Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Κέντρο Πολιτικού Προβληματισμού Μιχάλης Παπαγιαννάκης». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Κέντρο Πολιτικού Προβληματισμού Μιχάλης Παπαγιαννάκης». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιουνίου 2012

Το μέλλον της αριστεράς και το μέλλον της χώρας

Ομιλία στην εκδήλωση του Κέντρου Πολιτικού Προβληματισμού «Μιχάλης Παπαγιαννάκης» στη Θεσσαλονίκη (Τρίτη 12 Ιουνίου 2012). Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012).

Ποιο είναι το μέλλον της αριστεράς στην Ελλάδα; Θα μπορούσε κανείς, κάνοντας (μαύρο) χιούμορ, να απαντήσει ότι ίσως η αριστερά στην Ελλάδα έχει περισσότερο μέλλον από την ίδια την Ελλάδα. Πράγματι, όπως και αν εξελιχθούν τα πράγματα, πάντοτε θα υπάρχουν κάποιοι που θα κάθονται αριστερά στη Βουλή (στο βαθμό βέβαια που θα υπάρχει Βουλή). Το πώς θα είναι, όμως, αυτή η αριστερά, και τι θα λέει, θα εξαρτηθεί από την πορεία της χώρας τους αμέσως επόμενους μήνες – ή ίσως εβδομάδες.

Θα μείνουμε στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Εάν ναι, έχουμε μια ελπίδα να συγκλίνουμε με την υπόλοιπη Ευρώπη, δηλ. να αποκτήσουμε ένα κράτος αμερόληπτο και αποτελεσματικό, μια δυναμική οικονομία της αγοράς, με σεβασμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων και κοινωνική προστασία.

Σε μια τέτοια Ελλάδα, ευρωπαϊκή, έχουμε μια ελπίδα να αποκτήσουμε κάποτε μια αριστερά ευρωπαϊκού τύπου. Μια αριστερά κατά πάσα πιθανότητα πληθυντική (αυτό συνεπάγεται η πολιτική ιστορία της χώρας), αλλά πάντως με τα κόμματα που την συναποτελούν σταθερά προσανατολισμένα στο σεβασμό του Συντάγματος και των άλλων θεσμών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, καθώς και στην ειλικρινή και ανεπιφύλακτη απόρριψη της βίας.

Αυτό το τελευταίο, κτήμα της ευρωπαϊκής αριστεράς στο σύνολό της, ακόμη και στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές της, είναι σχετικά πρόσφατο: χρειάστηκε η (από κάθε άποψη) τρομακτική εμπειρία των δεκαετιών του ’70 και του ’80 για να διαλυθούν και οι τελευταίες αυταπάτες για τα αιματηρά αδιέξοδα στα οποία αναπόφευκτα οδηγεί το φλερτ με την «ένοπλη πάλη». Υπό αυτή την έννοια, είναι χαρακτηριστική η αποφασιστική υιοθέτηση της μη βίας «ως ιδεώδους και ως μεθόδου», εκ μέρους της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης του Fausto Bertinotti στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.

Θα αντιτείνει κανείς: «δηλαδή πάνε όλα πρίμα για την ευρωπαϊκή αριστερά;» Όχι βέβαια. Οι σοσιαλιστές, η μεγαλύτερη οικογένεια της ευρωπαϊκής αριστεράς, στα τέλη της δεκαετίας ήλεγχαν τις 13 από τις κυβερνήσεις των 15 (τότε) κρατών μελών της Ε.Ε. – χωρίς τελικά να επιδείξουν κάτι θεαματικό, και σίγουρα χωρίς να καταφέρουν να πετύχουν τον (ομολογουμένως φιλόδοξο) στόχο της «πολιτικής διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης». Κάτι ανάλογο ισχύει για τη ριζοσπαστική αριστερά, η οποία – όπως άλλωστε είχε εγκαίρως προβλέψει ο Eric Hobsbawm – δεν δείχνει ικανή να επωφεληθεί εκλογικά από την οικονομική κρίση. Το ίδιο και για τους Πράσινους, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο έχουν πέσει θύματα της ίδιας της επιτυχίας τους, με την έννοια ότι έχουν χάσει το μονοπώλιο της οικολογικής ευαισθησίας, αφού ο σεβασμός του περιβάλλοντος έχει πλέον περάσει στο πολιτικό mainstream και (στον α’ ή στον β’ βαθμό) στις θέσεις όλων των πολιτικών δυνάμεων.

Πάντως, παρά την όχι και τόσο συναρπαστική πρόσφατη επίδοσή της, η ευρωπαϊκή αριστερά παραμένει εργαστήρι ιδεών, δύναμη υπεράσπισης των εργαζομένων και απόκρουσης των διακρίσεων, στο πνεύμα του γνωστού τριπτύχου «libertè, egalitè, fraternitè».

Ίσως ο λόγος που η ευρωπαϊκή αριστερά δεν είναι τόσο συναρπαστική είναι ότι η ίδια η Ευρώπη δεν είναι τόσο συναρπαστική. Νομίζω όμως ότι θα πρέπει να ευγνωμονούμε για αυτό τους αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής ιδέας, που στην ευρωπαϊκή ενοποίηση είδαν το κλειδί για τον οριστικό τερματισμό του «ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου» που διήρκεσε το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αι. και το πρώτο μισό του 20ού αι. Για αυτό άλλωστε, ακόμη και σήμερα, εν μέσω μιας δύσκολης υπαρξιακής κρίσης, η Ευρώπη παθιάζεται όχι για τον επόμενο πόλεμο ή την επόμενη δικτατορία, αλλά απλώς για τους όρους του επόμενου πακέτου διάσωσης. Ας θυμίσω το προφανές, ότι δηλαδή η προηγούμενη κρίση ανάλογης σοβαρότητας (το Κραχ του ’29) είχε οδηγήσει σε εθνικιστική αναδίπλωση, σε επικράτηση του φασισμού και τελικά σε παγκόσμιο πόλεμο. Είμαι πεισμένος ότι όπως και αν εξελιχθούν τα πράγματα στην Ευρώπη, θα παραμείνουμε μακριά - σε απόσταση ασφαλείας – από κάτι τέτοιο.

Σε αρκετούς Ευρωπαίους (ιδίως Έλληνες, ιδίως από τις νεώτερες γενιές) όλα αυτά δεν φτάνουν: τους φαίνονται ανιαρά. Όντως: δεν συγκρίνονται π.χ. με τη μάχη του Somme, που κόστισε πάνω από 300.000 νεκρούς σε 4½ μόλις μήνες (20.000 έχασαν τη ζωή τους μόνο την πρώτη μέρα, μόνο στη βρετανική πλευρά). Ανάμεσα σε όσους πολέμησαν (και σε όσους χάθηκαν) εκεί ήταν και μερικοί από τους λαμπρότερους νεαρούς ποιητές της εποχής, οι οποίοι ως γνωστόν έγραψαν μερικά από τα ωραιότερα ποιήματα του 20ού αι. Αντίθετα, δεν νομίζω να διανοήθηκε κανείς ποτέ να γράψει ποίηση για τη Margaret Thatcher που χτυπά το τσαντάκι της στο τραπέζι απαιτώντας να της επιστραφεί μέρος της βρετανικής συμμετοχής στον κοινοτικό προϋπολογισμό, ούτε πολύ λιγότερο για τις ατέρμονες συνεδριάσεις σχετικά με το ενδεδειγμένο μέγεθος των λαχανακίων Βρυξελλών (αγαπημένο μοτίβο του ευρωσκεπτιστικού φολκλόρ).

Και όμως, είχε δίκιο ο Rolf Dahrendorf - αυτός ο πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, που στην ίδια ζωή υπήρξε κατά σειρά βουλευτής του Γερμανικού Κοινοβουλίου (FDP), δύο φορές Ευρωπαίος Επίτροπος, πρύτανης της London School of Economics και μέλος της Βρετανικής Βουλής των Λόρδων – όταν αμέσως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου έγραφε ότι «από όλα τα μέρη του κόσμου μόνο η Ευρώπη έχει καταφέρει να εξασφαλίσει στους πολίτες της ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο, δημοκρατικές ελευθερίες και ταυτόχρονα κοινωνική συνοχή».

Συνεπώς, και με κίνδυνο να γίνω κουραστικός, εάν μείνουμε στην Ευρώπη έχουμε μια ελπίδα να αποκτήσουμε μια αριστερά ευρωπαϊκού τύπου. Με κόμματα στα οποία η σοσιαλιστική κουλτούρα συνυπάρχει με τη φιλελεύθερη, σε διάφορες φυσικά δοσολογίες. Και τα οποία έχουν λύσει διάφορα ζητήματα τα οποία εδώ μας ταλαιπωρούν ακόμη: Ναι στην αγορά, ή μήπως όχι; (Προσοχή, δεν αναφέρομαι στο ερώτημα για τα όρια της αγοράς, το οποίο είναι όχι απλώς θεμιτό αλλά και συχνά η πεμπτουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ευρώπη: αναφέρομαι στο ερώτημα για το εάν μια αριστερή οικονομική πολιτική πρέπει να αφήνει χώρο στην αγορά ή όχι – σαν να υπήρξε ποτέ ιστορικό προηγουμένο κοινωνίας που κατήργησε την αγορά χωρίς ταυτόχρονα να καταργήσει και τη δημοκρατία.) Και άλλα ζητήματα, ακόμη πιο δυσάρεστα: Έμμεση δημοκρατία, ή μήπως μόνο άμεση; Τηρούμε το Σύνταγμα και τους νόμους, ή μήπως εφαρμόζουμε επιλεκτικά μόνο ό,τι μας βολεύει; Η βία είναι πάντοτε κακό πράγμα, ή μήπως μερικές φορές είναι και καλό; Οι ένοπλοι της 17Ν είναι δολοφόνοι που αυτοαναγορεύτηκαν σε «λαϊκούς εκδικητές», ή μήπως «σύντροφοι με τους οποίους διαφωνούμε» (και σε τι ακριβώς);

Υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο να μην μείνουμε στην Ευρώπη. Όχι από σχέδιο: είμαι διατεθειμένος να πιστέψω τις διαβεβαιώσεις των βασικών διεκδικητών της πρωτιάς και του ανεκδιήγητου bonus των 50 εδρών, ότι δεν επιθυμούν να γυρίσουμε στη δραχμή. Αλλά από λάθος. Ή λόγω αδυναμίας χειρισμού μιας πολύ δύσκολης κατάστασης. Και κυρίως: λόγω αυτοπαγίδευσης και του κ. Τσίπρα και του κ. Σαμαρά σε μια βλακώδη και αδιέξοδη ρητορική που συσκοτίζει τα πραγματικά διλήμματα (πώς θα μειώσουμε τα ελλείμματα; πώς θα μοιράσουμε δίκαια τις θυσίες; πώς θα ανακάμψει η οικονομία; με ποιες μεταρρυθμίσεις;) και που στη θέση τους κατασκευάζει άλλα, φανταστικά.

Βέβαια, ακόμη και αν δεν μείνουμε στην Ευρώπη, κάποιου είδους αριστερά θα έχουμε πάντοτε. Με την έννοια που και στο Λίβανο της δεκαετίας του ’70, στα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού, υπήρχε αριστερά (οι Δρούζοι μουσουλμάνοι). Με την έννοια που και στη Σερβία του καταστροφικού πολέμου που διέλυσε τη Γιουγκοσλαβία υπήρχε αριστερά (ο Μιλόσεβιτς). Και με την έννοια που στο Ιράκ των τελευταίων δεκαετιών υπήρχε αριστερά – και μάλιστα σοσιαλίζουσα και «κοσμική» (το Μπάαθ του Σαντάμ Χουσεΐν).

Το ερώτημα είναι ποιος θέλει να γίνουμε Λίβανος, ή Σερβία, ή Ιράκ.

Εμείς πάντως όχι.

7 Ιουνίου 2011

Τι να κάνουμε; Η κρίση και η «φτηνή ανάπτυξη»



Ομιλία στην εκδήλωση του Κέντρου Πολιτικού Προβληματισμού «Μιχάλης Παπαγιαννάκης» με τίτλο «Τι να κάνουμε; Ελλάδα 2011: Διλήμματα και Προοπτικές» (Τρίτη 7 Ιουνίου 2011). Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 113, Απρίλιος-Ιούνιος 2011) σε άρθρο των Χ. Κανελλόπουλου, Κ. Λαμπρινού, Σ. Λιακάκη και Γ. Μπαλαμπανίδη με τίτλο «Μια συζήτηση για την κρίση στο Κέντρο Πολιτικού Προβληματισμού Μιχάλης Παπαγιαννάκης»

Ευχαριστώ και εγώ τους εκλεκτούς προσκεκλημένους μας για τις πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες τους, καθώς και τους υπεύθυνους του Κέντρου «Μιχάλης Παπαγιαννάκης» που με προσκάλεσαν να τις σχολιάσω.

Πολλά ζητήματα, λίγος χρόνος - μπαίνω κατ' ευθείαν στο θέμα.

Ο Γιάννης Βαρουφάκης επέλεξε, όπως είπε συνειδητά, να μην μιλήσει για το θέμα της σημερινής συνάντησης (το οποίο σας θυμίζω ότι είναι «τι να κάνουμε»). Ας μου επιτρέψει να τον ενθαρρύνω να το κάνει τουλάχιστον στην δευτερομιλία του. Για αυτό θα σχολιάσω όσα έχει γράψει σε δεκάδες άρθρα μεγάλης απήχησης – μόλις προχθές στο protagon.gr.

Όσον αφορά το «τι να κάνουμε», η πρόταση Βαρουφάκη περιληπτικά είναι να απειλήσουμε τους Ευρωπαίους με στάση πληρωμών, έτσι ώστε να τους αναγκάσουμε να αναλάβουν μεγάλο τμήμα του Ελληνικού χρέους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόταση έχει αρετές. Είναι «λυτρωτική», αφού καθιστά εντελώς περιττή όλη αυτή την καταθλιπτική συζήτηση για το πώς θα μειώσουμε τα ελλείμματα – δηλ. πώς θα μάθουμε να ζούμε χωρίς σπατάλες, χωρίς διαφθορά, χωρίς επιχειρηματικότητα της αρπαχτής, χωρίς συντεχνίες, χωρίς πελατειακό κράτος της συμφοράς. Μοιάζει σαν εμείς οι Έλληνες να μην χρειάζεται να κάνουμε παρά μόνο ένα πράγμα για να σωθούμε: να βρούμε έναν πρωθυπουργό πιο κιμπάρη και πιο τζογαδόρο από τον σημερινό - κάποιον π.χ. σαν τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού.

Έχω λοιπόν την εξής απορία: Εάν κάνουμε ό,τι προτείνει ο Βαρουφάκης, δεν θα ήταν σαν να ζητούσαμε από τους Ευρωπαίους μια λευκή επιταγή; Και εάν την υπέγραφαν, δεν θα ήταν σαν να έκλειναν το μάτι σε κάθε άλλη χώρα να πέσει και αυτή έξω (έτσι κι αλλοιώς πληρώνουν οι Γερμανοί). Γιατί λοιπόν να την υπογράψουν; Μήπως επειδή, εάν τολμήσουν να αρνηθούν, θα τους παρασύρουμε στην καταστροφή, ανακράζοντας ομαδικώς «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων»;

Μήπως τέτοιου είδους προτάσεις αναβιώνουν απλώς το στερεότυπο του Έλληνα ως μοχθηρού Βαλκάνιου και ως πονηρού Ανατολίτη; Μήπως για αυτό πείθουν περισσότερο όσους αναγνωρίζονται σε αυτό το στερεότυπο;

Ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου θεωρεί το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ευκαιρία εκσυγχρονισμού. Για να μην την σπαταλήσουμε, θα πρέπει οπωσδήποτε να αναδιοργανώσουμε την κρατική μηχανή (αυτή την «ανελέητη μηχανή παραγωγής δαπανών με ελάχιστο κοινωνικό αντίκρισμα για ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού»). Πρόκειται για μια προϋπόθεση περίπου «προ-πολιτική», αφού η μηχανή έχει πάψει να είναι λειτουργική, τόσο για τα συμφέροντα της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η αναδιοργάνωσή της «από τα θεμέλια» δεν θα σημάνει ασφαλώς το τέλος της πολιτικής: μια καλύτερη αριστερά θα συνεχίσει να συγκρούεται με μια καλύτερη δεξιά - αλλά με τρόπο πολύ πιο προωθητικό για το δημόσιο συμφέρον, όπως το ορίζει η κάθε μια.

Παραδέχομαι ότι η ανάλυση αυτή μου είναι συμπαθής. Η ανησυχία μου – και, φαντάζομαι, η ένσταση πολλών ακροατών – είναι η εξής. Πόσο πολιτικά ουδέτερη θα είναι η φιλελεύθερη αναδιοργάνωση του κράτους (και ολόκληρης της οικονομίας) που μας προτείνουν οι δανειστές μας; Και έστω ότι είναι απαραίτητη ή αναπόφευκτη: Μήπως η νέα Ελλάδα που θα αναδυθεί από τις στάχτες της παλαιάς θα έχει στο γενετικό της κώδικα την οριστική ήττα των αξιών της αριστεράς; Και όχι μόνο του αυταρχισμού και της αυθαιρεσίας (της κακής αριστεράς), αλλά επίσης της ισότητας και της δικαιοσύνης (της καλής αριστεράς);

Μπορούν οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς και της δημοκρατικής αριστεράς να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη – και πώς; Πώς μπορούν να εγγυηθούν ότι στη νέα Ελλάδα οι μισθοί θα είναι υψηλότεροι, η απασχόληση περισσότερη και καλύτερη, ότι τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων θα γίνονται σεβαστά περισσότερο από ό,τι σήμερα; Και αν δεν μπορούμε να τα εγγυηθούμε όλα αυτά, τι απαντάμε σε όσους μας λένε ότι είναι προτιμότερο να μείνουμε σε αυτά που ξέρουμε;

Ο Αρίστος Δοξιάδης προτείνει τη μετακίνηση 500 χιλιάδων εργαζομένων («10% με 15% του εργατικού δυναμικού») από ενδοστρεφείς, μη εμπορεύσιμους κλάδους (βασικά δημόσιες υπηρεσίες) προς εξωστρεφείς δραστηριότητες του εξαγωγικού τομέα. Δεν αμφισβητώ ότι κάτι τέτοιο είναι πράγματι αναγκαίο, εάν θέλουμε να αποφύγουμε μια σταδιακή ή απότομη καθίζηση του βιοτικού μας επιπέδου. Εάν αμφιβάλλω για κάτι, είναι τα εξής δύο πράγματα.

Πρώτον, πόσο συμβατός με την πολιτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή θα ήταν ένας τόσο ριζικός αναπρογραμματισμός ανθρώπων στο σχετικά μικρό χρονικό διάστημα που απαιτείται; Μήπως μιλάμε για κάτι σαν την κολλεκτιβοποίηση των κουλάκων στην ΕΣΣΔ του 1930, τηρουμένων των αναλογιών; Μήπως η προτεινόμενη στροφή απειλήσει την ομαλότητα, εάν επιχειρηθεί βιαστικά – ενώ, εάν επιτευχθεί «οργανικά» και αβίαστα, απλώς αργήσει να φέρει καρπούς;

Δεύτερον, όπως έχει γράψει πολύ ωραία ο Αρίστος Δοξιάδης: «Αυτές οι νέες εξωστρεφείς μικροεπιχειρήσεις [...] θα είναι αυτοσχέδιες, και θα φαίνονται πρόχειρες, μυστήριες, βαλκανικές [...] Ας μην τις υποτιμάμε οι υπόλοιποι. Γιατί αυτές θα μας ξελασπώσουν.»

Σύμφωνοι: δεν τις υποτιμάμε. Μήπως όμως αυτές οι «νέες εξωστρεφείς μικροεπιχειρήσεις» θα είναι βιώσιμες μόνο στο βαθμό που παραβιάζουν την εργατική, ασφαλιστική, πολεοδομική, περιβαλλοντική κτλ. νομοθεσία; Μήπως δηλ. απλώς θα αναπαράγουν το σημερινό (θα έλεγα: χρεωκοπημένο) παραγωγικό μοντέλο «φτηνής ανάπτυξης», στο οποίο μας έμαθε να δυσπιστούμε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης;

Η απορία μου αυτή με φέρνει στο τελευταίο σχόλιό μου. Η άρνηση του Γιώργου Σταθάκη να θίξει τη σπατάλη και τη χαμηλή αποδοτικότητα της δημόσιας δαπάνης (η οποία όντως αθροιστικά δεν είναι υπερβολικά υψηλή) δεν μπορεί να με βρει σύμφωνο. Αντίθετα, συμμερίζομαι απολύτως την επιμονή του στην ανάγκη καταπολέμησης της φοροδιαφυγής – η οποία του θυμίζω ότι αποτελεί μόνιμη επωδό και της τρόικας.

Η ένστασή μου είναι ότι η ανάλυσή του υπερτονίζει το «ταξικό» στοιχείο. Η φοροδιαφυγή των ευκατάστατων στρωμάτων είναι πράγματι εκτεταμένη, και μου είναι απολύτως απεχθής. Όμως, είναι διάχυτη και μεταξύ λιγότερο εύπορων στρωμάτων: αγρότες, καταστηματάρχες, μικροϊδιοκτήτες, μικροεπαγγελματίες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι κτλ. Δεν είναι επίσης καθόλου άγνωστη ούτε στους μισθωτούς: ο υπάλληλος της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ που κάνει ελεύθερο επάγγελμα το απόγευμα δεν κόβει ασφαλώς αποδείξεις, ούτε ο καθηγητής που παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα – για να μην αναφερθώ στον υπάλληλο της Πολεοδομίας ή της Εφορίας που χρηματίζεται.

Επί πλέον, η φοροδιαφυγή δεν στρεβλώνει απλώς την αναδιανεμητική λειτουργία του φορολογικού συστήματος, και κατ' επέκταση τη διανομή του εισοδήματος. Στρεβλώνει επίσης την κατανομή των πόρων, επιδοτώντας οικονομικές δραστηριότητες αντιπαραγωγικές αλλά ελκυστικές, επειδή υπόσχονται φορολογική ασυλία. Όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό μας φέρνει στο σημείο εκκίνησης: στο χρεωκοπημένο μοντέλο της «φτηνής ανάπτυξης».

Δεν εννοώ βέβαια ότι πρέπει να ξεχάσουμε την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Ακριβώς το αντίθετο εννοώ: ότι θα πρέπει να την κάνουμε «σημαία» μας. Έχοντας όμως πλήρη συναίσθηση ότι ο αγώνας κατά της φοροδιαφυγής είναι αγώνας κατά της «φτηνής ανάπτυξης» - και για αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μακρύς και δύσκολος.