Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Ιανουαρίου 2023

Το νησί που έφυγε


Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023).

Μόλις συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ (24 Ιανουαρίου 2020). Πλέον το διαζύγιο είναι οριστικό: όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, ακολουθεί μια περίοδος κατά την οποία οι δύο πρώην, εξουθενωμένοι από τον χωρισμό, δεν μπορούν καν να συνεννοηθούν για τα βασικά. Με λίγη τύχη, θα την διαδεχθεί μια άλλη περίοδος επανακαθορισμού της (λιγότερο στενής, πλέον) σχέσης τους σε νέες βάσεις. Για επανασύνδεση, ούτε λόγος. Και ας υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι, εξαιτίας αφενός της μετατόπισης μερίδας της κοινής γνώμης, και αφετέρου της φυσικής αντικατάστασης του πληθυσμού (οι νέοι τείνουν να είναι υπέρ της ΕΕ, οι ηλικιωμένοι κατά), η πλειοψηφία της κοινής γνώμης πιστεύει τώρα ότι το Brexit ήταν λάθος. Τα λάθη πληρώνονται, και οι Βρετανοί δεν θα πουν «έλα μωρέ, και τι έγινε που ψηφίσαμε έτσι στο δημοψήφισμα; το παίρνουμε πίσω και συνεχίζουμε όπως πρώτα».

Πριν το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, οι οπαδοί της παραμονής στην ΕΕ διεκτραγωδούσαν τις συνέπειες της αποχώρησης, και είχαν κατηγορηθεί από τους αντιπάλους τους (που αντίθετα υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια) ότι καλλιεργούσαν τον φόβο. Το πόσο δίκιο είχαν είναι δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια, καθότι από τον Ιανουάριο 2020 μέχρι τώρα έχουν μεσολαβήσει μία πανδημία και ένας πόλεμος. Η αρνητική πορεία της βρετανικής οικονομίας την τελευταία τριετία είναι γεγονός αναμφισβήτητο, αλλά οι οπαδοί της αποχώρησης ισχυρίζονται ότι οφείλεται στον κορωνοϊό και στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όχι στο Brexit. Ισχύει η ένσταση;

Δύο πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως όχι. Η πρώτη (του Centre for European Reform) σύγκρινε τις οικονομικές επιδόσεις της Βρετανίας με εκείνες 22 χωρών που έως το δημοψήφισμα του 2016 είχαν παρόμοιες επιδόσεις. Η μελέτη εκτίμησε ότι το Brexit συρρίκνωσε το ΑΕΠ (κατά 6%), τις επενδύσεις (κατά 11%), και το εξωτερικό εμπόριο αγαθών (κατά 7%) σε σχέση με το – εντελώς φανταστικό πλέον – σενάριο της μη αποχώρησης. Η δεύτερη (του Centre for Economic Performance) διαπίστωσε ότι οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 3% το 2020, και άλλο 3% το 2021, πέρα και πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα έφταναν εάν δεν είχε συμβεί το Brexit, παρότι η βρετανική κυβέρνηση δεν έχει (ακόμη;) θεσμοθετήσει τα μέτρα περιορισμού των ευρωπαϊκών εισαγωγών που έχει απειλήσει να εισάγει.

Φυσικά, οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις είναι πάντοτε σοβαρότερες από τις άμεσες. Το Brexit έχει κάνει την πάλαι ποτέ Cool Britannia πολύ πιο uncool. Λιγότεροι επιστήμονες, καλλιτέχνες, εφευρέτες, επιχειρηματίες εγκαθίστανται στο Λονδίνο από ό,τι πριν. Πολλοί Ευρωπαίοι των παραπάνω κατηγοριών, και άλλων, μέχρι πρόσφατα κάτοικοι Βρετανίας, την έχουν εγκαταλείψει, ή σκέφτονται να το κάνουν.

Επίσης, οι οικονομικές επιπτώσεις έχουν αποδειχθεί – προς το παρόν τουλάχιστον – λιγότερο οδυνηρές από τις πολιτικές. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε για αιώνες φάρος μετριοπάθειας, πραγματισμού, ορθολογικής αναζήτησης λύσεων, δυσπιστίας προς τις μεγάλες ιδεολογίες, απόρριψης των δημαγωγών κάθε είδους. Μέσα σε λίγα χρόνια δείχνει να έχει μετατραπεί σε μπανανία, με κυβερνήσεις που μένουν στην εξουσία μέρες, πρωθυπουργούς χαμηλού επιπέδου, και υπουργούς που γυαλίζει το μάτι τους.

Ο συντάκτης αυτού του άρθρου δεν είναι αντικειμενικός, αφού έζησε 6+ ευτυχισμένα χρόνια στην Αγγλία, αγάπησε (και εκείνη) τη θετή πατρίδα του, και βίωσε το Brexit ως προσωπική προσβολή. Εάν ήταν, θα παραδεχόταν ότι τα τελευταία τρία χρόνια δεν έχει γίνει φτωχότερη μόνο η Βρετανία, αλλά και η ίδια η Ευρώπη. Μας λείπει η μετριοπάθεια, ο πραγματισμός, και η ορθολογική αναζήτηση λύσεων, καθώς και το φιλελεύθερο πνεύμα που είχε συνεισφέρει στην ΕΕ η Βρετανία. Χωρίς αυτά, κινδυνεύουμε να μείνουμε με τον γερμανικό μοραλισμό, τη γαλλική τυπολατρεία, και όλα τα υπόλοιπα.

Come back Blighty. All is forgiven.

26 Αυγούστου 2022

Η ζήτηση για ενέργεια δεν είναι ανελαστική


Δημοσιεύθηκε ως ανάρτηση στο fb (Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022).

Η αλλεργία των οικονομολόγων (και ιδίως των φιλελεύθερων οικονομολόγων) στις επιδοτήσεις τιμών είναι γνωστή από καιρό. Άλλο είναι το ενδιαφέρον του χθεσινού άρθρου του Economist. Βλέπετε, δεν είναι τυχαίο περιοδικό: οι συντάκτες του παρακολουθούν τα πρόσφατα ευρήματα της επιστημονικής παραγωγής, αναλογίζονται τη σημασία τους για τη δημόσια πολιτική, και παρουσιάζουν τα κύρια σημεία με εύληπτο τρόπο σε ένα καλλιεργημένο μεν αλλά μη ειδικό (και πολυάσχολο) αναγνωστικό κοινό.
Το χθεσινό άρθρο λοιπόν σχολιάζει μια νέα γενιά οικονομικών ερευνών που χρησιμοποιούν νέες μεθόδους και νέα δεδομένα για να υπολογίσουν την ελαστικότητα της ζήτησης για καύσιμα ή για ενέργεια. Αυτό ακούγεται αφηρημένο, αλλά έχει μεγάλη σημασία. Εάν η ζήτηση είναι ανελαστική, καθώς οι τιμές αυξάνονται οι καταναλωτές κρατάνε σταθερή την ποσότητα που καταναλώνουν, συνεπώς επωμίζονται το σύνολο της επιβάρυνσης από την ακρίβεια. Όσο πιο ελαστική είναι η ζήτηση, τόσο περισσότερο μειώνουν οι καταναλωτές την ποσότητα που καταναλώνουν μετά από μια αύξηση της τιμής.
Τα πρόσφατα ευρήματα που παρουσιάζει το άρθρο του Economist ανατρέπουν προηγούμενες παραδοχές για τη δήθεν ανελαστικότητα της ζήτησης. Σύμφωνα με αυτά, όταν οι τιμές του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου αυξάνονται, οι καταναλωτές μειώνουν την κατανάλωση. Η ελαστικότητα δεν είναι μεγάλη: στις ΗΠΑ, μια αύξηση της τιμής κατά 10% υπολογίστηκε ότι έφερε μείωση της κατανάλωσης σε 3% (πετρέλαιο) ή 2% (φυσικό αέριο). Και το αντίστροφο: όταν η πολιτεία της Καλιφόρνιας μείωσε κατά 20% την οριακή τιμή του φυσικού αερίου για τα φτωχά νοικοκυριά, η κατανάλωση τους αυξήθηκε κατά 8,5%.
Όπως αναφέρει το άρθρο, το 2015 η ουκρανική κυβέρνηση αποφάσισε να καταργήσει τις επιδοτήσεις των καυσίμων, με αποτέλεσμα διπλασιασμό της τιμής. Όσα νοικοκυριά δεν επένδυσαν σε καλύτερη μόνωση κτλ., αναγκάστηκαν να μειώσουν την κατανάλωση τους κατά 16%.
Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει στη χώρα μας το 2012, μετά από την εξίσωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης: ο λόγος που η αύξηση του φόρου απέδωσε πολύ λιγότερο από ό,τι ήλπιζε η κυβέρνηση (και η Τρόικα) ήταν ότι πολλά νοικοκυριά στράφηκαν από την κεντρική θέρμανση σε άλλες λύσεις (pellet, ξύλα, ηλεκτρική σόμπα, αερόθερμο), ή απλώς άρχισαν να ζεσταίνουν το σπίτι τους λιγότερο από πριν. Αυτό το προηγούμενο δείχνει πολλά για τις οικονομικές, κοινωνικές, και περιβαλλοντικές συνέπειες μιας απότομης μεταβολής των τιμών σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Διαψεύδει ωστόσο επίσης, και μάλιστα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, την υπόθεση ότι οι καταναλωτές αφήνουν αμετάβλητες τις συνήθειες τους ακόμη και όταν οι τιμές αυξάνονται σημαντικά. Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο: η ζήτηση για ενέργεια είναι κάθε άλλο παρά “ανελαστική”.
Εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ενδιαφέρονται πραγματικά για την απεξάρτηση από τη Ρωσία, καθώς και για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τότε θα πρέπει να διευκολύνουν τους καταναλωτές να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους στην αύξηση των τιμών της ενέργειας καίγοντας λιγότερο ρεύμα ή πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Αντί να επιδοτούν τις τιμές της ενέργειας, θα πρέπει να επιδοτούν τις επενδύσεις σε μέτρα εξοικονόμησης, καθώς φυσικά και σε ανανεώσιμες πηγές. Βραχυπρόθεσμα, στη μεταβατική περίοδο, οι ενισχύσεις θα πρέπει να είναι εισοδηματικές (ώστε να μην επηρεάζουν τα κίνητρα εξοικονόμησης), και στοχευμένες (υπέρ φτωχών, ηλικιωμένων, κατοίκων ορεινών περιοχών κτλ).
Εάν, για πολιτικούς ή άλλους λόγους, προκρίνεται η επιδότηση των τιμών, τότε θα πρέπει να υπάρχει πλαφόν κατανάλωσης. Το άρθρο του Economist σχολιάζει ευνοϊκά την περίπτωση της Αυστρίας, όπου η επιδότηση δίνεται μόνο για το 80% της μέσης κατανάλωσης ενός νοικοκυριού. Υπενθυμίζεται ότι στην Ελλάδα οι επιδοτήσεις αφορούν αντίθετα “όλες τις παροχές, κύριας και μη κύριας κατοικίας, για το σύνολο της μηνιαίας κατανάλωσης, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια”.

14 Ιουλίου 2019

Η αντιπολίτευση αντιμέτωπη με τον εαυτό της

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 14 Ιουλίου 2019).

Μετά από μια δεκαετία εμφυλιοπολεμικού διχασμού, το εκλογικό αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής φαίνεται να ικανοποιεί τους πάντες. Εν μέρει αυτό είναι δικαιολογημένο. Συγκρίνοντας τις βουλευτικές εκλογές με τις ευρωεκλογές του Μαΐου βλέπει κανείς ότι και τα τρία πρώτα κόμματα κέρδισαν έδαφος. Η ΝΔ κέρδισε 378.000 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ 438.000, το ΚΙΝΑΛ 21.000. (Ο αριθμός εγκύρων ψηφοδελτίων έμεινε περίπου ίδιος.) Εάν για τη ΝΔ ήταν αναμενόμενο, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ ήταν έκπληξη ακόμη και για τα επιτελεία των δύο κομμάτων. Εξ ου και η πρόδηλη ανακούφιση των στελεχών τους.

Σε τι οφείλεται η ανθεκτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ (και δευτερευόντως του ΚΙΝΑΛ); Νομίζω εν πολλοίς στο ίδιο το εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Η οξύτητα της αντιπαράθεσης αντιμνημονιακών και μη, η αδυναμία επικοινωνίας των μεν με τους δε, η σταδιακή περιχαράκωση όλων σε δύο παράλληλες πραγματικότητες, διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους, έχει «σκληρύνει» τις πολιτικές ταυτότητες. Ούτως ή άλλως, σε όλες τις κοινωνίες, οι περισσότεροι άνθρωποι προσέχουν τις ειδήσεις που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις τους αγνοώντας όσες έρχονται σε σύγκρουση με αυτές («μεροληπτικό σφάλμα επιβεβαίωσης»). Στη δική μας κοινωνία, στα χρόνια της κρίσης, οι πολιτικές συμπεριφορές μοιάζουν με συμπεριφορές οπαδών που δεν αλλάζουν ομάδα ακόμη και όταν προσφέρει άθλιο θέαμα, οι παίκτες της παίζουν βρώμικα και αντιαθλητικά, ο πρόεδρος απειλεί ή εξαγοράζει τους διαιτητές – και παρόλα αυτά χάνει με αρκετά γκολ διαφορά. (Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα είναι εντελώς ηθελημένη.) Φυσικά, η τελική κατάληξη είναι να πηγαίνουν στο γήπεδο μόνο οι φανατικοί. Οι υπόλοιποι κάθονται στο σπίτι και παρακολουθούν αποκλειστικά ξένο ποδόσφαιρο.

Ίσως ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ να το διαισθάνεται αυτό. Το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που τον εκτόξευσε από το περιθώριο της πολιτικής στα σαλόνια της Ευρώπης, έχει πλέον εξαντλήσει τη χρησιμότητά του. Όχι ότι θα διστάσει να δημαγωγήσει όταν του δοθεί η ευκαιρία. Αλλά μέχρι τότε, όσο πιο σοβαρή και αποτελεσματική είναι η κυβέρνηση, τόσο πιο παράταιρο θα φαντάζει το στυλ μαθητικού συνδικαλισμού στο οποίο ο ίδιος διαπρέπει. Εξ ού και η «ρεαλιστική στροφή», και η επιδίωξη μιας πλατειάς «προοδευτικής συμμαχίας» με κορμό τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν αποκλείεται να τα καταφέρει. Δεν θα πρόκειται ασφαλώς για «σοσιαλδημοκρατικοποίηση», ό,τι και αν λένε κάποιοι. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανιστόρητο, εξ άλλου η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε υποχώρηση σχεδόν παντού. Αυτό που έχει στο μυαλό του το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ είναι να επαναλάβει την τροχιά του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1996. Θολός ριζοσπαστισμός, ρητορικός αντιδυτικισμός, και σταδιακή απορρόφηση των ανταγωνιστών του στον χώρο της «δημοκρατικής παράταξης» σε πρώτη φάση. Σιωπηρή εγκατάλειψη των προηγούμενων θέσεων (χωρίς συζήτηση για την αναγκαιότητα αναθεώρησής τους), και οικοδόμηση προσωποπαγούς κόμματος στη συνέχεια. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο ότι ο Αλέξης δεν είναι Ανδρέας, και ότι λεφτά για μοίρασμα πλέον δεν υπάρχουν. Είναι επίσης η απερίγραπτη φτώχεια ιδεών, το χαμηλό επίπεδο των στελεχών, καθώς και το τέλος των ψευδαισθήσεων μετά από τεσσεράμιση χρόνια στην εξουσία.

Το σενάριο των επιτελών της Κουμουνδούρου επιφυλάσσει για το ΚΙΝΑΛ το ρόλο της ΕΔΗΚ το 1977-1981. Το εσωκομματικό ξεκαθάρισμα το διευκολύνει, καθώς οριστικοποιεί την επιλογή της ηγεσίας αυτού του κόμματος να παγιωθεί ως ένα είδος ΚΚΕ του κέντρου. Ένα κόμμα νοσταλγών του παρελθόντος, απίθανα ντεμοντέ, ανίκανο να επηρεάσει τις εξελίξεις, βολεμένο στο μονοψήφιο ποσοστό του, το οποίο εξασφαλίζει την αναπαραγωγή μιας μικρής ομάδας στελεχών, πιστών στην ηγεσία από την οποία εξαρτώνται. Με τη διαφορά ότι το ΚΙΝΑΛ δεν έχει εγκαταλείψει εντελώς τα εγκόσμια: παραμένει διαθέσιμο ως εταίρος κάποιας μελλοντικής κυβέρνησης συνεργασίας, όποτε το εκλογικό αποτέλεσμα (και ο εκλογικός νόμος) την καταστήσει αναγκαία.

Η μακροημέρευση της σημερινής αντιπολίτευσης σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από το εάν η χώρα μπορέσει να αφήσει πίσω της τη μιζέρια της τελευταίας περιόδου. Εάν όχι, το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του διαγράφεται αν όχι λαμπρό τουλάχιστον πολλά υποσχόμενο. Μια καχεκτική οικονομία λίγων και κακοπληρωμένων θέσεων εργασίας, μια φοβισμένη κοινωνία θυμωμένων και καχύποπτων ανθρώπων, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα αναξιοπιστίας θεσμών και προσώπων, θα ήταν ιδανικές συνθήκες για τη γρήγορη επάνοδό τους στην εξουσία. Αντίθετα, η ανόρθωση της χώρας θα άλλαζε τη θεματολογία της δημόσιας συζήτησης, και θα έφερνε στο προσκήνιο νέα δυναμικά στρώματα, που θα απαιτούσαν πολιτική εκπροσώπηση.

Είναι φανερό ότι ο νέος πρωθυπουργός θα επιχειρήσει την αναπτυξιακή ώθηση που χρειάζεται η οικονομία, προσδοκώντας στη συνέχεια να εκφράσει τους κερδισμένους της ανάκαμψης. Η μεσοπρόθεσμη κυριαρχία του στο πολιτικό σύστημα προϋποθέτει κάτι περισσότερο: ότι θα καταφέρει να υπερνικήσει την καχυποψία των χαμένων, να προσφέρει ελπίδα για το μέλλον στους ίδιους και στα παιδιά τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα καταλάγιαζε τα πάθη και θα εξευγένιζε τα ήθη. Αυτό και μόνο θα ήταν ιστορική επιτυχία.

6 Ιουλίου 2019

Μπροστά στις κάλπες: μια προσωπική τοποθέτηση

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook, ενώ στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Liberal» (Σάββατο 6 Ιουλίου 2019).

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών - η επίθεση των παρακρατικών στην Athens Voice, το σκίτσο "Δεν Ξεχνώ" του ανεπίσημου οργάνου του καθεστώτος, και κυρίως οι συνεντεύξεις και ομιλίες του Πρωθυπουργού, με τους χαρακτηρισμούς ("γιος του αποστάτη", "νύφη του Μπακογιάννη"), τις δικαιολογίες ("οι άλλοι ήταν πιο προετοιμασμένοι"), και την απίστευτη ακόμη και με τα δικά του standards έλλειψη στοιχειώδους σοβαρότητας απέναντι στις ανθρώπινες ζωές που χάνονται (αεροπορικό δυστύχημα στη Μαδρίτη), με την Πολιτεία της οποίας υποτίθεται ότι ηγείται σε πλήρη αποδιοργάνωση (πυρκαγιά στο Μάτι) - δείχνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ποιο είναι το καθήκον κάθε δημοκρατικού πολίτη στις κάλπες της Κυριακής: η αποφασιστική αποδοκιμασία της χειρότερης κυβέρνησης της Μεταπολίτευσης, η απομάκρυνση ενός ντροπιαστικού ανθρώπου από το πρωθυπουργικό μέγαρο, η εκδίωξη μιας αδίστακτης ηγετικής ομάδας από τις θέσεις ευθύνης που σήμερα κατέχει.

Μια κατ' ελάχιστον αξιοπρεπής κεντροαριστερά, στο ύψος των περιστάσεων, με συναίσθηση του πολιτικού διλήμματος της συγκυρίας, σταθερά προσανατολισμένη στη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, έτοιμη να συνεισφέρει στην αλλαγή σελίδας, να δράσει ως αντίβαρο στις πιθανές ακρότητες της εθνικιστικής "λαϊκής δεξιάς" (που παρά την περιθωριοποίησή της είναι ακόμη ζωντανή), να προτάξει τις εθνικές προτεραιότητες (αποκατάσταση του κύρους των δημοκρατικών θεσμών, επανεκκίνηση της οικονομίας, επούλωση των πληγών της κρίσης), θα μπορούσε να είναι μια ελκυστική επιλογή για τους δημοκρατικούς πολίτες που έχουν αποφασίσει να τιμωρήσουν στις κάλπες το απερχόμενο καθεστώς, χωρίς ωστόσο να εκφράζονται από τη ΝΔ. Οι πρόσφατες επιλογές της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ δείχνουν ότι μια τέτοια κατ' ελάχιστον αξιοπρεπής κεντροαριστερά σήμερα δεν υπάρχει. Η αποδοκιμασία του ΚΙΝΑΛ στην κάλπη είναι προϋπόθεση για να υπάρξει.

Για τον δημοκρατικό πολίτη που δεν θέλει να ρισκάρει ένα μετεκλογικό τοπίο με το ΣΥΡΙΖΑ ρυθμιστή των εξελίξεων, η ψήφος στη ΝΔ είναι αναπόφευκτη. Για όσους από εμάς προέρχονται από την εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, και αισθάνονται ότι ανήκουν ακόμη σε αυτήν (παρά τις άοκνες προσπάθειες της ηγεσίας της), η επιλογή αυτή είναι ομολογουμένως κάπως παράξενη. Η σημερινή ηγεσία της ΝΔ - η πιο φιλελεύθερη, μετριοπαθής, κοσμοπολίτικη και προοδευτική από την ίδρυση αυτού του κόμματος - διευκολύνει την επιλογή μας. Οι ανοιχτόμυαλοι και δημιουργικοί άνθρωποι, με χιούμορ και φρέσκες ιδέες (θα αναφέρω μόνο τον Χρήστο Ταραντίλη στο ψηφοδέλτιο Επικράτειας, την Αλεξάνδρα Χαριτάτου στην Α' Αθηνών, τη Νιόβη Παυλίδου στην Α' Θεσσαλονίκης, ελπίζοντας ότι δεν αδικώ δεκάδες άλλους αντίστοιχου επιπέδου), που σήμερα κοσμούν τα ψηφοδέλτια της ΝΔ, και αύριο ας ελπίσουμε τη Βουλή των Ελλήνων, κάνουν την επιλογή μας αυτή ακόμη πιο ελκυστική.

Με το ξέσπασμα της κρίσης, μερικές εκατοντάδες άνθρωποι της γενιάς μου και μεγαλύτεροι, παλιοί αριστεροί (Ρηγάδες και άλλοι) που με την ολοκλήρωση της οκταετίας Σημίτη είχαν βρεθεί χωρίς εκπροσώπηση, αποφάσισαν να ασχοληθούν ξανά με την ενεργό πολιτική για να σταματήσουν την επέλαση του αντιμνημονιακού συρφετού που απειλούσε να μετατρέψει την Ελλάδα σε Βενεζουέλα. Οι κομματικές επιλογές μας - ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, ΚΙΝΑΛ - δεν δικαιώθηκαν (για να το πω ήπια). Αλλά το μείζον επιτεύχθηκε: η Ελλάδα παρέμεινε ευρωπαϊκή χώρα, και σήμερα που ο λαϊκισμός απειλεί τις δημοκρατικές κατακτήσεις και αλλού, είναι έτοιμη να ηγηθεί μιας πανηπειρωτικής επιστροφής στην κανονικότητα, αναγκαία αν και όχι ικανή συνθήκη για την ανανέωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Όλα αυτά δεν συνέβησαν βέβαια μόνο χάρη σε μας, ούτε καν κυρίως χάρη σε μας. Αλλά συμβάλαμε και εμείς, με τις μικροσκοπικές δυνάμεις μας. Ας είμαστε υπερήφανοι για αυτό.

Το όνειρο μιας Ελλάδας ευρωπαϊκής, σύγχρονης και δυναμικής, χώρας ήρεμης και ασφαλούς, μαγνήτη για τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανθρώπους που την εγκατέλειψαν τα τελευταία χρόνια, αυτό το όνειρο-καύσιμο της πολιτικής μας δράσης από την αρχή, είναι ακόμη ζωντανό. Η ψήφος αύριο στη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ένα υπολογισμένο ρίσκο, αλλά παραμένει το πιο ορθολογικό στοίχημα στο οποίο μπορούμε να ποντάρουμε για να το φέρουμε ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματικότητα. Ας έχουμε τη γενναιότητα να το παραδεχθούμε, και ας πράξουμε αναλόγως. Όχι οι άλλοι: εμείς οι ίδιοι.

1 Ιανουαρίου 2019

Φτώχεια και κοινωνική συνοχή

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας (Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιανουάριος 2019).

1.

Δέχτηκα την πρόσκληση να μιλήσω στο συνέδριο της ΝΔ, παρότι δεν ανήκω στο κόμμα αυτό, για δύο κυρίως λόγους.

Πρώτον, επειδή το μικρό ρεύμα της μεταρρυθμιστικής αριστεράς (από το οποίο προέρχομαι) και η μεγάλη φιλελεύθερη και συντηρητική παράταξη (που εκπροσωπείτε εσείς), παρά τις προφανείς διαφορές τους, σε κρίσιμες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας της χώρας βρέθηκαν στην ίδια πλευρά. Το Μάιο του 1979, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραφε στο Ζάππειο τη Συνθήκη Ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, δίπλα του στέκονταν ο Ηλίας Ηλιού και ο Λεωνίδας Κύρκος, ενώ τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ) διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας καταγγέλλοντας τη «φιέστα» και φωνάζοντας «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Μια γενιά αργότερα, τον Ιούνιο του 2015, βρεθήκαμε ξανά μαζί ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πλημμύρισαν την Πλατεία Συντάγματος με σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη». Όσα μας ενώνουν είναι σημαντικά: αυτά καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να συζητάμε πολιτισμένα για όσα μας χωρίζουν.

Δεύτερον, επειδή σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ΝΔ θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και θα σχηματίσει την επόμενη κυβέρνηση. Το ότι η ηγετική ομάδα που ετοιμάζεται να πάρει τις τύχες της χώρας στα χέρια της ενδιαφέρεται να ακούσει τις απόψεις ανθρώπων διαφορετικών πεποιθήσεων, στα θέματα της ειδικότητάς τους, δεν είναι απλώς κολακευτικό για τους ίδιους - είναι επίσης καλό σημάδι για τη χώρα. Βγαίνουμε από μια σκοτεινή περίοδο, δηλητηριώδους ρητορικής και πρωτοφανούς έκπτωσης του δημόσιου λόγου. Θα κάνει καλό στη δημοκρατία μας (θα κάνει σε όλους μας καλό) να στρέψουμε την προσοχή μας στα ζητήματα καθημερινής πολιτικής. Πολλοί τα θεωρούν «βαρετά», όμως ο ρόλος της πολιτικής δεν είναι ούτε να διασκεδάζει ούτε να δραματοποιεί: είναι να λύνει προβλήματα, κάνοντας καλύτερη τη ζωή των πολιτών.

Οπότε χαίρομαι πολύ που μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω σήμερα.

2.

Το θέμα μου είναι η φτώχεια και η κοινωνική συνοχή. Δεν θα μακρυγορήσω. Είναι γνωστό ότι την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Το βιοτικό επίπεδο υποβαθμίστηκε. Οι ανισότητες αυξήθηκαν – αλλά όχι πολύ, επειδή η κρίση έπληξε και την εύπορη μεσαία τάξη, αν και φυσικά ήταν πολύ πιο οδυνηρή για τους φτωχούς. Επίσης, σημειώθηκαν δραματικές ανακατατάξεις στην εισοδηματική πυραμίδα: βελτιώθηκε η σχετική θέση των ηλικιωμένων και των αγροτών, ενώ επιδεινώθηκε η θέση των ανέργων και των χαμηλομίσθων, ιδίως όσων ζουν στην Αθήνα.

Η κοινωνική πολιτική άργησε πολύ να ανταποκριθεί. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας - που η δουλειά του ήταν να μετριάσει την κάθετη πτώση των φτωχών και των ανέργων - απεδείχθη διάτρητο. Δεν χρειάζεται να αναφέρω πόσο καταστροφική για την κοινωνική συνοχή ήταν αυτή η αποτυχία, και πόσο συνέβαλε στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτείας. Από το 2013 και μετά, υπό την πίεση των δανειστών, πραγματοποιήθηκαν αξιόλογα βήματα εκσυγχρονισμού της κοινωνικής πολιτικής, έστω και καθυστερημένα. Δεν έχουμε όμως ακόμη αυτό που χρειαζόμαστε: ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που να προάγει την κοινωνική συνοχή και ταυτόχρονα να είναι συμβατό με μια δυναμική οικονομία.

Πολύ περιληπτικά, θα έλεγα ότι για να το αποκτήσουμε θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να κινηθούμε περίπου ως εξής:

Να επενδύσουμε στους νέους και στις οικογένειες τους: θέσεις στους βρεφονηπιακούς σταθμούς για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, γεύματα στα σχολεία για τους μαθητές δημοτικού, επιδότηση ενοικίου ή στεγαστικού δανείου για τα νέα ζευγάρια.

Να στρέψουμε το κέντρο βάρους από τις συντάξεις στις υπηρεσίες: η δωρεάν περίθαλψη και προγράμματα όπως το «Βοήθεια στο Σπίτι» έχουν συχνά μεγαλύτερη αξία για τους ηλικιωμένους και κοστίζουν λιγότερο στο κράτος.

Να χτίσουμε σε όσα θετικά έχουν γίνει στην επιδοματική πολιτική (πολύ θετικό ότι ο Πρόεδρος της ΝΔ τάχθηκε υπέρ του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης), και να προχωρήσουμε σε όσα εκκρεμούν από καιρό (απαράδεκτο ότι μόνο 1 στους 8 ανέργους λαμβάνει επίδομα ανεργίας).

3.

Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ανταγωνιστική τη σχέση της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική συνοχή. Ότι δηλαδή για να «τρέξει» γρηγορότερα η οικονομία θα πρέπει να αποδεχθούμε – προσωρινά έστω – κάποια έξαρση των κοινωνικών προβλημάτων. Ιδίως όταν έχει προηγηθεί μια περίοδος κατά την οποία βρεθήκαμε στο αντίθετο άκρο. Για παράδειγμα, η αφαίμαξη της οικονομίας με σκοπό τη χρηματοδότηση προεκλογικών παροχών αμφίβολης σκοπιμότητας, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, επιβραδύνει την ανάκαμψη της οικονομίας, διαιωνίζοντας την υψηλή ανεργία και δημιουργώντας τελικά περισσότερα κοινωνικά προβλήματα από όσα λύνει.

Όμως, εάν έχω καταλάβει κάτι όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με αυτά τα πράγματα είναι ότι δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Μια καλοσχεδιασμένη κοινωνική πολιτική δεν είναι βάρος για την οικονομία, αντίθετα τη βοηθά να λειτουργεί καλύτερα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο πλούσιες – και οι πιο ευτυχισμένες - χώρες του κόσμου, από την Ισλανδία έως τον Καναδά, έχουν εξαιρετικά (δημόσια) νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια. Αντίστροφα, μια οικονομία αγχωμένων ανθρώπων, σε μια αρρωστημένη κοινωνία, δεν είναι σε θέση να σημειώνει υψηλές αποδόσεις.

«Τι σχέση έχουν όλα αυτά με μας;» θα μου πείτε. «Ισλανδία είμαστε εμείς ή Καναδάς;» Δεν είμαστε, και ούτε έχει νόημα να προσπαθούμε να γίνουμε. Οι λύσεις που θα βρούμε πρέπει να είναι στα μέτρα μας. Αλλά σίγουρα δεν θα ειναι φτηνές.

Η επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας επείγει. Αλλά για να επουλωθούν οι πληγές της κρίσης, δεν φτάνει μόνο αυτή. Θα πρέπει να δημιουργηθούν πολλές και βιώσιμες θέσεις εργασίας, να βελτιωθούν οι εργασιακές σχέσεις και οι συνθήκες εργασίας, να ανέβουν σταδιακά οι αποδοχές των εργαζομένων.

Για να σταθούμε με αξιώσεις στον σύγχρονο κόσμο θα πρέπει να επενδύσουμε στο κυριότερο περουσιακό στοιχείο που διαθέτουμε (εκτός από τον ήλιο και τη θάλασσα): στις γνώσεις και στις δεξιότητες των ανθρώπων που κατοικούν αυτό τον τόπο – στην προσαρμοστικότητα, στην επινοητικότητα, στη δημιουργικότητά τους.

6 Μαΐου 2015

Η ώρα της εσωτερικής διαπραγμάτευσης

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 6 Μαΐου 2015).

Η στιγμή της συμφωνίας με τους θεσμούς φαίνεται πως είναι πλέον θέμα χρόνου. Θα πρόκειται σίγουρα για έναν επώδυνο συμβιβασμό καθώς θα συντρίψει τα τελευταία απομεινάρια των ανεδαφικών αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν τα χρόνια της κυριαρχίας του αριστερο-δεξιού εθνολαϊκισμού και εγκλώβισαν τον πολιτικό λόγο σε πλήρως μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις, οι συνέπειες των οποίων αντανακλώνται στη σημερινή δυσχερή μας θέση. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για άσκηση εύκολης κριτικής στην κυβέρνηση (αν και ο πειρασμός είναι δικαιολογημένος για όσους δέχτηκαν επιθέσεις και στιγματίστηκαν ως προδότες από τους ανέξοδα πλειοδοτούντες οπαδούς της «υπερήφανης διαπραγμάτευσης»), Αντίθετα, η κυβέρνηση θα έχει την ενεργό στήριξη όλων μόνο σε περίπτωση που έρθει σε κατηγορηματική ρήξη με την πολιτική ρήξης με τους εταίρους. Για να φτάσουμε όμως εκεί ο μόνος δρόμος είναι η συνέχιση και εμβάθυνση της κριτικής.

Ωστόσο, η (όποια) συμφωνία δεν συνιστά τη λύση του ελληνικού δράματος. Η χώρα μοιάζει να βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, θεσμικής κατάρρευσης και χαμηλών προσδοκιών, που απειλεί να την τροχοδρομήσει σε μια πολυετή περίοδο αναιμικής οικονομικής ανάπτυξης (και η οποία με τη σειρά της θα δυσχεραίνει τη δημοσιονομική προσαρμογή, θα μεγαλώνει την απόσταση από τους ευρωπαίους εταίρους μας και θα ανατροφοδοτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια). Γίνεται πλέον εμφανές πως το αντιμνημόνιο όχι μόνο δεν συνιστά προοδευτική πολιτική, αλλά δεν συνιστά καν πολιτική.

Προκειμένου να διαρρήξει κάποιος τον αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο της παρακμής απαιτείται μία συνολική «αλλαγή παραδείγματος» που θα διατρέχει κάθε τομέα της πολιτικής και οικονομικής ζωής και θα λειτουργήσει αφυπνιστικά για τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, οι οποίες παρά τη σημαντική φθορά που υπέστησαν στα χρόνια της κρίσης (αλλά και πρωτύτερα) παραμένουν ακόμη υπολογίσιμες.

* Στην οικονομία με την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα προσδώσουν δυναμισμό στην παραγωγική διαδικασία στηρίζοντας αποτελεσματικά την υγιή επιχειρηματικότητα και τον παραγωγικό δημόσιο τομέα. Και τον αναπροσανατολισμό της δημόσιας χρηματοδότησης σε εκείνους τους τομείς/κλάδους της παραγωγής που παρουσιάζουν υψηλή προστιθέμενη αξία και ενσωματώνουν καινοτομία.

* Στην κοινωνική πολιτική με την απόρριψη του συντεχνιακού και κρατικίστικου μοντέλου παροχής «πρόωρων συντάξεων και άλλων επιδομάτων, τα οποία τις περισσότερες φορές κατανέμονται σ’ όσους συνδέονται με την εξουσία και όχι στους ασθενέστερους. Αντιθέτως η κοινωνική πολιτική οφείλει πρώτιστα να στηρίζεται σ’ ένα κράτος παροχής υπηρεσιών με προτεραιότητα στα παιδιά και στους νέους, μοχλό ανάπτυξης για την κοινωνία και την οικονομία και όχι δίχτυ προστασίας.

* Στη θεσμική συγκρότηση του κράτους με τη βελτίωση των όρων της «καλής διακυβέρνησης» (λογοδοσία, διαφάνεια, κ.α.), της ποιότητας της δημοκρατίας (χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, πλαίσιο λειτουργίας των ΜΜΕ, ενίσχυση του ρόλου της κοινωνίας των πολιτών, διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία, αλλά και διαχωρισμό της κυβέρνησης από τα κυβερνώντα κόμματα).

Αναπόφευκτα λοιπόν, έπειτα από την ολοκλήρωση της εξωτερικής διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς (που- ας προετοιμαζόμαστε- θα περιλαμβάνει ακόμη ένα πρόγραμμα στήριξης) πλησιάζει, με καθυστέρηση χρόνων, η ώρα της εσωτερικής διαπραγμάτευσης με τους πολίτες. Για τη συμφωνία σε ένα εθνικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης, σε μία δέσμη συνεκτικών ριζοσπαστικών παρεμβάσεων η «ιδιοκτησία» των οποίων θα μας ανήκει, χωρίς την συνήθη καταγγελία και απόρριψη που συνοδεύει τα εξωτερικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων.

Είναι προφανές ότι η έκταση των αναγκαίων αλλαγών υπερβαίνει τις δυνατότητες αλλά και συχνά τη θέληση των υφιστάμενων πολιτικών δυνάμεων. Προϋποθέτει τη σύγκρουση με κατεστημένες νοοτροπίες και οργανωμένες πρακτικές. Απαιτεί ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις και νέες πολιτικές ισορροπίες που στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δεν φαίνεται να διαμορφώνονται.

Σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται απόλυτα καθοριστικός ο ρόλος των σοσιαλδημοκρατικών, δημοκρατικών αριστερών και φιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η μεταξύ τους συνεννόηση στη βάση μιας προγραμματικής σύγκλισης και με στόχο τη συγκρότηση ενός εκλογικού συνασπισμού για την Ελλάδα στην Ευρώπη της επόμενης μέρας. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

1 Αυγούστου 2014

Η μισαλλοδοξία των άλλων – και εκείνη «των δικών μας»

Δημοσιεύτηκε στο blog του «Περιοδικού των Βιβλίων / The Books' Journal» (1 Αυγούστου 2014)

Με το άρθρο του Θάνου Τζήμερου «Πολυπολιτισμικότητα και άλλα παραμύθια» (Protagon, 30 Ιουλίου 2014) συνεχίζεται μια συζήτηση που είχε πρόσφατα τροφοδοτήσει το άρθρο της Σώτη Τριανταφύλλου «Η πλάνη της πολυπολιτισμικότητας» (Athens Voice, 18 Ιουνίου 2014), αλλά που είχε ανοίξει – στην Ελλάδα τουλάχιστον – παλαιότερο άρθρο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη «Για μία πολυπολιτισμική σύγχρονη κοινωνία» (Καθημερινή, 31 Δεκεμβρίου 2006). Αναφέρω τις ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις στα social media της Βάσως Κιντή, του Ευθύμη Δημόπουλου, του Λεωνίδα Καστανά και άλλων.

Οι ομοιότητες των τριών άρθρων είναι προφανείς. Και τα τρία θέτουν ένα υπαρκτό πρόβλημα. Πράγματι στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών κινούνται ομάδες που εχθρεύονται όχι απλώς τον τρόπο ζωής της κοινωνίας που τις φιλοξενεί αλλά και τις αξίες, τα δικαιώματα, τις ελευθερίες της. Εάν επιδιώξουν να επιβάλλουν με τη βία τις πεποιθήσεις τους σε άλλα μέλη της κοινότητας στην οποία ανήκουν, η στάση των ομάδων αυτών γίνεται επικίνδυνη – πρώτα πρώτα για τα θύματά τους στο εσωτερικό της κοινότητας, αλλά επίσης για τα  δικαιώματα και τις ελευθερίες της κοινωνίας που τις φιλοξενεί. Η σύνδεση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας με κάποια εθνοτική ή θρησκευτική ταυτότητα (π.χ. μουσουλμάνοι  Άραβες) ενισχύει την επιθετικότητά της, και για αυτό είναι διπλά επικίνδυνη. Συνεπώς, η ανοχή σε βάρβαρες πρακτικές (π.χ. κλειτοριδεκτομή) στο όνομα της «πολυπολιτισμικότητας» είναι απαράδεκτη – και μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για τα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ίδιων των δυτικών κοινωνιών. Σε τελευταία ανάλυση, η υποστήριξη του «δικαιώματος» κάποιων να παραβιάζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υπολοίπων δεν έχει τίποτε το προοδευτικό.

Όλα αυτά είναι σωστά, και είναι χρήσιμο να γράφονται.

Οι διαφορές των τριών άρθρων μεταξύ τους είναι επίσης προφανείς. Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης δεν απορρίπτει εκ προοιμίου την πολυπολιτισμικότητα: «μπορεί να είναι στόχος προς επίτευξη και γιατί ανταποκρίνεται γενικώς στις πραγματικές εξελίξεις και γιατί είναι συμβατή με τις πιο ελπιδοφόρες αντιλήψεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ανθρώπου και του πολίτη και γιατί μπορεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα ανανέωσης και εμπλουτισμού των κοινωνιών και των πολιτισμών μας». Επί πλέον, θεωρεί «αυτονόητη» την «υποχρέωση μιας σύγχρονης κοινωνίας να παράσχει στους ‘ξένους’ της (πολλοί δεν είναι πια, πήραν και σωστά την υπηκοότητά της) τη δυνατότητα να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, να μαθαίνουν τη γλώσσα τους στα παιδιά τους, να τραγουδούν τα τραγούδια τους ή να γιορτάζουν τις γιορτές τους και να τις απολαμβάνουμε κι... εμείς».

Προειδοποιεί όμως ότι η επίκληση της πολυπολιτισμικότητα δεν αρκεί. («Διακηρύσσουμε τον σεβασμό στη διαφορετικότητα του ‘άλλου’. Σωστά. [...] Να παραπέμπεται [όμως] για βαριά σωματική βλάβη ο γονιός που υπέβαλε την κόρη του σε κλειτοριδεκτομή ή και εδώ απαιτείται σεβασμός σε κάποια ιδιαιτερότητα;»)  Και για αυτό καταλήγει με μια τοποθέτηση χαρακτηριστικής ακριβοδικίας: «οφείλουμε με κάθε τρόπο να πείσουμε τους πάντες να σέβονται τους όρους συνύπαρξης, για το ίδιο τους το καλό, χωρίς αλαζονεία αλλά και χωρίς εκπτώσεις που θέτουν σε τεράστιο κίνδυνο και εμάς και εκείνους.»

Η Σώτη Τριανταφύλλου φαίνεται να απορρίπτει όχι μόνο το σεβασμό «πολιτισμικών» πρακτικών που παραβιάζουν δικαιώματα και ελευθερίες, αλλά την πολυπολιτισμικότητα συνολικά, «μια τερατωδία [που] ενθαρρύνει τις εθνοτικές ομάδες να προσκολλώνται σε συνήθειες, πρακτικές και γλώσσες της παλιάς πατρίδας».

Δεν είμαι ειδικός, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι είναι καλή ιδέα – ή συμβατή με τον δυτικό πολιτισμό τον οποίο υπερασπίζεσαι – να υποχρεώνεις τους πάντες να συμμορφώνονται με ένα γενικό πρότυπο συμπεριφοράς, εγκαταλείποντας κάθε ιδιαιτερότητα ακόμη και όταν αυτή είναι εντελώς άκακη. Επίσης, ακόμη και αν π.χ. η κυρίαρχη κουλτούρα των Ελλήνων Gastarbeiter της Γερμανίας του ’60 (Καζαντζίδης και μουσακάς) δεν είναι του γούστου σου (όπως σίγουρα δεν είναι του δικού μου γούστου, παρότι σε αυτή την κοινότητα γεννήθηκα), θα ήταν μάλλον παράλογο να υποστηρίζεις την εγκατάλειψη της κουλτούρας αυτής και την αφομοίωσή της σε αυτήν της κοινωνίας που την φιλοξενεί (James Last και Sauerkraut?) Θα μου έκανε κατάπληξη αν αυτό εννοούσε η Σώτη Τριανταφύλλου. 

Το πρόβλημα με το άρθρο του Θάνου Τζήμερου δεν είναι τόσο ότι είναι ρατσιστικό: είναι ότι είναι απλουστευτικό. Ανακατεύει αλήθειες (ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός είναι όντως επικίνδυνος) μαζί με υπερβολές (η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων δεν είναι οπαδοί της τζιχάντ) και ιστορικές και άλλες ανακρίβειες (επί αιώνες οι τέχνες και οι επιστήμες άνθιζαν στο ανεκτικό ισλάμ, όχι στην σκοταδιστική Δύση). Οι δε προτάσεις πολιτικής στις οποίες καταλήγει ανήκουν στην παράδοση όχι του φιλελευθερισμού αλλά του ολοκληρωτισμού:  «Θες να ζήσεις μαζί μας; Όχι μόνο θα σεβαστείς τις αξίες μας, αλλά θα τις υιοθετήσεις!» Να μια ιδέα που οι ταλιμπάν του Αφγανιστάν ή οι μαχητές του Χαλιφάτου νομίζω ότι θα έβρισκαν απολύτως άψογη. 

Ενώ η Σώτη Τριανταφύλλου γράφει από τη σκοπιά ενός ανθρώπου που ανήκει στις φιλελεύθερες κοινωνίες της Δύσης, υιοθετεί τις αξίες τους και ανησυχεί για το μέλλον τους (δηλ. από μια σκοπιά κοσμοπολιτική), ο Θάνος Τζήμερος γράφει από μια σκοπιά αμιγώς ελληνική. Για αυτό, παραβλέπει ότι τα τεστ ανεκτικότητας στα οποία θα ήθελε να υποβάλλει τους δυστυχείς που χτυπούν την πόρτα μας θα άφηναν μετεξεταστέους τους περισσότερους από τους γηγενείς συμπολίτες μας που αντίθετα σκέφτονται και δρουν στον αστερισμό της μισαλλοδοξίας (βλ. σχετικά το άρθρο ενός πραγματικού φιλελεύθερου, του Αριστείδη Χατζή «Οι ζωές των ανθρώπων» Books’ Journal, Νοέμβριος 2011). Μου φαίνεται κάπως ανακόλουθο να εξεγείρεσαι για τις αξίες των μεταναστών αλλά όχι για το ότι η χώρα σου διακρίνεται στην Ευρώπη επειδή εμποδίζει τους μουσουλμάνους να προσεύχονται σε τζαμί, τους ομοφυλόφιλους να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης, και διάφορα άλλα το ίδιο τριτοκοσμικά – και όλα αυτά σε μια αποπνικτική, μηντιακή και διακομματική συναίνεση με ελάχιστες εξαιρέσεις (οι οποίες οπωσδήποτε δεν περιλαμβάνουν τον σημερινό αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και ηγέτη του μεγαλύτερου κόμματος της κεντροαριστεράς).

Μια τελευταία παρατήρηση. Ρωτά ο Θάνος Τζήμερος: «Θα ήταν υπερβολικό αν οι χώρες προέλευσης των Ευρωπαίων τζιχαντιστών απαγόρευαν την επιστροφή τους στην ‘πατρίδα’»;

Κατά τη γνώμη μου όχι, δεν θα ήταν υπερβολικό. Όμως, πριν από 20 σχεδόν χρόνια, μια άλλη ομάδα Ευρωπαίων τζιχαντιστών επέστρεψαν θριαμβευτικά από έναν άλλον ξένο πόλεμο, όπου το σπουδαιότερο ανδραγάθημά τους ήταν η συμβολή τους στη σφαγή 7.400 αμάχων, κυρίως ηλικιωμένων ανδρών και ανήλικων αγοριών (βλ. σχετικά «Τι γίνεται με τους έλληνες παραστρατιωτικούς της Σρεμπρένιτσα;» The Books’ Journal, 16 Ιουλίου 2014).

Έκτοτε οι εγκληματίες αυτοί (ανάμεσά τους και μέλη της περιθωριακής τότε οργάνωσης «Χρυσή Αυγή») απολαμβάνουν καθεστώς πολιτικής και δικαστικής προστασίας, σε μια άλλη αποπνικτική συναίνεση, μηντιακή και διακομματική. Τότε, η συναίνεση αυτή συμπεριλάμβανε το ΠΑΣΟΚ (στο συνέδριο του οποίου στη Ρόδο, το καλοκαίρι του 1994, ο Ράντοβαν Κάρατζιτς έγινε δεκτός με επευφημίες, ενώ ο δήμαρχος του χάρισε το κλειδί της πόλης) έως τον νυν πρωθυπουργό (εκ των εμπνευστών της ανεκδιήγητης στρατηγικής του «ορθόδοξου τόξου»), καθώς και πολλούς «αριστερούς».

Δέκα χρόνια μετά τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, μερικές δεκάδες πολίτες υπέγραψαν μια διακήρυξη που ζητούσε από την Πολιτεία «να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη από τις οικογένειες των 8.000 σφαγιασθέντων και να απαιτήσει να λογοδοτήσουν όσοι έλληνες ‘εθελοντές’ συνέπραξαν στο μεγάλο έγκλημα και οι γνωστοί-άγνωστοι που τους ενέπλεξαν» (βλ. σχετικά «Ένα ανεξόφλητο χρέος στη Σρεμπρένιτσα;» The Books’ Journal, 11 Ιουλίου 2014).

Τη διακήρυξη του Ιουλίου 2005 υπέγραφαν καθηγητές, δημοσιογράφοι, πολίτες και μόνο έξι δρώντες εκείνη την εποχή πολιτικοί: ο Aνδρέας Aνδριανόπουλος, η Άννα Καραμάνου, ο Πέτρος Κουναλάκης, ο Στέφανος Μάνος, ο Νίκος Μπίστης – και ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης.

Η ανησυχία για τη μισαλλοδοξία των άλλων είναι οπωσδήποτε θεμιτή. Όμως, αυτό που έχει δηλητηριάσει την Ελληνική Δημοκρατία είναι η μισαλλοδοξία «των δικών μας». Και για αυτή την τελευταία, δεν μιλούν παρά ελάχιστοι.

15 Ιουνίου 2012

Φιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες και αριστεροί δημοκράτες

Ομιλία στην εκδήλωση του free thinking zone (Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012). Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon»  (Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012).


Τι πρέπει και τι μπορούν να κάνουν στη σημερινή πολιτική κατάσταση οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλδημοκράτες και οι αριστεροί δημοκράτες;


Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη συζήτηση αυτή με την παραδοχή ότι και τα τρία αυτά ρεύματα είναι (πάντοτε ήταν) μειοψηφικά στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς, της κεντροαριστεράς και της αριστεράς αντιστοίχως. Και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο εκλογικό βάθος, με αναιμικούς δεσμούς με κοινωνικές οργανώσεις, και με την όποια επιρροή τους να περιορίζεται στα ασφυκτικά όρια μιας «ιντελλιγκέντσιας» επαρχιωτικής και αυτής.


Πρόκειται για μια κάπως αμείλικτη ανάγνωση, χρήσιμη παρόλα αυτά ως αντίδοτο στην πρόσφατη κινητικότητα προς αναζήτηση «αριστοκρατικών» λύσεων: «κόμμα προσωπικοτήτων», «κυβέρνηση αρίστων» κ.ά.


Βέβαια, μια πιο επιεικής ανάγνωση θα ήταν εξίσου βάσιμη: τα ρεύματα αυτά άσκησαν πάντοτε μια επιρροή δυσανάλογη με το μέγεθός τους, ενώ υπήρξαν (είναι ακόμη) εκκολαπτήρια γόνιμων ιδεών. Επί πλέον, παρότι στην παραδοσιακή αντίθεση «δεξιά / αριστερά» καταλαμβάνουν μια μειοψηφική ίσως περιθωριακή θέση, στην άλλη αντίθεση «Δύση / Ανατολή», ή «Ευρώπη / Βαλκάνια», η οποία τέμνει την προηγούμενη εγκαρσίως, κατέχουν αντίθετα θέση πρωτοπορίας στη μια από τις δύο παρατάξεις (την ίδια, φυσικά) εκατέρωθεν της διαχωριστικής γραμμής: οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλδημοκράτες και οι αριστεροί δημοκράτες υπήρξαν πάντοτε (και ακόμη είναι) οι συνεπέστεροι υπερασπιστές της άποψης ότι «ανήκουμε στη Δύση» - ή, αν προτιμάτε, ότι το μέλλον της Ελλάδας είναι στην καρδιά της Ευρώπης.


Επειδή στις μέρες μας η τελευταία αυτή αντίθεση τυχαίνει να είναι η πιο κρίσιμη, το άρθρο μας «Το ζητούμενο της επόμενης ημέρας», που δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 9 Μαΐου 2012) με την υπογραφή των Δημήτρη Σκάλκου, Γιώργου Σιακαντάρη και Μάνου Ματσαγγάνη, δημιούργησε προσδοκίες. Μια τυπική αντίδραση ήταν του τύπου: «επιτέλους, καιρός ήταν, κάντε κάτι, πρέπει όλες οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις να ενωθούν στο ίδιο κόμμα / εκλογική συμμαχία προτού να είναι αργά».


Είναι καλή αυτή η ιδέα;


Είμαι αρκετά αμφίθυμος ως προς αυτό. Βασικά, νομίζω ότι δεν είναι. Για τρεις κυρίως λόγους.


Πρώτον, θα μου φαινόταν κάπως υπερβολικά ριψοκίνδυνο να συγκεντρωθούν όλοι οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής της Ελλάδας σε ένα νέο κόμμα, το οποίο μετά θα λάβει λ.χ. 15% των ψήφων.


Δεύτερον, για έναν αριστερό δημοκράτη όπως εμένα, οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλδημοκράτες υπήρξαν πάντοτε προνομιακοί συνομιλητές, ενίοτε σύμμαχοι σε κοινούς αγώνες, άλλες φορές αντίπαλοι (ποτέ εχθροί). Θα ήθελα να ζω σε μια χώρα όπου όλοι οι κεντρώοι/κεντροδεξιοί είναι φιλελεύθεροι, όλοι οι κεντροαριστεροί είναι σοσιαλδημοκράτες, και φυσικά όλοι οι αριστεροί είναι δημοκράτες. Αλλά μπορούμε να συνυπάρχουμε στο ίδιο κόμμα; Νομίζω ότι οι (υπαρκτές) διαφορές μας συσκοτίζονται από το ότι η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από πιο «πρωτόγονα» ζητήματα, στα οποία συμφωνούμε.


Τρίτον, για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα όπου όλοι οι κεντρώοι/κεντροδεξιοί είναι φιλελεύθεροι, όλοι οι κεντροαριστεροί είναι σοσιαλδημοκράτες, και όλοι οι αριστεροί είναι δημοκράτες, θα πρέπει να κάνουμε πολλή δουλειά – και αυτή η δουλειά θα πρέπει αναγκαστικά να γίνει κυρίως στο εσωτερικό του αντίστοιχου ευρύτερου χώρου. Προσωπικά δεν έχω καμμιά απολύτως διάθεση να αποκοπώ από έναν αριστερό κόσμο που με παρακολουθεί, συχνά εκνευρίζεται από όσα γράφω ή λέω, αλλά συνήθως προβληματίζεται από αυτά, και καμμιά φορά συμφωνεί μαζί μου.


Για αυτούς τους λόγους τείνω να θεωρώ ότι η βιαστική συστέγαση όλων μας στο ίδιο κόμμα ή εκλογικό συνασπισμό δεν είναι καλή ιδέα. Παραμένω όμως αμφίθυμος. Αφήνω περιθώριο στο ενδεχόμενο αυτό που μου φαίνεται λάθος σήμερα να αποδειχθεί σωστό σε λίγο καιρό. Το γιατί σχετίζεται με τις πολιτικές εξελίξεις: ζούμε εποχή ρευστότητας, ή μάλλον ρευστοποίησης των πολιτικών κομμάτων που κυριάρχησαν στη μεταπολίτευση (του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΝΔ), και συνεπώς αναδιάταξης του πολιτικού τοπίου.


Ποιος για παράδειγμα θα καταλάβει τον αχανή χώρο που εκτείνεται από τη ριζοσπαστική δεξιά μέχρι την κεντροδεξιά που αφήνει κενό η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ; Όπως έχω ξαναγράψει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, η τύχη του χώρου θα εξαρτηθεί από την τύχη της χώρας. Εάν παραμείνουμε στην Ευρώπη, μπορεί κάποτε να δούμε μια μεγάλη αριστερά που θα είναι φιλελεύθερη, σοσιαλδημοκρατική και δημοκρατική. Εάν όχι, πολύ φοβάμαι ότι ο χώρος - ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό - θα μονοπωληθεί από δυνάμεις εθνικιστικές, κρατιστικές, λαϊκιστικές και αυταρχικές.


Η αποτροπή ενός τέτοιου κινδύνου σήμερα είναι το κυριότερο καθήκον όλων μας: φιλελεύθερων, σοσιαλδημοκρατών και αριστερών δημοκρατών.

9 Μαΐου 2012

Το ζητούμενο της επόμενης ημέρας

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 9 Μαΐου 2012).


Οι κοινωνίες και τα κράτη, σε αντίθεση με τα άτομα, δεν αυτοκτονούν διαμιάς. Ο θάνατός τους επέρχεται συνήθως βαθμιαία, μέσα από μια διαδικασία σταδιακής παρακμής. Κάτω από αυτό το πρίσμα, τα αποτελέσματα των προχθεσινών εκλογών δεν μας προκαλούν κατάπληξη, αν και οπωσδήποτε αφήνουν μια αφάνταστα πικρή γεύση.


Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία του πελατειακού κομματικού κράτους και η διαρκής κακοποίηση των θεσμών της ανοιχτής κοινωνίας αναπόφευκτα απαξίωσαν συνολικά το πολιτικό σύστημα, κάτι που τελικά αποτυπώθηκε στις πολιτικές ισορροπίες της κάλπης. Ακόμη χειρότερα, οι εξελίξεις δεν προδιαγράφονται θετικές.


Είμαστε υποχρεωμένοι να προσθέσουμε τη φωνή μας δίπλα σε όσους επισημαίνουν τους υπαρκτούς κινδύνους διολίσθησης της χώρας σε συνθήκες πλήρους οικονομικής κατάρρευσης, αποδιάρθρωσης του κοινωνικού ιστού και ανομίας, απομάκρυνσης από τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.


Τίποτε όμως δεν προδιαγράφει νομοτελειακά το μέλλον. Εστω και τώρα, την ύστατη στιγμή, υπάρχει το περιθώριο ανάληψης των πρωτοβουλιών που θα αποτρέψουν την απειλή μιας νέας εθνικής καταστροφής. Υποστηρίζουμε ότι αυτές οι πρωτοβουλίες θα πρέπει να κινηθούν στους παρακάτω τρεις άξονες:


Ο πρώτος άξονας είναι ο σχηματισμός ενός «συνταγματικού τόξου» που θα εγγυάται τον σεβασμό των δημοκρατικών θεσμών και των κανόνων του κράτους δικαίου.


Ο δεύτερος άξονας είναι η διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού «διχτυού ασφαλείας» για τους ασθενέστερους συμπολίτες μας. Ενα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, απόλυτα εφικτό δημοσιονομικά, που να αποσκοπεί στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην παροχή υπηρεσιών, όχι μόνο επιδομάτων, είναι αναγκαίο ανάχωμα στην κοινωνική αποσύνθεση αλλά και μέσο ανάκτησης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.


Ο τρίτος άξονας είναι ο σεβασμός των δανειακών δεσμεύσεων που έχουμε αναλάβει, και ταυτόχρονα η προώθηση και άμεση εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να κινηθούμε προς ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, το οποίο να στηρίζεται σε ένα Δημόσιο που προσφέρει κοινωνικά αγαθά ποιότητας στους πολίτες, καθώς και σε μια υγιή και εξωστρεφή επιχειρηματικότητα, με το κράτος να ελέγχει τις εξωτερικές συνθήκες ανταγωνισμού.


Η προστασία των δημοκρατικών θεσμών είναι προαπαιτούμενο αξιοπρέπειας του πολίτη, οικονομικής ευημερίας και κοινωνικής ειρήνης. Αντίθετα, η προστασία των ευνοημένων συντεχνιών και ομάδων ειδικών συμφερόντων του χρεοκοπημένου μας συστήματος είναι τροχοπέδη στην επιβίωση της χώρας. Το τεράστιο κόμμα του δημόσιου συντεχνιασμού έχει εξαντλήσει τη χώρα προτού εξαντληθεί το ίδιο.


Η επόμενη μέρα πρέπει να βρει τη χώρα με σταθερή διακυβέρνηση. Καλούμε τις σοσιαλδημοκρατικές, αριστερές και φιλελεύθερες μεταρρυθμιστικές δυνάμεις, όπου και αν βρίσκονται, να αντιληφθούν ότι η ολιγωρία, η απραξία και οι διαχειριστικές λογικές του παρελθόντος αφήνουν ένα τεράστιο κενό πολιτικής εκπροσώπησης.


Αν δεν κινηθούν αποφασιστικά, με βάση σοβαρές προγραμματικές συμφωνίες, θα το πράξουν άλλοι. Και αυτό που θα δουν, δεν θα τους αρέσει καθόλου. Η αποτροπή των χειρότερων είναι το ζητούμενο της επόμενης μέρας.

18 Οκτωβρίου 2008

Φιλελευθερισμός και αριστερά

Ομιλία στο συνέδριο της «Φιλελεύθερης Συμμαχίας» (Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008)

Είμαι πράγματι επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά φαντάζομαι ότι δεν με καλέσατε στο πάνελ για αυτό – εάν ναι, τότε είμαι σε λάθος πάνελ. Υποθέτω ότι ο λόγος που με προσκαλέσατε να σας μιλήσω για το θέμα αυτού του πάνελ («φιλελευθερισμός και αριστερά») οφείλεται μάλλον στο πολιτικό βιογραφικό μου. Και αυτό λέει ότι στη δεκαετία του ’80 ως στέλεχος του Ρήγα Φεραίου συμμετείχα στην ίδρυση του κόμματος της Ελληνικής Αριστεράς (Ε.ΑΡ.), ότι στη δεκαετία του ’90 όπως και πολλοί «ανανεωτές αριστεροί» της γενιάς μου παρακολούθησα με ενδιαφέρον το κατά Σημίτη εκσυγχρονιστικό εγχείρημα (και αρκετή συμπάθεια ώστε να δεχθώ την κολακευτική πρόταση του επιτελείου του να εργαστώ ως σύμβουλος του Πρωθυπουργού σε θέματα κοινωνικής πολιτικής), καθώς και ότι τώρα (μετά από μια παρένθεση υψηλής πολιτικής ως πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων της Ιταλικής Σχολής Αθηνών), από πέρυσι που αποφάσισα να ασχοληθώ με τον πανεπιστημιακό συνδικαλισμό, είμαι μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της τρομερής ΠΟΣΔΕΠ, αν και, σπεύδω να σας καθησυχάσω, στην παράταξη της μειοψηφίας.

Να με συμπαθάτε που περιαυτολογώ, αλλά πιστεύω ότι οι άνθρωποι συνεννοούνται καλύτερα όταν παίζουν με ανοιχτά χαρτιά.

Είμαι, λοιπόν, αριστερός (κανείς δεν είναι τέλειος) – αν και φοβάμαι ότι δεν εκπροσωπώ παρά τον εαυτό μου, αφού η ιστορική τροχιά του ρεύματος της μεταρρυθμιστικής δημοκρατικής αριστεράς στο οποίο πάντοτε ανήκα φαίνεται να έχει εξαντληθεί οριστικά. Για παράδειγμα, ως αριστερός, αντίθετα από ό,τι εσείς, προσυπογράφω την περίφημη φράση του Φ. Ρούζβελτ ότι «οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Είμαι, λοιπόν, αριστερός. Το ερώτημα είναι: είμαι και φιλελεύθερος; Ή μάλλον, για να πάψω στα αλήθεια να περιαυτολογώ, μπορεί ένας αριστερός να είναι ταυτόχρονα και φιλελεύθερος;

Τα ιστορικά (αλλά και γεωγραφικά) προηγούμενα δεν λείπουν. Όπως γνωρίζετε, το τελευταίο βιβλίο του – νομπελίστα πλέον – Paul Krugman τιτλοφορείται «The conscience of a liberal» που στη γλώσσα μας μεταφράστηκε «Η συνείδηση ενός προοδευτικού». Στη Βρετανία, το Φιλελεύθερο Κόμμα για πολύ καιρό εκπροσώπησε ολόκληρη την προοδευτική κοινή γνώμη και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του είχαν την υποστήριξη του Εργατικού Κόμματος (του οποίου, άλλωστε, οι πρώτοι βουλευτές είχαν εκλεγεί το 1906 με τα ψηφοδέλτια των Φιλελευθέρων). Και ο Beveridge και ο Keynes, οι θεμελιωτές του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, ήταν φιλελεύθεροι – και μάλιστα με κεφαλαίο Φ, αφού αυτό το κόμμα εκπροσωπούσαν στη Βουλή των Λόρδων. Μετά από μια μακρά περίοδο παρακμής, οι Βρετανοί Φιλελεύθεροι στήριξαν την κυβέρνηση μειοψηφίας των Εργατικών το 1976-79, ενώ στην τελευταία δεκαετία τοποθετούνται μάλλον στα αριστερά των Νέων Εργατικών, ασκώντας εύστοχη κριτική στις κυβερνήσεις Blair και Brown ιδίως σε θέματα συνταγματικών ελευθεριών.

Στη Γαλλία, η κυριαρχία του γκωλλισμού στη δεξιά και του γιακωβινισμού στην αριστερά δεν επέτρεψε την άνθιση μιας παρόμοιας κουλτούρας. Όχι μόνο επειδή και οι μεν και οι δε συμμερίζονται την dirigiste πολιτική παράδοση της χώρας αυτής, αλλά και για ιστορικούς λόγους: επειδή οι Φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα ήταν συντηρητικοί, αντίπαλοι της δημοκρατικής επανάστασης του 1848, ο όρος «libéral» είναι σήμερα πλήρως απαλλαγμένος από θετικές συνδηλώσεις για ένα Γάλλο αριστερό.

Σε χώρες με μαζικά σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα οι φιλελεύθεροι ήταν ιστορικά το κόμμα των επιχειρηματιών, το οποίο συμμαχούσε πότε με το ένα και πότε με το άλλο μεγάλο κόμμα, όπως συνέβη στη Σουηδία και τη Γερμανία. Αντίθετα, στην Ιταλία το Φιλελεύθερο Κόμμα υπήρξε ο πιο συντηρητικός εταίρος των μεταπολεμικών κυβερνήσεων (σαφώς στα δεξιά της Χριστιανικής Δημοκρατίας), έως την ανάδειξή του σε πρωταθλητή της διαφθοράς και τη διάλυσή του με το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας.

Και όμως, το εργαστήρι για την καλλιέργεια της έντιμης αλλά και παραγνωρισμένης παράδοσης του σοσιαλφιλελευθερισμού ήταν ακριβώς η γειτονική Ιταλία. Η οργάνωση «Giustizia e Libertà» (από την ίδρυσή της το 1929 μέχρι τη δολοφονία των αδελφών Rosselli από πράκτορες του φασιστικού καθεστώτος στη Γαλλία το 1937) είχε αναπτύξει έντονη αντιφασιστική δράση στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Μέλη της πολέμησαν ως εθελοντές στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης στην Ισπανία, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους «ψευδοεθελοντές» του Mussolini στη μάχη της Γκουανταλαχάρα και τους νίκησαν. Αργότερα τη σκυτάλη πήρε το «Κόμμα της Δράσης», το οποίο συγκέντρωνε πολλούς νέους που πολέμησαν το φασισμό ως παρτιζάνοι στα βουνά της βόρειας Ιταλίας και διακρίθηκαν στη δημόσια ζωή της μεταπολεμικής περιόδου όπως ο φιλόσοφος Norberto Bobbio και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Carlo Azeglio Ciampi.

Σήμερα, οι φιλελεύθεροι αριστεροί αποτελούν ένα μικρό κύκλο γύρω από το περιοδικό «Micromega» που πολέμησε το λαϊκισμό του Craxi και του Berlusconi, υπερασπίστηκε με πάθος την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» εναντίον της διαφθοράς και υπέρ της αποκατάστασης της νομιμότητας, ενώ παρόμοιες απόψεις υιοθετεί η «τάση» των liberal (sic, στα αγγλικά!) στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος του Walter Veltroni, η οποία μάλιστα προέρχεται από το πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα και εκπροσωπείται από τον Michele Salvati, γερουσιαστή και καθηγητή πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου.

Η ανάλυση των Ιταλών σοσιαλφιλελεύθερων εστιάζει στην ανικανότητα της αστικής τάξης να φέρει σε πέρας τη φιλελεύθερη επανάσταση που χρειάζεται η χώρα (κατά Massimo D’Alema). Έτσι, το ιστορικό καθήκον του εκσυγχρονισμού των πολιτικών θεσμών, της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, που ακόμη παραμένει στρεβλός και ατελής, πρέπει να περάσει σε μια ανανεωμένη αριστερά. Αυτή θα πρέπει να κάνει τους λογαριασμούς της όχι τόσο με το αυταρχικό παρελθόν της όσο με το λανθάνοντα γιακωβινισμό της, επανασυνδεόμενη με τις δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών που επανειλημμένα απογοητεύονται από αυτήν, αλλά από αυτήν επίσης προσδοκούν να τους εκπροσωπήσει.

Και στην Ελλάδα; Ο φιλελευθερισμός είναι ένα πολιτικό ρεύμα αδύναμο, κυρίως λόγω της ιστορικής αδυναμίας της αστικής τάξης, καθώς και της επικράτησης ενός ιδιαίτερου τύπου επιχειρηματικότητας, προσοδοθηρικής και «διαφθείρουσας» (corrupting). Μια αστική τάξη που επιδιώκει τη θαλπωρή της κρατικής προστασίας, δεν επιζητά τον ανταγωνισμό αλλά τον απεχθάνεται (και είναι διατεθειμένη να πληρώσει για να τον αποφύγει) – για να μην μιλήσουμε για τη συνήθως καχύποπτη στάση της απέναντι στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες. Αντίθετα, οι διακρίσεις του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους ανάγκασαν σχεδόν τους Έλληνες αριστερούς να επανεκτιμήσουν την αξία των δημοκρατικών θεσμών και των «αστικών ελευθεριών». Ήταν ένα πολύτιμο μάθημα – αν και η ιστορία δείχνει ότι τα μαθήματα ενίοτε «ξεμαθαίνονται».

Τι παρατηρούμε σήμερα ατενίζοντας τη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα μας; Πώς κρίνουμε τα πολιτικά κόμματα με γνώμονα το κριτήριο του φιλελευθερισμού;

Βλέπουμε ένα ΚΚΕ αντιδυτικό και αντιδημοκρατικό, με την έννοια ότι η αντίληψη του για τη δημοκρατία είναι εντελώς εργαλειακή: φυσικά αξιοποιεί τους δημοκρατικούς θεσμούς για να προωθεί τις θέσεις του, αλλά η δημοκρατία ως τρόπος σκέψης το αφήνει αδιάφορο.

Βλέπουμε, επίσης, ένα ΠΑΣΟΚ που διατελεί εν πλήρει συγχύσει π.χ. όσον αφορά την οικονομική πολιτική. Βέβαια, η σύγχυση είναι γενετικό χαρακτηριστικό του κόμματος αυτού. Πράγματι – όμως τουλάχιστον επί Σημίτη είχαμε σταθερό Ευρωπαϊκό προσανατολισμό, σεβασμό του Κοινοβουλίου, εσωκομματική δημοκρατία, ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και άλλα πολλά στα οποία ένας φιλελεύθερος δεν θα είχε να προσάψει τίποτε.

Βλέπουμε, τέλος, έναν Συνασπισμό που από τη μια είναι προς τιμήν του ο συνεπέστερος υπέρμαχος των πολιτικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων των μεταναστών, ενώ από την άλλη εμφανίζεται ως σύμμαχος ακραίων ομάδων, το πολιτικό πρόγραμμα των οποίων (π.χ. στο πανεπιστήμιο) φαίνεται να εξαντλείται στη βίαιη κατάλυση της ελευθερίας του λόγου, χωρίς την οποία, ως γνωστόν, δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Πάντως, εάν το «έλλειμμα φιλελευθερισμού» είναι φανερό στην αριστερά (και, υπό άλλη έννοια, στο ΠΑΣΟΚ), τι να πει κανείς για τη Νέα Δημοκρατία; Πρόκειται για έναν πολιτικό σχηματισμό στον οποίο πλέον περισσεύει ο κρατισμός, ο εθνικισμός, καθώς και η συμμαχία με την Εκκλησία της Ελλάδος και μάλιστα στην πιο σκληροπυρηνική εκδοχή της, διακηρυγμένο αντίπαλο όχι μόνο της φιλελεύθερης Δύσης αλλά ολόκληρης της παράδοσης του Ορθού Λόγου και του Διαφωτισμού.

Θυμίζω ότι αυτή ακριβώς η παράδοση αποτελεί κοινή κληρονομιά τόσο της αριστεράς όσο και του φιλελευθερισμού – και συνεπώς αριστεροί και φιλελεύθεροι θα πρέπει από κοινού να την προστατεύουν.

6 Δεκεμβρίου 1999

Φιλελεύθεροι ή / και αριστεροί;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 1999)

Η αντιπαράθεση των ιστορικών σχετικά με το “κλειδί ανάγνωσης” του 20ου αιώνα – ζήτημα συναρπαστικό, στο οποίο τα Ενθέματα αφιέρωσαν πρόσφατα αρκετές σελίδες τους – ανήκει στην κατηγορία των ερωτημάτων που σχεδόν υποχρεώνουν τον καθένα να πάρει θέση. Δεν θα εξέπληττε, ασφαλώς, κανένα αναγνώστη της εφημερίδας αυτής το να δηλώσω εξ αρχής ότι σε αυτή την αντιπαράθεση συντάσσομαι με τον Hobsbawm έναντι του Furet και του Nolte. Με άλλα λόγια, θεωρώ κορυφαία στιγμή της τραγικής ιστορίας του “αιώνα των άκρων” τον αντιφασισμό, τη συμμαχία κομμουνισμού και φιλελεύθερης δημοκρατίας που συνέτριψε το ναζισμό και το φασισμό, κινήματα που ιδρύθηκαν ως αντίδραση στη Ρωσική Επανάσταση μα ουσιαστικά στόχευαν στην άρση των συνεπειών της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν με πείθει η άποψη περί νικηφόρου αγώνα των φιλελεύθερων δημοκρατιών εναντίον “ολοκληρωτισμών” κάθε χρώματος, ούτε πολύ περισσότερο η θεώρηση του ναζισμού ως πρωτοπορίας στον κοινό αγώνα της Δύσης εναντίον του “ασιατικού μπολσεβικισμού”. Και ούτε θα μπορούσε.

Πράγματι, φιλελεύθεροι και αριστεροί βρέθηκαν συχνά στο ίδιο στρατόπεδο στον αιώνα που κλείνει – και όχι μόνο στην αντίσταση. Στη Βρετανία, το Φιλελεύθερο Κόμμα για πολύ καιρό εκπροσώπησε ολόκληρη την προοδευτική κοινή γνώμη και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του είχαν την υποστήριξη του Εργατικού Κόμματος (του οποίου, άλλωστε, οι πρώτοι βουλευτές είχαν εκλεγεί το 1906 με τα ψηφοδέλτια των Φιλελευθέρων). Και ο Beveridge και ο Keynes, οι θεμελιωτές του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, ήταν φιλελεύθεροι – και μάλιστα με κεφαλαίο Φ, αφού αυτό το κόμμα εκπροσωπούσαν στη Βουλή των Λόρδων. Μετά από μια μακρά περίοδο παρακμής, οι Βρετανοί Φιλελεύθεροι στήριξαν την κυβέρνηση μειοψηφίας των Εργατικών το 1976-79 ενώ σήμερα συμπολιτεύονται την κυβέρνηση Blair, ασκώντας εύστοχη κριτική, ιδίως σε θέματα συνταγματικών ελευθεριών και ευρωπαϊκής πολιτικής.

Η κυριαρχία του γκωλλισμού στη δεξιά και του γιακωβινισμού στην αριστερά δεν επέτρεψε την άνθιση μιας παρόμοιας κουλτούρας στη Γαλλία. Παρεμπιπτόντως, αυτό εν μέρει επίσης εξηγεί γιατί ο Jospin προκειμένου να διαχωρίσει τη θέση του από το εγχείρημα του “Τρίτου Δρόμου” αισθάνεται την ανάγκη να το χαρακτηρίσει “σοσιαλ-φιλελεύθερο”. Για ιστορικούς λόγους (οι Φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα ήταν συντηρητικοί, αντίπαλοι της επανάστασης του 1848) ο όρος “libéral” είναι πλήρως απαλλαγμένος από θετικές συνδηλώσεις για ένα Γάλλο αριστερό – σχεδόν απόλυτα συνώνυμος με τον όρο “νεο-φιλελεύθερος”.

Σε χώρες με μαζικά σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα οι φιλελεύθεροι ήταν ιστορικά το κόμμα των επιχειρηματιών, το οποίο συμμαχούσε πότε με το ένα και πότε με το άλλο μεγάλο κόμμα, όπως συνέβη στη Σουηδία και τη Γερμανία. Αντίθετα, στην Ιταλία το Φιλελεύθερο Κόμμα υπήρξε ο πιο συντηρητικός εταίρος των μεταπολεμικών κυβερνήσεων (σαφώς στα δεξιά της Χριστιανικής Δημοκρατίας), έως την ανάδειξή του σε πρωταθλητή της διαφθοράς και τη διάλυσή του με το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας.

Ωστόσο, το εργαστήρι για την καλλιέργεια της παράδοσης του σοσιαλ-φιλελευθερισμού, μιας παράδοσης ένδοξης και έντιμης όσο και παραγνωρισμένης, ήταν ακριβώς η γειτονική Ιταλία. Η οργάνωση “Δικαιοσύνη και Ελευθερία” (από την ίδρυσή της το 1929 μέχρι τη δολοφονία των αδελφών Rosselli από πράκτορες του φασιστικού καθεστώτος στη Γαλλία το 1937) είχε αναπτύξει έντονη αντιφασιστική δράση στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Μέλη της πολέμησαν ως εθελοντές στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης στην Ισπανία, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους “ψευδοεθελοντές” του Mussolini στη μάχη της Γκουανταλαχάρα και τους νίκησαν.

Αργότερα τη σκυτάλη πήρε το “Κόμμα της Δράσης”, το οποίο συγκέντρωνε πολλούς νέους που πολέμησαν το φασισμό ως παρτιζάνοι στα βουνά της βόρειας Ιταλίας και διακρίθηκαν στη δημόσια ζωή της μεταπολεμικής περιόδου, όπως ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Carlo Azeglio Ciampi. Σήμερα, οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι αποτελούν ένα μικρό κύκλο γύρω από το περιοδικό “Micromega” που πολέμησε το λαϊκισμό του Craxi και του Berlusconi, υπερασπίστηκε με πάθος την επιχείρηση “Καθαρά Χέρια” εναντίον της διαφθοράς και υπέρ της αποκατάστασης της νομιμότητας, ενώ τώρα υποστηρίζει το κόμμα των Δημοκρατικών που ίδρυσε ο Romano Prodi και στο οποίο ανήκει ο Massimo Cacciari, δήμαρχος Βενετίας, καθηγητής της αισθητικής και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού.

Η ανάλυση των Ιταλών σοσιαλ-φιλελεύθερων εστιάζει στην ανικανότητα της αστικής τάξης να φέρει σε πέρας τη φιλελεύθερη επανάσταση που χρειάζεται η χώρα. Το ιστορικό καθήκον του εκσυγχρονισμού των πολιτικών θεσμών, της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, που ακόμη παραμένει στρεβλός και ατελής, πρέπει να περάσει σε μια ανανεωμένη αριστερά. Αυτή θα πρέπει να κάνει τους λογαριασμούς της όχι τόσο με το αυταρχικό παρελθόν της όσο με το λανθάνοντα γιακωβινισμό της, επανασυνδεόμενη με τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών που επανειλημμένα απογοητεύονται από αυτήν, αλλά από αυτήν επίσης προσδοκούν να τους εκπροσωπήσει.

Και στην Ελλάδα; Ο φιλελευθερισμός συνθλιβόταν ανάμεσα στις συμπληγάδες μιας Δεξιάς συντηρητικής, αν όχι αντιδραστικής, και ενός παθητικού και αταβιστικά αντικομμουνιστικού Κέντρου. Και δύσκολα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε μια χώρα όπου τους τολμηρούς και ριψοκίνδυνους εμπόρους ή βιοτέχνες του 18ου και 19ου αιώνα διαδέχθηκε μια νέα αστική τάξη χωρίς αυτοπεποίθηση, συνηθισμένη στη θαλπωρή της κρατικής προστασίας. Οι διακρίσεις, αντίθετα, του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους σχεδόν ανάγκασαν τους Έλληνες αριστερούς να επανεκτιμήσουν την αξία των “αστικών ελευθεριών” και των δημοκρατικών θεσμών. Η ΕΔΑ και η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη πριν από τη δικτατορία, ο Ρήγας Φεραίος και το ΚΚΕ Εσωτερικού στη διάρκειά της και μετά, ήταν (ίσως περισσότερο από κάθε άλλο) φορείς ενός αυθεντικού πολιτικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού. Σε μια συμβολική υπογράμμιση της “οριζόντιας” διάκρισης Δύσης-Ανατολής δίπλα στην “κάθετη” διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, η συνθήκη ένταξης της χώρας στην τότε ΕΟΚ υπογράφεται από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή με παρόντες εκ μέρους της αντιπολίτευσης μόνον τον Ηλία Ηλιού και τους εκπροσώπους του ΚΚΕ Εσωτερικού, ενώ ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ διαδηλώνουν εναντίον της ένταξης στους δρόμους της Αθήνας.

Σήμερα, ενώ η λεγόμενη “αριστερή αντιπολίτευση” υποκύπτει στον πειρασμό του λαϊκισμού, παραμένει αγκιστρωμένη στον κρατισμό και διολισθαίνει επικίνδυνα στον εθνικισμό, η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μεταλλάσσεται σε κόμμα της λαϊκής δεξιάς, ένα μείγμα γκωλλισμού και ΕΡΕ (ή, αν προτιμάτε τα λογοπαίγνια, Συναγερμού για τη Δημοκρατία και Δημοκρατικού Συναγερμού). Χωρίς το λυσσαλέο αντικομμουνισμό του παρελθόντος, πρόθυμη αντίθετα να σιγοντάρει το αντιπολιτευτικό μένος του ΚΚΕ, ακόμη και τον αντιαμερικανισμό του έως ενός σημείου, δεν διστάζει να δημαγωγεί για “τα 2,5 εκατομμύρια Ελλήνων που στενάζουν από τη φτώχεια”.

Πέρα από τους συνήθεις υπόπτους της ανανεωτικής και δημοκρατικής αριστεράς, πέρα και από το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη με τις διστακτικές, αβέβαιες απόπειρες απογαλακτισμού από τη βαριά κληρονομιά του παπανδρεϊκού παρελθόντος, το κόμμα των Φιλελεύθερων του Στέφανου Μάνου φιλοδοξεί να καλύψει το “έλλειμμα φιλελευθερισμού” του πολιτικού μας συστήματος. Ο κ. Μάνος και οι συνεργάτες του δεν είναι βέβαια αριστεροί. Οι διαφορές τους με μια σύγχρονη Αριστερά είναι εμφανείς, ιδίως στην οικονομική πολιτική (οι Φιλελεύθεροι, στη χώρα με τη δυσμενέστερη αναλογία άμεσης και έμμεσης φορολογίας σε όλη την Ευρώπη, ζητούν μείωση της πρώτης και αύξηση της δεύτερης!), καθώς και στην κοινωνική πολιτική (όπου δείχνουν να ευνοούν ένα καθεστώς επιλεκτικών παροχών προς τους φτωχότερους και ιδιωτική ασφάλιση για όλους τους υπόλοιπους).

Και όμως, σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων οι θέσεις των Φιλελεύθερων δεν μπορούν παρά να αποσπάσουν την ενθουσιώδη επιδοκιμασία όλων των μη εθνολαϊκών αριστερών (δεν μπορεί, θα υπάρχουν ακόμη τέτοιοι). Αντιγράφω από τις “Προγραμματικές Θέσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου” (Οκτώβριος 1999).

“Εκκλησία-Κράτος: Οι Φιλελεύθεροι υποστηρίζουν τον πλήρη διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους με αποκοπή της Εκκλησίας από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και επιστροφή της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Εκκλησία. Επίσης, υποστηρίζουν κινήσεις συμβολικής βαρύτητας (μη αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες, κατάργηση όρκου βουλευτών-δημοσίων υπαλλήλων, καύση νεκρών).”

“Μετανάστες: Οι Φιλελεύθεροι προτείνουν ο αλλοδαπός εργαζόμενος που έχει νόμιμη εργασία επί μια τουλάχιστον πενταετία να μπορεί να λάβει την ελληνική ιθαγένεια και να καλέσει για μόνιμη εγκατάσταση τα μέλη της άμεσης οικογένειας (σύζυγο και τέκνα). Επίσης, προτείνουν να τους προσφέρεται η κάρτα εργασίας αλλά με διαδικασίες που επιτρέπουν την έκδοσή της εντός τριμήνου.”

“Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Οι Φιλελεύθεροι τάσσονται υπέρ της υποστήριξης από την Ελλάδα της υποψηφιότητας της Τουρκίας για είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την προϋπόθεση ότι θα αποδεχθεί το χρονοδιάγραμμα το οποίο θέτουν από κοινού οι χώρες της Ένωσης για την προσαρμογή της στο κοινοτικό κεκτημένο.”

Είναι λοιπόν δυνατόν να είναι κανείς ειλικρινής φιλελεύθερος ακόμη και αν είναι ταυτόχρονα νεοφιλεύθερος. Όσο για τους αριστερούς, όταν πάψουν να είναι φιλελεύθεροι, δεν τους μένει παρά ο δρόμος των φαιοκόκκινων συμπτώσεων στον ανορθολογισμό και τον αντιδυτικισμό.