1 Μαρτίου 2013

Το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας αντιμέτωπο με τη φτώχεια στην Ελλάδα της κρίσης


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 120, Ιανουάριος – Μάρτιος 2013)


Η κρίση

Δίχως αμφιβολία, η οικονομική ύφεση που πλήττει τη χώρα είναι πρωτοφανής σε ένταση και σε διάρκεια. Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, το 2013 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε πραγματικές τιμές θα είναι κατά 23% χαμηλότερο σε σχέση με το 2008. Μια τέτοια κρίση δεν έχει προηγούμενο σε καιρό ειρήνης σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο εδώ και 80 τουλάχιστον χρόνια.

Η ύφεση μειώνει τη ζήτηση για εργασία εκ μέρους των επιχειρήσεων, και συνεπώς τους μισθούς και την απασχόληση. Η άνοδος της ανεργίας υπήρξε πράγματι μεγάλη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού), το Μάιο 2008 ο αριθμός των ανέργων ήταν περίπου 325 χιλιάδες (ποσοστό 6,6%), ενώ το Νοέμβριο 2012 έφτανε το 1 εκατομμύριο 333 χιλιάδες (26,9%).

Η κρίση δεν αύξησε απλώς το μέγεθος του προβλήματος: μετέβαλε επίσης το «πρότυπο» της ανεργίας στην Ελλάδα. Μέχρι πρόσφατα οι (τυπικοί και άτυποι) θεσμοί της αγοράς εργασίας προστάτευαν τους αρχηγούς νοικοκυριών. Βέβαια, αυτό συχνά οδηγούσε σε ένα κοινωνικά συντηρητικό αποτέλεσμα, σε βάρος των γυναικών και των (ενήλικων) παιδιών τους: περιόριζε την κινητικότητα στην αγορά εργασίας, ανάγκαζε πολλές γυναίκες να παραμένουν νοικοκυρές, ενώ ωθούσε τους νέους να μένουν στο πατρικό τους σπίτι μέχρι κάποια ασυνήθιστα μεγάλη ηλικία. Όμως, είχε τουλάχιστον ένα σοβαρό πλεονέκτημα: η προστασία των ανδρών εργαζομένων παραγωγικής ηλικίας εξασφάλιζε ότι η ανεργία δεν μεταφράζεται άμεσα σε φτώχεια. Πράγματι, οι άνεργοι και οι φτωχοί φαινόταν να αποτελούν δύο διαφορετικούς πληθυσμούς, με τον πρώτο να αποτελείται κυρίως από συζύγους εργαζομένων ανδρών και νεαρά άτομα που εξακολουθούν να κατοικούν με τους γονείς τους, και τον δεύτερο να αφορά ηλικιωμένους που κατοικούν σε αγροτικές περιοχές και περιθωριακές ομάδες στις πόλεις.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η ανεργία των ανδρών αυξήθηκε όσο περίπου και των γυναικών (δηλαδή κατά 17-18 ποσοστιαίες μονάδες), σε 21,7% και 28,9% αντιστοίχως (τρίτο τρίμηνο του 2012 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008). Την ίδια περίοδο, η ανεργία όσων ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 20-29, παρουσίασε τεράστια αύξηση 28 ποσοστιαίων ομάδων (σε 39,2% για τους άνδρες και 48,2% για τις γυναίκες). Όμως, αυτή τη φορά οι άνδρες στην ηλικία των 30-44 ετών δεν έμειναν αλώβητοι: το ποσοστό ανεργίας ανέβηκε και για αυτούς, από 3,6% το τρίτο τρίμηνο του 2008 σε 20,1% τέσσερα χρόνια αργότερα. Πολλοί βρέθηκαν ξαφνικά να ζουν σε νοικοκυριά χωρίς κανέναν εργαζόμενο, και χωρίς άλλους πόρους στους οποίους να μπορούν να βασιστούν.

Η μείωση των αποδοχών υπήρξε επίσης σημαντική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, μέσα σε τέσσερα χρόνια (2009-2013) οι μέσες πραγματικές ακαθάριστες αποδοχές των μισθωτών  (αφού αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού) έχασαν περισσότερο έδαφος από όσο είχαν κερδίσει από το 2000 έως το 2009. Στο Δημόσιο, οι μέσες αποδοχές το 2013 ήταν 25% χαμηλότερες από ό,τι το 2009 (και 8% χαμηλότερες από ό,τι το 2000). Στον τραπεζικό τομέα, οι απώλειες ήταν 25% σε σχέση με το 2009 και 13% σε σχέση με το 2000. Στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπου το 2000-2009 οι αυξήσεις ήταν πολύ γενναιόδωρες (+57% σε πραγματικέ τιμές), οι πρόσφατες απώλειες επανέφεραν τις μέσες αποδοχές λίγο πάνω από τα επίπεδα του 2000 (+1%). Στις υπόλοιπες ιδιωτικές επιχειρήσεις, εκεί δηλαδή όπου χάθηκαν οι περισσότερες θέσεις εργασίας, οι μέσες πραγματικές αποδοχές μειώθηκαν κατά 27% σε σχέση με το 2009, με αποτέλεσμα το 2013 να είναι 9,5% χαμηλότερες από ό,τι το 2000. Τέλος, ο κατώτατος μισθός έχασε τα τελευταία τέσσερα χρόνια 25% της πραγματικής του αξίας, και είναι πλέον 10% χαμηλότερος από ό,τι το 2000.

Η αύξηση της ανεργίας και η μείωση των μισθών είναι ένας βασικός μηχανισμός μείωσης των οικογενειακών εισοδημάτων ως συνέπεια της κρίσης. Η ανεργία όμως δεν οδηγεί αναγκαστικά στη φτώχεια: αυτό εξαρτάται από το καθεστώς απασχόλησης και από τις αμοιβές των άλλων μελών της οικογένειας, καθώς και από τα υπόλοιπα εισοδήματα (και κοινωνικά επιδόματα) του νοικοκυριού.

Η κρίση επιδρά και σε άλλα εισοδήματα, με διάφορους τρόπους που συχνά συνδέονται στενά μεταξύ τους. Για παράδειγμα, τα μέτρα λιτότητας της κυβέρνησης (με στόχο τη μείωση του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού) μειώνουν απευθείας τα εισοδήματα από απασχόληση στο Δημόσιο, καθώς και από συντάξεις ή άλλες κοινωνικές παροχές, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν τα φορολογικά βάρη. Επίσης, καθώς η πιστωτική κάλυψη των ατομικών επιχειρήσεων εκ μέρους των τραπεζών περιορίζεται και η ζήτηση για τις αντίστοιχες υπηρεσίες υποχωρεί, η κρίση μειώνει τα εισοδήματα από αυτοαπασχόληση.

Επί πλέον, η κρίση επηρεάζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών με πολλούς άλλους τρόπους. Τα μέτρα λιτότητας ενδέχεται να μειώσουν τον «κοινωνικό μισθό», δηλ. την ποσότητα και την ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών (βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολική εκπαίδευση, ιατρική περίθαλψη, φάρμακα, φροντίδα ηλικιωμένων κ.ά.) που παρέχονται στους πολίτες. Η μείωση του εισοδήματος πιέζει όσες οικογένειες έχουν συσσωρεύσει χρέη (π.χ. στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια). Η πτώση της αξίας της ιδιόκτητης κατοικίας και άλλων περιουσιακών στοιχείων επηρεάζει την κατανάλωση και την αποταμίευση. Η συνδυασμένη μείωση του εισοδήματος και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων προκαλεί μια γενικότερη αίσθηση οικονομικής στενότητας και υλικής στέρησης, ιδιαίτερα σε ορισμένες κατηγορίες (π.χ. ηλικιωμένοι). Η αύξηση του ειδικού βάρους των δαπανών κατοικίας (ενοίκιο, δόση στεγαστικού δανείου, έξοδα θέρμανσης) στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς ενισχύει τη γενική αίσθηση δυσπραγίας – το ίδιο και η αύξηση των τιμών (π.χ. εξαιτίας της αύξησης των έμμεσων φόρων).

Η εμπειρική έρευνα δεν μπορεί να λάβει υπόψη όλες τις παραπάνω επιδράσεις: είτε επειδή τα διαθέσιμα δεδομένα δεν το επιτρέπουν, είτε επειδή τα σχετικά φαινόμενα είναι μερικές φορές δύσκολα ποσοτικοποιήσιμα. Ούτε εξαντλούνται οι ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις της ύφεσης στην υποχώρηση του εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Οπωσδήποτε, όμως, οι επιπτώσεις αυτές έχουν μεγάλη σημασία.

Τα ερωτήματα – στα οποία επιχειρεί να απαντήσει το άρθρο αυτό είναι τα εξής: (α) πώς έχει επηρεάσει η κρίση τους δείκτες φτώχειας; (β) πώς έχει ανταποκριθεί το κοινωνικό κράτος στην αυξημένη ζήτηση για κοινωνική προστασία; και (γ) πώς θα μπορούσε η δημόσια πολιτική να ενισχύσει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, ακόμη και σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας;

Οι δείκτες φτώχειας 

Η παρακολούθηση των διανεμητικών επιπτώσεων της κρίσης στην Ελλάδα είναι το κύριο αντικείμενο της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (www.paru.gr), την οποία συντονίζει ο υπογράφων.

Στη δημόσια συζήτηση δείχνει να επικρατεί η (συνήθως υπόρρητη) υπόθεση ότι η αύξηση της ανεργίας προκαλεί ανάλογη αύξηση της φτώχειας. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει αναγκαστικά. Ευτυχώς, η αύξηση της ανεργίας δεν συνεπάγεται σχεδόν ποτέ ισόποση αύξηση της φτώχειας. Κάποιοι από όσους χάνουν τη δουλειά τους ζουν σε νοικοκυριά όπου κάποιο άλλο μέλος συνεχίζει να εργάζεται. Κάποια νοικοκυριά εκτός από τις αμοιβές από εργασία διαθέτουν και άλλα εισοδήματα, π.χ. από ενοίκια ή από ελεύθερο επάγγελμα. Ακόμη πιο σημαντικός μπορεί να είναι ο ρόλος των κοινωνικών παροχών. Κάποιες παροχές συνδέονται με την απώλεια της θέσης εργασίας, είτε ενεργοποιούνται τη στιγμή της απόλυσης (π.χ. επιδόματα ανεργίας) είτε αμέσως μετά λόγω της συνακόλουθης μείωσης του εισοδήματος του νοικοκυριού (π.χ. στεγαστικά επιδόματα, επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας). Άλλες παροχές δεν συνδέονται με την απώλεια της θέσης εργασίας αλλά καταβάλλονται είτε στον ίδιο τον άνεργο είτε σε άλλα μέλη του νοικοκυριού (π.χ. οικογενειακά επιδόματα, συντάξεις κτλ).

Επομένως, ο ρόλος της ανεργίας ως προσδιοριστικός παράγοντας της φτώχειας εξαρτάται από το εάν οι άνεργοι συνεισέφεραν με τη δουλειά τους (προτού την χάσουν) την κύρια ή (ακόμη χειρότερα) τη μοναδική πηγή εισοδήματος του νοικοκυριού – καθώς επίσης από την απασχόληση και τις αμοιβές των υπολοίπων μελών της οικογένειας, από τα υπόλοιπα εισοδήματα (και κοινωνικά επιδόματα) του νοικοκυριού κ.ά. Για όλους αυτούς τους λόγους, η συσχέτιση της ανεργίας με τη φτώχεια δεν είναι πάντοτε ισχυρή. Γενικά, είναι αδύνατον να βγάλει κανείς ασφαλή συμπεράσματα για την εξέλιξη της δεύτερης από μια απλή παρατήρηση της εξέλιξης της πρώτης. Άρα, το ερώτημα της επίπτωσης της κρίσης στην κατανομή εισοδήματος πρέπει να απαντηθεί χωριστά.

Το πρόβλημα είναι ότι η πληροφόρηση για τις μεταβολές στην κατανομή εισοδήματος δεν είναι έγκαιρη. Η Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (EU-SILC) είναι ετήσια, τα αποτελέσματά της όμως δίνονται στη δημοσιότητα με σημαντική καθυστέρηση. Για παράδειγμα, τα δεδομένα της έρευνας του 2011 (εισοδήματα 2010) δημοσιεύθηκαν το Νοέμβριο 2012 (και έδειξαν ότι το ποσοστό φτώχειας το 2010 ήταν 21,4% έναντι 20,1% το 2009). Τα αποτελέσματα της έρευνας EU-SILC 2013 (εισοδήματα 2012) θα είναι διαθέσιμα στο τέλος του 2014.

Η υστέρηση των δεδομένων παρακάμπτεται με τη μέθοδο της «μικροπροσομοίωσης», δηλ. με την εφαρμογή ενός αριθμητικού υποδείγματος φόρων-παροχών πάνω στα επικαιροποιημένα δεδομένα μιας έρευνας τύπου EU-SILC. Η δουλειά της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής βασίζεται στο υπόδειγμα φορολογίας και κοινωνικών παροχών EUROMOD (www.iser.essex.ac.uk/euromod).

Χρησιμοποιήσαμε τα δεδομένα της έρευνας EU-SILC 2007 (εισοδήματα 2006) . Επικαιροποιήσαμε τα δεδομένα αυτά με βάση τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και της ΕλΣτατ για τη μεταβολή των μέσων εισοδημάτων ανά κατηγορία την περίοδο 2006-2012. Στη συνέχεια, εφαρμόσαμε τους κανόνες φορολογίας εισοδήματος και κοινωνικών επιδομάτων κάθε έτους. Επίσης, προσαρμόσαμε την αρχική βάση δεδομένων λαμβάνοντας υπόψη με τη μεγάλη αύξηση της ανεργίας τα χρόνια που μεσολάβησαν. Επίσης, διορθώσαμε τα δεδομένα με βάση εκτιμήσεις μας για τη φοροδιαφυγή και για τη λεγόμενη «μη ανάληψη» των κοινωνικών παροχών (από άτομα που τις δικαιούνται). Τέλος, δεν εξετάζουμε καθόλου την επίδραση των μέτρων λιτότητας στη δημόσια παροχή υπηρεσιών που συνθέτουν τον «κοινωνικό μισθό» (π.χ. βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολεία, νοσοκομεία, φάρμακα, φροντίδα ηλικιωμένων κ.ά.).

Πώς ορίζεται η φτώχεια; Με διάφορους τρόπους, ο καθένας από τους οποίους δίνει διαφορετικά αποτελέσματα. Για πληρότητα, εκτιμάμε τις επιπτώσεις της κρίσης στη φτώχεια με βάση τρεις δείκτες.

Ο πρώτος είναι ο συμβατικός δείκτης σχετικής φτώχειας, ο οποίος χρησιμοποιείται ευρύτατα στην Ευρώπη και μετρά το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του διαμέσου ισοδύναμου  διαθέσιμου εισοδήματος. Εκτιμήσαμε το όριο φτώχειας για το 2012 σε €486 το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, και €1.020 το μήνα για μια τετραμελή οικογένεια (ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δείκτης αυτός είναι συνάρτηση του διαμέσου εισοδήματος όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε έτος. Με άλλα λόγια, καθώς το διάμεσο εισόδημα αυξάνεται ή μειώνεται, αντιστοίχως αυξάνεται ή μειώνεται και το όριο φτώχειας (πρόκειται συνεπώς για ένα κυμαινόμενο όριο φτώχειας). Η χρήση ενός τέτοιου δείκτη είναι απολύτως συμβατή με την έννοια της σχετικής φτώχειας, ενώ αποτελεί πάγια πρακτική εδώ και πολλές δεκαετίες.

Η αυξομείωση του κυμαινόμενου ορίου φτώχειας έχει μικρή σημασία όταν η μεταβολή του διαμέσου εισοδήματος δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Όμως, σε εποχές ραγδαίων αλλαγών (μεγάλων αυξήσεων και ιδίως μεγάλων μειώσεων του μέσου εισοδήματος), η καταλληλότητα της έννοιας της σχετικής φτώχειας όπως αυτή υπολογίζεται συμβατικά τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης, είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι τα άτομα συγκρίνουν το βιοτικό τους επίπεδο όχι μόνο με αυτό της «μέσης οικογένειας» στη χώρα στην οποία κατοικούν, αλλά και με το δικό τους βιοτικό επίπεδο στο πρόσφατο παρελθόν. Συνεπώς, η παρακολούθηση του φαινομένου της φτώχειας απαιτεί την εφαρμογή ενός διαφορετικού δείκτη, ο οποίος αναφέρει το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από το όριο φτώχειας αλλά όχι του τρέχοντος έτους: κάποιου προηγούμενου, λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθωρισμό. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος δείκτης φτώχειας που χρησιμοποιούμε αναφέρει το ποσοστό του πληθυσμού που είχε το 2012 εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του (τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένου) διαμέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του 2009. Προφανώς, όταν το διάμεσο εισόδημα μειώνεται, το σταθερό όριο φτώχειας θα είναι υψηλότερο από το κυμαινόμενο. Εκτιμήσαμε το σταθερό όριο φτώχειας για το 2012 σε €667 το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, και €1.401 το μήνα για μια τετραμελή οικογένεια (ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά). Με τον διορθωμένο δείκτη φτώχειας, προσπαθούμε να υπολογίσουμε τον αριθμό των πολιτών που δεν διαθέτουν σήμερα την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν το καλάθι αγαθών που αντιστοιχούσε σε εισόδημα ίσο με το όριο φτώχειας όπως αυτό είχε διαμορφωθεί πριν την κρίση. Σε εποχή μείωσης των ονομαστικών εισοδημάτων και αύξησης των τιμών, όπως είναι η σημερινή, ένας τέτοιος δείκτης φαίνεται καταλληλότερος.

Πάντως, σε εποχές απότομης πτώσης του βιοτικού επιπέδου το πρόβλημα της φτώχειας μπορεί να πάρει τέτοιες διαστάσεις που να καθιστά επιτακτικό τον υπολογισμό του αριθμού των πολιτών με εισόδημα όχι απλώς χαμηλότερο από κάποιο όριο σχετικής φτώχειας, αλλά τόσο χαμηλό που να μην επαρκεί πλέον για την αγορά ενός βασικού καλαθιού αγαθών, τα οποία κρίνονται ως απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης μεταβάλλεται ανάλογα με το μέγεθος και τη σύνθεση του νοικοκυριού, ανάλογα με τον τόπο διαμονής, καθώς και ανάλογα με το εάν το νοικοκυριό διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία (ελεύθερη από βάρη) ή αντίθετα βαρύνεται με ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο. Για τις ανάγκες της εργασίας, υπολογίσαμε το κόστος ενός τέτοιου καλαθιού αγαθών στην Αθήνα, στην Πάτρα (ως αντιπροσωπευτική των άλλων πόλεων), και ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας (ως αντιπροσωπευτικό των αγροτικών και ημιαστικών περιοχών). Το κόστος του βασικού καλαθιού αγαθών, τα οποία κρίνονται ως απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης (ανάλογα με την τοποθεσία, τον τύπο νοικοκυριού και το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατοικίας), μπορεί να θεωρηθεί ως ένα όριο ακραίας φτώχειας. Εκτιμήσαμε το όριο ακραίας φτώχειας για το 2012 στην Αθήνα, για νοικοκυριά που δεν βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου, σε €224 το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, και €686 το μήνα για μια τετραμελή οικογένεια (ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά). Το ποσοστό στον πληθυσμό όσων βρίσκονται κάτω από αυτό το όριο αυτό είναι ο τρίτος δείκτης φτώχειας που υπολογίσαμε.

Συνοπτικά: Εκτιμάμε ότι η σχετική φτώχεια (όπως μετράται συμβατικά, με κυμαινόμενο όριο φτώχειας το 60% του διαμέσου εισοδήματος) αυξήθηκε ελάχιστα από 20% το 2009 σε 21% το 2012. Όμως, διατηρώντας το όριο της φτώχειας σταθερό στο επίπεδο του 2009 (σε πραγματικές τιμές), η φτώχεια φαίνεται να αυξήθηκε δραματικά σε 38% το 2012. Τέλος, υπολογίζουμε ότι η ακραία φτώχεια έχει ξεπεράσει το 10%.

Όσον αφορά τη φτώχεια ανά κατηγορία, δύο σημεία ξεχωρίζουν. Από τη μια, εκτιμάμε ότι η παιδική φτώχεια έχει αυξηθεί ανησυχητικά: το 27% των παιδιών ζει σε οικογένειες με εισόδημα κάτω από το συμβατικό όριο φτώχειας, το 44% είναι κάτω από το όριο φτώχειας του 2009 (σε πραγματικές τιμές), ενώ το 17% των παιδιών βρίσκεται κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας (δηλ. ζουν σε οικογένειες που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα αγαθά που απαιτούνται για την εξασφάλιση του ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης). Από την άλλη, λόγω της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας, έχει αυξηθεί δραματικά όχι μόνο η φτώχεια των ανέργων (με κυμαινόμενο όριο: 41%, με σταθερό όριο: 59%, ακραία φτώχεια: 28%), αλλά και το σχετικό βάρος τους στον πληθυσμό. Το φαινόμενο αυτό – που δεν έχει γνωρίσει τη δημοσιότητα και την προσοχή που του αξίζει – ισοδυναμεί με το «νέο κοινωνικό ζήτημα» της εποχής μας.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι ποτέ άλλοτε, από το τέλος του Εμφυλίου έως σήμερα, δεν υπήρξε τόσο πιεστική στη χώρα μας η ανάγκη για κοινωνική προστασία. Το ερώτημα είναι: πώς ανταποκρίθηκε το κοινωνικό κράτος;

Το κοινωνικό κράτος και η κρίση

Σε γενικές γραμμές, μια οικονομική ύφεση (όσο έντονη κι αν είναι) δεν προκαλεί αναγκαστικά ανυπέρβλητες δυσκολίες σε ένα καλοσχεδιασμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας. Άλλωστε, η άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης ήταν ακριβώς το σημείο στο οποίο απέτυχαν παταγωδώς οι δημόσιοι θεσμοί τη δεκαετία του 1930, και αυτός υπήρξε ο βασικός λόγος για τη δημιουργία του σύγχρονου κοινωνικού κράτους.

Το πρόβλημα είναι ότι τις παραμονές της κρίσης το Ελληνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας ανταποκρινόταν απολύτως στην περίφημη περιγραφή του νοτιοευρωπαϊκού μοντέλου ως συνδυασμού «σημαντικών κενών στο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας» και «νησίδων γενναιοδωρίας για τον προστατευμένο πυρήνα της αγοράς εργασίας» (Ferrera). Με άλλα λόγια, ήταν εντελώς ακατάλληλο για «το χειρισμό καταστάσεων επείγουσας ανάγκης».

Όχι επειδή ήταν «φτωχό»: το 2010 η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα είχε συγκλίνει με το μέσο όρο των 27 χωρών της ΕΕ (29,1% έναντι 29,4% του ΑΕΠ). Αλλά επειδή ήταν αναποτελεσματικό: ενώ στην ΕΕ27, οι κοινωνικές παροχές (εκτός συντάξεων) μείωναν τη φτώχεια κατά 10% περίπου, στην Ελλάδα η αντίστοιχη μείωση ήταν μικρότερη από 4% (στοιχεία Eurostat).

Η σπατάλη τεράστιων ποσών με απογοητευτικά αποτελέσματα κοινωνικής προστασίας υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στα δύο σημαντικότερα προγράμματα του κοινωνικού κράτους: συντάξεις και περίθαλψη. Τα προβλήματα των προγραμμάτων αυτών προ κρίσης, καθώς και των αλλαγών που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, έχουν αναλυθεί σε έκταση αλλού . Εδώ περιοριζόμαστε σε μια σύντομη αναφορά στο πώς μεταβλήθηκε ο δείκτης κοινωνικής προστασίας εξαιτίας των αλλαγών στις συντάξεις και στην περίθαλψη ειδικά για τις πιο ευάλωτες ομάδες.

Οι μειώσεις συντάξεων ήταν σημαντικές, αλλά λιγότερο οδυνηρές για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Με τα μέτρα λιτότητας του 2010 καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας. Όμως, για τους συνταξιούχους 60 ετών και πάνω, με σύνταξη έως €3.000 το μήνα, στη θέση της 13ηε και της 14ης σύνταξης θεσμοθετήθηκε ενιαίο επίδομα αδείας ύψους €800 το χρόνο. Επίσης, η «εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων» δεν έθιξε τις κύριες συντάξεις έως €1.400 το μήνα.

Με τα μέτρα του 2011 μειώθηκαν κατά 7% όλες οι κύριες συντάξεις του ΝΑΤ. Οι υπόλοιπες περικοπές αφορούσαν τις επικουρικές συντάξεις, οι οποίες μειώθηκαν στο ΙΚΑ (κατά 30% για το ποσό πάνω από €150 το μήνα), στο Δημόσιο (κατά 20% έως €500 το μήνα), ενώ στον ΟΤΕ, στα ΕΛΤΑ, στην ΕΤΒΑ και στις τράπεζες η μείωση ήταν 15% για όλο το ποσό. Τέλος, η αντίστοιχη εισφορά αλληλεγγύης εξαίρεσε όσες επικουρικές συντάξεις ήταν κάτω από €300 το μήνα. Επίσης, το όριο ηλικίας για την καταβολή του ΕΚΑΣ αυξήθηκε στα 65 χρόνια.

Οι συντάξεις μειώθηκαν και πάλι το 2012. Όμως, οι περικοπές δεν αφορούσαν κύριες συντάξεις έως €1.300 το μήνα, ενώ στις χαμηλές επικουρικές συντάξεις (έως €250 το μήνα) η μείωση ήταν 10%. Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο 38% των συνταξιούχων λαμβάνουν επικουρική σύνταξη. Το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 65% στα ταμεία μισθωτών, ενώ είναι 20% στα ταμεία ιατρών, νομικών και μηχανικών, κάτω από 2% στον ΟΑΕΕ (αυτοαπασχολούμενοι), και 0% στον ΟΓΑ.

Τέλος, το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 προβλέπει νέες περικοπές στις συντάξεις. Όμως, οι συνταξιούχοι με εισόδημα από συντάξεις (κύριες και επικουρικές) κάτω από €1.000 το μήνα (αθροιστικά) εξαιρούνται από τις μειώσεις, με τη σημαντική εξαίρεση του επιδόματος αδείας, το οποίο καταργήθηκε.

Με λίγα λόγια, οι περικοπές συντάξεων, αν και δεν προστάτευσαν τους χαμηλοσυνταξιούχους εντελώς, τους έπληξαν πολύ λιγότερο. Ο περιορισμένος χαρακτήρας των απωλειών τους, ιδίως σε σύγκριση με τις πολύ μεγαλύτερες μειώσεις εισοδήματος των εργαζομένων και των ανέργων, εξηγεί γιατί το ποσοστό σχετικής φτώχειας των ηλικιωμένων έχει υποχωρήσει. Όμως, παρότι η σχετική θέση των συνταξιούχων (ακόμη και των χαμηλοσυνταξιούχων) δείχνει να έχει βελτιωθεί σε όρους χρηματικού εισοδήματος, έχει χωρίς αμφιβολία επιδεινωθεί σε όρους «κοινωνικού μισθού», αφού τώρα είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν οι ίδιοι για υπηρεσίες (π.χ. υγείας) που μέχρι πρόσφατα τους παρέχονταν δωρεάν ή με σημαντική επιδότηση.

Η υγειονομική περίθαλψη πριν την κρίση δεν έπασχε από υποχρηματοδότηση, ούτε υπήρχε έλλειψη από ειδικευμένους ιατρούς, από κρεβάτια νοσοκομείων ή από ακριβή βιοϊατρική τεχνολογία. Παρόλα αυτά, η φήμη των νοσοκομείων παρέμενε κακή, πολλοί ασθενείς είχαν αρνητική άποψη για τους ιατρούς, οι υπηρεσίες κόστιζαν ακριβά στο σημείο της χρήσης, ενώ η ιδιωτική δαπάνη βάραινε περισσότερο τους ασθενείς με χαμηλότερα εισοδήματα.

Με βάση τα παραπάνω, οι απαιτούμενες περικοπές, παρότι μεγάλες, θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβαδίζουν με την αναδιοργάνωση του δημόσιου συστήματος υγείας, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ομαλή πρόσβαση των ασθενών στην περίθαλψη. Εάν το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) είχε σωστή διαχείριση, οι ιατροί και οι διοικητές θα μπορούσαν να εξαλείψουν τις σπατάλες και να εγγυηθούν στοιχειώδη φροντίδα ακόμη και με μειωμένους προϋπολογισμούς. Όμως αυτό δεν συνέβη. Αντίθετα, οι περικοπές επιβλήθηκαν από τα επάνω, σημείο προς σημείο, υλοποιήθηκαν αδέξια και μερικές φορές αυθαίρετα, και έγιναν εφικτές χωρίς εξοικονόμηση, δημιουργώντας απλώς ελλείψεις.

Η συγχώνευση των τεσσάρων μεγαλύτερων ταμείων υγείας, που καλύπτουν πάνω από 90% του πληθυσμού, στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά από μαχητικές κινητοποιήσεις, οι ιατροί που παρέχουν υπηρεσίες στους ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ κέρδισαν το δικαίωμα να διατηρούν ιδιωτικά ιατρεία και να εργάζονται με μειωμένο ωράριο για τον οργανισμό, παρέχοντας δωρεάν μέχρι 200 επισκέψεις το μήνα. Πέραν αυτών, οι ασθενείς πληρώνουν οι ίδιοι. Όπως γίνεται κατανοητό, οι ασθενείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων εάν η επίσκεψή τους είναι ανάμεσα στις πρώτες 200 επισκέψεις του μήνα. Συνεπώς, η ρύθμιση φαίνεται να έχει ανοίξει ένα σημαντικό κενό κοινωνικής προστασίας.

Μια άλλη κατηγορία προβλημάτων συνδέεται με την παραδοσιακή ταύτιση σχεδόν της κοινωνικής προστασίας με την (ανταποδοτική) κοινωνική ασφάλιση. Αφενός, η κρίση έφερε τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης αντιμέτωπους με μείωση στα έσοδα από εισφορές και ταυτόχρονα αύξηση των αιτήσεων για επιδόματα και άλλες παροχές. Αφετέρου, η ταύτιση κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής ασφάλισης οδηγεί μαθηματικά στον αποκλεισμό των επισφαλώς απασχολούμενων, των ανέργων και των ανασφάλιστων από τις κοινωνικές παροχές. Πόσο επικίνδυνη είναι η ταύτιση αυτή το αποκάλυψε η κρίση, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν όχι μόνο τη δουλειά τους αλλά ταυτόχρονα την πρόσβαση σε κοινωνική προστασία για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

Ο παραδοσιακός υποβιβασμός της πρόνοιας σε «φτωχό συγγενή» του κοινωνικού κράτους ευθύνεται για το μαρασμό του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, δηλ. του πλέγματος επιδομάτων και υπηρεσιών που παρέχονται στα άτομα και στις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα. Τα πρόβλημα αυτό αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος κοινωνικής προστασίας πολύ πριν από την εμφάνιση της κρίσης. Όμως, τα τελευταία χρόνια το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας δεν ενισχύθηκε, ενώ ο χειρισμός των δημοσιονομικών πιέσεων που άσκησε η κρίση στο σύστημα κοινωνικής προστασίας προσέθεσε και άλλα προβλήματα.

Τα κενά προστασίας αφορούν διάφορες ομάδες του πληθυσμού, κάποιες αρκετά πολυπληθείς. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι μακροχρόνια άνεργοι (που δεν καλύπτονται πλέον από το τακτικό επίδομα ανεργίας, επειδή έχουν εξαντλήσει την περίοδο επιδότησης), καθώς και οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας (που δεν καλύπτονται ακόμη, επειδή δεν έχουν ποτέ εργαστεί). Όσοι εργάζονται περιστασιακά ή χωρίς ασφάλιση (που δεν καταφέρνουν να στοιχειοθετήσουν ασφαλιστικό δικαίωμα ώστε να το αξιοποιήσουν σε περίπτωση ανεργίας, ασθενείας ή μητρότητας). Οι αυτοαπασχολούμενοι σε μη βιώσιμες επιχειρήσεις, και οι αγρότες σε εκμεταλλεύσεις χαμηλής απόδοσης. Οι οικογένειες με χαμηλό εισόδημα και ένα ή δύο παιδιά (ενώ οι τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες προστατεύονται πολύ καλύτερα). Οι φτωχές οικογένειες που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία (και που παρόλα αυτά δεν δικαιούνται επιδότηση ενοικίου). Όσοι λόγω ασθένειας ή αναπηρίας δεν είναι σε θέση να εργαστούν (αλλά παρόλα αυτά δεν λαμβάνουν επίδομα ΑΜΕΑ). Οι ηλικιωμένοι με χαμηλό εισόδημα και μια χαμηλή σύνταξη (π.χ. χηρείας) – κ.ά.

Η εισοδηματική στήριξη των ανέργων είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Το κύριο εργαλείο που διαθέτει το σύστημα, το τακτικό επίδομα ανεργίας (€360 το μήνα σήμερα), χορηγείται μόνο σε όσους που πληρούν τις προϋποθέσεις ασφάλισης, ενώ διαρκεί το πολύ 12 μήνες – συνεπώς εξαιρεί εξ ορισμού τους νέους σε αναζήτηση πρώτης απασχόλησης, καθώς και τους μακροχρόνια άνεργους. Επί πλέον, δεν καλύπτει τους «αδήλωτους» (και άρα ανασφάλιστους) εργαζόμενους, ούτε όσους αυτοαπασχολούμενους έκλεισαν το μαγαζί τους ή σταμάτησαν τη δραστηριότητά τους. Για αυτούς και άλλους λόγους, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ, λιγότερα από 215 χιλιάδες άτομα (16% του συνόλου των ανέργων) ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας το Νοέμβριο 2012.

Ακριβώς επειδή έχουν περιορισμένη κάλυψη, αλλού στην Ευρώπη (ακόμη και σε χώρες του Νότου, όπως π.χ. η Ισπανία), τα «ασφαλιστικά» επιδόματα ανεργίας συμπληρώνονται με «προνοιακά»: τα τελευταία απευθύνονται σε ανέργους με χαμηλό εισόδημα. Στην Ελλάδα, ένα τέτοιο «επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας» (αξίας €200 το μήνα, με συνολική διάρκεια επιδότησης 12 μήνες) θεσμοθετήθηκε το 2001. Όμως, παρά τις προσδοκίες, δεν κατάφερε να καλύψει το σχετικό κενό, αφού οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας είναι υπερβολικά αυστηρές: εισόδημα έως €5.000 ετησίως (συν €587 για κάθε παιδί) και ηλικία άνω των 45. Επί πλέον, παρότι από τη θεσμοθέτησή του έχει μεσολαβήσει πάνω από μια δεκαετία, το επίδομα παραμένει μάλλον άγνωστο στο ευρύ κοινό και στους άμεσα ενδιαφερόμενους. Ο αρμόδιος φορέας (ο ΟΑΕΔ) δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η χορήγηση του επιδόματος σε κάθε μακροχρόνια άνεργο που πληροί τις προϋποθέσεις είναι δική του υποχρέωση (ούτε ότι οφείλει να πληροφορεί συστηματικά τους ανέργους για τα δικαιώματά τους).

Εξ αιτίας όλων αυτών, το 2010 – τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία - μόλις 1.850 άτομα (0,6% των μακροχρόνια ανέργων) ελάμβαναν επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας. Από τότε, ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων αυξήθηκε από 296 χιλιάδες σε 771 χιλιάδες (τρίτο τρίμηνο του 2012). Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι ο αριθμός δικαιούχων του επιδόματος αυτού αυξήθηκε αναλόγως.

Το δίχτυ ασφαλείας στον αστερισμό της μόνιμης λιτότητας

Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 προβλέπει περικοπή δαπανών κατά €9,6 δις και αύξηση φόρων κατά €3,9 δις. Η κοινωνική προστασία καλείται να συνεισφέρει το μισό της συνολικής εξοικονόμησης (45% από περικοπές συντάξεων, άλλων επιδομάτων και κοινωνικών υπηρεσιών, και 5% από αυξήσεις εισφορών κοινωνικής ασφάλισης). Είναι προφανές ότι το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα μπαίνει σε μια εποχή «μόνιμης λιτότητας» (Pierson), όπου τα δημοσιονομικά περιθώρια για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής γίνονται ασφυκτικά.

Πάντως, η παράταση της ύφεσης για πέμπτο συνεχή χρόνο οδήγησε σε ορισμένα μέτρα ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Κατ’ αρχήν, διευρύνονται σημαντικά οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ετήσιο εισόδημα αυξάνεται από €5.000 σε €10.000, συν €586 για κάθε παιδί (από το 2013), ενώ η κατώτατη ηλικία μειώνεται από 45 σε 20 έτη (από το 2014). Επίσης, καταβάλλεται (από το 2013) «ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων», αξίας έως €40 το μήνα (ανά παιδί), με εισοδηματικά κριτήρια. Το ενιαίο επίδομα αντικαθιστά το αφορολόγητο λόγω παιδιών, το επίδομα τρίτου παιδιού και την ισόβια σύνταξη πολύτεκνης μητέρας. Το πολυτεκνικό επίδομα (αξίας €41,67 το μήνα ανά παιδί, για οικογένειες με 3 ή περισσότερα παιδιά) διατηρείται με αυστηρότερα εισοδηματικά κριτήρια. Τέλος, προγραμματίζεται η πιλοτική εφαρμογή ενός προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος , σε δύο περιοχές της χώρας (το 2014), για την οποία έχει προβλεφθεί πίστωση €20 εκατ.

Τα τρία αυτά μέτρα δεν πρόκειται ασφαλώς από μόνα τους να λύσουν τα ιστορικά προβλήματα του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας. Κινούνται όμως στη σωστή κατεύθυνση, καλύπτοντας μερικά από τα σημαντικότερα κενά προστασίας.

Τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο: σοβαρή προσπάθεια σε διοικητικό επίπεδο θα απαιτηθεί ώστε η εφαρμογή των τριών μέτρων να μεταφραστεί σε ενίσχυση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας στην πράξη. Συγκεκριμένα, ο ΟΑΕΔ θα πρέπει να αναλάβει μια εκστρατεία ενημέρωσης των μακροχρόνια ανέργων για τα διευρυμένα κριτήρια επιλεξιμότητας, ο ΟΓΑ θα πρέπει να κάνει το ίδιο για το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, ενώ το Υπουργείο Εργασίας θα πρέπει να προετοιμάσει προσεκτικά την πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Η εμπειρία της κοινωνικής διοίκησης όσον αφορά την έγκαιρη και καλά στοχευμένη χορήγηση κοινωνικών παροχών, ιδίως όταν αυτή γίνεται με εισοδηματικά κριτήρια, είναι φτωχή και όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη. Συνεπώς, η επείγουσα αναβάθμιση της διοικητικής ικανότητας των φορέων που εμπλέκονται είναι απολύτως αναγκαία.

Συνοψίζοντας, θα έλεγε κανείς ότι τα κοινωνικά δικαιώματα στην Ελλάδα ήταν πάντα τόσο άνισα κατανεμημένα μεταξύ των διάφορων κατηγοριών που τα περιθώρια βελτιώσεων της κοινωνικής προστασίας με ταυτόχρονη μείωση των ελλειμμάτων ήταν εκτεταμένα. Παρόλα αυτά, από την έναρξη της κρίσης, οι εκάστοτε κυβερνήσεις – χωρίς ιδιαίτερη πίεση στο θέμα αυτό από τις εκάστοτε αντιπολιτεύσεις – έκαναν ελάχιστα για να επεκτείνουν την κάλυψη και να κλείσουν τα κενά στο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας (π.χ. χρησιμοποιώντας τα ποσά που εξοικονομούνται από περικοπές γενναιόδωρων παροχών για προνομιούχες ομάδες). Η κατανομή των διαθέσιμων πόρων με γνώμονα την πολιτική επιρροή, και όχι την ανάγκη για κοινωνική προστασία, αποδείχθηκε συχνά η κατευθυντήρια αρχή πίσω από την άσκηση κοινωνικής πολιτικής.

Τώρα που οι διαθέσιμοι πόροι είναι σπανιότεροι παρά ποτέ, θα μπορούσαν οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες προτάθηκαν (ή, πολλές φορές, υπαγορεύθηκαν) από τους διεθνείς οργανισμούς να είναι ευκαιρία για αλλαγές προς την κατεύθυνση ενός αποτελεσματικότερου – αν και λιτότερου – κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα; Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να μιλάμε για εξισωτική μεταρρύθμιση υπό την πίεση της «τρόικας»;

Εάν διαχωρίσουμε τη μορφή από το περιεχόμενο, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι παρόλο που η μέθοδος των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων χρόνων ήταν δυσάρεστη, ίσως προσβλητική για τη δημοκρατία και την εθνική κυριαρχία, το περιεχόμενό τους συνιστούσε σε αρκετές περιπτώσεις σαφή βελτίωση των αντίστοιχων πολιτικών. Εξαιτίας του Μνημονίου έχουμε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα με μια (σχεδόν καθολική) βασική σύνταξη και μια (σχεδόν ανταποδοτική) αναλογική σύνταξη• μια επικουρική σύνταξη (για τους περισσότερους εργαζόμενους) που καθορίζεται βάσει του συστήματος της οιονεί κεφαλαιοποίησης• περιορισμό του κατακερματισμού της κοινωνικής ασφάλισης υγείας, σε συνδυασμό με αυστηρότερο έλεγχο των ιατρικών δαπανών• ένα ενισχυμένο σύστημα στήριξης των χαμηλών εισοδημάτων• μια ρεαλιστική προοπτική εφαρμογής του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Όλα αυτά ήταν στην ημερήσια διάταξη μιας εξισωτικής μεταρρύθμισης προς ένα βιωσιμότερο και δικαιότερο κοινωνικό κράτος επί πολλά χρόνια.

Το τι ακριβώς θα συμβεί από εδώ και πέρα είναι φυσικά άγνωστο. Ίσως τελικά η λαϊκή αντίδραση κατά της λιτότητας ενισχύσει την εδραιωμένη εχθρότητα απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, και στρέψει υπέρ μιας νοσταλγικής επιστροφής στο status quo ante. Κάτι τέτοιο θα ήταν ατυχές: οι αστοχίες του κοινωνικού κράτους προϋπήρχαν της κρίσης και το εμπόδισαν να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις κοινωνικές της επιπτώσεις. Ίσως πάλι προκύψει σταδιακά ένα αναμορφωμένο κοινωνικό κράτος, λιγότερο γενναιόδωρο προς τις ευνοημένες ομάδες, και οπωσδήποτε πιο αυστηρό συνολικά, αλλά ταυτόχρονα πιο αποτελεσματικό, καθώς επίσης και πιο δίκαιο απέναντι στα χαμηλότερα εισοδήματα. Σε μια δημοκρατική πολιτεία, σε τελευταία ανάλυση κάθε κοινωνία έχει τους θεσμούς που της ταιριάζουν. Η ετυμηγορία πρέπει να παραμείνει ανοιχτή.

1 Φεβρουαρίου 2013

Η διαχείριση της παρακμής


Παρουσίαση του βιβλίου του Ηλία Κατσούλη «Η επιστροφή της πολιτικής: χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός και ‘νέα’ παγκοσμιοποίηση». Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2012 (σελ. 353). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Φεβρουάριος 2013).



Το βιβλίο του Ηλία Κατσούλη είναι από αυτά που δεν γράφονται πια. Για πολλούς λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τα «επαγγελματικά» κίνητρα που αντιμετωπίζει ένας πανεπιστημιακός – στην Ελλάδα και, ακόμη περισσότερο, σε μερικές άλλες χώρες. Εξαιτίας διεθνών τάσεων που δεν είναι του παρόντος να εξετάσουμε, όσοι από εμάς αγαπούν την έρευνα βασικά ωθούμαστε να δημοσιεύουμε όσο το δυνατόν περισσότερα κείμενα μικρού μεγέθους, συχνά μισοέτοιμα, σε επιστημονικά περιοδικά που απευθύνονται σε λίγους ειδικούς (και διαβάζονται από ακόμη λιγότερους). Φυσικά, δεν απαγορεύεται να γράφει κανείς μεγαλύτερα κείμενα, όπου – σαν ένα συμφωνικό έργο του 19ου αιώνα – μια αναγνωρίσιμη αφηγηματική γραμμή (στην περίπτωση αυτή: ένα σύνθετο επιχείρημα) ξεδιπλώνεται σε μερικές εκατοντάδες σελίδες. Δεν απαγορεύεται, αλλά – σε όλο και περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα, συχνά μάλιστα στα πιο δραστήρια – δεν ενθαρρύνεται πια. Εξακολουθεί να επιτρέπεται να αφιερώνει κανείς το σχετικό χρόνο (και μόχθο), αρκεί ο χρόνος αυτός να είναι «ελεύθερος», δηλ. επί πλέον της βασικής δραστηριότητας – που παραμένει η ίδια: να γράφει κανείς κείμενα μικρού μεγέθους, συχνά μισοέτοιμα, σε επιστημονικά περιοδικά που απευθύνονται σε λίγους κ.ο.κ. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις (μερικές αρκετά πειστικές) για το πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση. Αλλά το βιβλίο του Κατσούλη είναι ένα καλό παράδειγμα του «κόστους ευκαιρίας» - δηλ. του τι χάνουμε εξαιτίας της.

Βέβαια, μπορεί κάποιος να αντιτείνει ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας δεν χρειάζεται να ανησυχεί για όλα αυτά τα κάπως άχαρα πράγματα: είχε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 φτάσει στην κορυφαία βαθμίδα της πανεπιστημιακής ιεραρχίας, ενώ από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας είναι ομότιμος καθηγητής. Πράγματι. Όμως το βιβλίο του Κατσούλη είναι και πάλι ασυνήθιστο για έναν πρόσθετο λόγο. Μου είναι κάπως δύσκολο να εξηγήσω το γιατί χωρίς να καταφύγω σε κλισέ τύπου «επιστέγασμα σοφίας», τα οποία όμως αυτή τη φορά αποδεικνύονται αληθινά. Ενώ, όπως λένε οι Αγγλοσάξονες, «φοράει ανάλαφρα τις γνώσεις του» (π.χ. δεν χρησιμοποιεί πουθενά περιπλοκότερους όρους και διατυπώσεις από ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο κτλ.) το βιβλίο είναι ένα opus magnum. Είναι δηλ. το προϊόν μιας βαθιάς βουτιάς, διάρκειας πολλών δεκαετιών, στις απέραντες – και συχνά ταραγμένες – θάλασσες της διεθνούς βιβλιογραφίας για μια ολόκληρη σειρά από διαφορετικά θέματα. Τα οποία, όμως, συνδέονται μεταξύ τους με μια κόκκινη γραμμή (για την οποία σε λίγο).

Το ότι το βιβλίο καλύπτει πολλά διαφορετικά θέματα γίνεται αμέσως προφανές σε όποιον μπει στον κόπο να το ξεφυλλίσει. Για να επανέλθω στην προηγούμενη παρομοίωση, μοιάζει με μια συμφωνία σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο περιγράφει το πώς, σε συνθήκες νέου τύπου παγκοσμιοποίησης (που ο Κατσούλης ονομάζει «Financialization II») ο σημερινός πολίτης έχει τριπλασιαστεί (ή έχει τριχοτομηθεί;): είναι εργαζόμενος-παραγωγός, καταναλωτής (και χρήστης δημόσιων υπηρεσιών), αλλά και επενδυτής-μέτοχος ή κάτοχος κρατικών ομολόγων. Για το λόγο αυτό, ο σημερινός πολίτης είναι, περισσότερο παρά ποτέ, φορέας αντιτιθέμενων (και δύσκολα συμφιλιώσιμων) συμφερόντων.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου επισκέπτεται για μια ακόμη φορά το δίλημμα κράτος-αγορά (ή, όπως γράφει ο συγγραφέας, «οικονομία-πολιτική»), μέσα και από μια κριτική παρουσίαση της συναρπαστικής διαμάχης Hans Werner Sinn – Peter Bofinger σχετικά με το πώς η Γερμανία μπορεί να διατηρήσει το δυναμισμό της οικονομίας της με τις εντυπωσιακές εξαγωγικές επιδόσεις της από τη μια, με τη διατήρηση υψηλών μισθών, χαμηλής ανεργίας και εκτεταμένης κοινωνικής προστασίας από την άλλη – αν και πρέπει να σημειωθεί ότι για αυτό το δεύτερο σκέλος νοιάζεται κυρίως ο Bofinger[i].

Βλέπετε, μια από τις «χρήσεις», ένα από τα πλεονεκτήματα, του βιβλίου του Κατσούλη είναι ότι παρουσιάζει με προσιτό στον αναγνώστη τρόπο περίπλοκες επιστημονικές διαμάχες, καθώς και εξίσου περίπλοκα ευρήματα των πιο πρόσφατων επιστημονικών επιτευγμάτων, στον ευρύτερο τομέα της πολιτικής οικονομίας. Αυτό τον οδηγεί σε δύσβατα πεδία ακόμη και για έναν επαγγελματία οικονομολόγο όπως είμαι εγώ – πόσω μάλλον για έναν καθηγητή πολιτικής κοινωνιολογίας όπως είναι εκείνος. Και όμως, το τρίτο μέρος του βιβλίου, με τον κάπως εκφοβιστικό τίτλο «Η νέα θεωρία της ανάπτυξης: από τον εξωγενή στον ενδογενή χαρακτήρα της γνώσης» αποτελεί ένα εντυπωσιακό excursus, το οποίο διατρέχει με άνεση τα γραπτά μιας σειράς «ιερών τεράτων» της ζοφερής μας επιστήμης (του Robert Solow, του Alfred Marshall, του Kenneth Arrow, του Garry Becker, του Robert Lucas, του Paul Romer, του Dani Rodrik και άλλων), προσφέροντας σε όποιον δεν είχε μέχρι τώρα το χρόνο ή την έφεση να εμβαθύνει μια χρήσιμη εισαγωγή. Δεν σας κρύβω ότι έμαθα πολλά διαβάζοντας το.

Η κατάληξη του τρίτου μέρους είναι ότι η γνώση είναι πλέον ένας ενδογενής παραγωγικός συντελεστής αποφασιστικής σημασίας. Μάλιστα, εξαιτίας των εγγενών χαρακτηριστικών της (inappropriability και indivisibility), η έρευνα τοποθετείται κάπου ανάμεσα στα δημόσια και ιδιωτικά αγαθά. Συνεπώς, εάν ο σκοπός της έρευνας είναι όχι απλώς το κέρδος όσων την δημιουργούν ή την ενσωματώνουν στην παραγωγή, αλλά η μετάβαση σε μια παγκόσμια «κοινωνία αφθονίας», τότε η πλήρης αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της θα πρέπει να είναι το αντικείμενο της νέας σύνθεσης (αγοράς-κράτους, οικονομίας-πολιτικής) για την οποία έγινε λόγος νωρίτερα.

Το θέμα αυτό επανέρχεται στο τέταρτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου, το οποίο εστιάζει στις μεταμορφώσεις της «νέας παγκοσμιοποίησης». Οι αναδυόμενες χώρες (BRIC[ii] και άλλες) αναπτύσσονται ραγδαία όχι πια και όχι μόνο εξαιτίας του φθηνού εργατικού δυναμικού που διαθέτουν, αλλά όλο και περισσότερο εξαιτίας της υψηλής ειδίκευσης των εργαζομένων και των τεχνολογικών προόδων που σημειώνουν. Όμως, αυτό δεν χρειάζεται να είναι «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος». Οι ανεπτυγμένες χώρες μπορούν και αυτές να ωφεληθούν από τη νέα παγκοσμιοποίηση, αρκεί να προσανατολιστούν «σε πιο σύγχρονες μεθόδους παραγωγής, στην προώθηση της έρευνας, της καινοτομίας, και γενικά των νέων τεχνολογιών».

Με άλλα λόγια, η «παρακμή της Δύσης» δεν χρειάζεται να είναι απόλυτη, καθώς άλλες περιοχές του κόσμου αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Μπορεί η υστέρηση της Ευρώπης να είναι απλώς σχετική, με όρους (χαμηλότερων) ρυθμών ανάπτυξης, δηλ. να μην βιώνεται ακριβώς ως παρακμή.

Το βιβλίο καταλήγει με μια νότα (συγκρατημένης) αισιοδοξίας. Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να έχει δαιμονοποιηθεί στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες: π.χ. στις ΗΠΑ, στη Γαλλία, και ακόμη περισσότερο σε εκείνες τις χώρες που, όπως η Ελλάδα, υποφέρουν από έλλειψη αυτοπεποίθησης και ανασφάλεια. Όμως, αυτό ισχύει πολύ λιγότερο σε χώρες με εξωστρεφή οικονομία (π.χ. στη Γερμανία και στη Βρετανία). Επί πλέον, στις αναδυόμενες χώρες (και σε μερικές αναπτυσσόμενες), η παγκοσμιοποίηση έχει σχεδόν αποκλειστικά θετικές συνδηλώσεις, και η κοινή γνώμη εκεί ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία.

Συνεπώς, μια πιο ισορροπημένη – θα έλεγε κανείς: πιο «φιλοσοφημένη» - στάση θα ήταν ενδεδειγμένη. Οι πολιτικοί και ιδίως οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, οι διανοούμενοι, στις ανεπτυγμένες χώρες θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι το υψηλό βιοτικό επίπεδο δεν μπορεί να είναι μονοπώλιο της Δύσης. Και οι αναδυόμενες χώρες έχουν δικαίωμα σε αυτό. Το ίδιο ισχύει και για το συσχετισμό ισχύος, και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς υποθέσεις που αναλογεί στις διάφορες περιοχές του πλανήτη.

Φυσικά, για εμάς εδώ, στη γηραιά Ευρώπη, και ακόμη περισσότερο σε μια Ελλάδα που εξαιτίας της κρίσης βλέπει να κλυδωνίζεται όχι μόνο η οικονομία της αλλά και η κοινωνική συνοχή, οι δημοκρατικές αξίες, η σταθερότητα των θεσμών, το μεγάλο ζητούμενο είναι η «διαχείριση της παρακμής» (ας ελπίσουμε μόνο σχετικής). Πώς δηλ. η Ευρώπη (και οι ΗΠΑ – αλλά αυτή είναι μια άλλη, ακόμη πιο μπερδεμένη ιστορία) θα περάσει σε μια άλλη φάση, χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και μειωμένης γεωπολιτικής ισχύος, αλλά συγκροτημένα: Αφενός, διατηρώντας αυτό στο οποίο έχει όντως συγκριτικό πλεονέκτημα (το κοινωνικό μοντέλο της: αυτόν τον μοναδικό συνδυασμό οικονομικής ανάπτυξης, πολιτικών ελευθεριών και κοινωνικής συνοχής). Και αφετέρου, συμβάλλοντας στη διεθνή ειρήνη και στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών απειλών. Και εάν το δεύτερο θέτει το ζήτημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης, το πρώτο εγείρει το ερώτημα του μέλλοντος της σοσιαλδημοκρατίας.

Αυτή είναι η αγωνία του Κατσούλη, και ταυτόχρονα η κόκκινη γραμμή που διατρέχει όλα αυτά τα διαφορετικά θέματα τα οποία εξετάζει το βιβλίο. Η «διαχείριση της παρακμής» (παρότι ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί τον όρο αυτό) από τις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούν τον κόσμο της εργασίας. Οι δυνάμεις αυτές καλούνται να αποδείξουν ότι εξακολουθούν να είναι ικανές να επαναλάβουν την ιστορική επιτυχία της σοσιαλδημοκρατίας: τη συγκρότηση ενός ευρύτατου συνασπισμού κοινωνικών δυνάμεων (συμψηφίζοντας, αλλά δημιουργικά, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα διαφορετικών κατηγοριών εργαζομένων), με τρόπο που και τον δυναμισμό της οικονομίας να ευνοεί, αλλά και τα εισοδήματα και τις θέσεις εργασίας των πιο αδύναμων να προστατεύει.

Το πώς θα μπορούσε κάτι τέτοιο να επιτευχθεί στην πράξη δεν είναι βέβαια το αντικείμενο αυτού του βιβλίου – και θα ήταν άδικο να καταλογίσει κανείς κάτι τέτοιο στον συγγραφέα. Θα ήθελα λοιπόν να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με τρεις σύντομες παρατηρήσεις, όχι ασφαλώς φιλοδοξώντας να απαντήσω σε αυτό το τόσο θεμελιώδες και κρίσιμο ερώτημα, αλλά συνεχίζοντας απλώς τον προβληματισμό του Κατσούλη.

Η πρώτη παρατήρηση σχετίζεται με τις προσδοκίες μας. Αυτές, νομίζω, θα πρέπει να είναι χαμηλές. Όχι από ανάγκη: από επιλογή. Έχω πλήρη συναίσθηση ότι οι μάζες των αγανακτισμένων νεαρών (και λιγότερο νεαρών) που κατακλύζουν τις πλατείες στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και, ιδίως, στην Ελλάδα βρίσκονται σε αναζήτηση ηρωικών λύσεων. Δύσκολα θα τους συνεπάρει το πρόγραμμα μιας οσοδήποτε ανανεωμένης σοσιαλδημοκρατίας. Θα μπορούσαμε να τους απαντήσουμε με τα λόγια του Tony Judt: «Αν κάτι μας έμαθε ο 20ος αιώνας, αυτό είναι ότι θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι όσο πιο τέλεια η απάντηση, τόσο, πιο τρομακτικές οι συνέπειές της». Η γραμμή που χωρίζει την ουτοπία από τη δυστοπία είναι λεπτή και συχνά δυσδιάκριτη. Για να συνεχίσει: «Ατελείς βελτιώσεις πάνω σε μη ικανοποιητικές καταστάσεις: αυτό είναι το καλύτερο στο οποίο μπορούμε να ευελπιστούμε, και αυτό που μάλλον όλοι θα πρέπει να αναζητήσουμε»[iii].

Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με την διαχείριση της σημερινής κρίσης από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Δεν συμμερίζομαι την εύκολη κριτική και ισοπεδωτική απόρριψη κάθε τι ευρωπαϊκού (και δη σοσιαλδημοκρατικού) που στη χώρα μας περνιέται για πολιτικός σχολιασμός. Αλλά είναι δύσκολο να μην παραδεχθεί κανείς ότι η διαχείριση της ευρωπαϊκής κρίσης υπήρξε μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή πολιτική τάξη που φιλοδοξεί να διαχειριστεί την παγκοσμιοποίηση – και ότι αυτή την ευκαιρία, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία (και όλοι οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένων όλων των πολιτικών οικογενειών στην ελληνική εκδοχή τους) την έχει μέχρι στιγμής σπαταλήσει.

Η τρίτη και τελευταία παρατήρηση σχετίζεται με τις επιπτώσεις της κρίσης στην πολιτική κουλτούρα της δικής μας χώρας. Η κρίση έχει επιφέρει οδυνηρό πλήγμα στην εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η ανάκτησή της δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Όπως έγραφε ο Wolfgang Streeck: «Η πολιτική διαχειρισιμότητα του δημοκρατικού καπιταλισμού έχει μειωθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, σε μερικές χώρες περισσότερο από άλλες» [iv]. Όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα φαίνεται να επαληθεύουν τη σκοτεινή αυτή διάγνωση. Πράγματι, η αίσθηση ότι ο έλεγχος των αποφάσεων έχει μετατοπιστεί από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς που βρίσκονται δίπλα μας, στις απρόσωπες «αγορές» που βρίσκονται μακριά μας (και συνεπώς πέρα από κάθε πρακτικό δημοκρατικό έλεγχο) είναι παραλυτική.

Η απώλεια εθνικής κυριαρχίας και δημοκρατικής νομιμότητας είναι αναμφισβήτητη. Ο μόνος τρόπος να την δει κανείς θετικά είναι να ελπίσει ότι τελικά στη συλλογική συνείδηση θα επικρατήσει η διαπίστωση ότι η κύρια αιτία της απώλειας αυτής υπήρξε η συλλογική μας απερισκεψία. Η διάλυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (και όσα επακολούθησαν) άφησαν στους Γερμανούς μια σχεδόν αταβιστική απέχθεια στον πληθωρισμό. Κατ’ αναλογία, ίσως θα ήταν χρήσιμο η σημερινή κρίση να αφήσει στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων την πεποίθηση ότι η υπερχρέωση και η συσσώρευση ελλειμμάτων στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία εκθέτει μια χώρα σε μεγάλες φουρτούνες. Και ότι για να επανακτήσουμε την εθνική κυριαρχία και τη δημοκρατική νομιμότητα ένας (και μόνο ένας) τρόπος υπάρχει: να μάθουμε να ζούμε χωρίς ελλείμματα. Με λιγότερη κατανάλωση και περισσότερη παραγωγή. Με δραστικές μεταρρυθμίσεις για την εξυγίανση του κράτους και της οικονομίας. Με δίκαιη κατανομή των βαρών της κρίσης - και, στη συνέχεια, των καρπών της ανάκαμψης.

Στην Ελλάδα του 2013, το να μάθουμε να ζούμε χωρίς ελλείμματα δεν φαίνεται αρκετό - και κυρίως δεν φαίνεται ηρωικό. Αλλά, όπως θα έλεγε και κάποιος, αυτό είναι το καλύτερο στο οποίο μπορούμε να ευελπιστούμε.




[i] Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Δεκέμβριο 2012 το βιβλίο του Peter Bofinger «Επιστροφή στο μάρκο; Η Γερμανία χρειάζεται το ευρώ» κυκλοφόρησε στα ελληνικά (σε μετάφραση Ελίζας Παπαδάκη) από τις εκδόσεις Πόλις.
[ii] Δηλαδή: Βραζιλία-Ρωσία-Ινδία-Κίνα.
[iii] Βλ. Tony Judt «What is living and what is dead in social democracy?» στο περιοδικό The New York Review of Books (τόμος 56, τεύχος 20, 17 Δεκεμβρίου 2009), και στα ελληνικά «Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη σοσιαλδημοκρατία;» στο περιοδικό The Books’ Journal (τεύχος 2, Δεκέμβριος 2010).
[iv] Βλ. Wolfgang Streeck «The crises of democratic capitalism» στο περιοδικό New Left Review (τεύχος 71, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2011).

29 Ιανουαρίου 2013

Fiscal multipliers – oh yeah!

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013).


Συμβαίνει σπάνια ένα επιστημονικό ζήτημα με περίεργες τεχνικές πτυχές να συζητιέται ξαφνικά στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει τώρα, με τη διαμάχη γύρω από το ζήτημα των «δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών» - θέμα με το οποίο ομολογώ ότι και εγώ έχω ασχοληθεί ελάχιστα από τότε που ήμουν δευτεροετής φοιτητής ΑΣΟΕΕ.
Τι είναι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές; Με πολύ απλά λόγια, δείχνουν πόσο μειώνεται (αυξάνεται) το ΑΕΠ μετά από μια μείωση (αύξηση) του ελλείμματος. Όπως καταλαβαίνετε, το θέμα όμως είναι όντως ενδιαφέρον, αν και κατά τη γνώμη μου η πολιτική ερμηνεία θέλει προσοχή.
Λοιπόν, τα γεγονότα εν συντομία έχουν ως εξής:
Πριν 3 μήνες, ρεπορτάζ των Financial Times (9 Οκτωβρίου 2012) ανέφερε ότι οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ δεν θεωρούν πλέον ότι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές είναι 0,5 (η υπόθεση εργασίας του ΔΝΤ στα Μνημόνια της Ελλάδας και των άλλων χωρών), αλλά πολύ υψηλότεροι: από 0,9 έως 1,7. Το ρεπορτάζ επιβεβαιώθηκε σε «κείμενο συζήτησης» που υπογράφουν οι Blanchard και Leigh (μεγάλα κεφάλια του ΔΝΤ, ιδίως ο πρώτος), και το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν τις γιορτές με τη διευκρίνηση ότι πρόκειται για «προσωπικές απόψεις» των συγγραφέων.
Με λίγα λόγια, λένε οι συγγραφείς, μια μείωση του ελλείμματος κατά 5% (όπως συνέβη στην Ελλάδα το 2010) δεν προκαλεί ύφεση 2,5% (0,5 x 5%), αλλά 2 ή και 3 φορές παραπάνω. Πράγματι, η ύφεση στην Ελλάδα ήταν 7% το 2011, 6% το 2012, 4% με 4,5% το 2013 και πάει λέγοντας. Οι Blanchard και Leigh λένε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έπρεπε να μειωθεί το έλλειμμα, αλλά ότι η μείωση έπρεπε να γίνει αλλιώς (με άλλη αναλογία αύξησης φόρων και μείωσης δαπανών), μαζί με ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές (άλλοι προσθέτουν: με διαφορετικό timing) κτλ.
Συνεπώς; Τι συμπέρασμα βγάζουμε από όλα αυτά; Ότι το λάθος που έκανε το ΔΝΤ το πληρώνουμε εμείς; Ότι κακώς υπήρξε το Μνημόνιο; Ότι τζάμπα τραβάμε όσα τραβάμε τα τελευταία 3 χρόνια;
Κατά τη γνώμη μου, η πολιτική ουσία του πράγματος δεν είναι αυτή. Η Ελλάδα στις αρχές του 2010 είχε κατ’ ουσίαν χρεωκοπήσει, αφού δεν μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές. Οι μόνοι που μας δάνειζαν ήταν η τρόικα (παραβιάζοντας μάλιστα την περίφημη ρήτρα μη διάσωσης, την οποία όλα τα μέλη της Ευρωζώνης - και η Ελλάδα - είχαν υπογράψει). Το να θεωρεί κανείς ότι επρόκειτο ποτέ να μας δάνειζαν άνευ όρων ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Πολύ περισσότερο, όταν η εν λόγω χώρα έδινε την (εν πολλοίς ορθή) εντύπωση σπάταλης και διεφθαρμένης Μπανανίας που μαγειρεύει τα νούμερα σε τερατώδη κλίμακα. Ας θυμηθούμε ότι η πρόβλεψη Παπαθανασίου για το έλλειμμα του 2009 ήταν 3,7% του ΑΕΠ, ενώ η τελική εκτίμηση της Eurostat ήταν 15,6%!
(Παραβλέπω την τρέχουσα υπόθεση δικαστικής δίωξης Ζωής Γεωργαντά προς Ανδρέα Γεωργίου ως εμπίπτουσα στη σφαίρα της κοινωνικής ψυχολογίας, που άλλωστε δεν είναι ειδικότητά μου).
Συνεπώς, το θέμα ήταν (και παραμένει) άλλο: τι Μνημόνιο, ποιανού Μνημόνιο κτλ. Με κίνδυνο να γίνω κουραστικός, έχω γράψει επανειλημμένως ότι μια σοβαρή χώρα θα εκπονούσε μόνη της ένα εθνικό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης και μεταρρύθμισης των θεσμών, καθορίζοντας η ίδια τις δικές της προτεραιότητες. Δεν θα περίμενε να το κάνει για λογαριασμό της η τρόικα.
Πάντως, ακόμη πιο ενδιαφέρον μου φαίνεται ένα άλλο ζήτημα: Τι καθορίζει το μεγέθος των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών. Σε πρόσφατη εργασία τους οι Alcidi και Gros υπολογίζουν ότι στην Ελλάδα είναι 1,4 ενώ στις άλλες χώρες του Νότου (και στην Ιρλανδία) 0,8 με 1. Γιατί έχουμε μεγαλύτερους πολλαπλασιαστές από τα άλλα PIGS?
Όπως εξηγούν οι συγγραφείς, το μέγεθος των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών γενικά εξαρτάται από τρεις παράγοντες: (1) τη ροπή προς αποταμίευση, (2) το βαθμό εξωστρέφειας της οικονομίας, και (3) το (πραγματικό) φορολογικό βάρος. Αυτά τα τρία μαζί λειτουργούν ως βαλβίδες ασφαλείας: όσο μεγαλύτερο είναι το τμήμα του διαθέσιμου εισοδήματος που αποταμιεύεται, το τμήμα του παραγόμενου προϊόντος που εξάγεται και το τμήμα του ακαθάριστου εισοδήματος που πηγαίνει σε φόρους, τόσο χαμηλότεροι είναι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές – δηλ. τόσο μικρότερη τελικά είναι η ύφεση μετά από μια μείωση του ελλείμματος κατά x%.
Με άλλα λόγια, η ύφεση στην Ελλάδα υπήρξε (και παραμένει) βαθύτερη από το αναμενόμενο κυρίως λόγω (1) υπερκαταναλωτισμού με δανεικά, (2) χαμηλής εξαγωγικής επίδοσης και (3) μεγάλης φοροδιαφυγής. Όλα εντελώς δικά μας προβλήματα, που καλό θα είναι κάποτε να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε. Φυσικά, για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει πρώτα να αφήσουμε μια και καλή πίσω μας την αφόρητη συζήτηση για τις «προδοτικές ευθύνες» όσων υπέγραψαν το Μνημόνιο (αλλά όχι βέβαια όσων έστειλαν τα ελλείμματα στα ύψη, που συχνά είναι οι ίδιοι που φωνάζουν σήμερα).
Και ένα τελευταίο: Οι επιδράσεις των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών είναι προσωρινές. Άλλωστε, εάν δεν ήταν, θα μπορούσε μια χώρα να έχει ανάπτυξη με δανεικά επ’ αόριστον (ξέρω: αυτό ακριβώς πιστεύουν πολλοί ανάμεσα μας, ακόμη και τώρα ...)
Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι και η σημερινή ύφεση θα είναι προσωρινή. Αντίθετα, η δημοσιονομική εξυγίανση, εάν έχει διάρκεια (δηλ. εάν δεν ξανακυλήσουμε), θα αποκαταστήσει ένα μόνιμα βελτιωμένο περιβάλλον για την αποδοτικότερη λειτουργία της οικονομίας. Συνεπώς, η πικρή αλήθεια είναι ότι η «διόρθωση» μέσω της λιτότητας ήταν αφενός αναπόφευκτη - και μάλιστα, μετά από τόσο μεγάλο δημοσιονομικό εκτροχιασμό, αναπόφευκτα μεγάλη - και αφετέρου μακροπρόθεσμα χρήσιμη.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη της άλλης όψης (...) Η ύφεση μπορεί να είναι προσωρινή στη μακρά διάρκεια, αλλά στο παρόν (στο οποίο ζούμε) είναι ήδη βαθειά και παρατεταμένη. Αυτό, εάν δεν προσέξουμε, μπορεί να αφήσει μεγάλες πληγές που επουλώνονται δύσκολα.
Δεν αναφέρομαι εδώ στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε το γενικευμένο «ο σώζων εαυτόν σωθείτω» (αντίδραση που πηγάζει από την παντελή έλλειψη αυτογνωσίας ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας). Αναφέρομαι στις άλλες τοξικές επιδράσεις μιας παρατεταμένης ύφεσης. Η μακροχρόνια ανεργία απελπίζει ανθρώπους και αχρηστεύει δεξιότητες. Η μετανάστευση των πιο μορφωμένων νέων μας είναι σωτήρια για τους ίδιους αλλά απώλεια για όσους μένουν πίσω. Η φτώχεια των παιδιών μας δεν έχει μόνο κοινωνικές συνέπειες, έχει και οικονομικές: φθείρει το μελλοντικό ανθρώπινο κεφάλαιο από το οποίο θα εξαρτηθεί η ανάκαμψη και η μελλοντική μας ευημερία. Για όλα αυτά – και ιδίως για το τελευταίο – μπορούμε να κάνουμε πολλά, ακόμη και εν μέσω λιτότητας και ύφεσης (ή μάλλον: ειδικά εν μέσω λιτότητας και ύφεσης).
Αυτό είναι το νόημα της δίκαιης λιτότητας: αναλογική κατανομή των βαρών, προστασία των ασθενέστερων. Ας αρχίσουμε να συζητάμε για αυτά. Έχουμε ήδη χάσει πολύ χρόνο συζητώντας για ανοησίες.

18 Ιανουαρίου 2013

Η συγκυβέρνηση και η αποκατάσταση της νομιμότητας – παντού!

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013).

Καλή η ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ για την δολοφονία του μετανάστη στα Πετράλωνα, αλλά φοβάμαι ότι δεν αρκεί: με ένα τέτοιο θέμα δεν ξεμπερδεύει κανείς τόσο εύκολα.

Η καταδίκη της βίας «από όπου και αν προέρχεται» δεν είναι απλό σύνθημα. Το ότι η ρατσιστική βία έχει φτάσει σήμερα σε σημείο παροξυσμού δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην οικονομική κρίση ούτε μόνο στην ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση. Είναι προϊόν μιας γενικής εξαγρίωσης, η οποία δεν έχει πέσει από τον ουρανό. Συνέβαλαν πολιτικά κόμματα, μεμονωμένοι πολιτικοί, τηλεοπτικοί αστέρες, σχολιαστές στα μέσα ενημέρωσης, καθώς και πολλοί άλλοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Για αυτό, η αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας απαιτεί πολιτικές πρωτοβουλίες μακράς πνοής, με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Η απόρριψη της βίας και η επιδίωξη της ειρηνικής συμβίωσης όλων με όλους είναι αδύνατη όσο μια κουλτούρα απέχθειας ή και μίσους για τους ξένους κυριαρχεί στην οικογένεια και στα σχολεία. Η δίωξη του εγκλήματος - και του ρατσιστικού - είναι αδύνατη όσο τα σώματα ασφαλείας παραμένουν διαβρωμένα από παρακρατικούς μηχανισμούς «απονομής δικαιοσύνης» (μαφιόζικου τύπου). Η εμμονή στην αποκατάσταση της νομιμότητας είναι αδύνατη όσο η δικαιοσύνη παραμένει περιδεής ή αδιάφορη.

Ο συμψηφισμός της μιας μορφής βίας με την άλλη έχει γίνει πολύ της μόδας. Στα αριστερά μας ακούμε επιχειρήματα τύπου: «η Βίλλα Αμαλίας / η επίθεση στα γραφεία της ΝΔ τους ενόχλησε - δεν κυττάνε τη Χρυσή Αυγή που δρα ανεξέλεγκτη στις γειτονιές». Στα δεξιά μας επιχειρήματα δεν πολυακούγονται, αλλά η προπαγανδιστική γραμμή είναι έτσι κι αλλιώς γνωστή: «δεν ασχολούνται με τους κουκουλοφόρους / τους τρομοκράτες - ασχολούνται με εμάς που καθαρίζουμε τον τόπο».

Η επικράτηση της λογικής του συμψηφισμού είναι ο συντομότερος δρόμος προς την καταβύθιση των πόλεων σε εφιαλτικά πεδία σύγκρουσης αντίπαλων ένοπλων ομάδων. Για αυτό, η πρόσφατη επίδειξη πυγμής της αστυνομίας δεν μπορεί να παίρνει το χαρακτήρα βεντέτας με τους αντιεξουσιαστές. Η αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας απαιτεί οπωσδήποτε αποφασιστικότητα. Απαιτεί όμως επίσης αυτοσυγκράτηση στη χρήση νόμιμης βίας εκ μέρους των σωμάτων ασφαλείας, αποσόβηση και όχι υποδαυλισμό των περιττών εντάσεων – και, κυρίως, εξίσου καλά ανακλαστικά προς όλες τις κατευθύνσεις, «από όπου και αν προέρχεται» η βία και η παρανομία.

Και ένα τελευταίο. Όταν ένα κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση μοιράζεται την ευθύνη για ο,τιδήποτε κάνει – ή δεν κάνει – οποιοσδήποτε υπουργός (και οποιοδήποτε άλλο πολιτικό στέλεχος της κρατικής μηχανής). Το κράτος δεν είναι χωρισμένο σε οικόπεδα για να το εκμεταλλεύεται το κόμμα ή ο συνασπισμός που κυβερνά (κατά 100%, ή με το σύστημα 4-2-1, αδιάφορο). Για την διείσδυση της Χρυσής Αυγής στην αστυνομία θα δώσει λόγο και η ΔΗΜΑΡ, παρότι φυσικά κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν μπορεί να αποδώσει στο κόμμα αυτό επιχειρησιακή ή άλλη άμεση ευθύνη.

Όμως η πολιτική ευθύνη παραμένει ενιαία. Για αυτό, η γενική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής - και στο θέμα αυτό - απαιτεί συνεννόηση μεταξύ των εταίρων. Η προγραμματική συμφωνία του Ιουνίου γράφτηκε σαν να μην υπήρχε Μνημόνιο, και έτσι μετατράπηκε αμέσως σε κομμάτι χαρτί χωρίς αξία. Στη θέση της χρειαζόμαστε μιαν άλλη προγραμματική συμφωνία, ρεαλιστικότερη και ταυτόχρονα αποφασιστικότερη. Η ειρήνευση της χώρας είναι ευθύνη όλων, και πρώτα-πρώτα της κυβέρνησης.

17 Ιανουαρίου 2013

Πολύ λίγα, αλλά (ας ελπίσουμε) όχι πολύ αργά

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013).

Η αμήχανη καταδίκη εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ της δολοφονικής επίθεσης στη Λεωφόρο Συγγρού («χρήσιμοι ηλίθιοι», «αποπροσανατολίζουν από τα επίδικα θέματα της συγκυρίας», «βλάπτουν το λαό» κτλ.) είναι θλιβερά ανεπαρκής. Απέχει μακράν από το να εκφράζει τον αποτροπιασμό που αισθάνεται κάθε δημοκράτης (και κάθε λογικός άνθρωπος), καθώς και την αποφασιστική απόρριψη της βίας από θέσεις αρχής. Προδίδει σχεδόν έναν κυνικό υπολογισμό. Είναι σαν να λένε στους παρανοϊκούς με τα καλάσνικοφ: «ρε παιδιά, δεν βοηθάνε κάτι τέτοια, αν βοηθούσαν κι εμείς μαζί σας». Αυτό εννοούν;

Επί τρία ολόκληρα χρόνια, το κόμμα αυτό συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να δηλητηριαστεί η πολιτική ζωή του τόπου. Συναγελάστηκε με τον φασιστικής προέλευσης αντικοινοβουλευτισμό της Χρυσής Αυγής και των ΑνΕλ (καθώς και με τον ρατσιστικό ή απλώς αρρωστημένο εθνικισμό τους). Eπί μήνες συνυπήρξε μαζί τους αρμονικά στην ίδια πλατεία, με φόντο κρεμάλες και ελικόπτερα. Όσους υποστήριξαν το Μνημόνιο, ή απλώς το δέχθηκαν, δεν τους μεταχειρίστηκε ως πολιτικούς αντιπάλους στους οποίους έπρεπε να ασκηθεί κριτική (οσοδήποτε σκληρή). Τους αντιμετώπισε ως εχθρούς: ως δοσίλογους, προδότες και κουίσλιγκ. Κάποιοι άλλοι το πήραν αυτό και το πήγαν ένα μικρό αλλά «λογικό» βήμα πιο πέρα: με τους δοσίλογους, προδότες και κουίσλιγκ δεν ανοίγεις κουβέντα - τους εξοντώνεις.

Κάπως έτσι βέβαια κατάφερε να φτάσει στην αξιωματική αντιπολίτευση και στη διεκδίκηση της πρωτιάς: καταφέρνοντας να εκφράσει όσους ψηφοφόρους λάτρεψαν τους πάμπολλους πολιτικούς που τα χρόνια των παχιών αγελάδων εκτόξευσαν τα ελλείμματα (κάνοντας έτσι αναπόφευκτη τη σημερινή κρίση), και μίσησαν τους - πολύ λιγότερους - που προσπάθησαν αντίθετα να συμμαζέψουν τη χώρα.

Την ίδια στιγμή, αξιοποιώντας στην περίσσια αγανάκτηση (και την παντελή έλλειψη αυτογνωσίας) των εξαπατημένων πελατών του πελατειακού συστήματος, συνέχισε να κλείνει το μάτι στους άλλους: σε εκείνους που αποφάσισαν ότι είναι εντάξει να διαλύεις τα πανεπιστήμια, να καταστρέφεις δημόσια κτίρια, να καις την πόλη, να πετάς μολότωφ, να πυροβολείς με καλάσνικωφ, να ρίχνεις ρουκέτες. Σε αυτούς που όταν κάποιοι έχαναν τη ζωή τους, όπως οι άτυχοι εργαζόμενοι της Marfin, σήκωναν αδιάφορα τους ώμους («έχουμε πόλεμο», «παράπλευρη απώλεια»). Εάν ό μη γένοιτο κάποτε έχουμε και άλλους νεκρούς, και οι νεκροί αυτοί είναι αστυνομικοί, ή πολιτικοί, θα πανηγυρίζουν.

Θα μου πείτε: ο ΣΥΡΙΖΑ τους καθοδηγούσε όλους αυτούς; Όχι βέβαια. Απλώς, τους αντιμετώπισε με κατανόηση. Και, αν ποτέ τους άσκησε κριτική για κάτι, το έκρυψε επιμελώς. Όπως έλεγε και κάποιος: «αυτά τα συζητάμε σε εσωτερικές διαδικασίες κινήματος».

Και τώρα, τι κάνουμε; Κρίνοντας από όσα ψελλίζουν τις τελευταίες μέρες κάποια από τα στελέχη του (ούτε καν όλα), η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (ίσως, στο καλύτερο σενάριο) έχει αρχίσει να ανησυχεί για τις συνέπειες της - επί τρία ολόκληρα χρόνια - τραγικής ανευθυνότητάς της.

Πολλοί από εμάς τους είχαμε προειδοποιήσει: όσοι σπέρνουν ανέμους, θερίζουν θύελλες.

Τώρα τους λέμε: η αποκατάστηση της ομαλότητας περνάει αναγκαστικά μέσα από την ειρήνευση του πολιτικού κλίματος, μέσα από την επαναφορά της πολιτικής αντιπαράθεσης σε ένα πλαίσιο σεβασμού των κοινών κανόνων, περνάει μέσα από τη μεταχείριση του άλλου ως αντιπάλου αλλά ποτέ ως εχθρού.

Όποιος νοιάζεται για την Δημοκρατία, ο καιρός να την υπερασπιστεί είναι τώρα. Χωρίς μισόλογα.

Για τα υπόλοιπα - για όλα τα υπόλοιπα - υπάρχει χρόνος.

13 Ιανουαρίου 2013

Τι διάβασα στις γιορτές

Αναρτήθηκε στον ιστότοπο για τον πολιτισμό «dimart» (Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013).

Το ξέρω ότι οι εκθέσεις ιδεών τύπου «τι έκανα στις διακοπές μου» είναι από αδιάφορες έως εντελώς εκνευριστικές. Αλλά επειδή ποτέ δεν κατάφερα να γίνω μέλος μιας λέσχης ανάγνωσης μου έχει μείνει το απωθημένο.
Λοιπόν, έχουμε και λέμε (κατά χρονική σειρά):

* Massimo Carlotto «Respiro corto» (Einaudi, 2012)
Συναρπαστικό noir μυθιστόρημα από τον δημιουργό του «Αλιγάτορα» (ιδιωτικού ντετέκτιβ στη βορειοανατολική Ιταλία, πολέμιου της νέας εγκληματικότητας των αδίστακτων μαφιόζικων οργανώσεων, με τη συνεργασία τέως αριστεριστών νυν άσσων της πληροφορικής αλλά και gentlemen του υποκόσμου), αρκετές ιστορίες του οποίου έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά. Το Respiro corto φαίνεται να εγκαινιάζει νέο κύκλο, με άλλους πρωταγωνιστές, σε άλλο τόπο: στη Μασσαλία - σταυροδρόμι μεταναστευτικών ροών, κέντρο του διεθνούς εμπορίου ναρκωτικών, πόλη των εκρηκτικών κοινωνικών προβλημάτων και πρωτεύουσα της πολιτικής διαφθοράς.

* Tony Judt «Ill fares the land» (Penguin, 2010)
Παθιασμένη κριτική των αποτυχιών του νεοφιλελευθερισμού και συνηγορία υπέρ της κεϋνσιανής-σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης της «χρυσής τριακονταετίας» 1945-1975. Το τελευταίο βιβλίο του μεγάλου Βρετανού ιστορικού (καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης), εάν εξαιρέσει κανείς το εντυπωσιακό αυτοβιογραφικό «The Memory Chalet». Πρόκειται για μια εκτεταμένη ανάλυση των θεμάτων που ο Judt είχε θίξει για πρώτη φορά στο θρυλικό άρθρο του «What is living and what is dead in social democracy?» στο περιοδικό The New York Review of Books τον Δεκέμβριο 2009, και το οποίο είχε δημοσιευθεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη σοσιαλδημοκρατία;» στο περιοδικό The Books' Journal (Δεκέμβριος 2010). Κυκλοφορεί και στα ελληνικά (αλλά κοστίζει αρκετά περισσότερο).

* Πέτρος Μάρκαρης «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» (Γαβριηλίδης, 2012)
Στο τελευταίο - και καλύτερο - μέρος της «τριλογίας της κρίσης», ο Μάρκαρης μας μεταφέρει σε μια δυστοπική Ελλάδα του 2014: η χώρα έχει επιστρέψει στη δραχμή, οι συνεχείς υποτιμήσεις μειώνουν και άλλο το βιοτικό επίπεδο, επικρατεί πολιτική αστάθεια, ενώ στους δρόμους κάνουν κουμάντο οι συμμορίες της άκρας δεξιάς. Με υπόβαθρο το γενικευμένο χάος, κάποιος ή κάποιοι φαίνεται να έχουν βαλθεί να εξοντώσουν εμβληματικές φυσιογνωμίες της «γενιάς του Πολυτεχνείου»: έναν επιχειρηματία, έναν πανεπιστημιακό και έναν συνδικαλιστή, έντονα διαπλεκόμενοι και βαθειά διεφθαρμένοι και οι τρεις τους. Εν τω μεταξύ, παράλληλα τόσο με τη βασική αφηγηματική γραμμή όσο και με τη «μεγάλη ιστορία» της κρίσης, οι ήρωες του Μάρκαρη, μερικοί γνώριμοι (ο Χαρίτος, η Αδριανή, η Κατερίνα, ο Ζήσης) και μερικοί καινούριοι (τα παιδιά του Ασύλου και του internet radio της Ελπίδας), αποδεικνύουν ότι ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες μπορεί κανείς να επιβιώνει με αξιοπρέπεια.

* Heinrich A. Winkler «Βαϊμάρη: η ανάπηρη δημοκρατία» (Πόλις, 2011)
Διάβασα καθυστερημένα - και σχεδόν απνευστί - το εξαιρετικό αυτό βιβλίο (δείτε την παρουσίαση της Μαρίας Τοπάλη, από την οποία το δανείστηκα). Οι ανακλαστικές μεταφορές στην Ελλάδα του Μνημονίου δεν έχουν πολύ νόημα. Όμως, η εμπειρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1918-1933), όπως άλλωστε και εκείνη της Β' Ισπανικής Δημοκρατίας (1931-1939), δείχνουν τι μπορεί να συμβεί - και τι συνήθως συμβαίνει - όταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία και η συνταγματική νομιμότητα διαθέτουν ασθενή υποστήριξη και αμφισβητούνται διαρκώς, όταν η υπονόμευση τους αποτελεί προγραμματικό - και ανοιχτά διακηρυγμένο στόχο - υπολογίσιμων πολιτικών δυνάμεων, και όταν η κοινή γνώμη σιγά-σιγά εξοικειώνεται με το συνδυασμό «νόμιμων» και βίαιων πρακτικών που απαιτείται για μια τέτοια υπονόμευση. Και οι δύο Δημοκρατίες του μεσοπολέμου κατέρρευσαν υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης που όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις, της πολιτικής αστάθειας που δυσφήμησε τον κοινοβουλευτισμό, της προθυμίας των γαιοκτημόνων και (κάποιων) βιομηχάνων να «χρησιμοποιήσουν» τις συμμορίες της άκρας δεξιάς, αλλά και της ιδιοποίησης παραδοσιακών αντιλήψεων περί «εθνικής αποστολής» εκ μέρους των νέων εθνοσωτήρων. Κατέρρευσαν όμως επίσης υπό το βάρος της αδυναμίας των αστών φιλελεύθερων, καθώς και εξ αιτίας της διάσπασης της αριστεράς σε ένα επαναστατικό κομμάτι (που περιφρονούσε τη Δημοκρατία και δούλευε για την ανατροπή της) και ένα μετριοπαθέστερο (αλλά επιρρεπές στον τακτικισμό και ενίοτε υπερβολικά έτοιμο να προσφύγει στην κρατική βία κατά των αντιπάλων της νομιμότητας).

* Peter Bofinger «Επιστροφή στο μάρκο; Η Γερμανία χρειάζεται το ευρώ» (Πόλις, 2012)
Το τελευταίο βιβλίο του Γερμανού οικονομολόγου, καθηγητή στο Würzburg και μέλους του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας, απευθύνεται στο ευρύ κοινό: είναι γραμμένο απλά, αν και χωρίς καμμία έκπτωση επιστημονικότητας. Χάρη στη μετάφραση της Ελίζας Παπαδάκη, διαβάζεται και στα ελληνικά με μεγάλη ευκολία. Ο Bofinger βρίσκεται στον αντίποδα της οικονομικής ορθοδοξίας στη χώρα του (και στον υπόλοιπο κόσμο). Ως καλός κεϋνσιανός ασκεί σφοδρή κριτική στα προγράμματα λιτότητας, θυμίζοντας στους συμπατριώτες του ότι η εμμονή του καγκελαρίου Brüning (1931-1932) στη μείωση των κρατικών δαπανών αμέσως μετά το Κραχ του '29 οδήγησε σε απότομη αύξηση της ανεργίας και υπερπληθωρισμό. Ως καλός Ευρωπαίος, εξηγεί στους αναγνώστες γιατί η επιβίωση του ευρώ είναι προς το συμφέρον και της Γερμανίας, και γιατί αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με οικονομική ενοποίηση, όχι μόνο νομισματική: δηλ. με στενότερη συνεργασία και στη δημοσιονομική πολιτική. Η τελευταία – σημειωτέον – θα σημαίνει και αυστηρή (όχι όμως εκδικητική) επιτήρηση των χωρών που παραβιάζουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει. Μάλιστα, το σχετικό κεφάλαιο για την Ελλάδα κάνει εντύπωση για την «ακριβοδικία» του: ούτε ανέχεται τα στερεότυπα και τις υπερβολές που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση (και) στη Γερμανία, ούτε όμως χαρίζεται στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό από τις εγχώριες πολιτικές ελίτ (της Ελλάδας). Το βιβλίο καταλήγει με μια πειστική συνηγορία για μια καλύτερη αρχιτεκτονική της ζώνης του ευρώ, και περισσότερη αλληλεγγύη στην Ευρώπη.

Είναι ικανές οι πολιτικές δυνάμεις (και ιδίως εκείνες της αριστεράς) στην Ελλάδα να συστρατευθούν για την ενίσχυση του κύρους και της αξιοπιστίας των δημοκρατικών θεσμών, ακόμη και όταν συγκρούονται σφοδρά μεταξύ τους για το περιεχόμενο της πολιτικής που ακολουθείται;
Είναι ικανές οι πολιτικές δυνάμεις (και ιδίως εκείνες της αριστεράς) στην Ευρώπη να εργαστούν για να αλλάξει η agenda της δημόσιας πολιτικής, να αναχαιτιστεί η ύφεση και να αντιστραφεί η αυξανόμενη δυσπιστία και η αναζωπύρωση των στερεοτύπων μεταξύ των λαών της Ευρώπης;
Αυτά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα στα οποία πρέπει να απαντήσουμε καταφατικά ώστε να αποφύγουμε τόσο την κατάληξη του δοκιμίου του Winkler όσο και τη δυστοπία του μυθιστορήματος του Μάρκαρη.

20 Δεκεμβρίου 2012

Ήρθε η ώρα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος;

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012).

Η βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση έχει φέρει στην επιφάνεια κάτι που γνωρίζαμε εδώ και πολύ καιρό (αλλά δεν κάναμε τίποτε για αυτό): ότι δηλαδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας όπως είναι σήμερα – και παρόλο που μας κοστίζει ακριβά - δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα κοινωνικά προβλήματα που προκαλεί η κρίση.

Τα κενά προστασίας είναι πολλά. Η επιδότηση ανεργίας είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ, ο αριθμός των ανέργων τον Σεπτέμβριο 2012 ήταν 1 εκατομμύριο 265 χιλιάδες. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ, ο αριθμός όσων ελάμβαναν τον ίδιο μήνα τακτικό επίδομα ανεργίας (το κύριο εργαλείο εισοδηματικής στήριξης που διαθέτουμε), δεν ξεπερνούσε τα 186 χιλιάδες άτομα (λιγότερο από 15% του συνόλου των ανέργων). Πολλοί από τους υπόλοιπους βρίσκονται αντιμέτωποι με τη φτώχεια. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη μας («Διαστάσεις της φτώχειας στην Ελλάδα της κρίσης», μαζί με τη Χρύσα Λεβέντη και την Ελένη Καναβιτσά), σχεδόν 40% των ανέργων σήμερα βρίσκονται κάτω από το όριο σχετικής φτώχειας, ενώ περίπου 20% των ανέργων βρίσκονται κάτω και από το όριο ακραίας φτώχειας.

Αυτό είναι το νέο κοινωνικό ζήτημα της εποχής μας. Και με βάση το πώς το αντιμετωπίζουμε θα κριθούμε τελικά όλοι: ιδίως (αλλά όχι μόνο) όσες πολιτικές δυνάμεις έχουν αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, και ιδίως όσες ανήκουν στην Αριστερά. Μάλιστα, από «τεχνική» άποψη, το πώς αντιμετωπίζουμε το κοινωνικό ζήτημα είναι αρκετά προφανές: η κάλυψη των κενών προστασίας απαιτεί πύκνωση των κοινωνικών επιδομάτων και αναδιοργάνωση των κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και τη θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (όπως σε όλες τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Το πρόβλημα είναι πολιτικό – και οφείλεται στο ότι μέχρι τώρα τα κόμματα, τα συνδικάτα (αλλά επίσης τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη) έχουν επιδείξει για τα ζητήματα αυτά ένα συνδυασμό άγνοιας, δυσπιστίας και χαμηλού ενδιαφέροντος.

Κατά παράδοξο τρόπο, το πρόβλημα της ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας ήρθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της συζήτησης για το «νέο Μνημόνιο». Πράγματι, το πακέτο δημοσιονομικών μέτρων για τη διετία 2013-2014, εκτός από τις αυξήσεις φόρων και τις περικοπές δαπανών (μισθών, συντάξεων και επιδομάτων), περιέχει και δύο μέτρα στήριξης των ασθενέστερων. Το πρώτο μέτρο είναι η θεσμοθέτηση ενός ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων (το οποιο θα καταβάλλεται με εισοδηματικά κριτήρια). Το δεύτερο μέτρο είναι η πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε δύο περιοχές της χώρας το 2014. Η πίστωση που έχει προβλεφθεί για την υλοποίηση της πιλοτικής εφαρμογής θα είναι €20 εκατ. Η τελική απόφαση για τη θεσμοθέτηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε όλη την επικράτεια θα ληφθεί μετά από την αξιολόγηση της πιλοτικής εφαρμογής. Πρόκειται για μοναδική ευκαιρία εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας στην Ελλάδα της κρίσης. Για να μην χαθεί αυτή η ευκαιρία, η πιλοτική εφαρμογή θα πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά και να υλοποιηθεί με διαφάνεια, επαγγελματισμό και προσήλωση στο δημόσιο συμφέρον.

Στη διευκρίνηση ορισμένων πλευρών του ζητήματος ελπίζουμε ότι συμβάλλει άλλη πρόσφατη εργασία μας («Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα: δημοσιονομικές και διανεμητικές επιδράσεις», μαζί με τη Χρύσα Λεβέντη). Η εργασία προσομοιώνει δυο σενάρια ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ελλάδα για να εκτιμήσει (α) πόσο θα κόστιζε ένα τέτοιο πρόγραμμα, (β) πόσοι δικαιούχοι θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα, και (γ) πόσο θα συνέβαλε στη μείωση των δεικτών φτώχειας.

Τα δύο σενάρια έχουν ως εξής: Το «βασικό» σενάριο συνδέει το εγγυημένο ποσό με το τακτικό επίδομα ανεργίας (360 ευρώ το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, 972 ευρώ το μήνα για ζευγάρι με δύο παιδιά), ενώ το «εναλλακτικό» σενάριο με το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας (200 ευρώ το μήνα για ένα άτομο, 540 ευρώ το μήνα για ζευγάρι με δύο παιδιά). Και τα δύο σενάρια προβλέπουν προσαύξηση του εγγυημένου ποσού για όσα νοικοκυριά βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου (κατά τα ποσά του επιδόματος ενοικίου ΟΕΚ: 125 ευρώ το μήνα για ένα άτομο συν 25 ευρώ το μήνα για κάθε πρόσθετο μέλος νοικοκυριού). Το ποσό της εισοδηματικής ενίσχυσης που καταβάλλεται στους δικαιούχους προκύπτει από τη διαφορά ανάμεσα στο εισόδημα αναφοράς που διαθέτουν και στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που αντιστοιχεί στο νοικοκυριό στο οποίο ανήκουν.

Εκτιμάμε ότι η γενικευμένη εφαρμογή ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος όπως στο "βασικό" μας σενάριο θα εξάλειφε σχεδόν ολοκληρωτικά την ακραία φτώχεια, έναντι όμως αξιόλογου καθαρού κόστους (πάνω από 1% του ΑΕΠ). Σε μια πιο οικονομική εκδοχή (όπως στο "εναλλακτικό" μας σενάριο), θα κόστιζε 0,35% του ΑΕΠ (κάτω από 2% της συνολικής κοινωνικής δαπάνης), αλλά θα είχε ασθενέστερη επίδραση στους δείκτες φτώχειας. Το καθαρό κόστος του προγράμματος (το οποίο προκύπτει αφού αφαιρεθεί το ποσό που καλύπτεται από άλλα κοινωνικά επιδόματα τα οποία προβλέπεται να θεσμοθετηθούν ή έχουν ήδη θεσμοθετηθεί) θα είναι χαμηλότερο.

Ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια για την ορθή στόχευση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (αλλά και κάθε κοινωνικής παροχής που χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια) είναι ο κίνδυνος το δηλωθέν εισόδημα των αιτούντων να εμφανίζεται χαμηλό όχι λόγω πραγματικής ανάγκης, αλλά λόγω φοροδιαφυγής. Συνεπώς, απαιτείται η επεξεργασία εναλλακτικών μεθόδων εξακρίβωσης του εισοδήματος των αιτούντων (π.χ. μέσω τεκμηρίων) στη φάση της προετοιμασίας, και η αξιολόγησή τους στη φάση της πιλοτικής εφαρμογής. Το πρόβλημα των αδήλωτων εισοδημάτων της παραοικονομίας μπορεί συμπληρωματικά να αντιμετωπιστεί με την υποχρέωση των δικαιούχων να είναι διαθέσιμοι για εργασία και να συμμετέχουν σε προγράμματα επανένταξης (επί ποινή αποκλεισμού). Πολλά τέτοια προγράμματα (με Ευρωπαϊκή συγχρηματοδότηση) υφίστανται ήδη. Συχνά, αρκεί ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ του φορέα υλοποίησης του ελαχίστου εισοδήματος και των κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και η κατά προτεραιότητα ένταξη των δικαιούχων ελαχίστου εισοδήματος στα προγράμματα επανένταξης. Εξ άλλου, ο στόχος ενός προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος είναι να δοθεί στους δικαιούχους μια ευκαιρία να ξεφύγουν από την ακραία φτώχεια με τις δικές τους δυνάμεις, όχι απλώς να τους χορηγηθεί ένα μικρό βοήθημα.

Τα εμπόδια είναι πολλά. Όμως, όπως έχει δείξει η εμπειρία άλλων χωρών (και μάλιστα με παρόμοια χαρακτηριστικά), η προσήλωση στο στόχο και η σοβαρότητα στην προσπάθεια είναι ικανές να υπερνικήσουν ακόμη και τα δυσκολότερα εμπόδια – και μάλιστα με μέτριο κόστος.

9 Δεκεμβρίου 2012

Όταν μιλούν οι αριθμοί ...

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Έθνος» με θέμα «Αναζητώντας άλλη ρότα: ιδέες και προτάσεις για να κλείσει η πληγή της φοροδιαφυγής» (Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012).

Οι τοξικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής θα έπρεπε να είναι γνωστές. Όπως έλεγε ο πρόεδρος Ρούζβελτ, «οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Γι' αυτό, οι «τζαμπατζήδες» που απολαμβάνουν δημόσιες υπηρεσίες χωρίς να συνεισφέρουν στο κόστος τους θα πρέπει να διώκονται, αφού υποσκάπτουν τα θεμέλια της ειρηνικής συμβίωσης όλων σε μια τέτοια κοινωνία.

Συχνά, όμως, στη δημόσια συζήτηση υπονοείται (και, σπανίως, λέγεται ρητά) ότι η φοροδιαφυγή έχει τουλάχιστον ένα θετικό: βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν.

Αυτό είναι το ερώτημα που προσπαθούμε να απαντήσουμε σε πρόσφατη εργασία μας με τη Χρύσα Λεβέντη(«Διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα»). Συγκεκριμένα, εκτιμάμε την έκταση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα ανά εισοδηματική ομάδα, καθώς και τις επιπτώσεις της στην κατανομή εισοδήματος.

Αξιοποιούμε τα διαθέσιμα στοιχεία για τα δηλωθέντα εισοδήματα, τα οποία προέρχονται από δύο βάσεις δεδομένων: ένα μεγάλο δείγμα φορολογικών δηλώσεων και τη στατιστική έρευνα EU-SILC. Η απόκρυψη εισοδήματος σε μια φορολογική δήλωση αποφέρει χρηματικό όφελος, ενώ σε μια στατιστική έρευνα όχι. Συνεπώς, θεωρούμε ότι τα στοιχεία της δεύτερης είναι περισσότερο (αν και όχι εντελώς) αξιόπιστα.

Συγκρίνοντας τις δύο βάσεις δεδομένων διαπιστώνουμε ότι τα μέσα εισοδήματα από ελεύθερο επάγγελμα και εμπορικές δραστηριότητες, καθώς και από γεωργικές επιχειρήσεις, εμφανίζονται πολύ χαμηλότερα στο δείγμα φορολογικών δηλώσεων από ό,τι στην έρευνα EU-SILC (κατά 35% και 80% αντιστοίχως).

Επίσης, παρατηρούμε ότι η απόκλιση μεταξύ των δύο βάσεων δεδομένων είναι μεγαλύτερη στα δύο άκρα παρά στο μέσο της κατανομής: με άλλα λόγια, η απόκρυψη εισοδημάτων δείχνει μεγαλύτερη στα χαμηλά εισοδήματα από ό,τι στα μεσαία, και στα υψηλά εισοδήματα από ό,τι στα χαμηλά.

Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα φόρων-παροχών EUROMOD, υπολογίζουμε ότι η κανονική φορολόγηση των πραγματικών εισοδημάτων (δηλ. η πλήρης εξάλειψη της φοροδιαφυγής) θα αύξανε θεαματικά (κατά 33%) τα συνολικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος, θα μείωνε τις εισοδηματικές ανισότητες (κατά 3% έως 8%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται), ενώ επίσης θα βελτίωνε σημαντικά (κατά 29%) την αναδιανεμητική επίδοση του φορολογικού συστήματος.

Τα ευρήματά μας διαψεύδουν την πεποίθηση ότι η φοροδιαφυγή ωφελεί τους φτωχούς: στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο. Επιπλέον, η εργασία μας συνηγορεί υπέρ της ανάγκης για αυξημένη συμμετοχή των ελευθέρων επαγγελματιών και εμπόρων (καθώς και των αγροτών) στα φορολογικά βάρη, σύμφωνα βέβαια με το εισόδημά τους. Η δυσμενής, όμως, φορολογική μεταχείριση των κατηγοριών αυτών είναι ατελές υποκατάστατο της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής: πλήττει περισσότερο τους συνεπείς φορολογούμενους από ό,τι εκείνους που φοροδιαφεύγουν - και συνεπώς αυξάνει αντί να μειώνει τα κίνητρα για φοροδιαφυγή.

28 Νοεμβρίου 2012

Ανοιχτή κοινωνία ή βαρβαρότητα;

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012).

Οι πρόσφατες εικόνες εντός και εκτός της Βουλής των Ελλήνων που συνόδευσαν την ψήφιση του «Μνημονίου 3» έδειξαν ότι από πλευράς «πολιτικού πολιτισμού» η συμπεριφορά της πολιτικής ελίτ δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτή του πλήθους». Η περιφρόνηση της νομιμότητας, η λεκτική οξύτητα, οι προσωπικές επιθέσεις, η συνθηματολογία, ο λαϊκισμός της γλώσσας – αυτά είναι συμπτώματα μιας χώρας άρρωστης, και μιας πολιτικής τάξης κατώτερης των περιστάσεων.

Η σημερινή οικονομική κρίση αποτέλεσε το έναυσμα, όχι την αιτία της έκρηξης. Στην πραγματικότητα, η κρίση απελευθέρωσε ένα υπαρκτό απόθεμα βίας, κυνισμού, κοινωνικής ανευθυνότητας και επιθετικού τυχοδιωκτισμού, το οποίο σιγόβραζε για δεκαετίες, (όχι πολύ βαθιά) θαμμένο κάτω από τους πακτωλούς των δανεικών χρημάτων και των κοινοτικών πόρων. Τα τεράστια ποσά που συνέρευσαν την προηγούμενη περίοδο τα διαχειρίστηκε ένα κράτος σπάταλο, πελατειακό και συνάμα ανεξέλεγκτο - για λογαριασμό μια ανέτοιμης αλλά φιλόδοξης και κάποτε άπληστης κοινωνίας. Η σημερινή αποκαρδιωτική κατάσταση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εικόνα της ίδιας αυτής κοινωνίας με άδειες τσέπες. Μια κοινωνία από τους όρους συγκρότησης της οποίας απουσιάζουν τα γνωρίσματα και οι αρχές που συνιστούν το αξιακό πλαίσιο των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών: η ανοχή στην αντίθετη άποψη, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η επίπονη άσκηση στο νηφάλιο διάλογο, η διαρκής επιδίωξη του πλουραλισμού και η πίστη στην αναζήτηση της αλήθειας, ως εργαλεία οικοδόμησης πολιτικής συναίνεσης και ως θεμέλια κοινωνικής συνύπαρξης.

Τα μέτρα που ψηφίστηκαν είναι πράγματι επώδυνα. Ακόμη χειρότερα, ο ακραίος κοινωνικός εγωισμός των ευνοημένων ομάδων (και η συνθηκολόγηση των πολιτικών στις πιέσεις τους) εμπόδισαν για μια ακόμη φορά τη δίκαιη κατανομή των βαρών. Όμως, η έγκριση των μέτρων ήταν αναγκαία. Βραχυπρόθεσμα, για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης χρηματοδότησης της ουσιαστικά χρεοκοπημένης ελληνικής οικονομίας. Μακροπρόθεσμα, για την απομάκρυνση της προοπτικής της ολικής καταστροφής, ως αναπόφευκτη συνέπεια μιας άτακτης χρεοκοπίας της χώρας.


Δεν είναι τυχαίο το ότι οι αντιφιλελεύθερες και αντιδημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις γλυκοκοιτάζουν τη χρεοκοπία. Γνωρίζουν ότι το κουβάρι των δημοκρατικών θεσμών ξηλώνεται πόντο-πόντο. Κινούνται στο περιθώριο του δημοκρατικού πολιτεύματος, εκμεταλλευόμενοι τις «ρωγμές» του πολιτικού συστήματος προκειμένου να τις μετατρέψουν σε χάσματα. Σε αυτά τους τα σχέδια τούς διευκολύνει το γεγονός πως απέναντι στη μονομέρεια του Μνημονίου και των προτάσεων της τρόικα, δεν έχει προβληθεί ένα θετικό και ρεαλιστικό σχέδιο αλλαγής του παραγωγικού και  προνοιακού  μας μοντέλου. Ένα μοντέλο που να δίνει το στίγμα των μελλοντικών αλλαγών που θα ανακουφίσουν όσους υποφέρουν σήμερα χωρίς να φταίνε. Γιατί η κοινωνία όντως υποφέρει – και υποφέρει διπλά: από τα μέτρα, και από τους πάσης φύσεως δημαγωγούς.


Η κοινωνία όμως υποφέρει και από τη σύγχυση της ταύτισης των άκρων. Η βία είναι καταδικαστέα από όπου και αν προέρχεται, πάντοτε. Όμως, ανάμεσα στις αντιδημοκρατικές πρακτικές της άκρας αριστεράς, και στη δηλητηρίαση των δημοκρατικών θεσμών που υπόσχεται η άκρα δεξιά, υπάρχει ποιοτική διαφορά.


Όταν το παρελθόν δεν φωτίζει το μέλλον, το παρόν σκοτεινιάζει, έγραφε ο Αλέξις ντε Τοκβίλ. Και πραγματικά, η νεότερη ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική ιστορία δείχνει καθαρά ότι ο δρόμος προς τη βαρβαρότητα υπήρξε πάντοτε απότομος και γλιστερός. Για αυτό, το πραγματικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει το πολιτικό μας σύστημα δεν είναι το χιλιοειπωμένο  «μνημόνιο ή αντι-μνημόνιο», αλλά «ανοιχτή κοινωνία ή βαρβαρότητα».


Χρέος των δυνάμεων της ευθύνης και της δημοκρατίας είναι να μην υποχωρήσουν στις περισσότερο ή λιγότερο απροκάλυπτες επιθέσεις κατά του κοινοβουλευτισμού, κατά του μετριοπαθούς και μετρημένου πολιτικού λόγου, κατά της ανοχής στη διαφορετική άποψη.


Χρέος σήμερα των σοσιαλδημοκρατών, φιλελεύθερων και αριστερών δημοκρατών είναι να αντισταθούν στην  ομηρεία και το εκβιασμό στους οποίους ακραίες δυνάμεις επιχειρούν να υποβάλουν το πολιτικό σύστημα. Διαφορετικά, η Ελλάδα δεν θα χάσει απλώς τα προκλητικά προνόμια των ευνοημένων κοινωνικών ομάδων και οργανωμένων συντεχνιών. Θα στερηθεί τους αναγκαίους όρους πολιτικής συνεννόησης, κοινωνικής ειρήνης και οικονομικής ευημερίας. Θα μεταμορφωθεί σε ακυβέρνητη χώρα, και σε αποτυχημένο κράτος. Και τελικά θα χάσει την ίδια τη ψυχή της.