Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010)
Η καταπολέμηση της παραοικονομίας – δηλ. του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται πέρα από το ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο του κράτους – είναι η μόνιμη επωδός των περισσότερων υπουργών οικονομικών. Και όμως, το φαινόμενο είναι ανθεκτικό και, ας το παραδεχτούμε, δημοφιλές: η γνώση ότι ο ιατρός χ ή ο υδραυλικός ψ φοροδιαφεύγει προκαλεί στον περίγυρό του αντιδράσεις επιείκειας (στην καλύτερη περίπτωση) ή φθόνου (στην χειρότερη). Πάντως όχι περιφρόνησης και απόρριψης.
Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία, που σχετίζεται με τη μακρόχρονη παράδοση αμοιβαίας δυσπιστίας στη σχέση κράτους και πολιτών. Στην κοινωνική αποδοχή, όμως, της φοροδιαφυγής (τυπικότερης εκδήλωσης της παραοικονομίας) συμβάλλουν ορισμένοι μύθοι. Ο πρώτος είναι αναρχοφιλελεύθερος, διαδεδομένος στον παράδεισο του αντικρατισμού (τις ΗΠΑ) και δημοφιλής στην κατά βάθος πιο «αμερικανική» χώρα της Ευρώπης (την Ελλάδα): «η φοροδιαφυγή είναι η θεμιτή άμυνα του πολίτη απέναντι σε ένα ληστρικό κράτος». Εδώ η απάντηση έχει δοθεί από έναν άλλον Αμερικανό φιλελεύθερο, τον Φ. Ρούζβελτ: «Οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Συνεπώς, η φοροδιαφυγή (αυτό το αγαπημένο χόμπυ των τζαμπατζήδων που απαιτούν τα προνόμια χωρίς όμως να πληρώσουν τα «τέλη συνδρομής») υποσκάπτει τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας.
Ο δεύτερος μύθος είναι ότι η φοροδιαφυγή βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν. Σε αυτόν το μύθο απαντά πρόσφατη έρευνα της Μαρίας Φλεβοτόμου και του υπογράφοντος για τις διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής. Όπως εξηγεί σε διπλανή στήλη η διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, επειδή οι πλούσιοι αποκρύπτουν μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους από τους φτωχούς, άρα πολύ περισσότερο εισόδημα (σε απόλυτα μεγέθη), λόγω και της κλιμάκωσης των φορολογικών συντελεστών τα οφέλη τους είναι ακόμη μεγαλύτερα.
Ο τρίτος μύθος είναι ότι χωρίς φοροδιαφυγή πολλές επιχειρήσεις θα έκλειναν. Ο μύθος εδώ δεν αφορά το εάν αυτό ισχύει. Η φοροδιαφυγή (όπως και η πολιτική των χαμηλών μισθών, της κατά συρροήν παραβίασης του εργατικού ή του ασφαλιστικού δικαίου κτλ.) πράγματι συνέβαλε στην επιβίωση (και στη τεχνητή συντήρηση στη ζωή) επιχειρήσεων ουσιαστικά μη βιώσιμων. Καλό ήταν αυτό; Βραχυπρόθεσμα ίσως. Μακροπρόθεσμα, πάνω στη σαθρή αυτή βάση οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης.
Η παραοικονομία φέρνει φτηνή ανάπτυξη λοιπόν – και αυτή με τη σειρά της συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας: στις διεθνείς αγορές τα Ελληνικά προϊόντα ούτε ποιοτικά είναι, ούτε καλές τιμές έχουν. Για αυτό και δεν προτιμώνται. Την χρεωκοπία αυτού ακριβώς του μοντέλου παρακολουθούμε σε απευθείας μετάδοση αυτές τις μέρες.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Ελευθεροτυπία». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Ελευθεροτυπία». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
20 Φεβρουαρίου 2010
7 Ιουλίου 2008
Κίνητρα, δράσεις και δημόσια πολιτική

Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Κυριακή 6 Ιουλίου 2008)
Κάποτε, στη δυτική και βόρεια Ευρώπη της πρώτης μεταπολεμικής «χρυσής τριακονταετίας», για τους υπεύθυνους της δημόσιας πολιτικής καθώς και για τους θεωρητικούς της (βλέπε τη χαρισματική περίπτωση του Richard Titmuss, καθηγητή κοινωνικής πολιτικής στη London School of Economics), τα πράγματα ήταν καθαρά. Οι γιατροί του εθνικού συστήματος υγείας ή οι δάσκαλοι και οι καθηγητές κάθε βαθμίδας της δημόσιας εκπαίδευσης ήταν «ιππότες», δηλ. υψηλόφρονες δημόσιοι λειτουργοί, προσηλωμένοι σε μια απαιτητική δεοντολογία, με αυταπάρνηση ταγμένοι στο λειτούργημά τους και στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως, φυσικά, το ερμήνευαν οι ίδιοι. Εκείνοι ήταν οι ειδικοί, «ήξεραν καλύτερα», άρα για τους ασθενείς ή τους μαθητές και φοιτητές τους δεν έμενε παρά ο ρόλος του ευγνώμονα αποδέκτη αυτής της ιπποτικής «αρχοντιάς». Σύμφωνα με την κρατούσα τότε αντίληψη, οι χρήστες των δημόσιων υπηρεσιών ήταν – και ορθώς – άβουλα «πιόνια».
Όλα αυτά άλλαξαν γύρω στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70: πρώτα στο επίπεδο των θεωρητικών επεξεργασιών, μετά στο επίπεδο της πολιτικής αλλαγής. Η σαρωτική νίκη της Margaret Thatcher το 1979 τερμάτισε τη μεταπολεμική συναίνεση στη Βρετανική πολιτική και αμφισβήτησε τα δύο βασικά συστατικά της: κεϋνσιανή οικονομική πολιτική και κοινωνικό κράτος. Είχε προηγηθεί μια «αλλαγή παραδείγματος» σε θεωρητικό επίπεδο, η οποία εξασφάλισε την ηγεμονία στις συντηρητικές ιδέες και προλείανε το έδαφος για τη κυριαρχία των Συντηρητικών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη, όσοι εργάζονται στο δημόσιο τομέα δεν είναι αλτρουιστές «ιππότες» αλλά εγωιστές «κατεργάρηδες», με τα δικά τους συμφέροντα και τη δική τους ατζέντα, η οποία μόνο συμπτωματικά μπορεί να περιέχει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του φορολογούμενου πολίτη. Μόνη λύση η κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων στους χώρους της υγείας και της παιδείας, και η «ενδυνάμωση» των χρηστών: όχι πια ανίσχυρα «πιόνια», αλλά πανίσχυρες «βασίλισσες», όπως στο σκάκι, όπως κάθε κυρίαρχος καταναλωτής στην ελεύθερη αγορά.
Τελικά, η αντοχή των θεσμών του κοινωνικού κράτους απεδείχθη ισχυρότερη των βλέψεων της κυρίας Thatcher και των κυβερνήσεων της. Το ΕΣΥ δεν ιδιωτικοποίηθηκε, ούτε η δημόσια εκπαίδευση έγινε λιγότερο δημόσια. Ακόμη και η «Σιδηρά Κυρία» αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τις εισηγήσεις των αδελφών Saatchi και των άλλων μάγων της πολιτικής διαφήμισης, καθώς και του Nigel Lawson και των άλλων υπουργών οικονομικών της, που την προειδοποιούσαν για τις ανεπιθύμητες παρενέργειες της ιδιωτικοποίησης του σκληρού πυρήνα του κοινωνικού κράτους στη δημοτικότητα της κυβέρνησης και στα δημόσια οικονομικά αντιστοίχως. Η ιδιωτικοποίηση χρειάστηκε να εγκαταλειφθεί, και το Σχέδιο Β που τέθηκε σε εφαρμογή αμέσως μετά προέβλεπε απλώς τη θεσμοθέτηση «οιονεί αγορών» στο εσωτερικό της δημόσιας υγείας και της δημόσιας εκπαίδευσης: δωρεάν υπηρεσίες για όλους, δημόσια χρηματοδότηση εκείνων που τις παρέχουν, αλλά υπό τον όρο της επιλογής τους από τους χρήστες, δηλ. τους ασθενείς και τους μαθητές (ή μάλλον τους γονείς τους).
Σήμερα, τις σφοδρές θεωρητικές και πολιτικές συγκρούσεις των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν πρωτοτέθηκαν σε εφαρμογή οι «οιονεί αγορές», έχει διαδεχθεί ένας γενικευμένος πραγματισμός. Οι Νέοι Εργατικοί κράτησαν πολλές από τις καινοτομίες της προηγούμενης κυβέρνησης, κατήργησαν μερικές, εισήγαγαν κάποιες άλλες δικές τους. Η κοινή γνώμη δείχνει να έχει υιοθετήσει ένα επιλεκτικό μείγμα δοξασιών και από τις δύο «σχολές σκέψης»: υπηρεσίες καλύτερα δημόσιες παρά ιδιωτικές, αλλά κανένα ίχνος από το παραδοσιακό δέος μπροστά στην αυθεντία γιατρών και καθηγητών.
Το βιβλίο του Julian Le Grand, κατόχου της Έδρας Richard Titmuss στη London School of Economics, δεν περιγράφει απλώς τη «νέα συναίνεση». Από τη θέση του καθηγητή, αλλά και του αρθρογράφου και φυσικά του συμβούλου του Tony Blair, αυτός ο ακούραστος παραγωγός νέων ιδεών έχει συμβάλει όσο λίγοι στη διαμόρφωση της συναίνεσης αυτής. Το βιβλίο, γραμμένο με τρόπο συναρπαστικό και με ύφος γεμάτο χιούμορ, διερωτάται για τα κίνητρα όσων εργάζονται στο δημόσιο τομέα, και απαντά ότι πρόκειται για μείγμα όπου συνυπάρχουν «ιπποτικοί» και «κατεργάρικοι» υπολογισμοί. Για αυτό, προτείνει τον ανασχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών ώστε να ενθαρρύνουν τους πρώτους και να περιορίζουν τους δεύτερους, αλλά και να επιτυγχάνουν την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος είτε οι πολιτικές αυτές υλοποιούνται από «ιππότες» είτε από «κατεργάρηδες». Τέλος, παρουσιάζει συγκεκριμένα παραδείγματα τέτοιων πολιτικών στους τομείς της υγείας, της παιδείας, αλλά και της φορολογίας, της κρατικής ενίσχυσης της ατομικής ασφάλισης, καθώς και των παιδικών ομολόγων ή «baby bonds» που με κρατική χρηματοδότηση εφαρμόζονται ήδη. Ένα βιβλίο που ακόμη και όταν δεν πείθει εντελώς, «ιντριγκάρει», και προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη. Δεν είναι και λίγο, αυτή την εποχή της ξηρασίας των ιδεών, ιδίως των ιδεών για μια προοδευτική διακυβέρνηση.
Κάποτε, στη δυτική και βόρεια Ευρώπη της πρώτης μεταπολεμικής «χρυσής τριακονταετίας», για τους υπεύθυνους της δημόσιας πολιτικής καθώς και για τους θεωρητικούς της (βλέπε τη χαρισματική περίπτωση του Richard Titmuss, καθηγητή κοινωνικής πολιτικής στη London School of Economics), τα πράγματα ήταν καθαρά. Οι γιατροί του εθνικού συστήματος υγείας ή οι δάσκαλοι και οι καθηγητές κάθε βαθμίδας της δημόσιας εκπαίδευσης ήταν «ιππότες», δηλ. υψηλόφρονες δημόσιοι λειτουργοί, προσηλωμένοι σε μια απαιτητική δεοντολογία, με αυταπάρνηση ταγμένοι στο λειτούργημά τους και στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως, φυσικά, το ερμήνευαν οι ίδιοι. Εκείνοι ήταν οι ειδικοί, «ήξεραν καλύτερα», άρα για τους ασθενείς ή τους μαθητές και φοιτητές τους δεν έμενε παρά ο ρόλος του ευγνώμονα αποδέκτη αυτής της ιπποτικής «αρχοντιάς». Σύμφωνα με την κρατούσα τότε αντίληψη, οι χρήστες των δημόσιων υπηρεσιών ήταν – και ορθώς – άβουλα «πιόνια».
Όλα αυτά άλλαξαν γύρω στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70: πρώτα στο επίπεδο των θεωρητικών επεξεργασιών, μετά στο επίπεδο της πολιτικής αλλαγής. Η σαρωτική νίκη της Margaret Thatcher το 1979 τερμάτισε τη μεταπολεμική συναίνεση στη Βρετανική πολιτική και αμφισβήτησε τα δύο βασικά συστατικά της: κεϋνσιανή οικονομική πολιτική και κοινωνικό κράτος. Είχε προηγηθεί μια «αλλαγή παραδείγματος» σε θεωρητικό επίπεδο, η οποία εξασφάλισε την ηγεμονία στις συντηρητικές ιδέες και προλείανε το έδαφος για τη κυριαρχία των Συντηρητικών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη, όσοι εργάζονται στο δημόσιο τομέα δεν είναι αλτρουιστές «ιππότες» αλλά εγωιστές «κατεργάρηδες», με τα δικά τους συμφέροντα και τη δική τους ατζέντα, η οποία μόνο συμπτωματικά μπορεί να περιέχει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του φορολογούμενου πολίτη. Μόνη λύση η κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων στους χώρους της υγείας και της παιδείας, και η «ενδυνάμωση» των χρηστών: όχι πια ανίσχυρα «πιόνια», αλλά πανίσχυρες «βασίλισσες», όπως στο σκάκι, όπως κάθε κυρίαρχος καταναλωτής στην ελεύθερη αγορά.
Τελικά, η αντοχή των θεσμών του κοινωνικού κράτους απεδείχθη ισχυρότερη των βλέψεων της κυρίας Thatcher και των κυβερνήσεων της. Το ΕΣΥ δεν ιδιωτικοποίηθηκε, ούτε η δημόσια εκπαίδευση έγινε λιγότερο δημόσια. Ακόμη και η «Σιδηρά Κυρία» αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τις εισηγήσεις των αδελφών Saatchi και των άλλων μάγων της πολιτικής διαφήμισης, καθώς και του Nigel Lawson και των άλλων υπουργών οικονομικών της, που την προειδοποιούσαν για τις ανεπιθύμητες παρενέργειες της ιδιωτικοποίησης του σκληρού πυρήνα του κοινωνικού κράτους στη δημοτικότητα της κυβέρνησης και στα δημόσια οικονομικά αντιστοίχως. Η ιδιωτικοποίηση χρειάστηκε να εγκαταλειφθεί, και το Σχέδιο Β που τέθηκε σε εφαρμογή αμέσως μετά προέβλεπε απλώς τη θεσμοθέτηση «οιονεί αγορών» στο εσωτερικό της δημόσιας υγείας και της δημόσιας εκπαίδευσης: δωρεάν υπηρεσίες για όλους, δημόσια χρηματοδότηση εκείνων που τις παρέχουν, αλλά υπό τον όρο της επιλογής τους από τους χρήστες, δηλ. τους ασθενείς και τους μαθητές (ή μάλλον τους γονείς τους).
Σήμερα, τις σφοδρές θεωρητικές και πολιτικές συγκρούσεις των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν πρωτοτέθηκαν σε εφαρμογή οι «οιονεί αγορές», έχει διαδεχθεί ένας γενικευμένος πραγματισμός. Οι Νέοι Εργατικοί κράτησαν πολλές από τις καινοτομίες της προηγούμενης κυβέρνησης, κατήργησαν μερικές, εισήγαγαν κάποιες άλλες δικές τους. Η κοινή γνώμη δείχνει να έχει υιοθετήσει ένα επιλεκτικό μείγμα δοξασιών και από τις δύο «σχολές σκέψης»: υπηρεσίες καλύτερα δημόσιες παρά ιδιωτικές, αλλά κανένα ίχνος από το παραδοσιακό δέος μπροστά στην αυθεντία γιατρών και καθηγητών.
Το βιβλίο του Julian Le Grand, κατόχου της Έδρας Richard Titmuss στη London School of Economics, δεν περιγράφει απλώς τη «νέα συναίνεση». Από τη θέση του καθηγητή, αλλά και του αρθρογράφου και φυσικά του συμβούλου του Tony Blair, αυτός ο ακούραστος παραγωγός νέων ιδεών έχει συμβάλει όσο λίγοι στη διαμόρφωση της συναίνεσης αυτής. Το βιβλίο, γραμμένο με τρόπο συναρπαστικό και με ύφος γεμάτο χιούμορ, διερωτάται για τα κίνητρα όσων εργάζονται στο δημόσιο τομέα, και απαντά ότι πρόκειται για μείγμα όπου συνυπάρχουν «ιπποτικοί» και «κατεργάρικοι» υπολογισμοί. Για αυτό, προτείνει τον ανασχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών ώστε να ενθαρρύνουν τους πρώτους και να περιορίζουν τους δεύτερους, αλλά και να επιτυγχάνουν την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος είτε οι πολιτικές αυτές υλοποιούνται από «ιππότες» είτε από «κατεργάρηδες». Τέλος, παρουσιάζει συγκεκριμένα παραδείγματα τέτοιων πολιτικών στους τομείς της υγείας, της παιδείας, αλλά και της φορολογίας, της κρατικής ενίσχυσης της ατομικής ασφάλισης, καθώς και των παιδικών ομολόγων ή «baby bonds» που με κρατική χρηματοδότηση εφαρμόζονται ήδη. Ένα βιβλίο που ακόμη και όταν δεν πείθει εντελώς, «ιντριγκάρει», και προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη. Δεν είναι και λίγο, αυτή την εποχή της ξηρασίας των ιδεών, ιδίως των ιδεών για μια προοδευτική διακυβέρνηση.
13 Οκτωβρίου 2001
Πληρέστερη απασχόληση με ευελιξία στην εργασία και κοινωνική προστασία για όλους
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2001)
1. “Αγορά εργασίας” δεν υπάρχει – αγορές εργασίες ναι. Η ίδια η λέξη “εργασία” έχει διαφορετικό νόημα για έναν υπάλληλο της ΔΕΗ, διαφορετικό για μια μοδίστρα που δουλεύει φασόν. Οι γενικεύσεις παραπλανούν. Αντιστρόφως, το υποχρεωτικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής ανάλυσης είναι η αναγνώριση της πόλωσης, του “δυϊσμού” της αγοράς εργασίας.
2. Στη μια όχθη βρίσκεται ο υπάλληλος της ΔΕΗ (ή της Εθνικής Τράπεζας, ή του Υπουργείου κ.ο.κ.): έχει σταθερή απασχόληση (αν όχι μονιμότητα), η αμοιβή που διεκδικεί (και συχνά κατακτά) είναι επιπέδου “οικογενειακού” μισθού, απολαμβάνει ικανοποιητικές κοινωνικές παροχές, συνταξιοδοτείται νωρίτερα και με καλύτερη σύνταξη από τους άλλους, συνήθως είναι συνδικαλισμένος. Στην άλλη όχθη βρίσκεται η μοδίστρα με φασόν (ή ο πιτσαδόρος, ή ο ωρομίσθιος κ.ο.κ.): δουλεύει κατά παραγγελία, αμείβεται με μισθούς πείνας, τα ένσημα πότε γράφονται και πότε όχι, για άδειες τοκετού ή ασθενείας ούτε λόγος, ο συνδικαλισμός είναι άγνωστος. Πρόκειται για δύο κόσμους, μεταξύ των οποίων υπάρχει χάσμα.
3. Στην “επίσημη” αγορά εργασίας συχνά βασιλεύει η πλήρης ακαμψία. Το ωράριο τηρείται με ευλάβεια (εάν δεν παραβιάζεται υπέρ του εργαζομένου), οι μισθοί καθορίζονται ανεξαρτήτως παραγωγικότητας με πολιτικά κριτήρια, τα καθήκοντα όλων περιγράφονται λεπτομερώς, οι απολύσεις είναι σπάνιες ή τελείως αδύνατες. Η εικόνα του υπαλλήλου που αρνείται να παραλάβει τον ασθενή που χαροπαλεύει αφού “εγώ δεν είμαι τραυματιοφορέας, εγώ είμαι νοσοκόμος” προέρχεται από ιταλική ταινία και τοποθετείται στη Νάπολι – θα μπορούσε κάλλιστα, όμως, να περιγράφει μια πραγματική σκηνή σε κάποιο νοσοκομείο του ΕΣΥ.
4. Αντίθετα, η “απορυθμισμένη” αγορά εργασίας είναι ελαστική όσο στα βιβλία οικονομικής θεωρίας πρώτου έτους (στα επόμενα έτη κάπως βελτιώνεται η κατάσταση). Προσλήψεις και απολύσεις κατά βούληση (του εργοδότη), μισθός με το κομμάτι, κατά συρροή παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για κινηματογραφικές εικόνες υπομονή μέχρι να προβληθεί η ταινία του Ken Loach που συμμετείχε στο φεστιβάλ της Βενετίας.
5. Οι δύο αυτοί κόσμοι είναι ξένοι: δεν συναντώνται στους χώρους δουλειάς, δεν συναντώνται ούτε στα συνδικάτα. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ, ενώ ισχυρή είναι και η ΑΔΕΔΥ (το συνδικάτο των υπαλλήλων του Δημοσίου). Η εκπροσώπηση όσων εργάζονται στις χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι χαμηλή ή ανύπαρκτη. Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική των συνδικάτων συχνά αντιπροσωπεύει όχι τόσο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά μόνο των (σχετικά ευνοημένων) τμημάτων της από όπου προέρχεται η πλειοψηφία των μελών τους.
6. Παραδόξως, οι δύο κόσμοι μπορεί να συναντώνται στο … σπίτι. Η ανεργία μεταξύ “αρχηγών νοικοκυριών” (ανδρών 30-55) είναι σχεδόν αμελητέα, ενώ πλήττει δυσανάλογα τους νέους και τις γυναίκες (ιδίως τις νέες γυναίκες). Με άλλα λόγια, η ακαμψία της επίσημης αγοράς εργασίας προστατεύει τις αμοιβές και τη θέση εργασίας του πατέρα. Δικαίως, θα μπορούσε να πει κανείς. Το πρόβλημα είναι η άλλη όψη του νομίσματος: η ακαμψία ανεβάζει τόσο πολύ το κόστος εργασίας (και μειώνει την παραγωγικότητα), ώστε τελικά ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες κανονικής απασχόλησης της μητέρας και των παιδιών τους.
Ακριβές θέσεις εργασίας + χαμηλή παραγωγικότητα = έλλειψη νέων θέσεων, δηλ. ανεργία.
7. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του 35ωρου αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Από τη μια, η μείωση του χρόνου εργασίας είναι μια μακρόχρονη τάση που ξεκίνησε την επαύριο της βιομηχανικής επανάστασης και μάλλον θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ καιρό. Συνεπώς, η κινδυνολογία για τις καταστροφικές συνέπειες του μέτρου είναι υπερβολική. Αλλού είναι το θέμα: ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου θα επηρεάσει μόνο τις ΔΕΚΟ, το Δημόσιο, και τις τράπεζες. Ούτε οι μοδίστρες φασόν, ούτε οι πιτσαδόροι, ούτε και οι ωρομίσθιοι δεν πρόκειται να καταλάβουν καμία διαφορά: για αυτούς δεν ισχύει ο νόμος του κράτους (ισχύει μόνο ο νόμος της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα). Το 35ωρο απλώς θα επέτεινε τη διαίρεση μεταξύ προνομιούχων εργαζομένων και μη, ενώ θα δυσκόλευε και άλλο την αναγκαία επέκταση της απασχόλησης στην επίσημη οικονομία.
8. Για την εκσυγχρονιστική αριστερά η διέξοδος βρίσκεται στην ταυτόχρονη μεταρρύθμιση τόσο της αγοράς εργασίας όσο και του κοινωνικού κράτους: μερική (και ελεγχόμενη) ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και αναπροσανατολισμός των θεσμών κοινωνικής προστασίας, με στόχο υψηλά επίπεδα απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλειας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται για μια στρατηγική επίπονη και γεμάτη κινδύνους: υπόσχεται, όμως, ταυτόχρονες βελτιώσεις στα πεδία της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
9. Αυτή, άλλωστε, είναι η στρατηγική της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς: στη Γαλλία (όπου το 35ωρο συνδυάστηκε με μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας), στη Γερμανία (όπου η Volkswagen και IG Metal συμφώνησαν για 5.000 προσλήψεις με αντάλλαγμα τον υπολογισμό του 35ωρου σε ετήσια βάση, από 28 έως 42 ώρες τη βδομάδα), στην Ολλανδία και στη Δανία (όπου τα συνδικάτα συμφώνησαν στη χαλάρωση της προστασίας κατά των απολύσεων που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι του “προστατευμένου” τομέα, με αντάλλαγμα την επέκταση της εργασιακής και κοινωνικής προστασίας σε όλους τους εργαζομένους).
10. Η επιτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας με ισότητα και προστασία σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται από τη σοφία των εντεύθεν της κεντροδεξιάς πολιτικών ελίτ. Για μια κυβέρνηση που θέλει να είναι και εκσυγχρονιστική και σοσιαλιστική, ο συνδυασμός μεταρρυθμιστικής τόλμης και εμμονής στη συναίνεση δια της πειθούς είναι υποχρεωτική. Από την πλευρά της, η συνδικαλιστική ηγεσία πρέπει να αποδείξει ότι εκπροσωπεί τους εργάτες της χώρας, όλους: εργαζομένους και άνεργους, με μονιμότητα ή χωρίς, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ασφαλισμένους και ανασφάλιστους, νόμιμους και παράνομους.
1. “Αγορά εργασίας” δεν υπάρχει – αγορές εργασίες ναι. Η ίδια η λέξη “εργασία” έχει διαφορετικό νόημα για έναν υπάλληλο της ΔΕΗ, διαφορετικό για μια μοδίστρα που δουλεύει φασόν. Οι γενικεύσεις παραπλανούν. Αντιστρόφως, το υποχρεωτικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής ανάλυσης είναι η αναγνώριση της πόλωσης, του “δυϊσμού” της αγοράς εργασίας.
2. Στη μια όχθη βρίσκεται ο υπάλληλος της ΔΕΗ (ή της Εθνικής Τράπεζας, ή του Υπουργείου κ.ο.κ.): έχει σταθερή απασχόληση (αν όχι μονιμότητα), η αμοιβή που διεκδικεί (και συχνά κατακτά) είναι επιπέδου “οικογενειακού” μισθού, απολαμβάνει ικανοποιητικές κοινωνικές παροχές, συνταξιοδοτείται νωρίτερα και με καλύτερη σύνταξη από τους άλλους, συνήθως είναι συνδικαλισμένος. Στην άλλη όχθη βρίσκεται η μοδίστρα με φασόν (ή ο πιτσαδόρος, ή ο ωρομίσθιος κ.ο.κ.): δουλεύει κατά παραγγελία, αμείβεται με μισθούς πείνας, τα ένσημα πότε γράφονται και πότε όχι, για άδειες τοκετού ή ασθενείας ούτε λόγος, ο συνδικαλισμός είναι άγνωστος. Πρόκειται για δύο κόσμους, μεταξύ των οποίων υπάρχει χάσμα.
3. Στην “επίσημη” αγορά εργασίας συχνά βασιλεύει η πλήρης ακαμψία. Το ωράριο τηρείται με ευλάβεια (εάν δεν παραβιάζεται υπέρ του εργαζομένου), οι μισθοί καθορίζονται ανεξαρτήτως παραγωγικότητας με πολιτικά κριτήρια, τα καθήκοντα όλων περιγράφονται λεπτομερώς, οι απολύσεις είναι σπάνιες ή τελείως αδύνατες. Η εικόνα του υπαλλήλου που αρνείται να παραλάβει τον ασθενή που χαροπαλεύει αφού “εγώ δεν είμαι τραυματιοφορέας, εγώ είμαι νοσοκόμος” προέρχεται από ιταλική ταινία και τοποθετείται στη Νάπολι – θα μπορούσε κάλλιστα, όμως, να περιγράφει μια πραγματική σκηνή σε κάποιο νοσοκομείο του ΕΣΥ.
4. Αντίθετα, η “απορυθμισμένη” αγορά εργασίας είναι ελαστική όσο στα βιβλία οικονομικής θεωρίας πρώτου έτους (στα επόμενα έτη κάπως βελτιώνεται η κατάσταση). Προσλήψεις και απολύσεις κατά βούληση (του εργοδότη), μισθός με το κομμάτι, κατά συρροή παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για κινηματογραφικές εικόνες υπομονή μέχρι να προβληθεί η ταινία του Ken Loach που συμμετείχε στο φεστιβάλ της Βενετίας.
5. Οι δύο αυτοί κόσμοι είναι ξένοι: δεν συναντώνται στους χώρους δουλειάς, δεν συναντώνται ούτε στα συνδικάτα. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ, ενώ ισχυρή είναι και η ΑΔΕΔΥ (το συνδικάτο των υπαλλήλων του Δημοσίου). Η εκπροσώπηση όσων εργάζονται στις χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι χαμηλή ή ανύπαρκτη. Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική των συνδικάτων συχνά αντιπροσωπεύει όχι τόσο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά μόνο των (σχετικά ευνοημένων) τμημάτων της από όπου προέρχεται η πλειοψηφία των μελών τους.
6. Παραδόξως, οι δύο κόσμοι μπορεί να συναντώνται στο … σπίτι. Η ανεργία μεταξύ “αρχηγών νοικοκυριών” (ανδρών 30-55) είναι σχεδόν αμελητέα, ενώ πλήττει δυσανάλογα τους νέους και τις γυναίκες (ιδίως τις νέες γυναίκες). Με άλλα λόγια, η ακαμψία της επίσημης αγοράς εργασίας προστατεύει τις αμοιβές και τη θέση εργασίας του πατέρα. Δικαίως, θα μπορούσε να πει κανείς. Το πρόβλημα είναι η άλλη όψη του νομίσματος: η ακαμψία ανεβάζει τόσο πολύ το κόστος εργασίας (και μειώνει την παραγωγικότητα), ώστε τελικά ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες κανονικής απασχόλησης της μητέρας και των παιδιών τους.
Ακριβές θέσεις εργασίας + χαμηλή παραγωγικότητα = έλλειψη νέων θέσεων, δηλ. ανεργία.
7. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του 35ωρου αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Από τη μια, η μείωση του χρόνου εργασίας είναι μια μακρόχρονη τάση που ξεκίνησε την επαύριο της βιομηχανικής επανάστασης και μάλλον θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ καιρό. Συνεπώς, η κινδυνολογία για τις καταστροφικές συνέπειες του μέτρου είναι υπερβολική. Αλλού είναι το θέμα: ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου θα επηρεάσει μόνο τις ΔΕΚΟ, το Δημόσιο, και τις τράπεζες. Ούτε οι μοδίστρες φασόν, ούτε οι πιτσαδόροι, ούτε και οι ωρομίσθιοι δεν πρόκειται να καταλάβουν καμία διαφορά: για αυτούς δεν ισχύει ο νόμος του κράτους (ισχύει μόνο ο νόμος της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα). Το 35ωρο απλώς θα επέτεινε τη διαίρεση μεταξύ προνομιούχων εργαζομένων και μη, ενώ θα δυσκόλευε και άλλο την αναγκαία επέκταση της απασχόλησης στην επίσημη οικονομία.
8. Για την εκσυγχρονιστική αριστερά η διέξοδος βρίσκεται στην ταυτόχρονη μεταρρύθμιση τόσο της αγοράς εργασίας όσο και του κοινωνικού κράτους: μερική (και ελεγχόμενη) ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και αναπροσανατολισμός των θεσμών κοινωνικής προστασίας, με στόχο υψηλά επίπεδα απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλειας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται για μια στρατηγική επίπονη και γεμάτη κινδύνους: υπόσχεται, όμως, ταυτόχρονες βελτιώσεις στα πεδία της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
9. Αυτή, άλλωστε, είναι η στρατηγική της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς: στη Γαλλία (όπου το 35ωρο συνδυάστηκε με μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας), στη Γερμανία (όπου η Volkswagen και IG Metal συμφώνησαν για 5.000 προσλήψεις με αντάλλαγμα τον υπολογισμό του 35ωρου σε ετήσια βάση, από 28 έως 42 ώρες τη βδομάδα), στην Ολλανδία και στη Δανία (όπου τα συνδικάτα συμφώνησαν στη χαλάρωση της προστασίας κατά των απολύσεων που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι του “προστατευμένου” τομέα, με αντάλλαγμα την επέκταση της εργασιακής και κοινωνικής προστασίας σε όλους τους εργαζομένους).
10. Η επιτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας με ισότητα και προστασία σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται από τη σοφία των εντεύθεν της κεντροδεξιάς πολιτικών ελίτ. Για μια κυβέρνηση που θέλει να είναι και εκσυγχρονιστική και σοσιαλιστική, ο συνδυασμός μεταρρυθμιστικής τόλμης και εμμονής στη συναίνεση δια της πειθούς είναι υποχρεωτική. Από την πλευρά της, η συνδικαλιστική ηγεσία πρέπει να αποδείξει ότι εκπροσωπεί τους εργάτες της χώρας, όλους: εργαζομένους και άνεργους, με μονιμότητα ή χωρίς, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ασφαλισμένους και ανασφάλιστους, νόμιμους και παράνομους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
