Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Τετάρτη 12 Μαΐου 2010)
Το ασφαλιστικό νομοσχέδιο δέχεται αυτή την περίοδο μια ομοβροντία επιθέσεων εκ μέρους ενός ευρύτατου συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Συμμαχία για τη χρεωκοπία». Η συμμαχία αυτή απαρτίζεται από τα συνδικάτα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από τα κόμματα της αριστεράς, τη λαϊκή δεξιά και το βαθύ ΠΑΣΟΚ – συνεπικουρούμενοι από τηλεοπτικούς αστέρες και εκπροσώπους της μαχόμενης δημοσιογραφίας. Όλοι αυτοί υπερασπίζονται το χειρότερο και πιο άδικο ασφαλιστικό της Ευρώπης: ένα σύστημα από καιρό χρεωκοπημένο, οικονομικά και ηθικά.
Θα ήταν κρίμα οι φωνές τους να κρύψουν την αλήθεια. Ότι δηλ. με βάση το ασφαλιστικό που ισχύει, η γενιά των παιδιών μου δεν επρόκειτο να δει ποτέ σύνταξη – ενώ με ένα διαφορετικό ασφαλιστικό, ίσως. Και ότι «καλό» ασφαλιστικό δεν είναι αυτό που μοιράζει δανεικά σε ισχυρές ολιγάριθμες ομάδες, αλλά εκείνο που εγγυάται την αποτελεσματική προστασία των ηλικιωμένων, σημερινών και μελλοντικών.
Με αυτή την έννοια, η υποχρέωση που έχουμε αναλάβει έναντι της ΕΕ και του ΔΝΤ να μεταρρυθμίσουμε ριζικά τις συντάξεις, για να μειώσουμε τα βραχυπρόθεσμα και – ιδίως – τα μακροπρόθεσμα ελλείμματα, είναι μια μεγάλη ευκαιρία. Ηπιότερα μεταρρυθμιστικά σχέδια απέτυχαν στο παρελθόν παρά τον δειλό εξισωτισμό τους: οι προτάσεις Γιαννίτση του 2001 είναι το κλασσικό παράδειγμα. Στις σημερινές συνθήκες, μια δραστικότερη μεταρρύθμιση, με στόχο την αποκατάσταση όχι μόνο της βιωσιμότητας αλλά και της ισότητας, μεταξύ γενεών και μεταξύ ασφαλισμένων, είναι για πρώτη φορά εφικτή.
Μια μεγάλη ευκαιρία, λοιπόν – την οποία, όμως, το ασφαλιστικό νομοσχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Δευτέρα δεν αξιοποιεί. Ας δούμε γιατί, απομονώνοντας τρία (καίρια) σημεία.
Κατ’ αρχήν, το νομοσχέδιο είναι πολύ πιο μπερδεμένο από όσο χρειάζεται. Για να πετυχαίνει τον διπλό στόχο της βιωσιμότητας (να μην έχει δυσθεώρητα ελλείμματα) και της ισότητας (να μεταχειρίζεται όλους τους πολίτες το ίδιο), ένα σύστημα συντάξεων οφείλει να έχει απλούς και διαφανείς κανόνες. Αντίθετα, το νομοσχέδιο πρωτοτυπεί εκεί που δεν χρειάζεται. Χτυπητό παράδειγμα, η κλιμάκωση των ποσοστών απόδοσης των εισφορών (accrual rates) της Αναλογικής Σύνταξης, από 0,7% σε 3% για κάθε έτος ανάλογα με τον αριθμό των ετών ασφάλισης. Προφανώς, η κλιμάκωση αυτή αποπειράται να εισάγει κίνητρα κατά της πρόωρης συνταξιοδότησης και κατά της εισφοροδιαφυγής. Το πρόβλημα είναι ότι το κάνει εισάγοντας στρεβλώσεις, οι οποίες παραβιάζουν την ανταποδοτικότητα που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Σαν να μην έφτανε αυτό, τα ποσοστά απόδοσης των εισφορών κλιμακώνονται και ανάλογα με την «ασφαλιστική κλάση». Με άλλα λόγια, θεσμοθετούνται ευνοϊκότεροι όροι συνταξιοδότησης για τους υψηλόμισθους από ό,τι για τους χαμηλόμισθους. Πρόκειται για σοβαρό ατόπημα, που δεν παραβιάζει μόνο την ανταποδοτικότητα, αλλά και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Από την άλλη, η ρύθμιση για τη Βασική Σύνταξη αποτελεί σοβαρό λάθος. Ο διαχωρισμός σε ανταποδοτική Αναλογική Σύνταξη και μη ανταποδοτική Βασική Σύνταξη έχει νόημα μόνο εάν η δεύτερη (που χρηματοδοτείται από το κράτος) υπακούει σε κάποιον αναγνωρίσιμο κανόνα δικαιοσύνης. Ένας τέτοιος κανόνας θα ήταν η χορήγηση της Βασικής Σύνταξης με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Άλλος κανόνας θα ήταν να δίνεται σε όλους τους ηλικιωμένους εξίσου. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος, αλλά έχω εξηγήσει εκτενώς αλλού, και οι δύο κανόνες υποστηρίζονται από σοβαρά επιχειρήματα, αλλά κατά τη γνώμη μου προτιμότερη είναι η δεύτερη επιλογή, της καθολικής «σύνταξης του πολίτη» χωρίς άλλες προϋποθέσεις πέραν της ηλικίας και φυσικά της ιδιότητας του πολίτη. Αυτό που είναι τελείως άστοχο είναι να επιτρέπεται η χορήγηση της Βασικής Σύνταξης μαζί με την Αναλογική, δηλ. από οποιαδήποτε ηλικία συνταξιοδότησης επιλέγει κάθε ασφαλισμένος. Αυτό ακριβώς προβλέπει το νομοσχέδιο. Όπως (θα έπρεπε να) είναι προφανές στους συντάκτες του, μια τέτοια επιλογή αφενός εισάγει ισχυρά κίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης, αφετέρου παραβιάζει κατάφωρα την ισονομία των πολιτών.
Έπειτα, ένα δίκαιο σύστημα συντάξεων θα πρέπει να είναι ενιαίο, δηλ. να προβλέπει ίδιους κανόνες για όλους τους ασφαλισμένους, ανεξαρτήτως επαγγελματικής κατηγορίας ή κλάδου. Για το λόγο αυτό, η προαναγγελία μείωσης των ταμείων σε τρία δεν είχε πολύ νόημα. Η ένταξη όλων των πολιτών σε έναν ενιαίο ασφαλιστικό οργανισμό έχει ωριμάσει προ πολλού (για την ακρίβεια εδώ και 80 χρόνια, από τον ιδρυτικό νόμο του ΙΚΑ που προέβλεπε ακριβώς αυτό). Στο σχετικό σημείο (άρθρο 27) του νομοσχεδίου που κατατέθηκε, διαβάζουμε αρχικά (παράγραφος 1) ότι όλα τα ταμεία συγχωνεύονται σε τρεις φορείς μισθωτών, αγροτών και αυτοαπασχολουμένων, αλλά τελικά μαθαίνουμε (παράγραφος 7) ότι οι «επιστήμονες» (ιατροί -δικηγόροι-μηχανικοί) και οι δημοσιογράφοι θα κρατήσουν τα ταμεία τους. Τέλος, παρακάτω (στο άρθρο 65!) βλέπουμε ότι το ίδιο θα ισχύσει και για τους υπαλλήλους της Τράπεζας της Ελλάδος. Η λαθροχειρική αυτή «ενοποίηση» του συστήματος σε έξη ταμεία είναι βγαλμένη από τις χειρότερες παραδόσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Κάτι τέτοιες χαριστικές διατάξεις της τελευταίας στιγμής δημιούργησαν σταδιακά την προηγούμενη «ζούγκλα» των συντάξεων, η οποία μας έφερε εδώ που μας έφερε, και σε σχέση με την οποία υποτίθεται ότι κάνουμε τώρα μια νέα αρχή. Ωραία αρχή!
Φυσικά, η πολιτική ηγεσία θα προσπαθήσει να «πουλήσει» τις τρεις αυτές χαριστικές διατάξεις-δώρο στα διάφορα λόμπυ των ευνοημένων του προηγούμενου συστήματος (δηλ. στη ΓΣΕΕ, στον ΔΣΑ ή στο ΤΕΕ, στα ΜΜΕ κτλ.) ως «αντίσταση στο νεοφιλελεύθερο ΔΝΤ».
Ας είμαστε, λοιπόν, ειλικρινείς: πρόκειται για μια ακόμη επιτυχία του πελατειακού κράτους σε βάρος της πλειονότητας των εργαζομένων, σημερινών και αυριανών. Δεν μένει παρά να ευχηθούμε κάποιος (ο υπουργός οικονομικών; ο πρωθυπουργός; η τρόικα των επιτηρητών;) να προσέξει τι ακριβώς πάει να γίνει, και να το σταματήσει. Όχι άλλα δώρα στη «Συμμαχία για τη χρεωκοπία».
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «NewsTime». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «NewsTime». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
12 Μαΐου 2010
6 Μαρτίου 2010
Οι αθέατες όψεις της φοροδιαφυγής
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Σάββατο 6 Μαρτίου 2010)
Σύμφωνα με μια γνωστή ρήση – την αναφέρει ο Joel Slemrod, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Michigan – «οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν, οι πλούσιοι φοροαποφεύγουν». Εννοεί προφανώς ότι από ένα μέγεθος επιχείρησης ή επίπεδο εισοδήματος και πάνω, όσοι πιστεύουν ότι αντί να πληρώνουν φόρους δικαιούνται να κρατήσουν τους καρπούς του ιδρώτα τους (ή, μάλλον, των άλλων), απλώς προσλαμβάνουν δικηγόρους, λογιστές και άλλους ειδικούς για την αξιοποίηση παραθύρων στη φορολογική νομοθεσία – π.χ. ιδρύοντας μια off shore εταιρεία.
Η υπενθύμιση αυτή, βγαλμένη από την εμπειρία των ΗΠΑ (όπου το φαινόμενο παρακολουθείται, με όλες τις σημασίες της λέξης, πολύ στενότερα από ό,τι εδώ), είναι χρήσιμη. Υπονοεί ότι καμιά πολιτική κατά της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν δεν αντιμετωπίζει τους φορολογικούς παραδείσους και τους άλλους νομότυπους τρόπους με τους οποίους εξασφαλίζεται η «φοροασυλία» εκταταμένων κοινωνικών κατηγοριών.
Πράγματι, ο κίνδυνος μετατόπισης από τη φοροδιαφυγή στην φοροαποφυγή είναι κάθε άλλο παρά θεωρητικός. Για παράδειγμα, μετά τις αποκαλύψεις του Υπουργείου Οικονομικών ότι από τους 150 ιατρούς με ιατρείο στο Κολωνάκι οι 60 δηλώνουν ετήσιο καθαρό εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ, η διάχυτη ανησυχία του συμπαθούς επαγγελματικού κλάδου για τα επερχόμενα μέτρα πάταξης (τα οποία ακόμη τα περιμένουμε) φαίνεται να έχει προκαλέσει κύμα ίδρυσης off shore εταιρείες ιατρών που θα κόβουν κανονικά αποδείξεις και όλα τα σχετικά. “Passata la legge trovato l'inganno” («Μόλις ψηφιστεί ο νόμος βρίσκεται αμέσως το παραθυράκι») όπως λένει και οι φίλοι μας οι Ιταλοί, που κάτι γνωρίζουν για το θέμα.
Ισχύει όμως ότι (κυρίως) οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν; Και εάν ναι, ποιοι φοροδιαφεύγουν, και πόσο; Ή μάλλον, ποιοι ωφελούνται από τη φοροδιαφυγή, και πόσο;
Πρόκειται για ερωτήματα που οι επιστήμονες ονομάζουν «εμπειρικά». Αντί να γενικεύουμε κάτι που ακούσαμε, ή να πιστεύουμε διάφορους «μητροπολιτικούς μύθους», μπορούμε απλώς να τους επαληθεύσουμε ή να τους διαψεύσουμε διά της εμπειρικής έρευνας. Βέβαια, για να συμβεί αυτό θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση σε δυσπρόσιτα ή και εμπιστευτικά δεδομένα (π.χ. τις φορολογικές δηλώσεις των ατόμων), πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο.
Ούτε και ακατόρθωτο όμως. Πρόσφατη έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία εκπονήθηκε από την διδάκτορα (πλέον) Μαρία Φλεβοτόμου και τον υπογράφοντα, προσπάθησε να απαντήσει ακριβώς στο ερώτημα των «διανεμητικών επιδράσεων της φοροδιαφυγής». Η έρευνα είχε το πλεονέκτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από περίπου 27.400 φορολογικές δηλώσεις του 2005 – δεδομένα που μας είχε παραχωρήσει η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων σε ανώνυμη μορφή (δηλ. αφού πρώτα αφαιρέθηκε οποιαδήποτε πληροφορία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίηση των φορολογουμένων).
Τα κυριότερα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν πριν λίγες μέρες (στα αγγλικά) σε κείμενο συζήτησης του Ελληνικού Παρατηρητηρίου της London School of Economics, όπου είχαν παρουσιαστεί πριν λίγους μήνες.
Πρώτα οι μεθοδολογικές διευκρινήσεις. Το δείγμα φορολογικών δηλώσεων που αναλύσαμε δεν μας «δείχνει» τη φοροδιαφυγή, απλώς μας βοηθά να την εκτιμήσουμε εμμέσως. Πώς; Συγκρίνοντας το εισόδημα που δηλώνουν στην Εφορία ορισμένες ομάδες φορολογουμένων, με το αντίστοιχο εισόδημα που δηλώνουν παρόμοιες ομάδες στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ (που είναι η βασική πηγή πληροφόρησης για την κατανομή του εισοδήματος στη χώρα μας).
Συγκεκριμένα, χωρίσαμε τον πληθυσμό σε 16 σχετικά ομοιογενείς κατηγορίες, ανάλογα με την κύρια πηγή εισοδήματος και τη γεωγραφική περιφέρεια. Στη συνέχεια, συγκρίναμε το εισόδημα της κάθε κατηγορίας όπως αυτό δηλώνεται σε κάθε μια από τις δύο βάσεις δεδομένων. Τέλος, χρησιμοποιήσαμε τον λόγο των δύο μεγεθών για να χωρίσουμε τα εισοδήματα σε δύο μέρη: σε αυτό που δηλώνεται στην Εφορία και σε εκείνο που αποκρύπτεται.
Τα αποτελέσματα, παρότι αναμενόμενα, ήταν μάλλον εντυπωσιακά. Πραγματικά και δηλωθέντα εισοδήματα ταυτίζονται κατά 100% στην περίπτωση των συντάξεων και κατά 99,5% σε εκείνη των μισθών. Αντίθετα, το ποσοστό των αγροτικών εισοδημάτων που δηλώνεται στην Εφορία μετά βίας φτάνει το 47%, ενώ εκείνο των εισοδημάτων από ελεύθερο επάγγελμα δεν υπερβαίνει το 76%. Όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια, υπολογίσαμε το δηλωθέν εισόδημα σε 94% του συνολικού στην Αττική, και από 84% έως 88% στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, εκτιμήσαμε τον συνολικό λόγο δηλωθέντος και πραγματικού εισοδήματος σε 90,1%.
Από τα παραπάνω προκύπτει μια «συνθετική» κατανομή δηλωθέντος εισοδήματος που υπολείπεται της κατανομής του πραγματικού εισοδήματος κυρίως στα άκρα, και μάλιστα περισσότερο στην κορυφή παρά στη βάση. Παρατηρούμε δηλ. μια καμπύλη με σχήμα μεταξύ J και U. Το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού ήταν 15% (και έφτανε το 24% στο πλουσιότερο 1%). Στην άλλη άκρη του φάσματος, το φτωχότερο 30% του πληθυσμού απέκρυπτε το 10-11% του εισοδήματός του. Όσο για τα ενδιάμεσα κλιμάκια, εκεί το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος κυμαινόταν από 5% έως 8%.
Βέβαια, ακόμη και όταν οι πλούσιοι αποκρύπτουν παρόμοιο ποσοστό του εισοδήματός τους με τους φτωχούς, αυτό αντιστοιχεί σε (πολύ) περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος για τους πρώτους παρά για τους δεύτερους. Επί πλέον, επειδή καθώς αυξάνεται το εισόδημα ανεβαίνουν οι φορολογικοί συντελεστές, τα περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος δίνουν πολλαπλάσιο φορολογικό όφελος για τους πλούσιους από ό,τι για τους φτωχούς.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή αδυνατίζει την αναδιανεμητική ικανότητα του φορολογικού συστήματος. Η έρευνά μας διαπίστωσε ότι εξ αιτίας της φοροδιαφυγής η κατανομή εισοδήματος γίνεται πιο άνιση (κατά 3-9%), η φτώχεια εκτενέστερη (κατά 1-2%), και η προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος ασθενέστερη (κατά 10-24%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται). Τέλος, η απόκρυψη του 10% του συνολικού εισοδήματος εκτιμήθηκε ότι προκαλεί απώλεια ίση με το 35% των εσόδων από το φόρο εισοδήματος.
Παρότι δεν είναι εύκολο να το αποδείξουμε, πιστεύουμε ότι οι εκτιμήσεις μας είναι συντηρητικές.
Κατ’ αρχήν, ηθελημένα δεν λάβαμε υπόψη ότι καθώς ανεβαίνει το εισόδημα το κίνητρο απόκρυψης αυξάνεται, για να μην θεωρηθεί ότι τα αποτελέσματά μας υπαγορεύονται από μια τέτοια υπόθεση. Εάν όμως δεχθούμε ότι η υπόθεση αυτή είναι ρεαλιστική, τότε τα ευρήματά μας υποεκτιμούν το πραγματικό μέγεθος της φοροδιαφυγής, καθώς και τις αναδιανεμητικές επιδράσεις της.
Έπειτα, η δήλωση χαμηλότερων εισοδημάτων στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών όντως δεν αποφέρει χρηματικό όφελος (αντίθετα από ό,τι στην Εφορία), αλλά όποιος φοροδιαφεύγει δύσκολα λέει την αλήθεια όταν τον ρωτάνε πόσα χρήματα βγάζει – συνεπώς, το δηλωθέν εισόδημα μπορεί στην πραγματικότητα να είναι πολύ κάτω από το 90% του πραγματικού (που εκτιμήσαμε εμείς).
Επίσης, πέρα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, υπάρχει φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ και σε διάφορους άλλους φόρους, όπως και εισφοροδιαφυγή (που παρότι ωφελεί και τον ασφαλισμένο, συμφέρει τον εργοδότη του δέκα φορές περισσότερο).
Τέλος, για να επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, υπάρχει και η νομότυπη φοροαποφυγή στην οποία έχουν πρόσβαση μόνο τα μεγάλα εισοδήματα. Όλα αυτά έχουν πρόσθετες, ακόμη πιο αρνητικές επιπτώσεις στην κατανομή του εισοδήματος.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή είναι ένα σπορ πολυτελείας, το οποίο δεν μπορούν να το παίξουν όλοι ακόμη και αν το ήθελαν. Και φυσικά, στερεί το κράτος από πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση της δημόσιας υποδομής με την ευρεία έννοια.
[Και ας μην επικαλεστεί κανείς το άλλοθι της διαφθοράς των πολιτικών. Όπως έγραψα σε προηγούμενο άρθρο μου, αυτή είναι προφανώς υπαρκτή, αλλά δεν τροφοδοτεί μόνο τη διαφθορά της κοινωνίας, τροφοδοτείται επίσης από αυτή.]
Με λίγα λόγια, η φοροδιαφυγή δεν οδηγεί μόνο σε ένα «φτωχό κράτος με πλούσιους πολίτες»: κάνει την κοινωνία μας πιο άνιση. Και λίγα πράγματα είναι πιο απελπιστικά από το να είναι κανείς φτωχός πολίτης σε ένα φτωχό κράτος.
Σύμφωνα με μια γνωστή ρήση – την αναφέρει ο Joel Slemrod, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Michigan – «οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν, οι πλούσιοι φοροαποφεύγουν». Εννοεί προφανώς ότι από ένα μέγεθος επιχείρησης ή επίπεδο εισοδήματος και πάνω, όσοι πιστεύουν ότι αντί να πληρώνουν φόρους δικαιούνται να κρατήσουν τους καρπούς του ιδρώτα τους (ή, μάλλον, των άλλων), απλώς προσλαμβάνουν δικηγόρους, λογιστές και άλλους ειδικούς για την αξιοποίηση παραθύρων στη φορολογική νομοθεσία – π.χ. ιδρύοντας μια off shore εταιρεία.
Η υπενθύμιση αυτή, βγαλμένη από την εμπειρία των ΗΠΑ (όπου το φαινόμενο παρακολουθείται, με όλες τις σημασίες της λέξης, πολύ στενότερα από ό,τι εδώ), είναι χρήσιμη. Υπονοεί ότι καμιά πολιτική κατά της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν δεν αντιμετωπίζει τους φορολογικούς παραδείσους και τους άλλους νομότυπους τρόπους με τους οποίους εξασφαλίζεται η «φοροασυλία» εκταταμένων κοινωνικών κατηγοριών.
Πράγματι, ο κίνδυνος μετατόπισης από τη φοροδιαφυγή στην φοροαποφυγή είναι κάθε άλλο παρά θεωρητικός. Για παράδειγμα, μετά τις αποκαλύψεις του Υπουργείου Οικονομικών ότι από τους 150 ιατρούς με ιατρείο στο Κολωνάκι οι 60 δηλώνουν ετήσιο καθαρό εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ, η διάχυτη ανησυχία του συμπαθούς επαγγελματικού κλάδου για τα επερχόμενα μέτρα πάταξης (τα οποία ακόμη τα περιμένουμε) φαίνεται να έχει προκαλέσει κύμα ίδρυσης off shore εταιρείες ιατρών που θα κόβουν κανονικά αποδείξεις και όλα τα σχετικά. “Passata la legge trovato l'inganno” («Μόλις ψηφιστεί ο νόμος βρίσκεται αμέσως το παραθυράκι») όπως λένει και οι φίλοι μας οι Ιταλοί, που κάτι γνωρίζουν για το θέμα.
Ισχύει όμως ότι (κυρίως) οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν; Και εάν ναι, ποιοι φοροδιαφεύγουν, και πόσο; Ή μάλλον, ποιοι ωφελούνται από τη φοροδιαφυγή, και πόσο;
Πρόκειται για ερωτήματα που οι επιστήμονες ονομάζουν «εμπειρικά». Αντί να γενικεύουμε κάτι που ακούσαμε, ή να πιστεύουμε διάφορους «μητροπολιτικούς μύθους», μπορούμε απλώς να τους επαληθεύσουμε ή να τους διαψεύσουμε διά της εμπειρικής έρευνας. Βέβαια, για να συμβεί αυτό θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση σε δυσπρόσιτα ή και εμπιστευτικά δεδομένα (π.χ. τις φορολογικές δηλώσεις των ατόμων), πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο.
Ούτε και ακατόρθωτο όμως. Πρόσφατη έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία εκπονήθηκε από την διδάκτορα (πλέον) Μαρία Φλεβοτόμου και τον υπογράφοντα, προσπάθησε να απαντήσει ακριβώς στο ερώτημα των «διανεμητικών επιδράσεων της φοροδιαφυγής». Η έρευνα είχε το πλεονέκτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από περίπου 27.400 φορολογικές δηλώσεις του 2005 – δεδομένα που μας είχε παραχωρήσει η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων σε ανώνυμη μορφή (δηλ. αφού πρώτα αφαιρέθηκε οποιαδήποτε πληροφορία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίηση των φορολογουμένων).
Τα κυριότερα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν πριν λίγες μέρες (στα αγγλικά) σε κείμενο συζήτησης του Ελληνικού Παρατηρητηρίου της London School of Economics, όπου είχαν παρουσιαστεί πριν λίγους μήνες.
Πρώτα οι μεθοδολογικές διευκρινήσεις. Το δείγμα φορολογικών δηλώσεων που αναλύσαμε δεν μας «δείχνει» τη φοροδιαφυγή, απλώς μας βοηθά να την εκτιμήσουμε εμμέσως. Πώς; Συγκρίνοντας το εισόδημα που δηλώνουν στην Εφορία ορισμένες ομάδες φορολογουμένων, με το αντίστοιχο εισόδημα που δηλώνουν παρόμοιες ομάδες στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ (που είναι η βασική πηγή πληροφόρησης για την κατανομή του εισοδήματος στη χώρα μας).
Συγκεκριμένα, χωρίσαμε τον πληθυσμό σε 16 σχετικά ομοιογενείς κατηγορίες, ανάλογα με την κύρια πηγή εισοδήματος και τη γεωγραφική περιφέρεια. Στη συνέχεια, συγκρίναμε το εισόδημα της κάθε κατηγορίας όπως αυτό δηλώνεται σε κάθε μια από τις δύο βάσεις δεδομένων. Τέλος, χρησιμοποιήσαμε τον λόγο των δύο μεγεθών για να χωρίσουμε τα εισοδήματα σε δύο μέρη: σε αυτό που δηλώνεται στην Εφορία και σε εκείνο που αποκρύπτεται.
Τα αποτελέσματα, παρότι αναμενόμενα, ήταν μάλλον εντυπωσιακά. Πραγματικά και δηλωθέντα εισοδήματα ταυτίζονται κατά 100% στην περίπτωση των συντάξεων και κατά 99,5% σε εκείνη των μισθών. Αντίθετα, το ποσοστό των αγροτικών εισοδημάτων που δηλώνεται στην Εφορία μετά βίας φτάνει το 47%, ενώ εκείνο των εισοδημάτων από ελεύθερο επάγγελμα δεν υπερβαίνει το 76%. Όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια, υπολογίσαμε το δηλωθέν εισόδημα σε 94% του συνολικού στην Αττική, και από 84% έως 88% στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, εκτιμήσαμε τον συνολικό λόγο δηλωθέντος και πραγματικού εισοδήματος σε 90,1%.
Από τα παραπάνω προκύπτει μια «συνθετική» κατανομή δηλωθέντος εισοδήματος που υπολείπεται της κατανομής του πραγματικού εισοδήματος κυρίως στα άκρα, και μάλιστα περισσότερο στην κορυφή παρά στη βάση. Παρατηρούμε δηλ. μια καμπύλη με σχήμα μεταξύ J και U. Το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού ήταν 15% (και έφτανε το 24% στο πλουσιότερο 1%). Στην άλλη άκρη του φάσματος, το φτωχότερο 30% του πληθυσμού απέκρυπτε το 10-11% του εισοδήματός του. Όσο για τα ενδιάμεσα κλιμάκια, εκεί το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος κυμαινόταν από 5% έως 8%.
Βέβαια, ακόμη και όταν οι πλούσιοι αποκρύπτουν παρόμοιο ποσοστό του εισοδήματός τους με τους φτωχούς, αυτό αντιστοιχεί σε (πολύ) περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος για τους πρώτους παρά για τους δεύτερους. Επί πλέον, επειδή καθώς αυξάνεται το εισόδημα ανεβαίνουν οι φορολογικοί συντελεστές, τα περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος δίνουν πολλαπλάσιο φορολογικό όφελος για τους πλούσιους από ό,τι για τους φτωχούς.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή αδυνατίζει την αναδιανεμητική ικανότητα του φορολογικού συστήματος. Η έρευνά μας διαπίστωσε ότι εξ αιτίας της φοροδιαφυγής η κατανομή εισοδήματος γίνεται πιο άνιση (κατά 3-9%), η φτώχεια εκτενέστερη (κατά 1-2%), και η προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος ασθενέστερη (κατά 10-24%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται). Τέλος, η απόκρυψη του 10% του συνολικού εισοδήματος εκτιμήθηκε ότι προκαλεί απώλεια ίση με το 35% των εσόδων από το φόρο εισοδήματος.
Παρότι δεν είναι εύκολο να το αποδείξουμε, πιστεύουμε ότι οι εκτιμήσεις μας είναι συντηρητικές.
Κατ’ αρχήν, ηθελημένα δεν λάβαμε υπόψη ότι καθώς ανεβαίνει το εισόδημα το κίνητρο απόκρυψης αυξάνεται, για να μην θεωρηθεί ότι τα αποτελέσματά μας υπαγορεύονται από μια τέτοια υπόθεση. Εάν όμως δεχθούμε ότι η υπόθεση αυτή είναι ρεαλιστική, τότε τα ευρήματά μας υποεκτιμούν το πραγματικό μέγεθος της φοροδιαφυγής, καθώς και τις αναδιανεμητικές επιδράσεις της.
Έπειτα, η δήλωση χαμηλότερων εισοδημάτων στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών όντως δεν αποφέρει χρηματικό όφελος (αντίθετα από ό,τι στην Εφορία), αλλά όποιος φοροδιαφεύγει δύσκολα λέει την αλήθεια όταν τον ρωτάνε πόσα χρήματα βγάζει – συνεπώς, το δηλωθέν εισόδημα μπορεί στην πραγματικότητα να είναι πολύ κάτω από το 90% του πραγματικού (που εκτιμήσαμε εμείς).
Επίσης, πέρα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, υπάρχει φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ και σε διάφορους άλλους φόρους, όπως και εισφοροδιαφυγή (που παρότι ωφελεί και τον ασφαλισμένο, συμφέρει τον εργοδότη του δέκα φορές περισσότερο).
Τέλος, για να επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, υπάρχει και η νομότυπη φοροαποφυγή στην οποία έχουν πρόσβαση μόνο τα μεγάλα εισοδήματα. Όλα αυτά έχουν πρόσθετες, ακόμη πιο αρνητικές επιπτώσεις στην κατανομή του εισοδήματος.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή είναι ένα σπορ πολυτελείας, το οποίο δεν μπορούν να το παίξουν όλοι ακόμη και αν το ήθελαν. Και φυσικά, στερεί το κράτος από πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση της δημόσιας υποδομής με την ευρεία έννοια.
[Και ας μην επικαλεστεί κανείς το άλλοθι της διαφθοράς των πολιτικών. Όπως έγραψα σε προηγούμενο άρθρο μου, αυτή είναι προφανώς υπαρκτή, αλλά δεν τροφοδοτεί μόνο τη διαφθορά της κοινωνίας, τροφοδοτείται επίσης από αυτή.]
Με λίγα λόγια, η φοροδιαφυγή δεν οδηγεί μόνο σε ένα «φτωχό κράτος με πλούσιους πολίτες»: κάνει την κοινωνία μας πιο άνιση. Και λίγα πράγματα είναι πιο απελπιστικά από το να είναι κανείς φτωχός πολίτης σε ένα φτωχό κράτος.
8 Δεκεμβρίου 2009
Οι παγίδες του ασφαλιστικού (και πώς να μην πέσουμε μέσα)
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009)
Ας είμαστε ειλικρινείς. Το ασφαλιστικό είναι το πιο «αντιπαθητικό» από όλα τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση (στην Ελλάδα, αλλού είναι λίγο ευκολότερο). Ειδικά αυτή η κυβέρνηση. Όχι μόνο επειδή τα εκρηκτικά ελλείμματα και οι συνακόλουθες πιέσεις που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις αγορές την υποχρεώνουν να κάνει κάτι για αυτό. Αλλά και επειδή βαθιά μέσα τους τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θεωρούν το σύστημα συντάξεων κάτι σαν παιδί τους, και νοιώθουν άβολα που πρέπει να το μαζέψουν. Και δεν είναι μόνο η σκέψη του πολιτικού κόστους και η ανάμνηση του φιάσκου του 2001 που τους παραλύει. Είναι και ότι πιστεύουν, είτε το ομολογούν είτε όχι, ότι ένας πραγματικός σοσιαλιστής δεν έχει δουλειά να αγγίζει τις λαϊκές κατακτήσεις, ούτε να παίρνει μέτρα για το ασφαλιστικό μόνο και μόνο επειδή του το ζητά ο κ. Αλμούνια ή ο κ. Γιουνκέρ.
Για αυτό άλλωστε, αντί να έχει έτοιμο κάποιο σχέδιο μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα στην αφετηρία – και το κυριότερο, δεν δείχνει να ξέρει προς τα πού πρέπει να πάει, και πώς.
Ίσως τα πράγματα να ήταν απλούστερα εάν λέγαμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πριν λίγα χρόνια, η τότε Επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων σε μια ημερίδα για το ασφαλιστικό είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία. «Στην εκλογική μου περιφέρεια είναι τα μεταλλεία της ΔΕΗ. Εκεί μπορεί να συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος είναι μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ: θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη 1.800 ευρώ το μήνα. Ο δεύτερος είναι υπάλληλος του υπεργολάβου: θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 και θα παίρνει σύνταξη 375 ευρώ το μήνα. Ο τρίτος, επίσης υπάλληλος του υπεργολάβου, είναι μετανάστης: κάποτε θα σταματήσει να δουλεύει, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη.» Τι σοσιαλιστικό έχει ένα τέτοιο σύστημα;
Είναι κρίμα – αν και μάλλον αναπόφευκτο – που η συζήτηση για το ασφαλιστικό ξανανοίγει σε συνθήκες δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε μια σοβαρή χώρα, που προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά της αντί να σφυρίζει αδιάφορα, το ασφαλιστικό θα αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως πρόβλημα δικαιοσύνης.
Πράγματι, τη λύση του ασφαλιστικού δεν την οφείλουμε ούτε στον κ. Αλμούνια ούτε στον κ. Γιουνκέρ. Την οφείλουμε στους εκατοντάδες χιλιάδες σημερινούς εργαζόμενους που δεν είχαν την προνοητικότητα (ή απλώς το «μέσον») να μπουν εγκαίρως στο Δημόσιο, ή σε μια τράπεζα ή σε κάποια ΔΕΚΟ. Την οφείλουμε σε όσους δεν απολαμβάνουν τα φορολογικά προνόμια των γιατρών, ή των δικηγόρων, ή των μηχανικών (προνόμια του φορολογικού ή του «εθιμικού» δικαίου), ούτε είναι μέλη των «ευγενών» ταμείων τους – «ευγενή» με λεφτά δικά μας, εννοείται. Την οφείλουμε σε όσους δεν έγιναν δικαστές να επιδικάζουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα εφάπαξ και στις άλλες «αποζημιώσεις» τους – ούτε βουλευτές να νομοθετούν σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Την οφείλουμε πάνω από όλα στα παιδιά μας, που δεν πρέπει να πληρώσουν τα σπασμένα της δικής μας ανευθυνότητας.
Όπως καταλαβαίνετε, εάν τα παραπάνω ισχύουν (πιστέψτε με: ισχύουν), τότε οι προοπτικές για την επίλυση του ασφαλιστικού δεν πρέπει να είναι και πολύ ρόδινες. Πράγματι, δεν είναι.
Το σημερινό ασφαλιστικό μπορεί να είναι χρεοκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά όσοι ωφελούνται από αυτό είναι επαρκώς ισχυροί – και επαρκώς ανάλγητοι – ώστε να ματαιώσουν και αυτή τη μεταρρύθμιση. Στην προσπάθειά τους αυτή θα τους συνδράμει ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων. Κατ’ αρχήν η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ (που λόγω της ισχύος της μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης). Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που από τώρα κατήγγειλαν το διάλογο και αποχώρησαν – ας το λύσουν τα μονοπώλια το ασφαλιστικό. Οι Τράπεζες, που με το νόμο Πετραλιά ξεφορτώθηκαν τα ελλειμματικά ταμεία τους στο ΙΚΑ, χωρίς να θιγούν τα ασφαλιστικά προνόμια των τραπεζοϋπαλλήλων (εξ ου και η σιωπηρή συναίνεση της ΟΤΟΕ). Τα ελευθέρια επαγγέλματα της μεσαίας τάξης, που θεωρούν κεκτημένο τους π.χ. να πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός στο ΤΣΜΕΔΕ το 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων (μιλάμε για πολλά λεφτά). Όλοι αυτοί θα αντισταθούν στη μεταρρύθμιση με νύχια και με δόντια – συνεπικουρούμενοι από τους πρωινούς τηλεοπτικούς αστέρες και ραχάτ-ραντικάλ αναλυτές στον σοβαρό (...) Τύπο.
Δύσκολα τα πράγματα λοιπόν. Εκτός και εάν η κυβέρνηση κάνει αυτό που έκαναν οι άλλες σοσιαλδημοκρατικές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις (από την Ιταλία έως τη Σουηδία), που κατάφεραν να μειώσουν τα ελλείμματα αυξάνοντας τις χαμηλές συντάξεις και κάνοντας το σύστημα πιο δίκαιο, όχι μόνο πιο βιώσιμο. Τεχνικές λύσεις υπάρχουν. Αυτό που μέχρι τώρα έχει λείψει είναι το θάρρος και η αυτοπεποίθηση.
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πως ΔΕΝ θα αλλάξει το σύστημα», που λένε και τα παιδιά της Γενιάς των 700 ευρώ (http://www.newstime.gr/?i=nt.el.article&id=22631). Αρκεί να συνομιλήσει και με τους άλλους, εκείνους που έχουν συμφέρον να κινηθούμε προς ένα δικαιότερο και πιο βιώσιμο σύστημα. Αρκεί να απευθυνθεί σε όσους αποδέχονται την ανάγκη μεταρρύθμισης παρότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα. Ίσως τότε ανακαλύψει ότι όλοι αυτοί είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Το ασφαλιστικό είναι το πιο «αντιπαθητικό» από όλα τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση (στην Ελλάδα, αλλού είναι λίγο ευκολότερο). Ειδικά αυτή η κυβέρνηση. Όχι μόνο επειδή τα εκρηκτικά ελλείμματα και οι συνακόλουθες πιέσεις που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις αγορές την υποχρεώνουν να κάνει κάτι για αυτό. Αλλά και επειδή βαθιά μέσα τους τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θεωρούν το σύστημα συντάξεων κάτι σαν παιδί τους, και νοιώθουν άβολα που πρέπει να το μαζέψουν. Και δεν είναι μόνο η σκέψη του πολιτικού κόστους και η ανάμνηση του φιάσκου του 2001 που τους παραλύει. Είναι και ότι πιστεύουν, είτε το ομολογούν είτε όχι, ότι ένας πραγματικός σοσιαλιστής δεν έχει δουλειά να αγγίζει τις λαϊκές κατακτήσεις, ούτε να παίρνει μέτρα για το ασφαλιστικό μόνο και μόνο επειδή του το ζητά ο κ. Αλμούνια ή ο κ. Γιουνκέρ.
Για αυτό άλλωστε, αντί να έχει έτοιμο κάποιο σχέδιο μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα στην αφετηρία – και το κυριότερο, δεν δείχνει να ξέρει προς τα πού πρέπει να πάει, και πώς.
Ίσως τα πράγματα να ήταν απλούστερα εάν λέγαμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πριν λίγα χρόνια, η τότε Επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων σε μια ημερίδα για το ασφαλιστικό είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία. «Στην εκλογική μου περιφέρεια είναι τα μεταλλεία της ΔΕΗ. Εκεί μπορεί να συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος είναι μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ: θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη 1.800 ευρώ το μήνα. Ο δεύτερος είναι υπάλληλος του υπεργολάβου: θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 και θα παίρνει σύνταξη 375 ευρώ το μήνα. Ο τρίτος, επίσης υπάλληλος του υπεργολάβου, είναι μετανάστης: κάποτε θα σταματήσει να δουλεύει, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη.» Τι σοσιαλιστικό έχει ένα τέτοιο σύστημα;
Είναι κρίμα – αν και μάλλον αναπόφευκτο – που η συζήτηση για το ασφαλιστικό ξανανοίγει σε συνθήκες δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε μια σοβαρή χώρα, που προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά της αντί να σφυρίζει αδιάφορα, το ασφαλιστικό θα αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως πρόβλημα δικαιοσύνης.
Πράγματι, τη λύση του ασφαλιστικού δεν την οφείλουμε ούτε στον κ. Αλμούνια ούτε στον κ. Γιουνκέρ. Την οφείλουμε στους εκατοντάδες χιλιάδες σημερινούς εργαζόμενους που δεν είχαν την προνοητικότητα (ή απλώς το «μέσον») να μπουν εγκαίρως στο Δημόσιο, ή σε μια τράπεζα ή σε κάποια ΔΕΚΟ. Την οφείλουμε σε όσους δεν απολαμβάνουν τα φορολογικά προνόμια των γιατρών, ή των δικηγόρων, ή των μηχανικών (προνόμια του φορολογικού ή του «εθιμικού» δικαίου), ούτε είναι μέλη των «ευγενών» ταμείων τους – «ευγενή» με λεφτά δικά μας, εννοείται. Την οφείλουμε σε όσους δεν έγιναν δικαστές να επιδικάζουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα εφάπαξ και στις άλλες «αποζημιώσεις» τους – ούτε βουλευτές να νομοθετούν σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Την οφείλουμε πάνω από όλα στα παιδιά μας, που δεν πρέπει να πληρώσουν τα σπασμένα της δικής μας ανευθυνότητας.
Όπως καταλαβαίνετε, εάν τα παραπάνω ισχύουν (πιστέψτε με: ισχύουν), τότε οι προοπτικές για την επίλυση του ασφαλιστικού δεν πρέπει να είναι και πολύ ρόδινες. Πράγματι, δεν είναι.
Το σημερινό ασφαλιστικό μπορεί να είναι χρεοκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά όσοι ωφελούνται από αυτό είναι επαρκώς ισχυροί – και επαρκώς ανάλγητοι – ώστε να ματαιώσουν και αυτή τη μεταρρύθμιση. Στην προσπάθειά τους αυτή θα τους συνδράμει ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων. Κατ’ αρχήν η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ (που λόγω της ισχύος της μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης). Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που από τώρα κατήγγειλαν το διάλογο και αποχώρησαν – ας το λύσουν τα μονοπώλια το ασφαλιστικό. Οι Τράπεζες, που με το νόμο Πετραλιά ξεφορτώθηκαν τα ελλειμματικά ταμεία τους στο ΙΚΑ, χωρίς να θιγούν τα ασφαλιστικά προνόμια των τραπεζοϋπαλλήλων (εξ ου και η σιωπηρή συναίνεση της ΟΤΟΕ). Τα ελευθέρια επαγγέλματα της μεσαίας τάξης, που θεωρούν κεκτημένο τους π.χ. να πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός στο ΤΣΜΕΔΕ το 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων (μιλάμε για πολλά λεφτά). Όλοι αυτοί θα αντισταθούν στη μεταρρύθμιση με νύχια και με δόντια – συνεπικουρούμενοι από τους πρωινούς τηλεοπτικούς αστέρες και ραχάτ-ραντικάλ αναλυτές στον σοβαρό (...) Τύπο.
Δύσκολα τα πράγματα λοιπόν. Εκτός και εάν η κυβέρνηση κάνει αυτό που έκαναν οι άλλες σοσιαλδημοκρατικές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις (από την Ιταλία έως τη Σουηδία), που κατάφεραν να μειώσουν τα ελλείμματα αυξάνοντας τις χαμηλές συντάξεις και κάνοντας το σύστημα πιο δίκαιο, όχι μόνο πιο βιώσιμο. Τεχνικές λύσεις υπάρχουν. Αυτό που μέχρι τώρα έχει λείψει είναι το θάρρος και η αυτοπεποίθηση.
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πως ΔΕΝ θα αλλάξει το σύστημα», που λένε και τα παιδιά της Γενιάς των 700 ευρώ (http://www.newstime.gr/?i=nt.el.article&id=22631). Αρκεί να συνομιλήσει και με τους άλλους, εκείνους που έχουν συμφέρον να κινηθούμε προς ένα δικαιότερο και πιο βιώσιμο σύστημα. Αρκεί να απευθυνθεί σε όσους αποδέχονται την ανάγκη μεταρρύθμισης παρότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα. Ίσως τότε ανακαλύψει ότι όλοι αυτοί είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
10 Οκτωβρίου 2009
«Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» ...
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009)
Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας – ήττα βαριά, που δείχνει να εγκαινιάζει μια μακρά περίοδο οδυνηρής ενδοσκόπησης – δεν είναι μόνο πολιτική. Αντανακλά μια πιο μακροπρόθεσμη κρίση με πολλές, αλληλοσυνδεόμενες πτυχές. Θα ήθελα να αναφερθώ σε μια μόνο από αυτές, που μου φαίνεται ότι δεν έχει σχολιαστεί επαρκώς. Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει «κρίση αξιών».
Η κρίση αυτή αφορά πρώτα-πρώτα το πολιτικό προσωπικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προφανώς, το κόμμα αυτό δεν διαθέτει πλέον «εθνάρχες» ούτε ευπατρίδηδες της πολιτικής. Λιγότερο προφανώς, εάν κάτι έδειξαν τα 5½ χρόνια στην εξουσία είναι ότι η ΝΔ στερείται μιας ηγετικής ομάδας στελεχών ικανών να συνδυάζουν τη (μέχρις ενός ορίου θεμιτή) φιλοδοξία με μια ορισμένη αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως φυσικά οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται. Δεν παραβλέπω τις εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα που εκπέμπει η ΝΔ είναι ότι στελεχώνεται από πολιτικούς χαμηλής ποιότητας και αμφίβολης ακεραιότητας.
Αυτό από μόνο του είναι σοβαρό πρόβλημα – κατ’ αρχήν για την ίδια τη ΝΔ. Γίνεται ακόμη σοβαρότερο εάν αναλογιστεί κανείς ότι εδώ δεν παρατηρούμε τόσο ένα πρόβλημα στρεβλής αντιπροσώπευσης (ότι δηλ. η πολιτική έχει πάψει να προσελκύει υγιή κύτταρα του κοινωνικού ιστού, πράγμα που ισχύει), όσο μια βαθιά κρίση αξιών του ίδιου του κοινωνικού ιστού – στην περίπτωση αυτή των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων τα οποία τροφοδοτούν το πολιτικό προσωπικό της ΝΔ.
Πράγματι, η άποψη ότι απέναντι στην διεφθαρμένη «πολιτική κοινωνία» βρίσκεται μια ενάρετη κοινωνία των πολιτών, παρότι ευρέως διαδεδομένη, δεν πείθει επί του προκειμένου. Υπό μια έννοια, η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων εκ μέρους των υπουργών της ΝΔ σαν να επρόκειτο για ιδιωτική περιουσία τους είναι απλή προέκταση της παραβατικότητας της κοινωνικής τάξης από την οποία οι ίδιοι προέρχονται. Μια παραβατικότητα εκτεταμένη, χωρίς αναστολές, η οποία εκδηλώνεται με κάθε ευκαιρία: από τη φοροδιαφυγή έως την παράνομη ανέγερση μαιζονετών, από την παραβίαση των λεωφορειολωρίδων έως την αγορά των θεμάτων του international baccalaureate. Και όλα αυτά χωρίς το άγχος της κοινωνικής απόρριψης (ιδίως από ανθρώπους της τάξης τους), σαν μια τέτοια συμπεριφορά να ήταν εντελώς αυτονόητη και συνεπώς ανάξια σχολιασμού: così fan tutte.
Ένας ιστορικός θα παρατηρούσε ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο σε μια χώρα όπου οι διορατικοί επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν κινδύνους και παράγουν καινοτόμα προϊόντα που να τα ζητά η αγορά είναι σπανίζουν όλο και περισσότερο – και όπου αντίθετα ευδοκιμεί η συνομοταξία των «επιχειρηματιών» που επιδιώκουν το γρήγορο και εύκολο κέρδος, αξιοποιώντας τις γνωριμίες τους για να κάνουν μπίζνες με το κράτος, αδιαφορώντας (προφανώς!) για την ποιότητα του προϊόντος που παράγουν, και συμπιέζοντας (εξίσου προφανώς!) το εργατικό κόστος κάτω από τα νόμιμα όρια. Όταν η επιχειρηματικότητα έχει φτάσει να θεωρείται συνώνυμη της «αρπαχτής», γιατί να μας εντυπωσιάζει η διαφθορά των πολιτικών – ή η διολίσθηση της Ελλάδας πίσω από τη συμπαθή Μποτσουάνα στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας;
Το πρόβλημα της ΝΔ, δηλ. η επικράτηση «αξιών» που – πέραν της ηθικής πλευράς του θέματος – έχουν πάψει από καιρό να αποδίδουν, είναι πρόβλημα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Και το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ – όπως άλλωστε αποδείχθηκε επί διακυβέρνησης του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού – είναι ότι οι «αξίες» της τάξης αυτής, των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων, είναι ηγεμονικές: δίνουν τον τόνο σε ολόκληρη την κοινωνία.
Χρειαζόμαστε ένα νέο δημόσιο ήθος, εργατικότητας και σοβαρότητας, ολιγάρκειας και ακεραιότητας. Και, φυσικά, δεν θα το αποκτήσουμε ποτέ – ούτε καν θα νομιμοποιούμαστε να το απαιτούμε από τους πολιτικούς μας – εάν δεν αρχίσουμε να το εφαρμόζουμε εμείς οι ίδιοι.
Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας – ήττα βαριά, που δείχνει να εγκαινιάζει μια μακρά περίοδο οδυνηρής ενδοσκόπησης – δεν είναι μόνο πολιτική. Αντανακλά μια πιο μακροπρόθεσμη κρίση με πολλές, αλληλοσυνδεόμενες πτυχές. Θα ήθελα να αναφερθώ σε μια μόνο από αυτές, που μου φαίνεται ότι δεν έχει σχολιαστεί επαρκώς. Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει «κρίση αξιών».
Η κρίση αυτή αφορά πρώτα-πρώτα το πολιτικό προσωπικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προφανώς, το κόμμα αυτό δεν διαθέτει πλέον «εθνάρχες» ούτε ευπατρίδηδες της πολιτικής. Λιγότερο προφανώς, εάν κάτι έδειξαν τα 5½ χρόνια στην εξουσία είναι ότι η ΝΔ στερείται μιας ηγετικής ομάδας στελεχών ικανών να συνδυάζουν τη (μέχρις ενός ορίου θεμιτή) φιλοδοξία με μια ορισμένη αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως φυσικά οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται. Δεν παραβλέπω τις εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα που εκπέμπει η ΝΔ είναι ότι στελεχώνεται από πολιτικούς χαμηλής ποιότητας και αμφίβολης ακεραιότητας.
Αυτό από μόνο του είναι σοβαρό πρόβλημα – κατ’ αρχήν για την ίδια τη ΝΔ. Γίνεται ακόμη σοβαρότερο εάν αναλογιστεί κανείς ότι εδώ δεν παρατηρούμε τόσο ένα πρόβλημα στρεβλής αντιπροσώπευσης (ότι δηλ. η πολιτική έχει πάψει να προσελκύει υγιή κύτταρα του κοινωνικού ιστού, πράγμα που ισχύει), όσο μια βαθιά κρίση αξιών του ίδιου του κοινωνικού ιστού – στην περίπτωση αυτή των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων τα οποία τροφοδοτούν το πολιτικό προσωπικό της ΝΔ.
Πράγματι, η άποψη ότι απέναντι στην διεφθαρμένη «πολιτική κοινωνία» βρίσκεται μια ενάρετη κοινωνία των πολιτών, παρότι ευρέως διαδεδομένη, δεν πείθει επί του προκειμένου. Υπό μια έννοια, η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων εκ μέρους των υπουργών της ΝΔ σαν να επρόκειτο για ιδιωτική περιουσία τους είναι απλή προέκταση της παραβατικότητας της κοινωνικής τάξης από την οποία οι ίδιοι προέρχονται. Μια παραβατικότητα εκτεταμένη, χωρίς αναστολές, η οποία εκδηλώνεται με κάθε ευκαιρία: από τη φοροδιαφυγή έως την παράνομη ανέγερση μαιζονετών, από την παραβίαση των λεωφορειολωρίδων έως την αγορά των θεμάτων του international baccalaureate. Και όλα αυτά χωρίς το άγχος της κοινωνικής απόρριψης (ιδίως από ανθρώπους της τάξης τους), σαν μια τέτοια συμπεριφορά να ήταν εντελώς αυτονόητη και συνεπώς ανάξια σχολιασμού: così fan tutte.
Ένας ιστορικός θα παρατηρούσε ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο σε μια χώρα όπου οι διορατικοί επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν κινδύνους και παράγουν καινοτόμα προϊόντα που να τα ζητά η αγορά είναι σπανίζουν όλο και περισσότερο – και όπου αντίθετα ευδοκιμεί η συνομοταξία των «επιχειρηματιών» που επιδιώκουν το γρήγορο και εύκολο κέρδος, αξιοποιώντας τις γνωριμίες τους για να κάνουν μπίζνες με το κράτος, αδιαφορώντας (προφανώς!) για την ποιότητα του προϊόντος που παράγουν, και συμπιέζοντας (εξίσου προφανώς!) το εργατικό κόστος κάτω από τα νόμιμα όρια. Όταν η επιχειρηματικότητα έχει φτάσει να θεωρείται συνώνυμη της «αρπαχτής», γιατί να μας εντυπωσιάζει η διαφθορά των πολιτικών – ή η διολίσθηση της Ελλάδας πίσω από τη συμπαθή Μποτσουάνα στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας;
Το πρόβλημα της ΝΔ, δηλ. η επικράτηση «αξιών» που – πέραν της ηθικής πλευράς του θέματος – έχουν πάψει από καιρό να αποδίδουν, είναι πρόβλημα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Και το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ – όπως άλλωστε αποδείχθηκε επί διακυβέρνησης του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού – είναι ότι οι «αξίες» της τάξης αυτής, των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων, είναι ηγεμονικές: δίνουν τον τόνο σε ολόκληρη την κοινωνία.
Χρειαζόμαστε ένα νέο δημόσιο ήθος, εργατικότητας και σοβαρότητας, ολιγάρκειας και ακεραιότητας. Και, φυσικά, δεν θα το αποκτήσουμε ποτέ – ούτε καν θα νομιμοποιούμαστε να το απαιτούμε από τους πολιτικούς μας – εάν δεν αρχίσουμε να το εφαρμόζουμε εμείς οι ίδιοι.
14 Σεπτεμβρίου 2009
Οι αθέατες πτυχές της ανεργίας των νέων
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009)
Πριν λίγες μέρες, με αφορμή τη δημοσιοποίηση των τελευταίων στοιχείων της Eurostat που επιβεβαίωσαν την υψηλή ανεργία των νέων στη χώρα μας, τα Ελληνικά μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν λίγες γραμμές στο θέμα και ... αυτό ήταν όλο. Έχουμε φαίνεται εθιστεί τόσο πολύ σε μερικά πράγματα που δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να ξύσουμε την επιφάνεια για να δούμε τι υπάρχει από κάτω. Και όλα αυτά λίγους μήνες μετά τα Δεκεμβριανά που έφεραν (υποτίθεται) τη νεολαία στο προσκήνιο.
Και όμως, κάτω από την επιφάνεια υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Η ανεργία των νέων είναι πράγματι πάρα πολύ υψηλή στη χώρα μας: το 2007 (για τις συνέπειες της κρίσης θα πρέπει να περιμένουμε ένα-δύο χρόνια), στην ηλικιακή ομάδα 15-24 (δηλ. στα πρώτα δέκα χρόνια μετά το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης), ήταν 23% έναντι 15,5% στην ΕΕ27. Μόνο η Ιταλία και τρεις ανατολικές χώρες είχαν ποσοστά πάνω από 20%, αλλά και πάλι χαμηλότερα από το δικό μας. «Θλιβερή πρωτιά», όπως λένε μερικοί. Και δεν είναι η μόνη στο θέμα αυτό, όπως θα δούμε σε λίγο.
Ως γνωστόν, η ανεργία ορίζεται ως ποσοστό του «ενεργού πληθυσμού», δηλ. όσων είναι διαθέσιμοι για εργασία. Οι υπόλοιποι είναι μαθητές, φοιτητές, μητέρες που δεν εργάζονται ούτε ψάχνουν για δουλειά, υπηρετούν στο στρατό ή έχουν αποσυρθεί λόγω ασθένειας ή αναπηρίας. Επειδή εάν υπήρχαν ελκυστικές δουλειές κάποιοι από αυτούς θα εργάζονταν, τμήμα του μη ενεργού πληθυσμού βρίσκεται στην πραγματικότητα σε κατάσταση «κρυφής ανεργίας». Για αυτό είναι σημαντικό να κοιτάμε και τα ποσοστά απασχόλησης, τα οποία υπολογίζονται στο σύνολο του πληθυσμού, ενεργού ή μη. Ούτε εκεί δεν πάμε καλά: μόνο 24 στους 100 νέους ηλικίας 15-24 εργάζονταν το 2007, έναντι 37 στην ΕΕ27 (και 41 στην ΕΕ15). Μόνο η Ουγγαρία και το Λουξεμβούργο είχαν χαμηλότερα ποσοστά από ό,τι η Ελλάδα.
Μήπως αυτό σημαίνει ότι όσο περισσότερο νέοι εργάζονται τόσο καλύτερα; Όχι αναγκαστικά. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κρατάει πολλά παιδιά στα θρανία πολύ μετά από την ηλικία των 15 μπορεί να είναι καλύτερη επένδυση για το μέλλον (αρκεί βέβαια να λειτουργεί σωστά). Όμως, το ένα δεν αποκλείει το άλλο: σε χώρες με μαζικά πανεπιστήμια και υψηλό μορφωτικό επίπεδο η απασχόληση των νέων είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι εδώ. Το σχετικό ρεκόρ το κατέχει η Ολλανδία, όπου 68 στους 100 νέους ηλικίας 15-24 εργάζονται, με δεύτερη τη Δανία (65). Πολλοί από αυτούς είναι μαθητές ή φοιτητές που δουλεύουν παράλληλα με τις σπουδές τους (part-time) ή στις διακοπές (με προσωρινή απασχόληση). Αντίθετα στην Ελλάδα οι λεγόμενες «ευέλικτες μορφές απασχόλησης» είναι ελάχιστα διαδεδομένες: το 2005, στους 100 νέους (ηλικίας 15-29 αυτή τη φορά) μόνο οι 12 εργάζονταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή/και με μερική απασχόληση.
Το πρόβλημά μας δεν είναι απλώς ότι υπερβολικά λίγοι νέοι εργάζονται, αλλά και ότι οι λίγες δουλειές που υπάρχουν είναι κακοπληρωμένες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, τα οποία δεν είναι διαθέσιμα ανά ηλικία (ούτε κατά φύλο), 26% του συνόλου των μισθωτών αμείβονταν το 2007 με μηνιαίες καθαρές αποδοχές έως €750. Η αναλογία των χαμηλόμισθων ήταν υψηλότερη μεταξύ των εργαζομένων με προσωρινή απασχόληση (56%) και φυσικά μεταξύ όσων εργάζονται part-time (86%). Όμως, η βασική διάκριση είναι άλλη: από τους 641 χιλιάδες μισθωτούς με καθαρές αποδοχές έως €750 το μήνα οι 564 χιλιάδες εργάζονταν στον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν «κανονικές» συμβάσεις: μόνο 81 χιλιάδες ήταν σε θέσεις εργασίας part-time και μόνο 113 χιλιάδες με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενώ αρκετοί ανήκαν και στις δύο κατηγορίες ταυτόχρονα. Στους χαμηλά αμειβόμενους θα πρέπει να προστεθεί και ο άγνωστος αριθμός των μισθωτών που (όχι από επιλογή τους) μεταμφιέζονται σε αυτοαπασχολούμενους, και πληρώνονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών ή επαγγελματικής δαπάνης παρότι παρέχουν εργασία σε έναν εργοδότη. Εννοείται ότι η πλειονότητα των χαμηλά αμειβόμενων είναι νέοι.
Χαμηλά ποσοστά απασχόλησης + χαμηλές αποδοχές = παρατεταμένη εξάρτηση των νέων από τους γονείς τους. Εδώ το πρόβλημα έχει πάρει διαστάσεις πραγματικά ανησυχητικές. Το 2005, το ποσοστό των ανδρών που ζουν στο πατρικό τους ακόμη και στην (όχι πια τρυφερή) ηλικία των 30-34 ετών ήταν 43%. Από τις άλλες νοτιοανατολικές χώρες μόνο η Ιταλία με 38% πλησιάζει την αρνητική επίδοση της χώρας μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1985 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 30% στην Ελλάδα (και 18% στην Ιταλία). Τουλάχιστον στη γειτονική χώρα τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους: «είμαστε μια μπλοκαρισμένη κοινωνία» είχε δηλώσει πριν λίγα χρόνια ο (πρωθυπουργός τότε) Massimo D’Alema. Η Ελλάδα είναι ακόμη πιο μπλοκαρισμένη, απλώς εδώ δεν ασχολείται κανείς.
Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης (μερικές φορές και ο συγγραφέας) είθισται να αναφωνεί: «ευτυχώς που υπάρχει και η οικογένεια!» Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω. Η αναβολή του σχηματισμού οικογένειας και η δραματική μείωση των ποσοστών γονιμότητας είναι μερικά από τα ορατότερα επακόλουθα της εκ πρώτης όψεως «σωτήριας» για τους νέους παρέμβασης των γονέων τους. Η οικογενειακή θαλπωρή επιτρέπει μεν στους νέους να απορρίπτουν «μη ελκυστικές» θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα εθίζει σε μια πλασματική ευμάρεια, η οποία με τη σειρά της παρατείνει την ανωριμότητα. Είμαστε σίγουροι ότι αυτό θέλουμε;
Πριν λίγες μέρες, με αφορμή τη δημοσιοποίηση των τελευταίων στοιχείων της Eurostat που επιβεβαίωσαν την υψηλή ανεργία των νέων στη χώρα μας, τα Ελληνικά μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν λίγες γραμμές στο θέμα και ... αυτό ήταν όλο. Έχουμε φαίνεται εθιστεί τόσο πολύ σε μερικά πράγματα που δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να ξύσουμε την επιφάνεια για να δούμε τι υπάρχει από κάτω. Και όλα αυτά λίγους μήνες μετά τα Δεκεμβριανά που έφεραν (υποτίθεται) τη νεολαία στο προσκήνιο.
Και όμως, κάτω από την επιφάνεια υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Η ανεργία των νέων είναι πράγματι πάρα πολύ υψηλή στη χώρα μας: το 2007 (για τις συνέπειες της κρίσης θα πρέπει να περιμένουμε ένα-δύο χρόνια), στην ηλικιακή ομάδα 15-24 (δηλ. στα πρώτα δέκα χρόνια μετά το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης), ήταν 23% έναντι 15,5% στην ΕΕ27. Μόνο η Ιταλία και τρεις ανατολικές χώρες είχαν ποσοστά πάνω από 20%, αλλά και πάλι χαμηλότερα από το δικό μας. «Θλιβερή πρωτιά», όπως λένε μερικοί. Και δεν είναι η μόνη στο θέμα αυτό, όπως θα δούμε σε λίγο.
Ως γνωστόν, η ανεργία ορίζεται ως ποσοστό του «ενεργού πληθυσμού», δηλ. όσων είναι διαθέσιμοι για εργασία. Οι υπόλοιποι είναι μαθητές, φοιτητές, μητέρες που δεν εργάζονται ούτε ψάχνουν για δουλειά, υπηρετούν στο στρατό ή έχουν αποσυρθεί λόγω ασθένειας ή αναπηρίας. Επειδή εάν υπήρχαν ελκυστικές δουλειές κάποιοι από αυτούς θα εργάζονταν, τμήμα του μη ενεργού πληθυσμού βρίσκεται στην πραγματικότητα σε κατάσταση «κρυφής ανεργίας». Για αυτό είναι σημαντικό να κοιτάμε και τα ποσοστά απασχόλησης, τα οποία υπολογίζονται στο σύνολο του πληθυσμού, ενεργού ή μη. Ούτε εκεί δεν πάμε καλά: μόνο 24 στους 100 νέους ηλικίας 15-24 εργάζονταν το 2007, έναντι 37 στην ΕΕ27 (και 41 στην ΕΕ15). Μόνο η Ουγγαρία και το Λουξεμβούργο είχαν χαμηλότερα ποσοστά από ό,τι η Ελλάδα.
Μήπως αυτό σημαίνει ότι όσο περισσότερο νέοι εργάζονται τόσο καλύτερα; Όχι αναγκαστικά. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κρατάει πολλά παιδιά στα θρανία πολύ μετά από την ηλικία των 15 μπορεί να είναι καλύτερη επένδυση για το μέλλον (αρκεί βέβαια να λειτουργεί σωστά). Όμως, το ένα δεν αποκλείει το άλλο: σε χώρες με μαζικά πανεπιστήμια και υψηλό μορφωτικό επίπεδο η απασχόληση των νέων είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι εδώ. Το σχετικό ρεκόρ το κατέχει η Ολλανδία, όπου 68 στους 100 νέους ηλικίας 15-24 εργάζονται, με δεύτερη τη Δανία (65). Πολλοί από αυτούς είναι μαθητές ή φοιτητές που δουλεύουν παράλληλα με τις σπουδές τους (part-time) ή στις διακοπές (με προσωρινή απασχόληση). Αντίθετα στην Ελλάδα οι λεγόμενες «ευέλικτες μορφές απασχόλησης» είναι ελάχιστα διαδεδομένες: το 2005, στους 100 νέους (ηλικίας 15-29 αυτή τη φορά) μόνο οι 12 εργάζονταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή/και με μερική απασχόληση.
Το πρόβλημά μας δεν είναι απλώς ότι υπερβολικά λίγοι νέοι εργάζονται, αλλά και ότι οι λίγες δουλειές που υπάρχουν είναι κακοπληρωμένες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, τα οποία δεν είναι διαθέσιμα ανά ηλικία (ούτε κατά φύλο), 26% του συνόλου των μισθωτών αμείβονταν το 2007 με μηνιαίες καθαρές αποδοχές έως €750. Η αναλογία των χαμηλόμισθων ήταν υψηλότερη μεταξύ των εργαζομένων με προσωρινή απασχόληση (56%) και φυσικά μεταξύ όσων εργάζονται part-time (86%). Όμως, η βασική διάκριση είναι άλλη: από τους 641 χιλιάδες μισθωτούς με καθαρές αποδοχές έως €750 το μήνα οι 564 χιλιάδες εργάζονταν στον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν «κανονικές» συμβάσεις: μόνο 81 χιλιάδες ήταν σε θέσεις εργασίας part-time και μόνο 113 χιλιάδες με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενώ αρκετοί ανήκαν και στις δύο κατηγορίες ταυτόχρονα. Στους χαμηλά αμειβόμενους θα πρέπει να προστεθεί και ο άγνωστος αριθμός των μισθωτών που (όχι από επιλογή τους) μεταμφιέζονται σε αυτοαπασχολούμενους, και πληρώνονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών ή επαγγελματικής δαπάνης παρότι παρέχουν εργασία σε έναν εργοδότη. Εννοείται ότι η πλειονότητα των χαμηλά αμειβόμενων είναι νέοι.
Χαμηλά ποσοστά απασχόλησης + χαμηλές αποδοχές = παρατεταμένη εξάρτηση των νέων από τους γονείς τους. Εδώ το πρόβλημα έχει πάρει διαστάσεις πραγματικά ανησυχητικές. Το 2005, το ποσοστό των ανδρών που ζουν στο πατρικό τους ακόμη και στην (όχι πια τρυφερή) ηλικία των 30-34 ετών ήταν 43%. Από τις άλλες νοτιοανατολικές χώρες μόνο η Ιταλία με 38% πλησιάζει την αρνητική επίδοση της χώρας μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1985 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 30% στην Ελλάδα (και 18% στην Ιταλία). Τουλάχιστον στη γειτονική χώρα τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους: «είμαστε μια μπλοκαρισμένη κοινωνία» είχε δηλώσει πριν λίγα χρόνια ο (πρωθυπουργός τότε) Massimo D’Alema. Η Ελλάδα είναι ακόμη πιο μπλοκαρισμένη, απλώς εδώ δεν ασχολείται κανείς.
Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης (μερικές φορές και ο συγγραφέας) είθισται να αναφωνεί: «ευτυχώς που υπάρχει και η οικογένεια!» Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω. Η αναβολή του σχηματισμού οικογένειας και η δραματική μείωση των ποσοστών γονιμότητας είναι μερικά από τα ορατότερα επακόλουθα της εκ πρώτης όψεως «σωτήριας» για τους νέους παρέμβασης των γονέων τους. Η οικογενειακή θαλπωρή επιτρέπει μεν στους νέους να απορρίπτουν «μη ελκυστικές» θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα εθίζει σε μια πλασματική ευμάρεια, η οποία με τη σειρά της παρατείνει την ανωριμότητα. Είμαστε σίγουροι ότι αυτό θέλουμε;
22 Μαΐου 2009
Ειδήσεις από το μέλλον
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» με τον τίτλο «Ο πελατειακός φοιτητικός συνδικαλισμός» (Παρασκευή 22 Μαΐου 2009)
Όσοι μέσα στην απελπισία τους από το αναμφίβολα απογοητευτικό επίπεδο της κομματικής αντιπαράθεσης στην κεντρική πολιτική σκηνή σκέφτονται ότι στο μέλλον τα πράγματα (δεν μπορεί!) θα είναι καλύτερα, αφού μια νέα γενιά ανοιχτόμυαλων / μορφωμένων / έντιμων πολιτικών θα έχει αντικαταστήσει την αποτυχημένη / ανίκανη / διεφθαρμένη [συμπληρώστε το επίθετο της αρεσκείας σας] γενιά που είναι σήμερα στα πράγματα, μάλλον καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν. Εάν ο φοιτητικός συνδικαλισμός δείχνει την ποιότητα των πολιτικών ελίτ και το επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας δέκα με είκοσι χρόνια αργότερα (έτσι δεν γινόταν μέχρι τώρα;), τότε το μέλλον μπορεί να είναι χειρότερο από το παρόν – και μάλιστα πολύ.
Υπερβολές; Λίγα κλικ στα φόρουμ των φοιτητικών παρατάξεων (εκεί που ο λόγος των κομματικοποιημένων φοιτητών εκφράζεται χωρίς διαμεσολάβηση), ή στα φιλμάκια που κυκλοφορούν στο you tube (με θέμα π.χ. κάποια πρόσφατη συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων κομματικών στρατών σε κάποιο πανεπιστήμιο), θα πείσουν και τους πιο δύσπιστους για μερικές απλές αλήθειες που δεν λέγονται συχνά, αλλά είναι κομμάτι της καθημερινότητας όσων εργάζονται στα Ελληνικά πανεπιστήμια. Ότι δηλαδή η υπερ-πολιτικοποίηση της πρώτης μεταπολίτευσης έχει σταδιακά μετατραπεί σε μια μαχητικότητα κούφια, που συσπειρώνει σε «tribal» βάση, με ελάχιστα ή καθόλου πολιτικά χαρακτηριστικά, με μια κουλτούρα βίαιη, παρόμοια με αυτή των φανατικών οπαδών, και με φόντο την απάθεια πολλών φοιτητών – ειδικά εκείνων που ενδιαφέρονται για τις σπουδές τους.
Η βία του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου είναι η (σχετικά) περισσότερο συζητημένη πτυχή αυτού του προβλήματος. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου («το δεύτερο ‘21», σύμφωνα με έναν από τους θεωρητικούς της) άφησε πίσω της μια κληρονομιά βίας, και ανοχής στη βία, η οποία έχει ήδη δώσει πολλά απεχθή δείγματα γραφής (με πιο πρόσφατο την επίθεση στον Μισέλ Φάις), και σίγουρα θα δώσει και άλλα. Ωστόσο, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών της περασμένης εβδομάδας, η εξέγερση δεν προκάλεσε την παραμικρή μετατόπιση στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης. Ούτως ή άλλως, η αντιεξουσιαστική βία έχει σοβαρά κοινωνικά αίτια, αξιοσημείωτη καταστροφική ισχύ, δυνητικά δραματικές συνέπειες για όσους την υφίστανται, αλλά μικρή πολιτική σημασία. Ίσως η μόνη πολιτική συνέπεια των Δεκεμβριανών (εκτός από την αύξηση της επιρροής του ΛΑΟΣ) ήταν η αποκάλυψη της φτώχειας ιδεών και της ηθικής χρεωκοπίας της ριζοσπαστικής αριστεράς – η οποία, εάν βρήκε κάτι μεμπτό στο εφιαλτικό όραμα και στις ακόμη εφιαλτικότερες μεθόδους των παιδιών με τις κουκούλες, δεν μας το έχει πει ακόμη.
Όμως, θα περίμενε κανείς ότι η βία των αντιεξουσιαστών θα προσέκρουε στην αποφασιστική στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικά ενεργών φοιτητών, και ειδικά όσων πρόσκεινται στα κόμματα εξουσίας. Θα ήταν πράγματι λογικό – αλλά απλώς δεν ισχύει. Συχνά η καταδίκη της βίας εκ μέρους μιας από τις μεγάλες παρατάξεις ακούγεται εξίσου πειστική και εξίσου εμφορούμενη από θέσεις αρχής όπως η καταδίκη εκ μέρους κάποιας ΠΑΕ των βιαιοτήτων που διέπραξαν οι οπαδοί κάποιας άλλης ΠΑΕ. Στο πανεπιστήμιό μου, οι οπαδοί των δύο μεγάλων παρατάξεων την τελευταία χρονιά (δηλ. εν μέσω καταλήψεων και εξεγέρσεων) δεν παρέλειψαν να συγκρουστούν κατά μέσο όρο κάθε δύο μήνες, με απίστευτη αγριότητα και πάντοτε με ασήμαντη αφορμή: τις εγγραφές των πρωτοετών, τις μεταγραφές, και άλλα τέτοια υψίστης σημασίας θέματα.
Αυτή η όψη του φοιτητικού συνδικαλισμού, πολύ λιγότερο συζητημένη, δεν αφορά μόνο τις μορφές της πολιτικής αντιπαράθεσης στα πανεπιστήμια, αλλά και το ίδιο της το περιεχόμενο. Οι φοιτητικές παρατάξεις δεν ασχολούνται πλέον με τον τρόπο μετάδοσης της γνώσης, με την αναπαραγωγή της, με το τι έχει να πει το πανεπιστήμιο για όσα συμβαίνουν στον έξω κόσμο, με την καθημερινότητα της φοιτητικής ζωής, με το τι κάνουν οι φοιτητές όταν παύουν να είναι φοιτητές. Ο κομματικός ανταγωνισμός γίνεται πλέον στη βάση παροχών προς τους φοιτητές-πελάτες.
Άλλοτε οι παρατάξεις «ντουμπλάρουν» τις διοικητικές υπηρεσίες: τυπώνουν το πρόγραμμα των μαθημάτων, των εξετάσεων, τις ώρες γραφείου, τα θέματα προηγούμενων εξετάσεων κτλ.
Άλλοτε προσφέρουν διευκολύνσεις που κάνουν τη ζωή των φοιτητών λιγότερο κοπιαστική αλλά ρίχνουν το επίπεδο των σπουδών: πίεση στα όργανα διοίκησης και κατ’ ιδίαν στους καθηγητές για λιγότερη ύλη, ευκολότερα θέματα, καλύτερους βαθμούς, περισσότερες αναβαθμολογήσεις, περισσότερες εξεταστικές περιόδους κτλ.
Άλλοτε υπονομεύουν ανοιχτά το ρόλο του πανεπιστημίου: αυτοσχέδιες ομιλίες την ώρα του μαθήματος παρά τις διαμαρτυρίες του καθηγητή, συστήματα μαζικής αντιγραφής στις εξετάσεις με χρήση προηγμένων τεχνολογικών μεθόδων κ.ά.
Άλλοτε οι παρατάξεις συνάπτουν συμφωνίες υποστήριξης υποψηφίων πρυτάνεων ή κοσμητόρων με αντάλλαγμα υλικά οφέλη: θέσεις εργασίας, θέσεις σε μεταπτυχιακά προγράμματα, δικαίωμα οργάνωσης πάρτυ (με εισιτήριο!) μέσα στους χώρους του πανεπιστημίου, δικαίωμα λόγου στις εργολαβίες του πανεπιστημίου (π.χ. για το κυλικείο ή το εστιατόριο) και άλλα παρόμοια.
Πράγματα δηλ. που πριν δύο μόλις δεκαετίες ήταν εντελώς αδιανόητα.
Και φυσικά όλα αυτά με φόντο τη συνεχιζόμενη ανυπαρξία της ΕΦΕΕ, το μαρασμό των διοικητικών συμβουλίων, τον εκφυλισμό των γενικών συνελεύσεων, την απουσία κοινά αποδεκτών κανόνων σχετικά με το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Έχουν σημασία όλα αυτά; Νομίζω πως ναι. Οι φοιτητικές παρατάξεις αποτελούν φυσιολογικό κανάλι ανανέωσης του στελεχικού δυναμικού των κομμάτων, και όχι μόνο στη χώρα μας. Εάν αυτό το κανάλι αντί για λαμπρούς επιστήμονες με πολιτική συνείδηση αρχίσει να παράγει στελέχη με νοοτροπία φανατικού οπαδού ή εθισμένα στη συναλλαγή ή στην περιφρόνηση των δημοκρατικών κανόνων ή όλα αυτά μαζί, τότε τι ελπίδα υπάρχει;
Όσοι μέσα στην απελπισία τους από το αναμφίβολα απογοητευτικό επίπεδο της κομματικής αντιπαράθεσης στην κεντρική πολιτική σκηνή σκέφτονται ότι στο μέλλον τα πράγματα (δεν μπορεί!) θα είναι καλύτερα, αφού μια νέα γενιά ανοιχτόμυαλων / μορφωμένων / έντιμων πολιτικών θα έχει αντικαταστήσει την αποτυχημένη / ανίκανη / διεφθαρμένη [συμπληρώστε το επίθετο της αρεσκείας σας] γενιά που είναι σήμερα στα πράγματα, μάλλον καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν. Εάν ο φοιτητικός συνδικαλισμός δείχνει την ποιότητα των πολιτικών ελίτ και το επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας δέκα με είκοσι χρόνια αργότερα (έτσι δεν γινόταν μέχρι τώρα;), τότε το μέλλον μπορεί να είναι χειρότερο από το παρόν – και μάλιστα πολύ.
Υπερβολές; Λίγα κλικ στα φόρουμ των φοιτητικών παρατάξεων (εκεί που ο λόγος των κομματικοποιημένων φοιτητών εκφράζεται χωρίς διαμεσολάβηση), ή στα φιλμάκια που κυκλοφορούν στο you tube (με θέμα π.χ. κάποια πρόσφατη συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων κομματικών στρατών σε κάποιο πανεπιστήμιο), θα πείσουν και τους πιο δύσπιστους για μερικές απλές αλήθειες που δεν λέγονται συχνά, αλλά είναι κομμάτι της καθημερινότητας όσων εργάζονται στα Ελληνικά πανεπιστήμια. Ότι δηλαδή η υπερ-πολιτικοποίηση της πρώτης μεταπολίτευσης έχει σταδιακά μετατραπεί σε μια μαχητικότητα κούφια, που συσπειρώνει σε «tribal» βάση, με ελάχιστα ή καθόλου πολιτικά χαρακτηριστικά, με μια κουλτούρα βίαιη, παρόμοια με αυτή των φανατικών οπαδών, και με φόντο την απάθεια πολλών φοιτητών – ειδικά εκείνων που ενδιαφέρονται για τις σπουδές τους.
Η βία του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου είναι η (σχετικά) περισσότερο συζητημένη πτυχή αυτού του προβλήματος. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου («το δεύτερο ‘21», σύμφωνα με έναν από τους θεωρητικούς της) άφησε πίσω της μια κληρονομιά βίας, και ανοχής στη βία, η οποία έχει ήδη δώσει πολλά απεχθή δείγματα γραφής (με πιο πρόσφατο την επίθεση στον Μισέλ Φάις), και σίγουρα θα δώσει και άλλα. Ωστόσο, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών της περασμένης εβδομάδας, η εξέγερση δεν προκάλεσε την παραμικρή μετατόπιση στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης. Ούτως ή άλλως, η αντιεξουσιαστική βία έχει σοβαρά κοινωνικά αίτια, αξιοσημείωτη καταστροφική ισχύ, δυνητικά δραματικές συνέπειες για όσους την υφίστανται, αλλά μικρή πολιτική σημασία. Ίσως η μόνη πολιτική συνέπεια των Δεκεμβριανών (εκτός από την αύξηση της επιρροής του ΛΑΟΣ) ήταν η αποκάλυψη της φτώχειας ιδεών και της ηθικής χρεωκοπίας της ριζοσπαστικής αριστεράς – η οποία, εάν βρήκε κάτι μεμπτό στο εφιαλτικό όραμα και στις ακόμη εφιαλτικότερες μεθόδους των παιδιών με τις κουκούλες, δεν μας το έχει πει ακόμη.
Όμως, θα περίμενε κανείς ότι η βία των αντιεξουσιαστών θα προσέκρουε στην αποφασιστική στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικά ενεργών φοιτητών, και ειδικά όσων πρόσκεινται στα κόμματα εξουσίας. Θα ήταν πράγματι λογικό – αλλά απλώς δεν ισχύει. Συχνά η καταδίκη της βίας εκ μέρους μιας από τις μεγάλες παρατάξεις ακούγεται εξίσου πειστική και εξίσου εμφορούμενη από θέσεις αρχής όπως η καταδίκη εκ μέρους κάποιας ΠΑΕ των βιαιοτήτων που διέπραξαν οι οπαδοί κάποιας άλλης ΠΑΕ. Στο πανεπιστήμιό μου, οι οπαδοί των δύο μεγάλων παρατάξεων την τελευταία χρονιά (δηλ. εν μέσω καταλήψεων και εξεγέρσεων) δεν παρέλειψαν να συγκρουστούν κατά μέσο όρο κάθε δύο μήνες, με απίστευτη αγριότητα και πάντοτε με ασήμαντη αφορμή: τις εγγραφές των πρωτοετών, τις μεταγραφές, και άλλα τέτοια υψίστης σημασίας θέματα.
Αυτή η όψη του φοιτητικού συνδικαλισμού, πολύ λιγότερο συζητημένη, δεν αφορά μόνο τις μορφές της πολιτικής αντιπαράθεσης στα πανεπιστήμια, αλλά και το ίδιο της το περιεχόμενο. Οι φοιτητικές παρατάξεις δεν ασχολούνται πλέον με τον τρόπο μετάδοσης της γνώσης, με την αναπαραγωγή της, με το τι έχει να πει το πανεπιστήμιο για όσα συμβαίνουν στον έξω κόσμο, με την καθημερινότητα της φοιτητικής ζωής, με το τι κάνουν οι φοιτητές όταν παύουν να είναι φοιτητές. Ο κομματικός ανταγωνισμός γίνεται πλέον στη βάση παροχών προς τους φοιτητές-πελάτες.
Άλλοτε οι παρατάξεις «ντουμπλάρουν» τις διοικητικές υπηρεσίες: τυπώνουν το πρόγραμμα των μαθημάτων, των εξετάσεων, τις ώρες γραφείου, τα θέματα προηγούμενων εξετάσεων κτλ.
Άλλοτε προσφέρουν διευκολύνσεις που κάνουν τη ζωή των φοιτητών λιγότερο κοπιαστική αλλά ρίχνουν το επίπεδο των σπουδών: πίεση στα όργανα διοίκησης και κατ’ ιδίαν στους καθηγητές για λιγότερη ύλη, ευκολότερα θέματα, καλύτερους βαθμούς, περισσότερες αναβαθμολογήσεις, περισσότερες εξεταστικές περιόδους κτλ.
Άλλοτε υπονομεύουν ανοιχτά το ρόλο του πανεπιστημίου: αυτοσχέδιες ομιλίες την ώρα του μαθήματος παρά τις διαμαρτυρίες του καθηγητή, συστήματα μαζικής αντιγραφής στις εξετάσεις με χρήση προηγμένων τεχνολογικών μεθόδων κ.ά.
Άλλοτε οι παρατάξεις συνάπτουν συμφωνίες υποστήριξης υποψηφίων πρυτάνεων ή κοσμητόρων με αντάλλαγμα υλικά οφέλη: θέσεις εργασίας, θέσεις σε μεταπτυχιακά προγράμματα, δικαίωμα οργάνωσης πάρτυ (με εισιτήριο!) μέσα στους χώρους του πανεπιστημίου, δικαίωμα λόγου στις εργολαβίες του πανεπιστημίου (π.χ. για το κυλικείο ή το εστιατόριο) και άλλα παρόμοια.
Πράγματα δηλ. που πριν δύο μόλις δεκαετίες ήταν εντελώς αδιανόητα.
Και φυσικά όλα αυτά με φόντο τη συνεχιζόμενη ανυπαρξία της ΕΦΕΕ, το μαρασμό των διοικητικών συμβουλίων, τον εκφυλισμό των γενικών συνελεύσεων, την απουσία κοινά αποδεκτών κανόνων σχετικά με το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Έχουν σημασία όλα αυτά; Νομίζω πως ναι. Οι φοιτητικές παρατάξεις αποτελούν φυσιολογικό κανάλι ανανέωσης του στελεχικού δυναμικού των κομμάτων, και όχι μόνο στη χώρα μας. Εάν αυτό το κανάλι αντί για λαμπρούς επιστήμονες με πολιτική συνείδηση αρχίσει να παράγει στελέχη με νοοτροπία φανατικού οπαδού ή εθισμένα στη συναλλαγή ή στην περιφρόνηση των δημοκρατικών κανόνων ή όλα αυτά μαζί, τότε τι ελπίδα υπάρχει;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
