Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «διαΝΕΟσις». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «διαΝΕΟσις». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Ιουλίου 2024

Το Κοινωνικό Κράτος στη Μεταπολίτευση

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Ιούλιος 2024).


Η πρώτη Μεταπολίτευση (1974-1989)

Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα εγκαινίασε μια περίοδο επέκτασης του κοινωνικού κράτους σε δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, αφού συνέπεσε με την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1978. Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1980 ερμηνεύθηκε ως εγγύηση της πολιτικής σταθερότητας και νομιμοποίησε τις προσδοκίες των πολιτών για αποδοχές και κοινωνικές παροχές συγκρίσιμες με αυτές των άλλων Ευρωπαίων. Μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στις εκλογές του 1981, η κοινωνική δαπάνη απογειώθηκε.

Το 1982, η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 40% έφερε αλυσιδωτές αυξήσεις στην κατώτατη σύνταξη του ΙΚΑ και των άλλων ταμείων, στα επιδόματα ανεργίας και στις άλλες κοινωνικές παροχές. Ο διπλασιασμός των συντάξεων του ΟΓΑ και η χορήγησή τους στις αγρότισσες τετραπλασίασε εν μια νυκτί τα εισοδήματα πολλών αγροτικών νοικοκυριών (από πολύ χαμηλή βάση). Η θερμοθέτηση σύνταξης ανασφαλίστων για άτομα ηλικίας 68+ με χαμηλό εισόδημα χωρίς τα απαιτούμενα ένσημα, γενίκευσε τη συνταξιοδοτική προστασία.

Πολλές φορές, η επέκταση της συνταξιοδοτικής προστασίας ήταν καταχρηστική. Στο Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ, οι μητέρες ανηλίκων απέκτησαν δικαίωμα συνταξιοδότησης με 15 έτη υπηρεσίας. Παρά την αποβιομηχάνιση, ο κατάλογος των «βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων» μεγάλωσε. Παρά τη γενική άνοδο του επιπέδου υγείας, ο αριθμός των αναπηρικών συντάξεων διογκώθηκε (34% όλων των νέων συντάξεων το 1984). Τα αναπηρικά επιδόματα αυξήθηκαν σε αξία και σε αριθμό, συχνά με ασυνάρτητο τρόπο.

Η ίδρυση του ΕΣΥ το 1983, με στόχο την «αποεμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία», ήταν η πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση της εποχής, αν και η αρχική πρόβλεψη για συγχώνευση όλων των ταμείων υγείας σε έναν Ενιαίο Φορέα ματαιώθηκε εξαιτίας των αντιδράσεων των λεγόμενων «ευγενών ταμείων». Η θεσμοθέτηση των ΚΑΠΗ συνέβαλε στην καταπολέμηση της απομόνωσης των ηλικιωμένων, καθώς και στην αναβάθμιση της κοινωνικής φροντίδας.

Η μεγάλη επέκταση του κοινωνικού κράτους αύξησε θεαματικά την κοινωνική δαπάνη. Όσον αφορά τους κοινωνικούς δείκτες, μεταξύ 1974 και 1982 παρατηρήθηκε σημαντική εξίσωση της κατανομής εισοδήματος. Στη συνέχεια (1982-1988), αντίθετα με ό,τι πιθανώς θα ανέμενε κανείς, τόσο η ανισότητα όσο και η (σχετική) φτώχεια αυξήθηκαν, αν και λιγότερο από όσο είχαν μειωθεί την προηγούμενη περίοδο. Εν τω μεταξύ, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οικονομία τελμάτωσε (μέσος ρυθμός ανάπτυξης 0,7% περίοδο 1981-1990).


Η δεύτερη Μεταπολίτευση (1990-2009)

Μετά από μια περίοδο πολιτικής αστάθειας (1989-1990), ακολούθησε η σύντομη διακυβέρνηση της χώρας από τη ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1990-1993), που σημαδεύτηκε από μια σοβαρή απόπειρα μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού. Εξαιτίας και των σφοδρών αντιδράσεων, ο Ν2084/1992 επεχείρησε να συγκρατήσει τη διόγκωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης μεταφέροντας το βάρος της προσαρμογής στους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας από την επαύριο της ψήφισης του (1993), και επιτρέποντας στους ήδη ασφαλισμένους να διατηρήσουν τα προνόμιά τους. Η κοινωνική δαπάνη υποχώρησε ελαφρά, όμως η φτώχεια και η ανισότητα μειώθηκαν μεταξύ 1988 και 1994.

Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση συνέβαλε στη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ. Το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην εξουσία το 1993, και κέρδισε ξανά τις εκλογές του 1996 υπό την ηγεσία του εκσυγχρονιστή Κωνσταντίνου Σημίτη. Η μεταρρύθμιση των συντάξεων ήταν προτεραιότητα για τη νέα κυβέρνηση, αλλά οι αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσίευση της «Έκθεσης Σπράου» το 1997 ανέβαλαν κάθε νομοθετική πρωτοβουλία.

Οι εκλογές του 2000 ανανέωσαν τη λαϊκή εντολή στην κυβέρνηση Σημίτη, και επιτάχυναν τις διεργασίες. Οι «Προτάσεις Γιαννίτση» (2001) κινήθηκαν στο πλαίσιο ενός δημόσιου διανεμητικού συστήματος καθορισμένων παροχών, κάπως αυστηρότερου και λιγότερο ανομοιογενούς μεταξύ ταμείων και κατηγοριών ασφαλισμένων. Οι «Προτάσεις Γιαννίτση» θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για το ότι δεν ήταν επαρκώς τολμηρές. Εάν είχαν υιοθετηθεί, θα οδηγούσαν σε ένα ελαφρώς πιο βιώσιμο σύστημα συντάξεων. Παρόλα αυτά, η σφοδρότητα των αντιδράσεων υποχρέωσαν σε αναδίπλωση που εξανέμισε το πολιτικό κεφάλαιο και εξάντλησε την εκσυγχρονιστική ορμή της κυβέρνησης Σημίτη.

Ο νόμος που τελικά ψηφίστηκε (Ν3029/2002) συνιστούσε συνθηκολόγηση στις διεκδικήσεις των συνδικάτων, και απέτυχε όχι μόνο να αντιμετωπίσει τα ελλείμματα και τις αδικίες του ασφαλιστικού, αλλά και να συγκρατήσει την εκλογική φθορά του κυβερνώντος κόμματος. Το 2004 ο Κωνσταντίνος Σημίτης παραιτήθηκε από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, το οποίο ηττήθηκε στις εκλογές εκείνου του έτους.

Με φόντο την επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, (μέση αύξηση ΑΕΠ 3,5% το 1996-2000 και 4,5% την «ολυμπιακή» τετραετία 2000-2004), η κοινωνική δαπάνη ξεπέρασε το 20% του ΑΕΠ. Οι κοινωνικοί δείκτες συνέχισαν να βελτιώνονται: παρά τις διακυμάνσεις, η ανισότητα και η φτώχεια έπεσαν σημαντικά.

Η περίοδος διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ που ακολούθησε (2004-2009) χαρακτηρίστηκε από αναβολή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, διεύρυνση των πολυτεκνικών επιδομάτων σε οικογένειες με τρία παιδιά, περαιτέρω αύξηση της κοινωνικής δαπάνης, και διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Όσο για την ανισότητα και τη φτώχεια, δεν παρουσίασαν αξιόλογη μεταβολή.


Το κοινωνικό κράτος αντιμέτωπο με την κρίση

Τη δεκαετία 2000-2009, η κοινωνική δαπάνη σημείωσε νέα θεαματική αύξηση, παρότι η οικονομία κάλπαζε και η ανεργία παρέμενε χαμηλή. Το 2008 η κοινωνική δαπάνη έφτασε το 22,4% του ΑΕΠ, από 18,5% το 1995. Ποσοτικά, το κοινωνικό κράτος συνέκλινε στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ποιοτικά όμως όχι. Παρά την άνετη χρηματοδότηση, το σύστημα κοινωνικής προστασίας παρέμεινε άνισο και αναποτελεσματικό, με ένα υπερ-σπάταλο τομέα υγείας, ένα άδικο και χρεωκοπημένο σύστημα συντάξεων, επιδόματα ανεργίας που σύντομα έμελλε να αποδειχθούν εντελώς ανεπαρκή, κοινωνικές υπηρεσίες υπανάπτυκτες, και χωρίς προγράμματα στήριξης του εισοδήματος των φτωχών οικογενειών.

Αυτή η θεσμική καθυστέρηση ήταν ο λόγος που το ξέσπασμα της κρίσης βρήκε το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα εντελώς απροετοίμαστο. Μοιραία, απεδείχθη ανήμπορο να παίξει τον βασικό ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκαν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας διεθνώς: να μετριάσει τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας – η οποία στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε πράγματι πρωτοφανής, τόσο σε μέγεθος όσο και διάρκεια. Όσα επακολούθησαν ήταν το θλιβερό χρονικό μιας προαναγγελθείσης αποτυχίας.

Ενώ η κρίση αύξανε η «ζήτηση» για κοινωνική προστασία, η λιτότητα περιόριζε τους διαθέσιμους πόρους και μείωνε την «προσφορά» κοινωνικής προστασίας υποχώρησε: την περίοδο 2009-2013, η κοινωνική δαπάνη μειώθηκε κατά 19% (κατά κεφαλήν, σε σταθερές τιμές). Εν μέρει αυτό ήταν αναπόφευκτο: ο υπερτροφισμός του συστήματος συντάξεων και η κατασπατάληση πόρων στο σύστημα υγείας είχαν καθοριστική συμβολή στην κρίση δανεισμού της χώρας και στην ένταξή της υπό καθεστώς διεθνούς επιτροπείας, συνεπώς ήταν αδύνατο να μην τεθούν στο στόχαστρο των περικοπών. Εν μέρει ήταν αποτέλεσμα λαθεμένων επιλογών: της σκληρής λιτότητας και της ελλιπούς έγνοιας για την προστασία των θυμάτων της κρίσης.


Οι μεταμορφώσεις του κοινωνικού κράτους (2010-2018)

Όμως, τα μέτρα των Μνημονίων δεν περιείχαν μόνο περικοπές, ούτε ήταν όλες οι περικοπές «κοινωνικά ανάλγητες».

Οι μειώσεις συντάξεων δεν ήταν «οριζόντιες», όπως λέγεται: αντίθετα, κυμάνθηκαν ανάλογα με το ύψος της σύνταξης και την ηλικία του συνταξιούχου, φτάνοντας το 16% για τους χαμηλοσυνταξιούχους και το 46% για τους υψηλοσυνταξιούχους κάτω των 55 ετών, σωρρευτικά το 2010-2014. Επρόκειτο για μειώσεις οδυνηρές αλλά ανεπαρκείς για την εξυγίανση του συστήματος: περιόρισαν το μέγεθος της κρατικής επιδότησης, ενώ επίσης διόρθωσαν σε κάποιο βαθμό τις ακραίες μονομέρειες στην κατανομή της, δεν αποκατέστησαν όμως ούτε τη δικαιοσύνη ούτε την ανταποδοτικότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συντάξεις έπρεπε να μειωθούν περισσότερο. Σημαίνει ότι οι περικοπές είναι κακό υποκατάστατο μιας έγκαιρης και τολμηρής μεταρρύθμισης. Η αναβολή της, όπως έγινε από το 1992 έως το 2010, αυξάνει το κόστος της μελλοντικής προσαρμογής.

Η ψήφιση του Ν3863/2010 υπήρξε σημαντικό βήμα εξυγίανσης του ασφαλιστικού: καθιέρωνε ένα πιο βιώσιμο και πιο δίκαιο σύστημα συντάξεων, σχεδόν σκανδιναβικού τύπου, προσαρμοσμένο στις χαμηλές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Και πάλι όμως, υπάλληλοι της Τράπεζας της Ελλάδος, μηχανικοί, ιατροί, δικηγόροι, δημοσιογράφοι, και αγρότες εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του νόμου και διατήρησαν το δικαίωμα για χωριστή ασφάλιση.

Το νέο ασφαλιστικό του Ν3863/2010 επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2015. Όμως, η κυβερνητική αλλαγή το μήνα εκείνου ματαίωσε την εφαρμογή του: η νέα κυβέρνηση πρώτα θα καταργούσε τη λιτότητα και μετά θα γύριζε το ρολόι και των συντάξεων στο 2009. Δεκάξη μήνες και ένα ακόμη Μνημόνιο αργότερα, ψήφισε ένα νέο νόμο για τις συντάξεις (Ν4387/2016). Ο νόμος προέβλεπε την ενοποίηση του συστήματος με ένταξη όλων των ταμείων σε έναν «Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης», ενώ αναστύλωνε την προηγούμενη (προβληματική) αρχιτεκτονική, με χαμηλότερες συντάξεις για όλους.

Συνολικά, οι περικοπές και οι μεταρρυθμίσεις των συντάξεων την δεκαετία του 2010 ισοδυναμούν με απότομη και τεράστια προσαρμογή που εξάλειψε την τεράστια απόκλιση του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος από την υπόλοιπη Ευρώπη. Το 2009, οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συνταξιοδοτική δαπάνη το 2050 ήταν 24,0% του ΑΕΠ στην Ελλάδα έναντι 12,5% στην ΕΕ. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, η «ψαλίδα» μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ έχει σχεδόν μηδενιστεί (12,5% στην Ελλάδα έναντι 12,4% στην ΕΕ).

Στον τομέα της υγείας, τα πράγματα ήταν κάπως πιο σύνθετα. Προ κρίσης, η σπατάλη ήταν τόσο μεγάλη που περιθώρια για την παροχή καλύτερων και φθηνότερων υπηρεσιών θεωρητικά υπήρχαν. Το πρόβλημα είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις στην υγεία δεν είναι ασκήσεις επί χάρτου, όπως π.χ. στις συντάξεις: απαιτούν την ευσυνείδητη εφαρμογή τους από τους επαγγελματίες του κλάδου, για τους οποίους ο Μνημονιακός στόχος για «καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες για τους ασθενείς» μεταφράζεται σε περισσότερη δουλειά και χαμηλότερες αποδοχές για τους ίδιους. Η περιστολή της σπατάλης και η ενοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης που προέβλεπαν τα Μνημόνια προσέκρουσαν στην αντίδραση των περισσοτέρων επαγγελματιών του κλάδου, κάποιοι από τους οποίους πέρασαν στην υπονόμευσή τους, με πολιτική κάλυψη από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και από τη ΝΔ (μέσω της επιρροής της στον ΙΣΑ και στον ΠΙΣ). Σε αυτές τις συνθήκες, η δημόσια δαπάνη υγείας περικόπηκε σημαντικά, η συμμετοχή των ασθενών «από την τσέπη τους» στο κόστος της υγείας αυξήθηκε, ενώ ο αριθμός όσων στερήθηκαν αναγκαία περίθαλψη επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα υπερτριπλασιάστηκε (από 4% το 2009 σε 12% το 2016).

Εν τω μεταξύ, μεταβλήθηκε το πρότυπο φτώχειας. Η φτώχεια των ηλικιωμένων μειώθηκε πολύ (από 29% το 2003, σε 11,6% το 2018). Αντίστοιχα, η παιδική φτώχεια αυξήθηκε (από 22,3% το 2010 σε 28,7% το 2013). Στη συνέχεια, η παιδική φτώχεια υποχώρησε (21,8% το 2023), ενώ η φτώχεια των ηλικιωμένων ανέβηκε (17,6% το 2023), παραμένοντας όμως χαμηλότερη.

Πώς ανταποκρίθηκε η κοινωνική πολιτική στο μεταβαλλόμενο πρότυπο φτώχειας;

Η χαμηλή κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας υπήρξε το σπουδαιότερο κενό κοινωνικής προστασίας. Το 2010, όταν ο αριθμός των ανέργων ήταν ακόμη 639.000, οι δικαιούχοι του τακτικού επιδόματος ανεργίας ήταν 224.000 (ποσοστό κάλυψης 35%). Το 2014, οι άνεργοι έφτασαν τους 1.270.000, αλλά ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας είχε μειωθεί σε 118.000 (ποσοστό κάλυψης 9%). Γιατί συνέβη αυτό; Αφενός, λόγω του σχεδιασμού του βασικού επιδόματος, που αποκλείει τους μακροχρόνια ανέργους και όσους πρώτη φορά ψάχνουν για δουλειά. Αφετέρου, λόγω των περικοπών της αξίας και της διάρκειας του τακτικού επιδόματος ανεργίας στις αρχές της δεκαετίας του 2010.

Κατά τα άλλα, το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας ενισχύθηκε. 

Χάρη στη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013, και στην βελτίωσή του (με αυστηρότερη στόχευση) το 2018, εκατοντάδες χιλιάδες φτωχές οικογένειες λαμβάνουν μια αξιόλογη εισοδηματική στήριξη από την Πολιτεία, οι περισσότερες για πρώτη φορά.

Η θεσμοθέτηση επιδόματος στέγασης το 2019, και αυτό με εισοδηματικά κριτήρια, υπήρξε άλλο ένα μέτρο εκσυγχρονισμού του συστήματος κοινωνικής προστασίας.

Το πιο εμβληματικό μέτρο ενδυνάμωσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας ήταν η εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος από το 2017 σε εθνική κλίμακα. Σε αυτήν τη μεταρρύθμιση συνέβαλε καθοριστικά η πίεση των δανειστών, αφού το τρίτο Μνημόνιο (2015) την αναγόρευε σε προαπαιτούμενο για την καταβολή των επόμενων δόσεων. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης η τεχνική βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ευσυνειδησία μιας μικρής ομάδας υπαλλήλων στο Υπουργείο Εργασίας, καθώς και ο επαγγελματισμός των δημοτικών υπηρεσιών που ανέλαβαν το διοικητικό βάρος. Η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πέρασε από την ανοιχτή απόρριψη του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην επιχειρούμενη ιδιοποίησή του, ενώ η κυβέρνηση ΝΔ από το 2019 στήριξε το νέο πρόγραμμα. Με αυτό τον κάπως λοξό τρόπο, πραγματοποιήθηκε ένα σημαντικό βήμα εκσυγχρονισμού του ελληνικού κοινωνικού κράτους, και ευθυγράμμισής του με τον ευρωπαϊκό κανόνα.


Το κοινωνικό κράτος από την κρίση στην ανάκαμψη

Η δεύτερη δεκαετία του 21ού αιώνα θα μείνει στην ιστορία ως οδυνηρή διάψευση ανεδαφικών προσδοκιών, πολλές από τις οποίες αφορούσαν ακριβώς τα «κοινωνικά κεκτημένα». Επρόκειτο για μια εικόνα απατηλή – όπως άλλωστε συνέβαινε και με τις υπόλοιπες όψεις της ψευδούς συνείδησης που σταδιακά εμπεδώθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το κοινωνικό κράτος που γιγαντώθηκε την εποχή της πλαστής ευμάρειας, και που συνέβαλε καθοριστικά στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, ήταν γενναιόδωρο με τους ισχυρούς (με τους προστατευμένους της αγοράς εργασίας) και σκληρό με τους απροστάτευτους (με τους φτωχούς, τους νέους, τους αρρώστους, τους μετανάστες, ακόμη και τους νόμιμους). Επί πλέον, διερρήγνυε το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ γενεών, υποθηκεύοντας την ευημερία των μελλοντικών γενεών, ερήμην τους φυσικά. Τέλος, σχεδιασμένο καθώς ήταν για ένα μοντέλο κοινωνίας που δεν είχε καν υπάρξει στο παρελθόν, ήταν καταφανώς ανήμπορο να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του μέλλοντος: την έκλειψη της παραδοσιακής οικογένειας, την ανάγκη για ευελιξία, τους κινδύνους της επισφάλειας, τη συνεχή αναβάθμιση των δεξιοτήτων. Το γεγονός ότι αυτό το κοινωνικό κράτος – χρεωκοπημένο, άδικο, πατριαρχικό, παρωχημένο – απολάμβανε τόσο ευρείας και μαχητικής πολιτικής συναίνεσης, όπως φάνηκε με τις κινητοποιήσεις του Απριλίου 2001 και του Μαΐου 2010, θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί άλλη μια απόδειξη της «εθνικής μας τύφλωσης».

Οι ανελέητες περικοπές και οι ραγδαίες θεσμικές αλλαγές των Μνημονίων έλυσαν – με βεβιασμένο και συχνά επίσης άδικο τρόπο – προβλήματα που εκκρεμμούσαν ήδη από τη δεκαετία του 1980, και που το εγχώριο πολιτικό σύστημα είχε αποτύχει να αντιμετωπίσει εγκαίρως. Οι ανακατατάξεις των τελευταίων ετών αφήνουν να διαφανεί το περίγραμμα ενός συστήματος κοινωνικής προστασίας ριζικά διαφοροποιημένου από εκείνο που επικρατούσε προ κρίσης. Ενδεικτικά: Η ενοποίηση των κανόνων και η καταπολέμηση της σπατάλης στις συντάξεις και στην υγεία υπήρξαν υπερώριμα μέτρα εξυγίανσης των δύο βασικότερων προγραμμάτων του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Επίσης, σημειώθηκαν αξιόλογα βήματα ενδυνάμωσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας (με σημαντικούς σταθμούς τη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013 και ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος το 2017). Από την άλλη, αυτές οι βελτιώσεις ήρθαν υπερβολικά αργά για να προλάβουν τη γενικευμένη αίσθηση ότι το κράτος απουσίαζε τη στιγμή ακριβώς που οι πολίτες το χρειάστηκαν περισσότερο παρά ποτέ, γεγονός που συνέβαλε στην πτώση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτείας. Τέλος, σημαντικά κενά προστασίας παραμένουν (με σπουδαιότερα τα εμπόδια πρόσβασης στις παροχές υγείας και την ελλειματική εισοδηματική στήριξη των ανέργων).

Το κοινωνικό κράτος που αναδύεται μέσα από μύριες αντιφάσεις είναι αναμφισβήτητα πιο λιτό. Το ερώτημα είναι εάν θα αποδειχθεί επίσης πιο αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση της φτώχειας και των ανισοτήτων, καθώς και πιο συμβατό με τις ανάγκες της ανάκαμψης, που για να είναι διατηρήσιμη θα πρέπει να συνοδεύεται από τη μετάβαση σε ένα δυναμικό και εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο. Η απάντηση σε αυτό παραμένει προς το παρόν αδιευκρίνιστη, ενώ πιο μακροπρόθεσμα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη ορισμένων κομβικών ζητημάτων.

Το πρώτο είναι την ευρύτερη συναίνεση στις πρόσφατες αλλαγές. Αυτό που ονομάζεται «κοινωνικό κράτος» δεν είναι μόνο ένα άθροισμα δημόσιων πολιτικών. Είναι επίσης (ή μάλλον: είναι κυρίως) ένα κοινωνικό συμβόλαιο, λιγότερο ή περισσότερο δίκαιο, λιγότερο ή περισσότερο βιώσιμο, το οποίο δίνει λογική συνοχή και πολιτική νομιμοποίηση στα συστατικά του μέρη. Το κοινωνικό κράτος που είχε διαμορφωθεί στη μακρά διάρκεια μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης χαρακτηριζόταν από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό συμβόλαιο: επαχθές για τις επερχόμενες γενεές, χρεωκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά απολύτως ανθεκτικό σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης. Αντιθέτως, το σημερινό κοινωνικό κράτος, όπως αναδύεται από την κρίση, υπερβολικά καθυστερημένα ώστε να συμβάλλει στην απάλυνση των χειρότερων συνεπειών της, οφείλει την ύπαρξή του στις ενέργειες ενός μικρού αριθμού στελεχών διεθνών οργανισμών, κυβερνητικών τεχνοκρατών και δημοσίων υπαλλήλων. Όλες οι μεταρρυθμίσεις, ακόμη και οι πιο ώριμες, ακόμη και οι πιο «κοινωνικά ευαίσθητες», προσέκρουσαν στη δυσπιστία, στην αδιαφορία και κάποτε στην ανοιχτή εχθρότητα της ελληνικής πλευράς: στο βαθμό που τελικά επιβλήθηκαν αυτό κυρίως πιστώνεται στην επιμονή των δανειστών. Οι αλλαγές δεν προέκυψαν μετά από την συνεπή συνηγορία μέρους έστω των πολιτικών ελίτ, ούτε στηρίχθηκαν στη συνειδητή υποστήριξη των αρμόδιων υπουργών, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση στα μέτρα που υποτίθεται ότι εφάρμοζαν δεν συνεισέφεραν παρά την ανοχή τους – συνήθως καιροσκοπική, συχνά ανόρεχτη, πάντοτε καθυστερημένη. Ούτε υποστηρίχθηκαν από κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες διεκδίκησαν αυτές τις αλλαγές, είτε επειδή αποκαθιστούσαν αδικίες σε βάρος τους, είτε επειδή ελάφραιναν τα βάρη στους ώμους τους, είτε επειδή απλώς ταίριαζαν στις αντιλήψεις τους για μια συνεκτικότερη κοινωνία και μια δυναμικότερη οικονομία σε ένα πιο σύγχρονο κράτος.

Καθώς σταδιακά η επιρροή των δανειστών εξασθενεί και η χώρα ανακτά βαθμούς ελευθερίας, όπως άλλωστε επιβάλλει μια ισότιμη σχέση με τους εταίρους της, ο κίνδυνος οπισθοδρόμησης στις πρακτικές που οδήγησαν στην χρεωκοπία προβάλλει ξανά. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι κάθε άλλο παρά θεωρητικό. Για παράδειγμα, στην πολιτική για τις συντάξεις, όπου η προσαρμογή υπήρξε θεαματικότερη, έχουν ήδη σημειωθεί σοβαρά βήματα οπισθοδρόμησης. Στα τέλη του 2018, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις του Ν4472/2017 για κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς» και σταδιακό επανυπολογισμό των συντάξεων που είχαν εκδοθεί πριν τη ψήφιση του Ν4387/2016. Η δέσμευση θα αποκαθιστούσε τη δικαιοσύνη και θα παγίωνε την εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος, με τίμημα όμως την περαιτέρω μείωση των περισσότερων από τις συντάξεις των ήδη συνταξιούχων. Επρόκειτο για ένα τίμημα το οποίο κανείς δεν είχε διάθεση να αναλάβει. Όχι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση (ΝΔ), ούτε καν οι δανειστές, οι οποίοι συναίνεσαν σιωπηλά. Η πρώτη αυτή υπαναχώρηση είχε συνέχεια. Υπό το βάρος των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που κήρυξαν αντισυνταγματικές τις διατάξεις του Ν4387/2016, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε με το Ν4578/2018 σε μείωση του ποσοστού εισφοράς ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών σε 13,33% (από 20%). Η μείωση ικανοποίησε τις θιγόμενες ομάδες που τη διετία 2017-2018 είχαν αντιμετωπίσει μεγάλες αυξήσεις εισφορών. Ταυτόχρονα ακύρωσε την εξίσωση των όρων ασφάλισης μεταξύ ασφαλισμένων που είχε επιχειρηθεί με το Ν4387/2016, επαναφέροντας τη δυσμενή μεταχείριση της μισθωτής εργασίας. Η εξέλιξη αυτή παγιώθηκε με το Ν4670/2020, που περιόρισε στους μισθωτούς τη σύνδεση των εισφορών με το εισόδημα, επαναφέροντας το καθεστώς χαμηλών «κατ’ αποκοπήν» εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες. Πρόκειται για σοβαρή οπισθοδρόμηση, με αρνητικές συνέπειες στο πεδίο τόσο της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο και της βιωσιμότητας του συστήματος.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ο «προνοιακός σωβινισμός». Ήδη από το 2011 (μετά από παρέμβαση βουλευτή του ΛΑΟΣ) στα κριτήρια επιλεξιμότητας των οικογενειακών επιδομάτων προστέθηκε η μόνιμη και συνεχής διαμονή του δικαιούχου στην Ελλάδα για μια δεκαετία πριν την υποβολή της αίτησης – όρος σχεδιασμένος ώστε να αποκλείει τα παιδιά των μεταναστών, ακόμη και όταν βρίσκονται νομίμως στη χώρα, ακόμη και όταν οι γονείς τους έχουν χαμηλό εισόδημα. Η σχετική διάταξη μεταφέρθηκε αυτολεξεί στο κείμενο του νόμου που θεσμοθετούσε το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων. Παρόμοιες – αν και λιγότερο ακραίες – ρυθμίσεις, και διοικητικές αυθαιρεσίες, περιορίζουν την πρόσβαση σε άλλες κοινωνικές παροχές. Από αυτή την άποψη, το ελληνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν ακολουθεί το κύμα επαναπροσδιορισμού της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη με εθνοτικά κριτήρια που παρατηρείται (είτε ως διεκδίκηση είτε ως πραγματικότητα) σε κάποιες χώρες: πρωτοπορεί σε αυτό. Αυτό είναι προβληματικό όχι μόνο για προφανείς ανθρωπιστικούς λόγους, ούτε μόνο επειδή προδίδει μια αντίληψη για το ποιος δικαιούται τη στήριξη της πολιτείας και ποιος όχι (ακόμη και όταν έχει συνεισφέρει στα φορολογικά βάρη), αλλά επίσης επειδή θέτει εν αμφιβόλω τη συγκατάθεση της κοινής γνώμης σε ένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας που αναπόφευκτα ωφελεί και όσους προέρχονται από μειονοτικές ομάδες.

Υπό αυτή την οπτική, είναι χαρακτηριστική η επιμονή της νέας κυβέρνησης να αναθεωρήσει τα κριτήρια επιλεξιμότητας στις κοινωνικές παροχές. Ο Ν4659/2020 επιμήκυνε από 5 σε 12 έτη την ελάχιστη περίοδο μόνιμης και νόμιμης παραμονής στη χώρα που απαιτείται για τη χορήγηση του ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων, του επιδόματος στέγασης, καθώς και του νέου επιδόματος γέννησης, στην περίπτωση δικαιούχων που δεν είναι Έλληνες πολίτες, ούτε πολίτες ΕΕ, και δεν τους έχει χορηγηθεί άσυλο. (Το 2020, το δικαίωμα της τελευταίας κατηγορίας να εισπράττουν επιδόματα καταργήθηκε εντελώς.) Επί πλέον, ο Ν4659/2020 εισήγαγε νέα προϋπόθεση που θα πρέπει να πληρούν οι δικαιούχοι του ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων, του επιδόματος στέγασης και του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Τα παιδιά τους, εάν είναι σε ηλικία υποχρεωτικής εκπαίδευσης, θα πρέπει να παρακολουθούν κανονικά τα μαθήματα: από το σχολικό έτος 2020-2021, το επίδομα διακόπτεται σε περίπτωση που μένουν στην ίδια τάξη από απουσίες. Και σε άλλες χώρες απαιτούνται προσαρμογές συμπεριφοράς από τους δικαιούχους προγραμμάτων «εισοδηματικής στήριξης υπό αιρεσιμότητα» (conditional cash transfers), όπως π.χ. στο Bolsa Família της Βραζιλίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ακόμη και εάν ερμηνευθεί ως καλοπροαίρετη προσπάθεια ενθάρρυνσης π.χ. των οικογενειών Ρομά να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, με δεδομένη τη ρητορεία επιφανών υπουργών της νέας κυβέρνησης, η σχετική διάταξη του Ν4659/2020 μοιάζει σχεδιασμένη για να αποκλείει από τα επιδόματα δικαιούχους που προέρχονται από μειονοτικές ομάδες.

Το τρίτο και τελευταίο ζήτημα αφορά αυτό που έχει ονομαστεί «προ-διανομή». Το κοινωνικό κράτος, με την ευρεία έννοια (φορολογία, επιδόματα, και υπηρεσίες), λίγα πράγματα μπορεί να κάνει από μόνο του όταν η αγορά παράγει μεγάλες ανισότητες και χαμηλές αμοιβές. Κανένα σύστημα κοινωνικής προστασίας, ακόμη και το πιο προηγμένο, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη φτώχεια όσο η οικονομία υπολειτουργεί, όσο η ανεργία παραμένει υψηλή, όσο οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι υπρεβολικά επισφαλείς ή/και πληρώνουν απελπιστικά χαμηλές αποδοχές. Η κάλυψη των κενών κοινωνικής προστασίας παραμένει επιτακτική. Αλλά η αποφασιστική παρτίδα θα παιχτεί σε μεγάλο βαθμό αλλού: στην επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, στην αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, στη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, στη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων, στη σταδιακή άνοδο των αποδοχών των εργαζομένων.

Ο στόχος της κοινωνικής πολιτικής σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι η οικοδόμηση ενός κοινωνικού κράτους που να προστατεύει χωρίς να υπονομεύει την ανάκαμψη, που να διευκολύνει τα άτομα και τις οικογένειες να ανταποκριθούν στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας, και που να επενδύει στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στις δεξιότητες των εργαζομένων και των ανέργων. Στα μέσα της δεκαετίας του 2020, η νέα οικονομική πραγματικότητα κάνει το στόχο αυτό περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ.

2 Μαρτίου 2021

Ασφαλιστικό: Με χαριστικές ρυθμίσεις και χωρίς συναινέσεις η μεταρρύθμιση δεν θα πετύχει

Το κείμενο της παρέμβασής μου στη δημόσια συζήτηση του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» για τις συντάξεις (Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021). Δημοσιεύτηκε με αυτό τον τίτλο στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Liberal» (Τρίτη 2 Μαρτίου 2021).

Προτού αρχίσουμε να μιλάμε για τη μεταρρύθμιση που μας παρουσίασε ο κ. Τσακλόγλου, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για το εάν είναι καλή ιδέα να αφιερώσουμε πρόσθετους πόρους στο σύστημα συντάξεων; Νομίζω πως όχι, νομίζω πως πρέπει να σταματήσουμε να ρίχνουμε έξτρα χρήματα στο ασφαλιστικό. Και αυτό για τουλάχιστον τρεις λόγους: 

(1) Η συνταξιοδοτική δαπάνη είναι ήδη στα ύψη, στερώντας όλες τις άλλες δημόσιες πολιτικές από πολύτιμους πόρους. Ανέφερε ο κ. Νεκτάριος τις μελλοντικές ανάγκες για μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων. Για να φέρω άλλο ένα παράδειγμα κοινωνικής πολιτικής: Το 80% και πάνω των ανέργων δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας. Για να φέρω ένα διαφορετικό παράδειγμα: Το επίπεδο δεξιοτήτων στην Ελλάδα είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη. Χωρίς μια σοβαρή επένδυση στο εκπαιδευτικό σύστημα και στο σύστημα κατάρτισης με σκοπό την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, θα αποδειχθεί απλώς αδύνατο να περάσουμε σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπως προτείνει η Επιτροπή Πισσαρίδη και όπως συμμερίζονται οι περισσότεροι από εμάς.

(2) Οι συνταξιούχοι υπέστησαν τις γνωστές περικοπές συντάξεων την περίοδο 2010-15, όμως άλλες ομάδες του πληθυσμού είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται περισσότερο ή και να μηδενίζονται. Αυτό ενισχύθηκε από όσα συνέβησαν τον τελευταίο χρόνο: η πανδημία δεν επηρέασε τις συντάξεις, αλλά μείωσε και άλλο τα εισοδήματα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.

(3) Μέχρι το 2010 είχαμε το χειρότερο ασφαλιστικό της Ευρώπης – το πιο άδικο και το πιο χρεωκοπημένο. Στη συνέχεια, υπό την πίεση των δανειστών, έγιναν σοβαρές προσπάθειες συμμαζέματος του. Παρά τα ελαττώματά του, ο λεγόμενος νόμος Κατρούγκαλου περιέγραφε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα λιτότερο (όπως είναι επιβεβλημένο, για να μην επιβαρύνουμε υπέρμετρα τη γενιά των παιδιών μας) και πιο ομοιόμορφο. Αυτό αποτυπώθηκε στις προβολές που επικαλέστηκε η κ. Αχτσιόγλου, που δείχνουν ότι το «αφανές χρέος» του ασφαλιστικού έχει σημαντικά περιοριστεί. Όμως οι προβολές βασίστηκαν στην υπόθεση ότι η κυβέρνηση (και οι επόμενες κυβερνήσεις) θα εφάρμοζαν τις ρυθμίσεις που είχαν ψηφιστεί. Είναι εύλογη η υπόθεση ότι μια χώρα τηρεί τους κανόνες που έχει νομοθετήσει, αλλά στην περίπτωσή μας δυστυχώς δεν ισχύει. Από το 2018, τόσο η προηγούμενη όσο και η σημερινή κυβέρνηση έχουν βαλθεί να ακυρώσουν τη μεγάλη διόρθωση που έγινε τα προηγούμενα χρόνια. Η προηγούμενη κυβέρνηση αρνήθηκε να εφαρμόσει την «προσωπική διαφορά», και (μετά τις σχετικές αποφάσεις των δικαστηρίων) μείωσε το ποσοστό εισφοράς των ελευθέρων επαγγελματιών και των αγροτών. Η σημερινή κυβέρνηση κατάργησε τη σύνδεση της εισφοράς ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών με το εισόδημα – πλέον ένας μεγαλογιατρός μπορεί νομίμως να πληρώνει λιγότερα για σύνταξη και ασθένεια από ό,τι μια καθαρίστρια. Στη συνέχεια επανέφερε (και διαφήμισε με πολλά ταρατατζούμ) το δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης των μητέρων και πατέρων. Με αυτό το ρυθμό, σε λίγο καιρό θα είμαστε πάλι στο σημείο που βρισκόμαστε το αξέχαστο 2010, έτοιμοι να ζήσουμε ξανά όσα ακολούθησαν.

Με δεδομένα τα παραπάνω, φοβάμαι ότι το σχέδιο που μας παρουσίασε ο κ. Τσακλόγλου δεν θα μπορέσει από μόνο του να πετύχει το στόχο του. Παρά τα αναμφίβολα χαρίσματα του σχεδίου. Δεν αμφιβάλλω, για παράδειγμα, ότι εάν σχεδιάζαμε το σύστημα συντάξεων μιας καινούριας χώρας (του κουτιού) μάλλον θα φροντίζαμε να θεσμοθετήσουμε ότι ένα μέρος του θα είναι κεφαλαιοποιητικό. Επειδή η Ελλάδα δεν είναι ακριβώς καινούρια χώρα, η μετάβαση από το ένα είδος επικουρικής ασφάλισης στο άλλο θα προκαλέσει ένα «δημοσιονομικό κενό». Με απλά λόγια: εάν οι εισφορές των νέων ασφαλισμένων αποταμιεύονται, κάποιος πρέπει να πληρώνει τις επικουρικές συντάξεις των ήδη συταξιούχων, όσων είναι σήμερα άνω των 35 ετών, καθώς και όσων παρότι νεώτεροι επιλέξουν να μην ενταχθούν στο νέο σύστημα. Το «δημοσιονομικό κενό» θα προστεθεί στο 10% του ΑΕΠ που είναι το έλλειμμα του σημερινού ασφαλιστικού – και αυτό είναι βέβαιο. Οι θετικές επιδράσεις στην οικονομία είναι αβέβαιες, και σε μια γερασμένη κοινωνία που δραστηριοποιείται σε μια ανοιχτή οικονομία μπορεί να αποδειχθούν περιορισμένες.

Επί πλέον, τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα συντάξεων έχουν και αυτά τους κινδύνους τους και τα μειονεκτήματά τους. Θα αντιπαρέλθω τις συνήθεις ενστάσεις, που ανέφερε η κ. Αχτσιόγλου (κάποιες τις θεωρώ βάσιμες, άλλες λιγότερο), για να αναφερθώ σε ένα πρόβλημα που με ανησυχεί ιδιαίτερα. Είναι το πρόβλημα του πολιτικού κινδύνου που είναι ιδιαίτερα μεγάλος σε πολιτικά συστήματα χαμηλής συναίνεσης.

Με βάση το σχέδιο που μας παρουσίασε ο κ. υφυπουργός, οι πρώτες επικουρικές συντάξεις του νέου συστήματος θα καταβληθούν μετά το 2050. Μέχρι τότε, ο κουμπαράς των εισφορών θα γεμίζει. Τι θα εμποδίσει μια μελλοντική κυβέρνηση «να βάλει χέρι» σε αυτό τον κουμπαρά, για να καλύψει άλλες ανάγκες; Αυτο έχει συμβεί επανειλημμένως: στην Αργεντινή (2008), στη Βολιβία (2010), στην Ουγγαρία (2011), στο Καζακστάν (2013) και αλλού. Σε άλλες χώρες (Πολωνία, Σλοβακία, Ρουμανία, στις χώρες της Βαλτικής) το μέγεθος του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα περιορίστηκε, με μείωση των αντίστοιχων εισφορών.

Θα ζητούσα λοιπόν από την κυβέρνηση να κάνει δύο πράγματα: Πρώτον, όσο και εάν αυτό σήμερα ακούγεται εξωπραγματικό, να αναζητήσει ευρύτερες συναινέσεις με τα πολιτικά κόμματα, τις οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών. Δεύτερον, να σεβαστεί τα μέτρα εξυγίανσης που θεσμοθετήθηκαν την περίοδο 2010-16, ακυρώνοντας όλες τις χαριστικές ρυθμίσεις της τελευταίας τριετίας υπέρ μεγαλογιατρών, μεγαλοδικηγόρων, πατέρων ανηλίκων και άλλων αναξιοπαθούντων.

1 Μαΐου 2020

Ένα βασικό εισόδημα για όλους: Μπορεί να υπάρξει; Πρέπει να υπάρξει;

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Μάιος 2020).

Σε ένα σημείο της πρόσφατης συνέντευξής του στην Καθημερινή (19/4/2020), σχολιάζοντας τα μέτρα στήριξης της οικονομίας εν μέσω πανδημίας, ο πρωθυπουργός είπε: «Η πολιτεία στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Έδωσε πολλά χρήματα κυρίως για να τονώσει την εργασία και το εισόδημα. Και το έκανε με τρόπο θα έλεγα – και μη σας αιφνιδιάσω εδώ – σχεδόν σοσιαλιστικό: οριζοντίως 800 ευρώ σε όλους, ασχέτως του εισοδήματος!»

Στην πραγματικότητα, η πολιτική προέλευση αυτής της μάλλον απλής ιδέας (της οριζόντιας χορήγησης από το κράτος κάποιου ποσού, ασχέτως εισοδήματος) είναι πιο σύνθετη και νομίζω πιο ενδιαφέρουσα. Όσο για την ιστορική καταγωγή της, χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Να τι έγραφε σχετικά ο Sir Thomas More στην περίφημη «Ουτοπία» του (1516) – ή μάλλον, τι έβαζε στο στόμα του πρωταγωνιστή του Ραφαήλ Υθλοδαίου (!), Πορτογάλου περιηγητή που περπατά στην κεντρική πλατεία της Αμβέρσας, αφηγούμενος παλαιότερη συζήτησή του με τον Αρχιεπίσκοπο του Canterbury και με Άγγλο δικηγόρο, οι οποίοι του μιλούν με ενθουσιασμό για την αγγλική μέθοδο τιμωρίας των κλεφτών («τους κρεμάμε παντού»). Ο Υθλοδαίος διαφωνεί: «Η μέθοδος αυτή είναι άδικη και ανεπιθύμητη. Ως τιμωρία είναι υπερβολικά αυστηρή. Ως μέτρο αποθάρρυνσης είναι ανεπαρκές. Αντί να επιβάλλονται τέτοιες απαίσιες ποινές, είναι προτιμότερο να παρέχονται στους πάντες κάποια μέσα διαβίωσης, ώστε κανείς να μην αντιμετωπίζει την τρομερή ανάγκη να γίνει πρώτα κλέφτης, και μετά πτώμα.»

Στη συναρπαστική ομιλία του στην Αμβέρσα για τα 500 χρόνια από την έκδοση της «Ουτοπίας», ο Philippe Van Parijs, καθηγητής οικονομικής και κοινωνικής ηθικής στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain-la-Neuve, υποστήριξε ότι στη φράση «είναι προτιμότερο να παρέχονται στους πάντες κάποια μέσα διαβίωσης» ανάγεται η σύλληψη της ιδέας ενός βασικού εισοδήματος για όλους. Ο ίδιος ο Van Parijs, με τα βιβλία του, τις ομιλίες του, και επίσης με την ευφυΐα του και το χιούμορ του, έχει κάνει όσα κανείς για την διάδοση αυτής της απλής ιδέας που «πρέπει και μπορεί να διαμορφώσει πρώτα τη συζήτηση, και μετά την πραγματικότητα».

Όπως έχει εξηγήσει ο Van Parijs, οι ρίζες του βασικού εισοδήματος εντοπίζονται σε τρεις ιστορικές παραδόσεις. Η πρώτη ξεκινά στις αρχές του 16ου αιώνα και στοχεύει στην εγγύηση από τη δημόσια αρχή (το κράτος ή την πόλη) ενός ελάχιστου εισοδήματος. Το 1526, ο Juan Luis Vives, Ισπανός ανθρωπιστής, υποβάλλει προς τον δήμαρχο της Μπρουζ (οι Κάτω Χώρες ανήκαν στο ισπανικό στέμμα τότε) υπόμνημα «Περί επιδότησης των απόρων». Την ίδια περίπου εποχή, στην Αγγλία, εγκρίνονται οι πρώτοι «Νόμοι περί Πτωχών».

Η δεύτερη ιστορική παράδοση ξεκινά στα τέλη του 18ου αιώνα και αφορά την ιδέα της χορήγησης σε όλους τους πολίτες ενός περιουσιακού κεφαλαίου τη στιγμή της ενηλικίωσής τους. Ο Μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, γνωστός μας Εγκυκλοπαιδιστής, στο «Ανθρώπινο Πνεύμα» του (1795) προτείνει «να δίνεται σε εκείνα τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει αρκετά ώστε να μπορούν να εργαστούν και να δημιουργήσουν οικογένεια το πλεονέκτημα ενός κεφαλαίου για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους». Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Thomas Paine, Αμερικανός φιλόσοφος επαναστάτης, καταθέτει υπόμνημα προς το Διευθυντήριο (1796) το οποίο αναφέρει: «Η γη ανήκει σε όλους. Κάθε ιδιοκτήτης οφείλει στην κοινότητα μια γαιοπρόσοδο. Τα έσοδά της να κατατίθενται σε ένα ταμείο, και κάθε άτομο που φτάνει στην ηλικία των 21 ετών να λαμβάνει 15 στερλίνες (και άλλες 10 στερλίνες στην ηλικία των 50 ετών). Όλοι να ωφελούνται, πλούσιοι και φτωχοί.»

Δύο αιώνες μετά, ο Bruce Ackerman και η Anne Alstott, καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Yale, στο βιβλίο τους «The Stakeholder Society» (2000), προτείνουν να χορηγείται κεφάλαιο 80.000 δολαρίων σε κάθε Αμερικανό που συμπληρώνει τα 21 έτη. Παραλλαγή αυτής της ιδέας είναι τα Child Trust Funds που (από το 2005) εισάγει η Βρετανική κυβέρνηση των Νέων Εργατικών, ανοίγοντας έναν προθεσμιακό λογαριασμό για κάθε παιδί και πιστώνοντάς το με ένα ποσό 250 στερλίνων (500 για παιδιά από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος). Γονείς και παππούδες μπορούν να προσθέτουν στο λογαριασμό, αλλά όχι να αφαιρούν. Το πρόγραμμα έχει απρόσμενη επιτυχία – για πρώτη φορά παιδιά από φτωχότερες οικογένειες «εθίζονται» στην αποταμίευση και συσσωρεύουν μια μικρή περιουσία. Όμως η επόμενη κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελεύθερων το καταργεί στο όνομα της λιτότητας (2011). Σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian, ο Julian Le Grand – ο οποίος, εκτός από καθηγητής στη London School of Economics και σύμβουλος του Tony Blair όταν ήταν πρωθυπουργός, έχει διακριθεί και ως επιβλέπων καθηγητής της διδακτορικής διατριβής μου επικρίνει με δριμύτητα την πρόταση των Συντηρητικών να θεσπιστούν εισοδηματικά κριτήρια: «Ο περιορισμός των Child Trust Funds στα φτωχά παιδιά και μόνο θα είναι διχαστικός, και θα έχει ως αποτέλεσμα χαμηλή συμμετοχή και στίγμα. Αντίθετα, ένα καθολικό κληροδότημα είναι σήμα της ιδιότητας του πολίτη».

Η τρίτη ιστορική παράδοση ξεκινά στα μέσα του 19ου αιώνα και αναφέρεται στη σύγχρονη πρόταση για ένα βασικό εισόδημα για όλους χωρίς προϋποθέσεις. Στο βιβλίο του για τη Βιομηχανία (1836), ο Charles Fourier, Γάλλος ουτοπικός σοσιαλιστής, υποστηρίζει ότι «ο πολιτισμός παραβιάζει το θεμελιώδες φυσικό δικαίωμα κάθε ατόμου να ζει από τη γη», και για αυτό οφείλει σε κάθε άτομο ένα ελάχιστο διαβίωσης ισοδύναμο με το κόστος «ενός δωματίου σε ξενοδοχείο έκτης κατηγορίας και τριών λιτών γευμάτων την ημέρα». Όπως γράφει ο John Stuart Mill, Βρετανός φιλόσοφος στις «Αρχές πολιτικής οικονομίας» (2η έκδοση 1849): «Ο πιο επιδέξιος συνδυασμός όλων των μορφών Σοσιαλισμού είναι ο Φουριερισμός. Κατά τη διανομή, ένα ορισμένο ελάχιστο χορηγείται σε όλα τα μέλη της κοινότητας, είτε είναι ικανά για εργασία είτε όχι. Το υπόλοιπο προϊόν διανέμεται σε προκαθορισμένες αναλογίες μεταξύ των τριών στοιχείων, της Εργασίας, του Κεφαλαίου και του Ταλέντου.»

Έκτοτε, διάφοροι στοχαστές από ευρύ φάσμα απόψεων υιοθετούν το βασικό εισόδημα. Από τον Bertrand Russell, που στο βιβλίο του «Roads to Freedom» (1918) προτείνει «ένα μικρό εισόδημα, επαρκές για τα αναγκαία, σε όλους, είτε εργάζονται είτε όχι – και ένα μεγαλύτερο εισόδημα σε όσους είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν κάποια εργασία που η κοινότητα αναγνωρίζει ως χρήσιμη». Έως τον Milton Friedman, που στο «Καπιταλισμός και ελευθερία» (1962), Βίβλο των απανταχού νεοφιλελεύθερων, συνηγορεί υπέρ ενός «αρνητικού φόρου εισοδήματος» ως λιγότερο στρεβλωτική εναλλακτική λύση στο υπάρχον μωσαϊκό κοινωνικών προγραμμάτων. Λίγα χρόνια μετά, το σωτήριον έτος 1968, ο James Tobin (κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ, όπως και ο Friedman), μαζί με τον John Kenneth Galbraith και άλλους 1200 οικονομολόγους, καλούν με διακήρυξή τους το Κογκρέσο να υιοθετήσει πρόγραμμα εισοδηματικών παροχών σε όλους τους Αμερικανούς μέσω του φορολογικού συστήματος. Η πρότασή τους (που ονομάστηκε «demogrant»), διαφέρει από αυτή του Friedman, ο οποίος αρνείται να υπογράψει τη διακήρυξη. Το demogrant δεν θα υποκαθιστούσε το σύστημα κοινωνικής προστασίας, αλλά θα ενίσχυε τα καθαρά εισοδήματα των περισσότερων Αμερικανών, διευκολύνοντας την ένταξη στην αγορά εργασίας των πιο φτωχών.

Τελικά το demogrant δεν εγκρίθηκε από το Κογκρέσο, ενώ όπως είδαμε και τα Child Trust Funds της Βρετανίας καταργήθηκαν και αυτά. Από τις τρεις ιστορικές παραδόσεις που αναφέραμε, η μόνη που ευδοκίμησε ήταν η πρώτη. Πράγματι, πολλές ανεπτυγμένες χώρες και όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με τελευταίες προσθήκες την Ελλάδα το 2017 και την Ιταλία το 2018) εφαρμόζουν σήμερα κάποιο πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Όμως, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα απευθύνεται στους φτωχούς, με στόχο να συμπληρώσει τους πενιχρούς πόρους τους μέχρι κάποιο χαμηλό εγγυημένο όριο. Αντίθετα, το βασικό εισόδημα για το οποίο μιλούσε ο Van Parijs καταβάλλεται από μια πολιτική κοινότητα σε όλα τα μέλη της, σε ατομική βάση, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια ή υποχρέωση εργασίας. Με άλλα λόγια, το βασικό εισόδημα πηγαίνει ένα (μεγάλο) βήμα πέρα από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το απορροφά και το υπερβαίνει.

Επειδή είναι και αυτό εγγυημένο, το βασικό εισόδημα συμβάλλει στην καταπολέμηση της φτώχειας – και μάλιστα ακόμη πιο αποτελεσματικά, αφού ως «σήμα της ιδιότητας του πολίτη» είναι απαλλαγμένο από οποιοδήποτε στίγμα, και για αυτό εισπράττεται από όλους. Είναι γνωστό ότι σήμερα πολλοί δικαιούχοι των προνοιακών επιδομάτων δεν τα λαμβάνουν παρότι πληρούν τις προϋποθέσεις, συνήθως επειδή βιώνουν ως εξουθενωτική και εξευτελιστική τη διαδικασία συγκέντρωσης και υποβολής δικαιολογητικών. Στη Γερμανία, δύο διαφορετικές μελέτες, του Joachim Frick και της Regina Riphahn, υπολόγισαν ότι μόνο το 33% των δικαιούχων όντως ελάμβαναν Sozialhilfe, όπως λεγόταν στο παρελθόν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Αντίθετα, το ποσοστό ανάληψης καθολικών επιδομάτων, όπως το Child Benefit στη Βρετανία, είναι 100%.

Επί πλέον, επειδή καταβάλλεται σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις, το βασικό εισόδημα αποφεύγει τις συνήθεις «παγίδες της φτώχειας» και έτσι αφήνει άθικτα τα κίνητρα για απασχόληση. Κάθε πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ορίζει ότι η επιδότηση που προσφέρει μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημα των δικαιούχων (π.χ. επειδή βρήκαν δουλειά). Στο παρελθόν, στη Βρετανία, οι κανόνες του προγράμματος Supplementary Benefit συνεπάγονταν ότι για κάθε 100 στερλίνες που κέρδιζε από τη δουλειά του ένας δικαιούχος έχανε από επιδόματα έως 140 στερλίνες! Αυτό αργότερα διορθώθηκε. Σήμερα τα περισσότερα προγράμματα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ευρώπη επιτρέπουν στους δικαιούχους να κρατούν το 20% του εισοδήματος που αποκτούν από εργασία. Πάλι καλά. Όμως, τις τελευταίες δεκαετίες οι απανταχού νεοφιλελεύθεροι έχουν προτείνει – και πετύχει – τη μείωση των ανώτατων φορολογικών συντελεστών: στις ΗΠΑ από 70% (που ήταν επί Ronald Reagan) σε 37%, στη Βρετανία από 90% (έως το 1971) σε 45%. Το επιχείρημα ήταν ότι έτσι προστατεύεται το κίνητρο για απασχόληση (των πλουσίων). Εν τω μεταξύ, ο υποδηλούμενος φορολογικός συντελεστής που αντιμετωπίζουν οι δικαιούχοι των προγραμμάτων ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος παραμένει 80% ή και παραπάνω. Σε αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένο ότι για να εργαστεί κάποιος πρέπει να υποστεί κάποια έξοδα (π.χ. για ρούχα, εισιτήρια λεωφορείου, baby sitter), είναι παράξενο που πολλοί φτωχοί καταλήγουν ότι τους συμφέρει να μην εργάζονται καθόλου και να εισπράττουν το επίδομα; Αυτή είναι η παγίδα της φτώχειας: τα προνοιακά επιδόματα προστατεύουν μεν τους δικαιούχους από την απόλυτη ανέχεια, τους παγιδεύουν δε σε ένα λίγο υψηλότερο επίπεδο χαμηλού εισοδήματος, από το οποίο δυσκολεύονται να ξεφύγουν. Δεν θα έπρεπε με την ίδια λογική να προστατεύεται το κίνητρο για απασχόληση των φτωχών;

Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί βρίσκουν ελκυστική την ιδέα του Philippe Van Parijs («Ας δώσουμε σε όλους τους πολίτες ένα μέτριο αλλά άνευ όρων εισόδημα, και ας τους αφήσουμε να το συμπληρώσουν κατά βούληση με εισοδήματα από άλλες πηγές»). Δεν είναι όλοι τους σοσιαλιστές – εξ άλλου, πολλοί συνδικαλιστές σε διάφορες χώρες φρικάρουν με τη σκέψη ότι «θα δίνουμε λεφτά σε κάποιους για να κάθονται». Μερικοί υποστηρικτές του βασικού εισοδήματος είναι φιλελεύθεροι, όπως ο Samuel Britten, επί σειρά ετών editor της εφημερίδας Financial Times (ο αδελφός του Leon υπήρξε υπουργός εσωτερικών της Margaret Thatcher), στον οποίο μάλιστα ανήκει το απόφθεγμα: «το πρόβλημα δεν είναι ότι το βασικό εισόδημα δεν έχει αποκτηθεί με την εργασία – είναι ότι υπερβολικά λίγοι από εμάς διαθέτουν τέτοιο εισόδημα σήμερα» (π.χ. η τάξη των πλούσιων κληρονόμων στην οποία και ο ίδιος ανήκει).

Γενικά, αυτό που ο καθένας βρίσκει ελκυστικό στο βασικό εισόδημα ποικίλλει. Πολλοί σημειώνουν τις ανυπέρβλητες δυσκολίες των εναλλακτικών στρατηγικών για την αντιμετώπιση του «νέου κοινωνικού ζητήματος»: τόσο οι παραδοσιακές κοινωνικές πολιτικές όσο και οι πρόσφατες προσεγγίσεις τύπου workfare αποτυγχάνουν ακριβώς στο κρίσιμο σημείο της ταυτόχρονης καταπολέμησης και της ανεργίας και της φτώχειας. Άλλοι τονίζουν τα πλεονεκτήματα μιας ορθολογικότερης ενοποίησης του συστήματος κοινωνικών παροχών με το σύστημα φορολογίας εισοδήματος, χωρίς τα αντικίνητρα, τις ανωμαλίες, τη γραφειοκρατία και το διοικητικό κόστος του σημερινού καθεστώτος. Μερικοί θεωρούν την απλότητα, αμεσότητα και ευελιξία μιας δίχως όρους εισοδηματικής μεταβίβασης ιδεώδες προσόν στις συνθήκες ρευστότητας και κινητικότητας που έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε με την παγκοσμιοποίηση. Κάποιοι τέλος το εντάσσουν στο πλαίσιο μιας οικολογικής κριτικής του παραγωγισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να μετατραπεί η μείωση (λόγω τεχνολογικής προόδου) του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας σε μείωση του χρόνου εργασίας όλων, παρά σε αλόγιστη ανάπτυξη και μαζική ανεργία.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο σήμερα στις ΗΠΑ οι θιασώτες του βασικού εισοδήματος να εκτείνονται από την Alexandria Ocasio-Cortez, Αντιπρόσωπο στο Κογκρέσο και ελπίδα της αμερικανικής αριστεράς, έως τον Elon Musk, ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας ηλεκτρικών αυτοκινήτων Tesla – ενώ από τον περασμένο μήνα εκατομμύρια Αμερικανοί εισπράττουν 1.200 δολάρια ανά άτομο το μήνα (συν 500 δολάρια για κάθε παιδί), στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης της οικονομίας που πλήττεται από την πανδημία. Ή στο βοήθημα των 800 ευρώ στην Ελλάδα (που δίνεται χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, αλλά μόνο σε εργαζόμενους υπό αναστολή σύμβασης εργασίας και μόνο σε κλάδους που πλήττονται). Ή σε αντίστοιχα μέτρα σε άλλες χώρες. Η στήριξη του εισοδήματος όλων, χωρίς προϋποθέσεις, με ένα ενιαίο ποσό, είναι γρήγορη και αποτελεσματική. Αυτό το καθιστά ιδεώδες για καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης όπως η σημερινή.

Και όταν η πανδημία περάσει; Μπορεί να υπάρξει ένα βασικό εισόδημα για όλους; Ή, ακόμη και αν μπορεί να υπάρξει, πρέπει; Και, ακόμη και αν μπορεί και πρέπει, θα υπάρξει ποτέ;

Σύμφωνα με τη γνωστή ρήση, οι οικονομολόγοι είναι καλοί στο να προβλέπουν το παρελθόν (και αυτό όχι πάντα). Οπότε ας περιοριστούμε στα δύο πρώτα ερωτήματα. Η μεγαλύτερη ένσταση κατά της υιοθέτισης ενός βασικού εισοδήματος είναι ότι οι δικαιούχοι θα μείωναν την εργασιακή τους προσπάθεια και θα ζούσαν με το επίδομα. Αυτό θεωρείται από πολλούς ηθικά καταδικαστέο. (Όχι από όλους: το απολαυστικότερο ίσως άρθρο του Philippe Van Parijs έχει τίτλο: «Γιατί το κοινωνικό σύνολο θα πρέπει να τρέφει όσους κάνουν σερφ», και υπότιτλο: «Το φιλελεύθερο επιχείρημα υπέρ ενός βασικού εισοδήματος χωρίς προϋποθέσεις».) Σε κάθε περίπτωση, η μείωση της εργασιακής προσπάθειας θα μείωνε τα φορολογικά έσοδα, και συνεπώς τη δυνατότητα του κράτους να χρηματοδοτεί το βασικό εισόδημα.

Έχει βάση η ένσταση; Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε: το βασικό εισόδημα δεν υφίσταται ακόμη σε καμιά χώρα. (Μια εξαίρεση, μερική, είναι η Πολιτεία της Αλάσκας, που πληρώνει 1.000 με 2.000 δολάρια το χρόνο σε κάθε κάτοικο, ενώ μια άλλη, ακόμη πιο εξωτική, είναι το Καζίνο που διαχειρίζεται μια φυλή Ινδιάνων στη Β. Καρολίνα, που τα τελευταία χρόνια έχει πληρώσει έως και 12.000 δολάρια το χρόνο σε κάθε μέλος της φυλής.) Στην Ευρώπη, το 2004, δύο ερευνητές του Καθολικού Πανεπιστημίου της Leuven είχαν μια καταπληκτική ιδέα για το πώς θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πώς συμπεριφέρονται τα άτομα που κάθε μήνα εισπράττουν ένα σταθερό («βασικό») εισόδημα. Σκέφτηκαν ότι μια τέτοια ομάδα είναι οι νικητές του πρώτου λαχνού στο «Win for Life», το λαχείο που αντί να δίνει π.χ. 1 εκατομμύριο ευρώ, δίνει 1.000 ευρώ το μήνα εφ’ όρου ζωής. (Σήμερα στο Βέλγιο το «Win for Life» δίνει 2.000 ευρώ το μήνα, εφ’ όρου ζωής. Στην Ιταλία, έως 3.000 ευρώ το μήνα επί 20 χρόνια. Έχω παίξει δύο φορές. Δεν έχω κερδίσει ποτέ.) Στο ωραίο άρθρο τους, οι δύο Βέλγοι ερευνητές περιγράφουν πώς από τα 66 άτομα που εργάζονταν τη στιγμή που κέρδισαν το λαχείο, μόνο ένας 44χρονος μηχανικός αυτοκινήτων σταμάτησε εντελώς, ενώ μια 45χρονη νοσοκόμα άρχισε να δουλεύει part-time.

Παρόμοιες ενδείξεις ότι το βασικό εισόδημα ασκεί ελάχιστη επίδραση στην εργασιακή συμπεριφορά παρείχε το φινλανδικό πείραμα (Νοέμβριος 2017 – Οκτώβριος 2018), το τελικό πόρισμα του οποίου δόθηκε στη δημοσιότητα πριν λίγες μέρες (6 Μαΐου 2020). Στο διάστημα αυτό, περισσότεροι δικαιούχοι βασικού εισοδήματος εργάστηκαν από ό,τι στην ομάδα ελέγχου όσων εισέπρατταν προνοιακά επιδόματα και συμμετείχαν σε προγράμματα απασχόλησης (28% έναντι 25%, επί 78 ημέρες έναντι 73). Πρόκειται για μικρή βελτίωση – απογοητευτικά μικρή, για τους υποστηρικτές της ιδέας.

Η βασικότερη επίδραση του βασικού εισοδήματος στη Φινλανδία σημειώθηκε στην ψυχική υγεία (22% ανέφεραν κατάθλιψη έναντι 32% στην ομάδα ελέγχου), καθώς και στην ικανοποίηση από τη ζωή (μέσο σκορ 7,3 με άριστα το 10 έναντι 6,8). Δεν είναι και λίγο αυτό. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2013 στο περιοδικό Science, οικονομολόγοι και ψυχολόγοι από τέσσερα πανεπιστήμια – Warwick (ΗΒ), Harvard, Princeton (ΗΠΑ) και British Columbia (Καναδάς) – διαπίστωσαν ότι η φτώχεια δεν κάνει τους ανθρώπους απλώς δυστυχείς, αλλά τους ωθεί επίσης να κάνουν λάθη, τα οποία φυσικά τους βυθίζουν περισσότερο στη φτώχεια. Αντιστρόφως, η οικονομική ασφάλεια (ακόμη και υποτυπώδης) βελτιώνει την διανοητική τους λειτουργία. Δεν είναι εντυπωσιακό;

Κατά τα άλλα, σε μια ανεπτυγμένη οικονομία, το κράτος ήδη δαπανά τεράστια ποσά για επιδόματα και άλλες παροχές (για τους φτωχούς και όχι μόνο), ενώ ταυτόχρονα χορηγεί φορολογικές απαλλαγές αμφιβόλου σκοπιμότητας (για τους πλούσιους κυρίως). Ο ούτως ή άλλως ευεργετικός εξορθολογισμός της φορολογίας και των κοινωνικών παροχών θα επέτρεπε από σήμερα κιόλας τη θεσμοθέτηση ενός χαμηλού βασικού εισοδήματος. Η επίσης ευεργετική καταπολέμηση της φοροαποφυγής των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, καθώς και της φοροδιαφυγής των μικρών, θα τροφοδοτούσε τον κουμπαρά από τον οποίο χρηματοδοτείται το βασικό εισόδημα. Το ίδιο και η ορθολογικότερη φορολόγηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, των ρυπογόνων δραστηριοτήτων κτλ. Συνεπώς, κάποιο βασικό εισόδημα είναι ήδη εφικτό, και νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να κινηθούμε προς τα εκεί.

Βέβαια, κάποιες από τις σημερινές κοινωνικές παροχές δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντικατασταθούν από ένα βασικό εισόδημα. Π.χ. η περίθαλψη, η σχολική εκπαίδευση, η κοινωνική φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων πρέπει να εξακολουθήσουν παρέχονται «σε είδος», δωρεάν ή σχεδόν. Και αυτό για λόγους οικονομικής αποδοτικότητας, όχι μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η σταδιακή θεσμοθέτηση ενός βασικού εισοδήματος για όλους θα μπορούσε να γίνει κατά ηλικίες. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα παιδιών, δηλ. το καθολικό επίδομα παιδιού, όπως ισχύει σε 18 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Ένα δεύτερο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα ηλικιωμένων, δηλ. η καθολική βασική σύνταξη, όπως εφαρμόζεται στη Δανία, στην Ολλανδία, στον Καναδά και αλλού.

Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση για το βασικό εισόδημα έχει αναζωπυρωθεί εξαιτίας της απρόσμενης υποστήριξής του από τον Elon Musk και άλλους επιχειρηματίες της Silicon Valley, οι οποίοι το φαντάζονται ως αναγκαία λύση σε έναν κόσμο όπου τα ρομπότ έχουν αχρηστεύσει δισεκατομμύρια θέσεις εργασίας. Η προοπτική αυτή μου φαίνεται υπερβολικά ζοφερή, και ταυτόχρονα υπερβολικά απαισιόδοξη. Ζοφερή, επειδή ένα εγγυημένο εισόδημα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο δυστυχισμένους, αλλά από μόνο του δεν αρκεί για να τους κάνει ευτυχισμένους. Μια καλή δουλειά προσφέρει πολύ περισσότερα από ένα καλό εισόδημα: ικανοποίηση, αυτοπεποίθηση, νόημα ύπαρξης. Απαισιόδοξη, επειδή η μαζική ανεργία δεν είναι αναπόφευκτη, ούτε καν ιδιαίτερα πιθανή. Προς το παρόν, η τεχνολογική εξέλιξη δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες καταστρέφει. Άλλο είναι το πρόβλημα: υπερβολικά πολλές από τις νέες θέσεις εργασίας είναι επισφαλείς και κακοπληρωμένες. Όμως αυτό το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, είναι πολιτικό και κοινωνικό. Άρα είναι στο χέρι της ανθρωπότητας να το αντιμετωπίσει.

Να ένας ωραίος στόχος για την περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας μετά την πανδημία.

15 Απριλίου 2020

Η πεπατημένη και η θωράκιση της υγείας

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Απρίλιος 2020).

Είναι αλήθεια ότι μέχρι τώρα τα νοσοκομεία μας τα έχουν πάει ανέλπιστα καλά. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει βγάλει στην επιφάνεια αποθέματα επαγγελματισμού, επινοητικότητας, αυταπάρνησης. Είναι πολύτιμα αυτά, πρέπει να τα διαφυλάξουμε, να επενδύσουμε πάνω τους στο μέλλον. Αλλά δεν φτάνουν. Ο ηρωισμός, ακόμη και η αυτοθυσία, των γιατρών και των νοσηλευτών της Λομβαρδίας δεν εμπόδισε τον αριθμό των θυμάτων να γίνει πενταψήφιος.

Τι πήγε στραβά στη Λομβαρδία; Προφανώς έγιναν λάθη, αλλά όχι περισότερα από ό,τι π.χ. στη Γαλλία ή στη Βρετανία. Είναι πολλά αυτά που ακόμη δεν γνωρίζουμε: π.χ. γιατί ο κορωνοϊός πλήττει τις γυναίκες λιγότερο από τους άνδρες, τα παιδιά λιγότερο από τους ηλικιωμένους κτλ. Ενδέχεται η Λομβαρδία να ήταν απλώς άτυχη, ή να έφταιξε το κλίμα, ή να πλήρωσε το τίμημα του οικονομικού δυναμισμού της, και των πυκνών συναλλαγών της με την Κίνα, εμπορικών αλλά όχι μόνο: το πανεπιστήμιο στο οποίο διδάσκω, το Πολυτεχνείο του Μιλάνου, έχει στενή συνεργασία («διπλό πτυχίο») με ένα από τα πανεπιστήμια της Σαγκάης, ενώ το ένα τέταρτο περίπου των φοιτητών μου είναι Κινέζοι. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά για την τύχη ή για το κλίμα, ενώ δεν θα ήταν έξυπνο να εμποδίσουμε τον οικονομικό δυναμισμό (αν και οι εθνικιστές ή λαϊκιστές κάθε είδους αυτό ακριβώς απεργάζονται).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σύστημα υγείας της Λομβαρδίας, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες γιατρών και νοσηλευτών, νικήθηκε από τον κορωνοϊό. Κάποιες τρομερές μέρες του Μαρτίου έφταναν στα νοσοκομεία περισσότεροι ασθενείς που χρειάζονταν εντατική θεραπεία από ό,τι κλίνες στις ΜΕΘ. Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν οι γιατροί από το να επιλέγουν ποιος θα παλέψει για να ζήσει και ποιος θα αφεθεί να πεθάνει;

Σε εθνικό επίπεδο, το ιταλικό σύστημα είναι (από το 1978) οργανωμένο ως ΕΣΥ, με ενιαία δομή, χωρίς διακρίσεις ανάλογα με την επαγγελματική κατηγορία, και με χρηματοδότηση από φόρους (και όχι από εισφορές). Τα επίσημα δεδομένα δείχνουν ότι σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ιταλία έχει περισσότερους γιατρούς (4,0 έναντι 3,6 ανά 1.000 κατοίκους) και λιγότερους νοσηλευτές (5,8 έναντι 8,5 ανά 1.000 κατοίκους). Η συνολική δαπάνη είναι χαμηλότερη από ό,τι στην υπόλοιπη ΕΕ (8,8% έναντι 9,8% του ΑΕΠ). Εξαιτίας της λιτότητας, η δημόσια δαπάνη υποχώρησε την τελευταία δεκαετία (-9% σε σταθερές τιμές την περίοδο 2009-2013). Περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής δαπάνης είναι ιδιωτική, και επειδή η ιδιωτική ασφάλιση δεν έχει μεγάλη διείσδυση, βαραίνει σχεδόν εξ ολοκλήρου τους ίδιους τους ασθενείς. Αναπόφευκτα, κάποιοι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν. Το ποσοστό των φτωχών Ιταλών που ανέφεραν ότι δεν μπόρεσαν να πάρουν την περίθαλψη που χρειάζονταν «για οικονομικούς λόγους» είναι διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (4,3% έναντι 2,2% το 2018). Βέβαια, σε σύγκριση π.χ. με τις ΗΠΑ των 28,5 εκατομμυρίων ανασφαλίστων, τα μεγέθη αυτά είναι χαμηλά: για τη συντριπτική πλειονότητα των Ιταλών, ακόμη και των φτωχών, η πρόσβαση στην περίθαλψη είναι ανεμπόδιστη.

Η ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα του ιταλικού συστήματος είναι ότι η ευθύνη για την πολιτική υγείας ανήκει στην τοπική αυτοδιοίκηση, και συγκεκριμένα στις περιφέρειες, όχι στην κεντρική κυβέρνηση. Αυτό συν τω χρόνω έχει οδηγήσει σε σημαντικές αποκλίσεις. Γενικά, οι πλούσιες περιφέρειες του Βορρά (Λομβαρδία, Βένετο, Εμίλια-Ρομάνια) διαθέτουν περισσότερα και καλύτερα νοσοκομεία, και εκεί συρρέουν αρκετοί ασθενείς από το Νότο (8,5% του συνόλου των ασθενών νοσηλεύονται σε διαφορετική περιφέρεια από εκείνη όπου διαμένουν). Κατά κοινή ομολογία, το επίπεδο της περίθαλψης στο Βορρά δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τα καλύτερα συστήματα παγκοσμίως.

Και ανάμεσα στις πλούσιες περιφέρειες του Βορρά, οι διαφορές στην πολιτική υγείας είναι σημαντικές. Οι λόγοι συχνά είναι πολιτικοί. Η κεντροδεξιά ηγεμονία στην Λομβαρδία ευνόησε ένα μεικτό μοντέλο: οι πολίτες μπορούν εάν θέλουν, με χαμηλή επιβάρυνση, να απευθυνθούν σε κάποια ιδιωτική κλινική – τη διαφορά την πληρώνει η περιφέρεια. Όπως πάντα, η παροχέτευση δημόσιου χρήματος σε ιδιωτικές επιχειρήσεις προσφέρει ευκαιρίες αθέμιτου πλουτισμού σε επιχειρηματίες και πολιτικούς: ο Ρομπέρτο Φορμιγκόνι, πάλαι ποτέ ισχυρός ανήρ της Λομβαρδίας, ηγέτης του καθολικού κινήματος «Κοινωνία και Απελευθέρωση», περιφερειάρχης για 18 ολόκληρα χρόνια (1995-2013) με τη στήριξη του κεντροδεξιού συνασπισμού, εκτίει από το Φεβρουάριο του 2019 ποινή φυλάκισης για διαφθορά, και συγκεκριμένα για βλαπτικές για το δημόσιο συμφέρον συμβάσεις με δύο ομίλους ιδιωτικών νοσοκομείων. Κατά τα άλλα, το μοντέλο είναι δημοφιλές. Τα νοσοκομεία είναι καλά, η εξυπηρέτηση γρήγορη, η επιβάρυνση χαμηλή, το «φακελάκι» (με την έννοια της αθέμιτης συναλλαγής γιατρού και ασθενή) άγνωστο.

Στους αντίποδες του μεικτού μοντέλου της Λομβαρδίας, άλλες περιφέρειες – η «κόκκινη» Εμίλια-Ρομάνια αλλά και το εξίσου συντηρητικό Βένετο – έχουν επενδύσει στις δημόσιες μονάδες υγείας, με έμφαση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη.

Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε εκ των υστέρων σοφή. Μια επιδημία αντιμετωπίζεται καλύτερα με έγκαιρο εντοπισμό των κρουσμάτων, ιατρική παρακολούθηση στο σπίτι, και έλεγχο της ροής των ασθενών στα νοσοκομεία. Εάν το δίκτυο οικογενειακών γιατρών είναι αδύναμο, τα νοσοκομεία δέχονται κατακλυσμό περιστατικών και απειλούνται με υπερφόρτωση. Από το σημείο αυτό, η αυτοθυσία των γιατρών και των νοσηλευτών παύει να είναι αρκετή. Όπως συνέβη στη Λομβαρδία.

Αυτά είναι τα πρώτα – προσωρινά ακόμη – διδάγματα από την ιταλική υγειονομική κρίση. Τι συνεπάγονται για την πολιτική υγείας στην Ελλάδα;

Δεν θα ήταν υπερβολή να παρατηρήσουμε ότι η υγεία στη χώρα μας έχει όλα τα προβλήματα του συστήματος της Ιταλίας (και ειδικά της Λομβαρδίας), αλλά σε υπερθετικό βαθμό. Τα επίσημα δεδομένα, καθώς και πληθώρα ερευνών, όπως η πρόσφατη του Γιάννη Τούντα και της ομάδας του για λογαριασμό της διαΝΕΟσις, το επιβεβαιώνουν. Η αναλογία γιατρών είναι υπερβολικά υψηλή: 6,1 ανά 1.000 κατοίκους (3,6 στην ΕΕ). Η αναλογία νοσηλευτών είναι υπερβολικά χαμηλή: 3,3 ανά 1.000 κατοίκους (8,5 στην ΕΕ). Η υποχώρηση της δημόσιας δαπάνης λόγω λιτότητας υπήρξε θεαματική (-46% σε σταθερές τιμές την περίοδο 2009-2014). Είναι δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι το επίπεδο της δημόσιας περίθαλψης δεν υποβαθμίστηκε, αν και σημαντικά ποσά εξοικονομήθηκαν από τον εξορθολογισμό της οργάνωσης και τον περιορισμό της σπατάλης (π.χ. στα φάρμακα). Το μερίδιο της ιδιωτικής δαπάνης είναι πολύ μεγάλο (39%), και βαρύνει σχεδόν εξ ολοκλήρου (35%) τους ίδιους τους ασθενείς. Το 2018, το ποσοστό των φτωχών Ελλήνων που δεν μπόρεσαν «για οικονομικούς λόγους» να πάρουν την περίθαλψη που είχαν ανάγκη ήταν 20,1%, δεκαπλάσιο σχεδόν του ευρωπαϊκού μέσου όρου (2,2%). Παρά τα πρόσφατα βήματα, ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού δεν έχει ακόμη ριζώσει στη χώρα μας. Για αθέμιτες συναλλαγές (φακελάκι κτλ.), ας μην μιλήσουμε καλύτερα. (Είχαμε μιλήσει παλαιότερα.)

Επιστρέφοντας στο μοτίβο της πεπατημένης, τα πρώτα 25 χρόνια της ζωής του ΕΣΥ (από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως το Μνημόνιο του 2010) η διόγκωση του αριθμού των γιατρών και η εδραίωση επιχειρηματικών συμφερόντων υπέσκαψαν όλες τις απόπειρες επέκτασης της δημόσιας παροχής στον τομέα της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης, καθώς και ενσωμάτωσης του ιδιωτικού «οικοσυστήματος» σε κάποιον υποτυπώδη υγειονομικό σχεδιασμό. Πολύ απλά, οι συνθήκες που επικρατούσαν προ Μνημονίων, (επίπλαστης, όπως αποδείχθηκε) ευημερίας και συνεχούς βελτίωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, μαζί με τη σταδιακή απαξίωση των δημόσιων μονάδων υγείας, ευνόησαν τη ντε φάκτο ιδιωτικοποίηση των πιο επικερδών τμημάτων της αγοράς, από τις εργαστηριακές εξετάσεις έως τις μαιευτικές υπηρεσίες. Η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ γιατρών και ασθενών, και η ικανότητα των πρώτων να προκαλούν ζήτηση για τις υπηρεσίες που παρέχουν, φρόντισε τα υπόλοιπα.

Το μοντέλο αυτό, προσοδοφόρο για όσους δραστηριοποιούνται στον κλάδο, ήταν προβληματικό για τους ασθενείς που κάποια στιγμή στη ζωή τους διαπίστωναν ότι οι φόροι και οι εισφορές που είχαν πληρώσει δεν τους προστάτευαν από τον κίνδυνο των καταστροφικών δαπανών περίθαλψης. Όταν ξέσπασε η κρίση του 2010, το μοντέλο έπαψε να είναι βιώσιμο: η λιτότητα έκανε ακόμη πιο προβληματική την περίθαλψη για τους ασθενείς, και πολύ λιγότερο προσοδοφόρα για κλινικάρχες και γιατρούς – μερικές χιλιάδες από τους οποίους μετανάστευσαν στο εξωτερικό.

Αυτή λίγο-πολύ ήταν η κατάσταση της υγείας στη χώρα μας στις αρχές Μαρτίου 2020, όταν ξέσπασε η επιδημία του κορωνοϊού. Όταν αυτή περάσει, θα μας διακατέχει έντονη επιθυμία να ξεχάσουμε και να προχωρήσουμε. Θα πρέπει να κατανικήσουμε αυτό τον πειρασμό, και να θωρακίσουμε το σύστημα υγείας για μια επόμενη επιδημία, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τα χρόνια προβλήματα που έχουν συσσωρεύσει καθυστερήσεις δεκαετιών.

Το θέμα είναι πώς. Μπορούμε να ξεφύγουμε από την πεπατημένη; Και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης και διόγκωσης του εθνικού χρέους; Ας δούμε τι μπορεί ρεαλιστικά να γίνει, και σε ποιες δυνάμεις μπορεί να στηριχτεί.

Η καλύτερη αντιμετώπιση των επιδημιών απαιτεί καλά εξοπλισμένα κρεβάτια σε ΜΕΘ, ή ευέλικτους μηχανισμούς γρήγορης αναβάθμισής τους σε περίπτωση ανάγκης. Αλλά όχι μόνο, και ίσως ούτε καν κυρίως: η επιδημία πρέπει να αναχαιτιστεί προτού φτάσει στις ΜΕΘ. Αυτό συνεπάγεται μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων, σε συνδυασμό με ένα δίκτυο γιατρών και νοσηλευτών που παρακολουθεί την εξέλιξη της επιδημίας στο χώρο, εντοπίζει κρούσματα, και φιλτράρει εκείνα που χρειάζονται νοσηλεία, κρατώντας τα υπόλοιπα στο σπίτι.

Ένα τέτοιο δίκτυο προς το παρόν δεν υπάρχει. Όμως τα κυριότερα συστατικά του ναι. Το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ) έχει ήδη νομοθετηθεί. Η εμπειρία από το «Βοήθεια στο Σπίτι» δείχνει ότι μια ελαφριά και ευέλικτη δομή είναι ικανή να παρέχει υπηρεσίες υψηλής χρησιμότητας με χαμηλό κόστος. Διαθέτουμε χιλιάδες γιατρούς που υποαπασχολούνται στην Ελλάδα, και πολύ περισσότερους που έχουν μεταναστεύσει σε χώρες με προηγμένα συστήματα υγείας. Πολλοί θα έβρισκαν ελκυστική την προοπτική να στελεχώσουν μια καινούργια προσπάθεια και να αφήσουν έτσι το σημάδι τους. Θα είναι φορείς νέων γνώσεων, φρέσκων ιδεών, και μιας πιο απαιτητικής ηθικής της εργασίας.

Θα χρειαστούν πρόσθετοι πόροι; Προφανώς. Σε όλο τον κόσμο, η τραυματική εμπειρία του κορωνοϊού ωθεί τους πολίτες (και τους πολιτικούς) να επανεξετάσουν το πώς ιεραρχούν τις προτεραιότητές τους. Η αύξηση της δημόσιας δαπάνης για την υγεία έχει ήδη ανακοινωθεί σε πολλές χώρες. Αυτό σημαίνει καλύτερο εξοπλισμό, περισσότερες προσλήψεις, ικανοποιητικότερες αμοιβές. Η κοινή γνώμη θα το υποστηρίξει. Οι αναγκαίοι πόροι θα βρεθούν από εξοικονομήσεις (στις συντάξεις;), από φορολόγηση (του πλούτου;), ή από δανεισμό (με εγγύηση της ΕΕ;). Οι νέες δυνατότητες έχουν κινδύνους, και ενεργοποιούν αντιστάσεις, όμως ανοίγουν προοπτικές.

Είναι ουτοπικό να περιμένει κανείς από τη σημερινή κυβέρνηση να θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα θωράκισης της δημόσιας υγείας; Ίσως όχι και τόσο. Πριν από 40 χρόνια, μια άλλη κυβέρνηση του ίδιου κόμματος, με υπουργό υγείας έναν φωτισμένο αστό (τον Σπύρο Δοξιάδη), παρουσίασε ένα επεξεργασμένο σχέδιο για τη δημιουργία ενός «εθνικού συστήματος υγείας». Εκείνο το σχέδιο πολεμήθηκε από «φίλιες δυνάμεις» και έμεινε στα χαρτιά. Η θωράκιση της υγείας σήμερα θα δικαίωνε την προσπάθεια που έμεινε μετέωρη τότε.

1 Απριλίου 2020

Ξεφεύγοντας από την πεπατημένη

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Απρίλιος 2020).

Εάν η πανδημία του κορωνοϊού είναι μια δοκιμασία για όλους, εμείς δικαιούμαστε να αισθανόμαστε ικανοποίηση. Πολιτική ηγεσία, ειδικοί, επαγγελματίες υγείας και πολίτες αντέδρασαν στην απειλή με αποφασιστικότητα, υπευθυνότητα και ωριμότητα. Ένα από τα θύματα των τελευταίων εβδομάδων ήταν το γνωστό στερεότυπο περί Μεσογειακών λαών αθεράπευτα ατομιστών, παρορμητικών και αναξιόπιστων, ανήμπορων να αξιολογήσουν με ψυχραιμία τα προβλήματά τους, και να συνεργαστούν μεταξύ τους για να τα αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα. Το διέψευσαν οι γιατροί του Μπέργκαμο και της Μπρέσια, που δεν δίστασαν να διακόψουν την άνεση και την ασφάλεια της συνταξιοδότησης για να ριχτούν εθελοντές στη μάχη (και αρκετοί από αυτούς να αφήσουν την τελευταία τους πνοή δίπλα στους ασθενείς τους). Όπως έκαναν και οι συνάδελφοί τους στη Μαδρίτη, ή στην Αθήνα. Η πανδημία μας θύμισε κάτι που είχαμε ξεχάσει μέσα στο τοξικό κλίμα της τελευταίας δεκαετίας. Δεν είμαστε μόνο ικανοί για το χειρότερο. Παραμένουμε ικανοί για το καλύτερο. Ας το κρατήσουμε αυτό, θα μας χρησιμεύσει.

Όμως τώρα δεν είναι ώρα για εφησυχασμό. Όχι μόνο γιατί εάν ξεχυθούμε πρόωρα στις εξοχές και στις παραλίες θα μηδενίσουμε τις προσπάθειες και τις θυσίες των τελευταίων εβδομάδων. Αλλά και επειδή από την υπερηφάνεια στον εφησυχασμό, και από εκεί στην επόμενη καταστροφή, η απόσταση είναι μικρή. Αυτή δεν ήταν η διαδρομή που διανύσαμε υπνοβατώντας από το μαγικό 2004 στο ταπεινωτικό 2010 (τηρουμένων των αναλογιών);

Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για μια ανελέητη ματιά σε όσα μας κάνουν ευάλωτους σε δοκιμασίες σαν αυτή που περνάμε τώρα. Χωρίς αυταπάτες μεγαλείου, αλλά και χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας. Γιατί δεν χρειάζεται να είναι κανείς Κασσάνδρα για να διακινδυνεύσει την πρόβλεψη ότι έχουμε πλέον μπει σε μια ιστορική φάση μεγάλης αβεβαιότητας. Η Ελλάδα δεν πρόλαβε να συνέλθει από την οικονομική ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας και βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με μια νέα ύφεση, άγνωστων ακόμη διαστάσεων. Ελπίζουμε ότι, όταν περάσει και αυτή, η μοίρα θα μας χαρίσει μερικά χρόνια οικονομικής προόδου, κοινωνικής ειρήνης, και πολιτικής σταθερότητας. Αλλά για να συμβεί αυτό θα πρέπει – τώρα – να εντοπίσουμε τις ρωγμές στο οικοδόμημα, τις δομικές αδυναμίες που μας καθιστούν ευάλωτους στον επόμενο κλυδωνισμό. Και να προετοιμαστούμε.

Ένα παράδειγμα. Παρά τις εξαγγελίες (και κάποιες αξιόλογες επεξεργασίες) για την ανάγκη να περάσουμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, προς το παρόν είμαστε σταθερά προσκολλημένοι στο παλιό. Όμως αυτό το παλιό παραγωγικό μοντέλο, βασισμένο στον τουρισμό και στη ναυτιλία, κλάδους ευπαθείς, ευάλωτους στις διακυμάνσεις της γεωπολιτικής (και, όπως ανακαλύψαμε πρόσφατα, της επιδημιολογίας), συμβαίνει να είναι το περισσότερο εκτεθειμένο στην τωρινή ύφεση. Οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας εξαιτίας της καραντίνας σε 47 χώρες τοποθετούν την Ελλάδα στην 47η και τελευταία θέση (μείωση ΑΕΠ σχεδόν 35%, ανάλογα με τη διάρκεια του λουκέτου στη οικονομία). Άλλες μελέτες, όπως αυτή του Oxford Economics, εξηγούν ότι οικονομίες που εξειδικεύονται στις προσωπικές υπηρεσίες, με χαμηλή ικανότητα είσπραξης φόρων, μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχόλησης, και κενά στο σύστημα υγείας, είναι πιο ευάλωτες τόσο στην ίδια την πανδημία όσο και στις οικονομικές της συνέπειες. Σε παγκόσμια κλίμακα, τα θλιβερά πρωτεία σε αυτό το διαγωνισμό ευπάθειας κατέχουν αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα πλασάρεται στις πρώτες θέσεις.

Το θέμα είναι πώς μπορούμε ρεαλιστικά να θωρακίσουμε τη χώρα. Δύσκολα, είναι η γρήγορη απάντηση. Και οπωσδήποτε όχι ανώδυνα. Όμως, τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Εάν δεν τα καταφέρουμε, το μόνο που μας απομένει είναι να προσευχηθούμε ότι η επόμενη δοκιμασία θα φανεί το ίδιο επιεικής μαζί μας όσο μέχρι τώρα ο κορωνοϊός.

Ο λόγος που είναι δύσκολο να θωρακιστούμε απέναντι στην επόμενη δοκιμασία είναι ότι είμαστε όλοι δέσμιοι των εμπειριών μας, κοιτάζουμε το μέλλον με τους φακούς του παρελθόντος, οι προηγούμενες επιλογές μας δεσμεύουν τις επόμενες.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τις επιχειρήσεις, τους κλάδους της οικονομίας, τα κοινωνικά συστήματα, τα μοντέλα ανάπτυξης. Είναι σαν σιδηρόδρομοι: κινούνται πάνω σε ράγες. Εάν κάποια στιγμή διαπιστώσουν ότι απαιτείται στροφή, αναγκάζονται να περιμένουν μέχρι τον επόμενο κόμβο, αλλιώς εκτροχιάζονται.

Για να περιγράψουν το φαινόμενο, οι ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο της «πεπατημένης» (path dependency). Σε κρίσιμες συγκυρίες, όταν η έκβαση μιας αναμέτρησης ή ενός διλήμματος είναι αβέβαιη, προς ποια μεριά θα γείρει η πλάστιγγα μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις μακροπρόθεσμα. Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι η παράδοξη επικράτηση του πληκτρολογίου «QWERTY», στους υπολογιστές που χρησιμοποιούμε σήμερα, και νωρίτερα στις γραφομηχανές. Πράγματι, το σύστημα QWERTY επικράτησε όχι επειδή ήταν καλύτερο, αλλά παρότι ήταν χειρότερο. Εναλλακτικά πληκτρολόγια που επέτρεπαν στους χρήστες να δακτυλογραφούν γρηγορότερα και με λιγότερα λάθη ήταν από καιρό διαθέσιμα. Το σύστημα «DSK» πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1932, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να εκτοπίσει το QWERTY, αν και υπερείχε κατά κράτος (σύμφωνα και με τις μετρήσεις του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ). Παρότι υποδεέστερο, το σύστημα QWERTY επικράτησε επειδή προηγήθηκε, και έτσι ευνοήθηκε από τρεις παράγοντες: τεχνικές συνέργειες (σε αυτό βασίστηκε η τεχνολογία πληκτρολόγησης αφής της Remington), οικονομίες κλίμακος (το χαμηλό μέσο κόστος το προστάτευσε από τον ανταγωνισμό εναλλακτικών συστημάτων), και αναντιστρεψιμότητα (το κόστος εκμάθησης ενός καλύτερου συστήματος αποδείχθηκε απαγορευτικό για όσους είχαν επενδύσει στο σύστημα που επικρατούσε). Η επικράτηση του QWERTY, που έδειχνε εξαιρετικά αβέβαιη το 1873, ολοκληρώθηκε το 1984. Όταν η Apple ενσωμάτωσε στο μοντέλο IIC τη δυνατότητα του χρήστη να επιλέγει μεταξύ QWERTY και DSK, διαφημίζοντας μάλιστα το τελευταίο ως «20-40% ταχύτερο» από το πρώτο, διαπίστωσε ότι ελάχιστοι το υιοθετούσαν.

Το «κλείδωμα» υποδεέστερων ρυθμίσεων φαίνεται παράδοξο αλλά είναι στην πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένο. Σε πολλές κοινωνίες, η ισορροπία που επικρατεί στον ένα ή στον άλλο τομέα δημόσιας πολιτικής είναι ταυτόχρονα αντιπαραγωγική και εξαιρετικά σταθερή. Ας πάρουμε το επίκαιρο παράδειγμα του τομέα υγείας στις ΗΠΑ. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τους Ιδρυτικούς Πατέρες ή οποιουσδήποτε εχέφρονες ανθρώπους να σχεδιάζουν ένα σύστημα με τόσο δυσβάσταχτο κόστος για τις επιχειρήσεις και τόσο τρομακτικά κενά πρόσβασης για δεκάδες εκατομμύρια πολίτες. Όμως τα κοινωνικά συστήματα δεν σχεδιάζονται, τουλάχιστον όχι απόλυτα: μοιάζουν περισσότερο με ζωντανούς οργανισμούς, εξελίσσονται, καταλήγοντας συχνά πολύ διαφορετικά από ό,τι φαντάζονταν όσοι συνέβαλαν στη δημιουργία τους.

Το πρόβλημα με την πεπατημένη είναι ότι ενισχύει τις δυνάμεις που ωφελούνται από την διαιώνιση της σημερινής δομής, περιθωριοποιώντας όσες έχουν συμφέρον να υποστηρίξουν εναλλακτικές ρυθμίσεις (επωφελέστερες από τη σκοπιά του συλλογικού συμφέροντος). Στο παράδειγμα του τομέα υγείας των ΗΠΑ, μπορεί το σύστημα να είναι ελαττωματικό (οικονομικά ασύμφορο και κοινωνικά άδικο), αλλά τρέφει – αρκετά πλουσιοπάροχα – ένα οικοσύστημα επιχειρήσεων και επαγγελματιών που ανθίσταται με νύχια και με δόντια σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης, ακόμη και τις πιο δειλές. Κάπως έτσι ματαιώθηκε η μεταρρύθμιση Κλίντον στη δεκαετία του 1990, και τώρα υπονομεύεται η μεταρρύθμιση Ομπάμα.

Το παράδειγμα μας αφορά. Η χώρα μας έχει τον πιο «αμερικανικό» τομέα υγείας στην Ευρώπη. Με υποχώρηση της δημόσιας παροχής, ντε φάκτο ιδιωτικοποίηση της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης (και των επικερδέστερων τμημάτων της νοσοκομειακής), σοβαρή οικονομική επιβάρυνση των ασθενών όταν χρειαστούν νοσηλεία, αδυναμία πολλών πολιτών να λάβουν τις υπηρεσίες υγείας που έχουν ανάγκη. Ένα σύστημα ανήμπορο να σχεδιάσει και να εφαρμόσει οποιαδήποτε πολιτική υγείας. Και που στον «πόλεμο» κατά του κορωνοϊού μοιάζει λιγότερο με οργανωμένο στρατό, ιεραρχικά οργανωμένο, με σαφείς γραμμές μεταβίβασης εντολών, και περισσότερο με ασκέρι οπλαρχηγών που αναγκάζονται να συμμαχήσουν ενώ εχθρεύονται ο ένας τον άλλον. Ο ηρωισμός και η αυτοθυσία δεν αρκούν. Εάν τελικά αποφύγουμε τη μοίρα της Ιταλίας ή της Ισπανίας θα είναι αποκλειστικά εξαιτίας της έγκαιρης λήψης μέτρων περιορισμού των μετακινήσεων. Στην επόμενη επιδημία ίσως να μην είμαστε τόσο τυχεροί.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα παραδείγματα. Παρά τη φιλοτιμία πολλών δασκάλων και καθηγητών που αγνόησαν τη γκρίνια των συνδικαλιστών για να διατηρήσουν ζωντανή την εκπαιδευτική διαδικασία, έστω και από απόσταση, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός των μαθητών λόγω επιδημίας διευρύνει τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Το χάσμα μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων σχολείων, μεταξύ οικογενειών υψηλού και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, και σε τελευταία ανάλυση μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι ήδη μεγάλο, και κινδυνεύει να μεγαλώσει και άλλο. Σε μια χώρα που διεθνώς υστερεί δραματικά στις δεξιότητες των μαθητών (βλ. στοιχεία PISA) και των ενηλίκων (βλ. στοιχεία PIAAC), η διεύρυνση του μορφωτικού χάσματος μας καθιστά ακόμη πιο ευάλωτους στην τεχνολογική μεταβολή, που επιταχύνει την ψηφιοποίηση της οικονομίας, αχρηστεύοντας παλιές συνήθειες και καθιερωμένες πρακτικές. Επί πλέον, η υστέρηση της εκπαίδευσης – και η χρόνια παραμέληση της έρευνας – υπονομεύουν τον εθνικό στόχο της αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου: χωρίς αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων (και των επιχειρηματιών), είμαστε καταδικασμένοι να πορευόμαστε με το παλιό μοντέλο, αυτό που μας εκθέτει σε κινδύνους.

Το ίδιο ισχύει με τους φορολογικούς κανόνες και τις ασφαλιστικές εισφορές. Η ευνοϊκή μεταχείριση της αυτοαπασχόλησης, και τα αντικίνητρα για την πρόσληψη μισθωτών (που ενισχύθηκαν και άλλο με την τελευταία ασφαλιστική μεταρρύθμιση της σημερινής κυβέρνησης), βαθαίνουν το «αόρατο ρήγμα»: δίνουν το φιλί της ζωής στο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης που μας οδήγησε στη χρεωκοπία του 2010, με ατομικές ή μικροσκοπικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται σε «μη εμπορεύσιμους» κλάδους, και παράγουν αγαθά και υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η χώρα φαίνεται να είναι εγκλωβισμένη σε μια ισορροπία εξόφθαλμα αντιπαραγωγική αλλά εξαιρετικά σταθερή. Η πεπατημένη αυξάνει την οικονομική και πολιτική ισχύ των κοινωνικών ομάδων τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετούνται από την προσκόλληση στις σημερινές (αντιπαραγωγικές) ρυθμίσεις. Αντιστρόφως, εμποδίζει την ανάδειξη υγιέστερων δυνάμεων, οι οποίες θα ωφελούνταν από ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης, και για αυτό θα το υποστήριζαν. Η κεκτημένη ταχύτητα δυσκολεύει την «αλλαγή παραδείγματος».

Συνεπώς; Το μέλλον μας είναι προκαθορισμένο από τις επιλογές του παρελθόντος; Τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε; (Αυτό φέρεται να ρώτησε αποκαρδιωμένος ένας Ιταλός περιφερειάρχης τους συγγραφείς του διάσημου βιβλίου που εξηγούσε ότι οι εμφανείς διαφορές στην οικονομική επίδοση και στην κοινωνική συμπεριφορά μεταξύ π.χ. Βένετο και Καλαβρίας ανάγονται στον Ύστερο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση.)

Ευτυχώς για όλους μας, τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο. Γράφουμε την ιστορία μας, αν και (όπως έλεγε και κάποιος) τη γράφουμε μέσα σε συνθήκες που δεν διαλέγουμε οι ίδιοι αλλά μας κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Οι προηγούμενες επιλογές μπορεί να περιορίζουν τις επόμενες, δεν τις προκαταλαμβάνουν όμως. Η έξοδος από την πεπατημένη είναι δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη. Οι κρίσεις επιταχύνουν τον ιστορικό χρόνο, εκθέτουν ανεπανόρθωτα τις επικρατούσες ρυθμίσεις αποκαλύπτοντας την χρεωκοπία τους, ωριμάζουν τις αλλαγές καθιστώντας αναπόφευκτο ό,τι μέχρι χθες φαινόταν ουτοπικό.

Αυτό δείχνει η ενδιαφέρουσα συζήτηση που έχει ανοίξει για τον κόσμο στον οποίο θα βρεθούμε όταν βγούμε από την απομόνωση. Πληθαίνουν οι φωνές, κάποιες μάλλον απρόσμενες, υπέρ ενός ριζικά ανανεωμένου κοινωνικού συμβολαίου, που να αξιοποιεί τον δυναμισμό της οικονομίας της αγοράς για το κοινό συμφέρον, προστατεύοντας τα συλλογικά αγαθά, και προσφέροντας προοπτικές σε όλους, ακόμη και στους πιο αδύναμους.

Έτσι, αν και η επέκταση της δημόσιας ασφάλισης υγείας στις ΗΠΑ απέχει ακόμη από το να θεωρείται πιθανή, η πανδημία του κορωνοϊού την έχει κάνει πολύ λιγότερο απίθανη. Θα ξέρουμε το Νοέμβριο.

Εν τω μεταξύ, η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε με συνοπτικές διαδικασίες να παραβιάσει το ταμπού του «Μαύρου Μηδέν», και να δεσμεύσει ιλιγγιώδη ποσά (πάνω από 1 τρις ευρώ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ) για την καταπολέμηση του κορωνοϊού και των οικονομικών του επιπτώσεων.

Αυτό μας φέρνει πίσω στο αρχικό ερώτημα: μπορούμε ρεαλιστικά να ξεφύγουμε από την πεπατημένη, για να θωρακίσουμε τη χώρα για τις δοκιμασίες που μας περιμένουν, σε έναν κόσμο όλο και πιο αβέβαιο; Και εάν ναι, πώς;