Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποδόσφαιρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποδόσφαιρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Δεκεμβρίου 2022

Small antidotes to existential angst

 


Οriginally published in Greek in Kathimerini (24 December 2022) under the title "Partying in Kyiv".

Wasn’t it Alki Zei, the novelist, who’d said “The best parties in Athens took place during the Occupation”? That was definitely not the selfish reaction of an unreflective individual, who turned in on herself while all around her fell apart; only the vital urge of a young woman in love (she had just met Giorgos Sevastikoglou, her lifetime companion), who drew strength from the certainty that she did the right thing (she had already joined the Resistance), and resolved to live every day to the full, knowing it could be her last.

That phrase came to mind as I read of the parties thrown in Kyiv and Lviv. With power from makeshift generators, and no heating, dancing with determination, waiting for the next bomb. Knowing that free men and women around the world admire them, cheer their military successes, and pin their hopes on their perseverance, until the end of the nightmare. It’s the human condition: we lick our wounds, count our losses, and push on. What else can one do?

Is it morally suspect of us western Europeans to watch a terrible war unfold as if it were a spectacle, from our warm home, with our beloved ones nearby and safe? It can be – unless we too are prepared to do the right thing: keep our calm about the rising cost of energy, treat compassionately Ukrainian (and other) refugees, send our governments the signal that we too will persevere, until the end of the nightmare.

Meanwhile, the spectacle par excellence for me and many other people around the world had already been stained by reports of thousands of migrant workers losing their lives to build Qatar’s stadiums before the bribing scandal at the European Parliament, involving MEPs from my adopted as well my actual country, from a political family close to mine (how many more trials does this life have in store for me?)

And yet, amidst the gloom, how many of us, against their better judgement, did not feel gradually engrossed in the childish excitement of a tense, closely contested football match? For 90 or 120 minutes (plus injury time) we forgot the war, climate change, the vulgarity of much of public life, the mediocrity of most of its protagonists, and geared up to applaud a great goal, or to regret a lost penalty, by a random millionaire from a faraway country.

Or to share the joy of those who cheered their own country’s victories, like the Moroccans who celebrated in the streets of Milan, children sitting on their shoulders, holding hands with their women, them wearing headscarf or lipstick and light makeup (or all of these at once), for a night of pure bliss, and then another, on top of the world.

Or to laugh with the near triumph of Ghana’s forward, by the name of Inaki Williams, who in the tenth minute of injury time, lurking behind the post with deadly intent, as Portugal goalkeeper Diogo Costa, oblivious to his presence, dropped the ball in front of him, darted forward, stole the ball, only to slip as he turned to score an easy goal, missing the chance to become a national hero, but not before giving a few million people around the world the gift of a few seconds of authentic joy, taking them back to the time when, sweaty and bruised, carefree and unsuspecting, they chased a ball on a dusty field for hours on end.

Οι μικρές απολαύσεις αντίδοτο στην υπαρξιακή αγωνία


Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2022) με τίτλο 
«Πάρτυ στο Κίεβο».

Η Άλκη Ζέη δεν είχε γράψει ότι «τα καλύτερα πάρτυ γίνονταν στη διάρκεια της Κατοχής»; Δεν επρόκειτο για εγωιστική αντίδραση αστόχαστου ανθρώπου, που κλείνεται στον εαυτό του ενώ έξω όλα καταρρέουν. Αλλά για τη ζωτική ανάγκη ενός νεαρού ερωτευμένου κοριτσιού (εκείνη την εποχή γνωρίζει τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, σύντροφο μιας ζωής), που αντλεί δύναμη και γαλήνη από τη συνείδηση ότι κάνει αυτό που πρέπει (έχει ήδη προσχωρήσει στην Αντίσταση), και αποφασίζει να ζήσει έντονα κάθε μέρα, γνωρίζοντας ότι μπορεί να είναι η τελευταία.

Αυτή η φράση και αυτή η ιστορία μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας για τα πάρτυ των κατοίκων του Κιέβου και του Λβυβ. Με ρεύμα από γεννήτριες, χωρίς θέρμανση, χορεύοντας με πείσμα, περιμένοντας την επόμενη βόμβα. Γνωρίζοντας ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι όλου του κόσμου τους θαυμάζουν, πανηγυρίζουν για τις επιτυχίες τους, και προσεύχονται να αντέξουν, μέχρι το τέλος του εφιάλτη. Είναι η ανθρώπινη συνθήκη: γλύφουμε τις πληγές μας, μετράμε τις απώλειες μας, και προχωράμε, προσπαθώντας κάθε φορά να κάνουμε το σωστό. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;

Είναι ηθικά αμφίβολη η στάση μας αυτή, να παρακολουθούμε έναν ακόμη φριχτό πόλεμο σαν να είναι ψυχαγωγικό θέαμα, από το ζεστό μας σπίτι, με τους αγαπημένους μας κοντά μας και ασφαλείς; Ναι είναι – εκτός εάν είμαστε έτοιμοι να κάνουμε και εμείς το σωστό, τηρουμένων των πολλών αναλογιών: κάνοντας υπομονή για το ρεύμα που ακρίβυνε, συμπεριφερόμενοι ανθρώπινα στους Ουκρανούς (και στους άλλους) πρόσφυγες, και στέλνοντας στις κυβερνήσεις που μας εκπροσωπούν το σινιάλο ότι είμαστε και εμείς έτοιμοι να αντέξουμε, μέχρι το τέλος του εφιάλτη.

Εν τω μεταξύ, το κατ’ εξοχήν ψυχαγωγικό θέαμα, για μένα και εκατομμύρια άλλους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, είχε από καιρό λεκιαστεί ανεξίτηλα, από την είδηση των χιλιάδων μεταναστών εργατών χωρίς δικαιώματα που έχασαν τη ζωή τους χτίζοντας τα γήπεδα όπου παίζεται το Μουντιάλ του Κατάρ. Ήδη προτού ξεσπάσει το σκάνδαλο χρηματισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και μάλιστα με πρωταγωνιστές πολιτικούς από τις δύο πατρίδες μου, και μάλιστα από συγγενική μου πολιτική οικογένεια (πόσες ακόμη δοκιμασίες μου επιφυλάσσει αυτή η ζωή;)

Και όμως, μέσα σε αυτό το ζόφο, πόσοι από εμάς δεν ένιωσαν, σχεδόν παρά τη θέλησή τους, να βυθίζονται σταδιακά στην παιδιάστικη απόλαυση ενός συναρπαστικού, αμφίρροπου αγώνα; «Τα λεπτά κυλούν, η αγωνία κορυφώνεται» - και για 90 ή 120 λεπτά (συν τις καθυστερήσεις) ξεχνάμε τον πόλεμο, την κλιματική αλλαγή, τη χυδαιότητα της δημόσιας ζωής, την ευτέλεια κάποιων πρωταγωνιστών της, και ετοιμαζόμαστε πάλι να πανηγυρίσουμε ένα γκολ, ή να λυπηθούμε για ένα χαμένο πέναλτυ, κάποιου άγνωστου σε εμάς εκατομμυριούχου από κάποια μακρινή χώρα.

Ή να μοιραστούμε τη χαρά όσων πανηγυρίζουν τις επιτυχίες της δικής τους χώρας, όπως οι Μαροκινοί του Μιλάνου, που βγήκαν με τις σημαίες τους, με τις καραμούζες τους, με τα παιδιά τους στους ώμους, κρατώντας από το χέρι τις γυναίκες τους, με μαντήλα ή με κραγιόν και ελαφρύ μακιγιάζ (ή με όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως), για μια νύχτα, και μετά άλλη μια, στην κορυφή του κόσμου: έρχονται άλλες εποχές.

Ή να γελάσουμε με το ημιτελές κατόρθωμα του επιθετικού της Γκάνας (Ινάκι Γουίλλιαμς το όνομά του), που στο δέκατο λεπτό των καθυστερήσεων του αγώνα με την Πορτογαλία κρύφτηκε πίσω από το δοκάρι, σαν τίγρης σε θανάσιμη ενέδρα, και όταν ο αντίπαλος τερματοφύλακας άφησε τη μπάλα στο χόρτο, τινάχτηκε μπροστά, του την έκλεψε, στράφηκε για να την σπρώξει στο άδειο τέρμα – και γλύστρησε, χάνοντας τη μεγάλη ευκαιρία να γίνει εθνικός ήρωας, έχοντας όμως προηγουμένως χαρίσει σε μερικά εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο λίγα δευτερόλεπτα αυθεντικής χαράς, ταξιδεύοντάς τους στα χρόνια που ιδρωμένοι και γρατζουνισμένοι, ξένοιαστοι και ανυποψίαστοι, έτρεχαν ώρες ατέλειωτες πίσω από μια μπάλα σε μια σκονισμένη αλάνα.

10 Ιουλίου 2021

Μπροστά στον τελικό του Euro 2020

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Σάββατο 10 Ιουλίου 2021).

Ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν έχουν αμφιβολίες. Εγώ έχω, πολλές. Μπορεί να είναι τα γονίδια του παλιού Ρηγά – προτού υποστεί τη γνωστή αξιοθρήνητη μετάλλαξη. Να, για παράδειγμα: την Κυριακή το βράδυ δεν είμαι βέβαιος ποια από τις δύο «δεύτερες πατρίδες» μου πρέπει να υποστηρίζω: την Αγγλία ή την Ιταλία;

Στην Αγγλία έζησα μερικά από τα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής μου, συνέχισα τις σπουδές μου, άρχισα να δουλεύω σε ένα απίθανο πανεπιστήμιο, έμαθα ότι μπορώ να κάνω επάγγελμα τα πράγματα που έτσι κι αλλιώς με συναρπάζουν και με παθιάζουν, και ότι αυτή θα είναι πάντοτε η μεγαλύτερη τύχη μου. Και εν τω μεταξύ, αγάπησα βαθιά την παράξενη αυτή χώρα με τους παράξενους ανθρώπους, με τις άλλοτε εκνευριστικές και άλλοτε αξιαγάπητες παραξενιές. Τόσο που πήρα το Brexit προσωπικά, σαν προδομένος εραστής: «Σε εμένα το κάνουν αυτό, που τους αγάπησα τόσο;» Πέντε χρόνια μετά, είμαι έτοιμος να τους συγχωρέσω – αρκεί βέβαια να μου ζητήσουν ταπεινά συγγνώμη (το γονάτισμα προαιρετικό).

Ούτε κι εγώ καλά-καλά δεν ξέρω γιατί συγκινούμαι τόσο όταν βλέπω το φιλμάκι του ανεπίσημου ποδοσφαιρικού τους ύμνου, «The Three lions». Ίσως γιατί συμπυκνώνει όλα όσα αγάπησα στην Αγγλία: την υπερηφάνια για τα περασμένα μεγαλεία, τη συναίσθηση της παρακμής, την αφοσίωση στην ομάδα (και στη χώρα) στις καλές στιγμές και στις κακές, τον αυτοσαρκασμό. ΟΚ – και επίσης επειδή το 1990, στο σπίτι μου στο Λονδίνο, κολλημένος στο γυαλί, είδα κι εγώ τον Λίνεκερ, δέκα λεπτά πριν τελειώσει ο ημιτελικός, με τη Γερμανία να προηγείται 1-0, να χορεύει πιρουέτες γύρω από τη γερμανική άμυνα, να στέλνει με διαγώνιο συρτό σουτ τη μπάλα στα δίχτυα, να πανηγυρίζει σαν μικρό χαρούμενο παιδί, και να μας κάνει όλους ευτυχισμένους.

Λίγους μήνες μετά άρχισε η μακρόχρονη σχέση μου με την Ιταλία, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν για μένα απλώς («απλώς») η χώρα του Λουκίνο Βισκόντι, του Φεντερίκο Φελλίνι, των αδελφών Ταβιάνι – και του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Και φυσικά η χώρα της Ίντερ, με την οποία η σχέση των οπαδών της μοιάζει πολύ με εκείνη των Άγγλων με την Εθνική τους: πολλές πίκρες, λίγες χαρές, με τις τελευταίες να κάνουν τις πρώτες να αξίζουν τον κόπο. (Τώρα που το σκέφτομαι, και η σχέση των οπαδών της ΑΕΚ με την ομάδα τους αυτή είναι. Δεν θα είναι τυχαίο ...)  Έκτοτε ο δεσμός μας δυνάμωσε, και εάν για αυτό δεν είναι αρκετή απόδειξη ότι τα τελευταία 5 χρόνια ζω μόνιμα εκεί, μάλλον είναι ότι έχω δύο παιδιά που μιλάνε μεταξύ τους ιταλικά, λένε ότι νιώθουν «100% Ιταλοί και 100% Έλληνες», και αντιμετωπίζουν με επιείκια και τις δυο τους πατρίδες. Κι εγώ όλα αυτά τα χρόνια, και ειδικά τα τελευταία, έχω σιγά-σιγά αναπτύξει μια αμφίσημη στάση προς τη χώρα που με φιλοξενεί: από τη μια εξοργίζομαι με τη γραφειοκρατία, τον επαρχιωτισμό, τη στενομυαλιά, την έλλειψη αξιοκρατίας, από την άλλη ενθουσιάζομαι με τη φαντασία, την επινοητικότητα, την πραότητα, την αβίαστη κομψότητα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την ίδια αμφίσημη στάση που εδώ και δεκαετίες έχω με την πρώτη πατρίδα μου, την αληθινή. Και εάν αυτό δεν δείχνει ότι έχω αρχίσει κι εγώ να γίνομαι λίγο Ιταλός, δεν ξέρω τι το δείχνει.

Θα τη χρειαστεί στον τελικό τη φαντασία και την επινοητικότητα η Εθνική Ιταλίας. (Όσο για την κομψότητα, δείτε ξανά τα γκολ του Κιέζα με το Βέλγιο και με την Ισπανία.) Έγραψε στην Corriere della sera ο Beppe Severgnini, που κι αυτός γνωρίζει καλά και αγαπά την Αγγλία: «Εμείς οι Ιταλοί πιστεύουμε ότι μπορεί να χάσουμε, οι Άγγλοι σκέφτονται ότι πρέπει να κερδίσουν. Έτσι, συχνά, εμείς τα καταφέρνουμε καλύτερα.»

Ας κερδίσει ο καλύτερος!

26 Απριλίου 2019

Μια υποσημείωση στα βιβλία της ιστορίας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Παρασκευή 26 Απριλίου 2019).

Οι επαναληπτικοί αγώνες των προημιτελικών του Champions League επεφύλαξαν σπάνιες συγκινήσεις στον ανταποκριτή σας (και σε μερικά εκατομμύρια άλλους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο): ο Άγιαξ απέκλεισε τη Γιουβέντους νικώντας την 2-1 μέσα στο Τορίνο (ο αθλητικός συντάκτης της Corriere della sera, πιθανότατα με μια δόση χαιρεκακίας, έγραψε ότι οι γηπεδούχοι δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν το καθαρό και γρήγορο ποδόσφαιρο των αντιπάλων τους), ενώ η Τόττεναμ πέρασε στα ημιτελικά με το εκτός έδρας γκολ χάνοντας 4-3 από την Μάντσεστερ Σίτυ (κατά Gary Lineker «ένα από τα μεγαλύτερα, συναρπαστικότερα, δραματικότερα και συγκινητικότερα παιγνίδια» της ζωής του).

Δεν είναι μόνο ότι η (ποδοσφαιρική) ζωή κάποιων από εμάς έχει λίγες χαρές και πολλές λύπες, οπότε αναγκαστικά πανηγυρίζουμε τις επιτυχίες άλλων ομάδων. Ούτε μόνο ότι τα συγκεκριμένα παιγνίδια ήταν αυτό που λένε «διαφήμιση του ποδοσφαίρου», και υπενθύμιση του τι χάνουν όσοι δεν καταλαβαίνουν, ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, αυτό το υπέροχο άθλημα-βασιλιά των σπορ. (Διαβάστε το σπαρακτικό και ξεκαρδιστικό άρθρο του Simon Hattenstone στο Guardian.) Είναι επίσης ότι ο Άγιαξ και η Τόττεναμ διαφέρουν από τις άλλες ομάδες επειδή συμβολίζουν (σε ένα κοκτέηλ με ίσες δόσεις αλήθειας και υπερβολής) την τραγική ιστορία των Εβραίων της Ευρώπης.

Η υπερβολή είναι οφθαλμοφανής. Οι οπαδοί του Άγιαξ ξεδιπλώνουν γιγαντοπανώ με τη σημαία του Ισραήλ που καλύπτουν όλη την κερκίδα και φωνάζουν όλοι μαζί «Ajax joden, super joden», ενώ εκείνοι της Τόττεναμ αυτοαποκαλούνται «Yid Army» και φωνάζουν «Come on the Yids». Και όμως, οι περισσότεροι δεν είναι Εβραίοι – αν και φυσικά οι περισσότεροι Εβραίοι του Άμστερνταμ και του Λονδίνου αυτές τις ομάδες υποστηρίζουν.

Γιατί το κάνουν; Αφενός για να διεκδικήσουν με υπερηφάνεια μια ταυτότητα για την οποία κατά τη γνώμη των αντιπάλων τους θα έπρεπε να ντρέπονται, όπως μερικοί μαύροι της Αμερικής όταν αυτοαποκαλούνται «νέγροι». Μου το είχε εξηγήσει πριν τρεις δεκαετίες η C., συνάδελφός μου στο λονδρέζικο πανεπιστήμιο που μόλις με είχε προσλάβει, αγγλοεβραία και αριστερή (όπως και ο σύζυγός της Ν., που έτρωγε μπέϊκον και χαιρετούσε τους φίλους του με αγκαλιές και φιλιά – λιγότερο αγγλική συμπεριφορά δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς). Κανονικά «yid» είναι βρισιά: έτσι έλεγαν τους Εβραίους οι μαυροπουκαμισάδες του Όσβαλντ Μόσλεϋ, της Βρετανικής Φασιστικής Ένωσης, στις οδομαχίες του East End τη δεκαετία του ’30. Το 1990, για τους νεαρούς του Βόρειου Λονδίνου, το να ονομάζεις τον εαυτό σου «yid» ήταν τίτλος τιμής. Το ίδιο και σήμερα φαντάζομαι.

Ακόμη και όταν δεν είσαι Εβραίος. Ιδίως όταν οι αντίπαλοί σου έτσι σε φωνάζουν. Όπως οι φανατικοί οπαδοί της Τσέλσυ, που στα πέτρινα χρόνια της προ Μουρίνιο (και προ Αμπράμοβιτς) εποχής ήταν κατά κανόνα ακροδεξιοί. Ή εκείνοι της Φέγιενορντ, που στα ντέρμπυ με τον Άγιαξ φώναζαν «Hamas, hamas, joden aan het gas», με τον τίτλο της παλαιστινιακής οργάνωσης να κάνει ομοιοκαταληξία με τους θαλάμους αερίων, μιμούμενοι τον ήχο τους (φςςς). Τι θα κάνατε εσείς, εάν ήσαστε οπαδοί του Άγιαξ; Θα φωνάζατε «Σούπερ Εβραίοι», και θα πανηγυρίζατε ανεμίζοντας σημαίες του Ισραήλ.

Αλλά πόσο εβραϊκή ομάδα έχει υπάρξει ο Άγιαξ; Όπως εξηγεί στο εξαιρετικό βιβλίο του ο Simon Kuper, σχολιαστής των Financial Times, ολλανδοεβραίος ο ίδιος, η αλήθεια είναι κάπως περίπλοκη. Από τη μια, το Άμστερνταμ μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε «Ιερουσαλήμ της Δύσης», τόπος κατοικίας 80.000 Εβραίων. Περίπου 3 στους 4 κατέληξαν στα στρατόπεδα, ανάμεσά τους και ο θρυλικός Eddy Hamel, δεξί εξτρέμ της πρώτης ομάδας του Άγιαξ από το 1922 έως το 1930. Μετά τον πόλεμο, Εβραίοι ήταν τρεις πρόεδροι της ομάδας, αρκετοί παίκτες, και ο Salo Muller, ο αγαπημένος φυσιοθεραπευτής των παικτών και της κερκίδας. Όμως όλες οι ολλανδικές ομάδες εφάρμοσαν με επιμέλεια τους αντισημιτικούς νόμους της ναζιστικής κατοχής, πασχίζοντας να μην προσβάλλουν τους Εβραίους-μέλη τους την ώρα που τους διέγραφαν, π.χ. επιστρέφοντας τους το ποσό που αντιστοιχούσε στο εισιτήριο διαρκείας. Μια τυπική περίπτωση «γκρίζας ζώνης», για την οποία ο Πρίμο Λέβι έγραψε σελίδες διαύγειας και οδύνης, όπως μας θύμισαν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Θανάσης Γιαλκέτσης στην ωραία εκδήλωση του Πύργου Βιβλίων του ΙΣΝ στην εκδήλωση της περασμένης Παρασκευής.

Εν τω μεταξύ, εμείς εδώ στο Μιλάνο ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε την Ημέρα της Απελευθέρωσης: στις 25 Απριλίου 1945 οι «γκαριμπαλντίνοι», παρτιζάνοι που πρόσκεινταν στο ΙΚΚ, κρέμασαν ανάποδα τον Μπενίτο Μουσσολίνι (αλλά και, πολύ λιγότερο ηρωικά, την ερωμένη του, Κλάρα Πετάτσι) στην Πλατεία Λορέτο – μια στάση του μετρό από το πανεπιστήμιο όπου εργάζεται ο ανταποκριτής σας. Στην καθιερωμένη ετήσια συγκέντρωση στην Πλατεία του Ντουόμο, παρελαύνουν περήφανοι με τα σύμβολά τους, εν μέσω πολλών χειροκροτημάτων και λίγων αποδοκιμασιών, οι βετεράνοι της «Εβραϊκής Μεραρχίας», Εβραίοι παρτιζάνοι που αντί να δεχθούν στωικά τη μοίρα τους οδηγούμενοι στα στρατόπεδα αποφάσισαν να ανταποδώσουν τα χτυπήματα, 1 εναντίον 10, όπως ο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ, «πολεμώντας για μια υποσημείωση στα βιβλία της ιστορίας», όπως εξηγεί ο Γκέντελε στον Μέντελ στο σχετικό μυθιστόρημα του Πρίμο Λέβι. Φέτος θα παρελάσει μόνος του ο Piero Cividalli, 93 ετών, τελευταίος επιζών του ιταλικού λόχου της «Εβραϊκής Μεραρχίας», τον οποίο τίμησε σε ειδική συνεδρίαση το δημοτικό συμβούλιο της πόλης μας, προπύργιο της κεντροαριστεράς σε μια Ιταλία που κυριαρχείται από την λεπενική Λέγκα στο Βορρά και από το ασυνάρτητο Κίνημα Πέντε Αστέρων στο Νότο.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

29 Απριλίου 2018

Οι ήττες πονάνε

Αναρτήθηκε στον ιστότοπο για τον πολιτισμό «dimart» (Κυριακή 29 Απριλίου 2018).

Είναι το πρωί της επόμενης μέρας. Έχω κλειδώσει το ποδήλατο, έχω αγοράσει την Corriere με τη Lettura, το κυριακάτικο ένθετο για τις τέχνες και τα γράμματα, και διαβάζω τα αθλητικά όρθιος στη μπάρα του αστικού καφέ, τρώγοντας κρουασάν και πίνοντας καπουτσίνο. Πίσω μου περιμένουν να σερβιριστούν δύο κυρίες μεγάλης ηλικίας, καλοντυμένες και περιποιημένες. «Τελικά έχασε η Ίντερ; Μα έπαιζε τόσο ωραία!» Γυρίζω χαμογελώντας πικρά. «Ναι κυρία μου, έχασε – και ναι, πράγματι έπαιζε ωραία. Οι ήττες πονάνε.» (Κατά κυριολεξία, στη γλώσσα του τόπου: «Οι ήττες καίνε».)

Η τελευταία ήττα που πόνεσε ήταν φυσικά το 2-3 με την αντιπαθητική Γιουβέντους, την αιώνια ευνοημένη των διαιτητών, το προηγούμενο βράδυ. Το Σαν Σίρο κατάμεστο: 78.328 εισιτήρια (5,3 εκατομμύρια ευρώ εισπράξεις). Οι οπαδοί της φιλοξενούμενης στο πέταλο, αλλά και σκόρπιοι ανάμεσα στους υπόλοιπους θεατές: φοράνε φανέλες της ομάδας τους, και δεν φοβούνται να πανηγυρίσουν τα γκολ, υπό τα θλιμμένα αλλά όχι απειλητικά βλέμματα των υποστηρικτών της Ίντερ.

Το πρώτο ημίχρονο είναι τραγικό για την Ίντερ. Δέχεται νωρίς γκολ, μένει με έναν παίκτη λιγότερο, δέχεται δεύτερο γκολ που ευτυχώς ακυρώνεται λόγω (καθαρού) οφσάιντ. Το στάδιο δεν διαμαρτύρεται τόσο για την (αυστηρή) αποβολή του Βεσίνο, όσο για την διπλή άρνηση του διαιτητή να εφαρμόσει τα ίδια μέτρα και σταθμά, σε δύο διαφορετικές φάσεις, δίνοντας δεύτερη κίτρινη στον Πιάνιτς σε ισάριθμα σκληρά φάουλ στον Ραφίνια. Οι οπαδοί της Ίντερ αντιδρούν ξεσπώντας σε ειρωνικά χειροκροτήματα, στραμμένοι προς το πέταλο των οπαδών της Γιουβέντους.

Στο δεύτερο ημίχρονο βλέπουμε μια Ίντερ μεταμορφωμένη: «Με δέκα παίκτες, παίζει με κουράγιο, δύναμη, σφρίγος και ενθουσιασμό» όπως γράφει η σοβαρή εφημερίδα. Είναι μια Ίντερ «garibaldina». Ανατρέπει το σκορ μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, με ένα γκολ του Ικάρντι και άλλο ένα αυτογκόλ του αμυντικού της Γιουβέντους, ενδεικτικό της πίεσης, αγωνιστικής και ψυχολογικής, που ασκεί η Ίντερ. Διατηρεί το προβάδισμα, χωρίς μεγάλη δυσκολία αλλά και χωρίς άλλες δυνάμεις, μέχρι τρία λεπτά πριν από το τέλος. Τότε η Γιουβέντους, ψυχρή και κυνική, πετυχαίνει δύο γκολ σε ενάμιση λεπτό, «αρπάζοντας τη νίκη από τα σαγόνια της ήττας», όπως λένε οι Εγγλέζοι.

Στο δρόμο του γυρισμού με τον Έ. είμαστε σε θυμόσοφο mood. Του μιλάω για κάποιες άλλες ήττες που είχαν πονέσει. Από το 4-4 με τον Ολυμπιακό (14-15 στα πέναλτυ) το 2009, έως το 1-0 στην Τούμπα το 1976. Ακόμη θυμάμαι το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα, με τον πατέρα μου μάταια να προσπαθεί να με παρηγορήσει, οδηγώντας στην Εθνική Οδό μέσα στη νύχτα. Ο Έ. χαμογελάει πικρά. Είναι σαν να βλέπω το αόρατο νήμα, πάνω από τη θάλασσα και πάνω από τον χρόνο, που τον συνδέει με τον λατρεμένο του παππού (και ίσως, γιατί όχι, και με τον μπαμπά του), με την άλλη μια από τις δύο πατρίδες του, με την άλλη μια από τις δυο ομάδες της καρδιάς του.

Δεν του μιλάω για τις διαφορετικές ήττες μας, που και εκείνες είχαν πονέσει τόσο πολύ. Για τις εκλογές του 1977 και του 1981. Για την αποτυχία της ΕΑΡ. Για τον εκφυλισμό του Συνασπισμού. Για την ταχεία μετάλλαξη της ΔΗΜΑΡ από ελπίδα της δημοκρατίας σε φαρσοκωμωδία της δεκάρας. Για την επικράτηση της χειρότερης Ελλάδας: ενός αμόρφωτου πρωθυπουργού και του χυδαίου φίλου του με τις στολές παραλλαγής, των τσαρλατάνων υπουργών τους, των ανίκανων ή/και θρησκόληπτων ανόητων σε θέσεις ευθύνης, των στελεχών που περιμένουν τη σειρά τους για να διοριστούν κι αυτοί σε κάποια θεσούλα, των απλών οπαδών που παρηγορούνται με τη σκέψη ότι «και οι άλλοι ίδιοι ήταν», σε ένα απέραντο τοπίο παρακμής, σε μια χώρα φοβισμένων και μνησίκακων ανθρώπων.

Πώς να του μιλήσω για όλα αυτά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρει όλα.

Τελειώνω τον καφέ, μαζεύω την εφημερίδα (και τα γυαλιά πρεσβυωπίας), χαιρετάω τις δύο κυρίες. «Καλή Κυριακή παιδί μου. Και ας ελπίσουμε ότι την άλλη φορά η Ίντερ θα κερδίσει, όπως άλλωστε της αξίζει.»

19 Ιουνίου 2016

Μικρές απολαύσεις

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ραδιοφωνικού σταθμού «Amagi» (Κυριακή 19 Ιουνίου 2016).

Κάποιος κάποτε είχε παρατηρήσει ότι το βαθύτερο νόημα του να μεγαλώνεις είναι ότι στενεύουν τα περιθώρια των επιλογών. Αυτό αρχίζει να συμβαίνει αμέσως. Τη στιγμή που ένα βρέφος έρχεται στο φώς, μαθαίνει ότι δεν θα γίνει ποτέ Βασιλιάς (ή Βασίλισσα) της Αγγλίας – εκτός φυσικά εάν ανήκει στη γραμμή διαδοχής για το θρόνο, ή σε κάποια από τις οικογένειες που τον σφετερίζονται, εάν υπάρχουν ακόμη τέτοιες.

Μια ρηχότερη εκδοχή αυτής της παρατήρησης είναι ότι καθώς μεγαλώνεις συνειδητοποιείς ότι πράγματα που κάποτε σε ενθουσίαζαν έχουν στο μεταξύ χάσει την αίγλη τους. Το ποδόσφαιρο, για παράδειγμα. Στη δική μου περίπτωση, εν μέρει επειδή η ζωή έχει επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις σε έναν οπαδό της ΑΕΚ. (Αν και υπάρχουν και χειρότερα: π.χ. ο Ε., ο οποίος φέρει το γενετικό υλικό της ποδοσφαιρικής ένταξης που κληρονόμησε από τον μπαμπά του, και κυρίως τον παππού του, δεν έχει ακόμη δει την ομάδα του να παίρνει πρωτάθλημα: η τελευταία φορά ήταν λίγες μέρες προτού γεννηθεί.)

Ίσως για αυτό να βιώνουμε τις – αραιές, και έμμεσες – ποδοσφαιρικές επιτυχίες, όπως το Ευρωπαϊκό του 2004, ή τη νίκη της Inter στον τελικό του Champions League το 2010, ως κάτι όχι απλώς απελευθερωτικά ηδονικό (το foreplay του «γκολ που ψήνεται», η οργασμική κορύφωση της μπάλας που «κάνει το πλεχτό να σπαρταρά»), αλλά και ως επιστροφή στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας – στην εποχή δηλ. που για πολλούς από εμάς η βασική έγνοια του απογεύματος της Κυριακής ήταν εάν η νίκη ή η ήττα της ομάδας μας στο πρωτάθλημα θα μας επέτρεπε να βαδίσουμε με το κεφάλι ψηλά ή όχι την Δευτέρα στο σχολείο.

Όμως όταν άρχισα να γράφω αυτό το κείμενο δεν σκεφτόμουν το ποδόσφαιρο, ούτε το sex. (Εντάξει, όχι πολύ.) Αυτό που κυρίως είχα στο μυαλό μου ήταν οι εφημερίδες – ιδίως οι κυριακάτικες. Για μια μεγάλη περίοδο της ζωής μου, η προοπτική του να περάσω ένα κυριακάτικο πρωινό χωρίς την εφημερίδα στο ένα χέρι, το φλυτζάνι του καφέ στο άλλο, και τα υπόλοιπα φύλλα και ένθετα πάνω στο τραπέζι δίπλα στο πιάτο με τα βουτήματα, μου φαινόταν απλώς αδιανόητη ή, ακόμη χειρότερα, κενή νοήματος.

Αυτή η συνήθεια είχε ξεκινήσει από το σχολείο κιόλας, αλλά ανέβασε ταχύτητα στο πανεπιστήμιο. Με θυμάμαι (όχι χωρίς λίγη αναδρομική ντροπή) να μένω μέχρι το μεσημέρι στο κρεβάτι, δίπλα μου το Βήμα, η Αυγή, η Ελευθεροτυπία, η Καθημερινή, το μελάνι τους πάνω στα σκεπάσματα, τη μητέρα μου να μπαίνει στο δωμάτιο και να με κυττάζει με καχυποψία, εκείνη συχνά ακόμη εξαντλημένη μετά από μια νυχτερινή βάρδια στη δουλειά, εγώ με το ύφος του μεγάλου διανοούμενου και κομματικού στελέχους (Γραμματέας της Ο.Β. ΑΣΟΕΕ – λίγο είναι;) που, όχι, δεν τεμπελιάζει: εργάζεται σκληρά πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ειρήνης και του σοσιαλισμού. (Συγγνώμη μαμά!)

Στο Λονδίνο, αργότερα, χάρη στον Observer και στον βραχύβιο Independent on Sunday, η φάση αυτή – ως καθαρή απόλαυση, όχι πλέον ως προτετοιμασία ενός καλύτερου κόσμου – έφτασε στο υψηλότερο (ή μήπως χαμηλότερο;) σημείο της. Προειδοποιούσα τους φίλους που φιλοξενούσα να με αφήσουν στην ησυχία μου για λίγες ώρες, μετά θα είμαι στη διάθεσή τους. Υποψιάζομαι ότι η Μ. το θεωρούσε πολύ ανάγωγο εκ μέρους μου (ο F. πάλι, όχι).

Όταν όμως επέστρεψα στην Ελλάδα, παρότι από κεκτημένη συνήθεια συνέχισα να αγοράζω εφημερίδες, δεν ήταν πια το ίδιο. Στο στρατόπεδο του Ρεθύμνου (όπου, χάρη στη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες τότε εκλογές του 1993, είχε επιτραπεί και πάλι η ανάγνωση εφημερίδων), δεν πίστευα στα μάτια μου καθώς διάβαζα το βασικό άρθρο γνώμης της Ελευθεροτυπίας. Κάποιος καθηγητής πανεπιστημίου της Β. Ελλάδας (νομίζω) εξηγούσε γιατί η Πολεμική Αεροπορία θα πρέπει να βομβαρδίσει όσα κτιρία του «κράτους των Σκοπίων» ανέμιζαν τη σημαία με τον Ήλιο της Βεργίνας. Και η δήθεν προοδευτική, ανεξάρτητη εφημερίδα το δημοσίευε – τι λέω; το μόστραρε, με υπερηφάνεια. Καλώς ήρθατε στα Βαλκάνια, του μίσους και του αίματος. Ήταν η τελευταία φορά που πήρα στα χέρια μου το συγκεκριμένο έντυπο, και δεν το μετάνιωσα καθόλου.

Πολύ αργότερα ήρθε η σειρά της Αυγής. Καθυστέρησε κυρίως επειδή, παρά την προϊούσα μετάλλαξη της εφημερίδας αυτής, από το ύφος και το ήθος του Μανόλη Αναγνωστάκη σε εκείνο του Λάκη Λαζόπουλου, σε τελευταία ανάλυση εξακολουθούσα για χρόνια να δημοσιεύω άρθρα εκεί. Τακτικά, στα «Ενθέματα» επί Γιάννη Βούλγαρη μέχρι το 2000, πολύ αραιότερα μέχρι το 2010 οπότε εμφανίστηκε στον «Δαίμονα της Οικολογίας» του Κίμωνα Χατζημπίρου το τελευταίο άρθρο μου στην Αυγή – ένα κείμενο για το οποίο, παρεμπιπτόντως, εξακολουθώ να είμαι περήφανος. Ήδη όμως από πολύ καιρό, εκτός από τα άρθρα της Ελίζας Παπαδάκη ή του Κώστα Κάρη, είχα πάψει να βρίσκω κάτι ενδιαφέρον, ή έστω απλώς καλογραμμένο.

Το τελευταίο κρούσμα απομάγευσης από μια εφημερίδα που προηγουμένως διάβαζα επί χρόνια μου συνέβη το περσινό καλοκαίρι. Στη διάρκεια ενός περιπετειώδους ταξιδιού, από το νησί του Αρχιπελάγους της Τοσκάνης στην Αθήνα του δημοψηφίσματος, με λεωφορείο, πλοίο, bla-bla-car (θα εξηγήσω άλλη φορά) και τέλος αεροπλάνο (παραλείπω το μετρό), διάβασα με έκπληξη και θυμό την πολυσέλιδη ανταπόκριση της Repubblica. Θα μπορούσε να την είχε γράψει μόνος του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος: η Αριστερά με το «Όχι», η Δεξιά με το «Ναι», ο Σαμαράς κεντρικός ομιλητής στην τελευταία συγκέντρωση του «Μένουμε Ευρώπη» κτλ. Ήταν η τελευταία φορά που πήρα στα χέρια μου την ιστορική εφημερίδα που ίδρυσε ο Eugenio Scalfari, του οποίου τα editorials ομολογώ ότι μου λείπουν. Κάπως έτσι δεν λειτουργεί η απομάγευση;

Σκέφτομαι καμιά φορά ότι άνθρωποι σαν κι εμάς, αριστεροί-φιλελεύθεροι-σοσιαλδημοκράτες Έλληνες φρικαρισμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ και την ανεκδιήγητη κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, μοιάζουμε λίγο (τηρουμένων των αναλογιών) με τους πρώιμους Ανατολικοευρωπαίους refusenik, π.χ. της «Χάρτας ’77», τους οποίους οι Δυτικοί συνομιλητές κατήγγειλαν ότι έπαιζαν «αντικειμενικά» το παιγνίδι του ΝΑΤΟ, ή στην καλύτερη περίπτωση προέτρεπαν να δουν την «ευρύτερη εικόνα». (Ήδη με την «Αλληλεγγύη», 4 χρόνια αργότερα, τα πράγματα είχαν βελτιωθεί: πολλοί αριστεροί σε όλη την Ευρώπη, μαζί τους και τα παιδιά της Ο.Β. ΑΣΟΕΕ που λέγαμε παραπάνω, υποστήριξαν με πάθος το πολωνικό εργατικό συνδικάτο.)

Διαβάζω ακόμη εφημερίδες. Ο υπολογιστής μου ανοίγει στο site της Καθημερινής. Ύστερα κάνω έναν γρήγορο γύρο του κόσμου: NY Times, Guardian, Corriere, El País, Βήμα, Athens Voice. Όμως, σπανίως πια κάθομαι να διαβάσω το χάρτινο φύλλο. Εκτός βέβαια εάν βρεθώ για πρωινό σε κάποιο μπαρ της πόλης, όπου μπορεί κανείς να πιει espresso και να φάει κρουασάν πληρώνοντας δύο ευρώ, περιτριγυρισμένος από βιβλία, ακούγοντας μουσική (στο Bistrò del tempo ritrovato: jazz), και διαβάζοντας – πάντοτε σε συνεννόηση με τους άλλους θαμώνες – τα ωραία ένθετα των εφημερίδων της Β. Ιταλίας, κυρίως την κυριακάτικη La lettura της Corriere della sera, ή το σαββατιάτικο Tuttolibri της Stampa.

Αλλά είπαμε: αυτό συμβαίνει σπάνια. Η απόλαυση της ανάγνωσης έχει μετατοπιστεί στα περιοδικά. Θα ήθελα να έχω στη διάθεσή μου όλο τον χρόνο του κόσμου ώστε να μπορώ να διαβάσω κάθε δεκαπενθήμερο το υπέροχο London Review of Books, το (για μένα, λιγότερο συναρπαστικό) New York Review of Books, και κάθε βδομάδα το απίθανο New Yorker, το οποίο σε μια έκλαμψη ασυνήθιστης έμπνευσης είχα πρόσφατα περιγράψει ως διασταύρωση ανάμεσα στο «Αθηνόραμα» και στην «Κομμουνιστική Θεωρία και Πολιτική» (θεωρητικό περιοδικό του ΚΚΕ εσωτ). Εν τω μεταξύ, διαβάζω κάθε μήνα το Books Journal, που συχνά με διασκεδάζει και με αναστατώνει (ο γιατρός μου έχει απαγορεύσει να παρακολουθώ πολύ στενά την ελληνική επικαιρότητα), το Athens Review of Books – και οπωσδήποτε τον Economist, που πάντοτε ανοίγει νέους ορίζοντες.

Η τελευταία μικρή απόλαυση που μου έρχεται στο μυαλό (και την οποία μπορώ να μοιραστώ με το κοινό του Amagi) είναι το ραδιόφωνο. Στο γραφείο – εκτός από Amagi – ακούω Pepper 96 6, στο σπίτι Rai Radio 2 (η μουσική μέτρια, οι εκπομπές λόγου καλές), και τις Κυριακές BBC Radio 4. Αγαπημένη εκπομπή: Desert Island Disks. Ο καλεσμένος («ναυαγός») μιλά στην παρουσιάστρια (τα τελευταία χρόνια είναι η υπέροχη Kirsty Young) για τη ζωή του, διαλέγοντας τις μουσικές που θα έπαιρνε μαζί του σε ένα ερημονήσι, στη συνέχεια ένα βιβλίο (εκτός από την Βίβλο και τα Άπαντα του Shakespeare, που τον περιμένουν ήδη εκεί), και τέλος μια πολυτέλεια. Ακούστε την εκπομπή των αρχών του περασμένου Μαΐου, με ναυαγό τον Tom Hanks.

Έχω ήδη έτοιμη τη λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, και βιβλία, και «πολυτέλειες». Δεν θα ήθελα να με βρει απροετοίμαστο το ενδεχόμενο να γίνω κάποτε κι εγώ διάσημος. Θα άξιζε, μόνο και μόνο για αυτό.