Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Αυγή». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Αυγή». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Μαρτίου 2010

Ακριβή ανάπτυξη και δίκαιη λιτότητα

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 7 Μαρτίου 2010)

Η τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία έχει διάφορες όψεις. Η δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται στις πιο ορατές από αυτές, όπως για παράδειγμα στα περίφημα spreads, δηλ. στο υψηλό κόστος δανεισμού. Αυτό είναι λογικό, αφού οι ορατές όψεις της κρίσης τυχαίνει να είναι οι πιο επείγουσες. Από την άλλη, είναι και συγκυριακές, καθώς και άμεσα (όχι εύκολα) αντιμετωπίσιμες. Κάποια στιγμή η κερδοσκοπική πίεση στην οικονομία θα υποχωρήσει. Όμως, δεν θα έχει περάσει η κρίση όταν συμβεί αυτό. Αντίθετα, τότε θα έλθει στην επιφάνεια η μονιμότερη αιτία της, η ουσία της παθογένειας που παράγει ελλείμματα. Και αυτή δεν είναι άλλη από τη δραματική απόσταση μεταξύ των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας και των καταναλωτικών προσδοκιών των πολιτών.

Το παραγωγικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί βασίζεται στους χαμηλούς μισθούς, στη χαμηλή εξειδίκευση, στην περιορισμένη αξιοποίηση της τεχνολογίας, στη δυσπιστία των επιχειρήσεων απέναντι στην καινοτομία, στην κατά συρροή παραβίαση του εργατικού δικαίου, στην περιφρόνηση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων. Πρόκειται για ένα παραγωγικό μοντέλο «φτηνής ανάπτυξης», το οποίο έχει προ πολλού εξαντλήσει την όποια δυναμική του.

Αντίθετα, τα καταναλωτικά πρότυπα που έχουμε υιοθετήσει είναι εφάμιλλα – αν όχι ακριβότερα – πολύ πιο προηγμένων οικονομιών από τη δική μας. Ταυτόχρονα, η παρακμή της δημόσιας παροχής (π.χ. στους τομείς των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης) σημαίνει μεγάλη επιβάρυνση για αγαθά που σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες παρέχονται δωρεάν από το κράτος. Με άλλα λόγια, την ώρα που η εθνική οικονομία χάνει έδαφος στις διεθνείς αγορές επειδή παράγει προϊόντα χαμηλής ποιότητας σε όχι συμφέρουσες τιμές, η εγχώρια ζήτηση απορροφά ένα υψηλό επίπεδο κατανάλωσης. Η κατανάλωση αυτή συχνά αφορά εισαγόμενα προϊόντα, ενώ σε σημαντικό βαθμό χρηματοδοτείται από δανεισμό (ιδιωτικό ή δημόσιο).

Είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι βιώσιμη. Όταν κάποιος ζει συνεχώς με δανεικά το χρέος του διογκώνεται και στο τέλος κανείς δεν είναι πρόθυμος να του δανείσει χωρίς όλο και μεγαλύτερες εγγυήσεις. Σε τελευταία ανάλυση, το δίλημμα δεν είναι μεταξύ «σκληρών» ή μη μέτρων σταθεροποίησης, αλλά μεταξύ εξυγίανσης και χρεοκοπίας. Το δυστύχημα είναι ότι, επειδή σπαταλήσαμε τα χρόνια των παχιών αγελάδων (υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90), είμαστε τώρα υποχρεωμένοι να επιχειρήσουμε την εξυγίανση μέσα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης.

Η μετάβαση προς ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Απαιτεί μια διαφορετική επιχειρηματική κουλτούρα που να σέβεται την εργασία και να επενδύει σε αυτή, με στόχο την παραγωγή ελκυστικών προϊόντων σε ανταγωνιστικές τιμές. Προϋποθέτει επίσης την επικράτηση μιας πιο απαιτητικής ηθικής της εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους. Συνεπάγεται τέλος βαθιές μεταρρυθμίσεις για την αποτελεσματική καταπολέμηση χρόνιων προβλημάτων στην οικονομία, στην απασχόληση, στην ασφάλιση, στην εκπαίδευση, στη δικαιοσύνη.

Πάντως, όσο αποφασιστικά (και όσο γρήγορα) και αν κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ακριβής ανάπτυξης, η κρίση δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη την κατανάλωση. Κατ’ αρχήν ποσοτικά: λίγοι αμφιβάλλουν ότι μας περιμένουν θυσίες, και μάλιστα για αρκετό καιρό. Όμως, η μονόπλευρη μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα όσο διαιωνίζεται η φορολογική ασυλία άλλων κατηγοριών, όσο η κακοδιαχείριση των δημόσιων πόρων παραμένει κανόνας, όσο η διαφθορά εξακολουθεί να κυριαρχεί στη δημόσια ζωή. Συνεπώς, για να έχει αποτέλεσμα η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης, θα πρέπει να συμπέσει με την αποκατάσταση της νομιμότητας και την περικοπή της σπατάλης σε όλους τους τομείς. Επίσης, θα πρέπει οι θυσίες να επιμερίζονται ανάλογα με τη δυνατότητα καθενός να συνεισφέρει, αρχής γενομένης από όσους την τελευταία περίοδο πλούτισαν εύκολα. Συνεπώς, η λιτότητα για να είναι οικονομικά αποδοτική και κοινωνικά αποδεκτή θα πρέπει να είναι δίκαιη.

Επί πλέον, η μεγάλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης την προηγούμενη περίοδο δεν έκανε ευτυχέστερους τους πολίτες: τροφοδότησε μια επίπλαστη ευημερία που εξαντλήθηκε στη ρηχή και επιδεικτική συσσώρευση υλικών αγαθών, ενέτεινε τις οικονομικές ανισότητες, ενίσχυσε τις κοινωνικές παθογένειες (το stress, την εγκληματικότητα), επιδείνωσε την καθυστέρηση της δημόσιας υποδομής, επιτάχυνε την καταστροφή του περιβάλλοντος.

Βέβαια, παρότι η αύξηση του εισοδήματος δεν εγγυάται πραγματική ευημερία, η μείωσή του προκαλεί μεγαλύτερη δυστυχία – ιδίως βραχυπρόθεσμα, αφού ανατρέπει προσδοκίες και σχέδια.

Ίσως όμως, μεσοπρόθεσμα, η λιτότητα να είναι ευκαιρία για μια αλλαγή πορείας. Αρκεί να αντιστραφεί η τάση ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών αγαθών. Αρκεί να ενισχυθεί η ποιότητα των δημοσίων αγαθών – των ελεύθερων χώρων, των δρόμων και των πλατειών, των αστικών πάρκων και των εθνικών δρυμών, όχι μόνο των δημόσιων νοσοκομείων και σχολείων.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε μια εναλλακτική καθημερινότητα: τα παιδιά πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς, οι επισκέψεις στο γιατρό είναι δωρεάν, οδηγούμε λιγότερο, περπατάμε και ποδηλατούμε περισσότερο, κυκλοφορούμε με το μετρό ή το λεωφορείο, κολυμπάμε σε ελεύθερες παραλίες (όχι σε οργανωμένες πλαζ), αθλούμαστε στα πάρκα μαζί με τους φίλους μας (όχι στο ιδιωτικό γυμναστήριο μόνοι μας), μαγειρεύουμε συχνότερα στο σπίτι με φίλους, μποϋκοτάρουμε τα πληκτικά αλλά υπερτιμημένα μπαρ ή εστιατόρια.

Ποιος αμφιβάλλει ότι, εάν όλα αυτά συνέβαιναν αληθινά, η λιτότητα (δηλ. η μείωση των χρηματικών εισοδημάτων) θα συμβάδιζε με τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας;

18 Ιουνίου 2000

Παραλλαγές σε ένα θέμα

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 18 Ιουνίου 2000) - το τελευταίο άρθρο μου μετά από λίγο-πολύ τακτική συνεργασία δύο δεκαετιών

Παρά τις προσπάθειές μου να συλλάβω κάτι μεγάλο, “ενοποιητικό”, αντάξιο της περίστασης, το μόνο που κατάφερα είναι δυο-τρία σχόλια στην πολιτική (και μη) επικαιρότητα (και μη). Ο επιεικής αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει μια κόκκινη κλωστή (μπορεί και όχι). Για τον μη επιεική, υπάρχει πάντοτε η παρηγοριά ότι τελικά το “πράγμα” δεν κράτησε όσο φοβόταν.

Ραντεβού με τους βαρβάρους

Η ιδέα της παγκοσμιοποίησης ως παντοδύναμου ρυθμιστή της μοίρας της ανθρωπότητας μου έδινε πάντοτε την εντύπωση μιας θεωρίας οκνηρής και βολικής. Οκνηρής επειδή απαλλάσσει εκείνους που την υιοθετούν από τον κόπο να ασχοληθούν κάπως περισσότερο συγκεκριμένα με την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Βολικής επειδή προσφέρει έναν καθησυχαστικό τρόπο ερμηνείας της ιστορίας (του μέλλοντος). Στους θιασώτες των απορυθμισμένων αγορών τη βεβαιότητα ότι η εξέλιξη θα σαρώσει τους “αναχρονιστικούς” θεσμούς που οι Ευρωπαϊκές και άλλες κοινωνίες οικοδόμησαν για να αυτοπροστατευθούν από έναν καπιταλισμό με “αίμα στα νύχια και στα δόντια”. Στους ιρρασιοναλιστές κάθε απόχρωσης (ξενόφοβους ρατσιστές, “αντισυστημικούς” αριστερούς, εθνικιστές ελληνορθόδοξους, μα και μερικούς συνδυασμούς των προηγουμένων) ιδεολογικό άλλοθι για μια στάση άρνησης, αναχωρητισμού, καταγγελίας, ακόμη και βίαιης αντιπαράθεσης, ανάλογα με την περίπτωση και την ιδιοσυγκρασία.

Με αυτό τον τρόπο, η παγκοσμιοποίηση γίνεται κλειδί ανάγνωσης των πάντων (ή κλειδί για όλες τις πόρτες), δηλ. ό,τι ήταν ο ιμπεριαλισμός για μερικούς “συντρόφους της άλλης όχθης” μέχρι πρόσφατα: όποια και να είναι η ερώτηση, η παγκοσμιοποίηση είναι η απάντηση. Ποιο είναι, για παράδειγμα, το ζήτημα με το κοινωνικό κράτος; Ότι η παγκοσμιοποιημένη αγορά δεν ανέχεται κοινωνικά “βαρίδια” και για το λόγο αυτό το κοινωνικό κράτος κατεδαφίζεται / αποδομείται / ιδιωτικοποιείται κ.ά. Καλώς για τους μεν, κακώς για τους δε, αλλά ως προς το (υποτιθέμενο) γεγονός αυτό καθ’ εαυτό υπάρχει συμφωνία και των δύο πλευρών.

Όπως πάντοτε, το καλύτερο αντίδοτο στις απλουστευτικές μέχρι ισοπέδωσης θεωρίες είναι να δείξει κανείς ότι απλώς δεν ταιριάζουν με αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πράγμα που ακριβώς κάνει μια Έκθεση με τίτλο “Το μέλλον της Κοινωνικής Ευρώπης” που γράφτηκε για λογαριασμό της Πορτογαλικής Προεδρίας της Ε.Ε. Η Έκθεση, από την πρώτη σελίδα της, αμφισβητεί “το επιχείρημα ότι τα κοινωνικά κράτη καταρρέουν υπό το βάρος εξωτερικών και εσωτερικών πιέσεων. Αν και υποτίθεται ‘σε κρίση’, τα κοινωνικά κράτη έχουν αλλάξει λίγο τα τελευταία χρόνια. […] Οι πιο σημαντικές αλλαγές είναι η έμφαση σε σύγχρονες μορφές διαχείρισης (σύμφωνα με τη νέα ορθοδοξία της οργάνωσης του δημοσίου), η προσπάθεια να γίνουν ορισμένα επιδόματα (συνήθως ανεργίας) πιο ‘συμβατά με τα κίνητρα’, ένας οριακός βαθμός ιδιωτικοποίησης (κυρίως στην υγεία και κυρίως στη Βρετανία), κάποια αποκέντρωση και η (αρκετά επιτυχημένη) προσπάθεια ελέγχου της αύξησης των δαπανών. Αυτά μετά βίας συνιστούν ‘νεοφιλελεύθερη’ ευθυγράμμιση”.

Η Έκθεση, στη δεύτερη σελίδα της, προχωρά στην κατάρριψη του επόμενου μύθου, δηλ. ότι “τα εθνικά κράτη είναι όλο και περισσότερο ανήμπορα να αντιδράσουν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Η ικανότητα πλοήγησης που διαθέτουν πράγματι περιορίζεται από εξελίξεις πέρα από τα σύνορά τους. Όμως αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ούτε απώλεια ελέγχου ούτε ‘νεοφιλελεύθερη’ ευθυγράμμιση, είτε αυτό αφορά θεσμικές αλλαγές είτε στόχους πολιτικής”.

Συμπέρασμα: καιρός να τελειώνουμε με την παγκοσμιοποίηση ως άλλοθι και να θυμηθούμε ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να φτιάχνουν την ιστορία τους – μέσα, φυσικά, στις συνθήκες που κληρονόμησαν. Ελπίζω οι “Κακοήθεις” να εκτιμήσουν το τσιτάτο.

Μια κοινωνία μπλοκαρισμένη

Όπως μετέδωσε τις προάλλες το ραδιόφωνο (μάλλον και οι εφημερίδες, αλλά δεν το βρήκα), πρόσφατη μελέτη διεθνούς οργανισμού ανέδειξε την Ελλάδα πρωταθλήτρια όχι των τροχαίων (αυτό δεν είναι είδηση) αλλά των “μαμόθρεφτων”: η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων νέων, ιδίως αγοριών, ηλικίας 18 έως 30 ετών ζουν ακόμη με τους γονείς τους, περισσότεροι από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα. Μάλιστα το σχετικό ποσοστό αυξήθηκε στην τελευταία δεκαετία κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες.

Τι λένε για αυτό η κυβέρνηση, τα κόμματα, τα συνδικάτα και οι υπόλοιποι; Τίποτε. Το θέμα αντιμετωπίζεται σαν να ήταν άλλη μια από εκείνες τις οριακά ενδιαφέρουσες στατιστικές που δείχνουν τις διαφορές μεταξύ των Ευρωπαίων, όπως ότι το 95% των Ελλήνων οδηγών πατούν το κλάξον όταν ανάβει πράσινο, αλλά μόνο το 5% των Φινλανδών. Και όμως, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για ένα πολιτικό ζήτημα πρώτου μεγέθους, επειδή ούτε λίγο ούτε πολύ αφορά τις μορφές οργάνωσης της κοινωνίας μας.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: εμείς οι εκσυγχρονιστές αριστεροί (!) υποστηρίζουμε εδώ και καιρό ότι η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους προκύπτει όχι τόσο από την υπαρκτή ανάγκη μείωσης των ελλειμμάτων, όσο από το αίτημα της ισονομίας μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών πολιτών και της δικαιοσύνης μεταξύ διαφορετικών γενεών. Τα “κεκτημένα” των προστατευμένων κατηγοριών, οι οποίες απολαμβάνουν παροχές υψηλού (κοινωνικού) κόστους και “οικογενειακούς” μισθούς, συμβάλλουν ώστε η αγορά εργασίας να καθίσταται δυσπρόσιτη προς όλους τους άλλους. Τα θύματα της υπόθεσης δεν είναι μόνο οι φτωχοί μετανάστες και οι άλλοι συνήθεις ύποπτοι αποκλεισμών κάθε μορφής: είναι τα ίδια τα παιδιά και οι σύζυγοι (γένους θηλυκού) των προστατευμένων εργαζομένων.

Η μια όψη αυτού του φαινομένου είναι ότι η πολύ υψηλή ανεργία στην Ελλάδα δεν πλήττει κυρίως αρχηγούς νοικοκυριών αλλά τα λεγόμενα “εξαρτημένα μέλη” κατά την αποκαλυπτική ορολογία, άρα κατά κανόνα δεν συνεπάγεται την εξαθλίωση ολόκληρων οικογενειών. Η άλλη όψη είναι ότι ο συνδυασμός υψηλής ανεργίας των νέων και πολύ χαμηλής συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας (άλλη υπερήφανη ελληνική πρωτιά) φιλοτεχνεί το πορτραίτο μιας κοινωνίας μπλοκαρισμένης, με θεσμούς που στέκονται εμπόδιο στην χειραφέτηση των νέων και στη ανεξαρτησία των γυναικών, μιας οικογενειακής δομής που ευνοεί συμπεριφορές συντηρητικές, ανώριμες, παθητικές, ανεύθυνες.

“Και τι προτείνεις;” δικαιούται να αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Με μια φράση (κάποιου άλλου, στην περίπτωση αυτή) προτείνω “Λιγότερα στον πατέρα, περισσότερα στο γιο” – βεβαίως και στην κόρη, η μετάφραση αδικεί τις προθέσεις του συγγραφέα της φράσης. Με άλλα λόγια: Μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας στην κατεύθυνση της ευελιξίας με προστασία για όλους. Μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους στην κατεύθυνση της επαναδιαπραγμάτευσης του κοινωνικού συμβολαίου και της αναδιατύπωσης των όρων της αλληλεγγύης των γενεών. “Εύκολο να το λες και δύσκολο να το κάνεις”. Το ξέρω – όπως επίσης ξέρω ότι είναι αδύνατο να το κάνεις εκτός και αν το επιδιώξεις.

Εκσυγχρονισμός χωρίς μεταρρυθμίσεις;

Η πρόσφατη κάθοδος της Εκκλησίας στον πολιτικό στίβο με κορύφωση το συλλαλητήριο της περασμένης Τετάρτης προσφέρει πολύ υλικό για πολιτική ανάλυση. Ο αυτοεξευτελισμός μιας ορισμένης αριστεράς που επειδή αντιστέκεται στην παγκοσμιοποίηση καταλήγει να συμμαχεί με τα πιο εθνικιστικά και αντιδραστικά στοιχεία που διαθέτει ο τόπος έχει αναλυθεί διεξοδικά από άλλους. Μια άλλη πλευρά του ζητήματος είναι το ότι αυτή η αντιδημοκρατική εκτροπή της ηγεσίας της Εκκλησίας έδειξε επίσης τα όρια μιας σύλληψης του εκσυγχρονισμού ως μιας διαδικασίας εξελικτικής, γραμμικής, ήσυχης, χωρίς ρήξεις και συγκρούσεις. Η έγνοια για τον περιορισμό των ανοιχτών μετώπων αποτελεί, ασφαλώς, στοιχειώδη επιλογή αυτοσυντήρησης. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η παρατεταμένη συμβίωση του νέου με το παλιό, οι διορθώσεις πορείας χωρίς κριτική αποτίμηση της προηγούμενης που οδήγησε σε αδιέξοδο, η ηθελημένη ασάφεια ως προς τα επόμενα βήματα – όλα αυτά επιτείνουν τη σύγχυση, πολλαπλασιάζουν τα εμπόδια, περιορίζουν την εμβέλεια και των πιο ριζοσπαστικών αλλαγών.

Εν πολλοίς, πρόκειται για κλασσικό πρόβλημα “πολιτικού υποκειμένου”. Ο εκσυγχρονισμός ως εγχείρημα υποστηρίζεται από ένα φάσμα δυνάμεων στο οποίο συχνά απουσιάζει το κόμμα που κυβερνά ενώ αντίθετα συμμετέχει σε ρόλο συχνά πρωταγωνιστικό τμήμα της κατ’ όνομα αντιπολίτευσης (Φιλελεύθεροι και η εκσυγχρονιστική αριστερά, εντός ή εκτός Συνασπισμού). Το ότι το ίδιο το εγχείρημα παρά τις δυσκολίες προχωρά πιστοποιεί το δυναμισμό του, καθώς και το συντονισμό του με βαθύτερες προσδοκίες ζωντανών τμημάτων της κοινωνίας.

Αρκετοί αριστεροί υποστήριξαν αυτή την υπόθεση από την αρχή, ορισμένοι συμμετείχαν σε αυτή, άλλοι με περισσότερες και άλλοι με λιγότερες επιφυλάξεις, ελπίζω (για τους γνωστούς μου είμαι βέβαιος) με ανιδιοτέλεια και με ζωντανές τις ευαισθησίες τις οποίες υποδηλώνει η κοινή ιστορική διαδρομή τους. Για όλους εμάς, η επιτάχυνση της εκσυγχρονιστικής πορείας και η μετεξέλιξή της σε ένα ισχυρό μεταρρυθμιστικό κύμα μακράς πνοής είναι πέρα από όλα τα άλλα ένα μεγάλο προσωπικό στοίχημα. Είναι γνωστό ότι ο αυθεντικός ρεφορμισμός για να είναι νικηφόρος απαιτεί επαναστατικό ζήλο και ριζοσπαστική προοπτική – και αυθεντικότερο ρεφορμισμό από αυτόν που εξέφρασε το ιστορικό ρεύμα της ανανεωτικής αριστεράς μάλλον δύσκολα θα βρει κανείς στην Ελλάδα. Συνεπώς, δεν απομένει παρά η έκβαση του εν λόγω στοιχήματος. Εάν το χάσουμε το μόνο ελαφρυντικό που θα μπορούμε να επικαλεστούμε είναι ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε.

25 Μαρτίου 2000

Το Μετρό, η δουλειά της Αριστεράς, και άλλα ανεπίκαιρα (;)

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 25 Μαρτίου 2000)

Η προεκλογική περίοδος ελάχιστα ενδείκνυται για τη συζήτηση ζητημάτων προγραμματικής πολιτικής, καθώς η προσοχή όλων είναι στραμμένη σε πιο τρέχοντα και πιο επείγοντα θέματα – ή αντίθετα, σε θέματα ταυτότητας, υπαρξιακά, άρα εκ φύσεως διαχρονικά. Βέβαια, για τους σύγχρονους, ανανεωτικούς και τα τοιαύτα αριστερούς, το πρόγραμμα είναι σοβαρή υπόθεση: είναι θεμέλιο όχι απλώς της εκλογικής συναίνεσης, αλλά επίσης της πολιτικής στράτευσης. Είναι τυχαίο ότι τα απανταχού κόμματα της αριστεράς (από τους Νέους Εργατικούς μέχρι και την Κομμουνιστική Επανίδρυση) είναι κόμματα προγραμματικής, όχι ιδεολογικής, ενότητας; Νομίζω όχι. Η παραγνώριση της σημασίας του προγράμματος είναι μια πολυτέλεια την οποία μπορούν να απολαμβάνουν αμέριμνα μόνο οι οπαδοί της (συνειδητά) εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή όσοι έχουν πάρει οριστικά διαζύγιο από την πολιτική (όπως το σημερινό ΚΚΕ).

Οι άλλοι, εκείνοι δηλαδή που δεν ορίζονται στο ελαφρώς χιλιαστικό δίπολο “καταγγελία της πραγματικότητας – προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου”, είναι υποχρεωμένοι να προτείνουν συγκεκριμένες λύσεις για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων – με άλλα λόγια, είναι υποχρεωμένοι να λερώνουν τα χέρια τους. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν συμβαίνει τα προβλήματα αυτά να αφορούν όψεις της πραγματικότητας επί των οποίων αναμετρούνται και δοκιμάζονται – ούτε λίγο ούτε πολύ – διαφορετικές αντιλήψεις οργάνωσης της κοινωνίας.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, καθώς και για αυτές που ακολουθούν παρακάτω, υπήρξε μια φράση από το πρόσφατο άρθρο του Ά. Ελεφάντη “ΠΑΣΟΚ-ΝΔ: ιστορικός συμβιβασμός” (Ενθέματα 12 Μαρτίου 2000). Η φράση, χαμένη κάπου προς το τέλος του άρθρου και μάλλον συμπτωματική ως προς το κύριο επιχείρημα του, ήταν: “Δουλειά της Αριστεράς δεν είναι μια τεχνικιστική ενασχόληση, να προτείνει πέντε χιλιόμετρα Μετρό αριστερότερα ή δεξιότερα”. Πιστεύω, αντίθετα, ότι “δουλειά της Αριστεράς” είναι αυτό ακριβώς – όμως δεν κάθισα να γράψω το άρθρο αυτό για να αντιδικήσω με έναν άνθρωπο ο οποίος μόνο δέος μου εμπνέει, αλλά απλώς για να αναπτύξω τις σκέψεις μου πάνω σε ένα θέμα που μου φαίνεται σημαντικό.

Λοιπόν, κατά τη γνώμη μου η ενασχόληση των αριστερών με το Μετρό είναι κάθε άλλο παρά “τεχνικιστική”, είναι βαθύτατα πολιτική. Η ανάπτυξη ενός πλήρους συγκοινωνιακού δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς είναι κρίσιμη προϋπόθεση για την επιβίωση της Αθήνας ως πόλης που στοιχειωδώς λειτουργεί. Γι αυτό, οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι ένα από τα προνομιακά πεδία παρέμβασης για την αριστερά, αφού της δίνει την ευκαιρία να αντιπαραθέσει στο “χάος της κυκλοφορίας” τις δικές της ιδέες συλλογικών μορφών οργάνωσης της κοινής ζωής όλων.

Πράγματι, το χάος της κυκλοφορίας θα μπορούσε να είναι μια παραβολή για τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί η ορθολογική επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος από τα άτομα-οδηγούς σε μια κοινωνία-πόλη όπου η δημόσια παρέμβαση απουσιάζει ή απλώς περιορίζεται στη ρύθμιση των φωτεινών σηματοδοτών: όχι ακριβώς κράτος-νυχτοφύλακας αλλά κράτος-τροχονόμος. Η απόφαση κάθε οδηγού να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητό του είναι ορθολογική, επειδή χωρίς αξιόπιστα μέσα μαζικής μεταφοράς οι εναλλακτικές επιλογές δεν είναι ελκυστικές. Αντίθετα, η παροχή ενός πλήρους συγκοινωνιακού δικτύου (από το κράτος, ποιον άλλο;), μαζί με μέτρα αποθάρρυνσης της κυκλοφορίας των Ι.Χ., αυξάνει την ταχύτητα των διαδρομών στην πόλη, βελτιώνει την ασφάλειά τους, ενώ μειώνει και τη ρύπανση. Εάν υπήρχαν αριστερές ιστορίες για παιδιά, εννοώ παραμύθια που μυούν τους αναγνώστες στις αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης αντί για τις “αξίες” του ανταγωνισμού και της δυσανεξίας, κάπως έτσι δεν θα έπρεπε να είναι; (Παρένθεση: τέτοιες ιστορίες υπάρχουν στα αλήθεια, όπως τα παραμύθια του Gianni Rodari, σε μετάφραση Άλκης Ζέη. Τα συνιστώ ανεπιφύλακτα).

Θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει, προσθέτοντας ότι η οδήγηση προάγει την επιθετικότητα του ανθρώπου ενώ το Μετρό, το τραμ (που δεν έχουμε πια, ή δεν έχουμε ακόμη;), το τρόλλεϋ και το λεωφορείο σου επιτρέπουν να διαβάσεις μια εφημερίδα ή ένα βιβλίο, να χαζέψεις τους γύρω σου, να συζητήσεις ήρεμα – με άλλα λόγια, ευνοούν την πολιτισμένη συμβίωση όλων.
Το ίδιο ισχύει και για τις υπεραστικές συγκοινωνίες: όπως επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία (πολύ σωστά) ο Μ. Παπαγιαννάκης, η προτεραιότητα του σιδηροδρόμου έναντι των οδικών μεταφορών αποτελεί κεφαλαιώδες ζήτημα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί ότι το τραίνο υψηλής ταχύτητας AVE καλύπτει την απόσταση Μαδρίτη-Σεβίλλη σε δύο ώρες και κάτι. Η απόσταση είναι 480 χιλιόμετρα, όσο δηλαδή και η απόσταση Αθήνα-Θεσσαλονίκη (η οποία, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, καλύπτεται από το Intercity του ΟΣΕ σε έξη ώρες: ιδού πεδίον προγραμματικής αντιπολίτευσης λαμπρόν, για όποιον ενδιαφέρεται).

Το ίδιο ισχύει και για μια σειρά άλλων ζητημάτων καθημερινής πολιτικής (υγεία, κοινωνική πολιτική, εκπαίδευση). Εάν δει κανείς την ιστορία του κοινωνικού κράτους, θα παρατηρήσει ότι η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας αριστερά συνήθως τηρούσε μια στάση δυσπιστίας κατά τη θεσμοθέτηση των κοινωνικών προγραμμάτων τονίζοντας τους κινδύνους “ενσωμάτωσης”, ενώ ανακάλυπτε τη σπουδαιότητά τους αργότερα, όταν αυτά απειλούνταν από τη Νέα Δεξιά. Ο κίνδυνος της απώλειας αξιοπιστίας λόγω ασυναρτησίας είναι μεγάλος – και δεν βλέπω πώς αλλιώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αν όχι με την αποκατάσταση της έννοιας του προγράμματος στον πολιτικό λόγο της αριστεράς.

Μπορεί αυτά να είναι ασήμαντα, και να έχει μόνο σημασία η “μεγάλη σοσιαλιστική αριστερά που εκφράζει και πυροδοτεί τη δυναμική του κοινωνικού μετασχηματισμού”. Μπορεί, αλλά αμφιβάλλω. Εάν το κήρυγμα για έναν καλύτερο κόσμο σε ένα απροσδιόριστο μέλλον κάνει την αριστερά να μοιάζει με θρησκευτική σέχτα, η σύμπλευση με κάθε δυσαρεστημένο (χθες οι αγρότες, σήμερα οι “μικροεπενδυτές”, αύριο ποιος ξέρει) την τοποθετεί ανάμεσα στη Ν.Δ. και το ΚΚΕ μ-λ, διασταύρωση πολιτικάντικης δημαγωγίας και “επαναστατικής” αγκιτάτσιας.
Ούτως ή άλλως, η ακριβής δοσολογία οράματος-προγράμματος δεν θα πάψει ποτέ να διχάζει τους αριστερούς, εκλογές ή όχι. Εν τω μεταξύ, ας θυμηθούμε ότι η “αριστερή στάση ζωής” κρύβεται (όπως ο διάβολος) στις λεπτομέρειες. Και όπως λέει ένα παλιό ιταλικό τραγουδάκι: “το να κάνεις ντους είναι αριστερό, το να κάνεις μπάνιο σε μπανιέρα είναι δεξιό”. Μα μέχρι αυτού του σημείου; Ίσως όχι ακριβώς, αλλά δεν μου φαίνεται να απέχει και πολύ.

23 Ιανουαρίου 2000

Ένα «ιδεατό σχέδιο αλλαγής» για το κοινωνικό κράτος σε μια εντελώς καινούρια χώρα

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2000)

Η περίοδος των εορτών ευτυχώς τελείωσε, αν και η φλυαρία για τη νέα χιλιετία δυστυχώς δεν δείχνει σημεία εξάντλησης ακόμη. Παραφράζοντας μια γνωστή αγγλοσαξωνική έκφραση (εγκώμιο κάθε οπορτουνισμού ή ύμνο στην προσαρμοστικοτήτα του ανθρώπου, διαλέγετε και παίρνετε), όποιος δεν μπορεί να αντιταχθεί στο ρεύμα καλά θα κάνει να κολυμπήσει με αυτό. Με αυτόν τον ελάχιστα επιδέξιο τρόπο ξεμπερδεύω με τις ανάγκες της εισαγωγής και μπαίνω απότομα στο θέμα.

Το ζήτημα της μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους, μετά από τις αλλεπάλληλες αναβολές που φαίνεται να εξυπηρετούν τους πάντες, κυβέρνηση, αντιπολίτευση και συνδικάτα (εκτός, εννοείται, από εκείνους που ελάχιστα έχουν να περιμένουν από το σημερινό σύστημα), δεν μπορεί παρά να επανέλθει στο προσκήνιο σύντομα. Πόσο σύντομα; άγνωστο, αν και δεν είναι πολύ δύσκολο να κάνει κανείς υποθέσεις: μετά τις εκλογές, όποτε και αν γίνουν, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμά τους.

Επί της ουσίας του ζητήματος, οι απόψεις του υπογράφοντος είναι γνωστές έως κορεσμού σε κάθε συνεπή (!) αναγνώστη των “Ενθεμάτων”. Προς όφελος των υπολοίπων, επαναλαμβάνω επί τροχάδην τα βασικά σημεία (οι συνεπείς μπορούν κάλλιστα να τα προσπεράσουν):

1. Το σημερινό σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι σε μεγάλο βαθμό ένα άναρχο σύνολο ρυθμίσεων, κληρονομιά του παρελθόντος που φέρνει τη σφραγίδα ενός πατερναλιστικού και πελατειακού κράτους. Πάρα πολλές από αυτές τις ρυθμίσεις εξυπηρετούν επιμέρους συμφέροντα μα αντιτίθενται στο “δημόσιο συμφέρον”, όπως και αν το εννοεί κανείς.

2. Όσοι ωφελούνται από το σύστημα αυτό, κατά κανόνα σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, υπερ-αντιπροσωπεύονται στα κόμματα, στις επαγγελματικές οργανώσεις και στα εργατικά συνδικάτα. Αντίθετα, εκείνοι που αδικούνται είναι πολιτικά αδύναμοι, εκτός των θεσμών αντιπροσώπευσης, ή δεν έχουν γεννηθεί ακόμη (οι περίφημες “επερχόμενες γενεές”). Εξ ου και η “ομερτά” για την επ’ αόριστον, ει δυνατόν, αναβολή των αλλαγών.

3. Το σύστημα δεν είναι βιώσιμο οικονομικά ούτε δίκαιο κοινωνικά. Άρα η αναμόρφωσή του είναι αναπόφευκτη – και ταυτόχρονα μια ευκαιρία για την οικοδόμηση ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματός του. Προσοχή: απλώς μια ευκαιρία, τίποτε δεν αποκλείει τη μετάβαση σε ένα σύστημα περισσότερο βιώσιμο, μα όχι λιγότερο άδικο.

4. Η έκβαση της μεταρρύθμισης είναι αβέβαιη. Μάλιστα, η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης σε συλλογικές λύσεις που θεμελιώνονται στην αρχή της ισότητας (αναγκαία προϋπόθεση για ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας) βρίσκεται στο ιστορικό ελάχιστο. Η μάχη των ιδεών για την τελική επικράτηση τέτοιων λύσεων δεν θα είναι εύκολη – και ούτε πρόκειται να κερδηθεί εάν προηγουμένως δεν δοθεί!

5. Η αριστερά που επιθυμεί ακόμη να αυτοαποκαλείται “ανανεωτική” δεν έχει πολύ χρόνο. Η απεμπλοκή της από την υπεράσπιση του σημερινού καθεστώτος επείγει. Όσοι σήμερα αδικούνται, μαζί με όσους αναγνωρίζουν το άδικο του πράγματος ανεξάρτητα από στενά προσωπικά συμφέροντα, αναζητούν εκπροσώπηση.

Αυτά σε επίπεδο γενικών αρχών. Όμως με τι θα έμοιαζε το νέο κοινωνικό κράτος εάν ήταν στο χέρι μας (;) να το οικοδομήσουμε (παραβλέποντας προς στιγμήν ότι καμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αγνοήσει το ήδη υπάρχον, αλλά δοκιμάζεται στην αναμέτρηση της με αυτό); Πώς θα ήταν το σύστημα κοινωνικής προστασίας που θα ξεπηδούσε από το μαγικό ραβδάκι ενός παντοδύναμου, καλοπροαίρετου δικτάτορα, ο οποίος επί πλέον θα ανήκε στη σύγχρονη, ανανεωτική κτλ. αριστερά;

Το μόνο που μπορώ να πω με (σχετική) βεβαιότητα είναι πώς θα ήταν αυτό το νέο κοινωνικό κράτος εάν ο εν λόγω απόλυτος άρχων ήμουν εγώ! Όχι, δεν είμαι ακόμη υπό την επήρεια των καταχρήσεων των εορτών, απλώς επωφελούμαι από τη μελλοντολογία των ημερών (if you can’t beat it, join it που έλεγα στην αρχή) για να καταθέσω τη δική μου (ταπεινή) συμβολή…

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

- Το κοινωνικό κράτος στο οποίο (νομίζω ότι θα έπρεπε να) στοχεύουμε θεμελιώνεται στην έννοια της “κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη”. Τα βασικά κοινωνικά δικαιώματα είναι ανεξάρτητα από την επαγγελματική ιδιότητα του δικαιούχου, την ασφάλιση σε κάποιο ταμείο και τη συμπλήρωση του αναγκαίου αριθμού ενσήμων. Τα δικαιώματα αυτά συμπεριλαμβάνουν την επιδότηση ή επαγγελματική κατάρτιση κάθε ανέργου, τη στεγαστική ενίσχυση κάθε νέου ζευγαριού ανάλογα με τις ανάγκες, την εξασφάλιση θέσεων σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για τα παιδιά κάθε γυναίκας που εργάζεται ή θα ήθελε να εργαστεί, βασική σύνταξη για κάθε ηλικιωμένο. Συμπεριλαμβάνουν, επίσης, τη θεσμοθέτηση και στη χώρα μας ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για όσους δεν μπορούν να εργαστούν λόγω ανεργίας ή αναπηρίας και δεν διαθέτουν πόρους που εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης.

- Όσον αφορά τη χρηματοδότηση θεσμοθετείται ο διαχωρισμός ασφαλιστικών παροχών (που χρηματοδοτούνται από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών) και προνοιακών ή καθολικών παροχών (που χρηματοδοτούνται από τη γενική φορολογία). Η κοινωνική αλληλεγγύη εκδηλώνεται στη χρηματοδότηση προνοιακών και καθολικών παροχών, ενώ η αλληλεγγύη της ομάδας και η ατομική αποταμίευση “προικίζει” ασφαλιστικές παροχές (στις οποίες δεν συμμετέχει, ούτε αναμειγνύεται, το κράτος).

- Αναλυτικά, ξεκινώντας από την πιο καυτή από όλες τις πατάτες της μεταρρύθμισης, το σύστημα συντάξεων. Κάθε πολίτης, άνδρας ή γυναίκα, ανεξαρτήτως εισοδήματος ή εισφορών, δικαιούται με τη συμπλήρωση των 65 ετών μια “βασική σύνταξη” που χρηματοδοτείται πλήρως από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το ύψος της δεν είναι υψηλό, συμπληρώνεται όμως από μια “συμπληρωματική σύνταξη” που είναι αυστηρά ανάλογη με τις εισφορές που έχει πληρώσει ο εργαζόμενος (και κάθε εργοδότης του) μέχρι τη στιγμή της συνταξιοδότησης. Οι εισφορές κατατίθενται σε έναν ατομικό λογαριασμό, επενδύονται όπως επιλέγει ο δικαιούχος και μετατρέπονται σε συμπληρωματική σύνταξη όποτε αυτός θέλει. Όπως είναι αυτονόητο, νωρίτερη συνταξιοδότηση συνεπάγεται χαμηλότερη σύνταξη και το αντίστροφο.

- Στο άλλο άκρο της δημογραφικής πυραμίδας, χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα σε αναγνώριση της υποχρέωσης συμμετοχής του κοινωνικού συνόλου στη φροντίδα των παιδιών. Συνεπώς, δίνονται από το πρώτο παιδί και φθίνουν σε αξία καθώς ο αριθμός των παιδιών αυξάνεται (αφού τα επόμενα παιδιά φορούν τα ρούχα των προηγουμένων και παίζουν με τα παιγνίδια τους). Το δικαίωμα στα οικογενειακά επιδόματα απορρέει από την ιδιότητα του πολίτη, είναι συνεπώς ανεξάρτητο από την επαγγελματική ομάδα στην οποία ανήκουν οι γονείς (για να μην αναφερθούμε στην εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα).

- Τα προσωρινά επιδόματα (μητρότητας, ασθενείας κ.ά.) χορηγούνται σε ένα ορισμένο ποσό, σταθερό για όλους τους δικαιούχους, και χρηματοδοτούνται από το κράτος. Με τον τρόπο αυτό γενικεύεται η προστασία που μέχρι σήμερα παρέχεται αποκλειστικά στους εργαζόμενους του “προστατευμένου τομέα”. Επίσης, η ανάληψη του κόστους από το κοινωνικό σύνολο και όχι το μεμονωμένο εργοδότη αποτρέπει διακρίσεις στην αγορά εργασίας εναντίον νέων γυναικών (καθότι ύποπτες για σχέδια τεκνοποίησης).

- Τα επιδόματα ανεργίας χωρίζονται σε δύο μέρη: “ασφάλιση ανέργων” (που χορηγείται σε ευθεία αναλογία με τις καταβληθείσες εισφορές) και “κοινωνική πρόνοια ανέργων” (που χορηγείται όταν εξαντληθεί το δικαίωμα στο ασφαλιστικό επίδομα). Για νέους ανέργους που ζουν ακόμη με τους γονείς τους προβλέπονται “ενεργητικές” πολιτικές απασχόλησης και άλλα μέτρα απεξάρτησης από την οικογένεια.

- Τα επιδόματα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες χωρίζονται και αυτά σε δύο μέρη: ένα “επίδομα διαβίωσης” (αντιστρόφως ανάλογο με το εισόδημα του δικαιούχου, σταθερό για κάθε είδος αναπηρίας) και ένα “πρόσθετο επίδομα” (αντίστοιχο με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε αναπηρίας, σταθερό για όλα τα άτομα που πλήττονται από αυτή).

- Η βασική σύνταξη, τα οικογενειακά επιδόματα, τα καθολικά επιδόματα ασθενείας και μητρότητας, το προνοιακό επίδομα ανεργίας και τα επιδόματα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες αποτελούν ένα συνεκτικό δίχτυ ασφαλείας. Για τα νοικοκυριά τα οποία παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να απειλούνται με εξαθλίωση, θεσμοθετείται το “ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα”. Αυτό καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των πόρων που διαθέτει το νοικοκυριό και του ελαχίστου ορίου διαβίωσης που ανακοινώνει κάθε χρόνο το νέο “υπουργείο κοινωνικών υποθέσεων” μετά από εισήγηση της αρμόδιας “επιτροπής για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού” (λέμε τώρα).

- Τα προηγούμενα αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τα επιδόματα σε χρήμα – και δικαίως, λόγω του μεγάλου ειδικού τους βάρους. Όμως, στο νέο κοινωνικό κράτος γίνεται μια αποφασιστική στροφή προς τις κοινωνικές υπηρεσίες: “βοήθεια στο σπίτι” για τους ηλικιωμένους, επαγγελματική κατάρτιση για ανέργους, συμπληρωματική εκπαίδευση για όσους στερούνται στοιχειωδών δεξιοτήτων που θα τους επέτρεπαν να ψάξουν για δουλειά (π.χ. καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας), ειδικές φροντίδες για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς είπαμε. Οι κοινωνικές υπηρεσίες παρέχονται από δημόσιους φορείς του κράτους ή της αυτοδιοίκησης, καθώς και από εθελοντικές και άλλες οργανώσεις του μη κερδοσκοπικού τομέα. Οι ίδιες οι υπηρεσίες δίνουν διεξόδους απασχόλησης σε χιλιάδες ανέργους, κυρίως γυναίκες και νέους.

Αυτά για ορεκτικό. Όπως είναι αυτονόητο, τα προηγούμενα δεν είναι παρά μια άσκηση αυτού που συνήθως υποτιμητικά ονομάζεται “κοινωνική μηχανική” (αγγλιστί “social engineering”). Οι πιθανότητες υλοποίησής τους ως έχουν στο προσεχές μέλλον είναι απειροελάχιστες. “Και τότε γιατί μας ταλαιπωρείς;”, θα αντιτείνει ο πρώην καλοπροαίρετος αναγνώστης του οποίου η υπομονή εξαντλήθηκε προ πολλού. Μα γιατί μπορεί μεν ο στόχος να μην είναι τίποτε και το κίνημα το παν (όπως έλεγε και ο Bernstein που τον θυμήθηκε ο Semprùn), αλλά εάν δεν ξέρεις πού θέλεις να φτάσεις, δεν έχει σημασία όποιον δρόμο και να πάρεις (όπως είπε η Γάτα του Cheshire στην Αλίκη της Χώρας των Θαυμάτων).

Ή για να χρησιμοποιήσω την απείρως κομψότερη διατύπωση του καθηγητή Ferrera (από το βιβλίο του για τον “κοινωνικό μεταρρυθμισμό στον 21ο αιώνα”): “Με δεδομένα τα εμπόδια κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα, ο μόνος βατός δρόμος είναι αυτός του κριτικού διαλόγου, της διανοητικής πρόκλησης, της πειστικής επιχειρηματολογίας. Καμιά μεταρρύθμιση δεν περνά χωρίς την υποστήριξη κοινωνικών συνασπισμών με συμφέρον να την προωθήσουν, και πολιτικών παρατάξεων ικανών να την επιβάλλουν. Ωστόσο, η πρώτη ύλη κάθε μεταρρύθμισης είναι πάντοτε ένα ορισμένο ιδεατό σχέδιο αλλαγής. Με τον καιρό, μια σοβαρή στράτευση στο πεδίο του σχεδιασμού μπορεί να συμβάλει στη μετακίνηση ακόμη και των πιο ανθεκτικών εμποδίων”.

Αμήν.

6 Δεκεμβρίου 1999

Φιλελεύθεροι ή / και αριστεροί;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 1999)

Η αντιπαράθεση των ιστορικών σχετικά με το “κλειδί ανάγνωσης” του 20ου αιώνα – ζήτημα συναρπαστικό, στο οποίο τα Ενθέματα αφιέρωσαν πρόσφατα αρκετές σελίδες τους – ανήκει στην κατηγορία των ερωτημάτων που σχεδόν υποχρεώνουν τον καθένα να πάρει θέση. Δεν θα εξέπληττε, ασφαλώς, κανένα αναγνώστη της εφημερίδας αυτής το να δηλώσω εξ αρχής ότι σε αυτή την αντιπαράθεση συντάσσομαι με τον Hobsbawm έναντι του Furet και του Nolte. Με άλλα λόγια, θεωρώ κορυφαία στιγμή της τραγικής ιστορίας του “αιώνα των άκρων” τον αντιφασισμό, τη συμμαχία κομμουνισμού και φιλελεύθερης δημοκρατίας που συνέτριψε το ναζισμό και το φασισμό, κινήματα που ιδρύθηκαν ως αντίδραση στη Ρωσική Επανάσταση μα ουσιαστικά στόχευαν στην άρση των συνεπειών της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν με πείθει η άποψη περί νικηφόρου αγώνα των φιλελεύθερων δημοκρατιών εναντίον “ολοκληρωτισμών” κάθε χρώματος, ούτε πολύ περισσότερο η θεώρηση του ναζισμού ως πρωτοπορίας στον κοινό αγώνα της Δύσης εναντίον του “ασιατικού μπολσεβικισμού”. Και ούτε θα μπορούσε.

Πράγματι, φιλελεύθεροι και αριστεροί βρέθηκαν συχνά στο ίδιο στρατόπεδο στον αιώνα που κλείνει – και όχι μόνο στην αντίσταση. Στη Βρετανία, το Φιλελεύθερο Κόμμα για πολύ καιρό εκπροσώπησε ολόκληρη την προοδευτική κοινή γνώμη και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του είχαν την υποστήριξη του Εργατικού Κόμματος (του οποίου, άλλωστε, οι πρώτοι βουλευτές είχαν εκλεγεί το 1906 με τα ψηφοδέλτια των Φιλελευθέρων). Και ο Beveridge και ο Keynes, οι θεμελιωτές του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, ήταν φιλελεύθεροι – και μάλιστα με κεφαλαίο Φ, αφού αυτό το κόμμα εκπροσωπούσαν στη Βουλή των Λόρδων. Μετά από μια μακρά περίοδο παρακμής, οι Βρετανοί Φιλελεύθεροι στήριξαν την κυβέρνηση μειοψηφίας των Εργατικών το 1976-79 ενώ σήμερα συμπολιτεύονται την κυβέρνηση Blair, ασκώντας εύστοχη κριτική, ιδίως σε θέματα συνταγματικών ελευθεριών και ευρωπαϊκής πολιτικής.

Η κυριαρχία του γκωλλισμού στη δεξιά και του γιακωβινισμού στην αριστερά δεν επέτρεψε την άνθιση μιας παρόμοιας κουλτούρας στη Γαλλία. Παρεμπιπτόντως, αυτό εν μέρει επίσης εξηγεί γιατί ο Jospin προκειμένου να διαχωρίσει τη θέση του από το εγχείρημα του “Τρίτου Δρόμου” αισθάνεται την ανάγκη να το χαρακτηρίσει “σοσιαλ-φιλελεύθερο”. Για ιστορικούς λόγους (οι Φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα ήταν συντηρητικοί, αντίπαλοι της επανάστασης του 1848) ο όρος “libéral” είναι πλήρως απαλλαγμένος από θετικές συνδηλώσεις για ένα Γάλλο αριστερό – σχεδόν απόλυτα συνώνυμος με τον όρο “νεο-φιλελεύθερος”.

Σε χώρες με μαζικά σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα οι φιλελεύθεροι ήταν ιστορικά το κόμμα των επιχειρηματιών, το οποίο συμμαχούσε πότε με το ένα και πότε με το άλλο μεγάλο κόμμα, όπως συνέβη στη Σουηδία και τη Γερμανία. Αντίθετα, στην Ιταλία το Φιλελεύθερο Κόμμα υπήρξε ο πιο συντηρητικός εταίρος των μεταπολεμικών κυβερνήσεων (σαφώς στα δεξιά της Χριστιανικής Δημοκρατίας), έως την ανάδειξή του σε πρωταθλητή της διαφθοράς και τη διάλυσή του με το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας.

Ωστόσο, το εργαστήρι για την καλλιέργεια της παράδοσης του σοσιαλ-φιλελευθερισμού, μιας παράδοσης ένδοξης και έντιμης όσο και παραγνωρισμένης, ήταν ακριβώς η γειτονική Ιταλία. Η οργάνωση “Δικαιοσύνη και Ελευθερία” (από την ίδρυσή της το 1929 μέχρι τη δολοφονία των αδελφών Rosselli από πράκτορες του φασιστικού καθεστώτος στη Γαλλία το 1937) είχε αναπτύξει έντονη αντιφασιστική δράση στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Μέλη της πολέμησαν ως εθελοντές στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης στην Ισπανία, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους “ψευδοεθελοντές” του Mussolini στη μάχη της Γκουανταλαχάρα και τους νίκησαν.

Αργότερα τη σκυτάλη πήρε το “Κόμμα της Δράσης”, το οποίο συγκέντρωνε πολλούς νέους που πολέμησαν το φασισμό ως παρτιζάνοι στα βουνά της βόρειας Ιταλίας και διακρίθηκαν στη δημόσια ζωή της μεταπολεμικής περιόδου, όπως ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Carlo Azeglio Ciampi. Σήμερα, οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι αποτελούν ένα μικρό κύκλο γύρω από το περιοδικό “Micromega” που πολέμησε το λαϊκισμό του Craxi και του Berlusconi, υπερασπίστηκε με πάθος την επιχείρηση “Καθαρά Χέρια” εναντίον της διαφθοράς και υπέρ της αποκατάστασης της νομιμότητας, ενώ τώρα υποστηρίζει το κόμμα των Δημοκρατικών που ίδρυσε ο Romano Prodi και στο οποίο ανήκει ο Massimo Cacciari, δήμαρχος Βενετίας, καθηγητής της αισθητικής και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού.

Η ανάλυση των Ιταλών σοσιαλ-φιλελεύθερων εστιάζει στην ανικανότητα της αστικής τάξης να φέρει σε πέρας τη φιλελεύθερη επανάσταση που χρειάζεται η χώρα. Το ιστορικό καθήκον του εκσυγχρονισμού των πολιτικών θεσμών, της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, που ακόμη παραμένει στρεβλός και ατελής, πρέπει να περάσει σε μια ανανεωμένη αριστερά. Αυτή θα πρέπει να κάνει τους λογαριασμούς της όχι τόσο με το αυταρχικό παρελθόν της όσο με το λανθάνοντα γιακωβινισμό της, επανασυνδεόμενη με τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών που επανειλημμένα απογοητεύονται από αυτήν, αλλά από αυτήν επίσης προσδοκούν να τους εκπροσωπήσει.

Και στην Ελλάδα; Ο φιλελευθερισμός συνθλιβόταν ανάμεσα στις συμπληγάδες μιας Δεξιάς συντηρητικής, αν όχι αντιδραστικής, και ενός παθητικού και αταβιστικά αντικομμουνιστικού Κέντρου. Και δύσκολα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε μια χώρα όπου τους τολμηρούς και ριψοκίνδυνους εμπόρους ή βιοτέχνες του 18ου και 19ου αιώνα διαδέχθηκε μια νέα αστική τάξη χωρίς αυτοπεποίθηση, συνηθισμένη στη θαλπωρή της κρατικής προστασίας. Οι διακρίσεις, αντίθετα, του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους σχεδόν ανάγκασαν τους Έλληνες αριστερούς να επανεκτιμήσουν την αξία των “αστικών ελευθεριών” και των δημοκρατικών θεσμών. Η ΕΔΑ και η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη πριν από τη δικτατορία, ο Ρήγας Φεραίος και το ΚΚΕ Εσωτερικού στη διάρκειά της και μετά, ήταν (ίσως περισσότερο από κάθε άλλο) φορείς ενός αυθεντικού πολιτικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού. Σε μια συμβολική υπογράμμιση της “οριζόντιας” διάκρισης Δύσης-Ανατολής δίπλα στην “κάθετη” διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, η συνθήκη ένταξης της χώρας στην τότε ΕΟΚ υπογράφεται από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή με παρόντες εκ μέρους της αντιπολίτευσης μόνον τον Ηλία Ηλιού και τους εκπροσώπους του ΚΚΕ Εσωτερικού, ενώ ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ διαδηλώνουν εναντίον της ένταξης στους δρόμους της Αθήνας.

Σήμερα, ενώ η λεγόμενη “αριστερή αντιπολίτευση” υποκύπτει στον πειρασμό του λαϊκισμού, παραμένει αγκιστρωμένη στον κρατισμό και διολισθαίνει επικίνδυνα στον εθνικισμό, η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μεταλλάσσεται σε κόμμα της λαϊκής δεξιάς, ένα μείγμα γκωλλισμού και ΕΡΕ (ή, αν προτιμάτε τα λογοπαίγνια, Συναγερμού για τη Δημοκρατία και Δημοκρατικού Συναγερμού). Χωρίς το λυσσαλέο αντικομμουνισμό του παρελθόντος, πρόθυμη αντίθετα να σιγοντάρει το αντιπολιτευτικό μένος του ΚΚΕ, ακόμη και τον αντιαμερικανισμό του έως ενός σημείου, δεν διστάζει να δημαγωγεί για “τα 2,5 εκατομμύρια Ελλήνων που στενάζουν από τη φτώχεια”.

Πέρα από τους συνήθεις υπόπτους της ανανεωτικής και δημοκρατικής αριστεράς, πέρα και από το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη με τις διστακτικές, αβέβαιες απόπειρες απογαλακτισμού από τη βαριά κληρονομιά του παπανδρεϊκού παρελθόντος, το κόμμα των Φιλελεύθερων του Στέφανου Μάνου φιλοδοξεί να καλύψει το “έλλειμμα φιλελευθερισμού” του πολιτικού μας συστήματος. Ο κ. Μάνος και οι συνεργάτες του δεν είναι βέβαια αριστεροί. Οι διαφορές τους με μια σύγχρονη Αριστερά είναι εμφανείς, ιδίως στην οικονομική πολιτική (οι Φιλελεύθεροι, στη χώρα με τη δυσμενέστερη αναλογία άμεσης και έμμεσης φορολογίας σε όλη την Ευρώπη, ζητούν μείωση της πρώτης και αύξηση της δεύτερης!), καθώς και στην κοινωνική πολιτική (όπου δείχνουν να ευνοούν ένα καθεστώς επιλεκτικών παροχών προς τους φτωχότερους και ιδιωτική ασφάλιση για όλους τους υπόλοιπους).

Και όμως, σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων οι θέσεις των Φιλελεύθερων δεν μπορούν παρά να αποσπάσουν την ενθουσιώδη επιδοκιμασία όλων των μη εθνολαϊκών αριστερών (δεν μπορεί, θα υπάρχουν ακόμη τέτοιοι). Αντιγράφω από τις “Προγραμματικές Θέσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου” (Οκτώβριος 1999).

“Εκκλησία-Κράτος: Οι Φιλελεύθεροι υποστηρίζουν τον πλήρη διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους με αποκοπή της Εκκλησίας από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και επιστροφή της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Εκκλησία. Επίσης, υποστηρίζουν κινήσεις συμβολικής βαρύτητας (μη αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες, κατάργηση όρκου βουλευτών-δημοσίων υπαλλήλων, καύση νεκρών).”

“Μετανάστες: Οι Φιλελεύθεροι προτείνουν ο αλλοδαπός εργαζόμενος που έχει νόμιμη εργασία επί μια τουλάχιστον πενταετία να μπορεί να λάβει την ελληνική ιθαγένεια και να καλέσει για μόνιμη εγκατάσταση τα μέλη της άμεσης οικογένειας (σύζυγο και τέκνα). Επίσης, προτείνουν να τους προσφέρεται η κάρτα εργασίας αλλά με διαδικασίες που επιτρέπουν την έκδοσή της εντός τριμήνου.”

“Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Οι Φιλελεύθεροι τάσσονται υπέρ της υποστήριξης από την Ελλάδα της υποψηφιότητας της Τουρκίας για είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την προϋπόθεση ότι θα αποδεχθεί το χρονοδιάγραμμα το οποίο θέτουν από κοινού οι χώρες της Ένωσης για την προσαρμογή της στο κοινοτικό κεκτημένο.”

Είναι λοιπόν δυνατόν να είναι κανείς ειλικρινής φιλελεύθερος ακόμη και αν είναι ταυτόχρονα νεοφιλεύθερος. Όσο για τους αριστερούς, όταν πάψουν να είναι φιλελεύθεροι, δεν τους μένει παρά ο δρόμος των φαιοκόκκινων συμπτώσεων στον ανορθολογισμό και τον αντιδυτικισμό.

7 Νοεμβρίου 1999

Rendimento Mínimo, Bloco de Ezquerda και Dulce Pontes

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 7 Νοεμβρίου 1999)

Άρτι αφιχθείς από οκταήμερο ταξίδι στην Πορτογαλία, εξαιρετικά ωφέλιμο και ταυτόχρονα απρόσμενα σχεδόν τερπνόν, αποφάσισα να δοκιμάσω το πληκτρολόγιό μου στο λογοτεχνικό είδος του ταξιδιωτικού δοκιμίου. Προφανώς αστειεύομαι, αν και όχι εντελώς. Με κίνδυνο να μπω στα χωράφια του Ανταίου Χρυσοστομίδη (τον οποίο δεν γνωρίζω προσωπικά, αλλά από τότε, πριν πολλά χρόνια, που μου έδωσε τη συνήθεια να διαβάζω την Κυριακάτικη Αυγή από την τελευταία σελίδα διαπίστωσα ότι μας συνδέει μια δεύτερη πατρίδα και η κοινή αγάπη για τη λογοτεχνία της), ή του Βασίλη Πεσμαζόγλου (τον οποίο, αντίθετα, γνωρίζω αρκετά καλά ώστε να ξέρω ότι θα μου συγχωρέσει αυτή την εισβολή στο χώρο του ελεύθερου ρεπορτάζ των Ενθεμάτων τον οποίο εθιμικώ δικαίω κατέχει), προχωρώ χωρίς άλλες φλυαρίες στο θέμα.

Η Πορτογαλία δεν μου ήταν τελείως άγνωστη. Είχε τύχει να την επισκεφτώ για πρώτη φορά πριν από έξη χρόνια. Τότε η Λισσαβώνα μου είχε φανεί σαν μια αριστοκρατική κυρία, κάπως προχωρημένης ηλικίας και ίσως ξεπεσμένη κοινωνικά, μα πάντοτε γοητευτική παρόλα αυτά. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με μοντέλα του ’60 ή του ’70 που μου θύμιζαν τα παιδικά μου χρόνια (θυμάστε τα Ford Taunus;). Οι άνθρωποι φτωχοί αλλά αξιοπρεπείς και σεμνοί, φιλόξενοι και απρόσβλητοι (ή μήπως απρόσβλητοι ακόμη;) από τον εκχυδαϊσμό της καθημερινής ζωής που συχνά συνοδεύει το μαζικό τουρισμό. Η σύγκριση με την Ελλάδα που τότε γνώριζα καλύτερα εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας, αναπόφευκτη όσο και επώδυνη: αντί για την ευδαιμονία ενός καταναλωτισμού με δανεικά φαινόταν να κυριαρχεί η ηθική της σκληρής δουλειάς – όσο για τους κοινοτικούς πόρους, ήταν φανερό ότι χρηματοδοτούσαν σημαντικά έργα υποδομής, αντί να κατασπαταλώνται σε παραγωγικά ασήμαντες μα πολιτικά προσοδοφόρες ‘δράσεις’.

Αυτή τη φορά, η πόλη έμοιαζε να αναπνέει έναν άλλο αέρα: αυτοπεποίθησης, υπερηφάνειας, αισιοδοξίας για το μέλλον. Τι είχε μεσολαβήσει; Με κίνδυνο να φανώ διδακτικός, νομίζω ότι πρόκειται απλώς για τους καρπούς μιας πορείας σταθερής προόδου, ατομικής και συλλογικής ευημερίας. Τα εξωτερικά σημεία της ορατά δια γυμνού οφθαλμού: η νέα γέφυρα που ενώνει ανατολικότερα τις όχθες του Τάγου, ο νέος σιδηροδρομικός σταθμός κοντά στο αεροδρόμιο, οι εγκαταστάσεις της διεθνούς έκθεσης, το πολιτιστικό κέντρο της Μπελέμ, τα νέα κτίρια του κέντρου της πόλης και τα (περισσότερα) ανακαινισμένα των παραδοσιακών συνοικιών. Πέρα από αυτά (και πέρα από την άνοδο του εισοδήματος, εμφανή στα αυτοκίνητα, στα σπίτια και ακόμη στα ρούχα των ανθρώπων), η αίσθηση μιας χώρας συμφιλιωμένης με τον εαυτό της: με την πλάτη γυρισμένη σε ένα παρελθόν καθυστέρησης και καταπίεσης, οριστικό μέλος της οικογένειας των προηγμένων δημοκρατιών της Ευρώπης, με μια δυναμική οικονομία και μια ζωντανή κοινωνία των πολιτών.

Σύμφωνα με τη διεισδυτική ανάλυση του καθηγητή (και οικοδεσπότη μου) Pedro Hespanha σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Pùblico, τα αποτελέσματα των εκλογών της 10ης Οκτωβρίου οφείλονται ακριβώς σε αυτή την ικανοποίηση που συνορεύει επικίνδυνα με τον εφησυχασμό. Η σχεδόν γενική συναίνεση γύρω από τα κυριότερα ζητήματα, μαζί με τα πρόσφατα γεγονότα που ένωσαν ανθρώπους διαφορετικών πεποιθήσεων (η τραγωδία του Ανατολικού Τιμόρ αλλά και ο θάνατος της Amália Rodrigues, με το τριήμερο εθνικό πένθος που ακολούθησε), είχαν ως συνέπεια το μεγαλύτερο ποσοστό αποχής και το πιο προβλέψιμο εκλογικό αποτέλεσμα της 25ετούς ιστορίας της πορτογαλικής δημοκρατίας. Μόνο πέντε από τις 250 κοινοβουλευτικές έδρες άλλαξαν χέρια: όλες από το κεντροδεξιό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (που ονομάζεται σοσιαλδημοκρατικό σε αυτή τη χώρα όπου το Σύνταγμα κάνει ρητή αναφορά στο σοσιαλισμό ως ‘αξία έμπνευσης’ του πολιτεύματος), δύο προς τους σοσιαλιστές (που όμως πάλι απέτυχαν να κερδίσουν την απόλυτη πλειοψηφία), μία προς τους κομμουνιστές και δύο προς το νεοεμφανισθέν ‘Μπλόκ της Αριστεράς’.

Αν και η νίκη των σοσιαλιστών επιβεβαίωσε τόσο την κυριαρχία τους στο πολιτικό σύστημα όσο και την ευρύτατη αποδοχή των θέσεών τους, το γεγονός ότι είναι και πάλι υποχρεωμένοι να σχηματίσουν κυβέρνηση μειοψηφίας δείχνει ότι το πρόγραμμά τους ελάχιστο ενθουσιασμό εμπνέει. Ως ένα βαθμό, αυτό είναι αποτέλεσμα της μετριοπάθειας των ηγετών τους: του Jorge Sampaio, Προέδρου της Δημοκρατίας, και του πρωθυπουργού António Guterres. Και οι δύο καθολικοί (ο δεύτερος μάλιστα έχει τον ίδιο εξομολογητή με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης!), αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να διαχωρίσουν τη θέση τους από την επίσημη τοποθέτηση του κόμματος στο πρόσφατο δημοψήφισμα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων επικαλούμενοι ‘λόγους συνείδησης’ – με αποτέλεσμα τη μετακίνηση μιας μικρής μα κρίσιμης μάζας ψηφοφόρων, αρκετής ώστε να στερήσει τη νίκη από την πλευρά που υποστηρίζει την τροποποίηση του σημερινού περιοριστικού καθεστώτος.

Πάντως, τα εκλογικά οφέλη των σοσιαλιστών σε βάρος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ήταν μεγαλύτερα από τις απώλειές τους υπέρ της αριστερής αντιπολίτευσης. Οι κομμουνιστές (παραδοσιακά οι πιο δογματικοί της Ευρώπης, μετά το ΚΚΕ) παρέμειναν κάτω του 10% των ψήφων, μακριά από το 20% των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας. Αντίθετα, το ‘Μπλόκο της Αριστεράς’ με 1,8% και δύο βουλευτές ήταν η (μικρή) έκπληξη των εκλογών. Παρά τις καταβολές του στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (πυρήνας του δείχνει να είναι η συμμαχία σταλινικών-τροτσκιστών: δεν μοιάζει με αστείο του Καλβίνο;), το ‘Μπλόκ’ υποστηρίζεται από τις κοινωνικές ομάδες που στην Ελλάδα εξέφραζε το ΚΚΕ Εσωτερικού: κάτοικοι των πόλεων, ριζοσπαστικοποιημένοι αστοί, διανοούμενοι με την ευρεία έννοια. Ως ρεφορμιστής εκ πεποιθήσεως εξακολουθώ να δυσπιστώ, αλλά ως καλοπροαίρετος άνθρωπος έχω φέρει ένα αντίγραφο του εκλογικού προγράμματος του κόμματος για περαιτέρω μελέτη με τη βοήθεια μιας παλιάς φίλης από το ‘Ρήγα’ που μιλά πορτογαλικά (Μαίρη, είναι μόνο πέντε σελίδες).

Αυτά περί ‘Bloco de Ezquerda’. Περί ‘Rendimento Mínimo’, το οποίο ήταν και ο σκοπός του ταξιδιού μου, υπόσχομαι (ή απειλώ, ανάλογα με το πώς το βλέπει κανείς) να γράψω την άλλη φορά. Όσο για τη γλυκύτατη Dulce Pontes, πρόκειται για τη μουσική (μου) ανακάλυψη των τελευταίων ετών: τραγουδίστρια των Fados (για πολλούς, διάδοχος της Amália Rodrigues), εκπρόσωπος του ‘νέου κύματος’ μαζί με τους Madredeus, με γοητευτική σκηνική παρουσία που ηλεκτρίζει το κοινό, η Dulce Pontes παραμένει ένα απλό κορίτσι που δουλεύει σκληρά, μελετά συνεχώς μουσική και δηλώνει ότι ‘της αρέσει να τραγουδά’. Και για να επιστρέψω στο σημείο από όπου ξεκίνησα: το τραγούδι της ‘A brisa do coracão’ (ένα από τα ωραιότερα της Dulce Pontes) γράφτηκε για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου ‘Ισχυρίζεται ο Περέιρα’ του Antonio Tabucchi, που κυκλοφορεί και στην Ελλάδα – σε μετάφραση, φυσικά, Ανταίου Χρυσοστομίδη. Μικρός που είναι ο κόσμος, ε;

10 Οκτωβρίου 1999

“Η γη μας είναι φιλόξενη” …

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 10 Οκτωβρίου 1999)

Τα σχολεία άνοιξαν στη γειτονική Ιταλία και μια παράδοση δεκαετιών θέλει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να απευθύνει διάγγελμα στους πολίτες σε απευθείας ραδιοτηλεοπτική μετάδοση – το πρώτο διάγγελμα του νέου Προέδρου Carlo Azeglio Ciampi. Η εκλογή του πριν λίγους μήνες θεωρήθηκε μια επιτυχία της κεντροαριστερής πλειοψηφίας και ιδιαίτερα της αριστερής της συνιστώσας: είναι ο πρώτος μη καθολικός (δηλ. μη χριστιανοδημοκράτης) που εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά το Sandro Pertini.

Ο Ciampi είναι γνήσιος αντιπρόσωπος της πολύχρωμης και γεμάτης ζωτικότητα κουλτούρας της ιταλικής αριστεράς: παρτιζάνος με το “Κόμμα της Δράσης” στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, “ανένταχτος” της μετροπαθούς αριστεράς στα μεταπολεμικά χρόνια, πρόεδρος της Τράπεζας της Ιταλίας στη δεκαετία του ’80, υπερκομματικός πρωθυπουργός της κυβέρνησης τεχνοκρατών (με την υποστήριξη της αριστεράς) μετά την κατάρρευση εν μέσω σκανδάλων της “Πρώτης Δημοκρατίας”, υπουργός εθνικής οικονομίας στις κυβερνήσεις Prodi και D'Alema.

Αρχιτέκτων της εξ αρχής ένταξης της Ιταλίας στην ΟΝΕ με μια πολιτική θεμελιωμένη στη συνεννόηση με τα συνδικάτα, εμπνευστής της “δημοσιονομικής πειθαρχίας με κοινωνική δικαιοσύνη” – ο νέος Πρόεδρος συγκεντρώνει την αγάπη του “λαού της αριστεράς”, αλλά και το σεβασμό ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, από τον Berlusconi έως τον Bertinotti.

Στο διάγγελμά του λοιπόν – το οποίο παρακολούθησαν από το ραδιόφωνο στα σχολεία όλης της χώρας μαθητές και καθηγητές την πρώτη μέρα του σχολικού έτους – ο Ciampi διάβασε μια ομιλία σύντομη μα κάθε άλλο παρά εθιμοτυπική. Απευθυνόμενος στους μαθητές, αρκετοί από τους οποίους εγκαταλείπουν το σχολείο μετά το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, τους θύμισε ότι “η δουλειά δεν είναι εναλλακτική στο σχολείο, μα καρπός ολοκληρωμένων σπουδών…η άνοδος της εκπαιδευτικής στάθμης είναι ο μόνος αληθινός τρόπος για να νικηθεί η ανεργία των νέων”. Απευθυνόμενος στους καθηγητές (“ίσως” γράφει η Reppublica “ιδίως στους αδιάφορους, στους θυμωμένους, σε όσους περιμένουν την πρόωρη συνταξιοδότηση”), τους κάλεσε να αναλογιστούν ότι “το σχολείο δεν είναι – δεν μπορεί να είναι – δουλειά χωρίς πάθος, χωρίς ψυχή…η επιτυχία ενός δασκάλου μετριέται με την επιτυχία των μαθητών του, καθώς αυξάνεται η γνώση και η σοφία τους, καθώς ωριμάζει η προσωπικότητά τους”.

Αναφερόμενος στη πρόσφατη μεταρρύθμιση του υπουργού Παιδείας Luigi Berlinguer – από το κόμμα των Δημοκρατών της Αριστεράς – πρόσφερε την υποστήριξή του (“είναι στη σωστή κατεύθυνση…πλησιάζουν το σχολείο στη ζωή και ευνοούν το αίσθημα ευθύνης”), μα πρόσθεσε: “καμιά μεταρρύθμιση δεν θα πετύχει πραγματικά χωρίς την πλήρη, πεπεισμένη και δημιουργική συμμετοχή όλων των πρωταγωνιστών – μαθητών, δασκάλων και γονέων”.
Όμως, ο πιο θερμός χαιρετισμός του νέου Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας ήταν για τους 83.000 μαθητές που είναι παιδιά μεταναστών. Σε μια χώρα όπου οι παραδόσεις της ηπιότητας και της φιλοξενίας δοκιμάζονται από την ανησυχία και το φόβο που προκαλεί η αύξηση της εγκληματικότητας, ο Carlo Azeglio Ciampi έριξε το βάρος του προσωπικού του κύρους και του θεσμικού του αξιώματος σε ένα κήρυγμα γαλήνης και ανοχής:

“Στα θρανία των σχολείων μας κάθονται όλο και περισσότερα αγόρια και κορίτσια, παιδιά οικογενειών που έχουν μεταναστεύσει στην Ιταλία. Τους στέλνω, όπως στέλνω σε όλους σας, ένα χαιρετισμό φιλίας. Η Ιταλία είναι γη φιλόξενη. Η ιστορία μας είναι κόρη της συνάντησης διαφορετικών λαών. Γνωρίζουμε ότι τα κράτη που αποδεικνύονται ικανά να υποδέχονται και να ενσωματώνουν διαφορετικές κοινότητες είναι πάντα τα πιο πλούσια, τα πιο ελεύθερα…Οι μετανάστες είναι για τη χώρα μας κεφάλαιο, όπως ήταν στο παρελθόν τα εκατομμύρια Ιταλών για τις χώρες που τους φιλοξένησαν”.

Αυτονόητα όλα αυτά; Μπορεί, αλλά όχι λιγότερο πολύτιμα για αυτό!

18 Ιουλίου 1999

Τα αεροπλάνα ανήκουν στους επιβάτες τους!

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 18 Ιουλίου 1999)

Τα πρώτα πράγματα που δημιουργεί ένα νέο κράτος είναι μια σημαία, ένας εθνικός ύμνος και μια αεροπορική εταιρεία – είχε γράψει κάποτε ο Eric Hobsbawm, ο μεγαλύτερος κατά πάσα πιθανότητα εν ζωή ιστορικός. Το ελληνικό κράτος δεν είναι πια νέο, όμως η συμβολική φόρτιση του ζητήματος της Ολυμπιακής παραμένει αρκετά μεγάλη ώστε να δυσκολεύει μια νηφάλια συζήτηση για το μέλλον της εταιρείας. Και όμως, ακριβώς μια νηφάλια συζήτηση (θα πρόσθετα: μεταξύ ενηλίκων) είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητη από ποτέ.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: χρειαζόμαστε στα αλήθεια έναν ‘εθνικό αερομεταφορέα’; θα ήταν πράγματι καταστροφή αν δεν υπήρχε Ολυμπιακή; και εάν υπάρχει, πρέπει υποχρεωτικά να είναι δημόσια; Νομίζω ότι οποιοσδήποτε μη κρατιστής αριστερός με στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικών θα έδινε τις εξής μονολεκτικές απαντήσεις: ‘μάλλον όχι’, ‘σίγουρα όχι’ και ‘όχι κατ’ ανάγκη’ (με τη σειρά εκφώνησης).

Το καλό με τις μονολεκτικές απαντήσεις είναι ότι επιτρέπουν σε αναγνώστες των Ενθεμάτων που παραμένουν κρατιστές αριστεροί (ή κρατιστές σκέτο) να γυρίσουν σελίδα μέχρι να βρουν κάτι περισσότερο του γούστου τους. Στους υπόλοιπους, όσους κατάφεραν να φθάσουν μέχρι εδώ, χρωστώ μια κάπως πιο αναλυτική απάντηση.

Λοιπόν, ζήτημα πρώτο (για να είμαστε στο κλίμα των ημερών). Σε τι χρησιμεύει ένας εθνικός αερομεταφορέας; Εδώ συνήθως γράφονται και λέγονται οι πιο απίστευτες ανοησίες, όπως και προ ετών με το θέμα του ΟΤΕ: ότι δήθεν διακυβεύεται η εθνική άμυνα, η κρατική ασφάλεια, κ.ο.κ. Η ιδέα ότι η ΕΥΠ ή δεν ξέρω ποιος άλλος (πρέπει να) παρακολουθεί τα τηλέφωνά μας και ενδεχομένως (πρέπει να) τα χρησιμοποιεί για λόγους (αντι-)κατασκοπείας μου προκαλεί ένα μείγμα αποστροφής μα και ιλαρότητας (δικά τους συστήματα επικοινωνιών δεν έχουν;). Παρομοίως, η ιδέα ότι τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής επιτελούν κάποιο αδιευκρίνηστο έργο στρατιωτικής φύσεως την ώρα που εμείς νομίζουμε ότι απλώς πετάμε από το σημείο Α στο σημείο Β, μάλλον πλήττει (και άλλο) την αξιοπιστία της ως αερομεταφορέα χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς: δεν νομίζω ότι ο μέσος επιβάτης θα συναινούσε σε κάτι τέτοιο στην απίθανη περίπτωση που ζητούσε κανείς τη γνώμη του.

Εάν αφήσουμε τους δήθεν ‘εθνικούς’ λόγους τι άλλο μένει; Κατ’ αρχήν ο παραπλήσιος λόγος του εθνικού φιλότιμου, τον οποίο αντιπαρέρχομαι ως ελαφρώς διεστραμμένο: οι Αμερικανοί δεν έχουν εθνικό αερομεταφορέα (εκτός των F-16), ούτε και οι πιο φιλήσυχοι Σκανδιναβοί που μοιράζονται μεταξύ τους μια και μόνο αεροπορική εταιρεία (την SAS). Όμως, πέρα από αυτά τα μάλλον αφελή επιχειρήματα (μπορεί και αντεπιχειρήματα), υπάρχει ένα πιο σοβαρό: η ανάγκη συγκοινωνιακής σύνδεσης των απομακρυσμένων περιοχών, συνήθως νησιών.

Πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα. Ωστόσο, η συχνή αεροπορική σύνδεση με την Αθήνα δεν είναι περισσότερο ζωτική από ό,τι η εύκολη πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία, κέντρα υγείας κτλ. επί τόπου ή σε κάποιο γειτονικό νησί. Ούτως ή άλλως, το πρόβλημα της αεροπορικής σύνδεσης με απομακρυσμένα νησιά λύνεται και με προγραμματικές συμβάσεις, επιδοτήσεις ναύλων κ.ο.κ. προς όποια αεροπορική εταιρεία κερδίσει το σχετικό διαγωνισμό ακόμη και χωρίς εθνικό αερομεταφορέα. Το ίδιο ισχύει πολύ περισσότερο για τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις: καλό το αεροπλάνο, αλλά εάν το καράβι έρχεται μια φορά την εβδομάδα … Επί πλέον, η μέθοδος των επιδοτήσεων είναι περισσότερο διαφανής: εάν το ζήτημα είναι η άγονη γραμμή ευχαρίστως να πληρώσουμε, αλλά να ξέρουμε και πόσο μας κοστίζει.

Ζήτημα δεύτερο. Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η ανάθεση της διαχείρισης στη Speedwing στοχεύει στην εξυγίανση και ανάπτυξη της Ολυμπιακής, όχι στη συρρίκνωσή της, και δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τις προθέσεις. Όμως, εάν ανάπτυξη σημαίνει πάση θυσία αγκίστρωση στο σημερινό, ελαφρώς ‘μεγαλοϊδεατικό’ πρόγραμμα πτήσεων (‘ΟΑ των 5 ηπείρων’, ‘γέφυρα 18 εκατομμυρίων Ελλήνων’ και τα συναφή), μου φαίνεται πολύ προτιμότερη η συρρίκνωση. Πράγματι, θεωρώ ελκυστικότερη την ιδέα μιας εταιρείας που επικεντρώνεται σε γραμμές που είναι κερδοφόρες, ή τουλάχιστον κοινωνικά επωφελείς (βλέπε προηγούμενο επιχείρημα περί απομακρυσμένων νησιών). Μια μικρή πλην τίμια Ολυμπιακή, μέρος μιας διεθνούς συμμαχίας αεροπορικών εταιρειών, έχει μια ευκαιρία να επιβιώσει. Αν δεν την αξιοποιήσει ούτε αυτή, θα πρέπει να αρχίσουμε να συνηθίζουμε στην ιδέα μιας Ελλάδας χωρίς Ολυμπιακή. Σε τέτοια περίπτωση, ο ιστορικός του μέλλοντος θα διαπιστώσει ότι στη ‘μακρά διάρκεια’ η υπόθεση του εθνικού αερομεταφορέα ήταν απλώς μια ολιγόχρονη παρένθεση – κατά κοινή ομολογία μάλιστα, όχι ιδιαίτερα ευτυχής.

Ζήτημα τρίτο και τελευταίο: ακόμη και εάν η Ολυμπιακή εξακολουθήσει να υπάρχει, πρέπει υποχρεωτικά να είναι δημόσια; Η επιχειρηματική δράση του κράτους σπανίως είναι επιτυχής, εκτός εάν επικρατούν συνθήκες ‘φυσικού μονοπωλίου’, οπότε η κρατική ιδιοκτησία (μπορεί να) εξασφαλίζει καλύτερα την προστασία του καταναλωτή και την πληρέστερη αξιοποίηση των παραγωγικών πόρων. Για αυτό και η ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων σχεδόν σίγουρα θα οδηγούσε σε ακριβότερα εισιτήρια ή και χειρότερη εξυπηρέτηση – εξ άλλου, τα τραίνα δεν κάνουν προσπεράσεις. Τέτοιοι περιορισμοί, όμως, δεν υφίστανται στην αγορά αεροπορικών μετακινήσεων, ή είναι λιγότερο … περιοριστικοί. Πράγματι, σε συνθήκες ανταγωνισμού και ανοιχτής αγοράς μια ιδιωτική εταιρεία συνήθως τα καταφέρνει καλύτερα, όπως δείχνει και το παράδειγμα της ίδιας της British Airways άλλωστε. Ούτε βέβαια λείπουν από την άλλη και τα αντίστοιχα παραδείγματα καλών αεροπορικών εταιρειών που παραμένουν δημόσιες. Προσοχή όμως: για να επιβιώσουν εταιρείες όπως π.χ. η Air France χρειάστηκε να λειτουργήσουν με κριτήρια σχεδόν αμιγώς ‘ιδιωτικοοικονομικά’, υπερνικώντας από τη μια τους πειρασμούς για πελατειακή ‘αξιοποίηση’ της εταιρείας από την εκάστοτε κυβέρνηση, και από την άλλη την επιμονή του προσωπικού στην υπεράσπιση αδικαιολόγητων εργασιακών και ασφαλιστικών προνομίων. Η ανάγκη συμβιβασμών μπορεί να εξασφάλισε την εργασιακή ειρήνη (και την ομαλή διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου πέρυσι το καλοκαίρι), αλλά πέραν αυτού μετέθεσε απλώς το πρόβλημα για αργότερα.

Ωστόσο, αν και το δίλημμα ‘δημόσιες ή ιδιωτικές αεροπορικές εταιρείες’ παραμένει σχετικά ανοιχτό σε θεωρητικό επίπεδο, η συγκεκριμένη εμπειρία της Ολυμπιακής δεν αφήνει πολλά περιθώρια για δισταγμούς. Η ιστορική διαδρομή της δείχνει πώς μια εταιρεία που αρχικά είχε κρατικοποιηθεί στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος, μετατράπηκε πρώτα σε προνομιακό πεδίο όλο και πιο ξέφρενων πελατειακών πρακτικών, για να καταλήξει μετά σε ‘κράτος εν κράτει’, με δικούς της κανόνες λειτουργίας, αδιάφορη αν όχι εχθρική προς τους επιβάτες – η εξυπηρέτηση των οποίων υποτίθεται ότι είναι ο λόγος ύπαρξής της.

Η παρατεταμένη κρίση της Ολυμπιακής φαίνεται να μπαίνει πλέον σε ένα δρόμο ‘επίλυσης’, με την έννοια της μετάβασης από τη σημερινή κατάσταση αργής μα σταθερής παρακμής προς κάποια άλλη, τα χαρακτηριστικά της οποίας προς το παρόν παραμένουν άγνωστα. Η έκβαση της κρίσης είναι αβέβαιη αλλά όχι και ανεξέλεγκτη, αφού συναρτάται με τις στρατηγικές των εμπλεκομένων μερών και συνεπώς επιδέχεται χειρισμών και παρεμβάσεων.

Όσον αφορά τη στάση του συνδικάτου, οι στρατηγικές επιλογές που ανοίγονται είναι σε γενικές γραμμές δύο. Από τη μια, αγκίστρωση στο σημερινό καθεστώς και τυφλή καταγγελία κάθε μεταβολής. Από την άλλη, παραδοχή της αναγκαιότητας βαθιών αλλαγών και συμμετοχή σε μια συμφωνημένη πορεία αναμόρφωσης. Η πρώτη στρατηγική ίσως εξασφαλίσει βραχυπρόθεσμα τη διατήρηση των ‘κεκτημένων’ τμήματος του προσωπικού, αλλά οδηγεί μακροπρόθεσμα στην πιο γρήγορη – και πιο οδυνηρή για το σύνολο των εργαζομένων – παρακμή της εταιρείας. Η δεύτερη δίνει στο συνδικάτο το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα αλλά και το ηθικό δικαίωμα να διεκδικήσει ελαχιστοποίηση και δίκαιη κατανομή του κόστους προσαρμογής μεταξύ των εργαζομένων. Η ευθύνη της απόφασης βαρύνει τους ίδιους, αλλά οι συνέπειές της μας αφορούν όλους.

23 Μαΐου 1999

Κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα - Ο μύθος της υστέρησης και η επικαιρότητα της μεταρρύθμισης

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 23 Μαΐου 1999)

Όπως τόσα άλλα πράγματα στη χώρα μας, η δημόσια συζήτηση για την κοινωνική πολιτική συχνά καταφεύγει σε ‘βεβαιότητες’ που με προσεκτικότερη εξέταση αποδεικνύονται απλώς μύθοι. Ένας από τους ευρύτερα διαδεδομένους και βαθύτερα ριζωμένους μύθους είναι αυτός της ‘υστέρησης’ της κοινωνικής δαπάνης στην Ελλάδα έναντι της αντίστοιχης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο μύθος μετατρέπεται σε μια πραγματική ‘ιεροτελεστία της άνοιξης’ κάθε Απρίλη, όταν η Eurostat (στατιστική υπηρεσία της Ε.Ε.) δημοσιεύει τις σχετικές συγκρίσεις. Αυτό που ακολουθεί έχει όλα τα γνωρίσματα μιας τελετουργίας: έγκυρες εφημερίδες τιτλοφορούν τα σχετικά ρεπορτάζ με φράσεις όπως ‘ουραγοί στην Ευρώπη’, η (αριστερή, αλλά όχι μόνο) αντιπολίτευση τρίβει τα χέρια της και κατακεραυνώνει την ‘κοινωνική αναλγησία’ της κυβέρνησης, ενώ η τελευταία απαντά με αναδρομές στις ιστορικές και άλλες ιδιαιτερότητες της χώρας (‘όταν οι άλλοι έχτιζαν κράτος πρόνοιας εμείς είχαμε εμφύλιο’) και απαριθμεί τις πρωτοβουλίες που έχει (ή πρόκειται να) αναλάβει για να μειώσει την απόσταση που μας χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη. Κάθε χρόνο, με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, έτσι που αν κάποιος έχει ξαναδεί το ‘έργο’ να μπορεί να προφέρει τα λόγια των πρωταγωνιστών προτού αυτά βγουν από τα χείλη τους.

Το ότι πρόκειται περί μύθου, πράγμα που μερικοί υποψιάζονταν από καιρό, το επιβεβαιώνουν τα ίδια τα στοιχεία της Eurostat στην τελευταία τους έκδοση, για το 1996, όπου οι στατιστικές για την Ελλάδα προκύπτουν από την εφαρμογή (για πρώτη φορά …) της κοινής μεθοδολογίας που ακολουθούν οι άλλες χώρες. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα στοιχεία, η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα το 1996 έφθασε το 23.3% του εθνικού εισοδήματος, κάτω από το μέσο όρο των 15 κρατών μελών (28.7%) αλλά πάνω από την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, ακόμη και την Ισλανδία (που δεν είναι στην Ε.Ε., αλλά στέλνει στοιχεία ως μέλος της ‘Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ζώνης’), δηλ. χώρες σαφώς πλουσιότερες από τη δική μας. Απίστευτο και όμως αληθινό; Ίσως, μα καλύτερα να το ‘χωνέψουμε’ όλοι ώστε να ξέρουμε για τι ακριβώς μιλάμε.

Η επίδραση των νέων στοιχείων στη δημόσια συζήτηση για την κοινωνική πολιτική προς το παρόν δείχνει μηδαμινή: οι ανακοινώσεις των κομμάτων και τα ρεπορτάζ των ανταποκριτών φαίνεται να διαπνέονται ακόμη από την παλιά, γνώριμη εικόνα της ‘καθυστέρησης’. Δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς αυτή τη στάση: εάν η ‘σταθερά’ της αντιπολιτευτικής γραμμής κομμάτων και συνδικάτων είναι ‘πιο πολλά λεφτά για την …’ (συμπληρώστε την κοινωνική πολιτική της αρεσκείας σας), η ανακάλυψη ότι τα λεφτά που ήδη δαπανώνται είναι κάθε άλλο παρά αμελητέα προκαλεί δικαιολογημένη αμηχανία.

Ωστόσο, η επίδραση των νέων στατιστικών στη συζήτηση για την κοινωνική πολιτική μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα (δηλ. πέρα από την προεκλογική ‘αξιοποίησή’ τους) θετική, αφού συμβάλλει στη τοποθέτηση του ζητήματος της κοινωνικής δαπάνης στη σωστή του διάσταση, της κατανομής της και όχι του επιπέδου της.

Είναι λοιπόν καιρός να αφήσουμε κατά μέρος το μύθο της ‘χαμηλής’ δαπάνης για κοινωνική προστασία και να ασχοληθούμε με το πολύ σοβαρότερο πρόβλημα της χαμηλής κοινωνικής της αποτελεσματικότητας. Και τότε, πολύ πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα ανακύπτουν από το εάν η κυβέρνηση έχει ή δεν έχει ‘κοινωνικό πρόσωπο’. Όπως: Γιατί η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα συμβάλλει λιγότερο στη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας από ό,τι σε όλες τις άλλες χώρες της Ε.Ε. (εκτός από την Πορτογαλία); Πώς γίνεται να δαπανούμε για συντάξεις μεγαλύτερο μέρος του εθνικού μας εισοδήματος από τη Σουηδία – μια όχι μόνο πλουσιότερη αλλά και ‘γηραιότερη’ χώρα – και ταυτόχρονα να έχουμε το μεγαλύτερο δείκτη φτώχειας των ηλικιωμένων (μετά την Πορτογαλία); Είναι λογικό να επιδοτείται η συνταξιοδότηση σχετικά υψηλομίσθων υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ηλικίας κάτω των 60 (καμιά φορά και κάτω των 50), όταν από την άλλη το επίδομα ανεργίας διακόπτεται μετά από 12 μήνες; Σε ποια αρχή κοινωνικής δικαιοσύνης βασίζεται η διανομή κοινωνικών παροχών όχι σε αυτούς που τις χρειάζονται περισσότερο αλλά σε αυτούς που φωνάζουν πιο πολύ;

Με αυτή την έννοια, η μετατροπή του μύθου της ‘χαμηλής’ κοινωνικής δαπάνης στην Ελλάδα σε ‘μη ζήτημα’ καθιστά περισσότερο επίκαιρο το αίτημα της μεταρρύθμισης του σημερινού κράτους πελατειακών παροχών και της οικοδόμησης στη θέση του ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματος. Τα ‘συστατικά’ του νέου κοινωνικού κράτους είναι θέμα μιας άλλης μεγάλης συζήτησης. Πάντως, δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν: Λιγότερη επιδότηση από το κοινωνικό σύνολο σε ‘συνταξιούχους-βρέφη’, περισσότερη ενίσχυση σε πραγματικά βρέφη. Όχι μόνο προστασία στους ‘υπερ-προστατευμένους’, αλληλεγγύη στις φτωχές οικογένειες και στους άνεργους νέους. Όχι μόνο επιδόματα, περισσότερη έμφαση στις υπηρεσίες. Κατάργηση των κάθε είδους ‘εξαιρέσεων’ και ‘ειδικών ρυθμίσεων’, αποκατάσταση της ισοτιμίας και της νομιμότητας. Και βέβαια, τέλος στην ‘Ελληνική ιδιομορφία’ και εναρμόνιση με την υπόλοιπη Ευρώπη στις πολιτικές, όχι μόνο στις δαπάνες – αλλά περί αυτών κάποια άλλη φορά.

7 Φεβρουαρίου 1999

Δημόσια αθλιότητα - ιδιωτική ευδαιμονία

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 1999)

“Η οικογένεια που θα βγει για βόλτα με το ολοκαίνουργιο μωβ-κόκκινο αυτοκίνητό της (μεγάλου κυβισμού, με κλιματιστικό και υδραυλικά φρένα) θα περάσει από πόλεις χωρίς πεζοδρόμια και γεμάτες σκουπίδια, από φθαρμένα κτίρια, από διαφημιστικά πλαίσια και από στύλους για σύρματα που θα έπρεπε από καιρό να ήταν υπόγεια. Θα φτάσουν σε μια ύπαιθρο που έχει γίνει σχεδόν τελείως αόρατη, κρυμμένη από την ‘εμπορική τέχνη’. (Τα αγαθά που η τελευταία διαφημίζει έχουν απόλυτη προτεραιότητα στο σύστημα αξιών μας. Συνεπώς, αισθητικές ανησυχίες όπως η θέα της εξοχής έρχονται δεύτερες. Σε τέτοια ζητήματα είμαστε συνεπείς.) Θα γευματίσουν με θαυμάσια συσκευασμένα φαγητά από ένα φορητό ψυγείο δίπλα σε ένα μολυσμένο ρυάκι και θα προχωρήσουν για να περάσουν τη νύχτα σε ένα πάρκο που προσβάλλει δημόσια υγεία και ήθη. Λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος στο φουσκωτό στρώμα, κάτω από τη νάυλον τέντα, μέσα στη δυσοσμία των σκουπιδιών που αποσυντίθενται, ίσως θολά αναλογιστούν την παράξενη ασυμμετρία της επιτυχίας τους.”

Αυτά έγραφε πριν από σαράντα χρόνια ο καθηγητής Galbraith, τελευταίος των φιλελεύθερων αμερικανών στοχαστών, στο βιβλίο του ‘Η κοινωνία της αφθονίας’ (το οποίο επανεκδόθηκε μάλιστα πέρυσι με μια νέα εισαγωγή του συγγραφέα). Εάν εξαιρέσει κανείς τις προδιαγραφές του αυτοκινήτου και τις εκδρομικές συνήθειες της τυπικής οικογένειας του αποσπάσματος, θα μπορούσε να μιλά για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’90. Αυτό τουλάχιστον έρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που περνώ με το δικό μου αυτοκίνητο από κάποια τυπικά Αθηναϊκή (ή μήπως Ελληνική;) ‘νέα περιοχή’ στα όρια των παλιών προαστίων (π.χ. ανάμεσα στο Μαρούσι και τα Βριλήσσια ή ανάμεσα στο Χαλάνδρι και την Αγία Παρασκευή), που μέχρι πρόσφατα ήταν χωράφια, βοσκοτόπια (!), καταυλισμοί τσιγγάνων. Σήμερα έχουν κτιστεί οι κατοικίες με τα ‘πολυτελή’ μεγάλα διαμερίσματα που στεγάζουν την ανερχόμενη μεσαία τάξη, από κάτω είναι παρκαρισμένα τα BMW, τα τζιπ και τα άλλα αυτοκίνητα-σύμβολο της τάξης αυτής – όμως, οι δρόμοι που οδηγούν στα σπίτια τους είναι μετά βίας ασφαλτοστρωμένοι, ή γεμάτοι βαθιές λακκούβες. ‘Δημόσια αθλιότητα - ιδιωτική ευδαιμονία’ αλά ελληνικά.

Η ‘φυγή από το κράτος’ – για την οποία έγραφε πρόσφατα από τις σελίδες αυτές ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος – είναι σχεδόν πλήρης: οι ευκατάστατοι μεσοαστοί (και, όλο και περισσότερο, όχι μόνο αυτοί) στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο, έχουν δικό τους γιατρό, δεν θα πήγαιναν ποτέ σε δημόσιο νοσοκομείο, δεν χρησιμοποιούν δημόσια μέσα συγκοινωνίας και αθλούνται σε ιδιωτικό γυμναστήριο. Την ίδια στιγμή, καταφέρονται εναντίον του ‘ανίκανου κράτους’ και επαίρονται για την αυτάρκειά τους, καθησυχάζοντας ενδεχομένως τη συνείδησή τους για τα εισοδήματα που δεν δήλωσαν στην εφορία.

Οι πολιτικές επιπτώσεις της αυτο-εξαίρεσης συνεχώς περισσοτέρων από την κατανάλωση και τη χρηματοδότηση των λεγόμενων ‘συλλογικών αγαθών’ είναι, νομίζω, προφανείς. Όταν η τάση αυτή φθάσει στη λογική της κατάληξη, θα έχουμε οδηγηθεί σε μια βαλκανική εκδοχή της ‘άγριας δύσης’, όπου όλοι στρέφονται εναντίον όλων μέσα σε μια κατάσταση αμοιβαίας εχθρότητας ή καχυποψίας. Μια ‘μεταμοντέρνα’ αποδόμηση της μοντέρνας ‘αφήγησης’ ενός κράτους δημοκρατικού, αποτελεσματικού, στην υπηρεσία του πολίτη, το οποίο χρησιμοποιεί φορολογικά έσοδα για να καταπολεμά τα κοινωνικά προβλήματα και για να παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Με άλλα λόγια, το τέλος του ονείρου της ρεφορμιστικής (σε μετάφραση: μεταρρυθμιστικής) αριστεράς, που σε μια ορισμένη γωνιά του πλανήτη μια ορισμένη εποχή έγινε σχεδόν πραγματικότητα: στη βόρεια Ευρώπη των ‘χρυσών’ μεταπολεμικών δεκαετιών.

Και τώρα τι γίνεται; Στη μπερδεμένη Ελλάδα του τέλους του αιώνα, η αποκατάσταση – αν όχι εξ αρχής οικοδόμηση – του κύρους και της δημόσιας εικόνας των συλλογικών αγαθών (του εκπαιδευτικού μας συστήματος, του ΕΣΥ, των συγκοινωνιών, αλλά και της πολεοδομίας, της προστασίας των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος, της δημόσιας ασφάλειας κτλ.) δεν μπορεί παρά να είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η ανάκτηση από την αριστερά της ηγεμονίας στο επίπεδο των ιδεών και των αξιών. Στο όνομα της πολιτισμένης συμβίωσης όλων σε μια κοινωνία συνοχής. Σε πείσμα του κομφορμισμού που θεωρεί βαθύτατα ντεμοντέ κάθε αναφορά στο ρόλο του κράτους που δεν εμπνέεται από ανοικτή περιφρόνηση. Σε πείσμα και όσων ενώ στα λόγια ορκίζονται στο δημόσιο χαρακτήρα του (συμπληρώστε τον τομέα της αρεσκείας σας), με τις πράξεις τους πριονίζουν το κλαδί που κάθονται.

Είναι ήδη πολύ αργά; Μπορεί, αλλά έχουμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε; Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε θυμίζοντας στους συμπολίτες μας (και στους εαυτούς μας) ότι μετά το ιδιωτικό σχολείο, το ιδιωτικό νοσοκομείο, το ιδιωτικό γυμναστήριο και το ιδιωτικό αυτοκίνητο (κατά συρροή και εξακολούθηση), έρχεται η διαμονή σε ‘πρότυπα συγκροτήματα’, φρουρούμενα από ιδιωτική αστυνομία. Και δεν είναι μόνο ότι το όραμα αυτό είναι αποκρουστικό, είναι επίσης εξ ορισμού μόνο για λίγους. Οι οποίοι μπορεί και αυτοί μια μέρα να ξυπνήσουν βλέποντας με οδύνη ότι η μονοκατοικία που είχαν κτίσει μέσα στο πράσινο, μεταφέρθηκε ξαφνικά στην κορυφή ενός κατάμαυρου λόφου, με θέα ένα απέραντο καμένο δάσος. Και τότε “ίσως θολά αναλογιστούν την παράξενη ασυμμετρία της επιτυχίας τους” – μα ίσως πάλι όχι.

21 Δεκεμβρίου 1998

Κουπόνια για βιβλία

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 1998)

Το πρότυπο του homo universalis που οραματίστηκαν οι αναγεννησιακοί, αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ (το πρωί κυνηγός, το μεσημέρι χειροτέχνης και το βράδυ φιλόσοφος), δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από το πνεύμα αυτής της εποχής της ακραίας εξειδίκευσης – όσο και αν οι ειδικοί επιμένουν ότι το μέλλον ανήκει στην ευελιξία και την προσαρμοστικότητα. Ήδη θα πρέπει να θεωρούνται τυχεροί όσοι απλώς καταφέρνουν να κάνουν μια δουλειά που τους αρέσει. Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου όσο οι φοιτητές μου παρουσίαζαν τις εργασίες τους στο σεμινάριο ‘Οικονομικής του Κοινωνικού Κράτους’ στο Ρέθυμνο.

Ο υπομονετικός αναγνώστης θα αναρωτιέται τι ακριβώς έθεσε σε κίνηση αυτή την οκνηρή και ελαφρώς γλυκανάλατη περιπλάνηση του εν λόγω μυαλού. Σπεύδω λοιπόν να διευκρινίσω ότι η αφορμή δόθηκε από τη συζήτηση στην αίθουσα πάνω στο ζήτημα της δωρεάν παιδείας. Μετά από μια σύντομη ανασκόπηση στις εναλλακτικές επιλογές (ιδιωτικοποίηση, δίδακτρα για τους γόνους ευπόρων οικογενειών κτλ.) καταλήξαμε ότι η δωρεάν φοίτηση ακόμη και στα πανεπιστήμια υποστηρίζεται από ισχυρά επιχειρήματα όχι μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και οικονομικής αποδοτικότητας. Και τι γίνεται με τους γιους γιατρών που σπουδάζουν στην Ιατρική με έξοδα των φορολογουμένων, μόνο και μόνο για να γίνουν και οι ίδιοι γιατροί ώστε να μπορούν να φοροδιαφεύγουν και αυτοί; Συμφωνήσαμε - ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε - ότι η λιγότερο κακή λύση είναι ο ‘φόρος πτυχίου’, ώστε να συνεισφέρει κανείς αναδρομικά στο κόστος των σπουδών του με τρόπο που να μην υψώνει ταξικούς φραγμούς στη μόρφωση αποθαρρύνοντας τους λιγότερο εύπορους.

Σε ένα σημείο, ωστόσο, υπήρξε γενική καταδίκη του ισχύοντος συστήματος: στο ζήτημα της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων, η οποία - όπως πολλές άλλες σκανδαλώδεις πρακτικές στη χώρα μας - εμφανίζεται ως ‘φιλολαϊκό’ μέτρο. Βέβαια, στην πράξη οι μόνοι που ωφελούνται από αυτό είναι οι ίδιοι οι καθηγητές-συγγραφείς, οι οποίοι εκμεταλλεύονται μια κυριολεκτικά ‘αιχμάλωτη’ αγορά που εγγυάται την απορρόφηση εκατοντάδων αντιτύπων ετησίως – ανεξαρτήτως, φυσικά, της ποιότητας των ίδιων των συγγραμμάτων. Το πρόβλημα, άλλωστε, αναγνωρίζεται από αρκετούς εκ των άμεσα ενδιαφερομένων, οι οποίοι ζητούν την κατάργηση του μέτρου.

‘Ωραία, να καταργηθούν λοιπόν τα δωρεάν συγγράμματα, για να αντικατασταθούν από τι;’ – θα αναρωτιούνται τώρα οι ακόμη πιο υπομονετικοί αναγνώστες που κατάφεραν να φθάσουν μέχρι εδώ. ‘Δεν θέλουμε, φυσικά, αριστεροί άνθρωποι, να πληρώνουν οι ίδιοι οι φοιτητές για τα βιβλία τους’. Η λύση είναι απλή: κουπόνια για βιβλία.

Λοιπόν, το σύστημα λειτουργεί ως εξής: Αντί να διανέμονται 20 κιλά πανεπιστημιακά βιβλία στην αρχή κάθε εξαμήνου σε κάθε φοιτητή διανέμεται απλώς ένα κουπόνι, μια ‘δωροεπιταγή’ ας πούμε, εξαργυρώσιμη στα βιβλιοπωλεία. Η αξία της μπορεί να είναι ίση με τη μέχρι τώρα δημόσια δαπάνη για συγγράμματα ανά διδασκόμενο, ενδεχομένως ανά Σχολή (τα βιβλία της Ιατρικής κοστίζουν περισσότερο). Για λόγους που θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναλυτικά οι φοιτητές μου, η ιδέα να δίνεται το κουπόνι μόνο σε απόρους ή λιγότερο ευπόρους φοιτητές είναι μάλλον κακή, αν και αυτό δεν εμποδίζει μια κυβέρνηση που περνά κρίση γενναιοδωρίας να ορίσει υψηλότερη αξία κουπονιού για κατηγορίες φοιτητών οι οποίες κρίνει ότι χρήζουν πρόσθετης ενίσχυσης.

Από την άλλη, οι συγγραφείς θα βρεθούν σε μια κατάσταση η οποία θα τους υποχρεώνει να γράφουν για την αγορά, δηλ. για πληροφορημένους καταναλωτές που πριν αγοράσουν ένα βιβλίο το ξεφυλλίζουν, συμβουλεύονται την αμέσως προηγούμενη γενιά φοιτητών και τελικά ‘ψηφίζουν’ με το κουπόνι τους τα συγγράμματα με τη μεγαλύτερη διδακτική αξία στην πλέον συμφέρουσα τιμή. Έτσι πετυχαίνει κανείς με τον σμπάρο του κουπονιού και το τρυγόνι των πλεονεκτημάτων του ανταγωνισμού και αυτό της προαγωγής της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν χρειάζεται να διδάσκει κανείς Δημόσια Οικονομική για να το δει, αν και βοηθάει.

Βοηθάει, επίσης, να έχει υπάρξει κανείς μέλος του Ρήγα: θυμάμαι ως πρωτοετής φοιτητής να διαβάζω τις θέσεις του Δημοκρατικού Αγώνα για ‘πανεπιστήμιο ανοιχτό στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της’ (αυτό το τελευταίο ακόμη δεν το έχω καταλάβει πολύ καλά: ‘αντιθέσεις’ εντάξει, αλλά ‘αντιφάσεις’;) και να εντυπωσιάζομαι με τη φρεσκάδα των προτάσεων της παράταξης στην οποία μόλις είχα ενταχθεί - και κατ’ αρχήν της ιδέας για ‘κουπόνια βιβλίων’. Έχω άδικο να πιστεύω ότι έτσι κέρδιζε 15% στις φοιτητικές εκλογές ένα εξωκοινοβουλευτικό κόμμα; Ή ότι ο Ρήγας Φεραίος και όλη η ανανεωτική αριστερά στην Ελλάδα εκπροσωπούσε πέρα από κάθε τι άλλο μια βαθιά φιλελεύθερη στάση σε μια βαθιά κρατικολαϊκή κοινωνία;

26 Οκτωβρίου 1998

Το ΕΣΥ δεν νιώθει και τόσο καλά

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998)

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των νοσοκομειακών γιατρών ενίσχυσαν την εικόνα που έχει ο μέσος πολίτης για το δημόσιο σύστημα υγείας ως ‘κακό Λεβιάθαν’, από τον οποίο ασθενείς και επισκέπτες δεν έχουν να περιμένουν παρά μικρο-γραφειοκρατική ταλαιπωρία, δυσάρεστο περιβάλλον και κυνική αδιαφορία εκ μέρους του προσωπικού. Πράγματι, τα νοσοκομεία μας καταφέρνουν να διαψεύδουν πολλούς μύθους ταυτοχρόνως.

Κατ’ αρχήν, εκείνον που θέλει τη φυλή μας να αποτελείται από πονετικούς ανθρώπους, έτοιμους ανά πάσα στιγμή να νιώσουν τη δυστυχία του (αγνώστου) διπλανού τους, σε αντίθεση με τους ψυχρούς και υπολογιστικούς Βόρειους. Δεν συνεχίζω άλλωστε το θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα άλλων συνεργατών των ‘Ενθεμάτων’.

Ο δεύτερος μύθος είναι εκείνος του ιατρικού επαγγέλματος ως λειτουργήματος. Οι γιατροί-συνδικαλιστές που απώθησαν δυναμικά άτυχους ασθενείς και τους συγγενείς τους στις τελευταίες κινητοποιήσεις δεν εκφράζουν παρά την ‘μπρουτάλ’ εκδοχή μιας πεποίθησης ενδεχομένως ανομολόγητης αλλά ευρύτατα διαδεδομένης μεταξύ των συναδέλφων τους: ότι δηλ. το ΕΣΥ υπάρχει για να προσφέρει μια αρκετά άνετη και σχετικά καλοπληρωμένη ζωή σε όσους εργάζονται σε αυτό – ένα σχήμα στο οποίο οι ασθενείς χωρούν μόνο ως ενοχλητικοί παρείσακτοι, όπως άλλωστε δείχνει και ο τρόπος με τον οποίο κατά κανόνα αντιμετωπίζονται.

Οι απεργοί, βεβαίως, ισχυρίζονται ότι θέλουν να σώσουν το ΕΣΥ από την ‘κυβέρνηση του Σημίτη’ και τη ‘λογιστική’ της αντίληψη. Αυτός είναι ο κίνδυνος όμως; Αν και η τελική ευθύνη για την κατάσταση του δημοσίου συστήματος υγείας σε μια δημοκρατία βαρύνει τον αρμόδιο υπουργό και την κυβέρνηση στο σύνολό της (ενώ, επί πλέον, τα δεινά του ΕΣΥ οφείλονται εν μέρει και στις αποφάσεις ή παραλείψεις στη φάση του σχεδιασμού και της υλοποίησης του συστήματος), ωστόσο η κρίση του ΕΣΥ δεν είναι κρίση υποχρηματοδότησης. Κάθε άλλο: από το 1983 μέχρι σήμερα, η δημόσια δαπάνη για την υγεία αυξάνεται συνεχώς και μάλιστα ταχύτερα από το ρυθμό αύξησης του εθνικού μας εισοδήματος (προ-ΕΣΥ ήταν 4% του ΑΕΠ, σήμερα είναι 5%). Το πρόβλημα είναι άλλο: πώς δαπανώνται αυτά τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά.

Μια γρήγορη απάντηση είναι: άσχημα! Σύμφωνα με ένα πρόσφατο ‘Ευρωβαρόμετρο’ για το βαθμό ικανοποίησης του κοινού από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, οι Έλληνες είναι οι πλέον δυσαρεστημένοι Ευρωπαίοι. Φυσικά, αν είσαι γιατρός το πράγμα αλλάζει: παρά το γεγονός ότι έχουμε να θρέψουμε περισσότερους γιατρούς ανά κάτοικο από ό,τι οι περισσότερες άλλες χώρες της Ευρώπης, τα εισοδήματα των Ελλήνων γιατρών (σε σύγκριση πάντοτε με τα μέσα εισοδήματα) είναι μάλλον υψηλά. Όχι ότι αυτό εμποδίζει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των γιατρών να θεωρούν ότι υποχρέωση του κράτους είναι να προσλαμβάνει στο ΕΣΥ όλους τους αποφοίτους ανά τον κόσμο ιατρικών σχολών και μετά να τους πληρώνει πλαστές εφημερίες.

Η κρίση του ΕΣΥ είναι κυρίως κρίση ταυτότητας. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή του, με προγραμματικό στόχο την ‘αποεμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία’, το εν λόγω αγαθό παραμένει περισσότερο εμπορευματοποιημένο παρά ποτέ - ακόμη και μέσα στα ίδια τα κρατικά νοσοκομεία, όπου συνήθως το πιο στοιχειώδες ενδιαφέρον γιατρών και νοσοκόμων εξασφαλίζεται με ‘φακελάκι’ (και με ‘μέσον’, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Επί πλέον, όλο και περισσότεροι χρήστες υπηρεσιών υγείας εγκαταλείπουν το ΕΣΥ και στρέφονται προς τον ιδιωτικό τομέα που ευημερεί. Το τέρμα αυτού του δρόμου είναι ορατό: η βαθμιαία μετάλλαξη του ΕΣΥ από ‘εθνικό σύστημα’ με σκοπό την παροχή δωρεάν υπηρεσιών υγείας σε κάθε πολίτη που τις χρειάζεται, σε υπηρεσία-παράρτημα της Πρόνοιας για όσους δεν ‘αντέχουν’ το κόστος της ιδιωτικής ιατρικής.

Πώς μπορεί να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο; Αυτό που έχει ανάγκη το ΕΣΥ δεν είναι τόσο περισσότερα χρήματα, αλλά μια ένεση ζωτικότητας - και αυτό, παραδόξως, κάνει το πράγμα περίπλοκο. Χρειαζόμαστε μια πολιτική υγείας που έχει ως επίκεντρο την υγεία των πολιτών και όχι τα εργασιακά των γιατρών. Χρειαζόμαστε διοικητές (και ‘μάνατζερ’) αφοσιωμένους στο δημόσιο συμφέρον, άρα αποφασισμένους να σταματήσουν τη διαφθορά. Χρειαζόμαστε γιατρούς και νοσοκόμους διατεθειμένους να εργαστούν σκληρά με αντάλλαγμα έναν απλώς αξιοπρεπή μισθό και ένα μεγαλύτερο κοινωνικό κύρος από αυτό που σήμερα απολαμβάνουν. Ουτοπικό; Μπορεί. Τίποτε λιγότερο, όμως, δεν αξίζει την υποστήριξή μας.

12 Ιουλίου 1998

3+1 μελαγχολικές σκέψεις για τον θερμό Ιούνιο του ‘98

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 12 Ιουλίου 1998)

1. ‘Το όραμα μιας θέσης στο Δημόσιο είναι το μόνο που μπορεί να κατεβάσει ανθρώπους στο δρόμο σήμερα’ είπε κάποιος αυτές τις μέρες με αφορμή τις κινητοποιήσεις για το διαγωνισμό πρόσληψης εκπαιδευτικών και την απεργία της Ιονικής. Η θέση στο Δημόσιο υπήρξε πάντοτε στη χώρα μας το κερασάκι στην τούρτα των οικογενειακών στρατηγικών απασχόλησης και προνομιακό πεδίο σύναψης πελατειακών σχέσεων (κι όχι μόνο από βουλευτές και υπουργούς: τώρα διορισμούς κάνουν και οι συνδικαλιστές). Αυτό που κάνει τόσο ελκυστικό το διορισμό σπανίως αναφέρεται, ίσως επειδή θεωρείται από όλους δεδομένο: η προοπτική μιας ήσυχης ζωής, η θαλπωρή της μονιμότητας, η θεσμοθετημένα πρόωρη συνταξιοδότηση, άλλα λιγότερο σημαντικά μα συχνά προκλητικά προνόμια. ‘Κεκτημένα’ για τους άμεσα ενδιαφερομένους, ανήκουστα για την πλειοψηφία των εργαζομένων. Είναι ακριβώς το χάσμα μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα που εξηγεί τη βιαιότητα των πρόσφατων διαδηλώσεων. Συνεπώς, εκείνοι που προσπαθούν να ξεδιαλύνουν τις σκέψεις τους πάνω στο ζήτημα θα πρέπει να ξεκινήσουν από το εξής: είναι οι συνθήκες εργασίας στο δημόσιο τομέα πρότυπο προς γενίκευση, ή είναι αντίθετα μέρος του κρίσιμου προβλήματος της αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς της κρατικής μηχανής; Όποιος - πέρα από κάθε λογική - υποστηρίζει το πρώτο θα πρέπει να το δηλώσει. Όποιος αποδέχεται το δεύτερο, είναι υποχρεωμένος να δεχθεί και την αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού (και πιθανότατα περικοπής) των ‘κεκτημένων’.

2. Οι ίδιοι οι διαδηλωτές δεν τρέφουν αυταπάτες περί του γενικεύσιμου ή μη του στόχου τους - αντίθετα, αγωνίζονται για να μην ενταχθούν στο ΙΚΑ (Ιονική) και για να μην κριθούν μαζί με τους υπόλοιπους υποψηφίους (αναπληρωτές). Και οι μεν και οι δε αποδέχονται πλήρως τις διαιρέσεις στην αγορά εργασίας και μάχονται απλώς για να περάσουν (ή να παραμείνουν) στη σωστή πλευρά. Πέρα από την ανάρμοστη βία, αυτό που κάνει απεχθή τον αγώνα τους στα μάτια ενός ‘ουδέτερου’ παρατηρητή είναι η απροκάλυπτη μερικότητα των διεκδικήσεων. Και για αυτό το λόγο, η πεποίθηση με την οποία οι διαδηλωτές περιβάλλουν τις απόψεις τους (και το πάθος με το οποίο τις εκφράζουν) δεν θα πρέπει να παρασύρει σε λυρικές εξάρσεις περί συλλογικότητας, υπερηφάνειας, αξιοπρέπειας και τα παρόμοια. Όλα αυτά υπήρξαν πράγματι. Αλλά αν πρέπει για αυτό να τύχουν της υποστήριξής μας, γιατί δεν συνέβη το ίδιο και με τα συλλαλητήρια εναντίον των ‘Σκοπιανών σκυλιών’ όπου περίσσευε το (ελληνορθόδοξο) πάθος και η (εθνικιστική) ενότητα; Φυσικά, για πολλούς (ανάμεσά τους και μερικοί που νομίζουν ότι είναι αριστεροί) αυτό συνέβη και τότε – όμως εγώ απευθύνομαι στους άλλους.

3. Για λόγους που δεν χρειάζεται να αναλύσω εδώ, η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ και υπαγορεύουν την πολιτική της. Η φωνή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, που δεν διαθέτουν την άνεση να συνδικαλίζονται εκ του ασφαλούς αλλά συχνά αγωνίζονται για την κατάκτηση στοιχειωδών εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, δεν φθάνει στα αυτιά της συνδικαλιστικής ηγεσίας του τόπου, η οποία δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για το εάν οι αεροσυνοδοί μπορούν να παίρνουν άδεια ή όχι την ημέρα της ονομαστικής τους εορτής. Η κρίση αντιπροσώπευσης και η μείωση της επιρροής των συνδικάτων δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα τα ίδια. Θα έπρεπε όμως να ανησυχεί την Αριστερά.

4. Η περί ου ο λόγος Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα - ή μάλλον σταυροδρόμι. Από τη μια είναι ο δρόμος της θορυβώδους υποστήριξης κάθε διαμαρτυρίας από όπου και εάν προέρχεται ανεξαρτήτως περιεχομένου. Είναι ένας δρόμος εύκολος, αλλά όπως είναι επόμενο υπάρχει αρκετός συνωστισμός. Από την άλλη είναι ο δρόμος της κοπιαστικής αναζήτησης προωθητικών λύσεων για τη μείωση των ανισοτήτων και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων. Είναι ένας δρόμος δύσβατος, αλλά εκεί ο αέρας είναι καθαρότερος.

31 Μαΐου 1998

Δίχτυ ασφαλείας;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 31 Μαΐου 1998)

‘Μπορεί να μην έχουμε κοινωνικό κράτος άξιο του ονόματός του, αλλά ευτυχώς που υπάρχει και η οικογένεια’. Το επιχείρημα λανθάνει παλαιόθεν, ενώ τώρα τελευταία ακούγεται όλο και συχνότερα. Ο συλλογισμός δεν στερείται εντελώς λογικής βάσης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνα τα συμπεράσματα πολιτικής στα οποία σιωπηρά οδηγεί: ‘η κοινωνική πολιτική μπορεί να έχει χαμηλή προτεραιότητα όσο η οικογένεια απορροφά τους κραδασμούς’.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικογένεια στην Ελλάδα αναδιανέμει εισόδημα, προστατεύει τα άνεργα μέλη της, περιθάλπτει τους ηλικιωμένους, φροντίζει τα παιδιά. Βέβαια, όλα αυτά μόνο όταν υπάρχει και όταν είναι πρόθυμη να συνεισφέρει. Διαφορετικά, εκτός οικογενείας (καμιά φορά και εντός) συχνά βασιλεύει η σκληρότητα: απέναντι σε παιδιά με ειδικές ανάγκες, σε διανοητικά ανάπηρους, σε ανθρώπους με προβλήματα που μας φέρνουν σε δύσκολη θέση. Άλλες κοινωνίες παρέχουν προστασία στα αδύναμα μέλη τους μέσω του κράτους αλλά και των εθελοντικών οργανώσεων, οι οποίες στην Ελλάδα βρίσκονται ακόμη σε νηπιακό στάδιο.

Ακόμη και όταν η οικογένεια υπάρχει και προσφέρεται να βοηθήσει, το τίμημα είναι μεγάλο: το βάρος της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων πέφτει στους ώμους των γυναικών, οι οποίες υποχρεώνονται να παραιτηθούν από την επαγγελματική σταδιοδρομία τους για λίγο ή για πάντα, αλλά και από ολόκληρο σχεδόν τον ελεύθερο χρόνο που απαιτεί η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η καλλιέργεια κοινωνικών σχέσεων, η αναψυχή.

Η επιστροφή (ή παραμονή) της γυναίκας στο σπίτι δεν είναι το μοναδικό προαπαιτούμενο για τη λειτουργία του ‘οικογενειακού διχτυού ασφαλείας’: η παράταση της εξάρτησης των νέων από την οικογένεια είναι το άλλο.

Πράγματι, η οικοδόμηση των θεσμών αγοράς εργασίας και κοινωνικής προστασίας γύρω από το μοντέλο του ‘άνδρα κουβαλητή’ με ‘εξαρτημένα μέλη οικογενείας’ έχει σημαντικές παρενέργειες. Ο συνδυασμός ‘οικογενειακού μισθού’ (αρκετού για τη στήριξη ολόκληρης της οικογένειας), υψηλών κοινωνικών εισφορών και ανελαστικών ωραρίων μπορεί να ωφελεί τους ‘από μέσα’, αλλά δυσκολεύει την ένταξη των ‘απ’ έξω’: η ανεργία των ‘αρχηγών νοικοκυριού’ είναι κάτω από 3%, μα το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των νέων φθάνει το 30%.

Η καθυστερημένη απόκτηση οικονομικής (δηλ. επαγγελματικής και στεγαστικής) αυτονομίας εκ μέρους των νέων δεν είναι απλώς ο βασικότερος λόγος για τις δυσμενείς δημογραφικές τάσεις των τελευταίων ετών. Είναι επίσης ένα μείζον κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα και ως τέτοιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται από τα συνδικάτα και τα κόμματα της αριστεράς: οι Ιταλοί σύντροφοί μας το έχουν καταλάβει καλά, όπως φάνηκε στην περυσινή ομιλία του D’Alema στο ‘Κάραβελ’.

Ανακεφαλαιώνω: το ‘οικογενειακό δίχτυ ασφαλείας’, αν και καλύτερο από το τίποτε, είναι το ίδιο πηγή σημαντικών προβλημάτων. Η επιτάχυνση της διαδικασίας αυτονόμησης των νέων, η χειραφέτηση των γυναικών από την οικιακή δουλεία και η συμμετοχή τους στη δημόσια ζωή, η υπεράσπιση της αξιοπρέπειας των ηλικιωμένων, όλα αυτά τα εξόχως πολύτιμα για την Αριστερά προϋποθέτουν την (αν)οικοδόμηση ενός σύγχρονου, δίκαιου και αποτελεσματικού κοινωνικού κράτους. Το οποίο, μεταξύ άλλων, οφείλει να προστατεύει τα άτομα και από την οικογένειά τους, ακόμη και όταν αυτή έχει τις καλύτερες προθέσεις - ή μάλλον ειδικά τότε!

24 Μαΐου 1998

Κριτική στον δημοσιονομικό σφετερισμό

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 24 Μαΐου 1998)

Παρά τα επιφαινόμενα, με βάση το βιοτικό επίπεδο και τη δημογραφική σύνθεση της χώρας, έχουμε ένα υπερβολικά γενναιόδωρο σύστημα συντάξεων, το οποίο μάλιστα στερεί πόρους από άλλα, κοινωνικά χρησιμότερα, προγράμματα κοινωνικής πολιτικής. Ο υπερτροφισμός των συντάξεων και τα κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα σε άλλους τομείς της κοινωνικής πολιτικής είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα αναρωτάται: είναι δυνατό να αποκαλείται γενναιόδωρο ένα σύστημα που, κατά τη φράση του συνδικαλιστικού συρμού, δίνει ‘συντάξεις πείνας’; Και όμως είναι: Κατ’ αρχήν επειδή εκτός από γενναιόδωρο είναι και κακοσχεδιασμένο, αφού δίνει κίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης και εισφοροδιαφυγής. Αφ’ ετέρου επειδή για κάθε χαμηλοσυνταξιούχο (και για κάθε ηλικιωμένο χωρίς καμιά σύνταξη) υπάρχουν ένας ή περισσότεροι συνταξιούχοι με συντάξεις που δεν πλήρωσαν ποτέ οι ίδιοι.

Ο κατακερματισμός του συστήματος σε μια πληθώρα ταμείων, το καθένα με τους δικούς του κανόνες, συσκοτίζει - και για αυτό διευκολύνει - τη διαιώνιση προνομίων. Η λέξη είναι φορτισμένη, για αυτό θα ήταν καλό να την ορίσουμε. Προτείνω τον εξής ορισμό: ‘ρυθμίσεις που ωφελούν επιλεγμένες κοινωνικές ομάδες ενώ επιβαρύνουν το κοινωνικό σύνολο’.

Τα δεδομένα του προβλήματος πρέπει (ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε) να είναι γνωστά σε όλους: Ελλείψει μεταλλωρύχων, στα ‘βαρέα και ανθυγιεινά’ επαγγέλματα εντάσσονται κομμωτές και παρουσιαστές της τηλεόρασης. Συντάξεις αναπηρίας χορηγούνται με ελαστικά κριτήρια, συχνά με χρηματικά ή και πολιτικά ανταλλάγματα. Πώς αλλιώς εξηγείται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό συντάξεων αναπηρίας στην Ελλάδα εκδίδεται στην υγιέστερη περιφέρεια της Ευρώπης (την Κρήτη); Οι ασφαλισμένοι των ‘ειδικών ταμείων’ συνταξιοδοτούνται με πλήρη δικαιώματα έως και δέκα χρόνια νωρίτερα από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ.

Η συσσώρευση πολλών προνομίων στο ίδιο άτομο οδηγεί σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως καθαρές παραβιάσεις της αρχής της ισότητας των πολιτών μπροστά στο νόμο: μια εργάτρια κλωστοϋφαντουργίας, ηλικίας 60 ετών, δεν στοιχειοθετεί δικαίωμα για σύνταξη εάν έχει ‘ένσημα’ για λιγότερα από 15 χρόνια, όμως μια δημόσια υπάλληλος με δύο παιδιά συνταξιοδοτείται στα 45 (δηλ. όταν τα παιδιά της είναι πλέον στο λύκειο).

Σύμφωνα με μια σε ανύποπτο χρόνο διατυπωμένη φράση του σημερινού πρωθυπουργού, ‘το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα οικοδομήθηκε άναρχα’ ως ‘προϊόν συνεχών συμβιβασμών με ομάδες πίεσης ή περιστασιακής αντιμετώπισης κρίσεων’. Αυτή η διαδικασία, από την οποία προέκυψε το σημερινό ‘εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων’, κάνει την Ελληνική περίπτωση μοναδική και της δίνει το χαρακτηρισμό του ‘κράτους πελατειακών παροχών’. Ο σημερινός ‘χάρτης’ των κοινωνικών παροχών στην Ελλάδα φέρνει τα σημάδια μιας ιστορικής διαδικασίας, κατά την οποία η προνομιακή πρόσβαση ορισμένων ομάδων στην πολιτική εξουσία τους έχει δώσει τη δύναμη να αποσπούν και να διατηρούν ευνοϊκές ρυθμίσεις για λογαριασμό των μελών τους.

Η εξάπλωση των πελατειακών παροχών σίγουρα δεν αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου και είναι επικίνδυνη για την αξιοπιστία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επί πλέον, οι ισχυρές πολιτικά ομάδες συνήθως διαθέτουν και οικονομική ισχύ: συνεπώς, τα προνόμια καταλήγουν να ωφελούν ομάδες κατά κανόνα πιο εύπορες από αυτές τις οποίες επιβαρύνουν.

Ο μηχανισμός της μεταβίβασης πόρων από το κοινωνικό σύνολο στις ομάδες που ευνοούνται από τα προνόμια είναι συχνά αδιαφανής. Το έλλειμμα του ΙΚΑ ανακοινώνεται κάθε χρόνο, αλλά το ‘έλλειμμα’ των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων όχι. Το κόστος των προνομίων των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ μετακυλίεται στο φορολογούμενο, αλλά και στον καταναλωτή των υπηρεσιών τους. Το ‘άνοιγμα’ μεταξύ επιτοκίου χορηγήσεων και επιτοκίου καταθέσεων έχει σωστά διαγνωσθεί ως σύμπτωμα της ολιγοπωλιακής δομής του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, αλλά λησμονείται ότι μέρος της ‘προσόδου’ διανέμεται στους εργαζομένους των Τραπεζών (ιδίως των κρατικών), με τη μορφή υψηλών συντάξεων σε χαμηλή ηλικία.

Άλλες φορές, η ιδιοποίηση κοινωνικών πόρων γίνεται με μια απροκάλυπτη ωμότητα που θα σόκαρε όποιον δεν έχει εξοικειωθεί καλά με τα πολιτικά ήθη της χώρας μας. Η εξαίρεση του Ταμείου Νομικών από την υποχρέωση συνεισφοράς στο Λογαριασμό Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης του ν.2084/92 έγινε από τη Βουλή - με διακομματική συναίνεση. Το ΤΣΜΕΔΕ, το ταμείο των μηχανικών, εισπράττει 1% της δαπάνης εκτέλεσης δημοσίων έργων με αποτέλεσμα να πρέπει τώρα να αποφασίσει εάν είναι προτιμότερο να επενδύσει τα κέρδη από τα πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ (και τα μελλοντικά από την Ολυμπιάδα του 2004) σε δικό του νοσοκομείο, δική του τράπεζα ή σε συνδυασμό και των δύο. Το ΤΣΑΥ, το ταμείο των γιατρών, εισέπραττε μέχρι πέρυσι ένα ποσοστό της τιμής κάθε φαρμάκου, ώστε οι υψηλές συντάξεις αυτής της κατά τεκμήριο εύπορης κοινωνικής ομάδας να χρηματοδοτούνται από τους αγοραστές φαρμάκων, δηλαδή κυρίως από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ και του ΟΓΑ.

Όταν πέρυσι, στα πλαίσια της νέας τιμολογιακής πολιτικής για το φάρμακο, αποφασίστηκε η κατάργηση αυτής της επιβάρυνσης, το υπουργείο Οικονομικών (κέρβερος, κατά τα άλλα, του δημοσίου χρήματος) έσπευσε να αποζημιώσει το πλεονασματικό ΤΣΑΥ με μια επιχορήγηση ύψους 12 δις. δρχ., δηλ. 2,5 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη επιχορήγηση του ΙΚΑ ανά συνταξιούχο του κάθε ταμείου.

Πάνω σε αυτό το φαινόμενο που ο Maurizio Ferrera αποκαλεί ‘δημοσιονομικό σφετερισμό’ και που εμείς κατ’ ευφημισμό ονομάζουμε ‘κοινωνικούς πόρους’ λίγα έχω να προσθέσω σε αυτά που ο σημερινός πρωθυπουργός έγραφε πριν από εννέα χρόνια: ‘Το σύστημα των πολλαπλών ταμείων και κοινωνικών πόρων, το οποίο έχει ως συνέπεια να φορολογεί ο κάθε Έλληνας τους υπολοίπους και να αναδιανέμονται οι εισφορές σε όφελος της ισχυρότερης πολιτικά ομάδας, είναι ανάγκη να αντικατασταθεί’.

5 Απριλίου 1998

Ρεφορμιστές με επαναστατικό ζήλο

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 5 Απριλίου 1998)

Μετά από 20 σχεδόν χρόνια ένας Εργατικός υπουργός παρουσιάζει τον προϋπολογισμό του στη Βουλή των Κοινοτήτων. Ένα τέτοιο γεγονός θα ήταν ιστορικό από μόνο του, όποιο και να ήταν το περιεχόμενο της ομιλίας του Gordon Brown. Όπως αποδείχθηκε, το νούμερο δύο της κυβέρνησης του Tony Blair, παλαιόθεν ‘ανανεωτής’ με πολλές συμπάθειες στη βάση του κόμματος, παρουσίασε ένα οικονομικό πρόγραμμα που ίσως χαραχθεί στη μνήμη των Βρετανών για το στίγμα του: ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα μετριοπαθές, ένα μείγμα καινοτομίας και σύνεσης.

Κατ’ αρχήν ο προϋπολογισμός περιέχει όλα τα αναμενόμενα από μια κυβέρνηση της κεντρο-αριστεράς: σημαντική αύξηση των δαπανών για την υγεία με στόχο τη μείωση της λίστας αναμονής για εισαγωγή στα δημόσια νοσοκομεία, για την παιδεία με στόχο τη μείωση του μέσου αριθμού μαθητών ανά τάξη, καθώς και για τις δημόσιες συγκοινωνίες. Η εντυπωσιακή δημοσιονομική επίδοση του προηγούμενου έτους επιτρέπει τη χρηματοδότηση των ανωτέρω όχι από φορολογία ή δανεισμό αλλά από το πλεόνασμα του 1997.

Το πραγματικό ενδιαφέρον όμως βρίσκεται αλλού: με μια δέσμη καλοσχεδιασμένων μέτρων, ο Gordon Brown έδωσε το περίγραμμα (ίσως μόνο αυτό, αλλά ένα περίγραμμα με υλική υπόσταση) ενός συχνά εξαγγελλόμενου αλλά συνήθως νεφελώδους εγχειρήματος, μέσα στην καρδιά των απανταχού ‘εκσυγχρονιστών’: της μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους. Στο προεκλογικό μανιφέστο τους (στη Βρετανία τα κόμματα δεσμεύονται από τις εξαγγελίες τους και κρίνονται από αυτές) οι ‘Νέοι Εργατικοί’ είχαν υποσχεθεί να μετακινήσουν εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά ‘από την πρόνοια στη δουλειά’. Με τον προϋπολογισμό της 17 Μαρτίου δείχνουν τι εννοούν και πώς σκοπεύουν να το επιτύχουν.

Τα νέα μέτρα δίνουν έμφαση στην αντιμετώπιση της λεγόμενης ‘παγίδας της φτώχειας’, του κύριου προβλήματος κάθε συστήματος προστασίας των εισοδημάτων των χαμηλόμισθων και των ανέργων: όταν οι δικαιούχοι επιδομάτων πρόνοιας εργάζονται περισσότερο, το συνολικό τους εισόδημα αυξάνεται ελάχιστα ή καθόλου, καθώς οι αμοιβές από εργασία εξανεμίζονται πρώτα από την παράλληλη μείωση των επιδομάτων και μετά από την υποχρέωση καταβολής φόρου. Υπό αυτές τις συνθήκες η εργασία γίνεται ασύμφορη: τα άτομα προτιμούν τα χαμηλά έστω επιδόματα, δηλαδή παγιδεύονται στη φτώχεια και στην ανεργία.

Η νεοφιλελεύθερη συνταγή είναι η δραστική περικοπή των επιδομάτων. Οι ‘Νέοι Εργατικοί’ αντιπαραθέτουν όχι την άρνηση του προβλήματος, αλλά ένα σύνολο μέτρων που κάνει την εργασία ελκυστική χωρίς να απειλεί με εξαθλίωση όσους δεν βρίσκουν δουλειά ή δεν είναι σε θέση να εργαστούν. Μια από τις λίγες ρητορικές εξάρσεις της σχετικά σύντομης ομιλίας του Gordon Brown εκδηλώθηκε σε αυτό ακριβώς το σημείο: ‘Σε αυτούς που μπορούν να εργαστούν λέω: αυτό είναι το Κοινωνικό μας Συμβόλαιο [New Deal]. Η ευθύνη σας είναι να ψάξετε για δουλειά. Η εγγύησή μου είναι ότι αν δουλέψετε η δουλειά θα σας ανταμείψει’. Τα νέα μέτρα περιορίζουν τον αριθμό των οικογενειών που υπόκεινται σε ‘υποδηλούμενο φορολογικό συντελεστή’ ανώτερο του 70% από 740.000 σε 260.000.

Ο βασικός πυλώνας της νέας πολιτικής είναι η θεσμοθέτηση από τον Οκτώβριο του 1999 της ‘Φορολογικής Πίστωσης για Εργαζόμενες Οικογένειες’. Πρόκειται για ένα είδος ‘αρνητικού φόρου εισοδήματος’ που συμπληρώνει τα εισοδήματα των οικογενειών των χαμηλομίσθων έτσι ώστε η βαθμιαία μείωση των επιδομάτων να υπολείπεται σημαντικά κάθε αύξησης των αμοιβών από εργασία καθώς οι δικαιούχοι εργάζονται περισσότερο ή αμείβονται καλύτερα. Με τον τρόπο αυτό, το συνολικό εισόδημα μιας οικογένειας με δύο παιδιά στο όριο εισόδου στην αγορά εργασίας αυξάνεται από 200 σε 223 λίρες την εβδομάδα.

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια που αντιμετωπίζει μια φτωχή οικογένεια που προσπαθεί να βελτιώσει τη θέση της είναι η φροντίδα των παιδιών. Με μια κίνηση που ξεπέρασε και τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες του ‘λόμπυ της φτώχειας’, η κυβέρνηση εισάγει τη νέα ‘Φορολογική Πίστωση για τη Φροντίδα των Παιδιών’, με την οποία δεσμεύεται να αποζημιώσει έως και 70% της δαπάνης των οικογενειών για τα δίδακτρα βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών ή για τις υπηρεσίες εγγεγραμμένων baby sitter. Η επιδότηση είναι υψηλότερη για οικογένειες χαμηλού εισοδήματος και μειώνεται βαθμιαία καθώς αυξάνεται το οικογενειακό εισόδημα, αλλά για την αποφυγή αντικινήτρων δεν μηδενίζεται εντελώς προτού το τελευταίο φθάσει το αρκετά υψηλό επίπεδο των 30.000 λιρών το χρόνο.

Αν και η φιλοσοφία της νέας κυβέρνησης είναι η ενθάρρυνση της εργασιακής προσπάθειας των χαμηλόμισθων και ανέργων και όχι η συντήρηση της εξάρτησής τους από τα επιδόματα πρόνοιας, τα τελευταία κάθε άλλο παρά περικόπτονται. Η πρόσφατη μείωση του επιδόματος μονογονεϊκών οικογενειών, που προκάλεσε τη μίνι-εξέγερση δεκάδων Εργατικών βουλευτών πριν λίγους μήνες, δεν αποκαθίσταται – όμως τα επιδόματα όλων των φτωχών νοικοκυριών με παιδιά αυξάνονται από το Νοέμβριο του 1998 κατά πολύ περισσότερο, ανεξάρτητα από τη μορφή της οικογένειας.

Παρά την έμφαση στις επιλεκτικές ενισχύσεις, η σημασία των οικουμενικών παροχών δεν παραγνωρίζεται: η κυβέρνηση ανήγγειλε την αύξηση κατά 20% του Επιδόματος Παιδιού, το οποίο είχε παγώσει επί Συντηρητικών και οι μέρες του εθεωρούντο από πολλούς μετρημένες. Το επίδομα, που καταβάλλεται σε όλες τις οικογένειες με παιδιά ανεξαρτήτως εισοδήματος και χορηγείται στη μητέρα, θα παραμείνει οικουμενικό αφού, όπως ανέφερε στην ομιλία του ο Gordon Brown, ‘παραμένει ο δικαιότερος, αποτελεσματικότερος και οικονομικότερος τρόπος αναγνώρισης της πρόσθετης δαπάνης και ευθύνης όλων των οικογενειών με παιδιά’.

Κάθε άλλο λοιπόν παρά ‘light εκδοχή των Tories’ – σύμφωνα με τη βιαστική ετυμηγορία των επιφανειακών αναλύσεων – η νέα Βρετανική κυβέρνηση αποδεικνύει ότι υπάρχουν τρόποι να συνδυαστεί η συνετή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών με ένα κοινωνικό πρόσωπο που δίνει πραγματικές ευκαιρίες ζωής σε όσους τις έχουν περισσότερο ανάγκη. Τρόποι ‘έξυπνοι’ που απαιτούν πρωτότυπη προσέγγιση και προσοχή στη λεπτομέρεια, απεγκλωβισμό από τις εμμονές του παρελθόντος αλλά και προσήλωση στους ιστορικούς στόχους του κοινωνικού κράτους: καταπολέμηση της φτώχειας, μείωση των ανισοτήτων, προστασία σε όλους.

Το εγχείρημα των Βρετανών ‘Νέων Εργατικών’, με τους θριάμβους του και τις ανεπάρκειές του, με τις διεισδυτικές ενοράσεις αλλά και τις μεγαλόστομες κοινοτοπίες που εκφωνούνται από τους ίδιους ή τους θαυμαστές τους, εντάσσεται (παρά τα επιφαινόμενα της ρήξης με το παρελθόν) σε μια πολιτική παράδοση απόλυτα συνυφασμένη με την ιστορική πορεία του σοσιαλιστικού κινήματος – τη μάλλον παραγνωρισμένη παράδοση του ‘αναθεωρητισμού’, εκπροσωπούμενη από μερικά από τα οξυδερκέστερα πνεύματα της εποχής τους: Bernstein το 1890, Crosland το 1950.

Σε αυτούς τους ‘αναθεωρητές’ της δεκαετίας του ’50, πνευματικούς πατέρες των Blair και Brown, αφιερώνει τρία σημαντικά κεφάλαια ο Βρετανός ιστορικός Donald Sassoon, νεαρώτερος συνάδελφος του Eric Hobsbawm, στο συναρπαστικό παρά τον όγκο του (965 σελίδες) πρόσφατο βιβλίο ‘Εκατό χρόνια σοσιαλισμού: η δυτικοευρωπαϊκή αριστερά στον εικοστό αιώνα’. Με μια κομψή, εύστοχη φράση συλλαμβάνει το διαχρονικό παράδοξο κάθε μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος, επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε: ‘αυθεντικά ρεφορμιστικές πολιτικές, για να είναι νικηφόρες, απαιτούν κάποτε – ίσως πάντοτε – επαναστατικό ζήλο και μια ριζοσπαστική προοπτική’.