23 Ιανουαρίου 2014

Κοινωνική πολιτική για μια ρημαγμένη χώρα

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014).

Οι πολιτικές ελίτ, όλων των αποχρώσεων, απαρτίζονται κατά κανόνα από άτομα πιο μορφωμένα και πιο εύπορα από το μέσο όρο. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με όσους άλλους ασχολούνται με τα κοινά. Ο αγώνας για την επιβίωση δεν αφήνει ούτε χρόνο ούτε μυαλό για άλλα. Αυτό ισχύει πάντα και παντού. Ο προφανής κίνδυνος είναι οι συνήθως καλοπροαίρετοι άνθρωποι που αγωνιούν για το μέλλον της χώρας να αποκοπούν από τις πιο άμεσες και πιο πιεστικές αγωνίες ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας. Το λιγότερο που πρέπει να κάνουμε είναι να μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια ρημαγμένη χώρα.

1. Το «νέο κοινωνικό ζήτημα»

Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έγινε πιο άνιση. Όχι τόσο επειδή οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι – αυτό δεν φαίνεται να συνέβη. Αλλά επειδή οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας μας στο πανεπιστήμιο, 14% των συμπολιτών μας είχαν το 2013 τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν ήταν σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, ή να δανειστούν, ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς. Το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 2%.

Έγραψα παραπάνω «οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι». Για την ακρίβεια, οι παραδοσιακές κατηγορίες με χαμηλό εισόδημα (π.χ. οι ηλικιωμένοι που ζουν στην ύπαιθρο) φαίνεται να έχασαν λιγότερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι μεγάλοι χαμένοι δεν είναι αυτοί, αλλά μια νέα κατηγορία που τους έχει εκτοπίσει από τα χαμηλότερα σκαλοπάτια της κατανομής εισοδήματος (κυρίως οικογένειες ανέργων, συχνά με παιδιά, που ζουν στις πόλεις). Πολλές από αυτές τις οικογένειες έχουν βρεθεί χωρίς κανένα εργαζόμενο μέλος, χωρίς επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση, και συχνά χωρίς βιβλιάριο ασθένειας.

Αυτό είναι το «νέο κοινωνικό ζήτημα». Η διαιώνιση του δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά επίσης την πολιτική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης (όποτε αυτή έλθει). Συνεπώς, η αναγνώριση της κρισιμότητάς του πρέπει να είναι το σημείο εκκίνησης σε κάθε συζήτηση για την ανασυγκρότηση της χώρας μετά από 4+ χρόνια βαθιάς ύφεσης.

2. Πώς (δεν) ανταποκρίθηκε η Πολιτεία

Και άλλες χώρες πέρασαν μια σοβαρή οικονομική κρίση, ή περνάνε ακόμη (αν και όχι τόσο σοβαρή όσο εμείς). Και εκεί ο κόσμος πέρασε δύσκολα, ή περνάει ακόμη. Πουθενά όμως δεν ήταν η αντίδραση του οργανωμένου κράτους τόσο ανεπαρκής, τόσο καθυστερημένη και τόσο αναντίστοιχη με το μέγεθος του προβλήματος όσο εδώ.

Πράγματι, το κοινωνικό κράτος που βλέπουμε στην Ευρώπη και αλλού φτιάχτηκε την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από πολιτικούς ηγέτες που ήταν αποφασισμένοι να εμποδίσουν την επανάληψη όσων είχαν συμβεί την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η οικονομική ύφεση μετατράπηκε σε κοινωνική κρίση και μετά σε πολιτική αστάθεια. Αυτό δεν έπρεπε να ξανασυμβεί.
Και δεν συνέβη. Η σημερινή οικονομική ύφεση – κατά γενική ομολογία, η οξύτερη από τον μεσοπόλεμο – είχε μεν σοβαρές κοινωνικές συνέπειες, αλλά πολύ λιγότερο από ό,τι τότε. Η δημοκρατία αμφισβητείται αλλά δεν απειλείται. Οι εθνικισμοί σηκώνουν κεφάλι αλλά δεν απειλούν την ειρήνη. Ο ευρωσκεπτικισμός είναι σε άνοδο αλλά δεν απειλεί την ενωμένη Ευρώπη.

Το κοινωνικό κράτος, με όλα τα προβλήματά του, βοήθησε σε αυτό. Και το έκανε κάνοντας βασικά τη δουλειά του, που είναι να συμπληρώνει τα εισοδήματα – ιδίως των φτωχών και των ανέργων – όταν αυτά συμπιέζονται εξ αιτίας της οικονομικής ύφεσης.

Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Κάποιοι από εμάς είχαν προειδοποιήσει ότι δεν μπορούσε να γίνει, επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας που είχαμε δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες μιας οικονομικής κρίσης. Δεν είχε φτιαχτεί για να προστατεύει τους αδύναμους, αλλά τους προνομιούχους. Ήταν πανάκριβο, αλλά δεν είχε ένα δίχτυ ασφαλείας για τους φτωχούς. Αναδιένεμε πόρους, αλλά σε λάθος κατεύθυνση: από τους λιγότερο στους περισσότερο  εύπορους, αντί για το ανάποδο.

Δύο μόνο παραδείγματα: Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανέργων τετραπλασιάστηκε, αλλά ο αριθμός όσων παίρνουν επίδομα ανεργίας μειώθηκε (!), και σήμερα αντιστοιχεί σε 10,5% του συνόλου των ανέργων. Επίσης, 30 χρόνια (και πολλά δις ευρώ) μετά την ίδρυση του ΕΣΥ, με σκοπό να έχουν όλοι πρόσβαση στην περίθαλψη, ένα σχεδόν εκατομμύριο άτομα έχουν χάσει το δικαίωμα ανανέωσης του βιβλιαρίου ασθενείας – είτε επειδή είναι άνεργοι, είτε επειδή έκαναν διακοπή επαγγέλματος, είτε επειδή χρωστάνε στο ταμείο τους.

3. Οι αιτίες της αποτυχίας

Το πρόβλημα είναι ότι εδώ η κατανομή πόρων και δικαιωμάτων δεν γίνεται με βάση την ανάγκη για κοινωνική προστασία, ούτε με βάση γενικούς κανόνες που εγγυώνται την ισονομία των πολιτών, αλλά με βάση την πολιτική ισχύ των ομάδων πίεσης.

Αυτό συνέβαινε και πριν την κρίση: Τα πολλά δις ευρώ που πληρώναμε για την υγεία γίνονταν εισοδήματα για γιατρούς, κλινικάρχες, φαρμακοποιούς, φαρμακοβιομήχανους, ιδιοκτήτες διαγνωστικών κέντρων, εισαγωγείς και προμηθευτές. Σπανίως μεταφράζονταν σε περισσότερες και καλύτερες υπηρεσίες για ασθενείς.

Στην κρίση, τα πολλά δις ευρώ για την υγεία μειώθηκαν – π.χ. έπεσαν στο επίπεδο του 2007 ή του 2005. Για ένα σύστημα υγείας που στοιχειωδώς λειτουργεί κάτι τέτοιο είναι ασφαλώς δυσάρεστο αλλά όχι καταστροφικό. Εδώ ζήσαμε εικόνες πλήρους διάλυσης. Λόγω των μέτρων, προφανώς, αλλά επίσης λόγω του ότι οι περισσότεροι από τους ωφελημένους της προηγούμενης περιόδου άρχισαν να παλεύουν με νύχια και με δόντια για να αποσπάσουν ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι από μια πίτα που είχε στο μεταξύ συρρικνωθεί. Μεταφέροντας το βάρος των μέτρων στους πιο αδύναμους, δηλ. στους ασθενείς, που έμεναν χωρίς φάρμακα και χωρίς βασικές υπηρεσίες.

Τα ίδια στις συντάξεις (κάθε χρόνο πληρώνουμε μισό δις στη ΔΕΗ για να δίνει συντάξεις πολύ μεγαλύτερες από το μισθό μου σε συνταξιούχους πολύ νεώτερους από εμένα), τα ίδια στην Πρόνοια κτλ. κτλ.

4. Οι συνέπειες της αποτυχίας

Μια κρίση είναι πάντοτε ένα κρίσιμο τεστ του πόσο ικανή και πόσο πρόθυμη να βοηθήσει τους πολίτες που πλήττονται περισσότερο είναι η δημοκρατική Πολιτεία.
Είναι μάλλον περιττό να σημειώσω ότι σε αυτό το τεστ η δική μας δημοκρατική Πολιτεία πήρε άθλιο βαθμό. Και η αποτυχία του «συστήματος» (εδώ, του συστήματος κοινωνικής προστασίας) τροφοδότησε τις «αντισυστημικές» αντιδράσεις που βλέπουμε γύρω μας: τον αντικοινοβουλευτισμό, τον λαϊκισμό, την ξενοφοβία, την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

5. Τι να κάνουμε;

Φοβάμαι ότι το ένα τραίνο (εκείνο της έγκαιρης παρέμβασης για την ενίσχυση των φτωχών και των ανέργων) το έχουμε χάσει ήδη. Όμως, ακόμη και με τα καλύτερα σενάρια για την οικονομία (ανάκαμψη μέσα στο 2014) η υψηλή ανεργία και η μεγάλη φτώχεια θα είναι μαζί μας για καιρό, οπότε προλαβαίνουμε έστω και τώρα (…).

Το άλλο τραίνο περνάει μπροστά μας τώρα. Εάν δεν κάνουμε αυτό που πρέπει, τα φτωχά παιδιά που σήμερα πάνε πεινασμένα στο σχολείο αύριο θα μείνουν πίσω στα μαθήματα, μεθαύριο θα ψάχνουν για δουλειά χωρίς να έχουν προσόντα, και έτσι θα είναι άνεργοι ή χαμηλόμισθοι, και θα παραμείνουν φτωχοί, οι ίδιοι και τα δικά τους παιδιά. (Ο Δήμος Αθηναίων, κάνοντας σκληρές οικονομίες, καταφέρνει να μοιράζει σε τέτοια παιδιά 12.000 μερίδες την ημέρα – αλλά οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες.) Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει.

Πώς;

Χρειαζόμαστε νέες προτεραιότητες κοινωνικής πολιτικής.  Το σύνθημα εδώ πρέπει να είναι «έγνοια για τους αδύναμους – ισονομία / ενιαίοι κανόνες για όλους».

Αλλαγή έμφασης: όχι στην πρόωρη συνταξιοδότηση των μητέρων ανηλίκων, ναι σε θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλα τα μικρά παιδιά. Λιγότερες συντάξεις (με καλύτερη περίθαλψη), περισσότερη βοήθεια στις οικογένειες με παιδιά, στις εργαζόμενες μητέρες, στους νέους άνεργους, στους νέους επιχειρηματίες.

Νέο κοινωνικό συμβόλαιο: δημόσια εγγύηση μιας ελάχιστης δέσμης βασικών κοινωνικών υπηρεσιών και εισοδηματικών ενισχύσεων. Με ουσιώδη περίθαλψη, παιδική φροντίδα, σχολικά γεύματα, βασικές συντάξεις, στήριξη εισοδήματος των φτωχών και των ανέργων.

Μια τέτοια ελάχιστη δέσμη δεν μπορεί παρά να είναι αναγκαστικά λιτή, και συμβατή με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Αλλά μπορεί να είναι αξιόλογη. Και πρέπει να είναι εκεί για όλους.

15 Ιανουαρίου 2014

Βιώσιμη ανάπτυξη και πολιτική σταθερότητα με αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Ναυτεμπορική» με θέμα «Έξι χρόνια ύφεσης» (Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014)

Οι επίσημες προβλέψεις για σταθεροποίηση της οικονομίας μέσα στο 2014 είναι πιθανό να επαληθευθούν. Άλλωστε, όλες οι κρίσεις κάποτε τελειώνουν. Όμως, οι πληγές που αφήνουν πίσω τους δεν επουλώνονται εύκολα, ούτε γρήγορα (ούτε από μόνες τους).

Αυτό ισχύει και με τη δική μας κρίση, που ήταν (και είναι ακόμη) βαθιά και παρατεταμένη. Όπως όλοι γνωρίζουμε, μετά από 6 και πλέον χρόνια ύφεσης η ελληνική οικονομία έχει συρρικνωθεί κατά ένα τέταρτο περίπου. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αναιμική ανάκαμψη στην καλύτερη περίπτωση. Εάν επαληθευθούν, θα πάρει πολύ καιρό – δεκαετίες ίσως – για να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος: για να επανέλθουμε στο βιοτικό επίπεδο προ κρίσης, και κυρίως για να απορροφηθεί το «πλεονάζον» σήμερα εργατικό δυναμικό. Θυμίζω ότι μιλάμε για 1,5 περίπου εκατομμύριο ανθρώπους, με σάρκα και οστά. Πολλοί από αυτούς ζουν σε νοικοκυριά όπου δεν εργάζεται κανείς. Μερικοί έχουν μικρά παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στην ανέχεια. Οι περισσότεροι δεν λαμβάνουν επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση από το κράτος. Εκατοντάδες χιλιάδες έχουν χάσει το δικαίωμα στην περίθαλψη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, πρόκειται για το νέο κοινωνικό ζήτημα της εποχής μας.

Μήπως θα πρέπει απλώς να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι μια «χαμένη γενιά», που είχε την ατυχία να βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος εποχή; Ότι όπως κάθε κρίση, έτσι και η δική μας υπήρξε μια διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής»; Ότι αυτή η (ευεργετική κατά βάθος) διαδικασία είναι αναπόφευκτο να έχει «παράπλευρες απώλειες»; Ότι εν πάση περιπτώσει κάπως έτσι πάνε τα πράγματα μπροστά, με κερδισμένους και χαμένους; Μήπως λοιπόν καλά θα κάναμε όλοι να αφήσουμε το παρελθόν και να επικεντρωθούμε στο μέλλον;

Είμαι βαθιά πεισμένος πως όχι: κάτι τέτοιο θα ήταν (άλλο ένα) μεγάλο λάθος. Τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές ελίτ – όλες: κυβέρνηση και «αντιμνημονιακή» αντιπολίτευση – έδωσαν εξετάσεις συνετούς και δίκαιης διαχείρισης της σοβαρότερης κρίσης στη νεώτερη ιστορία μας, και απέτυχαν παταγωδώς. Το ίδιο παταγωδώς απέτυχαν οι κοινωνικές οργανώσεις (εργοδοτικές οργανώσεις και εργατικά συνδικάτα), τα μέσα ενημέρωσης, οι υπόλοιποι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, η κοινή γνώμη η ίδια. Το λογαριασμό για αυτή την αποτυχία ήδη τον πληρώνουν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, άνεργοι, φτωχοί. Για το καλό όλων αυτών, αλλά και για το καλό όλων μας, το νέο κοινωνικό ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί, έστω και καθυστερημένα. Το να παραβλέψουμε αυτή την επείγουσα ανάγκη θα ήταν πρώτα-πρώτα προσβολή στο δράμα των θυμάτων της περιόδου που (δείχνει να) φτάνει στο τέλος της. Όχι μόνο όμως. Η αδιαφορία για τις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης θα ήταν επίσης ένδειξη κολοσσιαίας μυωπίας έναντι μιας εκρηκτικής κατάστασης που δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά και την πολιτική σταθερότητα, και επίσης τη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάκαμψης, όποτε αυτή αρχίσει.

Πόσο σοβαρό είναι το νέο κοινωνικό ζήτημα; Δίχως αμφιβολία, η σοβαρότερη από τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης είναι η κατακόρυφη άνοδος της ακραίας φτώχειας, που είναι απόρροια της μεγάλης αύξησης της ανεργίας σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Πόση ακριβώς είναι η ακραία φτώχεια στην Ελλάδα, και πώς έχει μεταβληθεί τα τελευταία χρόνια, ήταν το θέμα πρόσφατης μελέτης της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών («Η ανατομία της φτώχειας στην Ελλάδα του 2013», από τον υπογράφοντα και τη Χρύσα Λεβέντη, διαθέσιμη στο www.paru.gr).

Στη μελέτη αυτή θέσαμε το εξής ερώτημα: πόσοι συμπολίτες μας έχουν τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς είτε να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε να δανειστούν, είτε να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς; Είχαμε προηγουμένως υπολογίσει το κόστος αγοράς ενός τέτοιου καλαθιού αγαθών σε €233 (άτομο που ζει μόνο) και €684 το μήνα (ζευγάρι με δύο παιδιά), για νοικοκυριά που μένουν στην Αθήνα και δεν βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου. Διαπιστώσαμε ότι 14% του πληθυσμού το 2013 είχε εισόδημα κάτω από αυτό το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το όριο ακραίας φτώχειας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, το αντίστοιχο ποσοστό το 2009 ήταν μόλις 2%.

Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι (λίγο πάνω από 1,5 εκατομμύριο); Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν ακόμη να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις που είχαν εξοικονομήσει στο παρελθόν, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες (μάλλον όχι πια καταναλωτικά δάνεια), είτε συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας άλλους απλήρωτους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια). Προς το παρόν, οξύ πρόβλημα επιβίωσης αντιμετωπίζουν λιγότεροι. Όσο όμως παρατείνεται η κρίση, ο αριθμός τους αναγκαστικά θα αυξάνεται.

Για μερικές ομάδες του πληθυσμού η αύξηση της ακραίας φτώχειας είναι ακόμη δραματικότερη. Εκτιμάμε ότι 20% των παιδιών (έναντι 4% το 2009) ζει σε οικογένειες που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κατάσταση των ανέργων δείχνει να είναι ακόμη χειρότερη (ποσοστό ακραίας φτώχειας 34% το 2013, από 5% το 2009). Ακόμη: 24% όσων ζουν σε νοικοκυριά που βαρύνονται από ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, 21% όσων μένουν στην Αθήνα, 18% των ατόμων ηλικίας 30 έως 45 ετών, καθώς και 16% των αυτοαπασχολουμένων φαίνεται να διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης. (Είναι προφανές ότι οι ομάδες του πληθυσμού που αναφέρονται εδώ εν μέρει αλληλοεπικαλύπτονται, αφού το ίδιο νοικοκυριό μπορεί κάλλιστα να ανήκει σε περισσότερες από μια ομάδες – π.χ. άνεργοι, 30-44 ετών, σε οικογένειες με παιδιά, που ζουν στην Αθήνα, σε ενοικιαζόμενη κατοικία.)

Η κάθοδος στην ακραία φτώχεια ενός τόσο υψηλού (και αυξανόμενου) τμήματος του πληθυσμού αποκαλύπτει την αδυναμία του συστήματος κοινωνικής προστασίας να αποτρέψει την ακραία φτώχεια σε συνθήκες βαθειάς και παρατεταμένης ύφεσης. Πράγματι, η φτώχεια των ανέργων έχει φτάσει σε επίπεδα συναγερμού και επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα (αντίθετα από ό,τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) απέτυχε να ανταποκριθεί στην αύξηση του αριθμού των ανέργων θέτοντας σε κίνηση συμπαγείς μηχανισμούς στήριξης του εισοδήματος τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ο αριθμός των ανέργων είχε ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο 350 χιλιάδες, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας το ίδιο τρίμηνο ήταν 158 χιλιάδες: με άλλα λόγια, μόλις 1 στους 9 ανέργους (ποσοστό 11,7%).

Τι μπορεί ρεαλιστικά να γίνει για την αντιμετώπιση του νέου κοινωνικού ζητήματος; Δύο πράγματα. Πρώτον, πύκνωση της εισοδηματικής στήριξης. Επιμήκυνση της διάρκειας του τακτικού επιδόματος ανεργίας από 12 σε 24 μήνες όσο η ανεργία μένει πάνω από 10% (σύμφωνα και με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΟΟΣΑ). Επέκταση του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας σε όλους τους ανέργους που ζουν σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, χωρίς άλλες προϋποθέσεις (τουλάχιστον μέχρι τη γενίκευση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος). Θεσμοθέτηση επιδόματος κατοικίας με εισοδηματικά κριτήρια στη θέση του επιδόματος ενοικίου ΟΕΚ που καταργήθηκε («προσωρινά») το 2010, όπως έχει προτείνει ο ΟΟΣΑ και όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση. Εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε εθνική κλίμακα μετά από προσεκτική μελέτη των διδαγμάτων της πιλοτικής φάσης που έχει προγραμματιστεί για το 2014, όπως έχει προτείνει το ΔΝΤ.

Δεύτερον, αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών. Γεύματα στα σχολεία για τους μαθητές δημοτικού, όπως υποστηρίζει ο ΟΟΣΑ στην πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα. Επέκταση της παιδικής φροντίδας με κουπόνι (voucher) που θα εξαργυρώνεται σε πιστοποιημένους βρεφονηπιακούς σταθμούς (δημοτικούς ή ιδιωτικούς), όπως προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αποκατάσταση του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι», με στόχο τη στήριξη με υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής φροντίδας και καθημερινής φροντίδας όλων των ηλικιωμένων που ζουν μόνοι. Αποσύνδεση της περίθαλψης από την ασφάλιση, για ίση πρόσβαση στην υγεία όλων, και ειδικά των φτωχών, των ηλικιωμένων, των χρόνια ασθενών.

Ένα τέτοιο σχέδιο ενδυνάμωσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας σίγουρα δεν είναι δωρεάν. Αλλά τα κοινωνικά προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει έχουν και αυτά κόστος, σημερινό και μελλοντικό. Το κόστος αυτό είναι πιθανότατα υψηλότερο – και μπορεί κάποτε να αποδειχθεί δυσβάσταχτο για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική.

16 Δεκεμβρίου 2013

Η επόμενη μέρα για τη ΔΗΜΑΡ

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013).

Με το τέλος του 2ου συνεδρίου της ΔΗΜΑΡ ολοκληρώνεται η μετάλλαξη του κόμματος αυτού από πάλαι ποτέ ελπίδα του τόπου σε ένα από τα πιο αρτηριοσκληρωτικά πολιτικά σχήματα της πρόσφατης ιστορίας του. Πώς θα επηρεάσει αυτό τις πολιτικές εξελίξεις, και ειδικά στο χώρο της κεντροαριστεράς;

Κατ’ αρχήν μια απαραίτητη διευκρίνιση: Παρότι οργανωτικά παραμένω ακόμη μέλος της ΔΗΜΑΡ, συναισθηματικά έχω αποχωρήσει προ πολλού. Όχι επειδή κάποια στιγμή βρέθηκα στη μειοψηφία – αυτό όντως συνέβη, αλλά κάτι τέτοια ποτέ δεν με ενόχλησαν. Άλλος ήταν ο κύριος λόγος: ότι το κόμμα αυτό έπαψε να συζητά, να σκέφτεται συλλογικά, ακόμη και να διαφωνεί, όπως είναι φυσικό να διαφωνούν άνθρωποι που πονούν μια κοινή υπόθεση.

Πράγματι, οι πιο σημαντικές αποφάσεις στη σύντομη ιστορία της ΔΗΜΑΡ ξεπήδησαν έτοιμες από το κεφάλι του προέδρου της, χωρίς την παραμικρή συζήτηση στα αρμόδια (υποτίθεται) όργανα. Η επιμονή σε μια soft αντιμνημονιακή τοποθέτηση. Η μη συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Η εκλογική συνεργασία με όσους από τους πρώην εθνολαϊκιστές (ενίοτε αυριανιστές) δεν χώρεσαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Η συμμετοχή στην κυβέρνηση Σαμαρά. Η φαεινή ιδέα του συστήματος 4-2-1, δηλ. της απλής αναλογικής στους κομματικούς διορισμούς σε κρατικές θέσεις. Οι «κόκκινες γραμμές» για το επίδομα γάμου. Οι πλάγιες εξυπηρετήσεις στους δικαστές και τους δικηγόρους. Η αποχώρηση από την κυβέρνηση Σαμαρά. Η απόρριψη της πρωτοβουλίας των 58. Η «αριστερή στροφή». Όλα αυτά με πρωτοβουλία μιας στενής ομάδας, που επιζητούσε εκ των υστέρων την έγκριση των κομματικών οργάνων – και την έπαιρνε! Όπως στις χειρότερες παραδόσεις των κομμουνιστικών κομμάτων ή του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου.

Στο πανεπιστήμιο (όπου εργάζομαι), δυο-τρία ηγετικά στελέχη της ΔΗΜΑΡ κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια να σπαταλήσουν το τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο που είχε συσσωρευθεί την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Όταν χιλιάδες πανεπιστημιακοί επέλεξαν να ασχοληθούν για πρώτη φορά ή μετά από πολύ καιρό με τα κοινά για να ανατρέψουν μια ακροαριστερή συνδικαλιστική ηγεσία που φλέρταρε ανοιχτά με τη βία και την ανομία, εκλέγοντας μια μετριοπαθή προοδευτική και μεταρρυθμιστική πλειοψηφία. Ε λοιπόν, σήμερα η κατάσταση είναι αγνώριστη: οι συνδικαλιστές της ΔΗΜΑΡ ανέτρεψαν την κεντροαριστερή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (ομοσπονδίας των πανεπιστημιακών) στην οποία συμμετείχαν, δεν ενδιαφέρονται πια για τη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων, και γενικώς κανείς δεν γνωρίζει ποιον και τι ακριβώς εκπροσωπούν. Μεγάλο επίτευγμα, και όχι εύκολο: χρειάστηκε πρώτα να διαλυθεί η πολυπληθέστερη και δυναμικότερη οργάνωση της ΔΗΜΑΡ, ο τομέας παιδείας. Τα πιο ζωντανά μέλη της οργάνωσης, με την πιο πρωτότυπη σκέψη, έχουν πλέον αποχωρήσει ή περιθωριοποιηθεί. Αλλά η ηγεσία είναι πολύ ευχαριστημένη που έχει αποκαταστήσει την τάξη.

Επαναλαμβάνω, το να ανήκεις σε ένα κόμμα που απορρίπτει τη μια ή την άλλη πρότασή σου πάει κι έρχεται. Το να ανήκεις σε ένα κόμμα που δεν σε ακούει καν, δεν λαμβάνει καν υπόψη τη γνώμη σου, δεν έχει κανένα νόημα – εκτός και αν προσβλέπεις σε αδιευκρίνιστα οφέλη, συνήθως όχι ιδιαίτερα ανιδιοτελή. Κάτι τέτοια απομάκρυναν τους εκατοντάδες ανθρώπους «των γραμμάτων και τεχνών» που είχαν υπογράψει το καλοκαίρι του 2010 τη διακήρυξη που χαιρέτιζε με ελπίδα την ίδρυση της Δημοκρατικής Αριστεράς. Η παρακμιακή ατμόσφαιρα του 2ου συνεδρίου δικαίωσε την επιλογή τους να απομακρυνθούν.

Και τώρα τι; Η ηγεσία της ΔΗΜΑΡ αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη της στην πρωτοβουλία των 58. Ο υπολογισμός είναι ότι τώρα η πρωτοβουλία αυτή ή θα ξεφουσκώσει ή θα βρεθεί υποτελής σε ένα χώρο που κυριαρχείται από το ΠΑΣΟΚ και τον αγώνα του για επιβίωση.

Πρόκειται για υπολογισμό μυωπικό. Αυτό που θα παιχτεί στην επόμενη φάση δεν είναι η επιβίωση της μιας ή της άλλης κομματικής ηγεσίας: αυτό αφορά ελάχιστους εκτός από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Το διακύβευμα της επόμενης φάσης είναι η ανασυγκρότηση του χώρου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ σε μια μεγάλη προοδευτική παράταξη που εκτείνεται από το φιλελεύθερο κέντρο έως τη δημοκρατική αριστερά. Μια παράταξη που απορρίπτει τόσο την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού όσο και το μισαλλόδοξο εθνολαϊκισμό. Και που θέλει να εργαστεί για την αποκατάσταση της νομιμότητας παντού, για την ανανέωση των θεσμών, για μια δυναμική οικονομία σε μια κοινωνία συνοχής και αλληλεγγύης. Τίποτε λιγότερο από αυτό.

Δεν ξέρω αν η προσπάθεια των 58 για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς θα πετύχει. Ξέρω όμως πώς αποκλείεται να πετύχει: με τη μέθοδο των συνεννοήσεων με τις κομματικές ηγεσίες πίσω από κλειστές πόρτες. Σέβεται τα σημερινά κόμματα, αλλά πηγαίνει πέρα από αυτά. Για αυτό απευθύνεται σε όλους τους πολίτες που δηλώνουν «κεντροαριστεροί», είτε ανήκουν στα σημερινά κόμματα είτε (όπως είναι συνηθέστερο) όχι. Στους πολίτες αυτούς – όχι στα κομματικά επιτελεία – θα πρέπει να δοθεί ο πρώτος λόγος για όλες τις κρίσιμες αποφάσεις: επιλογή συμβόλων και ονόματος, επεξεργασία του προγράμματος, επιλογή υποψηφίων στις ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου. Με προκριματικές εκλογές και εσωτερικά δημοψηφίσματα, όπου δικαίωμα συμμετοχής θα έχουν όλοι όσοι θέλουν να συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση του χώρου.

Σε αυτή την προσπάθεια οι πόρτες είναι ανοιχτές σε όλους. Οπωσδήποτε στα εκατοντάδες μέλη της ΔΗΜΑΡ που αγωνίστηκαν να πείσουν την ηγεσία να αγκαλιάσει την πρωτοβουλία – και απέτυχαν. Αλλά ασφαλώς και στα υπόλοιπα μέλη, σε όσους δεν έχουν πειστεί ακόμη.

Στα 3+ χρόνια που βρέθηκα στο κόμμα αυτό γνώρισα περισσότερους επαγγελματίες της πολιτικής και αδίστακτους «τεχνικούς της εξουσίας» από όσους περίμενα. Αλλά γνώρισα επίσης χιλιάδες καθαρούς ανθρώπους που ενθουσιάζονται, παθιάζονται, απογοητεύονται, ηττώνται, και είναι έτοιμοι να αρχίσουν πάλι από την αρχή. Αυτοί οι άνθρωποι, δημοκράτες και αριστεροί, προοδευτικοί στις ιδέες και φιλελεύθεροι στη συμπεριφορά, είναι πολύτιμη πρώτη ύλη της αυριανής Ελλάδας. Με αυτούς τους ανθρώπους δεν πρέπει να χαθούμε.

15 Δεκεμβρίου 2013

Η κεντροαριστερά και το «ηθικό ζήτημα»

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» (Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013).

Πόσο πετυχημένη ήταν η εκδήλωση της «Πρωτοβουλίας των 58» στο Ακροπόλ την περασμένη Δευτέρα;
Όχι παρά πολύ – εάν την κρίνουμε με το απαιτητικό μέτρο της ανασύστασης μιας μεγάλης προοδευτικής παράταξης που εκτείνεται από το φιλελεύθερο κέντρο έως τη δημοκρατική αριστερά.
Μάλλον αρκετά – εάν την κρίνουμε με γνώμονα τις θυμωμένες αντιδράσεις όσων πίστεψαν ότι το μέλλον της πολιτικής αντιπαράθεσης στη χώρα μας είναι ο μικρός διπολισμός, η άγονη σύγκρουση μεταξύ του παλαιοκομματισμού της ΝΔ και του εθνολαϊκισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι αυτό το μέλλον μας, ή μάλλον δεν χρειάζεται να είναι. Αρκεί η κεντροαριστερά να ξαναγίνει υπολογίσιμος αντίπαλος.
Πάντως, είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της κοινής γνώμης αντιδρά στην προοπτική ανασύστασης της κεντροαριστεράς κυρίως επειδή αισθάνεται απέχθεια προς μερικά από τα προβεβλημένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ (ή και όλα) που ήταν παρόντα στην εκδήλωση. Και απαιτεί να μάθει τι σκέφτονται για αυτό οι «58».
Δεν ξέρω τι σκέφτονται οι άλλοι «57» (αν και μπορώ να φανταστώ). Ευχαρίστως όμως να σας πω τι σκέφτομαι εγώ.
Κατ’ αρχήν, νομίζω ότι το θέμα δεν επιδέχεται υπεκφυγές. Η κεντροαριστερά δεν έχει πολύ μέλλον εάν πρώτα δεν ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν. Αυτό σημαίνει να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν για τη χρεωκοπία της χώρας. Όχι για να γυρίσουμε πίσω. Αλλά επειδή η χρεωκοπία έφερε το Μνημόνιο, επειδή το Μνημόνιο έφερε την βαθιά ύφεση που βιώνουμε τώρα, και επειδή με τις συνέπειες της ύφεσης θα ζούμε αρκετά χρόνια. Δεν θα βγούμε από την κρίση χωρίς να απορρίψουμε την πολιτική κουλτούρα που μας έφερε σε αυτήν.
Πρέπει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι παρότι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός του 2008-2009 υπήρξε έργο των κυβερνήσεων Καραμανλή, στην πραγματικότητα ήταν οι παθογένειες της υπερεικοσαετούς κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ που επέτρεψαν στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό να πραγματοποιηθεί, έχοντας προηγουμένως διαβρώσει τις θεσμικές και άλλες αντιστάσεις.
Στη δημόσια συζήτηση αυτές οι παθογένειες ταυτίζονται με το μαύρο χρήμα και τη διαφθορά των πολιτικών. Αυτές είναι δίχως άλλο σημαντικές, επειδή δίνουν τον τόνο του τι επιτρέπεται και τι όχι σε μια πολιτεία. Στην πραγματικότητα όμως οι παθογένειες πάνε πολύ μακρύτερα. Αυτό που έφερε τη χώρα στην χρεωκοπία (και την κρατά ακόμη βυθισμένη στην ύφεση) είναι η άλωση του κράτους από ιδιωτικά συμφέροντα, δηλ. η ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος από ομάδες συμφερόντων για ιδιοτελείς σκοπούς.
Κάπου εδώ η συζήτηση γίνεται άβολη, επειδή το θέμα παύει να προσφέρεται για εύκολη δημαγωγία. Το ΠΑΣΟΚ όντως επιδόθηκε σε πελατειακούς διορισμούς, εξέθρεψε συντεχνίες, σπατάλησε δημόσιο χρήμα σε αγορές του αιώνα, πολιτιστικές πρωτεύουσες, ολυμπιακούς αγώνες, φαραωνικά έργα, κοινοτικά προγράμματα. Αλλά ούτε η συντηρητική παράταξη (ακόμη και η σημερινή, του success story) φαίνεται να έχει διδαχθεί τίποτε. Ποιος ξεχνά ότι η ΝΔ είναι πρωταθλήτρια των πελατειακών διορισμών, ποιος δεν βλέπει ότι προστατεύει τις δικές της συντεχνίες, ποιος δεν ανησυχεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις προσφέρουν ευκαιρίες σπατάλης δημοσίου χρήματος και πολιτικής διαφθοράς;
Άλλωστε, όταν οι κυβερνήσεις Σημίτη προσπάθησαν να συμμαζέψουν το κράτος, καταφέρνοντας να μηδενίσουν το έλλειμμα και να σταθεροποιήσουν το χρέος, ποιους βρήκαν απέναντί τους; Μα αυτούς που φωνάζουν σήμερα – και βέβαια ιδίως τον ΣΥΡΙΖΑ. Ας θυμηθούμε την ετήσια τελετουργία της καταψήφισης του προϋπολογισμού ως «αντιλαϊκού και αντιαναπτυξιακού» επειδή δεν είχε περισσότερες δαπάνες και λιγότερους φόρους (δηλ. περισσότερα ελλείμματα). Ας θυμηθούμε τη λυσσαλέα αντίδραση κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης Γιαννίτση και υπέρ των συντεχνιακών προνομίων την άνοιξη του 2001, ή τη μάχη κατά του ΣΔΟΕ και υπέρ των φοροφυγάδων της Ύδρας το καλοκαίρι του 2012. Για να μην μιλήσουμε για τον ενθουσιασμό με τον οποίο έχει αγκαλιάσει απεχθείς εκπροσώπους του προηγούμενου καθεστώτος ή του διεφθαρμένου συνδικαλισμού, κατ’ εξαίρεση παραβλέποντας ότι προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ (αρκεί να είχαν πρώτα αναβαπτισθεί στην αντιμνημονιακή κολυμβήθρα του Σιλωάμ).
Δεν θα αναφερθώ καθόλου στους Ανεξάρτητους Έλληνες ή στη Χρυσή Αυγή, επειδή θεωρώ ότι είναι οι τελευταίοι που δικαιούνται να μιλάνε για διαφθορά. Αλλά δεν μπορώ να μην σημειώσω ότι ούτε η ΔΗΜΑΡ απέκλινε από την πεπατημένη στους λίγους μήνες που συμμετείχε στην τρικομματική κυβέρνηση. Ο διαβόητος κανόνας του «4-2-1» (δικής της έμπνευσης, όπως πληροφορηθήκαμε) αντί να σταματήσει τους πελατειακούς διορισμούς τους νομιμοποίησε εφαρμόζοντας σύστημα απλής αναλογικής, οικοπεδοποιώντας το κράτος αντί να το εξυγιάνει. Ο υπουργός δικαιοσύνης (επίσης δικής της υπόδειξης) πολιτεύθηκε ως υπουργός δικαστών και δικηγόρων. Για να μην μιλήσουμε για τους χειρότερους εκπροσώπους του αυριανού λαϊκισμού τους οποίους φιλοξένησε στα ψηφοδέλτιά της.
Όλοι ένοχοι = κανένας ένοχος; Κάθε άλλο. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι η διαφθορά, η πελατειακή πολιτική και η υπόθαλψη ομάδων συμφερόντων δεν περιορίζονται στο ΠΑΣΟΚ και δεν θα εξαλειφθούν εάν αυτό κάποτε εκλείψει. Θα εξαλειφθούν όταν το πολιτικό σύστημα αποφασίσει να εργαστεί για περισσότερη διαφάνεια, θεσμική εξυγίανση, αποκατάσταση της νομιμότητας.
Στο κρίσιμο αυτό πεδίο πρέπει να διακριθεί η κεντροαριστερά. Όχι απλώς γυρίζοντας την πλάτη στους πιο εκτεθειμένους από τους πολιτικούς της προηγούμενης εποχής. Αλλά εξασφαλίζοντας ότι ποτέ πια στο μέλλον δεν θα αναλάβουν το τιμόνι της χώρας τέτοιοι πολιτικοί, από οποιαδήποτε παράταξη.

1 Δεκεμβρίου 2013

«Οικονομικά της εργασίας: ανάλυση ατελών αγορών»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου των Tito Boeri και Jan van Ours «Οικονομικά της εργασίας: ανάλυση ατελών αγορών» (εκδόσεις «Κριτική», Δεκέμβριος 2013).

Ο αναγνώστης που θα ρίξει μια απλή ματιά στον πίνακα περιεχομένων του βιβλίου των καθηγητών Tito Boeri (Πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου) και Jan van Ours (Πανεπιστήμιο Tilburg στην Ολλανδία) θα συνειδητοποιήσει αμέσως πως αφορά μερικά από τα πιο καυτά ζητήματα πολιτικής της εποχής μας – με την έννοια τόσο της δημόσιας πολιτικής όσο και της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το ύψος του κατώτατου μισθού, οι νομοθετικοί περιορισμοί στον αριθμό των απολύσεων, ο ρόλος των συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά και η διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας, τα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων κατάρτισης, οι κανόνες του συστήματος συντάξεων – όλα αυτά είναι προβλήματα που απασχολούν τις κυβερνήσεις, τις πολιτικές δυνάμεις, τις κοινωνικές οργανώσεις και την κοινή γνώμη σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτήν.

Όμως, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που προσπαθεί να συνέλθει από μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση (μια οδυνηρή κρίση που όχι μόνο χαμήλωσε το βιοτικό επίπεδο αλλά επίσης κλόνισε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, της πολιτικής και της οικονομίας), τα ερωτήματα αυτά αποκτούν έναν ακόμη πιο επείγοντα χαρακτήρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το πώς θα είναι η χώρα στην οποία θα ζούμε και θα εργαζόμαστε τις επόμενες δεκαετίες εξαρτάται και από τις συλλογικές απαντήσεις που θα δώσουμε σε αυτά.

Η ρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, συνεπώς δεν αφορά μόνο τους οικονομολόγους (και τους φοιτητές οικονομικών τμημάτων).

Γι’ αυτό, το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους «ειδικούς», αλλά και σε όσους ασχολούνται με τέτοια ζητήματα συστηματικά ή απλώς ενδιαφέρονται να είναι ενημερωμένοι για αυτά. Πράγματι, οι ιδανικοί αναγνώστες του βιβλίου βρίσκονται στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα, αλλά και στη δημόσια διοίκηση, στις συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, στα επιτελεία των κομμάτων, στα μέσα ενημέρωσης.

Κατά κανόνα τα θέματα της αγοράς εργασίας προσεγγίζονται με βάση προκατασκευασμένες απόψεις, είτε αυτές ανάγονται σε ιδεολογικές τοποθετήσεις είτε σε υλικά συμφέροντα (είτε, όπως συνήθως, και στα δύο). Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο: είναι τέτοια η πολιτική σημασία τους, και η επίδρασή τους στην καθημερινότητα όλων μας, που θα ήταν δύσκολο να είναι αλλιώς.

Για παράδειγμα, το εάν θα πρέπει ο κατώτατος μισθός, μετά τη μείωσή του κατά 22% τον Φεβρουάριο 2012, να αυξηθεί και πάλι στο μέλλον –και κατά πόσο– δεν είναι «ακαδημαϊκό» ζήτημα αλλά έχει ζωτική σημασία για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους (και εργοδότες). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης και αντικείμενο δημόσιας συζήτησης είναι απολύτως φυσιολογικό.

Άλλωστε, αυτή είναι η πρωτοτυπία του βιβλίου σε σύγκριση με άλλα εγχειρίδια οικονομικής της εργασίας. Ενώ τα τελευταία (ακόμη και τα καλύτερα από αυτά) αναλύουν τους θεσμούς της αγοράς εργασίας ως λίγο πολύ ατυχείς παρεκκλίσεις από τον «κανόνα» της ελεύθερης αγοράς, το βιβλίο αυτό τους αντιμετωπίζει αντίθετα ως δεδομένους και ξεκινά από εκεί.

Συγκεκριμένα, η προσέγγιση των συγγραφέων θεωρεί τους θεσμούς της αγοράς εργασίας ιστορικές απαντήσεις (λιγότερο ή περισσότερο επιτυχείς) στα πραγματικά προβλήματα που προκαλεί η απουσία ρυθμίσεων. Αυτό που τους απασχολεί δεν είναι, π.χ., η κατάργηση των κατώτατων μισθών, αλλά ο καλός σχεδιασμός τους ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

Η οικονομική ανάλυση των εγγενών «ατελειών» της αγοράς εργασίας και ο επιτυχής σχεδιασμός της δημόσιας παρέμβασης είναι η συνεισφορά του βιβλίου στη συζήτηση γύρω από τα καυτά ζητήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Για παράδειγμα, το ερώτημα για το «σωστό» ύψος του κατώτατου μισθού δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί με πολιτικά και μόνο κριτήρια. Εάν ο κατώτατος μισθός προσδιοριστεί σε υπερβολικά χαμηλό επίπεδο, μπορεί να έχει αρνητικές παρενέργειες στην αποδοτικότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Αντίθετα, εάν οριστεί σε υπερβολικά υψηλό επίπεδο, μπορεί να έχει αρνητικές παρενέργειες στην απασχόληση. Παρόμοια διλήμματα πολιτικής σχετίζονται με τη νομοθετική προστασία της απασχόλησης, τη διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας και τα άλλα ζητήματα ρύθμισης της αγοράς εργασίας τα οποία αναλύει το βιβλίο.

Ο ρόλος του βιβλίου δεν είναι να πάρει θέση σε αυτή τη διαμάχη, ρίχνοντας το βάρος του υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Είναι να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία της οικονομικής επιστήμης ώστε να πληροφορήσει όλες τις πλευρές για τα υπέρ και τα κατά της μιας ή της άλλης επιλογής.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τη μελέτη του βιβλίου προκύπτει αβίαστα η συναίσθηση των ορίων, η επίγνωση των παρενεργειών της ωμής ισχύος, καθώς και η κατανόηση των θεμιτών ανησυχιών κάθε πλευράς. Η καλύτερη γνώση της αγοράς εργασίας είναι προϋπόθεση της επιτυχημένης ρύθμισής της. Με τη σειρά της, η καλή ρύθμιση της αγοράς εργασίας ευνοεί την ανάπτυξη βιώσιμων επιχειρήσεων προστατεύοντας ταυτόχρονα τα ζωτικά δικαιώματα των εργαζομένων, συμβιβάζοντας έτσι αντιτιθέμενα συμφέροντα με τρόπο προωθητικό.

Η μελέτη του βιβλίου δεν θα συμβάλει ασφαλώς στην εξάλειψη της πολιτικής αντιπαράθεσης πάνω στα ζητήματα της ρύθμισης της αγοράς εργασίας, ούτε στην υποκατάστασή της από «τεχνικές» λύσεις. Μπορεί όμως να συμβάλει στην άνοδο του επιπέδου της.

Η ικανότητα ψύχραιμης και τεκμηριωμένης ανάλυσης πολιτικά φορτισμένων θεμάτων είναι το όφελος που θα αποκομίσουν οι αναγνώστες – είτε αυτοί είναι φοιτητές, είτε ερευνητές, είτε στελέχη της δημόσιας διοίκησης και της κυβέρνησης, είτε των πολιτικών κομμάτων και των κοινωνικών οργανώσεων, είτε δημοσιογράφοι, είτε απλοί πολίτες που θέλουν να είναι μέλη μιας καλά ενημερωμένης κοινής γνώμης.

Σε όλους αυτούς ευχόμαστε καλό διάβασμα!

30 Νοεμβρίου 2013

Η αυτοκριτική του ΔΝΤ, η άδικη λιτότητα, και το dream ticket

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013).

Το ΔΝΤ υπερασπίζεται τη δημοσιονομική προσαρμογή για τη μείωση των ελλειμμάτων, αλλά καλεί τις κυβερνήσεις που εφαρμόζουν μέτρα λιτότητας να πάρουν μέτρα φορολογικής πολιτικής για την δίκαιη κατανομή του βάρους, και μέτρα κοινωνικής πολιτικής για την προστασία των αδυνάτων.

«Για παράδειγμα, μια μεγαλύτερη έμφαση στους προοδευτικούς φόρους και η προστασία των κοινωνικών παροχών για τις ευπαθείς ομάδες μπορούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της δημοσιονομικής προσαρμογής στην ανισότητα.»

Πρόκειται για μισή αυτοκριτική: η έμφαση του Μνημονίου στα μέτρα μείωσης της δαπάνης δεν επέτρεψαν την αναζήτηση των «προοδευτικών φόρων» που προτείνει το ΔΝΤ τώρα. Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, η πάταξη της φοροδιαφυγής και τα μέτρα ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας ήταν στο Μνημόνιο από την αρχή. Η ευθύνη για την απελπιστικά αργή πρόοδο και στα δύο αυτά μέτωπα ανήκει κυρίως στις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις.

Πράγματι, εδώ οι πολιτικοί, ο κρατικός μηχανισμός, τα μέσα ενημέρωσης, άρα και η κοινή γνώμη, δεν ενδιαφέρονται για τέτοια. Έχουν προεξοφλήσει ότι λιτότητα = φτώχεια. Δεν ενδιαφέρονται να μάθουν πώς τα κατάφεραν καλύτερα άλλες χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία, οι χώρες της Βαλτικής). Και για αυτό δεν ενοχλούνται που οι ιερείς εξαιρούνται και από τη μείωση μισθών και από τη διαθεσιμότητα, όπως εξαιρέθηκαν οι δικαστές, οι στρατιωτικοί κτλ. κτλ. Ούτε τους αφορά ότι ενώ η πρόταση για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είναι (με τις ευλογίες της Τρόικας) στο Μνημόνιο από το 2010, η κυβέρνηση κωλυσιεργεί, ανακαλύπτοντας συνεχώς λόγους για αναβολές και καθυστερήσεις. Χωρίς την παραμικρή πίεση από την αντιπολίτευση.

Η εκκωφαντική σιωπή της αντιπολίτευσης, η οποία κατά τα άλλα έχει ανεβεί στα κάγκελα, ενίοτε κυριολεκτικώς, έχει τη δική της (διεστραμμένη) λογική. Το dream ticket Τσίπρα-Καμμένου προτιμά να βρίζει τη Μέρκελ. Στο κάτω-κάτω η Μέρκελ δεν ψηφίζει στην Ελλάδα, ενώ οι ιερείς, οι δικαστές, οι στρατιωτικοί ναι, οπότε γιατί να τους στεναχωρήσουν;

Όσο για τους ανέργους και τους φτωχούς - αυτοί βρίσκονται εκτός πολιτικού παιγνιδιού: δεν πιέζουν, δεν διαδηλώνουν, προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν. Όλη κι όλη η έγνοια της αντιπολίτευσης για αυτούς εξαντλείται σε μια ρητορική αναφορά στα βάσανά τους κάθε τόσο. Αν θέλουν να δουν προκοπή, ας ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ να τους διορίσει στο Δημόσιο. Μέχρι τότε, ας πάνε στα συσσίτια της Χρυσής Αυγής. Έτσι δεν είναι;

1 Οκτωβρίου 2013

Η Ελλάδα μπροστά στον υποβιβασμό: ένα κεντροαριστερό μανιφέστο



Παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Γιαννίτση «Η Ελλάδα στην κρίση». Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013 (σελ. 275). Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου / Athens Review of Books» (Οκτώβριος 2013)

1. Η ουτοπία της Μεταπολίτευσης (και το αναπόφευκτο τέλος της)

Το 1975, ένα μόλις χρόνο μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το εθνικό εισόδημα της Ελλάδας (ανά κάτοικο, σε όρους ίσης αγοραστικής δύναμης) ήταν ίσο με το 88,5% του μέσου εισοδήματος των 15 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι το 2004 (δηλαδή πριν την διεύρυνση προς τις χώρες του πρώην «Ανατολικού μπλοκ», συν Μάλτα και Κύπρο). Με άλλα λόγια, το βιοτικό επίπεδο του μέσου Έλληνα ήταν μόλις 11,5% χαμηλότερο από αυτό του μέσου Δυτικοευρωπαίου.

Όπως είναι γνωστό, εκείνη περίπου την εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, υπό το βάρος των πετρελαϊκών κρίσεων, εξαντλείται η «Χρυσή Τριακονταετία» των απρόσμενα υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης που είχε ξεκινήσει την επαύριο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Έκτοτε η ευρωπαϊκή οικονομία συνεχίζει μεν να αναπτύσσεται, αλλά με αισθητά χαμηλότερες επιδόσεις από ό,τι πριν.

Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα αρχίζει να χάνει έδαφος σε σχέση με την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, ιδίως στη «χαμένη δεκαετία» του ’80. Παρά τη σχεδόν γενική ευφορία, στην πραγματικότητα η πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ, με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου, συμπίπτει με μια παρατεταμένη περίοδο σημαντικής απόκλισης: το μέσο εισόδημα, σε όρους ίσης αγοραστικής δύναμης, υποχωρεί από 87,0% του μέσου όρου της ΕΕ-15 το 1981 σε μόλις 75,3% το 1989. Στη συνέχεια πέφτει και άλλο (σε σχετικούς πάντοτε όρους): 73,3% το 1993, 71,6% το 1996.

Το 1996 αποδεικνύεται έτος καμπής. Η απόκλιση σταματά τότε (72,4% το 1997, 72,3% το 2000), και μετά αντιστρέφεται εντυπωσιακά καθώς η Ελλάδα γίνεται μέλος της Ευρωζώνης (82,3% το 2004), και μάλιστα σε συνθήκες σταθεροποίησης του δημόσιου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Αντίθετα, στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης ΝΔ, με πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή, η σύγκλιση με την Δυτική Ευρώπη επιβραδύνεται ή υποχωρεί (80,9% το 2007), ενώ την επόμενη «μοιραία διετία» ξαναπαίρνει μπροστά (85,3% το 2009) με μια κρίσιμη όμως διαφορά: αυτή τη φορά, η μεγέθυνση των εισοδημάτων πραγματοποιείται σε συνθήκες ραγδαίας επιδείνωσης των ελλειμμάτων, και τελικά υπερχρέωσης.

Η φούσκα της διετίας 2007-2009 είναι ο τελευταίος σπασμός ενός ολόκληρου μοντέλου πολιτικής, και ταυτόχρονα η κορύφωση μιας ουτοπίας που κρατά από τα μέσα της δεκαετίας του ’70: ότι δηλαδή μια χώρα μπορεί να καταναλώνει όλο και περισσότερα ενώ παράγει όλο και λιγότερα· ότι ένα βαλκανικού τύπου παραγωγικό μοντέλο μπορεί να στηρίζει ένα βορειοαμερικανικό επίπεδο κατανάλωσης· ότι τελικά, όσον αφορά τα καταναλωτικά πρότυπα ή προσδοκίες μπορεί κανείς να παραμένει για καιρό στην Α΄ Κατηγορία, ενώ αντίθετα όσον αφορά τις παραγωγικές δυνατότητες (καθώς και τους θεσμούς και τις αντιλήψεις που τις διαμορφώνουν) βρίσκεται ένα μόλις βήμα από τον υποβιβασμό στη Γ΄ Κατηγορία («στα όρια μεταξύ Ανατολής και Τρίτου Κόσμου») – και μάλιστα αδιαφορεί γι’ αυτό.

Πριν από κάθε τι άλλο, η κρίση που βιώνουμε είναι το τέλος αυτής της (μάλλον αφελούς) ουτοπίας της Μεταπολίτευσης. Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια, το βιοτικό επίπεδο έπεσε κατακόρυφα, και είναι σήμερα 35% χαμηλότερο από αυτό του μέσου δυτικοευρωπαίου: σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις , το εθνικό εισόδημα της Ελλάδας ανά κάτοικο, σε όρους ίσης αγοραστικής δύναμης θα είναι 65,7% του μέσου όρου της Ευρώπης των 15 το 2013 και 65,4% το 2014. Η απόσταση που πλέον μας χωρίζει από τις υπόλοιπες χώρες είναι μεγαλύτερη από ό,τι ποτέ άλλοτε τον προηγούμενο μισό αιώνα. Για την ακρίβεια, είναι όση και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστευαν στη Γερμανία ή στο Βέλγιο (ή στην Αυστραλία), αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.

2. Η ανατομία της μεταπολιτευτικής φούσκας

Η λεπτομερής ανατομία της «φούσκας στερεοτύπων και ιδεοληψιών» που μας έφεραν στην κρίση το 2009 (και που σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, μας κρατούν ακόμη εγκλωβισμένους σε αυτήν) είναι το θέμα του τελευταίου βιβλίου του Τάσου Γιαννίτση. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να πάρει μέρος σε αυτό που περνιέται για πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα της κρίσης – π.χ. στην κουραστική και ατελέσφορη διαμάχη «ναι ή όχι στο Μνημόνιο», ή στην επιστημονικότερη και (δήθεν) σοβαρότερη διαφωνία για το εάν τα αίτια της κρίσης είναι εξωγενή ή ενδογενή. Όχι ότι δεν έχει άποψη για αυτά· έχει, και την διατυπώνει χωρίς ενδοιασμούς, και όσο πιο καθαρά γίνεται. Αυτό όμως που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι άλλο: να στρέψει τη συζήτηση στις βαθύτερες («συστημικές», όπως τις χαρακτηρίζει) αιτίες της κρίσης· και σε αυτά που μπορούμε (και πρέπει) να κάνουμε για να αποφύγουμε τον υποβιβασμό μας στη χαμηλότερη κατηγορία – δηλαδή την αργή παρακμή, την παρατεταμένη αποκοπή μας από την Ευρώπη, τη μόνιμη υποβάθμιση του βιοτικού μας επιπέδου και της ποιότητας των δημοκρατικών μας θεσμών. Το ερώτημα που τον απασχολεί είναι πώς θα πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας, ακόμη και σε δυσμενείς συνθήκες, βγαίνοντας από την αυτολύπηση και την παθητικότητα. Επειδή «οι δικές μας επιλογές και ικανότητες και η δική μας αποφασιστικότητα θα καθορίσουν την πορεία μας.» (σ. 33)

Ο συγγραφέας κωδικοποιεί τις στάσεις και αντιλήψεις που μας έφεραν στην κρίση ως «πεντάλφα της κατάρρευσης: αδράνεια, αμορφωσιά, ανορθολογισμός, απληστία, αρνητισμός» (σ. 94). Δεν πρόκειται για κενή ηθικολογία. Χωρίς μια πειστική εναλλακτική πρόταση, στηριγμένη στην αυτογνωσία και τη συστηματική απόρριψη των προηγούμενων στάσεων και αντιλήψεων, δεν έχουμε μεγάλες ελπίδες: 

«Είναι πιθανό να παρακαμφθεί μεν τελικά η κρίση, αλλά να παραμείνουμε κατά βάση στις αλλαγές που σηματοδότησαν οι περικοπές μισθών και συντάξεων, και η επιβολή φόρων σε όσους πληρώνουν φόρους. Τούτο θα σημαίνει την παγίωση μιας τεράστιας επιδείνωσης των ανισοτήτων στην ελληνική κοινωνία, όπου οι συνεπείς θα διασφαλίζουν τα φορολογικά έσοδα τα οποία το σύστημα εξουσίας επιτρέπει στους φοροφυγάδες να απολαμβάνουν. Τίποτε δεν αποκλείει, πέρα από τη διατήρηση των μηχανισμών φοροδιαφυγής ευρύτατων στρωμάτων, η διαφθορά να συνεχίσει να παίζει τον ίδιο σημαντικό ρόλο στην πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου, και πολλά από τα σημερινά χαρακτηριστικά να αλλάξουν επιφανειακά. Θα επρόκειτο για τη χειρότερη –και πολύ άδικη– πραγματικότητα. Θα σήμαινε απλώς ότι έχουν συντελεστεί οι στοιχειώδεις αλλαγές, οι οποίες θα επέτρεπαν σε ένα σύστημα που κατέρρευσε να βελτιώσει στοιχειώδεις λειτουργίες του, να “φτιασιδωθεί”, και να συνεχίσει στα ίδια περίπου χνάρια με πριν. Ωστόσο, η πραγματικότητα για ευρύτατα στρώματα δεν θα είναι ίδια με πριν. Θα έχει πληγεί ανεπανόρθωτα.» (σ. 199)

Με άλλα λόγια, χωρίς την καταδίκη της «πεντάλφας της κατάρρευσης» και την ήττα του πολιτικού και κοινωνικού συνασπισμού συμφερόντων που βρίσκεται πίσω της δεν υπάρχει διέξοδος από την κρίση.

Σημαίνει αυτό ότι η Ευρώπη είναι άμοιρη ευθυνών; Όχι. Η σύλληψη του ευρώ ήταν σωστή, αλλά η αρχιτεκτονική του ήταν μετέωρη: όπως έδειξε η πρώτη σοβαρή κρίση της Ευρωζώνης, κοινό νόμισμα (και ενιαία νομισματική πολιτική) χωρίς οικονομική ενοποίηση (και ενιαία δημοσιονομική πολιτική) συνιστά συνταγή αποτυχίας. Βέβαια, η απαιτούμενη παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας σε υπερεθνικούς θεσμούς είναι πολιτικά ανέφικτη εάν δεν προηγηθεί μια σύγκλιση αξιών και αντιλήψεων, προϋπόθεση για τη σταδιακή συγκρότηση μιας κοινής «πολιτείας» που να εκτείνεται σε όλα τα κράτη-μέλη.

Η επιβίωση, ούτε λίγο ούτε πολύ, του κοινού νομίσματος είναι το διακύβευμα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα: 

«Στο σημείο που έχουμε φτάσει, η στήριξη της Ευρωζώνης προϋποθέτει κόστος, και το βασικό ερώτημα είναι ποιος θα το πληρώσει. Το κόστος αυτό είναι πολύμορφο. Μια μορφή του συνίσταται στην εθνική αποδοχή κανόνων λειτουργίας που δεν έρχονται σε σύγκρουση και δεν αποσταθεροποιούν το ενιαίο νόμισμα και την ευρωπαϊκή οικονομία και κοινωνία. Αυτό σημαίνει πολλαπλές υπερβάσεις για χώρες όπως η Ελλάδα, που έχουν εθιστεί στα ελλείμματα, τον κρατισμό, τις υπόγειες συναλλαγές, την κυριαρχία και διαφθορά των ελίτ, και την οικονομική εξάρτηση από το εξωτερικό. Ενιαίο νόμισμα χωρίς κανόνες δεν είναι θέμα γερμανικού πείσματος· απλώς είναι αδύνατον να υπάρξει. Μπορεί να συζητήσει κανείς έναν διαφορετικό σχεδιασμό πολιτικής. Ωστόσο, αν όσοι θα ήθελαν θεωρητικά να συμμετάσχουν σε ένα κοινό νόμισμα, στην πράξη δεν αντέχουν να τηρήσουν τους συμφωνημένους κανόνες, τότε είτε η Ευρωζώνη θα διαλυθεί, είτε οι ίδιοι θα αποκοπούν από αυτήν.» (σ. 31)

Εν τω μεταξύ, στη χώρα μας μαίνεται η διαμάχη για τα αίτια της κρίσης. Η θέση του συγγραφέα ως προς αυτό είναι σαφής: 

«Η κρίση στην Ελλάδα υπήρξε το αποτέλεσμα συνδυασμού μακροχρόνιων ενδογενών διαδικασιών, εθνικών συμπεριφορών και επιλογών, και μεσοπρόθεσμων ολέθριων αποφάσεων και επιλογών της πιο πρόσφατης περιόδου. Καταλύτης όμως για την κρίση ήταν η διεθνής κρίση, ενώ εσφαλμένες πολιτικές και αντιδράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο την έκαναν βαθύτερη και πιο πολύπλοκη.» (σ. 111)

Πρόκειται για μια τοποθέτηση νηφάλια και ακριβοδίκαιη, όχι για τήρηση ίσων αποστάσεων. Κάθε άλλο: 

«Στην Ελλάδα, οι εθνικές αδυναμίες, τα λάθη και οι συνέπειές τους υποκαταστάθηκαν στη δημόσια συζήτηση από μια μονομερή έμφαση στο ρόλο της διεθνούς κρίσης, των πολιτικών της Ευρωζώνης, και της Τρόικας. Η μονόπλευρη ροπή αυτής της προσέγγισης έχει ισχυρό ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο. […] Όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί συμπίπτουν σε έναν κοινό παρονομαστή: μεταθέτοντας τα αίτια της κρίσης στο διεθνές πεδίο, παρακάμπτουν την ανάγκη να αναζητήσουν τις εσωτερικές παθογένειες, οι οποίες είναι δημιούργημα τόσο των κομμάτων εξουσίας όσο και των κομμάτων που επηρέασαν επιλογές, στο επίπεδο όχι μόνο των πολιτικών αλλά και των ιδεολογικών και κοινωνικών διαδικασιών. Έτσι, όλοι αυτοαπαλλάσσονται από το βάρος της ομολογίας της αποτυχίας τους, αλλά και από το βάρος να αναζητήσουν λύσεις για τις αποτυχίες αυτές, καθώς οι λύσεις συνεπάγονται αλλαγές, και οι αλλαγές συνεπάγονται συγκρούσεις με παγιωμένες καταστάσεις και με παγιωμένα δόγματα, και άρα πολιτικό κόστος.» (σ. 112)

Το ίδιο σαφής είναι η τοποθέτηση του συγγραφέα ως προς το άλλο ψευδές δίλημμα της εποχής. Μπορούσε να αποφευχθεί η αποδοχή κάποιου διεθνούς πακέτου διάσωσης, ή των όρων των δανειστών, το 2010; Με το έλλειμμα εξωτερικού ισοζυγίου (εισαγωγές μείον εξαγωγές) στο 14,9% του ΑΕΠ το 2008, και το δημοσιονομικό έλλειμμα (κρατικά έξοδα μείον έσοδα) στο 15,6% το 2009, «ήταν πλέον πολύ αργά» (σ. 127). Η μία και μοναδική εναλλακτική λύση που ήταν διαθέσιμη, εκείνη της ρητής και απότομης πτώχευσης, ήταν απείρως οδυνηρότερη (ιδίως για τα λιγότερο εύπορα στρώματα) από αυτήν που ακολουθήθηκε.

Το πρόβλημα, όμως, τις παραμονές του Μνημονίου δεν ήταν μόνο τα νούμερα: 

«Όταν ξέσπασε η κρίση, τότε μέτρησαν όλα: το συσσωρευμένο χρέος, τα ελλείμματα, η απουσία βιωσιμότητας, οι προοπτικές της οικονομίας να παράγει μεγέθυνση τα επόμενα χρόνια, οι πιθανές κοινωνικές εντάσεις, η ικανότητα ανάληψης επενδύσεων, η ανταγωνιστική ικανότητα, η βούληση της κοινωνίας να υλοποιήσει αλλαγές οι οποίες θα βελτίωναν τη θέση της. Τη στιγμή εκείνη, κάθε παράγοντας που φαινόταν να επιβαρύνει όχι μόνο το σήμερα, αλλά και τα επόμενα χρόνια, μέτρησε στην αξιολόγηση της χώρας αρνητικά και αθροιστικά.» (σ. 85-86) 

Κάπως έτσι φτάσαμε στον αποκλεισμό του Ελληνικού Δημοσίου από τις αγορές στις αρχές του 2010, και από εκεί στο Μνημόνιο.

Ο συγγραφέας έχει πλήρη συναίσθηση του γεγονότος ότι η υπαγωγή σε διεθνή οικονομικό έλεγχο συνεπάγεται απώλεια εθνικής κυριαρχίας, και ότι η τελευταία είναι ταπεινωτική για τους Έλληνες. Καλεί όμως τον αναγνώστη να αναλογιστεί τις πραγματικές αιτίες της εθνικής ταπείνωσης. 

«Πολύ ωμά, δύναμη και υπερχρέωση απέναντι στις αγορές βρίσκονται μεταξύ τους σε διαμετρικά αντίθετη σχέση. Μια κοινωνία σε συνθήκες δανειστικού αμόκ εξασφάλιζε την ευημερία της ανταλλάσσοντάς τη με μελλοντική δύναμη και αξιοπρέπεια, παγιδεύοντας το μέλλον της και μειώνοντας τους βαθμούς ελευθερίας των εσωτερικών και εξωτερικών της επιλογών. Οι περισσότερες κοινωνίες που ακολούθησαν αυτό το μονοπάτι το πλήρωσαν με πτώχευση και μεγάλες περιόδους φτώχειας, εξάρτησης, ταπείνωσης.» (σ. 226)

Για ακόμη μια φορά στη μακρά ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων, οι έμποροι του «υπερπατριωτισμού», σήμερα σε ρόλο «αγανακτισμένων» δημαγωγών, που (υποκρίνονται ότι) ξεχνούν πως εθνική κυριαρχία χωρίς οικονομική φερεγγυότητα απλώς δεν υφίσταται, αναδεικνύονται σε κύριους υπαίτιους της εθνικής ταπείνωσης. Και μαζί τους όσοι 

«[Σ]τρέφονταν για δεκαετίες ενάντια στις φωνές που πρότειναν οικονομική αυτοσυγκράτηση […]. Κάθε Δεκέμβριο, στη Βουλή, όλοι υποστήριζαν με στόμφο ότι ο εκάστοτε προϋπολογισμός ήταν αντιαναπτυξιακός και αντιλαϊκός, και ότι έπρεπε να προβλέπει αυξημένες δαπάνες και, συνεπώς, μεγαλύτερα ελλείμματα. Η φοροδιαφυγή και η μαύρη εργασία ήταν θέματα μόνο για τις συνεντεύξεις Τύπου.» (σ. 51)

3. Τι μπορούσε (και τι δεν μπορούσε) να γίνει

Ήταν, λοιπόν, μονόδρομος όσα μας συμβαίνουν τα τελευταία τρία και πλέον χρόνια; Η απάντηση του συγγραφέα εδώ είναι ένα ηχηρό «όχι». Καταρχήν, το πρόγραμμα προσαρμογής που επέβαλαν οι δανειστές «περιείχε πολλά κυρίαρχα ιδεολογικά κλισέ σε πολλά κρίσιμα ζητήματα» (σ. 124). Κορυφαίο παράδειγμα, η επιμονή της Τρόικας για μείωση των κατώτατων μισθών τον Φεβρουάριο 2012. Η διάγνωση της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας ως μιας από τις δομικές αιτίες της κρίσης (και ως βασικής τροχοπέδης στην έξοδο από αυτή) ήταν χωρίς αμφιβολία ορθή. Όμως, η συνταγή της Τρόικας για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αποκλειστικά μέσω της «άγριας περικοπής των μισθών και των ρυθμίσεων εργασίας», αγνοώντας όλους τους υπόλοιπους παράγοντες που καθιστούν τις ελληνικές επιχειρήσεις μη ανταγωνιστικές, ήταν απλοϊκή και τελικά αντιπαραγωγική: 

«Από ένα σημείο και μετά, η πολιτική των μισθολογικών περικοπών, χωρίς να οδηγεί σε βελτίωση της παραγωγής, συρρίκνωνε δραματικά τη ζήτηση και, συνεπώς, εξουδετέρωνε έναν σοβαρό παράγοντα της ανάκαμψης.» (σ. 123-124)

Πάντως, παρότι η πρωτοβουλία για τη μείωση των μισθών ερχόταν από το εξωτερικό, οι εγχώριες δυνάμεις –παρότι, παραδόξως, αντιστέκονταν σε αυτήν– δεν ήταν άμοιρες ευθυνών. Κάθε άλλο: 

«Η πίεση πάνω στους μισθούς κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν ασκήθηκε μόνο για λόγους ανταγωνιστικότητας. Επιτάθηκε και από το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, στο σύνολό του, αρνιόταν να δει την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και την ανάπτυξη ως προτεραιότητα. Απέρριπτε συστηματικά την ιδέα να αποφύγει την περικοπή των δημόσιων επενδύσεων ως εργαλείο μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, και ήταν αρνητικό απέναντι στο να υιοθετήσει μεταρρυθμίσεις που θα μείωναν το κόστος άλλων εισροών στην παραγωγική διαδικασία, πέρα από την εργασία. Η απελευθέρωση των μεταφορών, και των υπηρεσιών διαφόρων ελεύθερων επαγγελμάτων (μηχανικοί, νομικές υπηρεσίες, λογιστές, κλπ.), ή η βελτίωση του κόστους παραγωγής ενέργειας, θα μείωναν επίσης το κόστος παραγωγής άλλων προϊόντων-εισροών στην παραγωγική διαδικασία, και έτσι θα μειωνόταν η πίεση πάνω στους μισθούς. Εκδηλώθηκε και εδώ, ωστόσο, ένας επίμονος αρνητισμός. Όταν όμως εκφράζεται άρνηση για μέτρα που θα μείωναν το κόστος άλλων εισροών, τότε το στοιχείο που απομένει να δεχτεί την πίεση είναι το κόστος εργασίας και τα κέρδη. Όταν μάλιστα, εξαιτίας της βαθιάς ύφεσης, τα κέρδη συρρικνώνονται δραματικά ή μετατρέπονται σε ζημιές, η περαιτέρω επιβάρυνσή τους είναι σχεδόν άνευ αντικειμένου.» (σ. 187)

Γενικά, ο «δογματικός νεοφιλελευθερισμός» (ας τον ονομάσουμε έτσι) των δανειστών είναι η μια μόνο όψη του προβλήματος. Η άλλη όψη αφορά την αντίδραση του εγχώριου πολιτικού συστήματος: 

«[Η Τρόικα] πίστεψε ότι η δημοσιονομική εξισορρόπηση θα πίεζε τις ελληνικές κυβερνήσεις να πλήξουν το μεγάλο απόθεμα φοροδοτικής ικανότητας –τη μάζα της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής–, ή την κρατική σπατάλη στις δαπάνες. Δεν διείδε ότι οι κυβερνήσεις θα προτιμούσαν να μεταφέρουν την πίεση των αυξημένων φόρων στους εύκολους και αδύναμους στόχους –δηλαδή όσους δήλωναν τον όγκο των φορολογητέων εισοδημάτων και της ακίνητης περιουσίας τους–, και όχι στις κοινωνικές κατηγορίες που βρίσκονταν πίσω από τις φορολογικές ανισότητες, και οι οποίες ήταν τα αγαπημένα παιδιά της πολιτικής και των πολιτικών. Δεν διείδε, επίσης, ότι η επιλογή που μόλις επισημάνθηκε θα υπερείχε έναντι της επιλογής για περικοπές δημοσίων δαπανών, με τις οποίες οι κυβερνήσεις χειρίζονταν το πελατειακό τους σύστημα. Στην ουσία, η Τρόικα έκανε την παραδοχή (εκτός και αν το γνώριζε ήδη, και αδιαφορούσε σιωπηρά) ότι υπήρχε πολιτικός ορθολογισμός και πολιτική υπευθυνότητα, που όμως απουσίαζαν, ακόμη και όταν η ελληνική κοινωνία έφτανε σε απόγνωση.» (σ. 123)

Χάρη στην εμμονή του πολιτικού συστήματος στην υπεράσπιση των παθογενειών που οδήγησαν στην κρίση, καθώς και του κοινωνικού συνασπισμού εκείνων που ωφελήθηκαν από αυτές τις παθογένειες (σε μια σπάνια όσο και ανομολόγητη σύμπτωση απόψεων μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης), η ύφεση είναι βαθύτερη και πιο παρατεταμένη, ενώ οι θυσίες κατανέμονται άδικα. 

«[Σ]ε όλη την περίοδο από το 2010 και μετά, ένα ετερόκλητο κοινωνικό σύνολο κλήθηκε να επωμιστεί το βάρος της κρίσης, της προσαρμογής προς τα κάτω, και της συσσώρευσης πολύ σημαντικών πρόσθετων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και χρέους, με αποτέλεσμα μεγάλες κοινωνικές εντάσεις και επαχθείς όρους διαβίωσης για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Ωστόσο, και κατά την περίοδο αυτή, η μεγάλη άρνηση παρέμεινε ακλόνητη. Η κοινωνία θεωρούσε ότι τα Μνημόνια επέβαλαν όλα τα μέτρα προσαρμογής. Στην πραγματικότητα, όμως, μεγάλο μέρος τους επιβλήθηκε από την άρνηση των κυβερνήσεων και του πολιτικού συστήματος να αγγίξουν τα κέντρα της βαθιάς ανισότητας και ανισορροπίας στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική πυραμίδα, καθώς και στον δημόσιο τομέα.» (σ. 91)

Με άλλα λόγια, ούτε οι οικονομικές εξελίξεις της τελευταίας τριετίας ούτε οι κοινωνικές επιπτώσεις τους ήταν αναπόφευκτες: 

«[Μ]ια διαφορετική πολιτική […] θα άφηνε περιθώρια να πληρωθούν υποχρεώσεις του Δημοσίου σε επιχειρήσεις, θα δημιουργούσε λιγότερο ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας για τις επιχειρήσεις, και θα οδηγούσε σε […] μικρότερο αριθμό κλειστών επιχειρήσεων, μικρότερη συνολική ανεργία, μικρότερη συρρίκνωση του ΑΕΠ» (σ. 137)

Μια διαφορετική διαχείριση της κρίσης, όμως, ήταν αδύνατη χωρίς την απομάκρυνση από τα στερεότυπα και τις αντιλήψεις της Μεταπολίτευσης.

«Στην Ελλάδα, για δεκαετίες, και ιδίως κατά την περίοδο της κρίσης, επικράτησε ένας αδυσώπητος πολιτικός, μιντιακός και ιδεολογικός αρνητισμός απέναντι σε οτιδήποτε επεδίωκε να αλλάξει ό,τι πιο στρεβλό, διεφθαρμένο, αντιαναπτυξιακό και αντικοινωνικό υπήρχε στη χώρα. Σήμερα ζούμε τα αποτελέσματα των ιδεολογιών που εκθρέψαμε» (σ. 208) 

Και παραμένουμε εγκλωβισμένοι στον ίδιο φαύλο κύκλο που μας έφερε στην κρίση.

4. Το φάσμα του υποβιβασμού (και πώς να το αποφύγουμε)

Και τώρα τι κάνουμε; Πριν από κάθε τι άλλο, εξηγεί ο Τάσος Γιαννίτσης, αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ένα νέο αφήγημα. 

«Όχι “αφήγημα” με την έννοια του παραμυθιάσματος, όπως το γνώρισε [η χώρα] σε διάφορες φάσεις του πρόσφατος παρελθόντος της. Το αφήγημα αυτό πρέπει να είναι δημοκρατικό, να οδηγεί στην ανακατάκτηση του δημόσιου χώρου και του συλλογικού συμφέροντος, να κινητοποιεί μαζικές δυνάμεις προς την κατεύθυνση της συγκρότησης μιας εθνικής δύναμης, να ανατρέψει εκείνα τα δόγματα, τις ιδεοληψίες και τα “ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα” που μετέτρεψαν την Ελλάδα σε επαρχιακό παραμάγαζο των Βαλκανίων.» (σ. 203)

Ο ριζικός αναπροσανατολισμός, η γενναία στροφή, που προτείνει ο συγγραφέας πηγαίνει πολύ πέρα από τις άγονες αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών – πέρα ακόμη και από την οξεία πόλωση μεταξύ των δυνάμεων που αντιπροσωπεύουν αντίθετες όψεις της Ελλάδας της παρακμής. Ο κατάλογος των αναγκαίων παρεμβάσεων που ενδεικτικά προτείνονται (στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση, στην οικονομία) δεν είναι ασφαλώς νέος – αν και συχνά η επιχειρηματολογία ξαφνιάζει με τη φρεσκάδα της . Αυτό που οπωσδήποτε είναι νέο, όμως, είναι η σύνδεση των επιμέρους λύσεων σε ένα ενιαίο σύνολο, η επιμονή σε δράσεις παράλληλες και αλληλένδετες, όχι «σειριακές, δηλαδή διαδοχικές». Και επιπλέον, η ανάδειξη του προοδευτικού «προσήμου» των μεταρρυθμίσεων που στοχεύουν στην δικαιότερη κατανομή των βαρών της κρίσης, στην αναζωογόνηση της δημόσιας παροχής, καθώς και στην αναβάθμιση της (απελπιστικά αδύναμης σήμερα) παραγωγικής βάσης – μόνη μας ελπίδα για επιχειρήσεις ανταγωνιστικές διεθνώς, ικανές να δημιουργούν περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση μπορεί να διαβαστεί (άθελα του συγγραφέα του, έχω την εντύπωση) ως μανιφέστο της σύγχρονης κεντροαριστεράς. 

«Κάπως σχηματικά, το τελικό ζητούμενο στο οποίο οι επιμέρους πολιτικές θα έπρεπε να οδηγούν μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: Μια πολιτικά ισχυρότερη χώρα στον γεωπολιτικό της περίγυρο. Μια πιο δίκαιη κοινωνία. Μια πιο παραγωγική, ανταγωνιστική και δυναμική κοινωνία. Η ανάκτηση της αξιοπιστίας του δημόσιου χώρου και των δημόσιων συλλογικών αξιών στο εθνικό μας σύστημα. Μια πολιτική που θα υπακούει σε μια πολιτική ηθική – όχι, δεν περιμένει κανείς μια “ηθική πολιτική”. Μια κοινωνία με αυτογνωσία, ανοιχτή σε ιδέες, δημοκρατική, ευέλικτη.» (σ. 223)

Όσον αφορά το κρίσιμο πεδίο της οικονομίας, το ευνοϊκότερο πεδίο δράσης για την Ελλάδα (για μια ακόμη φορά) είναι η ενεργητική συνεργασία με την Ευρώπη. 

«Η διέξοδος θα μπορούσε να προέλθει από δύο πλευρές. Πρώτον από την πλευρά της Ευρωζώνης, με μια μείωση των επιτοκίων του ελληνικού χρέους σε επίπεδα κάτω από 1%, ή με μια επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους, ή με μια μείωση του ίδιου του χρέους, ή με μια σημαντική παροχή επενδυτικών κεφαλαίων, ή –το πιθανότερο– με έναν συνδυασμό αυτών των μέτρων. […] Το τι θα συμβεί θα κριθεί εξωγενώς, και η μόνη επιρροή που μπορεί να ασκήσει η ελληνική πολιτική είναι να πετύχει επιδόσεις που θα ενισχύσουν την πεποίθηση ότι η χώρα θα ακολουθήσει μια πολιτική μείωσης των ανισορροπιών και αναπτυξιακής ανάκαμψης. […] Ο δεύτερος μοχλός θα έπρεπε να δημιουργηθεί από την ελληνική πλευρά, που σημαίνει μια πολύ διαφορετική στρατηγική από ό,τι στο παρελθόν. Ο κρισιμότερος στόχος της θα ήταν να θέσει σε κίνηση έναν αναπτυξιακό μηχανισμό και [υψηλούς] ρυθμούς μεγέθυνσης […]. Στην ουσία, η πολιτική της Ευρωζώνης θα οδηγούσε στη μείωση του χρηματοδοτικού βάρους της χώρας, ενώ η ελληνική πολιτική θα οδηγούσε στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης. Έτσι, η πρώτη θα οδηγούσε σε μείωση του αριθμητή, και η δεύτερη σε αύξηση του παρονομαστή της κρίσιμης σχέσης χρέος/ΑΕΠ. Τα δύο είναι απόλυτα αναγκαίες και συμπληρωματικές προϋποθέσεις επιτυχίας.» (σ. 219)

Όμως ανάπτυξη δεν γίνεται «ρίχνοντας λεφτά στην αγορά» (τα οποία άλλωστε δεν υπάρχουν), όπως ζητούν διάφοροι όψιμοι «κεϋνσιανοί». Χρειάζεται ρητή απόρριψη του παραγωγικού μοντέλου της «εύκολης ανάπτυξης» (της «φτηνής ανάπτυξης», όπως την χαρακτήριζε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης), εγκατάλειψη της «υδραυλικής αντίληψης της ανάπτυξης» που παράγει ελλείμματα και ανακυκλώνει τις παθογένειες. Αυτή τη φορά η ανάπτυξη θα είναι «δύσκολη», θα απαιτήσει σκληρή δουλειά και μεταρρυθμίσεις παντού, στο κράτος και στους θεσμούς, για την εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας. Θα απαιτήσει παρεμβάσεις φαινομενικά μόνο «τεχνικές», στην πραγματικότητα βαθύτατα πολιτικές. Επειδή, όπως γράφει ο συγγραφέας: 

«Η έξοδος από την κρίση ποτέ δεν είναι μονόδρομος. Όμως, επίσης, ποτέ δεν είναι και όποιος δρόμος μας αρέσει» (σ. 196).

Το βιβλίο περιγράφει επιγραμματικά τις πηγές από τις οποίες μπορεί να προέλθει η «δύσκολη» ανάπτυξη (σ. 239-240). Άμεσες ξένες επενδύσεις, ιδιαίτερα σε τεχνολογικά σύνθετους κλάδους. Αύξηση της αποταμίευσης και των επενδύσεων, με κινητοποίηση της εγχώριας επιχειρηματικότητας. Βελτίωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων και της δημόσιας διοίκησης. Επιτάχυνση του «δύσκαμπτου παραγωγικού μετασχηματισμού» προς νέα, ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Και τέλος εξωστρέφεια, στροφή των επιχειρήσεων προς τις διεθνείς αγορές. Με μια οικονομική πολιτική που συνδυάζει παρεμβάσεις κοινής λογικής και αλλαγές διαρθρωτικού χαρακτήρα για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας, και επενδύει στον ανθρώπινο παράγοντα – όχι μόνο για να απορροφηθεί η μαζική ανεργία (στόχος απόλυτης προτεραιότητας), αλλά για να επιτευχθεί ο πιο φιλόδοξος στόχος της διατηρήσιμης ανάπτυξης σε μια ευνοϊκότερη ισορροπία υψηλής ειδίκευσης και υψηλών αμοιβών. Με λίγα λόγια, πρόκειται για ένα πρόγραμμα ανόδου στη μεγάλη κατηγορία.

5. Μια κεντροαριστερή διέξοδος από την κρίση;

Ο Τάσος Γιαννίτσης δεν είναι «τεχνοκράτης». Ανήκει σε μια κατηγορία ανθρώπων που συνδυάζουν την επιστημονική ακεραιότητα με την πολιτική συνείδηση. Μπορούν κάλλιστα να ζήσουν και χωρίς πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική (άλλωστε για μεγάλα διαστήματα αυτό ακριβώς κάνουν). Ούτε όμως διστάζουν να αναλάβουν ενεργό πολιτική δράση όταν αισθάνονται ότι κάτι χρήσιμο μπορεί να βγει έτσι. Για αυτό, ενώ, όπως έγραφα παραπάνω, το βιβλίο του μπορεί –πρέπει– να διαβαστεί ως μανιφέστο της σύγχρονης κεντροαριστεράς, αυτό γίνεται άθελά του.

Ότι η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να διεκδικήσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο για τον εαυτό του φαίνεται από την ειλικρίνεια με την οποία παραδέχεται την αβεβαιότητα, της εποχής και την δική του (σ. 36-37). Φαίνεται επίσης από την παντελή αδιαφορία του για μια (αναμενόμενη, σε τέτοια κείμενα) απόπειρα δικαίωσης της δικής του πλούσιας συμμετοχής σε θέσεις ευθύνης, κυρίως –αλλά όχι αποκλειστικά– στην οκταετία Σημίτη. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Τάσος Γιαννίτσης ανήκει στους λίγους που αντιστάθηκαν στην «πεντάλφα της κατάρρευσης», χωρίς να την σταματήσουν. Αλλά δεν διστάζει να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί για τη συλλογική αποτυχία. 

«Αν πριν από την κρίση, οι μεταρρυθμίσεις ήταν απαραίτητες, σήμερα είναι φανερό ότι δεν θα ξεφύγουμε από την παγίδα μιας μακρόχρονης τελμάτωσης χωρίς πατροκτονία. Νέες δυνάμεις πρέπει να δημιουργήσουν το δικό τους σύστημα αξιών, τη δική τους προοπτική, και να ξεφύγουν από τα δημιουργήματα των προηγούμενων γενεών, των γενεών της Μεταπολίτευσης, πετώντας έξω ό,τι κατάντησε φύρα και διαφυλάσσοντας όλα όσα έχουν αντέξει στον χρόνο.» (σ. 201)

Ανεξάρτητα από προθέσεις, η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς είναι και πάλι στην ημερήσια διάταξη. Ο μαρασμός του ΠΑΣΟΚ και ο εγκλωβισμός του σε μια κατά βάση συντηρητική ατζέντα που δεν είναι σε θέση  να επηρεάσει, καθώς και η επιλογή της ΔΗΜΑΡ να απορρίψει τον αριστερό μεταρρυθμισμό και να επιστρέψει στην αντιπολιτευτική πεπατημένη, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα ζοφερό πολιτικό τοπίο που θα κυριαρχείται από τις δυνάμεις της Ελλάδας της παρακμής, σε πόλεμο μεταξύ τους. Από την άλλη, δεν διαφαίνονται οι όροι για μια κινητοποίηση κοινωνικών δυνάμεων ικανών να επιβάλλουν την αναγκαία στροφή «από τα κάτω».

Σε αυτές τις συνθήκες, δεν είναι διόλου απίθανο κάποιο πολιτικό μόρφωμα να αποπειραθεί να καλύψει τον αχανή χώρο που εκτείνεται από τα όρια της ΝΔ έως τις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα πράγμα όμως είναι βέβαιο: δίχως την ειλικρινή και ανενδοίαστη απόρριψη της «πεντάλφας της κατάρρευσης», και δίχως ρεαλιστικές μα φιλόδοξες ιδέες για την εξυγίανση του κράτους και την ανόρθωση της οικονομίας, σύγχρονη κεντροαριστερά δεν φτιάχνεται – ούτε (το σπουδαιότερο) βγαίνει η χώρα από την κρίση. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, η συμβολή του βιβλίου (και, ελπίζω, του ίδιου του συγγραφέα) μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη.

14 Σεπτεμβρίου 2013

Ο σοσιαλισμός των ηλιθίων

Δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013).


Η πρόσφατη προσπάθεια αποκατάστασης του λαϊκισμού εκ μέρους μερικών διανοούμενων της αριστεράς έχει ενδιαφέρον, και δεν στερείται κάποιας αξίας (π.χ. ως πολεμική κατά του ελιτισμού). Το δυστύχημα είναι ότι ως απόπειρα ιδεολογικής κάλυψης της αντιπολιτευτικής ρητορικής του «αντιμνημονιακού» στρατοπέδου στην Ελλάδα της κρίσης, και μάλιστα με αριστερή επιχειρηματολογία, είναι εντελώς εσφαλμένη, αν και απολύτως αναμενόμενη.

«Απολύτως αναμενόμενη» επειδή ο λαϊκισμός είναι το μόνο πράγμα που συνδέει τον (νεφελώδη έστω) αριστερό ριζοσπαστισμό του Τσίπρα με τον ακροδεξιό εθνικισμό του Καμμένου – με τον οποίο ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να αισθάνεται περισσότερη συγγένεια από ό,τι με οποιονδήποτε άλλον πολιτικό. «Εντελώς εσφαλμένη» επειδή η ιδέα ότι τα σημερινά μας προβλήματα λύνονται εύκολα, αφού για αυτά δεν φταίνε παρά μια χούφτα πολιτικοί που πρόδωσαν τον λαό ξεπουλώντας τη χώρα σε ξένα συμφέροντα, είναι καθαρή αυταπάτη – και η καλλιέργειά της αδιέξοδη και καταστροφική.

Ο πολιτικός υπολογισμός πίσω από όλα αυτά είναι προφανής. Βραχυπρόθεσμα, ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να εξυπηρετεί την προσπάθεια του κόμματος αυτού να διατηρήσει την επαφή του με τους εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους που το ψήφισαν για πρώτη φορά τον Μάιο και ιδίως τον Ιούνιο του 2012. Πράγματι, οι περισσότεροι από αυτούς δεν μιλάνε καθόλου τη γλώσσα του (νεφελώδους) αριστερού ριζοσπαστισμού, καταλαβαίνουν όμως μια χαρά εκείνη του πολυσυλλεκτικού λαϊκισμού της Ελλάδας της ύστερης μεταπολίτευσης. Τη μάθανε παπαγαλία, ακούγοντας το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα και των επιγόνων του, τον Σαμαρά της εποχής της ΠΟΛΑΝ (και όχι μόνο), το ΚΚΕ της Παπαρρήγα (και της Κανέλλη, και του Ζουράρι). Και κυρίως παρακολουθώντας ευλαβικά στις οθόνες τους τα γουρλωμένα μάτια των διαφόρων καθ’ ημάς anchormen και anchorwomen που για 40 λεπτά κάθε βράδυ (ή κάθε πρωί), συνήθως έναντι εξωφρενικής αμοιβής, παριστάνουν τους υπερασπιστές του «απλού ανθρώπου» και τους τιμητές όσων πολιτικών δεν τον συμπονούν όσο οι ίδιοι.

Το πρόβλημα είναι ότι, μακροπρόθεσμα, κάτι τέτοιο δεν είναι και πολύ αποδοτικό.  Ό,τι και να λένε οι κκ. Τσίπρας και Καμμένος, ο λόγος που φτωχύναμε ξαφνικά τα τελευταία χρόνια δεν είναι ότι μας πρόδωσαν μερικοί λιγότερο πατριώτες από ό,τι οι δυο τους. Φτωχύναμε επειδή η προηγούμενη ευημερία μας ήταν ψεύτικη. Επειδή οι κυβερνήσεις μας (αλλά και οι περισσότεροι συμπολίτες μας) δανείζονταν για να αγοράσουν πράγματα που δεν μπορούσαν να πληρώσουν, και που συχνά δεν χρειάζονταν καν. Υποβρύχια και άρματα μάχης, βέβαια – αλλά και εξοχικά στις παραλίες και στα καμένα, εισαγόμενα ΙΧ μεγάλου κυβισμού, και άλλα σύμβολα καταναλωτικής χλιδής στην Ελλάδα της αστακομακαρονάδας. Για να μην αναφερθώ σε συντάξεις και εφάπαξ 15-20 χρόνια νωρίτερα, τομογραφίες 3 φορές συχνότερα, και στεντ 5 φορές ακριβότερα από ό,τι οι άλλοι Ευρωπαίοι. Φτωχύναμε επειδή νομίσαμε ότι ένα βορειοαμερικανικό καταναλωτικό πρότυπο μπορεί να συμβαδίσει με ένα νοτιοβαλκανικό παραγωγικό μοντέλο, για πάντα.

Δεν μπορεί – αλλά για όλα αυτά οι κκ. Τσίπρας και Καμμένος δεν έχουν να μας πουν τίποτε. Και επειδή δεν έχουν τίποτε να μας πουν για το πώς βρεθήκαμε στην κρίση, δεν έχουν τίποτε να μας πουν ούτε για το πώς θα βγούμε από αυτήν.

Για αυτό είναι καταστροφική η καλλιέργεια της αυταπάτης των εύκολων λύσεων – καταστροφική για όλους μας, αλλά και για τους ίδιους τους «καλλιεργητές» της. Επειδή ο λαός που εθίζεται στον λαϊκισμό μαθαίνει να μην σκέφτεται κριτικά (και να περιφρονεί όσους το κάνουν), να περιμένει παθητικά από τους επίδοξους σωτήρες του να κάνουν αυτό που του υποσχέθηκαν: δηλαδή να τον σώσουν, και μάλιστα γρήγορα. Αλλιώς γίνεται ανυπόμονος, και έτοιμος να στραφεί εναντίον τους, με την ίδια οργή με την οποία πείστηκε να τους ακολουθήσει στην αμέσως προηγούμενη φάση.

Για αυτό είναι αδιέξοδη η επιλογή του λαϊκισμού ως επίσημης ιδεολογίας του ΣΥΡΙΖΑ. Επειδή αργά ή γρήγορα θα φανεί ότι από το Μνημόνιο δεν πρόκειται να απαλλαγούμε, ούτε την εθνική αξιοπρέπεια να ανακτήσουμε, εάν πρώτα δεν μάθουμε να ζούμε χωρίς δανεικά. Και ότι εάν δεν μάθουμε να διαφωνούμε για τον καλύτερο και δικαιότερο τρόπο ζωής χωρίς δανεικά, οι επόμενοι σωτήρες μας (έτοιμοι να λυντσάρουν τους προηγούμενους που δεν κράτησαν τις υποσχέσεις τους) δεν θα είναι φαιοκόκκινοι – θα είναι κατάμαυροι.

Γιατί σε ένα πράγμα μοιάζει ο λαϊκισμός του σήμερα με τον αντισημιτισμό του χθες: με υπόκρουση μια δήθεν ριζοσπαστική ρητορική, παριστάνει τον «σοσιαλισμό των ηλιθίων». Και φυσικά για μερικούς, λαϊκιστικές και αντισημίτες ταυτόχρονα, και όχι μόνο στην άκρα δεξιά, δεν πρόκειται παρά για τον εθνικοσοσιαλισμό των ηλιθίων – και αυτή τη φορά χωρίς καθόλου εισαγωγικά.

13 Αυγούστου 2013

Η ανεργία και ο ΣΥΡΙΖΑ

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τρίτη 13 Αυγούστου 2013).

Στα «ΝΕΑ» του περασμένου Σαββάτου (10 Αυγούστου), ο Ηλίας Χρονόπουλος, γραμματέας της Νεολαίας ΣΥΝ, απαντά στο ερώτημα  τι θα έκανε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στις 100 πρώτες μέρες» εστιάζοντας στην ανεργία, ιδίως των νέων.

Σκέφτηκα να σχολιάσω τη συνέντευξή του για τρεις λόγους. Κατ’ αρχήν, επειδή η προγραμματική αντιπαράθεση πάνω σε συγκεκριμένα θέματα μου φαίνεται προτιμότερη από την ανταλλαγή προσβολών που (ιδίως τον τελευταίο καιρό) περνιέται για πολιτική συζήτηση στη χώρα μας. Επίσης, επειδή οι απαντήσεις του Χρονόπουλου είναι πολύ πιο συγκροτημένες από ό,τι εκείνες μεγαλύτερων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στην ίδια έρευνα.  Τέλος, επειδή ο Ηλίας Χρονόπουλος είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου (και καλό παιδί), και για αυτό αξίζει μια δίκαιη κριτική. Ελπίζω να μου συγχωρήσει – και οι αναγνώστες το ίδιο – το κάπως δασκαλίστικο ύφος (επαγγελματική διαστροφή).

Λοιπόν, τα κύρια σημεία:

1. Άμεσα μέτρα στήριξης των ανέργων. Τα μισά από όσα προτείνει ("επέκταση επιδόματος ανεργίας, χορήγηση βιβλιάριου υγείας, κάλυψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ενίσχυση των δημοτικών ιατρείων") είναι σωστά και τα έχουν προτείνει και άλλοι (π.χ. εγώ). Τα άλλα μισά ("δωρεάν μετακινήσεις, ελευθέρας σε κινηματογράφους, θέατρα, δημοτικά γυμναστήρια και πολιτιστικά κέντρα, επιδότηση στέγης ή διάθεση αχρησιμοποίητων κτιρίων για στέγαση αστέγων") είναι κάπως πιο συζητήσιμα, αλλά πάντως στα όρια του ήπιου ρεφορμισμού.

2. "Εναλλακτική επιχειρηματικότητα". Ο όρος είναι δικός μου, αλλά δεν νομίζω ότι αδικεί πολύ το περιεχόμενο: "κοινωνική, οικολογική και παραγωγική ανασυγκρότηση, συνεταιριστικά και αυτοδιαχειριστικά σχήματα, εταιρίες λαϊκής βάσης, εγχειρήματα κοινωνικής οικονομίας". Θυμίζει προεκλογικό φυλλάδιο ΠΑΣΟΚ το 1981 («Συμβόλαιο με το Λαό» και τέτοια), αλλά εν πάση περιπτώσει.

3. Πολιτική για τον αθλητισμό: "στήριξη της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού στην εκπαίδευση, των δράσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης και του «αθλητισμού για όλους», του ερασιτεχνικού αγωνιστικού και σωματειακού αθλητισμού". Βλ. παραπάνω (φυλλάδιο ΠΑΣΟΚ 1981).

4. Πολιτική για τον πολιτισμό: "δυο φράσεις, αρκετά αποσπασματικές, ώστε να γίνει κατανοητή η κατεύθυνση μας. Θα αξιοποιήσουμε τα ανενεργά ή υποχρησιμοποιούμενα κτήρια του ΥΠΠΟ, αλλά και μεγάλο αριθμό κλειστών και υπαίθριων δημόσιων και δημοτικών χώρων, προκειμένου να διατεθούν ως εστίες καλλιτεχνικών δράσεων. Επίσης, θα βάλουμε μπροστά τη δημιουργία δημόσιων στούντιο για ηχογραφήσεις και πρόβες, για παραγωγή ταινιών και γενικά καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων". Μοιάζει κλεμμένο από δράση των Atenistas, και ίσως πρέπει να μπει στο προεκλογικό πρόγραμμα του Καμίνη ή του Μπουτάρη.

Γενικά: τίποτε μεμπτό, αλλά επίσης τίποτε καινούριο ή ριζοσπαστικό. Τίποτε τόσο διαφορετικό που να εξηγεί την ακραία πόλωση της πολιτικής ζωής. Και κυρίως: τίποτε που να δημιουργεί προσδοκίες αισθητής μείωσης της ανεργίας.

Κακά τα ψέματα: Η ανεργία δεν πέφτει με ρητορείες. Για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας θα πρέπει πρώτα να υπάρξουν αρκετές επιχειρήσεις (κερδοσκοπικές ή όχι, δεν έχει μεγάλη σημασία) που να πουλάνε σε προσιτές τιμές προϊόντα και υπηρεσίες που να θέλουν να τα αγοράσουν αρκετοί καταναλωτές (κατά προτίμηση από το εξωτερικό).

Θα μου πείτε: «και τι κάνει η κυβέρνηση» ή «τι έκανε η ΔΗΜΑΡ» για την ανεργία; Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη συμβολή τους ήταν η αποκατάσταση το περυσινό καλοκαίρι ενός θετικότερου κλίματος διεθνώς για τη χώρα, και η παραμονή – μέχρι στιγμής – στη ζώνη του ευρώ. Κατά τα άλλα, ελάχιστα. Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα όπου μεγαλύτερα και γρηγορότερα κέρδη μπορεί να εξασφαλίσει κανείς παρανομώντας ή αξιοποιώντας τις διασυνδέσεις με το πολιτικό σύστημα και τη δημόσια διοίκηση (ή μάλλον και τα δύο), παρά χάρη σε αυτό που ονομάζουμε «υγιή επιχειρηματικότητα».

Το πρόβλημα τώρα, για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τους υπόλοιπους, είναι ότι η μαζική ανεργία λίγο οφείλεται στη λιτότητα που συμπιέζει τα εισοδήματα, ώστε να ελπίζουμε ότι θα μειωθεί καταργώντας το Μνημόνιο. Οφείλεται στην απελπιστικά χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Και αυτή δεν διορθώνεται χωρίς σκληρή προσπάθεια και χωρίς ευρείες συναινέσεις για μεταρρυθμίσεις παντού: στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στη δημόσια διοίκηση κτλ. Και οπωσδήποτε δεν διορθώνεται καθόλου σε συνθήκες πολιτικής αστάθειας και νομισματικής αβεβαιότητας, όπως αυτές στις οποίες ζούμε τα τελευταία χρόνια, με ευθύνη – για να το θέσω όσο πιο ήπια μπορώ – και του ΣΥΡΙΖΑ.

26 Απριλίου 2013

Η Ελλάδα της επόμενης μέρας

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Παρασκευή 26 Απριλίου 2013).

Ευελπιστούμε πως η μετά το Μνημόνιο Ελλάδα θα είναι μία διαφορετική χώρα. Στο θετικό σενάριο της επίτευξης των στόχων και έπειτα από μία μακρά, πολιτικά ασταθή και κοινωνικά επώδυνη διαδικασία βίαιης προσαρμογής, το τρένο της ελληνικής οικονομίας θα έχει μπει στις ράγες της δημοσιονομικής υπευθυνότητας και της οικονομικής βιωσιμότητας.

Ταυτόχρονα όμως, η μετάβαση σε ένα διαφορετικό οικονομικο-πολιτικό «παράδειγμα» λειτουργίας θα έχει αφήσει ανοιχτές πληγές στο κοινωνικό σώμα, η επούλωση των οποίων είναι ηθικά επιθυμητή, κοινωνικά αναγκαία και πολιτικά επιβεβλημένη προκειμένου να αποτραπεί η επέλαση των πολιτικών άκρων και του επιθετικού λαϊκισμού, που ψαρεύουν στα θολά νερά της (δικαιολογημένης) ανασφάλειας των πολιτών.

Τα πολιτικά κόμματα, αντί να ερίζουν μονότονα στο κουραστικό παιχνίδι της απόδοσης ευθυνών και της μίζερης και απολίτικης υποτιθέμενης αυτοδικαίωσης τους και αντί να υπόσχονται αβέβαια οφέλη παραπέμποντας στο (άδηλο) μέλλον, οφείλουν άμεσα να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο διαχείρισης της επόμενης μέρας που θα πηγαίνει από σήμερα πέρα από το Μνημόνιο. Οι πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν να εξυπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον δημιουργώντας και όχι γκρινιάζοντας ή αυτοεπαινούμενες, πρέπει να κινηθούν σε τρεις κύριους άξονες:

Πρώτον, να διευκολύνουν την κοινωνική κινητικότητα ώστε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα να επωφεληθούν από την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Σήμερα και έπειτα από τη σκληρή δοκιμασία που περνά ο τόπος, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να αναπαράγονται οποιουδήποτε είδους θεσμικά κατοχυρωμένες ανισότητες στις αγορές, στη δημόσια διοίκηση, στην πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Δεύτερον, να διασφαλίσουν επαρκή κοινωνική προστασία στους «χαμένους» των μεγάλων αλλαγών, αλλά και σε όσους αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν επιτυχώς στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Ο οικονομικά αναποτελεσματικός και κοινωνικά άδικος χαρακτήρας της στρεβλής οικοδόμησης του κοινωνικού μας κράτους έγινε ολοφάνερος από την αποτυχία του να ανταποκριθεί στις ειδικές συνθήκες της κρίσης. Πυρήνας ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού συστήματος κοινωνικής προστασίας πρέπει να είναι η ανάπτυξη ενός «διχτυού ασφαλείας»: μέσα από την παροχή ποιοτικών κοινωνικών υπηρεσιών κυρίως στους τομείς της υγείας και της παιδείας, με βασικές υπηρεσίες για όλους (και ιδίως για παιδιά και ηλικιωμένους), με εισοδηματική στήριξη των φτωχών και των ανέργων, καθώς και με ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που να βοηθούν στη δημιουργία ασφαλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας σε μια δυναμική και εξωστρεφή οικονομία.

Τρίτον, να επεξεργαστούν και να υλοποιήσουν ένα νέο ρόλο για το κράτος. Στην Ελλάδα της επόμενης μέρας το νέο κράτος δε θα θυμίζει τίποτα από τις παλαιές «αρχές» του κομματισμού και των πελατειακών προσβάσεων, οι οποίες κυριάρχησαν, περισσότερο ή λιγότερο, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και οδήγησαν στα σημερινά θλιβερά αποτελέσματα. Και βέβαια, κανένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος δε μπορεί να επιβιώσει στη βάση του γραφειοκρατικού γιγαντισμού και της οικονομικής αναποτελεσματικότητας. Δε μπορεί όμως επίσης, με το πρόσχημα του εξορθολογισμού της λειτουργίας του, το κράτος να απουσιάζει εκκωφαντικά από τον προνομιακό του χώρο ως εγγυητής των επιταγών του κοινωνικού συμβολαίου. Ακόμη και στις σημερινές εξαιρετικές συνθήκες της δραματικής περιστολής των δαπανών, υπάρχουν περιθώρια για την προώθηση δημόσιων πολιτικών στο πλαίσιο εφαρμογής μιας «προοδευτικής εγκράτειας» που διακρίνει ανάμεσα σε παραγωγικές και μη παραγωγικές δημόσιες δαπάνες.

Η τήρηση των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας από τους κυβερνητικούς εταίρους μέσα στο εξαιρετικά ασταθές εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον είναι πραγματικά τιτάνιο έργο, το οποίο πρόθυμα αναγνωρίζουμε. Ωστόσο, η παρουσία των προοδευτικών αριστερών, σοσιαλδημοκρατικών και φιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων του τόπου δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαντληθεί σε αυτό. Δεν αρκεί το πολιτικό σύστημα να επιβιώσει, ουσιαστικά ισορροπώντας σε ένα κατώτερο επίπεδο. Και δεν πρέπει να επιβιώσουν εκείνες οι πρακτικές και οι νοοτροπίες που προκάλεσαν τη σημερινή τραγωδία. Είναι επιτακτική αναγκαιότητα οι σχεδιασμοί για την Ελλάδα της επόμενης μέρας να αποκτήσουν πολιτικό περιεχόμενο. Μακράν της πολιτικής δεν υπάρχουν πολιτικά κόμματα, μόνο χρυσαυγίτες. Σ’ αυτά ελπίζουμε. Εσείς;