5 Οκτωβρίου 2026

Η ατζέντα της ακρίβειας αλλάζει τα πολιτικά δεδομένα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026).


Η πρωτιά του αριστερού κόμματος «die Linke» στις τοπικές εκλογές του Βερολίνου, με πάνω από 25% των ψήφων, έκανε εντύπωση στους απρόσεκτους αναγνώστες των διεθνών ειδήσεων λόγω της τουρκικής καταγωγής της Ελίφ Εράλπ, επικεφαλής του συνδυασμού, και στους πιο προσεκτικούς λόγω της σχεδόν εμμονικής έμφασης της προεκλογικής εκστρατείας του κόμματος στο πρόβλημα της ακρίβειας, και ειδικά των απλησίαστων ενοικίων.

Αντιπαρέρχομαι τα εύκολα σλόγκαν («First we take Manhattan» κτλ.) για να σημειώσω ότι και ο Ζόραν Μαμντάνι κέρδισε πέρυσι τον Δήμο της Νέας Υόρκης υποσχόμενος όχι τη σωστή χρήση των αντωνυμιών που περιγράφουν την Α ή Β ταυτοτική ομάδα, ούτε τον αποκλεισμό από τη διδακτέα ύλη της κλασικής λογοτεχνίας μην τυχόν και προσβληθεί κάποια άλλη ταυτοτική ομάδα, ούτε καν μια στάση ευμενούς αδιαφορίας για την αύξηση του εγκλήματος (όπως έκαναν οι ομόλογοί του Δημοκρατικοί δήμαρχοι στο Λος Άντζελες ή στο Σαν Φρανσίσκο), αλλά κάτι που αφορά τους πάντες: την αντιμετώπιση της ακρίβειας – στην κατοικία, στην κατανάλωση, στις συγκοινωνίες.

Η εγκατάλειψη του στείρου ναρκισσισμού της πολιτικής ορθότητας του καναπέ, και η στροφή προς τα πραγματικά προβλήματα της μεγάλης μάζας των ανθρώπων, ικανοποιεί κάθε πολίτη, σε οποιοδήποτε σημείο του πολιτικού φάσματος (εκτός των άκρων) και αν τοποθετείται, σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου.

Ειδικά στο χώρο της Αριστεράς, αντί να γιορτάζουν τον Γράμμο και να κολλάνε αφίσες του Τσέ, θα ήταν προτιμότερο να εμπνέονται από τις ένδοξες σελίδες που έγραψαν οι «σοσιαλιστές των υπονόμων» στο Μιλγουόκι (1910-1939), οι σοσιαλδημοκράτες της «Κόκκινης Βιέννης» (1919-1934), και οι κομμουνιστές της Μπολώνια και του Ρέτζιο Εμίλια (από το 1946 έως σήμερα). Όλοι αυτοί άφησαν κατά μέρος τις ρητορείες, και βάλθηκαν να αντιμετωπίζουν τα καθημερινά προβλήματα των δημοτών, από το αποχετευτικό έως τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, κυβερνώντας υποδειγματικά, κάνοντας τις πόλεις τους στολίδια, και κερδίζοντας επί δεκαετίες τη μια εκλογική αναμέτρηση μετά την άλλη.

Η στροφή στην ακρίβεια δεν περιορίζεται στο χώρο της Αριστεράς. Η Τζόρτζια Μελόνι σπαταλά πολύτιμο δημοσιονομικό χώρο σε οριζόντιες επιδοτήσεις της βενζίνης, προς τέρψιν όσων οδηγούν θηριώδη SUV, σε μια μάταιη προσπάθεια συγκράτησης του κόστους της ενέργειας. Η Μαρίν Λε Πέν τάζει στο πόπολο φτηνό ρωσικό αέριο (και διακοπή της γαλλικής βοήθειας, στρατιωτικής και ανθρωπιστικής, στην Ουκρανία). Αμφότεροι καταφέρονται εναντίον της ΕΕ που δεν τους αφήνει να αυξάνουν ατιμωρητί το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας τους πάνω από το όριο του 3% (ξεχνώντας πολύ βολικά ότι, όταν δεν υπήρχε ακόμη ευρώ, κάθε αύξηση του ελλείμματος οδηγούσε σε άμεση υποτίμηση του εθνικού νομίσματος στις αγορές).

Η νέα ατζέντα της ακρίβειας αποδίδει επειδή αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή σε μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης. Όχι μόνο επειδή «ο πληθωρισμός διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των μισθών». Αλλά επειδή και στη δική μας χώρα, εκτός από το ένα τρίτο της κοινωνίας που «δεν την παλεύει με τίποτε», άλλο ένα τρίτο, εκείνο που ακόμη «την παλεύει», βλέπει όσα πριν μόλις μια γενιά ήταν για τους περισσότερους προσιτά (σπίτι, αυτοκίνητο, διακοπές) να γίνονται σήμερα όλο και πιο απλησίαστα.

Αυτή η αίσθηση του απλησίαστου - μαζί με τη σχετική απαξίωση όσων κάποτε ανομάζονταν «κοινωνικός μισθός»: δημόσια νοσοκομεία και κέντρα υγείας, σχολεία και πανεπιστήμια, λεωφορεία και τραίνα – εξηγεί γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει διάχυτη παρά τη (μεγάλη) μείωση της ανεργίας, παρά την (επίσης μεγάλη) αύξηση του κατώτατου μισθού, και παρά τη (μικρότερη) αύξηση των μέσων αποδοχών των εργαζομένων, που έχουν αναμφισβήτητα σημειωθεί τα τελευταία χρόνια.

Το θέμα είναι τι ρεαλιστικά μπορεί να γίνει. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για όσους διεκδικούν το μυαλό και την καρδιά των ψηφοφόρων (μαζί με τη ψήφο τους), αλλά και για όσους (όπως ο υπογράφων) έχουν κάνει επάγγελμα την ανάλυση της δημόσιας πολιτικής. Θα επανέλθουμε.