Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγορά εργασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγορά εργασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Μαΐου 2026

Η εβδομάδα 35 ωρών μπορεί να περιμένει

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 10 Μαΐου 2026).

Η πρόσφατη πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για μείωση των ωρών εργασίας με πλήρεις αποδοχές συνάντησε την απόλυτη άρνηση της κυβέρνησης, που κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση για «λαϊκισμό», καθώς και των εργοδοτικών οργανώσεων, που περιέγραψαν τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου με σκοτεινά χρώματα: λουκέτα, ανεργία κτλ.

Όπως συμβαίνει συνήθως, πρωτοστάτησαν οι εργοδοτικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τις μικρές επιχειρήσεις, που στη χώρα μας είναι αναλογικά περισσότερες. Έχουν και αυτές τους λόγους τους: πολλές μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται στα όρια της βιωσιμότητας, κινδυνεύοντας να βουλιάξουν λόγω κάποιας δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών, και για αυτό άλλωστε κινητοποιούνται με στόχο το χαμηλό κόστος, εργασίας και φορολογίας. Και ως γνωστόν ο στόχος αυτός μπορεί να επιτυγχάνεται είτε ευθέως, με την απόσπαση ευνοϊκών ρυθμίσεων, είτε λιγότερο ευθέως, μέσω της φοροδιαφυγής, των απλήρωτων υπερωριών κτλ. Τα τελευταία χρόνια, η κινητοποίηση αυτή έχει φέρει καρπούς για τους άμεσα ενδιαφερόμενους.

Μόνο που η υποχωρητικότητα της κυβέρνησης στα αιτήματα των εργοδοτών (ιδίως των μικρομεσαίων) έχει οδηγήσει στην αναβίωση ενός μοντέλου ανάπτυξης χαμηλών επιδόσεων, που πριν λίγα χρόνια μας έφερε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, και που σήμερα καθηλώνει την ελληνική οικονομία στην προτελευταία θέση της ΕΕ: κάτω από τη Ρουμανία, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία. Όσο για την περίφημη έκθεση Πισσαρίδη, που το 2020 είχε γίνει δεκτή από την κυβέρνηση με επευφημίες, σήμερα δείχνει να έχει ξεχαστεί. Με αυτή την έννοια, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει άδικο όταν ισχυρίζεται ότι το υπόδειγμα της φθηνής εργασίας εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας, περιορισμένης καινοτομίας και διαρκούς στασιμότητας.

Γενικά, δεν υπάρχει τίποτε σκανδαλιστικό στην ιδέα ότι ο εργάσιμος χρόνος μπορεί να μειώνεται καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται. Στη Γερμανία, το 1870 ο μέσος εργαζόμενος δούλευε 3.284 ώρες το χρόνο, το 1950 ο αριθμός αυτός είχε πέσει στις 2.427 ώρες, και το 2023 στις 1.335 ώρες – χωρίς αυτό να έχει εμποδίσει τους μισθούς και τα κέρδη των επιχειρήσεων να αυξηθούν θεαματικά στον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε. Αντιστρόφως, στην Ελλάδα οι ετήσιες ώρες εργασίας είναι 1.893, και όμως οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων είναι χαμηλότερες από τις μισές των Γερμανών συναδέλφων τους.

Ο λόγος φυσικά είναι η χαμηλή παραγωγικότητα των Ελλήνων εργαζομένων, που με τη σειρά της οφείλεται όχι μόνο στο χαμηλό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και στην προβληματική οργάνωσή τους, στη χαμηλή διοικητική ικανότητα των ανθρώπων που τις διευθύνουν, στις χαμηλές δεξιότητες των εργαζομένων, καθώς και στη σχετική αδιαφορία των εργοδοτών για την αναβάθμισή τους.

Το πρόβλημα με την πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι ότι ακριβώς επειδή η ελληνική οικονομία, με ευθύνη και της κυβέρνησης, έχει εγκλωβιστεί σε μια παγίδα χαμηλής παραγωγικότητας, η προτεραιότητα τώρα πρέπει να είναι πώς θα απεγκλωβιστεί από αυτή – και η μείωση του χρόνου εργασίας δεν φαίνεται να είναι ο καλύτερος τρόπος για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Η (τελικά άγονη) συζήτηση για την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έχει εδώ και καιρό εντοπίσει τα κύρια συστατικά μιας εθνικής στρατηγικής για την αύξηση της παραγωγικότητας. Χρειάζεται στροφή πολιτικής από την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν στις καλύτερες από αυτές να μεγαλώσουν. Χρειάζεται μετατόπιση πόρων (και κρατικών ενισχύσεων, άμεσων και έμμεσων) από τις δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας στις οποίες βασίζεται σήμερα η ελληνική οικονομία προς άλλες υψηλότερης. Χρειάζεται μια εκπαιδευτική πολιτική που να ποντάρει λιγότερο στη συσσώρευση τίτλων σπουδών και περισσότερο στο τι πραγματικά ξέρουν να κάνουν οι κάτοχοί τους.

Εν απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου στις σημερινές συνθήκες θα έπεφτε στο κενό – με μοναδικό αποτέλεσμα την ακόμη βαθύτερη κατάτμηση της αγοράς εργασίας, ανάμεσα σε έναν ιδιωτικό τομέα όπου τα δικαιώματα των εργαζομένων συχνά αγνοούνται, και ένα υπερπροστατευμένο Δημόσιο όπου η μέριμνα για την καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών εξαντλείται στην ψηφιοποίηση μερικών διαδικασιών. Σε τι θα ωφελούσε αυτό;

28 Δεκεμβρίου 2025

Η «ανασφαλής» κανονικότητα των νέων

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025).


Το καινούριο χόμπυ μου είναι να ρωτάω τους φίλους μου και άλλους γνωστούς της γενιάς μου: «Όταν ήσουν εικοσάρης ανησυχούσες για την επαγγελματική σου αποκατάσταση;» Δεν έχω πάρει ούτε μια θετική απάντηση. Ίσως το δείγμα να μην είναι αντιπροσωπευτικό. Ίσως να ήμασταν απερίσκεπτοι, εγώ και οι φίλοι μου, ή ανεύθυνοι. Μπορεί, αλλά αμφιβάλλω. Οι αναγνώστες μπορούν να κρίνουν μόνοι τους – ιδίως όσοι έχουν παιδιά, και τα βλέπουν να αγχώνονται, να κυνηγάνε τον έναν τίτλο σπουδών μετά από τον άλλον, και εν τω μεταξύ, μέχρι να βρουν μια δουλειά της προκοπής που θα τους επιτρέψει επιτέλους να σχεδιάσουν με ηρεμία το μέλλον τους, να περνάνε από τη μια δουλίτσα (συνήθως προσωρινή ή/και κακοπληρωμένη) στην άλλη. Η διάχυτη αίσθηση ανασφάλειας δείχνει να είναι κομμάτι της κανονικότητας των σημερινών νέων, όπως δεν συνέβαινε με τη γενιά των γονιών τους.

Τα (λίγα) διαθέσιμα δεδομένα φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την αίσθηση. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση 1.500 εργαζομένων ηλικίας έως 29 για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (Οκτώβριος 2025), στην ερώτηση «Πιστεύετε ότι η γενιά των γονιών σας έζησε καλύτερες εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες από τη δική σας;» 51% απάντησε «ισχύει απόλυτα» και 22% «ισχύει». Μόνο το 10% διαφώνησε. Η διάψευση της προσδοκίας της γραμμικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου από τη μια γενιά στην άλλη υπήρξε η δραματικότερη ίσως αλλαγή στο πώς σκέφτονται τη ζωή τους οι νέοι και οι νέες στη χώρα μας.

Μήπως απλώς τα νέα παιδιά πέφτουν στο συνηθισμένο σφάλμα, να προεξοφλούν τα θετικά και να μεγαλοποιούν τα αρνητικά; Στο κάτω κάτω, μερικά πράγματα είναι σήμερα αντικειμενικά ευκολότερα (και φθηνότερα) παρά ποτέ: τα ταξίδια στο εξωτερικό, η πρόσβαση στην πληροφόρηση, οι τηλεπικοινωνίες. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια τα κοινωνικά ήθη έχουν προχωρήσει, η πίεση του οικογενειακού περίγυρου έχει εξασθενήσει, οι βαθμοί ελευθερίας έχουν αυξηθεί. Όμως, η πρόοδος φέρνει καινούργια προβλήματα: η χειραφέτηση και η προκοπή των νέων γυναικών τις καθιστά ευάλωτες στην (ενίοτε βίαιη) αντίδραση όσων προβληματικών ανδρών αισθάνονται να απειλούνται από αυτήν.

Ας δούμε τι λένε οι αριθμοί για τη ζωή των νέων σήμερα σε σύγκριση με τις αρχές του αιώνα. Καταρχάς, στην Ελλάδα οι νέοι έχουν λιγοστέψει: σήμερα στη χώρα μας ζουν 1,6 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 15-29 ετών, το 2001 ήταν μιάμιση φορά περισσότερα (2,4 εκατομμύρια). Ο αριθμός όσων αποκτούν πανεπιστημιακή μόρφωση έχει εκτιναχθεί: το 2000 μόνο 20,6% των ατόμων ηλικίας 25-29 είχαν πτυχίο, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει υπερδιπλασιαστεί (44,6%). Όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα της τελευταίας διεθνούς έρευνας PIAAC στην οποία συμμετείχε η Ελλάδα (το 2015), 19% των κατόχων τίτλων σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πτυχίο ή μεταπτυχιακό) ηλικίας έως 34 ετών ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι.

Σήμερα πάνω από τα δύο τρίτα (68,5%) των νέων ηλικίας 25-29 εργάζονται, όσοι περίπου και το 2000 (68,1%). Πίσω από αυτή τη φαινομενική σταθερότητα κρύβονται σημαντικές ανακατατάξεις: το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών αυτής της ηλικιακής ομάδας έχει υποχωρήσει κατά δέκα ολόκληρες μονάδες (από 81,3% το 2000 σε 71,5% το 2024), ενώ το αντίστροφο συνέβη με το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών (από 54,4% το 2000 σε 65,1% το 2024).

Ακόμη και όταν εργάζονται, πολλοί νέοι (το 52% στην έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ) παραμένουν εξαρτημένοι από τους γονείς τους. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι έχει αυξηθεί και άλλο το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25-34 που μένουν ακόμη στο πατρικό τους: από 42,7% το 2003 σε 54,9% το 2024 (όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 29,7%).

Σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, τα πράγματα είναι καλύτερα. Το 2024, ο αριθμός όσων δήλωναν ότι δεν έχουν την οικονομική άνεση να βγουν μια φορά το μήνα για ποτό ή για φαγητό (7,2% στην ηλικιακή ομάδα 25-29) είχε πέσει στο μισό από το 2018 (14,4%). Με άριστα το 10, ο βαθμός ικανοποίησης από τη ζωή στην ίδια ηλικιακή ομάδα έχει ανέβει από 6,4 το 2013 σε 7,1 το 2024, πλησιάζοντας το μέσο όρο της ΕΕ (7,4).

Εν τω μεταξύ, το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει επιδεινωθεί. Το 2000 ο κόσμος ζούσε την ψευδαίσθηση του «τέλους της ιστορίας» και του «μερίσματος της ειρήνης»: ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, οι Δίδυμοι Πύργοι δεν είχαν ακόμη πέσει. Ακόμη και για το φυσικό περιβάλλον επικρατούσε αισιοδοξία: η διεθνής συμφωνία του Μοντρεάλ (1987) για τη σταδιακή απαγόρευση των χλωροφθορανθράκων είχε βοηθήσει να κλείσει τελικά η τρύπα του όζοντος - μεγάλη υπαρξιακή αγωνία της εποχής. Σήμερα, ζητείται ελπίς.

30 Νοεμβρίου 2025

Οι χαμηλές αμοιβές βλάπτουν σοβαρά τη χώρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025).

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη πεποίθηση, οι εργασιακές σχέσεις είναι «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος»: για να κερδίσει κάτι η μια πλευρά, πρέπει αναγκαστικά να το χάσει η άλλη. Αυτό πιστεύουν οι περισσότεροι αριστεροί, και όλοι οι νεοφιλελεύθεροι.

Η ιστορία και η γεωγραφία δείχνουν πόσο λάθος κάνουν. Όποτε επικράτησαν συγκρουσιακές εργασιακές σχέσεις, όπως π.χ. στην Ιταλία ή στη Βρετανία της δεκαετίας του ’70, θύματα θρήνησαν και οι δύο πλευρές: λουκέτα και στρατιές ανέργων. Αντίθετα, εκεί όπου συνδικάτα και εργοδοτικές οργανώσεις βρήκαν τρόπους δημιουργικής διαχείρησης των αντιθέσεων, βγήκαν όλοι κερδισμένοι.

Ενίοτε, στις λύσεις θετικού αθροίσματος πρωτοστατούν τα ίδια τα συνδικάτα. Στην Ολλανδία της δεκαετίας του ’90 η συμφωνία για ίσα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα σε θέσεις εργασίας part-time οδήγησε σε αλματώδη άνοδο της γυναικείας απασχόλησης και βελτίωση των οικογενειακών εισοδημάτων. Στη Δανία άλλη συμφωνία την ίδια εποχή επέτρεψε μείωση της ανεργίας με απελευθέρωση των απολύσεων, μέσω της δέσμευσης των επιχειρήσεων και της κυβέρνησης για ουσιαστική επανακατάρτιση και ικανοποιητική στήριξη του εισοδήματος των ανέργων.

Στην προμνημονιακή Ελλάδα τα συνδικάτα κατάφεραν να γίνουν αντιπαθή στην κοινή γνώμη, αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία των πολιτών, ή για τις αντοχές της οικονομίας. Ισχυρά στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες (οι περισσότερες κρατικές και αυτές, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘90), αλλά απόντα από τις επιχειρήσεις όπου εργάζονταν οι περισσότεροι Έλληνες, η πολιτική τους αναπαρήγαγε τις διαιρέσεις της αγοράς εργασίας μεταξύ υπερπροστατευμένων και απροστάτευτων εργαζομένων.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Το 2011, το περίφημο «πόρισμα Ρακιντζή» αποκάλυψε πώς λειτουργούσε η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, προπύργιο της συντεχνιακής μαχητικότητας σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, με την ανοχή φυσικά των διοικήσεων της επιχείρησης. Και το 2012, η παντελής απουσία οποιασδήποτε εγχώριας στρατηγικής για έξοδο από την κρίση οδήγησε στην εύκολη επιβολή της «εσωτερικής υποτίμησης», που στόχευε ανοιχτά στην πτώση των μισθών για τη συγκράτηση της ανεργίας: μείωση των κατώτατων μισθών, αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Ο στόχος επετεύχθη. Το ποσοστό κάλυψης των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα από συλλογικές συμβάσεις έπεσε από 85% το 2011 σε 13% το 2016 (στοιχεία ΟΟΣΑ). Το ποσοστό ανεργίας (8,2% το Σεπτέμβριο 2025) έχει πέσει σε επίπεδα προ κρίσης (8,1% το Σεπτέμβριο 2008), αν και σταθερά πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ (6,0% το Σεπτέμβριο 2025). Με τι τίμημα όμως: η αγοραστική αξία των μισθών το 2024 ήταν 20% χαμηλότερη από ό,τι το 2009. Και όπως έδειξε προχθεσινή ανακοίνωση της Eurostat, τα τελευταία είκοσι χρόνια τα οικογενειακά εισοδήματα στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 22%, ενώ στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 5%.

Η κυβερνητική αλλαγή του 2019 απελευθέρωσε τα «ζωώδη ένστικτα» της αγοράς και έφερε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης. Όμως, η ανάπτυξη παρέμεινε «φτηνή», με όχημα μια οπορτουνιστική επιχειρηματικότητα στενών οριζόντων και χαμηλών μισθών. Η παρατεταμένη δυσπραγία πολλών οικογενειών, και των περισσότερων νέων, παράγει κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία με τη σειρά της συνεπάγεται πολιτικό κόστος. Η συστηματική αύξηση των κατώτατων μισθών από το 2019 ήταν μια πρώτη απόπειρα αντιμετώπισης του προβλήματος, όμως ήταν μερική (καθώς συμπίεσε την κλίμακα αμοιβών) και αντιφατική (καθώς συνέπεσε με νομοθετικές πρωτοβουλίες ικανοποίησης εργοδοτικών αιτημάτων που είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα).

Η «κοινωνική συμφωνία (της κυβέρνησης με τους κοινωνικούς εταίρους) για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας» που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα είναι μια νέα απόπειρα. Οπωσδήποτε, αφορμή ήταν η κοινοτική οδηγία περί «επαρκών κατώτατων μισθών» του 2022, η οποία επικυρώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2025 από το Δικαστήριο της ΕΕ. Όμως η κυβέρνηση προχώρησε πέρα από τις ελάχιστες απαιτήσεις ενσωμάτωσης της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, αποκαθιστώντας μέρος της θεσμικής επιρροής που τα συνδικάτα – και ειδικά η ΓΣΕΕ – είχαν απωλέσει με τους μνημονιακούς νόμους.

Μένει να φανεί αν οι κοινωνικοί εταίροι θα αξιοποιήσουν τα διευρυμένα περιθώρια χειρισμών, συμβάλλοντας σε μια υγιέστερη οικονομία με καλύτερες θέσεις εργασίας και ικανοποιητικότερες αμοιβές.


14 Σεπτεμβρίου 2025

Μια χώρα για νέους ανθρώπους;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025).


«Η ζωή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο κοιτώντας προς τα πίσω», γράφει ο φιλόσοφος, και κοιτώντας τη δική μου ζωή προς τα πίσω συνειδητοποιώ πόσο τυχερή υπήρξε η γενιά μου, που μεγαλώνοντας τη δεκαετία του ’70 και του ’80, έζησε μια εποχή πιο ειρηνική, πιο ασφαλή και πιο αισιόδοξη από την τωρινή. Αντίθετα, η γενιά των παιδιών μας θα υποχρεωθεί να ζήσει σε έναν κόσμο πολύ πιο ζοφερό: με πολεμικές συγκρούσεις έξω από την πόρτα μας, με το φάσμα μιας ανεπανόρθωτης κλιματικής καταστροφής να ελλοχεύει, και με την αίσθηση ότι τις τύχες του κόσμου κρατούν άνθρωποι ανεπαρκείς και συμπλεγματικοί.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα παιδιά που ενηλικιώνονται ειδικά στη δική μας γωνιά του πλανήτη έχουν να αντιμετωπίσουν πρόσθετα εμπόδια στην αναζήτηση της ευτυχίας (τους): μια κοινωνία από πεποίθηση αναξιοκρατική, μια αγορά εργασίας που μεροληπτεί κατά των νέων, ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που επιμένει να δίνει προτεραιότητα στις συντάξεις και όχι στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, μια αγορά κατοικίας απρόσιτη για όσους δεν έχουν γερές πλάτες, και ένα δημόσιο χρέος που επικρέμαται στενεύοντας τους ορίζοντες.

Μια μόνο ένδειξη του πόσο μεγάλο είναι το αδιέξοδο που βιώνουν οι σημερινοί νέοι είναι ο αριθμός των γεννήσεων – ο οποίος, ήδη από την εποχή του μεταπολεμικού baby boom, λειτουργεί ως ένα είδος ψήφου εμπιστοσύνης στο μέλλον: στη χώρα μας έχει πέσει στις 68 χιλιάδες το 2024, από 118 χιλιάδες το 2008 (μείωση 42%, δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ μετά τη Λετονία).

Η πραγματικότητα είναι δυσοίωνη, αλλά το ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε για να την αλλάξουμε – άλλωστε ο (ίδιος) φιλόσοφος συμπλήρωνε ότι η ζωή «πρέπει να βιώνεται κοιτώντας μπροστά». Δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση αυτό το ερώτημα (ας αναρωτηθούμε όλοι μας αν δίνουμε ευκαιρίες στους νέους εκεί όπου αυτό περνά από το χέρι μας, π.χ. στο επαγγελματικό μας περιβάλλον), αλλά αφορά κυρίως εκείνην.

Προς τιμήν της, η κυβέρνηση δεν φαίνεται εντελώς ανυποψίαστη για το πρόβλημα, αν κρίνει κανείς από τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν στην ΔΕΘ, από τον πρόσφατο ακτιβισμό στη στεγαστική πολιτική, ή από τις πρωτοβουλίες για τον επαναπατρισμό όσων σταδιοδρομούν στο εξωτερικό. Αρκούν αυτά;

Η εύκολη απάντηση είναι «όχι». Μια ειλικρινέστερη απάντηση θα αναγνώριζε ότι το πρόβλημα είναι τεράστιο, και σε κάποιο βαθμό πέρα από τον έλεγχο της (οποιασδήποτε) κυβέρνησης. Όμως και πάλι: περιθώρια δράσης υπάρχουν, και μάλιστα σημαντικά.

Ας παραβλέψω προς το παρόν τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα προβλήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων η κυβέρνηση είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες, που στη συνέχεια διέψευσε, όπως είναι η πολυσυζητημένη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου, χωρίς την οποία η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει ποτέ να δημιουργήσει πολλές καλές θέσεις εργασίας.

Ας παραβλέψω επίσης πρωτοβουλίες υπέρ των νέων ζευγαριών στις οποίες έχω αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα - όπως είναι η δέσμευση ότι κάθε παιδί που γεννιέται στη χώρα θα έχει δωρεάν θέση σε έναν καλό βρεφονηπιακό σταθμό στη γειτονιά του (θα μας κόστιζε το 1% της δαπάνης για συντάξεις), ή η υποχρεωτική άδεια μετ’ αποδοχών για κάθε εργαζόμενο που γίνεται πατέρας (με έξοδα του κράτους, όχι του εργοδότη), μέτρα που όχι μόνο συμβάλλουν στη ψυχική υγεία των νέων και των παιδιών τους, αλλά επίσης αποφέρουν στην οικονομία το πολλαπλάσιο του κόστους τους.

Ας περιοριστούμε στην πολιτική της κυβέρνησης για την έρευνα, που σε κάποιους φαίνεται περιττή πολυτέλεια, αλλά που θα επηρεάσει τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας στο μέλλον. Προκειμένου να επιστρέψουν και να κάνουν οικογένεια τα ελληνόπουλα που διαπρέπουν στο εξωτερικό, αλλά και για να δοθούν ευκαιρίες στα άξια παιδιά που δεν έφυγαν ποτέ, δεν αρκούν φορολογικές απαλλαγές. Χρειάζονται ρεαλιστικές προοπτικές ανέλιξης σε ένα στοιχειωδώς αξιοκρατικό περιβάλλον. Αντίθετα, η συστηματική παραμέληση των (δημόσιων) πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, η εχθρική γραφειοκρατία, η κυβερνητική αδιαφορία για την αξιολόγηση (και την υποστήριξη) όσων εργάζονται σε αυτά, καθώς και η σκανδαλώδης διαχείριση των κοινοτικών πόρων που συρρέουν στη χώρα (π.χ. του προγράμματος «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας»), στέλνουν σαφές μήνυμα: «Παιδιά φύγετε, ή μείνετε εκεί που είστε».

Οι απαντήσεις τους (π.χ. στην πρόσφατη «Μελέτη Νεολαίας» του Ιδρύματος Friedrich Ebert με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) δείχνουν ότι αυτό ακριβώς σκέφτονται να κάνουν.

31 Μαρτίου 2024

Γιατί είναι τόσο χαμηλοί οι μισθοί στην Ελλάδα;



Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 31 Μαρτίου 2024).

Η αύξηση του κατώτατου μισθού σε 830 ευρώ τον μήνα επισφραγίζει τη ροπή της κυβέρνησης υπέρ προοδευτικών μέτρων στα κοινωνικά θέματα. Σε αυτή συνηγορούν υπολογισμοί τόσο «υψηλής» όσο και «χαμηλής» πολιτικής. Από τη μια, η έγνοια για προστασία των αδύναμων και για υπεράσπιση της κοινωνικής συνοχής. Από την άλλη, η επιλογή της σημερινής ηγεσίας του κυβερνώντος κόμματος να τοποθετηθεί πολιτικά καταλαμβάνοντας τον απέραντο χώρο που εκτείνεται από την Κεντροαριστερά έως τις παρυφές της άκρας Δεξιάς. Δεν έχει νόημα να κάνει κανείς δίκη προθέσεων για να ερμηνεύσει την κοινωνική ευαισθησία της κυβέρνησης. Όλοι παρακινούμαστε από ανάμεικτα κίνητρα στην καθημερινότητά μας. Το σημαντικό είναι ευγενή και λιγότερο ευγενή κίνητρα να ευθυγραμμίζονται. Στην περίπτωση της αύξησης του κατώτατου μισθού αυτό συμβαίνει.

Πράγματι, η προχθεσινή απόφαση της κυβέρνησης προστατεύει με το παραπάνω την αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων από τον πληθωρισμό: η σωρευτική αύξηση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή τα τελευταία πέντε χρόνια (15,9%) υπολείπεται σημαντικά της αύξησης του κατώτατου μισθού (27,7%, από 650 ευρώ τον μήνα το 2019). Βέβαια, η αγοραστική αξία των κατώτατων μισθών απέχει ακόμη από το σημείο όπου βρισκόταν προ κρίσης και μνημονίων, το μακρινό 2009: έκτοτε, το κόστος ζωής έχει αυξηθεί κατά 24,6%, ενώ ο κατώτατος μισθός μόνο κατά το μισό (12,2%, από 740 ευρώ τον μήνα). Η υποχώρηση των μέσων μισθών, σε πραγματικούς όρους, σε σχέση με 15 χρόνια πριν, είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Γιατί όμως οι μισθοί είναι τόσο χαμηλοί στη χώρα μας, παρά τις προθέσεις των κυβερνώντων; Κάθε θέση εργασίας δημιουργεί ένα πλεόνασμα αξίας, ίσο με τη διαφορά μεταξύ της τιμής του προϊόντος ή της υπηρεσίας που παράγεται, και όλων των άλλων στοιχείων του κόστους παραγωγής εκτός από τους μισθούς και τα κέρδη. Το πώς μοιράζεται αυτό το πλεόνασμα εξαρτάται από τον συσχετισμό ισχύος μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Τα τελευταία 15 χρόνια ο συσχετισμός αυτός έχει μεταβληθεί εις βάρος των εργαζομένων: σε αυτό συνέβαλαν η υψηλή ανεργία, η εξασθένηση των συνδικάτων και η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Όμως μακροπρόθεσμα το ύψος των μισθών καθορίζεται εξίσου ή και περισσότερο από το μέγεθος του πλεονάσματος, παρά από το πώς αυτό επιμερίζεται μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Σε μια οικονομία χαμηλής τεχνολογίας και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, με θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, σε επιχειρήσεις υπερβολικά μικρές για να καινοτομήσουν και να εξαγάγουν, με διευθυντές χαμηλών ικανοτήτων, που συχνά εξασφαλίζουν την κερδοφορία πληρώνοντας χαμηλούς μισθούς (και παραβιάζοντας τη νομοθεσία, εργατική, φορολογική, πολεοδομική ή περιβαλλοντική), οι μισθοί δεν θα είναι ποτέ ικανοποιητικοί, ή θα είναι μόνο για κάποιες συντεχνίες ή για σύντομα χρονικά διαστήματα, μέχρι να σκάσει η φούσκα.

Μια τέτοια οικονομία είναι η ελληνική. Παρά τις εξαγγελίες για «αναβάθμιση παραγωγικού μοντέλου» και τα κάποια δειλά βήματα προς μια τέτοια κατεύθυνση, η χώρα παραμένει ακόμη καθηλωμένη σε μια χαμηλή ισορροπία. Για να ξεφύγουμε από αυτήν θα χρειαστούν πολύ περισσότερα από την αύξηση του κατώτατου μισθού, όσο καλοδεχούμενη και αν είναι. Μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με μάνατζερ και προσωπικό υψηλότερων δεξιοτήτων, που παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης ποιότητας, σε υψηλότερες τιμές, που όμως παραμένουν ελκυστικές για τους καταναλωτές, ιδίως στις διεθνείς αγορές.

Το πώς θα φτάσουμε στο σημείο αυτό, από εδώ όπου βρισκόμαστε σήμερα, είναι το κρίσιμο ερώτημα. Είναι ευθύνη της κυβέρνησης να σχεδιάσει τη μετάβαση. Και ευθύνη όλων των υπολοίπων να συνεισφέρουν εποικοδομητικά σε αυτήν, αντί να την εμποδίσουν.



13 Ιουλίου 2023

Τα κέρδη αυξάνονται, οι (πραγματικοί) μισθοί μειώνονται. Είμαστε ΟΚ με αυτό;

 


Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023).


Η δημοσίευση την περασμένη Τρίτη (11 Ιουλίου 2023) της ετήσιας έκθεσης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για τις προοπτικές της αγοράς εργασίας (OECD Employment Outlook 2023) επιβεβαίωσε αυτό που πολλοί υποψιάζονταν: τα κέρδη αυξάνονται, ενώ οι (πραγματικοί) μισθοί μειώνονται. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, στη χώρα μας, την τελευταία τετραετία (από το τελευταίο τρίμηνο του 2019 έως το πρώτο τρίμηνο του 2023), τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 16,1%, ενώ το κόστος εργασίας κατά 7%. (Και τα δύο σε ονομαστικούς όρους, ανά μονάδα προϊόντος.) Σε πραγματικούς όρους, δηλ. συνυπολογίζοντας την άνοδο των τιμών, το μοναδιαίο κόστος εργασίας (και κατ’ επέκταση το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ) μειώθηκε κατά 4,6%. Σε παρόμοια συμπεράσματα είχε καταλήξει σχετική έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Μάλιστα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΚΤ, το 2022 στην Ευρωζώνη τα κέρδη αυξήθηκαν περισσότερο από τους μισθούς σε όλους τους κλάδους, όχι μόνο στην ενέργεια.

Γιατί αυξάνονται τα κέρδη; Η ερμηνεία της «απληστίας» (greedflation), παρότι δημοφιλής, και όχι εντελώς αβάσιμη, φαίνεται υπερβολικά ανεπαρκής. Η αύξηση των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών είναι το φυσικό επακόλουθο της αύξησης της ζήτησης (λόγω των επιδομάτων επί πανδημίας, των κονδυλίων του Ταμείου Ανάπτυξης κ.ά.) αλλά όχι και της προσφοράς (λόγω διαταραχής των εφοδιαστικών αλυσίδων εξαιτίας του κορωνοϊού, της επίθεσης της Ρωσίας στην Ουκρανία, του εμπορικού ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας κ.ά.). Προφανώς, για τις επιχειρήσεις αυτό το επακόλουθο είναι καλοδεχούμενο, όμως αυτό δεν το κάνει λιγότερο φυσικό.

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των κερδών είναι το νέο στοιχείο του σημερινού πληθωριστικού επεισοδίου. Στο προηγούμενο επεισόδιο, όταν o τετραπλασιασμός της τιμής του αργού πετρελαίου το 1973 και ο εκ νέου διπλασιασμός της το 1979 προκάλεσαν γενική άνοδο των τιμών σε όλο τον δυτικό κόσμο, ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης του πληθωρισμού από την ενέργεια στην υπόλοιπη οικονομία ήταν η (εύλογη) αύξηση των τιμών εκ μέρους των επιχειρήσεων, και στη συνέχεια η (εξίσου εύλογη) διεκδίκηση μισθολογικών αυξήσεων εκ μέρους των συνδικάτων. Εκείνο το επεισόδιο δεν είχε ευνοϊκή κατάληξη για τους εργαζόμενους. Αρχικά, η διατήρηση της αγοραστικής αξίας των μισθών υποστηρίχθηκε από την κοινή γνώμη ως δίκαιη και λογική, και ανάγκασε τις κυβερνήσεις αρκετών χωρών (Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα και άλλες) να θεσμοθετήσουν επίσημους μηχανισμούς αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ).

Σταδιακά έγινε κατανοητό ότι ο μηχανισμός της ΑΤΑ τροφοδοτούσε ένα ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών, που απλώς επιδείνωνε την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας και καθήλωνε την ανάπτυξη. Καθώς σε κύκλους οικονομολόγων και κεντρικών τραπεζιτών ωρίμαζε η ιδέα της κατάργησης ή τουλάχιστον της τροποποίησης της ΑΤΑ, τα συνδικάτα τήρησαν απορριπτική στάση. Στην Ιταλία, όταν η κυβέρνηση Κράξι με πρωθυπουργικό διάταγμα αποδυνάμωσε την ΑΤΑ (προβλέποντας αύξηση των μισθών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από την αύξηση των τιμών), το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο Cgil μάζεψαν υπογραφές για δημοψήφισμα (όπως προβλέπει το Σύνταγμα), με ερώτημα την ακύρωση ή όχι του διατάγματος, και άρα την επαναφορά ή όχι της πλήρους ΑΤΑ. Όμως στο δημοψήφισμα του Ιουνίου 1985 το ΙΚΚ και η Cgil ηττήθηκαν: το Όχι επικράτησε καθαρά (54,3% έναντι 45,7%), ανοίγοντας τον δρόμο στην εφαρμογή αντιπληθωριστικής πολιτικής, που όπως και στον υπόλοιπο κόσμο κατάφερε την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού προκαλώντας οικονομική ύφεση και αύξηση της ανεργίας, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Όλα καλά λοιπόν; Μπορούμε να είμαστε ήσυχοι ότι η μείωση των πραγματικών μισθών, παρότι δυσάρεστη για τους μισθωτούς, δεν αποτελεί πρόβλημα για την οικονομία; Όχι ακριβώς. Σε πρόσφατη ομιλία της (22 Μαρτίου 2023), η Κριστίν Λαγκάρντ, Πρόεδρος της ΕΚΤ, επεσήμανε το ρόλο των κερδών στην εκτίναξη του πληθωρισμού, υπογραμμίζοντας ότι μόνο «ο δίκαιος επιμερισμός του κόστους του πληθωρισμού μπορεί να αποτρέψει τον ανταγωνισμό τύπου ‘οφθαλμό αντί οφθαλμού’ μεταξύ κερδών και μισθών, που μπορεί να τροφοδοτήσει ανοδικά σπιράλ τιμών».

Για διάφορους λόγους, οικονομικούς (μετάβαση σε μια μεταβιομηχανική οικονομία) και πολιτικούς (έκλειψη των «μεγάλων αφηγήσεων»), τα συνδικάτα στις περισσότερες χώρες είναι πολύ πιο αδύναμα σήμερα από ό,τι πριν 40 χρόνια. Συνεπώς, και να ήθελαν δεν θα μπορούσαν να επιβάλλουν λύσεις τύπου ΑΤΑ. Δεν φαίνεται καν να θέλουν πάντως. Ακόμη και η Cgil, με πολύ πιο μαχητική ηγεσία σήμερα από ό,τι τις τελευταίες πολλές δεκαετίες, απέρριψε στο πρόσφατο συνέδριό της (15-18 Μαρτίου 2023) την πρόταση της μειοψηφίας για υιοθέτηση της ΑΤΑ. Σε όλες τις χώρες, τα συνδικάτα σήμερα είναι πιο προσεκτικά, αναγνωρίζοντας ότι ο πληθωρισμός σε τελική ανάλυση στρέφεται πάντοτε εναντίον των εργαζομένων, και συνεπώς η τιθάσευση του πληθωρισμού είναι προς το συμφέρον και των εργαζομένων.

(Επί πλέον, ο πληθωρισμός πλήττει τους πιο αδύναμους: ως γνωστόν, επειδή τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος δαπανούν μεγαλύτερο μερίδιο του οικογενειακού προϋπολογισμού σε ενέργεια, τρόφιμα, και κατοικία, οι αυξήσεις σε αυτές τις κατηγορίες αγαθών καταλήγουν σε υψηλότερο πληθωρισμό για τους φτωχούς παρά για τους πλούσιους.)

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Σε περυσινό κείμενο μας με την Σωτηρία Θεοδωροπούλου, ερευνήτρια του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Εργατικών Συνδικάτων, εξηγούμε γιατί ένα μείγμα κοινωνικών συμφώνων (μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων) και στοχευμένων εισοδηματικών ενισχύσεων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας μπορεί να προστατεύσει τους πιο αδύναμους χωρίς να προκαλέσει ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών. Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει η έκθεση του ΟΟΣΑ που αναφέραμε στην αρχή, η οποία επί πλέον βλέπει πολύ θετικά την αύξηση του κατώτατου μισθού, με το επιχείρημα ότι τα δεδομένα δείχνουν ότι η αλυσιδωτή αύξηση και των υπόλοιπων μισθών (όπως φοβούνται πολλοί) είναι στην πράξη πολύ περιορισμένη.

Στην Ελλάδα, ο κατώτατος μισθός πράγματι αυξήθηκε σημαντικά σε ονομαστικούς όρους (20% από τον Ιανουάριο 2021 έως Μάιο 2023), περνώντας με την τελευταία αύξηση λίγο πάνω από τον σωρευτικό πληθωρισμό της περιόδου (βλ. διάγραμμα*). Βέβαια, χωρίς τακτική αναπροσαρμογή, και ο κατώτατος μισθός θα κινδυνεύσει από «διάβρωση» της αγοραστικής του αξίας.

Κατά τα άλλα, μετά την αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων με τις νομοθετικές ρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας, στη χώρα μας τα κοινωνικά σύμφωνα φαίνονται πλέον ανέφικτα: όταν οι περισσότερες συμβάσεις είναι ατομικές, οι εργοδότες δεν έχουν να κερδίσουν πολλά από ένα κοινωνικό σύμφωνο.

Όσο για τα μέτρα αντιμετώπισης της ανόδου των τιμών ενέργειας, τα δεδομένα του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η χώρα μας ήταν πρωταθλήτρια στο κόστος των μέτρων (6,3% του ΑΕΠ από το 2022), όμως το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσε οριζόντιες επιδοτήσεις τιμών (5,2% του ΑΕΠ) αντί για στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις (1,1% του ΑΕΠ).

Όπως ίσως θυμούνται οι αναγνώστες του Κ-report, οι αρνητικές παρενέργειες των (οριζόντιων) μέτρων αντιμετώπισης της ανόδου των τιμών ενέργειας ήταν ακριβώς το θέμα προηγούμενου άρθρου μας. Έκτοτε η πολιτική της κυβέρνησης διορθώθηκε κάπως σε σχέση με την αρχική πολιτική τύπου «όλα τα λεφτά όλα τα κιλοβάτ». Μένει να δούμε πώς ακριβώς οι επιχειρηματικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της ενέργειας προτίθενται να περάσουν στις τιμές καταναλωτή την υποχώρηση των κόστους των αγαθών ενέργειας που αγοράζουν στις διεθνείς αγορές.

Το διάγραμμα δείχνει την εξέλιξη του κατώτατου μισθού, σε ονομαστικούς (ανοιχτόχρωμη γραμμή) και πραγματικούς (σκουρόχρωμη γραμμή) όρους, από τον Ιανουάριο 2021 έως τον Μάιο 2023. (Πηγή: Annex Figure 1.C.1. OECD Employment Outlook 2023, σελ. 78).


19 Απριλίου 2022

Γιατί φεύγουν από την Ελλάδα οι νέοι;

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τρίτη 19 Απριλίου 2022).

Πώς εξηγείται ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων της χώρας μας (77% στις ηλικίες 17-24, και το 72% στις ηλικίες 25-39) λένε ότι θα μετανάστευαν στο εξωτερικό αν έβρισκαν δουλειά με καλύτερες αποδοχές και καλύτερες συνθήκες;

Οι οικονομολόγοι αναλύουν τις αποφάσεις μετανάστευσης κάνοντας διάκριση μεταξύ κινήτρων έλξης και ώθησης. Το «εξωτερικό» δεν είναι αυτό που ήταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν χιλιάδες Έλληνες έφευγαν για την Αμερική, ή ακόμη και τη δεκαετία του ’60 όταν πήγαιναν στη Γερμανία. Τώρα έχουμε φτηνά αεροπορικά εισιτήρια, φτηνά τηλεφωνήματα και βιντεοκλήσεις – και στην Ευρώπη, ελεύθερες μετακινήσεις και πρόγραμμα Erasmus. Το «εξωτερικό» έχει έρθει πολύ πιο κοντά, και μοιάζει περισσότερο με το «εσωτερικό». Επιπλέον, τα σημερινά Ελληνόπουλα μιλάνε καλύτερα αγγλικά (ίσως και άλλες ξένες γλώσσες), έχουν καλύτερα εφόδια, στέκονται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση δίπλα στους άλλους Ευρωπαίους. Τέλος, παρά τη γκρίνια της εγχώριας μιζέριας, οι νέοι μας διαισθάνονται τη μοναδικότητα της δυτικής Ευρώπης και έλκονται από αυτήν: ποια άλλη περιοχή του πλανήτη προσφέρει έναν τέτοιο συνδυασμό υψηλού βιοτικού επιπέδου, ατομικών ελευθεριών, και κοινωνικής συνοχής;

Όσο για τα κίνητρα ώθησης, δεν είναι δύσκολο να τα μαντέψει κανείς (και η έρευνα της διαΝΕΟσις δίνει στοιχεία και για αυτά). Με εξαιρέσεις που μετριούνται στα δάχτυλα, οι επαγγελματικές προοπτικές των περισσότερων νέων στην Ελλάδα περιορίζονται σε δουλειές κακοπληρωμένες, αγχωτικές, χωρίς μέλλον. Αυτή η μεγάλη και διαχρονική παθογένεια του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, αντί να διορθωθεί, έχει επιδεινωθεί και άλλο τα τελευταία χρόνια, καθώς η υψηλή ανεργία εκμηδένισε την διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, ενώ οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας έφεραν μεγαλύτερη ευελιξία (για τους εργοδότες) χωρίς να την συνοδεύουν με περισσότερη ασφάλεια (για τους εργαζομένους). Όσο για την πολυπόθητη – και πολυδιακηρυγμένη – αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου, που θα φέρει τις καλύτερες θέσεις εργασίας που θα κρατήσουν τους νέους στη χώρα, την περιμένουμε με ανυπομονησία.

22 Μαρτίου 2022

Πάλι ξεχάσαμε τους ανέργους;

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Τρίτη 22 Μαρτίου 2022). 

Ήταν αρκετά καλοσχεδιασμένα τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Η κοινωνική πολιτική στη χώρα έχει γυρίσει σελίδα από τα χρόνια του «κοινωνικού μερίσματος» που μοίραζαν οι κυβερνήσεις Σαμαρά τα χρόνια της κρίσης, σε συνταξιούχους αδιακρίτως, αλλά και σε αστυνομικούς. Τώρα η ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων γίνεται με κριτήρια εισοδηματικά και περιουσίας, όπως είναι απαραίτητο για να βελτιώνεται η στόχευση και να αξιοποιούνται καλύτερα οι περιορισμένοι πόροι. Ταυτόχρονα, ενισχύονται οι ανασφάλιστοι υπερήλικες, καθώς και οι δικαιούχοι αναπηρικών επιδομάτων, ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, και επιδόματος παιδιού.

Βέβαια, η αρχή της στόχευσης των ενισχύσεων θα ξεχάστηκε μάλλον όταν σχεδιάστηκαν οι «επιστρεπτέες προκαταβολές», πολλές από τις οποίες δεν θα επιστραφούν ποτέ, ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις που τις εισέπραξαν δεν είχαν πληγεί από τα περιοριστικά μέτρα κατά του κορωνοϊού, ή το πρόβλημά τους ήταν άλλο, και η στήριξή τους έρχεται σε αντίθεση με την διακηρυγμένη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας – πολύ περισσότερο τώρα που η δημοσιονομική ισορροπία έχει διαταραχθεί, λόγω αντικειμενικών παραγόντων (πανδημία) αλλά και υποκειμενικών επιλογών (προεκλογική χαλάρωση). Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Το περίεργο με τα μέτρα στήριξης είναι η εξαίρεση των ανέργων από τις ευάλωτες ομάδες. Αμφιβάλλω ότι ήταν εσκεμμένη. Μου φαίνεται πιθανότερο ότι απλώς τους ξέχασαν. Ανεξαρτήτως της αιτίας, πρόκειται για παράλειψη με ιστορικό βάθος.

Ενδεικτικά, τα πρώτα χρόνια της κρίσης, καθώς η ανεργία ανέβαινε στα ύψη, το ποσοστό των ανέργων που εισέπρατταν το τακτικό επίδομα ανεργίας των 360 ευρώ το μήνα έπεσε σε απίστευτα χαμηλά για ευρωπαϊκή χώρα επίπεδα: από 35% το 2010 σε 9% το 2014. Στη θεωρία, όσοι άνεργοι δεν είχαν τα ένσημα για το τακτικό επίδομα ήταν υποψήφιοι για το προνοιακό βοήθημα μακροχρόνια ανέργων, εάν βέβαια πληρούσαν τα εισοδηματικά κριτήρια. Στην πράξη, πρόσθετα εμπόδια, ενίοτε ασυνάρτητα, όπως π.χ. η απαίτηση ότι για να εισπράξει κανείς το προνοιακό βοήθημα θα πρέπει να έχει προηγουμένως εισπράξει το τακτικό επίδομα επί 12 μήνες (δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ), συνέβαλαν στο να μείνει το 90% σχεδόν των ανέργων χωρίς καθόλου εισοδηματική στήριξη.

Θα περίμενε κανείς, ακούγοντας την τότε (αλλά και τώρα) ρητορική περί κοινωνικής ευαισθησίας ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, και ιδίως το μόνιμο θρήνο της αντιμνημονιακής παράταξης περί «κοινωνικού μεσαίωνα», και μην ξεχνώντας την επί τετραετία διακυβέρνηση της χώρας από αυτήν ακριβώς την παράταξη, ότι αυτή η κραυγαλέα αποτυχία διορθώθηκε, ή εάν δεν διορθώθηκε τουλάχιστον έγινε θέμα αντιπαράθεσης, ότι τα εργατικά συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα (ιδίως της Αριστεράς), τα μέσα ενημέρωσης, οι διανοούμενοι (ιδίως οι στρατευμένοι στην Αριστερά), έκαναν φασαρία για αυτή την απαράδεκτη και ντροπιαστική παράλειψη. Θα περίμενε μάταια. Δεν κουνήθηκε φύλλο. Στη χώρα μας η (έμπρακτη) αλληλεγγύη στους ανέργους ωχριά μπροστά στην αλληλεγγύη π.χ. στους δοκιμαζόμενους 50χρονους συνταξιούχους της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ.

Φυσικά, και η ίδια η εισοδηματική στήριξη των ανέργων είναι αρκετά προβληματική. Εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως κρατική επιδότηση της εποχικής απασχόλησης στον κλάδο του τουρισμού ή της φροντιστηριακής εκπαίδευσης (και πάλι: σε πείσμα των διακηρύξεων περί αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου), και πολύ λιγότερο ως θεμελιώδες και εμβληματικό πρόγραμμα του κοινωνικού κράτους. Εξακολουθούν να επιδοτούνται κάποιοι (λίγοι) που δεν θα έπρεπε, τη στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα των ανέργων δεν εισπράττουν ούτε ευρώ από την Πολιτεία.
Όμως αυτός είναι ο λόγος που ξεχάστηκαν οι άνεργοι όταν σχεδιάζονταν τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων της περασμένης εβδομάδας; Ή μήπως η κοινωνική ευαισθησία του συνόλου των πολιτικών, στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, των δημοσιολογούντων, και σε τελευταία ανάλυση των ψηφοφόρων, είναι επιλεκτική; Και από αυτή την επιλογή, οι άνεργοι βγαίνουν χαμένοι;

4 Δεκεμβρίου 2021

Η «Μεγάλη Παραίτηση» και οι αιτίες της

Συνυπογράφεται από τους Γιώργο Μανάλη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021).

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, 4.434.000 εργαζόμενοι στις ΗΠΑ (3% του συνόλου) παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους τον Σεπτέμβριο 2021. Ο αριθμός αυτός είναι ιστορικό ρεκόρ: το Σεπτέμβριο 2020 ήταν 3.307.000. Οι κενές θέσεις εργασίας ήταν 10.438.000 (από 6.611.000 ένα χρόνο νωρίτερα). Το φαινόμενο δεν είναι μόνο αμερικανικό: ρεκόρ παραιτήσεων και κενών θέσεων εργασίας σημειώνεται στη Βρετανία, στη Γερμανία, και στην Ιταλία (όπου σχεδόν μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι υπέβαλαν την παραίτησή τους στο διάστημα Απριλίου – Ιουνίου 2021).

Σε τι οφείλεται αυτό το απρόσμενο φαινόμενο; Οι αιτίες δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι όλες παροδικές. Ας δούμε μερικές.

Πρώτον, η (επιβεβλημένη) κρατική επιδότηση της οικονομικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τη μείωση της καταναλωτικής δαπάνης, αύξησε τις αποταμιεύσεις πολλών νοικοκυριών, ακόμη και στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κλίμακας. Αυτό έδωσε κάποια σιγουριά σε εργαζόμενους σε κακοπληρωμένες – και επικίνδυνες, λόγω κορωνοϊού - θέσεις εργασίας να τις εγκαταλείψουν. Δεν είναι τυχαίο π.χ. ότι σε διάφορες χώρες οι επιχειρήσεις στον τομέα της εστίασης δυσκολεύονται να βρουν υπαλλήλους.

Δεύτερον, σε αρκετές χώρες (και στην Ελλάδα) η ενίσχυση των επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από την υποχρέωσή τους να μην προχωρήσουν σε απολύσεις προσωπικού. (Στην Ιταλία απαγορεύτηκαν οι απολύσεις με νόμο που ίσχυε έως τον Απρίλιο 2021.) Σε αυτές τις συνθήκες, κάποιες από τις «παραιτήσεις» είναι στην πραγματικότητα απολύσεις, ενδεχομένως με άτυπα κίνητρα στο πλεονάζον προσωπικό. Αυτό βέβαια εξηγεί μόνο το μεγάλο αριθμό παραιτήσεων, όχι το μεγάλο αριθμό κενών θέσεων εργασίας.

Τρίτον, η ξαφνική (αναγκαστική) διόγκωση της εξ αποστάσεως εργασίας, σε συνδυασμό με τον εγκλεισμό λόγω καραντίνας, έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς εργαζομένους να στοχαστούν πάνω στη δουλειά τους, στην καριέρα τους, και στη ζωή τους. Επίσης, μείωσε το κόστος της αλλαγής εργοδότη. Στο βαθμό που η υβριδική εργασία (κάποιες μέρες στο γραφείο, τις υπόλοιπες στο σπίτι) θα παραμείνει, όπως φαίνεται πιθανό, και μετά το τέλος της πανδημίας, ενδέχεται να γίνουμε μάρτυρες μιας περιόδου μεγάλων ανακατατάξεων στην αγορά εργασίας, καθώς η οικονομία προσαρμόζεται από το παλιό μοντέλο στο καινούριο.

Τέταρτον, η «Μεγάλη Παραίτηση» μπορεί απλώς να σημαίνει την αλλαγή του συσχετισμού ισχύος μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Η εξέλιξη αυτή είναι σχετικά ανεπαίσθητη: δεν φαίνεται πιθανό να επιστρέψουμε στην περίοδο της παντοδυναμίας των συνδικάτων, όπως στη δεκαετία του ᾽70. Όμως, έχουμε ίσως μετακινηθεί από την περίοδο της απόλυτης εργοδοτικής εξουσίας. Πέραν των πολιτικών παραγόντων (υποχώρηση του νεοφιλελευθερισμού), συμβάλλουν σε αυτό και οικονομικοί παράγοντες: η μείωση της ανεργίας πάντοτε βελτιώνει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, ενώ η αύξηση της ανεργίας ενισχύει την εργοδοτική πλευρά. Αυτό εξηγεί γιατί η Ελλάδα και η Ισπανία, όπου τα ποσοστά ανεργίας είναι τα υψηλότερα στην ΕΕ, παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας.

Γενικότερα, η συνύπαρξη ανέργων και κενών θέσεων εργασίας, που μέχρι κάποιο σημείο οφείλεται στην κινητικότητα στην αγορά εργασίας, πέρα από αυτό το σημείο μπορεί να έχει δομικές αιτίες: κάποιες νέες θέσεις εργασίας μπορεί να μένουν κενές επειδή απαιτούν δεξιότητες που οι άνεργοι δεν διαθέτουν. Όμως αυτό είναι άλλο (πολύ σημαντικό) θέμα: είναι ένα από αυτά που θα κρίνουν το δυναμισμό της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, μετά τη συρρίκνωσή της κατά 30% την περίοδο 2007-2021.

1 Νοεμβρίου 2021

Άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ;

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αμοιβές των μισθωτών υποχώρησαν πολύ το πρώτο μισό της περασμένης δεκαετίας (-22% κατά μέσο όρο την περίοδο 2009-2014 σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ), και έμειναν στη συνέχεια καθηλωμένες (+2% την περίοδο 2014-2020). Η μεγάλη υποχώρηση των μισθών ήταν εν μέρει αποτέλεσμα της λειτουργίας των δυνάμεων της αγοράς (μείωση της ζήτησης εργασίας σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης), και εν μέρει συνέπεια αποφάσεων δημόσιας πολιτικής (η περίφημη «εσωτερική υποτίμηση»). Η μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% τον Φεβρουάριο 2012 ήταν ένας από τους κύριους «μοχλούς» της εσωτερικής υποτίμησης. Η πολιτική αυτή επιβράδυνε και τελικά σταμάτησε την άνοδο της ανεργίας (αφού πρώτα έφτασε το 28,7% το Νοέμβριο 2013).

Παρά τη συμβολή τους τότε στη συγκράτηση της ύφεσης, ως συνταγή βιώσιμης ανάκαμψης η καθήλωση των μισθών είναι βαθιά προβληματική. Οι χαμηλοί μισθοί «επιδοτούν» επιχειρηματικές δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, κρατώντας τες τεχνητά στη ζωή. Υπό την έννοια αυτή, ο εθισμός της οικονομίας στους χαμηλούς μισθούς αντιστρατεύεται την αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας που πολύ ορθώς επαγγέλλεται η Επιτροπή Πισσαρίδη (και που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση).

Πώς όμως θα αυξηθούν οι μισθοί; Μια διαδεδομένη άποψη ισχυρίζεται ότι η αύξηση των μισθών δεν «διατάσσεται», ούτε δεν μπορεί να προηγηθεί της ανάπτυξης: θα πρέπει να την ακολουθήσει. Σε κάποιο βαθμό αυτό ισχύει. Όχι εντελώς, όμως. Μια πρόσφατη μελέτη κορυφαίων οικονομολόγων της εργασίας στο University College London έδειξε ότι η θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού (8,50 ευρώ την ώρα) το 2015 στη Γερμανία όχι μόνο δεν οδήγησε σε απώλεια 750.000 θέσεων εργασίας, αλλά ώθησε τις «πληττόμενες» επιχειρήσεις να αναβαθμίσουν τη λειτουργία τους ώστε να είναι κερδοφόρες και μετά την καταβολή υψηλότερων αμοιβών στο προσωπικό τους. Η πρόσφατη εμπειρία της Γερμανίας (αλλά και η προηγούμενη της Βρετανίας, και άλλων χωρών) δείχνει ότι η θεσμοθέτηση και στη συνέχεια λελογισμένη αύξηση των κατώτατων μισθών μπορεί να είναι ευεργετική για όλους - εργαζόμενους και επιχειρήσεις.

Η λέξη κλειδί εδώ είναι «λελογισμένη». Πέρα από ένα σημείο, η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να ξεπερνά τις δυνατότητες προσαρμογής της οικονομίας. Ποιο ακριβώς είναι αυτό το σημείο δεν είναι πάντα ξεκάθαρο, για αυτό άλλωστε απαιτείται προσοχή. Για παράδειγμα, η διεθνής επιτροπή εμπειρογνωμόνων που είχε συστήσει το 2018 η προηγούμενη κυβέρνηση κατέληξε σε συνετή πρόταση αύξησης του κατώτατου μισθού (που είχε μείνει από το 2012 στα 586 ευρώ το μήνα) κατά 5% έως 10%. Τελικά, η τότε κυβέρνηση αποφάσισε λίγο μεγαλύτερη αύξηση (11%) στα 650 ευρώ. Στη συνέχεια, η τωρινή κυβέρνηση προχώρησε σε συμβολική αύξηση 2% (από τον Ιανουάριο 2022).

Για τους λόγους που προανέφερα, πιστεύω ότι ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε υψηλότερο επίπεδο από τα 663 ευρώ του 2022. Αμφιβάλλω όμως ότι θα μπορούσε από τώρα να φτάσει π.χ. τα 750 ευρώ χωρίς δυσάρεστες παρενέργειες για την οικονομία και την απασχόληση. Για το λόγο αυτό, θεωρώ πυροτέχνημα την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ». Οπωσδήποτε, σε σχέση με τα 1.700 ευρώ που πρότεινε το ΚΚΕ το 2007, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά αξιοσημείωτη πρόοδο. Απέχει ωστόσο ακόμη αρκετά από το να μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή συμβολή στη αναζήτηση ρεαλιστικών τρόπων βελτίωσης των χαμηλών μισθών.

22 Σεπτεμβρίου 2021

Gig Economy: Χρονικό μιας προαναγγελθείσης εμπλοκής

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021).

Τα γεγονότα της υπόθεσης e-food είναι πλέον λίγο πολύ γνωστά. Η απόφαση της εταιρείας να ζητήσει από τους οδηγούς-διανομείς της να αποδεχθούν το καθεστώς του «συνεργάτη» (αμοιβή με μπλοκάκι), διαφορετικά θα πρέπει να βρουν αλλού δουλειά, προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, οι οποίες εκφράστηκαν κυρίως με απενεργοποίηση της εφαρμογής στα κινητά πολλών πελατών της, και την κατακόρυφη πτώση της αξιολόγησης της εταιρείας από τις καταναλωτές. Κατόπιν τούτου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε σαρωτικούς ελέγχους στις συνθήκες εργασίας στον κλάδο της διανομής φαγητού.

Οι αντιδράσεις ήταν εύλογες. Η e-food, όπως όλες οι εταιρείες διανομής, είχε πραγματοποιήσει μεγάλα κέρδη στη διάρκεια των lockdown. Οι οδηγοί τους είχαν αναδειχθεί σε «εργαζόμενους της γραμμής του μετώπου» κατά του κορωνοϊού, που ρίσκαραν την ασφάλειά τους για να είμαστε πιο ασφαλείς όλοι οι υπόλοιποι. Σε έναν καλύτερο κόσμο, οι πολίτες θα απαιτούσαν καλύτερες αμοιβές και ασφαλέστερες συνθήκες εργασίας για τους διανομείς (και τους άλλους ζωτικής σημασίας εργαζόμενους), τα συνδικάτα θα έσπευδαν να διεκδικήσουν την εκπροσώπησή τους, οι πολιτικοί θα φρόντιζαν να περάσουν τους σχετικούς νόμους, και οι εταιρείες θα έκαναν θεαματικές κινήσεις διανομής των επιπλέον κερδών τους στους υπαλλήλους τους, διεκδικώντας τους επαίνους (και την προτίμηση) των καταναλωτών.

Στην Ελλάδα του 2021 τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη - ή σχεδόν τίποτε: η απαίτηση της e-food προκάλεσε αίσθηση, ίσως επειδή ξεχώρισε για την απληστία της. Όμως η απληστία αυτή είναι δομική, είναι η κανονική κατάσταση κάθε οικονομίας χωρίς κανόνες, ή με καταφανώς μεροληπτικούς κανόνες, και σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζει και τους ανταγωνιστές της e-food (οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έχουν γίνει αποδέκτες της αγανάκτησης των καταναλωτών, και μπορεί κάλλιστα να βγουν ωφελημένοι από αυτή).

Το ζήτημα – και πρόκειται για βαθιά πολιτικό ζήτημα – είναι ακριβώς οι κανόνες βάσει των οποίων η Πολιτεία μεσολαβεί ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, τιθασεύοντας τα «ζωώδη ένστικτα» του καπιταλισμού χωρίς να καταπνίξει τον δυναμισμό του, αποτρέποντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό, και επιβάλλοντας τον σεβασμό των ελάχιστων επιπέδων ασφαλείας καταναλωτών και εργαζομένων.
Οι κανόνες (και φυσικά η τήρησή τους) έχουν σημασία. Διοχετεύουν την επιχειρηματικότητα σε δραστηριότητες και πρακτικές που υποβαθμίζουν ή αναβαθμίζουν το παραγωγικό πρότυπο μιας οικονομίας. Διαμορφώνουν την κατανομή του εισοδήματος με τρόπο που αυξάνει ή μειώνει τις ανισότητες. Οι πολιτικές δυνάμεις εν πολλοίς χαρακτηρίζονται από το πώς τοποθετούνται ως προς αυτές τις επιλογές, και κρίνονται για αυτές στις εκλογές.

Η τελευταία δεκαετία μας έκανε όλους σοφότερους. Η οικονομική κρίση του 2010-14, πρωτοφανούς έντασης και διάρκειας, έκανε σαφή τα αδιέξοδα του προηγούμενου μοντέλου ανάπτυξης, της επίπλαστης ευημερίας μέσω υπερδανεισμού και υπερκατανάλωσης. Η διακυβέρνηση της περιόδου 2015-19 ανέδειξε τους κινδύνους της νοσταλγίας του χρεωκοπημένου παρελθόντος, του διαπλεκόμενου κρατισμού, της δυσανεξίας προς την οικονομία της αγοράς, της αδυναμίας ρύθμισης των κανόνων της με δημιουργικό τρόπο.

Σε αυτές τις συνθήκες, ήταν αναμενόμενη (και σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένη) η διορθωτική κίνηση του εκκρεμούς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης ήταν αναπόφευκτο να είναι πιο φιλελεύθερη. Αυτό που σταδιακά γίνεται όλο και πιο εμφανές είναι το πόσο δέσμια είναι (και) αυτή η κυβέρνηση στις αγκυλώσεις ενός απελπιστικά παρωχημένου τρόπου άσκησης πολιτικής.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το θέμα που συζητάμε; Μεγάλη. Ο νόμος 4670 του Φεβρουαρίου 2020 είχε ακυρώσει την ενοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος, και την εξίσωση των όρων ασφάλισης όλων των πολιτών, επαναφέροντας τις χαμηλές εισφορές για ελεύθερους επαγγελματίες ανεξαρτήτως εισοδήματος. Από τη σκοπιά της πολιτικής κουλτούρας που οδήγησε τη χώρα στη χρεωκοπία του 2010, η επιλογή αυτή ήταν απολύτως κατανοητή: οι άμεσα ενδιαφερόμενοι πανηγύρισαν, τα μέσα ενημέρωσης χειροκρὀτησαν τις «ελαφρύνσεις», οι δημοσκοπήσεις επιβράβευσαν την κυβερνητική επιλογή. Από τη σκοπιά όμως της πολυπόθητης και πολυδιαφημιζόμενης μετάβασης σε ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης, για να μην αναφερθώ στη στοιχειώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτών, η ίδια αυτή επιλογή ήταν εντελώς ακατανόητη. Τι δουλειά έχει το χάιδεμα των μεγαλογιατρών και των μεγαλοδικηγόρων με τις συστάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη για την διευκόλυνση των επιτυχημένων επιχειρήσεων να προσλάβουν προσωπικό και να μεγαλώσουν; Ήταν σαν η νέα κυβέρνηση να στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη πάνω στο «αόρατο ρήγμα» του Αρίστου Δοξιάδη (από τη μια η επιδοτούμενη αυτοαπασχόληση της εσωτερικής αγοράς, από την άλλη οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους), για να επιλέξει τελικά την πεπατημένη της θεαματικότερης επιδότησης της αυτοαπασχόλησης από το 1974.

Μεταξύ άλλων, η μεγάλη μείωση των εισφορών αυτοαπασχολουμένων έκανε ακόμη πιο συμφέρουσα τη διαδεδομένη (και παράνομη) πρακτική πολλών εργοδοτών να μεταμφιέζουν τους υπαλλήλους τους σε «συνεργάτες». Η πρακτική αυτή είναι βέβαια πολύ δημοφιλής μεταξύ των εργοδοτών: αμείβοντας τους εργαζόμενους με μπλοκάκι εξοικονομούν εργοδοτικές εισφορές, καθώς και τα κόστη που αφορούν άδειες διακοπών, μητρότητας, ασθένειας κτλ. Προφανώς οι εργαζόμενοι χάνουν όλα τα παραπάνω, καθώς και επιδόματα ανεργίας και αποζημιώσεις σε περίπτωση απόλυσης. Η οικονομία της χώρας χάνει και αυτή: η σχετική πρακτική προάγει την «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής», και κάνει αθέμιτο ανταγωνισμό σε πιο μακροπρόθεσμες επιχειρηματικές στρατηγικές που αναζητούν την κερδοφορία μέσω της επένδυσης στις δεξιότητες των εργαζομένων. Μια διορατική φιλελεύθερη πολιτική θα ελάφραινε το μη μισθολογικό εργατικό κόστος με τη μετατόπιση του φορολογικού βάρους από τις ασφαλιστικές εισφορές στη γενική φορολογία (π.χ. ενισχύοντας την κρατική επιδότηση της άδειας μητρότητας ώστε να μην ζημιώνονται οι επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν νέες γυναίκες). Η συγκεκριμένη κυβέρνηση, όπως είδαμε, επέλεξε να επιδοτήσει την αυτοαπασχόληση σε βάρος της μισθωτής εργασίας.

Το επόμενο κεφάλαιο του δράματος που παίχτηκε τις τελευταίες μέρες γράφτηκε το Μάιο 2021, με το νομοσχέδιο για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Ενώ η αντιπολίτευση συγκέντρωσε τα πυρά της (και τα μέσα ενημέρωσης το ενδιαφέρον τους) σε δευτερεύουσας σημασίας ρυθμίσεις, ο μετέπειτα νόμος 4808 του Ιουνίου 2021, άρθρο 69, νομιμοποίησε αυτό που μέχρι τότε ήταν παράνομο (αν και αρκετά διαδεδομένο). Πλέον, οι ψηφιακές πλατφόρμες τύπου Wolt ή e-food έχουν το νομικό δικαίωμα να προσλαμβάνουν διανομείς ως «συνεργάτες», και συνεπώς να μην χρειάζεται να καταβάλλουν εργοδοτικές εισφορές, να μην τους αναγνωρίζουν άδειες, να μην τους πληρώνουν τη βενζίνη, να μην τους καλύπτουν σε περίπτωση ατυχήματος κτλ. κτλ. Οι τυπικές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος για να είναι τυπικά καλυμμένες οι εταιρείες δείχνουν προσχηματικές: αρκεί ένας οδηγός να βγαίνει από την πλατφόρμα τη νύχτα ή τα Σαββατοκύριακα για να νομιμοποιείται η εταιρεία να τον θεωρεί «freelancer». Η πρόσφατη πρόταση «συνεργασίας» της e-food που προκάλεσε τις γνωστές αντιδράσεις είναι φυσική απόρροια του νέου θερμικού πλαισίου.

Ανακεφαλαιώνοντας: Ο ασφαλιστικός νόμος του 2020 ενίσχυσε το κίνητρο για παρανομία (πρόσληψη με μπλοκάκι). Ο εργασιακός νόμος του 2021 τη νομιμοποίησε. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου να συμβούν.

Υποθέτω ότι δεν θα αργήσει να ακουστεί ο αντίλογος: «Μα οι εταιρείες δεν βγαίνουν αλλιώς. Να τις διώξουμε από τη χώρα; Με την ανεργία ακόμη στα ύψη;» Ο αντίλογος (μου) στον αντίλογο είναι ως εξής: Από τη σκοπιά της οικονομίας, η επιδίωξη της ανάκαμψης μέσω της μόνιμης μισθολογικής υποτίμησης είναι μάταιη. Τα φτηνά εργατικά χέρια, η αποδυνάμωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η νομιμοποίηση της υπερεκμετάλλευσης, εθίζουν σε ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλών δυνατοτήτων, εξασφαλίζοντας την κερδοφορία επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με ανύπαρκτο ή αμφίβολο αναπτυξιακό αντίκρυσμα. Από τη σκοπιά της κοινωνίας, οι αντιδράσεις των τελευταίων ημερών δείχνουν ότι υπάρχουν όρια ανοχής στην απληστία. Από τη σκοπιά της πολιτικής, οι συνθήκες για τη σημερινή μονοπώληση του μεσαίου χώρου από τη ΝΔ (απωθητικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, ανικανότητα του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ) ίσως να διαρκέσουν λιγότερο από ό,τι νομίζαμε.

21 Αυγούστου 2021

Η οικονομία της περιστασιακής απασχόλησης και οι εντάσεις της

Δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (Σάββατο 21 Αυγούστου 2021). 

Ένας χρήσιμος τρόπος αξιολόγησης της συμβολής της οικονομίας περιστασιακής απασχόλησης (gig economy) σε μια ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς αφορά τη διάκριση, που προτείνει η Mariana Mazzucato και άλλοι, μεταξύ της δημιουργίας αξίας και της απόσπασης αξίας. Η πρώτη είναι παίγνιο θετικού αθροίσματος: προσθέτει αξία, αυξάνει τον πλούτο, ανοίγει δρόμους για βελτιώσεις στο βιοτικό επίπεδο των πολλών. Η δεύτερη συνιστά παίγνιο μηδενικού αθροίσματος: η οικονομική επιτυχία ορισμένων επιτυγχάνεται εις βάρος άλλων, χωρίς αύξηση της ευημερίας του συνόλου. (Ορισμένα είδη απόσπασης αξίας μπορούν ακόμη και να συντελέσουν σε συνολική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου: το οργανωμένο έγκλημα, για παράδειγμα, οδηγεί στον πλουτισμό ορισμένων ανθρώπων με αντίτιμο την καταστροφή ανθρώπινων ζωών, τη λεηλασία ή την υποβάθμιση φυσικών πόρων, τη διάβρωση κοινοτήτων, την υπονόμευση των μακροπρόθεσμων οικονομικών προοπτικών.)

Όπως συμβαίνει συχνά, η διάκριση δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρη: οι πλατφόρμες μπορεί να περιλαμβάνουν τόσο τη δημιουργία αξίας όσο και την απόσπαση αξίας. Οι πλατφόρμες ενοικίασης καταλυμάτων δημιουργούν αξία όταν φέρνουν σε επαφή κατοίκους της πόλης, που παραχωρούν το διαμέρισμά τους όταν οι ίδιοι δεν το χρησιμοποιούν, με ταξιδιώτες που προτιμούν τη θαλπωρή ενός σπιτιού αντί το δωμάτιο ξενοδοχείου. Όμως αποσπούν αξία, είτε ηθελημένα είτε όχι, όταν προσελκύουν αδίστακτους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων οι οποίοι μεταφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία στην πλατφόρμα για να παρακάμψουν τους κανονισμούς ασφαλείας, τη νομοθεσία απασχόλησης ή τις φορολογικές υποχρεώσεις. Οι πλατφόρμες παροχής υπηρεσιών μεταφοράς για ιδιώτες προσδίδουν αξία όταν φέρνουν σε επαφή οδηγούς που διαθέτουν επιπλέον χώρο (και χρόνο), με επιβάτες που εκτιμούν την άνεση της μεταφοράς τους από πόρτα σε πόρτα και τις πληροφορίες που παρέχονται από τις αξιολογήσεις των οδηγών. Ωστόσο, αποσπούν αξία όταν αδυνατούν να αξιολογήσουν την ποιότητα οδηγών και οχημάτων ή, αντίστροφα, όταν διατηρούν χαμηλά τα κόμιστρα συμπιέζοντας τους μισθούς.

Ομοίως, οι πλατφόρμες διανομής φαγητού δημιουργούν αξία όταν συνδέουν κουζίνες εστιατορίων με πελάτες που προτιμούν να τρώνε στο σπίτι (ή δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι, όπως κατά τη διάρκεια της πανδημίας). Ωστόσο, αποσπούν αξία όταν διατηρούν τις τιμές χαμηλές μέσω της συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους των εστιατορίων, ή όταν μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους στην διανομή ως «αυτοαπασχολούμενους», υπεύθυνους για τις δικές τους κοινωνικές εισφορές, την ασφάλιση εργατικού ατυχήματος, ακόμη και για τα έξοδα συντήρησης της μοτοσυκλέτας τους.

Η δημόσια πολιτική έχει σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει: μπορεί να εξαλείψει τις πιο ακραίες περιπτώσεις απόσπασης αξίας, να τιμωρήσει άλλες, και να ανταμείψει πρακτικές δημιουργίας αξίας. Στην περίπτωση των πλατφορμών καταλυμάτων, οι κυβερνήσεις (σε κεντρικό ή τοπικό επίπεδο) έχουν θέσει όρια στον αριθμό των ακινήτων που μπορούν να προσφέρουν οι ιδιοκτήτες μέσω της πλατφόρμας ή στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο μπορεί να μισθωθεί ένα διαμέρισμα ή ένα σπίτι. Για παράδειγμα, οι ιδιοκτήτες σπιτιών στο Άμστερνταμ μπορούν να νοικιάσουν το σπίτι τους μόνο για 30 νύχτες ετησίως, εκτός εάν έχουν λάβει ειδική άδεια.

Στην περίπτωση των πλατφορμών μεταφορικών υπηρεσιών, οι πλατφόρμες αγωνίστηκαν για να διατηρήσουν το δικαίωμα να μην αντιμετωπίζονται οι οδηγοί ως υπάλληλοι, το οποίο θα ήταν επιζήμιο για το επιχειρηματικό τους μοντέλο. Στις ΗΠΑ, έχουν σημειώσει επιτυχίες. Τον Νοέμβριο του 2020, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων στην Καλιφόρνια ενέκρινε την Πρόταση 22, ένα δημοψήφισμα υπό την αιγίδα των Uber, Lyft και άλλων πλατφορμών, οι οποίες φέρονται να δαπάνησαν πάνω από 200 εκατομμύρια δολάρια για την εκστρατεία. Η Πρόταση 22 επιτρέπει στις πλατφόρμες να συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν τους οδηγούς ως ανεξάρτητους συνεργάτες. Παρόλα αυτά, οι εταιρείες υποχρεώθηκαν σε ορισμένες παραχωρήσεις: οι εταιρείες θα καταβάλλουν κατώτατη αμοιβή, επιδότηση ασφάλισης υγείας, καθώς και ιατρικά έξοδα και κάποια αναπλήρωση εισοδήματος σε περίπτωση ατυχήματος.

Στην Ευρώπη, τα δικαστήρια ήταν λιγότερο γενναιόδωρα προς τις πλατφόρμες. Τον Φεβρουάριο του 2021 το ανώτατο δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου επικύρωσε απόφαση του εργατικού δικαστηρίου, που είχε προσβάλει η Uber, σύμφωνα με την οποία οι οδηγοί πρέπει να θεωρούνται «εργαζόμενοι» (μια ενδιάμεση κατηγορία με περισσότερα δικαιώματα από τους ανεξάρτητους συνεργάτες αλλά λιγότερα από τους μισθωτούς). Ως αποτέλεσμα, οι οδηγοί εξασφάλισαν έναν κατώτατο μισθό, άδεια μετ’ αποδοχών, καθώς και δωρεάν ασφάλιση σε περίπτωση ασθένειας ή τραυματισμού.

Στη Νότια Ευρώπη το κύριο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στην οικονομία περιστασιακής εργασίας αφορά τη διανομή φαγητού. Στην Ισπανία η κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα τον Μάιο του 2021, που εφαρμόζει προηγούμενη απόφαση ανώτατου δικαστηρίου, με την οποία ορίζεται ότι 30.000 εργαζόμενοι στον τομέα διανομής (delivery) πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υπάλληλοι. Στην Ιταλία η εισαγγελία του Μιλάνου αποφάσισε τον Φεβρουάριο του 2021 ότι τέσσερις πλατφόρμες διανομής φαγητού πρέπει να πληρώσουν συνολικά πρόστιμα ύψους 733 εκατ. ευρώ και στη συνέχεια να προσλάβουν ως μισθωτούς τους 60.000 εργαζομένους τους. Και στις δύο χώρες ορισμένες πλατφόρμες ανακοίνωσαν ότι θα εγκαταλείψουν την αγορά, ενώ άλλες θα προσπαθήσουν να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αναδεικνύοντας την «ηθική» μεταχείριση των εργαζομένων τους. Ο τρόπος με τον οποίο θα εξελιχθούν τα πράγματα θα αποτελέσει μια δοκιμή για το κατά πόσον η οικονομία περιστασιακής εργασίας μπορεί να είναι βιώσιμη με τη δημιουργία αξίας και όχι απλώς με την απόσπασή της.

Στην Ελλάδα η κυβέρνηση εξέδωσε πρόσφατα (Μάιος 2021) ένα νομοσχέδιο για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας, το οποίο στη συνέχεια θα κατατεθεί στην Βουλή. Το νομοσχέδιο έχει επικριθεί από την αντιπολίτευση και τα συνδικάτα επειδή εισάγει μεγαλύτερη ευελιξία σε μια αγορά εργασίας η οποία έχει ήδη απορρυθμιστεί σε μεγάλο βαθμό βάσει των διατάξεων των Μνημονίων της δεκαετίας του 2010. Όσον αφορά την οικονομία περιστασιακής απασχόλησης, το νομοσχέδιο καθορίζει ένα σύνολο προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να αντιμετωπίζονται οι εργαζόμενοι ως υπάλληλοι με εξαρτημένη σχέση εργασίας. Εάν οι οδηγοί μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και σε άλλες πλατφόρμες, συμπεριλαμβανομένων των ανταγωνιστών τους, ή να προσλαμβάνουν υπεργολάβους ή να αποφασίζουν πότε και πόσο χρόνο θα εργαστούν ή να επιλέγουν ποιες διαδρομές θα δέχονται και ποιες όχι – εάν πληρούνται μία ή περισσότερες από αυτές τις προϋποθέσεις, οι εργοδότες μπορούν να μεταχειρίζονται τους εργαζομένους ως ανεξάρτητους συνεργάτες. Επιπλέον, το νομοσχέδιο παρέχει σε όλους τους εργαζομένους πλατφόρμας, ανεξάρτητα από το καθεστώς τους, το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι, καθώς και πρόσβαση σε «προστατευτικά μέτρα στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας, της υγείας και της ασφάλειας» (τα οποία δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί).

Απομένει να δούμε με ποιον τρόπο η μεταρρύθμιση της κυβέρνησης θα βελτιώσει τις συνθήκες των εργαζομένων που εργάζονται στη διανομή φαγητού. Προς το παρόν, οι πλατφόρμες πληρώνουν λίγο περισσότερο από ό,τι τα μεμονωμένα εστιατόρια, αλλά οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες διαβίωσης, πρέπει να καλύπτουν οι ίδιοι έξοδα βενζίνης και δαπάνες συντήρησης των οχημάτων τους, και, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, με κίνδυνο θανάτου ή τραυματισμού, αναλαμβάνουν οι ίδιοι τα ιατρικά τους έξοδα, επιπρόσθετα των χαμένων αποδοχών τους για όσες μέρες δεν μπορούν να εργαστούν. Εάν δεν αλλάξει αυτό, θα είναι δύσκολο να δούμε τη διανομή φαγητού ως κάτι άλλο από μια απεχθή περίπτωση απόσπασης αξίας.

13 Μαΐου 2021

Το αθέατο κόστος του φαγητού σε πακέτο

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Πέμπτη 13 Μαΐου 2021). 

Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο δίνει δύναμη στον εργαζόμενο;

Αυτό ισχυρίζεται το φιλμάκι της κυβέρνησης που δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα. Αρκετές από τις διατάξεις του (για το δικαίωμα της αποσύνδεσης, την προστασία της άδειας πατρότητας, την καταγγελία της σεξουαλικής παρενόχλησης) αυτό πράγματι κάνουν - υπό την αίρεση βέβαια της συμμόρφωσης των εργοδοτών στο νόμο. Άλλες, όπως η ευελιξία κατανομής του 40ώρου την εβδομάδα σε τέσσερα 10ωρα αντί για πέντε οκτάωρα, εάν συγκατατίθεται ο εργαζόμενος, δεν δείχνουν να δικαιολογούν τη φασαρία που γίνεται.

Σε ένα κρίσιμο όμως σημείο, διαιωνίζεται η άγρια εκμετάλλευση μιας κατηγορίας εργαζομένων: των διανομέων στον τομέα της εστίασης. Το νομοσχέδιο δίνει τη δυνατότητα στις ψηφιακές πλατφόρμες (Wolt κ.ά.) να τους απασχολούν είτε ως μισθωτούς είτε ως ανεξάρτητους συνεργάτες. Δύσκολα οι εργοδότες θα επιλέξουν το πρώτο: είναι μεγάλο το όφελος της μεταμφίεσης των υπαλλήλων σε «συνεργάτες», και έχει γίνει μεγαλύτερο με το Ν4670/2020 που επανέφερε τις χαμηλές εισφορές ασφάλισης για ελεύθερους επαγγελματίες ανεξαρτήτως εισοδήματος.

Βέβαια, το νομοσχέδιο μιλά για εφαρμογή των κριτηρίων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου – το οποίο όμως στην απόφασή του (Απρίλιος 2020) ρητά αναφέρει ότι η ανεξαρτησία των εργαζομένων δεν πρέπει να είναι πλασματική, προτού παραπέμψει το θέμα στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Τα τελευταία αποφαίνονται ότι οι διανομείς δεν είναι «συνεργάτες». Στην Ιταλία, η Εισαγγελία του Μιλάνου καταδίκασε (Φεβρουάριος 2021) τέσσερις πλατφόρμες εστίασης να πληρώσουν πρόστιμα συνολικής αξίας 733 εκατ. ευρώ και να προσλάβουν τους 60.000 υπαλλήλους τους ως μισθωτούς. Στην Ισπανία, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Σεπτέμβριος 2020), χθες η κυβέρνηση πέρασε νόμο που ορίζει ότι 30.000 διανομείς πρέπει να προσληφθούν ως μισθωτοί. Είχε προηγηθεί απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Φεβρουάριος 2021) που επέβαλε στην Uber να αναγνωρίσει στους οδηγούς της κάποια από τα δικαιώματα των μισθωτών: κατώτατο μισθό, ασφάλιση εργατικού ατυχήματος, άδειες ασθενείας, μητρότητας και διακοπών. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου η Uber και άλλες εταιρείες δαπάνησαν 224 εκατ. δολάρια για να ακυρωθεί (Proposition 22) στο δημοψήφισμα του περασμένου Νοεμβρίου σχετικός νόμος της Πολιτείας της Καλιφόρνιας, έγιναν κάποιες παραχωρήσεις στους εργαζόμενους: συμμετοχή στα ασφάλιστρα υγείας, ασφάλιση οχήματος, κατώτατες αμοιβές.

Στην Ελλάδα οι διανομείς πληρώνονται με το κομμάτι, άδειες δεν δικαιούνται, η βενζίνη και το σέρβις της μηχανής είναι δικά τους, και όταν ένας τρακάρει οι υπόλοιποι κάνουν έρανο για τα έξοδα του νοσοκομείου – ενώ οι εργοδότες δηλώνουν αμέτοχοι. Αυτό είναι το αθέατο κόστος του φαγητού σε πακέτο.

Θα τα αλλάξει όλα αυτά το νομοσχέδιο της κυβέρνησης;

Και αν όχι, πώς τότε «δίνει δύναμη στον εργαζόμενο»;

28 Απριλίου 2021

Για το νέο εργασιακό νομοσχέδιο

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 28 Απριλίου 2021).

Δεν θα σχολιάσω τον υστερικό τρόπο με τον οποίο συζητώνται τα σοβαρά ζητήματα στη χώρα μας («Σαρωτικές αλλαγές στα εργασιακά» / «Σεισμός στην εργατική νομοθεσία»). Υποθέτω ότι κάποτε θα γραφτεί η ιστορία του πώς χαμηλού επιπέδου δημοσιογράφοι και διευθυντές ειδήσεων στο κυνήγι του εντυπωσιασμού συνέβαλαν καθοριστικά στο να γίνει η ελληνική κρίση πιο οδυνηρή και πιο παρατεταμένη από ό,τι ήταν από μόνη της.

Ξεκινώ από την παραδοχή ότι ο στόχος μιας καλής ρύθμισης της αγοράς εργασίας είναι να εξασφαλίζει ευελιξία στις επιχειρήσεις και ασφάλεια στους εργαζόμενους. Και τα δύο χρειάζονται: Χωρίς ευελιξία οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις αλλαγές της αγοράς, με δυσμενείς συνέπειες για την κερδοφορία τους και για την δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης. Χωρίς ασφάλεια οι εργαζόμενοι δεν γίνονται μόνο πιο αγχωμένοι (για να μην πω πιο δυστυχισμένοι), αλλά σε τελευταία ανάλυση λιγότερο παραγωγικοί.

Τη δεκαετία του '90 που άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, το βασικό πρόβλημα της ρύθμισης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα ήταν το χάσμα μεταξύ Δημοσίου-τραπεζών-ΔΕΚΟ από τη μια, και υπόλοιπου ιδιωτικού τομέα από την άλλη. Οι μεν είχαν τόση ασφάλεια που και να μην δούλευαν καθόλου δεν τους έδιωχνε κανείς. Το επίπεδο ασφάλειας των δε κυμαινόταν από χαμηλό (στις πιο νομοταγείς επιχειρήσεις) έως μηδενικό (στις υπόλοιπες). Ήταν μια αρρωστημένη κατάσταση. Οι (δειλές) προσπάθειες της κυβέρνησης Σημίτη να βάλει μια τάξη έπεσαν στο κενό. Ήταν μεγάλες οι ευθύνες πολλών βουλευτών και αρκετών υπουργών του ΠΑΣΟΚ, που τότε έτρεμαν το πολιτικό κόστος αλλά σήμερα δεν τους θυμάται κανείς (ή αν τους θυμάται δεν είναι με νοσταλγία). Για τις ευθύνες των μέσων ενημέρωσης μίλησα παραπάνω. Για τις ευθύνες των συνδικαλιστών (πλήρως ταυτισμένων με τις προνομιούχες συντεχνίες, πλήρως αδιάφορων για τους κανονικούς εργαζόμενους, παρά τις ρητορείες), όπως και για τις ευθύνες της ΝΔ και των ΣΥΝ-ΚΚΕ, καλύτερα να μην μιλήσω.

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, οι μισθοί όλων έχουν πέσει, αλλά το χάσμα μεταξύ των «από μέσα» και των «απέξω» είναι το ίδιο μεγάλο (αν και τώρα περνάει μέσα από τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ, όπου συνυπάρχουν παλιοί με γενναιόδωρες παροχές και νέοι με συνθήκες παρόμοιες με αυτές στις άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα - και μαντέψτε ποιοι από τους δύο «βγάζουν τη δουλειά».)

Επί πλέον, φαίνεται να έχει διευρυνθεί αυτό που έχει ονομαστεί «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής»: η θλιβερή προσπάθεια πολλών επιχειρηματιών να πλουτίσουν ή απλώς να επιβιώσουν δια της παραβίασης της εργασιακής, φορολογικής, περιβαλλοντικής, πολεοδομικής κ.ά. νομοθεσίας. Προ κρίσης, όταν η ανεργία ήταν χαμηλή και τα συνδικάτα πιο ισχυρά, ο εργοδότης της Κούνεβα έστειλε μπράβους να της επιτεθούν με βιτριόλι (αυτό τουλάχιστον έκρινε το πρωτοβάθμιο δκαστήριο, για να ανατραπεί στη συνέχεια η απόφαση στο Εφετείο). Τώρα που η ανεργία είναι στα ύψη, και τα συνδικάτα πιο ανίσχυρα, η παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων είναι καθημερινό φαινόμενο που δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν.

Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ απολύτως λογική τη ρύθμιση που επιχειρείται με την κατανομή των υπερωριών (10 ώρες επί 4 ημέρες = 8 ώρες επί 5 ημέρες, εάν το ζητήσει ο εργαζόμενος ή εάν συμφωνηθεί από το συνδικάτο). Το ερώτημα είναι πώς θα εξασφαλιστεί η τήρηση του νόμου. Σήμερα σε πολλές επιχειρήσεις οι υπερωρίες δεν καταγράφονται και δεν αμείβονται. Με υψηλή ανεργία και αδύναμα (ή αδιάφορα) συνδικάτα, η θέση των εργαζομένων παραμένει μειονεκτική. Θα ήθελα να ελπίζω ότι η ψηφιακή κάρτα εργασίας θα βοηθήσει. Ας κρατήσουμε την ειλικρίνεια της κυβέρνησης και την διάθεσή της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Αντίθετα, θεωρώ άστοχη τη λύση που επελέγη για τη ρύθμιση των εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων στις πλατφόρμες (Wolt και λοιπών). Το νομοσχέδιο αναγνωρίζει δύο τρόπους συνεργασίας των «παρόχων υπηρεσιών» με τις πλατφόρμες: συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών/ έργου, και δίνει το δικαίωμα στους διανομείς που απασχολούνται με τον δεύτερο τρόπο να συστήνουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να διαπραγματεύονται, να καταρτίζουν συλλογικές συμβάσεις, καθώς και να απεργούν.

Η ένστασή μου είναι ότι αυτό δεν θα εμποδίσει τη Wolt και τις άλλες επιχειρήσεις διανομής να υποκρίνονται - νομότυπα πλέον - ότι τα παιδιά με τις στολές δεν είναι υπάλληλοί τους αλλά «συνεργάτες», και έτσι να μην καταβάλλουν εργοδοτικές εισφορές, να μην τους αναγνωρίζουν άδειες, να μην τους καλύπτουν σε περίπτωση ατυχήματος, να μην τους πληρώνουν τη βενζίνη κτλ. κτλ.

Στη Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία και αλλού τα δικαστήρια έχουν υποχρεώσει τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην οικονομία της πλατφόρμας, από την Uber έως την Deliveroo, να προσλάβουν με σχέση εξαρτημένης εργασίας τους εργαζόμενους που απασχολούν. Οι πιο διορατικές από τις εταιρείες αυτές θεωρούν ότι είναι και πάλι βιώσιμες, και επιχειρούν να προσελκύσουν επενδυτές και καταναλωτές προβάλλοντας το σεβασμό των εργαζομένων τους και των δικαιωμάτων τους. Οι λιγότερο διορατικές - ή λιγότερο ανταγωνιστικές - αποχωρούν.

Η οικονομία της πλατφόρμας είναι συχνά καινοτόμα, καλύπτει υπαρκτές ανάγκες των καταναλωτών, και προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης. Η ρύθμιση του εργασιακού καθεστώτος που διαφαίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν προστατεύει τους εργαζόμενους «πνίγοντας» τις επιχειρήσεις: κάνει απαιτητικότερη την καινοτομία, ανεβάζει τον πήχυ της ανταγωνιστικότητας, καταπολεμά τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, κάθε προσπάθεια να περιοριστεί η παραβατικότητα στην αγορά εργασίας είναι καλοδεχούμενη - τουλάχιστον από εμένα. Καταλαβαίνω ότι αυτό σε κάποιο βαθμό απαιτεί κάποιον πραγματισμό. Όμως ο πραγματισμός δεν μπορεί να εκτείνεται έως την συνθηκολόγηση με τις απαιτήσεις της μιας πλευράς, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής».

5 Μαΐου 2018

Η ανάκαμψη απαιτεί μια ενιαία αγορά εργασίας

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 5 Μαΐου 2018).

Ένα άρθρο με θέμα την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης για την απασχόληση θα μπορούσε να είναι πραγματικά σύντομο. Η κυβέρνηση δεν διαθέτει κάτι τέτοιο. Η προσπάθεια απορρόφησης κοινοτικών πόρων, όχι ιδιαίτερα επιτυχής εξ άλλου, δεν συνιστά πολιτική. Όσο για τις εκθέσεις ιδεών περί «κοινωνικής οικονομίας», ως λύση για την απορρόφηση ενός εκατομμυρίου ανέργων, μόνο ως ανέκδοτα μπορούν να εκληφθούν: το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να συκοφαντήσουν ανεπανόρθωτα και αυτή την συμπαθητική αλλά περιορισμένου βεληνεκούς πρόταση.

Βέβαια ούτε οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν να επιδείξουν αξιόλογο έργο: η απασχόληση ήταν σχεδόν πάντοτε ένας από τους τομείς πολιτικής όπου η κυβερνητική δράση στη χώρα μας παρακολουθούσε τις εξελίξεις χωρίς να θέλει ή να μπορεί να τις επηρεάσει. Με αυτή την έννοια, η σημερινή κυβέρνηση – που υποτίθεται ότι θα «ξεμπέρδευε με το παλιό» – ακολουθεί την πεπατημένη, απλώς σε πιο ανερμάτιστη εκδοχή.

Κακά τα ψέματα, η μόνη άξια λόγου πολιτική απασχόλησης των τελευταίων ετών ήταν και πάλι αυτή των Μνημονίων. Θυμίζουμε συνοπτικά τη συνταγή: εσωτερική υποτίμηση, χαλάρωση της νομοθεσίας για την προστασία της απασχόλησης, περιορισμός της ισχύος των συλλογικών διαπραγματεύσεων (και των συνδικάτων). Μια στρατηγική φιλελευθεροποίησης και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας.

Απέδωσε η στρατηγική αυτή στη χώρα μας; Βραχυπρόθεσμα, ενδεχομένως ναι. Η ευχέρεια των εργοδοτών να μειώνουν προσωρινά και νόμιμα τις δαπάνες μισθοδοσίας σε εποχές αναδουλειάς μπορεί να σώσει επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Είναι πολύ πιθανό χωρίς τη μείωση των μισθών η ανεργία να είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο. (Άλλωστε, στις επιχειρήσεις όπου εργοδότες και εργαζόμενοι μπόρεσαν να συνεννοηθούν, η αναγκαιότητα των περικοπών για να μην χαθούν οι δουλειές αναγνωρίστηκε τελικά από όλους.)

Όμως μακροπρόθεσμα η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης δεν αποδίδει. Ας μην ξεχνάμε ότι η λογική της Τρόικας ήταν η στροφή προς ένα εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης: φτηνή εργασία = φτηνά προϊόντα = ανάκτηση μεριδίου στις διεθνείς αγορές = αύξηση της κερδοφορίας των ελληνικών επιχειρήσεων = αύξηση της παραγωγής = προσλήψεις = πτώση της ανεργίας. Ένας ενάρετος κύκλος. Συνέβη αυτό; Σε απελπιστικά μικρό βαθμό. Μέχρι πολύ πρόσφατα, η αξία των εξαγωγών σε ευρώ ήταν χαμηλότερη από ό,τι προ κρίσης. Εάν αφαιρέσει κανείς τα πετρελαιοειδή (που εισάγονται και επανεξάγονται διϋλισμένα) και τον τουρισμό (που είναι ευάλωτος σε γεωπολιτικές αναταράξεις), η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας ήταν χαμηλή – ιδίως σε σύγκριση με αυτή άλλων μικρών χωρών που επλήγησαν από την κρίση όπως π.χ. η Πορτογαλία. Όσο για την απασχόληση, επί πέντε ολόκληρα χρόνια μετά τη μείωση των κατώτατων μισθών και τα υπόλοιπα μέτρα απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, ο αριθμός απασχολουμένων συνέχισε να μειώνεται: το επίπεδο του Φεβρουαρίου 2012 (όταν οι εργαζόμενοι ήταν 3,7 εκατομμύρια) ξεπεράστηκε μόλις τον Απρίλιο του 2017!

Γιατί ποιο λόγο; Επειδή η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα παραγωγικό μοντέλο φτηνής ανάπτυξης - δηλ. χαμηλής τεχνολογίας, μικρού μεγέθους επιχειρήσεων, χαμηλών διαχειριστικών ικανοτήτων (των εργοδοτών), και χαμηλών δεξιοτήτων (των εργαζομένων). Η εσωτερική υποτίμηση δεν έλυσε κανένα από αυτά τα προβλήματα, ούτε μπορούσε. Η αναγκαιότητα αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου (η στροφή προς επενδύσεις στη γνώση και στο ανθρώπινο κεφάλαιο των εργαζομένων) δεν ήταν καν στην agenda της Τρόικας. Ακόμη χειρότερα, απουσίαζε από την οπτική των ελληνικών κυβερνήσεων, κομμάτων, συνδικάτων και εργοδοτικών οργανώσεων (με ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις).

Συνεπώς; Έχουν δίκιο οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ που στις επαφές με τους δανειστές ψελλίζουν διάφορα περί επιστροφής στη χρυσή εποχή προ κρίσης; Όχι, επειδή η εποχή εκείνη ήταν χρυσή μόνο για εργαζομένους σε επιχειρήσεις τύπου ΔΕΗ, ΟΤΕ και Εθνικής Τράπεζας (από όπου άλλωστε προέρχονταν οι ηγέτες της ΓΣΕΕ και τα «εργατικά» στελέχη των κομμάτων). Αυτό που χρειάζεται η χώρα δεν είναι η αποκατάσταση των απαράδεκτων προνομίων μιας μικρής ομάδας καλοπληρωμένων εργαζομένων (οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, έχασαν λιγότερα στα χρόνια της κρίσης από ό,τι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι). Είναι η επικράτηση ενιαίων κανόνων για όλους τους εργαζόμενους, είτε εργάζονται σε ΔΕΚΟ είτε στην Pizza Domino.

Πράγματι, το (άλλο) λάθος της Τρόικας ήταν ότι διάβασε λαθεμένα το πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας: «σκληρωτικό» και «υπερ-ρυθισμένο» ήταν και παραμένει ένα μόνο τμήμα της (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΤΕ – και μάλιστα για τους παλιούς μόνο υπαλλήλους). Η πλειοψηφία των εργαζομένων της χώρας, ιδίως όσοι απασχολούνται στον εμπορεύσιμο τομέα της οικονομίας (από όπου ελπίζουμε να προέλθει η εξαγωγική ώθηση) στερούνται τα προνόμια των καλών πελατών του ΣΥΡΙΖΑ, συχνά μάλιστα στερούνται τα στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα.

Η κατάτμηση της αγοράς εργασίας δεν είναι μόνο άδικη, είναι επίσης τροχοπέδη για τη βιώσιμη ανάκαμψη. Εργαζόμενοι χωρίς δικαιώματα σημαίνει επιχειρηματικότητα χωρίς σχέδιο και χωρίς μέλλον (ή και εντελώς της αρπαχτής). Ένα δυναμικό παραγωγικό μοντέλο στηριγμένο στις εξαγωγές προϋποθέτει ένα κεφάλαιο «υπομονετικό», που σέβεται τους εργαζομένους και ποντάρει σε αυτούς. Προϋποθέτει επίσης έναν κρατικό τομέα που να παρέχει υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στους πολίτες και στις επιχειρήσεις, αντί να είναι καταφύγιο αργόσχολων που έχουν προσληφθεί με μέσον.

Για αυτό η λύση δεν μπορεί να είναι γενικώς και αορίστως «περισσότερη προστασία» ή «περισσότερη ελαστικότητα». Αυτό που χρειάζεται η αγορά εργασίας είναι περισσότερη προστασία στο απροστάτευτο κομμάτι της (π.χ. για τα νεαρά παιδιά που κάνουν ντελίβερυ ή δουλεύουν με μπλοκάκι), και ταυτόχρονα περισσότερη ελαστικότητα στο εντελώς σκληρωτικό (π.χ. στο Δημόσιο).

Γίνονται τέτοια πράγματα; Φυσικά γίνονται. Έχουν γίνει σε άλλες χώρες. Δεν γίνονται χωρίς κόπο όμως, αυτό όχι. Απαιτούν συνδικαλιστικές ηγεσίες μακράς πνοής, που να καταλαβαίνουν ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων μπορούν να εξυπηρετηθούν καλά μόνο σε δυναμικές επιχειρήσεις που ακμάζουν, και που να φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν ολόκληρη την εργατική τάξη της χώρας, όχι μόνο τις ευνοημένες συντεχνίες από τις οποίες προέρχονται. Απαιτούν εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου που να αναγνωρίζουν ότι η διατηρήσιμη ανάκαμψη της οικονομίας προϋποθέτει την αξιοποίηση των ταλέντων και ενίσχυση των ικανοτήτων των εργαζομένων, και σχέσεις δημιουργικής συνεργασίας με τους εκπροσώπους τους. Και επίσης απαιτούν διορατικούς πολιτικούς σε όλους τους χώρους, και ιδίως στη φιλελεύθερη κεντροδεξιά και στην εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, που να αφήσουν πίσω τους τις άγονες διαμάχες που οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, επιβάλλοντας λύσεις θετικού αθροίσματος.

Αυτή είναι η λογική της νέας πολιτικής απασχόλησης που χρειαζόμαστε: συντονισμένα βήματα μετάβασης προς μια ενιαία αγορά εργασίας, που να συνδυάζει την ελαστικότητα με την προστασία, την ευελιξία με την ασφάλεια. Για μια ανάκαμψη δίκαια και βιώσιμη.

1 Δεκεμβρίου 2013

«Οικονομικά της εργασίας: ανάλυση ατελών αγορών»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου των Tito Boeri και Jan van Ours «Οικονομικά της εργασίας: ανάλυση ατελών αγορών» (εκδόσεις «Κριτική», Δεκέμβριος 2013).

Ο αναγνώστης που θα ρίξει μια απλή ματιά στον πίνακα περιεχομένων του βιβλίου των καθηγητών Tito Boeri (Πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου) και Jan van Ours (Πανεπιστήμιο Tilburg στην Ολλανδία) θα συνειδητοποιήσει αμέσως πως αφορά μερικά από τα πιο καυτά ζητήματα πολιτικής της εποχής μας – με την έννοια τόσο της δημόσιας πολιτικής όσο και της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το ύψος του κατώτατου μισθού, οι νομοθετικοί περιορισμοί στον αριθμό των απολύσεων, ο ρόλος των συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά και η διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας, τα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων κατάρτισης, οι κανόνες του συστήματος συντάξεων – όλα αυτά είναι προβλήματα που απασχολούν τις κυβερνήσεις, τις πολιτικές δυνάμεις, τις κοινωνικές οργανώσεις και την κοινή γνώμη σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν.

Όμως, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που προσπαθεί να συνέλθει από μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση (μια οδυνηρή κρίση που όχι μόνο χαμήλωσε το βιοτικό επίπεδο αλλά επίσης κλόνισε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, της πολιτικής και της οικονομίας), τα ερωτήματα αυτά αποκτούν έναν ακόμη πιο επείγοντα χαρακτήρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το πώς θα είναι η χώρα στην οποία θα ζούμε και θα εργαζόμαστε τις επόμενες δεκαετίες εξαρτάται και από τις συλλογικές απαντήσεις που θα δώσουμε σε αυτά.

Η ρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, συνεπώς δεν αφορά μόνο τους οικονομολόγους (και τους φοιτητές οικονομικών τμημάτων).

Γι’ αυτό, το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους «ειδικούς», αλλά και σε όσους ασχολούνται με τέτοια ζητήματα συστηματικά ή απλώς ενδιαφέρονται να είναι ενημερωμένοι για αυτά. Πράγματι, οι ιδανικοί αναγνώστες του βιβλίου βρίσκονται στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα, αλλά και στη δημόσια διοίκηση, στις συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, στα επιτελεία των κομμάτων, στα μέσα ενημέρωσης.

Κατά κανόνα τα θέματα της αγοράς εργασίας προσεγγίζονται με βάση προκατασκευασμένες απόψεις, είτε αυτές ανάγονται σε ιδεολογικές τοποθετήσεις είτε σε υλικά συμφέροντα (είτε, όπως συνήθως, και στα δύο). Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο: είναι τέτοια η πολιτική σημασία τους, και η επίδρασή τους στην καθημερινότητα όλων μας, που θα ήταν δύσκολο να είναι αλλιώς.

Για παράδειγμα, το εάν θα πρέπει ο κατώτατος μισθός, μετά τη μείωσή του κατά 22% τον Φεβρουάριο 2012, να αυξηθεί και πάλι στο μέλλον –και κατά πόσο– δεν είναι «ακαδημαϊκό» ζήτημα αλλά έχει ζωτική σημασία για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους (και εργοδότες). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης και αντικείμενο δημόσιας συζήτησης είναι απολύτως φυσιολογικό.

Άλλωστε, αυτή είναι η πρωτοτυπία του βιβλίου σε σύγκριση με άλλα εγχειρίδια οικονομικής της εργασίας. Ενώ τα τελευταία (ακόμη και τα καλύτερα από αυτά) αναλύουν τους θεσμούς της αγοράς εργασίας ως λίγο πολύ ατυχείς παρεκκλίσεις από τον «κανόνα» της ελεύθερης αγοράς, το βιβλίο αυτό τους αντιμετωπίζει αντίθετα ως δεδομένους και ξεκινά από εκεί.

Συγκεκριμένα, η προσέγγιση των συγγραφέων θεωρεί τους θεσμούς της αγοράς εργασίας ιστορικές απαντήσεις (λιγότερο ή περισσότερο επιτυχείς) στα πραγματικά προβλήματα που προκαλεί η απουσία ρυθμίσεων. Αυτό που τους απασχολεί δεν είναι, π.χ., η κατάργηση των κατώτατων μισθών, αλλά ο καλός σχεδιασμός τους ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

Η οικονομική ανάλυση των εγγενών «ατελειών» της αγοράς εργασίας και ο επιτυχής σχεδιασμός της δημόσιας παρέμβασης είναι η συνεισφορά του βιβλίου στη συζήτηση γύρω από τα καυτά ζητήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Για παράδειγμα, το ερώτημα για το «σωστό» ύψος του κατώτατου μισθού δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί με πολιτικά και μόνο κριτήρια. Εάν ο κατώτατος μισθός προσδιοριστεί σε υπερβολικά χαμηλό επίπεδο, μπορεί να έχει αρνητικές παρενέργειες στην αποδοτικότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Αντίθετα, εάν οριστεί σε υπερβολικά υψηλό επίπεδο, μπορεί να έχει αρνητικές παρενέργειες στην απασχόληση. Παρόμοια διλήμματα πολιτικής σχετίζονται με τη νομοθετική προστασία της απασχόλησης, τη διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας και τα άλλα ζητήματα ρύθμισης της αγοράς εργασίας τα οποία αναλύει το βιβλίο.

Ο ρόλος του βιβλίου δεν είναι να πάρει θέση σε αυτή τη διαμάχη, ρίχνοντας το βάρος του υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Είναι να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της οικονομικής επιστήμης ώστε να πληροφορήσει όλες τις πλευρές για τα υπέρ και τα κατά της μιας ή της άλλης επιλογής.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τη μελέτη του βιβλίου προκύπτει αβίαστα η συναίσθηση των ορίων, η επίγνωση των παρενεργειών της ωμής ισχύος, καθώς και η κατανόηση των θεμιτών ανησυχιών κάθε πλευράς. Η καλύτερη γνώση της αγοράς εργασίας είναι προϋπόθεση της επιτυχημένης ρύθμισής της. Με τη σειρά της, η καλή ρύθμιση της αγοράς εργασίας ευνοεί την ανάπτυξη βιώσιμων επιχειρήσεων προστατεύοντας ταυτόχρονα τα ζωτικά δικαιώματα των εργαζομένων, συμβιβάζοντας έτσι αντιτιθέμενα συμφέροντα με τρόπο προωθητικό.

Η μελέτη του βιβλίου δεν θα συμβάλει ασφαλώς στην εξάλειψη της πολιτικής αντιπαράθεσης πάνω στα ζητήματα της ρύθμισης της αγοράς εργασίας, ούτε στην υποκατάστασή της από «τεχνικές» λύσεις. Μπορεί όμως να συμβάλει στην άνοδο του επιπέδου της.

Η ικανότητα ψύχραιμης και τεκμηριωμένης ανάλυσης πολιτικά φορτισμένων θεμάτων είναι το όφελος που θα αποκομίσουν οι αναγνώστες – είτε αυτοί είναι φοιτητές, είτε ερευνητές, είτε στελέχη της δημόσιας διοίκησης και της κυβέρνησης, είτε των πολιτικών κομμάτων και των κοινωνικών οργανώσεων, είτε δημοσιογράφοι, είτε απλοί πολίτες που θέλουν να είναι μέλη μιας καλά ενημερωμένης κοινής γνώμης.

Σε όλους αυτούς ευχόμαστε καλό διάβασμα!

13 Αυγούστου 2013

Η ανεργία και ο ΣΥΡΙΖΑ

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τρίτη 13 Αυγούστου 2013).

Στα «ΝΕΑ» του περασμένου Σαββάτου (10 Αυγούστου), ο Ηλίας Χρονόπουλος, γραμματέας της Νεολαίας ΣΥΝ, απαντά στο ερώτημα  τι θα έκανε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στις 100 πρώτες μέρες» εστιάζοντας στην ανεργία, ιδίως των νέων.

Σκέφτηκα να σχολιάσω τη συνέντευξή του για τρεις λόγους. Κατ’ αρχήν, επειδή η προγραμματική αντιπαράθεση πάνω σε συγκεκριμένα θέματα μου φαίνεται προτιμότερη από την ανταλλαγή προσβολών που (ιδίως τον τελευταίο καιρό) περνιέται για πολιτική συζήτηση στη χώρα μας. Επίσης, επειδή οι απαντήσεις του Χρονόπουλου είναι πολύ πιο συγκροτημένες από ό,τι εκείνες μεγαλύτερων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στην ίδια έρευνα.  Τέλος, επειδή ο Ηλίας Χρονόπουλος είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου (και καλό παιδί), και για αυτό αξίζει μια δίκαιη κριτική. Ελπίζω να μου συγχωρήσει – και οι αναγνώστες το ίδιο – το κάπως δασκαλίστικο ύφος (επαγγελματική διαστροφή).

Λοιπόν, τα κύρια σημεία:

1. Άμεσα μέτρα στήριξης των ανέργων. Τα μισά από όσα προτείνει ("επέκταση επιδόματος ανεργίας, χορήγηση βιβλιάριου υγείας, κάλυψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ενίσχυση των δημοτικών ιατρείων") είναι σωστά και τα έχουν προτείνει και άλλοι (π.χ. εγώ). Τα άλλα μισά ("δωρεάν μετακινήσεις, ελευθέρας σε κινηματογράφους, θέατρα, δημοτικά γυμναστήρια και πολιτιστικά κέντρα, επιδότηση στέγης ή διάθεση αχρησιμοποίητων κτιρίων για στέγαση αστέγων") είναι κάπως πιο συζητήσιμα, αλλά πάντως στα όρια του ήπιου ρεφορμισμού.

2. "Εναλλακτική επιχειρηματικότητα". Ο όρος είναι δικός μου, αλλά δεν νομίζω ότι αδικεί πολύ το περιεχόμενο: "κοινωνική, οικολογική και παραγωγική ανασυγκρότηση, συνεταιριστικά και αυτοδιαχειριστικά σχήματα, εταιρίες λαϊκής βάσης, εγχειρήματα κοινωνικής οικονομίας". Θυμίζει προεκλογικό φυλλάδιο ΠΑΣΟΚ το 1981 («Συμβόλαιο με το Λαό» και τέτοια), αλλά εν πάση περιπτώσει.

3. Πολιτική για τον αθλητισμό: "στήριξη της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού στην εκπαίδευση, των δράσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης και του «αθλητισμού για όλους», του ερασιτεχνικού αγωνιστικού και σωματειακού αθλητισμού". Βλ. παραπάνω (φυλλάδιο ΠΑΣΟΚ 1981).

4. Πολιτική για τον πολιτισμό: "δυο φράσεις, αρκετά αποσπασματικές, ώστε να γίνει κατανοητή η κατεύθυνση μας. Θα αξιοποιήσουμε τα ανενεργά ή υποχρησιμοποιούμενα κτήρια του ΥΠΠΟ, αλλά και μεγάλο αριθμό κλειστών και υπαίθριων δημόσιων και δημοτικών χώρων, προκειμένου να διατεθούν ως εστίες καλλιτεχνικών δράσεων. Επίσης, θα βάλουμε μπροστά τη δημιουργία δημόσιων στούντιο για ηχογραφήσεις και πρόβες, για παραγωγή ταινιών και γενικά καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων". Μοιάζει κλεμμένο από δράση των Atenistas, και ίσως πρέπει να μπει στο προεκλογικό πρόγραμμα του Καμίνη ή του Μπουτάρη.

Γενικά: τίποτε μεμπτό, αλλά επίσης τίποτε καινούριο ή ριζοσπαστικό. Τίποτε τόσο διαφορετικό που να εξηγεί την ακραία πόλωση της πολιτικής ζωής. Και κυρίως: τίποτε που να δημιουργεί προσδοκίες αισθητής μείωσης της ανεργίας.

Κακά τα ψέματα: Η ανεργία δεν πέφτει με ρητορείες. Για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας θα πρέπει πρώτα να υπάρξουν αρκετές επιχειρήσεις (κερδοσκοπικές ή όχι, δεν έχει μεγάλη σημασία) που να πουλάνε σε προσιτές τιμές προϊόντα και υπηρεσίες που να θέλουν να τα αγοράσουν αρκετοί καταναλωτές (κατά προτίμηση από το εξωτερικό).

Θα μου πείτε: «και τι κάνει η κυβέρνηση» ή «τι έκανε η ΔΗΜΑΡ» για την ανεργία; Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη συμβολή τους ήταν η αποκατάσταση το περυσινό καλοκαίρι ενός θετικότερου κλίματος διεθνώς για τη χώρα, και η παραμονή – μέχρι στιγμής – στη ζώνη του ευρώ. Κατά τα άλλα, ελάχιστα. Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα όπου μεγαλύτερα και γρηγορότερα κέρδη μπορεί να εξασφαλίσει κανείς παρανομώντας ή αξιοποιώντας τις διασυνδέσεις με το πολιτικό σύστημα και τη δημόσια διοίκηση (ή μάλλον και τα δύο), παρά χάρη σε αυτό που ονομάζουμε «υγιή επιχειρηματικότητα».

Το πρόβλημα τώρα, για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τους υπόλοιπους, είναι ότι η μαζική ανεργία λίγο οφείλεται στη λιτότητα που συμπιέζει τα εισοδήματα, ώστε να ελπίζουμε ότι θα μειωθεί καταργώντας το Μνημόνιο. Οφείλεται στην απελπιστικά χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Και αυτή δεν διορθώνεται χωρίς σκληρή προσπάθεια και χωρίς ευρείες συναινέσεις για μεταρρυθμίσεις παντού: στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στη δημόσια διοίκηση κτλ. Και οπωσδήποτε δεν διορθώνεται καθόλου σε συνθήκες πολιτικής αστάθειας και νομισματικής αβεβαιότητας, όπως αυτές στις οποίες ζούμε τα τελευταία χρόνια, με ευθύνη – για να το θέσω όσο πιο ήπια μπορώ – και του ΣΥΡΙΖΑ.