους νεοπροσληφθέντες) διέσπασε το συνδικάτο. Η «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» στις τράπεζες σε πείσμα των εκκλήσεων της ΟΤΟΕ για διάλογο και ενιαίο ταμείο ήταν σαφής ήττα για την ισχυρότερη ομοσπονδία εργαζομένων – ήττα που προσπαθεί τώρα να κεφαλαιοποιήσει η εργοδοσία με την πρόταση για διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης αντί κλάδου (και σε επίπεδο ατομικό αντί για συλλογικό στο μέλλον). Η επιχειρούμενη αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος στις ΔΕΚΟ μπορεί τελικά να βαλτώσει, όχι τόσο όμως επειδή η κυβέρνηση ανησυχεί για την αντίδραση των πάλαι ποτέ πανίσχυρων εκεί συνδικάτων, αλλά απλώς επειδή σκοντάφτει στο ένα εμπόδιο μετά το άλλο και χάνει γενικά τον βηματισμό της. Και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα σχετικής αδιαφορίας – αν όχι μερικής συναίνεσης – της κοινής γνώμης.

Τι πήγε στραβά; Απλώς, η αίσθηση ισχύος των συνδικάτων στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ψευδαίσθηση. Δυο μόλις χρόνια ήταν αρκετά για να φανεί ότι η πολιτική επιρροή τους δεν οφείλεται στην οργανωτική τους δύναμη, στην παρουσία τους στους χώρους δουλειάς και στην ικανότητά τους να υπερασπίζονται τους εργαζομένους απέναντι σε εργοδότες σκληρούς και άπληστους. Τίποτε από όλα αυτά – εξ άλλου, εκεί όπου οι εργοδότες είναι όντως σκληροί και άπληστοι, τα συνδικάτα απουσιάζουν. Η αλήθεια (και πρόκειται για μια αλήθεια γνωστή, όσο και πικρή) είναι ότι η πολιτική επιρροή των συνδικαλιστικών οργανώσεων εξαρτάται από την εμμονή της εκάστοτε κυβέρνησης στην εξασφάλιση της συναίνεσής τους – είτε για λόγους πεποίθησης όπως συχνά συνέβαινε επί κυβερνήσεων Σημίτη, είτε για λόγους ανάγκης όπως συμβαίνει επί κυβερνήσεων ΝΔ. Εάν για κάποιο λόγο η κυβέρνηση πάψει να αναζητά ή να χρειάζεται τη συναίνεσή τους, τα συνδικάτα αποκαλύπτονται στην πραγματικότητα αδύναμα.

Η αδυναμία των συνδικάτων οφείλεται πρώτα και κύρια στην ουσιαστική απουσία τους από τους περισσότερους χώρους δουλειάς. Ο συνδικαλισμός στη χώρα μας αναπτύχθηκε κυρίως στη σχετική ασφάλεια της δημόσιας απασχόλησης: όχι μόνο στο Δημόσιο αυτό καθεαυτό, αλλά και στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων και των τραπεζών (μέχρι πρόσφατα επίσης κρατικών). Οι δύο τελευταίοι κλάδοι απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ), όμως η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ έχουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της ΓΣΕΕ. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 15%.
Γενικά, η οργανωτική διείσδυση των συνδικάτων είναι χαμηλότερη στα πιο δυναμικά τμήματα της απασχόλησης. Η ισχνή παρουσία τους στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αναφέρθηκε. Το 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η «φυλετική» αναλογία στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι μικρότερη κατά 5 φορές από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Τέλος, με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει οργανώσει τους ξένους εργάτες ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.

Η συνέπεια όλων αυτών είναι φανερή: η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή (άνδρας, μεσήλικας, με μονιμότητα, 100% Έλληνας) μοιάζει όλο και λιγότερο με την εικόνα του μέσου μισθωτού (νεότερος, χωρίς μονιμότητα, με πιθανότητα 40% να είναι γυναίκα και 12% να είναι ξένος).
Προφανώς, δεν πρέπει να υποτιμά κανείς τις αντικειμενικές δυσκολίες. Όμως, φαίνεται ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έχουν δεχθεί αμαχητί την περιχαράκωσή τους στο σχετικά πολύ πιο προστατευμένο κομμάτι των μισθωτών. Το πρόβλημα για τα συνδικάτα είναι ότι το κομμάτι αυτό φθίνει, με αποτέλεσμα να είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να περιοριστούν σε μια χούφτα συρρικνούμενους κλάδους της αγοράς εργασίας και να εκλείψουν ως κοινωνική δύναμη. Το πρόβλημα για τους εργαζομένους είναι τα συνδικάτα απουσιάζουν ακριβώς από εκεί που τα χρειάζονται περισσότερο.

Είναι άσχετο αυτό με τη μείωση της επιρροής τους; Την ώρα που τα συνδικάτα δίνουν μάχες οπισθοφυλακής για την διατήρηση της μονιμότητας και του «κεκτημένου δικαιώματος» όσων εργάζονται στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες να συνταξιοδοτούνται 10 ή και 20 χρόνια νωρίτερα από όλους τους υπόλοιπους, η συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει μάλλον διαφορετικά προβλήματα: απλήρωτες υπερωρίες, ανασφάλιστη εργασία, χαμηλότερες αμοιβές, αβέβαιες προοπτικές. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Και όσο η πολιτική των συνδικάτων κυριαρχείται από την «ατζέντα» των εργαζομένων του προστατευμένου τομέα, τόσο δυσκολότερη θα είναι η αύξηση της επιρροής τους μεταξύ των γυναικών, των νέων, των ξένων εργατών.

Τι μπορεί να γίνει; Το ζήτημα για τις δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς είναι κατ’ αρχήν να αποφύγουν τον συνήθη πειρασμό της αυτόματης ταύτισης με οτιδήποτε τυχαίνει κατά καιρούς να υποστηρίζει η εκάστοτε συνδικαλιστική ηγεσία. Στη συνέχεια, να αποφύγουν τον άλλο πειρασμό (μόλις ορατό ακόμη, αλλά πάντως υπαρκτό) του να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τα συνδικάτα ως μια συντεχνιακή ομάδα πίεσης σαν όλες τις άλλες. Και οι δύο επιλογές είναι ελκυστικές, κυρίως γιατί δεν απαιτούν ούτε πολλή σκέψη ούτε πολλή δουλειά.

Όμως, η υπόθεση του συνδικαλισμού είναι εξαιρετικά σοβαρή για να την αφήνουμε στους συνδικαλιστές. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα πρόγραμμα που υπερασπίζεται τα σημερινά και μελλοντικά συμφέροντα όλων των εργαζομένων και που δίνει άμεση προτεραιότητα στην ισόρροπη ανάπτυξη των συνδικάτων σε όλους τους χώρους δουλειάς. Και φυσικά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί όσο συνδικαλιστές και πολιτικοί αναλώνονται σε ασήμαντες διαμάχες «χαμηλής» πολιτικής.

18 Ιουλίου 1999

Τα αεροπλάνα ανήκουν στους επιβάτες τους!

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 18 Ιουλίου 1999)

Τα πρώτα πράγματα που δημιουργεί ένα νέο κράτος είναι μια σημαία, ένας εθνικός ύμνος και μια αεροπορική εταιρεία – είχε γράψει κάποτε ο Eric Hobsbawm, ο μεγαλύτερος κατά πάσα πιθανότητα εν ζωή ιστορικός. Το ελληνικό κράτος δεν είναι πια νέο, όμως η συμβολική φόρτιση του ζητήματος της Ολυμπιακής παραμένει αρκετά μεγάλη ώστε να δυσκολεύει μια νηφάλια συζήτηση για το μέλλον της εταιρείας. Και όμως, ακριβώς μια νηφάλια συζήτηση (θα πρόσθετα: μεταξύ ενηλίκων) είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητη από ποτέ.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: χρειαζόμαστε στα αλήθεια έναν ‘εθνικό αερομεταφορέα’; θα ήταν πράγματι καταστροφή αν δεν υπήρχε Ολυμπιακή; και εάν υπάρχει, πρέπει υποχρεωτικά να είναι δημόσια; Νομίζω ότι οποιοσδήποτε μη κρατιστής αριστερός με στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικών θα έδινε τις εξής μονολεκτικές απαντήσεις: ‘μάλλον όχι’, ‘σίγουρα όχι’ και ‘όχι κατ’ ανάγκη’ (με τη σειρά εκφώνησης).

Το καλό με τις μονολεκτικές απαντήσεις είναι ότι επιτρέπουν σε αναγνώστες των Ενθεμάτων που παραμένουν κρατιστές αριστεροί (ή κρατιστές σκέτο) να γυρίσουν σελίδα μέχρι να βρουν κάτι περισσότερο του γούστου τους. Στους υπόλοιπους, όσους κατάφεραν να φθάσουν μέχρι εδώ, χρωστώ μια κάπως πιο αναλυτική απάντηση.

Λοιπόν, ζήτημα πρώτο (για να είμαστε στο κλίμα των ημερών). Σε τι χρησιμεύει ένας εθνικός αερομεταφορέας; Εδώ συνήθως γράφονται και λέγονται οι πιο απίστευτες ανοησίες, όπως και προ ετών με το θέμα του ΟΤΕ: ότι δήθεν διακυβεύεται η εθνική άμυνα, η κρατική ασφάλεια, κ.ο.κ. Η ιδέα ότι η ΕΥΠ ή δεν ξέρω ποιος άλλος (πρέπει να) παρακολουθεί τα τηλέφωνά μας και ενδεχομένως (πρέπει να) τα χρησιμοποιεί για λόγους (αντι-)κατασκοπείας μου προκαλεί ένα μείγμα αποστροφής μα και ιλαρότητας (δικά τους συστήματα επικοινωνιών δεν έχουν;). Παρομοίως, η ιδέα ότι τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής επιτελούν κάποιο αδιευκρίνηστο έργο στρατιωτικής φύσεως την ώρα που εμείς νομίζουμε ότι απλώς πετάμε από το σημείο Α στο σημείο Β, μάλλον πλήττει (και άλλο) την αξιοπιστία της ως αερομεταφορέα χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς: δεν νομίζω ότι ο μέσος επιβάτης θα συναινούσε σε κάτι τέτοιο στην απίθανη περίπτωση που ζητούσε κανείς τη γνώμη του.

Εάν αφήσουμε τους δήθεν ‘εθνικούς’ λόγους τι άλλο μένει; Κατ’ αρχήν ο παραπλήσιος λόγος του εθνικού φιλότιμου, τον οποίο αντιπαρέρχομαι ως ελαφρώς διεστραμμένο: οι Αμερικανοί δεν έχουν εθνικό αερομεταφορέα (εκτός των F-16), ούτε και οι πιο φιλήσυχοι Σκανδιναβοί που μοιράζονται μεταξύ τους μια και μόνο αεροπορική εταιρεία (την SAS). Όμως, πέρα από αυτά τα μάλλον αφελή επιχειρήματα (μπορεί και αντεπιχειρήματα), υπάρχει ένα πιο σοβαρό: η ανάγκη συγκοινωνιακής σύνδεσης των απομακρυσμένων περιοχών, συνήθως νησιών.

Πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα. Ωστόσο, η συχνή αεροπορική σύνδεση με την Αθήνα δεν είναι περισσότερο ζωτική από ό,τι η εύκολη πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία, κέντρα υγείας κτλ. επί τόπου ή σε κάποιο γειτονικό νησί. Ούτως ή άλλως, το πρόβλημα της αεροπορικής σύνδεσης με απομακρυσμένα νησιά λύνεται και με προγραμματικές συμβάσεις, επιδοτήσεις ναύλων κ.ο.κ. προς όποια αεροπορική εταιρεία κερδίσει το σχετικό διαγωνισμό ακόμη και χωρίς εθνικό αερομεταφορέα. Το ίδιο ισχύει πολύ περισσότερο για τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις: καλό το αεροπλάνο, αλλά εάν το καράβι έρχεται μια φορά την εβδομάδα … Επί πλέον, η μέθοδος των επιδοτήσεων είναι περισσότερο διαφανής: εάν το ζήτημα είναι η άγονη γραμμή ευχαρίστως να πληρώσουμε, αλλά να ξέρουμε και πόσο μας κοστίζει.

Ζήτημα δεύτερο. Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η ανάθεση της διαχείρισης στη Speedwing στοχεύει στην εξυγίανση και ανάπτυξη της Ολυμπιακής, όχι στη συρρίκνωσή της, και δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τις προθέσεις. Όμως, εάν ανάπτυξη σημαίνει πάση θυσία αγκίστρωση στο σημερινό, ελαφρώς ‘μεγαλοϊδεατικό’ πρόγραμμα πτήσεων (‘ΟΑ των 5 ηπείρων’, ‘γέφυρα 18 εκατομμυρίων Ελλήνων’ και τα συναφή), μου φαίνεται πολύ προτιμότερη η συρρίκνωση. Πράγματι, θεωρώ ελκυστικότερη την ιδέα μιας εταιρείας που επικεντρώνεται σε γραμμές που είναι κερδοφόρες, ή τουλάχιστον κοινωνικά επωφελείς (βλέπε προηγούμενο επιχείρημα περί απομακρυσμένων νησιών). Μια μικρή πλην τίμια Ολυμπιακή, μέρος μιας διεθνούς συμμαχίας αεροπορικών εταιρειών, έχει μια ευκαιρία να επιβιώσει. Αν δεν την αξιοποιήσει ούτε αυτή, θα πρέπει να αρχίσουμε να συνηθίζουμε στην ιδέα μιας Ελλάδας χωρίς Ολυμπιακή. Σε τέτοια περίπτωση, ο ιστορικός του μέλλοντος θα διαπιστώσει ότι στη ‘μακρά διάρκεια’ η υπόθεση του εθνικού αερομεταφορέα ήταν απλώς μια ολιγόχρονη παρένθεση – κατά κοινή ομολογία μάλιστα, όχι ιδιαίτερα ευτυχής.

Ζήτημα τρίτο και τελευταίο: ακόμη και εάν η Ολυμπιακή εξακολουθήσει να υπάρχει, πρέπει υποχρεωτικά να είναι δημόσια; Η επιχειρηματική δράση του κράτους σπανίως είναι επιτυχής, εκτός εάν επικρατούν συνθήκες ‘φυσικού μονοπωλίου’, οπότε η κρατική ιδιοκτησία (μπορεί να) εξασφαλίζει καλύτερα την προστασία του καταναλωτή και την πληρέστερη αξιοποίηση των παραγωγικών πόρων. Για αυτό και η ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων σχεδόν σίγουρα θα οδηγούσε σε ακριβότερα εισιτήρια ή και χειρότερη εξυπηρέτηση – εξ άλλου, τα τραίνα δεν κάνουν προσπεράσεις. Τέτοιοι περιορισμοί, όμως, δεν υφίστανται στην αγορά αεροπορικών μετακινήσεων, ή είναι λιγότερο … περιοριστικοί. Πράγματι, σε συνθήκες ανταγωνισμού και ανοιχτής αγοράς μια ιδιωτική εταιρεία συνήθως τα καταφέρνει καλύτερα, όπως δείχνει και το παράδειγμα της ίδιας της British Airways άλλωστε. Ούτε βέβαια λείπουν από την άλλη και τα αντίστοιχα παραδείγματα καλών αεροπορικών εταιρειών που παραμένουν δημόσιες. Προσοχή όμως: για να επιβιώσουν εταιρείες όπως π.χ. η Air France χρειάστηκε να λειτουργήσουν με κριτήρια σχεδόν αμιγώς ‘ιδιωτικοοικονομικά’, υπερνικώντας από τη μια τους πειρασμούς για πελατειακή ‘αξιοποίηση’ της εταιρείας από την εκάστοτε κυβέρνηση, και από την άλλη την επιμονή του προσωπικού στην υπεράσπιση αδικαιολόγητων εργασιακών και ασφαλιστικών προνομίων. Η ανάγκη συμβιβασμών μπορεί να εξασφάλισε την εργασιακή ειρήνη (και την ομαλή διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου πέρυσι το καλοκαίρι), αλλά πέραν αυτού μετέθεσε απλώς το πρόβλημα για αργότερα.

Ωστόσο, αν και το δίλημμα ‘δημόσιες ή ιδιωτικές αεροπορικές εταιρείες’ παραμένει σχετικά ανοιχτό σε θεωρητικό επίπεδο, η συγκεκριμένη εμπειρία της Ολυμπιακής δεν αφήνει πολλά περιθώρια για δισταγμούς. Η ιστορική διαδρομή της δείχνει πώς μια εταιρεία που αρχικά είχε κρατικοποιηθεί στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος, μετατράπηκε πρώτα σε προνομιακό πεδίο όλο και πιο ξέφρενων πελατειακών πρακτικών, για να καταλήξει μετά σε ‘κράτος εν κράτει’, με δικούς της κανόνες λειτουργίας, αδιάφορη αν όχι εχθρική προς τους επιβάτες – η εξυπηρέτηση των οποίων υποτίθεται ότι είναι ο λόγος ύπαρξής της.

Η παρατεταμένη κρίση της Ολυμπιακής φαίνεται να μπαίνει πλέον σε ένα δρόμο ‘επίλυσης’, με την έννοια της μετάβασης από τη σημερινή κατάσταση αργής μα σταθερής παρακμής προς κάποια άλλη, τα χαρακτηριστικά της οποίας προς το παρόν παραμένουν άγνωστα. Η έκβαση της κρίσης είναι αβέβαιη αλλά όχι και ανεξέλεγκτη, αφού συναρτάται με τις στρατηγικές των εμπλεκομένων μερών και συνεπώς επιδέχεται χειρισμών και παρεμβάσεων.

Όσον αφορά τη στάση του συνδικάτου, οι στρατηγικές επιλογές που ανοίγονται είναι σε γενικές γραμμές δύο. Από τη μια, αγκίστρωση στο σημερινό καθεστώς και τυφλή καταγγελία κάθε μεταβολής. Από την άλλη, παραδοχή της αναγκαιότητας βαθιών αλλαγών και συμμετοχή σε μια συμφωνημένη πορεία αναμόρφωσης. Η πρώτη στρατηγική ίσως εξασφαλίσει βραχυπρόθεσμα τη διατήρηση των ‘κεκτημένων’ τμήματος του προσωπικού, αλλά οδηγεί μακροπρόθεσμα στην πιο γρήγορη – και πιο οδυνηρή για το σύνολο των εργαζομένων – παρακμή της εταιρείας. Η δεύτερη δίνει στο συνδικάτο το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα αλλά και το ηθικό δικαίωμα να διεκδικήσει ελαχιστοποίηση και δίκαιη κατανομή του κόστους προσαρμογής μεταξύ των εργαζομένων. Η ευθύνη της απόφασης βαρύνει τους ίδιους, αλλά οι συνέπειές της μας αφορούν όλους.