1 Μαρτίου 2014

Η Ελλάδα μετά το Μνημόνιο: ένα δημιουργικό αφήγημα





Παρουσίαση του βιβλίου του Αρίστου Δοξιάδη «Το αόρατο ρήγμα: θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία». Εκδόσεις Ίκαρος (α’ έκδοση: Νοέμβριος 2013). Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου / Athens Review of Books» (Μάρτιος 2014)

1.

Ένας νεαρός Έλληνας, από οικογένεια προοδευτικών αστών, πηγαίνει στο Harvard και στο Birkbeck για να σπουδάσει κοινωνικές επιστήμες και οικονομικά. Επιστρέφει στην Αθήνα κατά την πρώτη μεταπολίτευση, απομακρύνεται από τις οργανώσεις (όχι όμως και από τους φίλους που γνώρισε στο Ρήγα Φεραίο). Εκπονεί μελέτες για το ελληνικό Δημόσιο και για διεθνείς οργανισμούς. Στη συνέχεια ασχολείται με επιχειρήσεις: αρχικά διοικεί εταιρείες συμβούλων, έπειτα αναλαμβάνει εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών. Είναι καλός στη δουλειά αυτή, κερδίζει κάποια χρήματα, το διασκεδάζει κιόλας. Έχει βρει το δρόμο του. Αντίθετα, η πολιτική (και η πολιτική αρθρογραφία) τον απωθεί. Καμιά φορά γράφει εκτενή σημειώματα για θέματα της επικαιρότητας, τα στέλνει όμως στους φίλους του μόνο (ειδικά σε εκείνους με τους οποίους διαφωνεί).

Μέχρι που ξεσπάει η ελληνική κρίση. Και τότε η δημόσια συζήτηση αλλάζει μονομιάς. Η ατομική αίσθηση των πραγμάτων («αυτό το κάτι δεν πάει καλά») αρχίζει να την διαπερνά, αναζητώντας τις αιτίες της κατάρρευσης. Οπότε ξαφνικά, το 2010, λιγότερο νεαρός πλέον, προβληματισμένος για το ότι αυτά που έβλεπε γύρω του δεν ταίριαζαν με όσα άκουγε στα κανάλια και διάβαζε στα βιβλία, αντί να ανασηκώσει τους ώμους του μονολογώντας κάτι σαν «τι ψάχνεις τώρα;», αποφασίζει να διαβάσει και άλλα βιβλία, να συζητήσει με άλλους ανθρώπους, να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά, να καταλάβει καλύτερα. Αφήνει λοιπόν τις επιχειρήσεις στην τύχη τους και φεύγει στην Αγγλία. Απονέμει στον εαυτό του ένα είδος εκπαιδευτικής άδειας («άνευ αποδοχών», βεβαίως, και άνευ της σιγουριάς της μόνιμης θέσης σε κάποιο εδώ πανεπιστήμιο). Πηγαίνει για 6 μήνες στο Warwick. Εκεί «διαβάζει συστηματικά πολιτική οικονομία και κοινωνιολογία», «παρακολουθεί σεμινάρια» και «ψάχνει σε βάσεις ποσοτικών δεδομένων». Επιστρέφει με νέα εφόδια και νέα εργαλεία ανάλυσης. Βρίσκει στους «νεοθεσμικούς» οικονομολόγους πρωτότυπες προσεγγίσεις που ταιριάζουν με τις δικές του. Δίνει στις εμπειρικές παρατηρήσεις του θεωρητικό βάθος.

Από την Αγγλία ακόμη, γράφει ένα εκπληκτικό άρθρο  που κάνει εντύπωση. Αρχίζει να αρθρογραφεί συστηματικά – αρχικά στο προσωπικό του ιστολόγιο , στη συνέχεια στην «Καθημερινή» και αλλού. Καλείται σε εκδηλώσεις, δίνει ομιλίες, συμμετέχει σε στρογγυλά τραπέζια. Αποκτά κοινό που τον παρακολουθεί, το οποίο διευρύνεται συνεχώς. Κανονικοί άνθρωποι, συχνά νέοι, που έχουν άλλες δουλειές, ή ψάχνουν δουλειά, που δεν έχουν χρόνο ή όρεξη για βαθυστόχαστες θεωρίες, αλλά διψούν για νέες ερμηνείες αυτών που τους καίνε (που μας καίνε όλους): πώς μπλέξαμε έτσι, τι να κάνουμε για να ξεμπλέξουμε.

Και τελικά (στην ηλικία που ο μέσος πανεπιστημιακός, έχοντας προ πολλού εγκαταλείψει την προσπάθεια να κρύβει την ανία που του προκαλεί το γράψιμο, δεν σκέφτεται παρά τη συνταξιοδότηση), ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, σαφώς όχι πια νεαρός, γράφει το πρώτο του βιβλίο . Το οποίο τυπώνεται τον Νοέμβριο 2013, με την πρώτη έκδοση να εξαντλείται μέχρι τις γιορτές. Πρόκειται για το βιβλίο ενός ανήσυχου επιχειρηματία και ενός προσγειωμένου διανοούμενου – δύο έτσι κι αλλιώς σπάνιοι τύποι ανθρώπων (δύο είδη που απειλούνται με εξαφάνιση), που στην περίπτωση που μας απασχολεί συμβιώνουν αρμονικά (πράγμα ακόμη σπανιότερο) στο πρόσωπο του Αρίστου Δοξιάδη.

2.

Είναι τώρα καιρός να αφήσω τον συγγραφέα για να περάσω στο βιβλίο – αλλά όχι προτού δώσω μια εξήγηση που αισθάνομαι ότι οφείλω στους αναγνώστες. Είμαστε μια μικρή χώρα (και όπως λέει η ιταλική παροιμία: paese piccolo, la gente mormora ), γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Είναι εύλογη η υποψία ότι δεν είμαστε παρά μια παρέα που ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις – πολύ περισσότερο που στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας με μνημονεύει ευχαριστώντας με για τη συμβολή μου. Υποψία εύλογη, αλλά αστήριχτη. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω για δύο πράγματα: Πρώτον, η συμβολή μου στο βιβλίο ήταν πολύ μικρότερη από όσο ο πρόλογος αφήνει να εννοηθεί. Δεύτερον, η ροπή προς τις φιλοφρονήσεις δεν είναι καθόλου στον χαρακτήρα μου. Ο θαυμασμός μου για το βιβλίο, τον οποίο ελπίζω να μεταδώσω σε όσους δεν το έχουν ακόμη διαβάσει, είναι εντελώς αυθεντικός.

3.

Ο Δοξιάδης ανακοινώνει τις προθέσεις του αμέσως και χωρίς περιστροφές (στις πρώτες σελίδες του άρθρου του 2010, το οποίο ανατυπώνεται εδώ ως κεφάλαιο 2). Κατ’ αρχήν, περιγράφει το κενό που φιλοδοξεί να καλύψει:

«Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους, ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ. Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες. Για παράδειγμα, ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Όμως αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες στο λόγο των κομμάτων ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.» (σελ. 35)

Ύστερα, δηλώνει πού ακριβώς βάζει τον πήχη:

«Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις συζητήσεις της παρέας. Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μεικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. […] Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονολόγους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί και να ορίζει επιλογές.» (σελ. 36-37)

Προκρίνει ως κατάλληλο θεμέλιο της «λόγιας θεωρίας για την ελληνική οικονομία» τη νεοθεσμική θεωρία της ιδιομορφίας – αφού έχει το προσόν ότι εστιάζει σε τυπικούς θεσμούς αλλά και σε άτυπους, αναλύει επίσημες ρυθμίσεις και οργανωτικές μορφές συσχετίζοντάς τες με νοοτροπίες και συμπεριφορές, ρίχνει φώς στις «μικροοικονομικές συμπεριφορές που διαμόρφωσαν τα μακρομεγέθη».

Βρίσκει λοιπόν τη θεωρία που του φαίνεται χρησιμότερη, αυτή που του «πηγαίνει» πιο πού. Τη μνημονεύει και στον υπότιτλο του βιβλίου του («θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία»). Και μετά την αφήνει να τον καθοδηγεί, δίνοντας βάθος στο βασικό επιχείρημα, σε ρόλο όμως διακριτικό, χωρίς επίδειξη γνώσεων. Δεν τον ενδιαφέρει αυτό.

Άλλο πράγμα τον ενδιαφέρει: «από όλο το πλέγμα των θεσμών που απαρτίζουν την ελληνική μικροοικονομία, να ξεχωρίσουμε λίγα και βασικά στα οποία διαφέρουμε από τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες». Και περνάει αμέσως σε αυτά που ο ίδιος θεωρεί πως είναι «τα κρίσιμα στοιχεία της ελληνικής ιδιομορφίας»: πολλές μικρές επιχειρήσεις, μεγάλες και διάσπαρτες πρόσοδοι, χαμηλή εμπιστοσύνη και δυσκολία συνεργασίας αλλά και μεγάλη προσαρμοστικότητα στο (θεσμικό) περιβάλλον.

«Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες και καιροσκόποι»: μήπως αυτό δεν είμαστε εμείς οι Έλληνες, ή τέλος πάντων οι περισσότεροι από εμάς; Αντί λοιπόν να υπερηφανευόμαστε (ή αντίθετα να ντρεπόμαστε) που δεν είμαστε κάτι άλλο, ας το πάρουμε απόφαση. Ας δούμε τα θετικά και τα αρνητικά – και κυρίως ας επικεντρωθούμε στο πώς θα μπορέσουμε να ενισχύσουμε τα μεν και να περιορίσουμε τα δε:

«Τώρα που στέρεψαν τα δάνεια, η Ελλάδα θα χρειαστεί να γίνει ανταγωνιστική σε περισσότερους κλάδους. Μπορούν να το πετύχουν αυτό οι μικροεπιχειρήσεις; Δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερο πρόβλημα η μετάβαση σε νέες δραστηριότητες. Η ελληνική πολυέργεια των οικογενειών αυτό σημαίνει. Δεν πρόκειται για οικογένειες που αφοσιώνονται στην ίδια τέχνη από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά σπουδάζουν νέα αντικείμενα και οι γονείς τα στηρίζουν. [Όμως:] Τρία είναι τα μεγάλα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας: το κόστος (οικονομίες κλίμακας), ο συντονισμός (κόστος συναλλαγών, οικονομίες φάσματος), και η συνέχεια (καινοτομία, αναβάθμιση, διαδοχή γενεών). Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση του κεφαλαίου.» (σελ. 43-44)

Και κλείνει αυτό το πρώτο άρθρο όπως το άνοιξε: ανακοινώνοντας «με λίγα προλεγόμενα» την ημερήσια διάταξη αυτής της μεγάλης συζήτησης, που είναι ταυτόχρονα το πρόγραμμα μιας στρατηγικής διεξόδου από τη σημερινή κρίση.

«Η πολιτική ανάπτυξης θα πετύχει μόνο αν εστιάσει στις οικογενειακές στρατηγικές, στις μικροεπιχειρήσεις, στην προσοδοκρατία και στον καιροσκοπισμό – είτε για να αξιοποιήσει μερικά στοιχεία τους είτε για να τα αλλάξει. Ένα νέο ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα μοιάζει με τα επιτυχημένα διεθνώς. Ξεκινάει από άλλες βάσεις, και θα έχει άλλη τροχιά. Ας αποδεχτούμε την ιδιομορφία. Η κοινωνία έχει αναπτύξει ανεπίσημους θεσμούς ευρείας αποδοχής. Τα φροντιστήρια, για παράδειγμα, που δεν κλείνουν ποτέ όταν γίνονται καταλήψεις στα σχολεία. Ή τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Ας σκεφτούμε πώς θα τους αξιοποιήσουμε. […] Οι μικρές μονάδες θα είναι πάντα κρίσιμες σε εμάς. Χρειάζεται να γίνουν εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές, να καινοτομούν, να συντονίζονται, να μην επιβαρύνονται από τη δημόσια διοίκηση. Όλα τα συστήματα του Δημοσίου, εκπαιδευτικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, έρευνα, υποδομές, πρέπει να υποστηρίξουν αυτούς τους στόχους.» (σελ. 52-53)

4.

Αυτό είναι το «πρόγραμμα» του βιβλίου – και αυτό υπηρετεί η δομή του. Μετά από τον πρόλογο και την εισαγωγή («Θεσμοί και οικονομική ανάλυση»), ακολουθεί η ενότητα «Επιχειρήσεις και νοικοκυριά», η οποία απαρτίζεται από 9 μικρά κεφάλαια: το μεγαλύτερο από αυτά («Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι») καταλαμβάνει 19 σελίδες, το μικρότερο («Τα μικρά αμπέλια») μόλις 8. Στην ενότητα αυτή δίνει με απλά λόγια το περίγραμμα της ελληνικής ιδιομορφίας στο επίπεδο των ιδιωτών. Λύνει το πρόβλημα του πώς θα αποφύγει να κουράσει τον αναγνώστη με στατιστικές βάζοντάς τες όλες σε ένα κεφάλαιο («Επιδόσεις και συγκρίσεις»). Το κεφάλαιο ξεκινά με ένα ανέκδοτο  και περιέχει μόνο στατιστικές, χωρίς άλλο σχολιασμό (και με κάθε άλλο παρά βαρετό αποτέλεσμα).

Τα υπόλοιπα κεφάλαια της ενότητας αυτής φωτίζουν επιλεκτικά ορισμένες γνωστές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας (καθώς και μερικές λιγότερο γνωστές), για να τις εξηγήσουν καλύτερα. Γιατί δεν έχουμε πολλές μεγάλες επιχειρήσεις; Γιατί ακμάζει η εμπορική ναυτιλία (ενώ π.χ. η αμυντική βιομηχανία όχι); Γιατί πολλές επιχειρήσεις δεν τηρούν τους νόμους; Πώς καταλήξαμε να έχουμε «μισή μεσαία τάξη», με πληθώρα ελευθέρων επαγγελματιών και έλλειψη στελεχών επιχειρήσεων; Γιατί η περίπτωση των αμπελιών της Κορινθίας (που ο συγγραφέας γνωρίζει από πρώτο χέρι) είναι καλό παράδειγμα του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα επιτυχημένο ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης; Γιατί πέτυχε, και γιατί έχει φτάσει τα όριά του το παραδοσιακό μοντέλο τουρισμού  , γιατί η επιτυχία του αυτή δεν μπορεί να επαναληφθεί σε άλλους κλάδους; Γιατί απέτυχαν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί;

Έχοντας ζωγραφίσει με λίγες γρήγορες, επιδέξιες πινελιές το πανόραμα της ελληνικής ιδιομορφίας στο επίπεδο των ιδιωτών, περνά στον επόμενο καμβά του τριπτύχου («Κράτος»). Το εισαγωγικό κεφάλαιο της ενότητας αυτής («Η διοίκηση ως ‘τρόπος παραγωγής’») θα έπρεπε ίσως να χορηγείται σε ενέσιμη μορφή σε όσους – ακόμη και σήμερα – μονοπωλούν τα βραδινά δελτία ειδήσεων, και να διδάσκεται σε όλους τους υπόλοιπους:

«Η διοίκηση που υπάρχει περισσότερο για τον εαυτό της και λιγότερο για να εξυπηρετεί τις δημόσιες πολιτικές κάνει και μια άλλη ζημιά, πολύ πέρα από τους πόρους που απομυζά. Καταργεί την οποιαδήποτε δυνατότητα για πολιτική ρύθμιση πάνω στην ιδιωτική πρωτοβουλία και αφήνει να επικρατήσουν οι πιο άναρχες και αναποτελεσματικές εκφάνσεις της. Γεμίσαμε φροντιστήρια αντί για καλά σχολεία, ιδιωτικά κολλέγια από το παράθυρο αντί για επίσημα πανεπιστήμια με χορηγούς, βιοτεχνιούλες αντί για βιομηχανία, διαγνωστικά κέντρα αντί για σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Η αγορά εκδικείται όταν δεν θέλεις να συνομιλήσεις μαζί της συγκροτημένα, ρεαλιστικά, με πρόγραμμα. Οι υπέρμαχοι της δημόσιας διοίκησης και των κοινωνικών υπηρεσιών όπως διαμορφώθηκαν στη μεταπολίτευση είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι του επιχειρηματία της αρπαχτής. Για να χτίσουμε μια μεικτή οικονομία με υγιείς επιχειρήσεις και καλές κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να αρχίσουμε από την κατεδάφιση του ιδιότυπου ‘τρόπου παραγωγής’ του ελληνικού κράτους.» (σελ. 152)

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι τα παραδοσιακά διλήμματα τύπου «κράτος ή αγορά», πάνω στα οποία χτίστηκαν ολόκληρες πολιτικές ταυτότητες. Το πρόβλημα είναι ότι με αυτό το κράτος μοιραία θα έχουμε αυτή την αγορά. Αν θέλουμε μιαν άλλη αγορά (με δυναμικές επιχειρήσεις, κερδοφόρες και εξαγωγικές, που να δημιουργούν θέσεις εργασίες και να πληρώνουν καλούς μισθούς) θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι χρειάζεται να φτιάξουμε ένα άλλο κράτος. Πιο αποτελεσματικό, προφανώς, σε αυτό συμφωνούμε όλοι. Αλλά επίσης λιγότερο κατακερματισμένο, λιγότερο συντεχνιακό, υπηρέτη του γενικού συμφέροντος, συνεπώς ανεξάρτητο από επιμέρους συμφέροντα.

Και συνεχίζει εξηγώντας γιατί παρήκμασαν τα δημόσια σχολεία και τα κρατικά νοσοκομεία («Δημόσιο χωρίς δήμο»), γιατί η φορολογική πολιτική προσκρούει σε περιορισμούς που απορρέουν από τη δομή και την παραγωγικότητα της οικονομίας («Το φορολογητέο και το φορολογήσιμο»), γιατί η πραγματική συναίνεση βρίσκεται σε διάσταση από την επίσημη νομοθεσία και τις διακηρύξεις των κομμάτων («Η σιωπηρή συναίνεση»), γιατί αυτό είναι πρόβλημα.

Ύστερα έρχεται το τρίτο μέρος του τριπτύχου – όπως τουλάχιστον μου φαίνεται (στο βιβλίο το μέρος αυτό απλώνεται σε τρεις μικρές ενότητες, χωρίς αρίθμηση). Εδώ το θέμα είναι πώς οι ανεπίσημοι θεσμοί, δηλ. οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, διαμορφώνονται με βάση το περιβάλλον που διαμορφώνουν οι επίσημοι θεσμοί, δηλ. οι νομικοί κανόνες και οι πρακτικές της δημόσιας διοίκησης, και αντιστρόφως («Αλληλεπιδράσεις»). Πώς όλα αυτά δημιούργησαν ένα παραγωγικό μοντέλο που σήμερα έχει χρεοκοπήσει («Κρίση»). Πώς μπορούμε να βγούμε από την κρίση αλλάζοντας ρότα, στηριγμένοι στις δικές μας δυνάμεις («Μέλλον»).

Δεν σκοπεύω να κάνω περίληψη του βιβλίου στις λίγες σελίδες του περιοδικού. Θα σταθώ σε ένα μόνο σημείο που μου φαίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο. Η σχετική ανάλυση φιλοξενείται στο κεφάλαιο που δίνει στο βιβλίο τον τίτλο του, και αφορά ακριβώς το «αόρατο ρήγμα» το οποίο τέμνει εγκαρσίως τις άλλες γνωστές διαχωριστικές γραμμές της κοινωνίας μας, εξηγώντας γιατί (εδώ, τώρα) το ρήγμα αυτό είναι τόσο καθοριστικό:

«Καμιά φορά οι μηχανισμοί της οικονομίας λειτουργούν υπόγεια και δημιουργούν κοινά συμφέροντα και κοινούς κινδύνους για ανθρώπους πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. αυτό έχει συμβεί στην Ελλάδα με όσους βρέθηκαν στην ίδια πλευρά της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες. […] Οι πρώτοι εργάζονται σε δουλειές που επηρεάζονται άμεσα από τον διεθνή ανταγωνισμό, ανήκουν δηλαδή στους ‘διεθνώς εμπορεύσιμους’ κλάδους (tradeables). [Εδώ] ανήκουν σχεδόν όλοι οι κλάδοι της βιομηχανίας και της γεωργίας, γιατί τα προϊόντα τους μπορούν να μεταφερθούν από την Ισπανία ή από την Ινδία και να πουληθούν στην Ελλάδα, και το αντίστροφο. […] Στην ίδια ομάδα βρίσκονται και αρκετά είδη υπηρεσιών: αυτές που παρέχονται διασυνοριακά (αερογραμμές) ή σε παγκόσμια κλίμακα (ποντοπόρος ναυτιλία), αυτές που ανταγωνίζονται για έναν παγκόσμιο κοινό (τουρισμός), καθώς και η πώληση τεχνολογίας σε πολλές μορφές. Η δεύτερη ομάδα δεν ανταγωνίζεται ούτε με ξένους παρόχους ούτε σε ξένες αγορές (‘μη εμπορεύσιμοι’ κλάδοι (non-tradeables). Σ’ αυτήν ανήκουν η δημόσια διοίκηση, οι κοινωνικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία, φροντίδα), οι προσωπικές υπηρεσίες που παρέχονται μόνο από κοντά (π.χ. κομμωτήρια), παρομοίως οι επαγγελματικές (λογιστές, δικηγόροι), η οικοδομή εφόσον απευθύνεται μόνο σε ντόπιους (διαμερίσματα στις πόλεις), οι τράπεζες που ασκούν λιανική τραπεζική, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αν δεν είναι αγγλόφωνα, το λιανικό εμπόριο αν δεν είναι ηλεκτρονικό, η παροχή ενέργειας, νερού, η τηλεφωνία. Και πολλά άλλα, προφανώς.» (σελ. 196-197)

Το ρήγμα μεταξύ διεθνώς εμπορεύσιμων και μη κλάδων δεν χωρίζει τους καλούς από τους κακούς. «Και στους δύο υπάρχουν μικροί και μεγάλοι, καιροσκόποι και συνεργάσιμοι, τίμιοι και απατεώνες.» Άλλη είναι η διαφορά:

«Στους δύο τομείς κυριαρχούν διαφορετικές νοοτροπίες. […] Η στρατηγική του επιχειρηματία των εμπορεύσιμων κλάδων εστιάζει στα ερωτήματα: Σε ποια αγορά μπορώ να στοχεύσω; Είμαι καλύτερος και φτηνότερος από τον ξένο ανταγωνιστή; Τι αλλαγές πρέπει να κάνω στο προϊόν και στην παραγωγή για να μη μου πάρουν την αγορά; Ακόμα και αν παράγω μόνο για την ελληνική αγορά, πώς θα κρατήσω το κόστος μου σε λογική απόσταση από το εισαγόμενο προϊόν; Ενώ ο επιχειρηματίας των μη εμπορεύσιμων κλάδων εστιάζει σε ερωτήματα όπως: Πόσες άδειες θα δοθούν σε ανταγωνιστές μου; Πόσες μέρες εκπτώσεων θα δοθούν φέτος; Τι περιθώριο κέρδους θα μου ορίσει το Υπουργείο;» (σελ. 198)

Αν τις τελευταίες δεκαετίες το αόρατο ρήγμα μεταξύ εμπορεύσιμων και μη κλάδων βάθυνε, αυτό δεν οφείλεται στην τύχη αλλά σε μια επιλογή – ανομολόγητη, που όμως υπηρετήθηκε με συνέπεια:

«[Το κράτος] έκανε την επιλογή να προστατεύσει, όσο μπορούσε μια σειρά από κλάδους και επαγγέλματα, και να χρησιμοποιήσει τις προσλήψεις στο Δημόσιο για ν’ απορροφήσει την ανεργία, αδιαφορώντας αν οι πολιτικές αυτές επιβάρυναν υπερβολικά τους εμπορεύσιμους κλάδους και τους οδηγούσαν στον αφανισμό, […] [αφιερώνοντας] όλη τη νομοθετική και ρυθμιστική του ενέργεια σε όσα νόμιζε ότι ωφελούν τις μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες. Ώθησε τις επιχειρήσεις και τα πρόσωπα να φύγουν από κάθε τι που αντιμετώπιζε ξένους ανταγωνιστές, προς τον βολικό κόσμο της μονιμότητας και των προστατευμένων επαγγελμάτων.» (σελ. 203)

Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε τελικά μοιραία, και για τους μεν και για τους δε:

«Η μόνη άμυνα για τους εμπορεύσιμους κλάδους, όταν δεν έκλειναν ή δεν μετακόμιζαν, ήταν η φοροδιαφυγή, η ελάχιστη επένδυση, η προχειρότητα, η χαμηλή ποιότητα. Η ‘φτηνή ανάπτυξη’ έγινε μονόδρομος για όλες τις απροστάτευτες επιχειρήσεις, εφόσον η αυστηρή ρύθμιση και το ακριβό κράτος δεν τους άφηνε άλλο περιθώριο. Με τον τρόπο αυτό, οι δύο τομείς, αντί να λειτουργούν συμπληρωματικά, μπήκαν σε διαδικασία αλληλοκαταστροφής.» (σελ. 205)

5.

Και τώρα τι κάνουμε;

Τα τελευταία 5 χρόνια χάθηκαν πάνω από 1 εκατομμύριο θέσεις εργασίας. Πού θα βρουν δουλειά όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Με τι εισοδήματα;

Για να είναι βιώσιμη η ανάκαμψη θα πρέπει σύντομα η ελληνική οικονομία να αρχίσει να δημιουργεί εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας κάθε χρόνο, για αρκετά χρόνια.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, απαιτείται μαζικός αναπροσανατολισμός (πόρων, προτεραιοτήτων, ανθρώπων). Κάτι τέτοιο δεν είναι ανώδυνο, δεν μπορεί να είναι. Όπως γράφει ο Δοξιάδης:

«Για να ξαναμπεί η οικονομία σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης, 500-800 χιλιάδες άνθρωποι θα πρέπει ν’ αλλάξουν δουλειά σε σύγκριση με ό,τι έκαναν [μέχρι πρόσφατα] – δηλαδή, το 10-15% του εργατικού δυναμικού. Δεν αρκεί ν’ αρχίσουν να δουλεύουν πιο παραγωγικά, πιο έντιμα, πιο έξυπνα, πιο πολύ. Πρέπει να δουλεύουν σε άλλο αντικείμενο. Οι δουλειές που αναγκαστικά θα χαθούν θα είναι στους διεθνώς μη εμπορεύσιμους κλάδους.» (σελ. 271)

Με άλλα λόγια, δεν πρέπει (και δεν μπορούμε) να κάνουμε μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο, ούτε να συνεχίσουμε να προστατεύουμε τα κλειστά επαγγέλματα, ούτε να θρέφουμε με δημόσιο χρήμα και άλλους «εθνικούς προμηθευτές». Η μόνη μας ελπίδα είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν σε χιλιάδες επιχειρήσεις να ανθίσουν πουλώντας προϊόντα και υπηρεσίες σε καλές τιμές στις διεθνείς αγορές, και επενδύοντας στους εργαζόμενους.

Πίσω από αυτό τον στόχο, εάν πράγματι τον πάρουμε στα σοβαρά, βρίσκεται ένα ολόκληρο πρόγραμμα δημόσιας πολιτικής: για τη σύνδεση της έρευνας και της εκπαίδευσης με την παραγωγή, για τη ρύθμιση των αγορών, για τη φορολογία, για τη δημόσια διοίκηση – αλλά και για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής, που δεν προσβάλλουν μόνο την απαίτηση για ισονομία, αλλά καθηλώνουν επίσης την οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις.

6.

Εν τω μεταξύ, εξακολουθεί να μας κοστίζει ακριβά η επιλογή του πολιτικού συστήματος να εγκαταλείψει τους κλάδους που αντιμετώπιζαν διεθνή ανταγωνισμό, προστατεύοντας τις επιχειρήσεις και τα επαγγέλματα της ελληνικής εσωστρέφειας. Η επιλογή αυτή δεν είναι πολιτικά ορφανή. Μόνο που η πατρότητά της είναι αρκετά πιο μπερδεμένη από όσο θα προτιμούσαν όσοι ψάχνουν για εύκολες λύσεις:

«Το ρήγμα των δύο τομέων ήταν αόρατο. Δεν ταυτιζόταν με τις γνωστές διαχωριστικές γραμμές της πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είχαν τα προπύργιά τους σε διαφορετικούς χώρους, αλλά πάντα στις μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες. […] Από τις εμπορεύσιμες δραστηριότητες δεν έβγαιναν θέματα στα δελτία, δεν έμπαιναν εκπρόσωποι στη Βουλή, δεν επηρεαζόταν η εργατική νομοθεσία, και δεν είχαν καμιά ιδιαίτερη στήριξη από το κράτος. [Αντίθετα, ] από τα μη εμπορεύσιμα επαγγέλματα προέρχονταν οι πιο δυναμικές κινητοποιήσεις και οι συνδικαλιστές που γίνονταν βουλευτές, σε όλα τα κόμματα. Ο τομέας χωρούσε και την αριστερά και τη δεξιά, προσλήψεις στο Δημόσιο και ιδιωτικά κέρδη.» (σελ. 205)

«Χωρούσε επίσης και τους λαϊκιστές και τους εκσυγχρονιστές», γράφει ο Δοξιάδης το 2013, επιστρέφοντας στο θέμα του «Παμφλέτιου για τον πασοκικό εκσυγχρονισμό» του 2003, το Samizdat το οποίο υπαινίχθηκα στην αρχή του άρθρου. Πρόκειται για την γονιμότερη κριτική ανάλυση των ζητημάτων που δεν αντιμετωπίστηκαν κατά την (επιτυχημένη, παρόλα αυτά) οκταετία Σημίτη, τα οποία μετά κακοφόρμισαν, και τελικά οδήγησαν στη χρεωκοπία του 2010. Μεγάλη συζήτηση, και άβολη για πολλούς, όπως δεν διστάζει να παραδεχθεί ο ίδιος ο συγγραφέας τώρα, αναγνωρίζοντας ότι οι ελπίδες που είχε επενδύσει τότε στην επερχόμενη κυβέρνηση ΝΔ (ακόμη και μόνο με την έννοια των ευεργετικών συνεπειών της εναλλαγής στην εξουσία) απεδείχθησαν φρούδες. Η ομάδα των εκσυγχρονιστών «με τα ικανά και κοσμογυρισμένα στελέχη» όντως «δεν βοήθησε να δημιουργηθεί το είδος των επιχειρήσεων που μας λείπει». Αλλά εκείνη που την διαδέχθηκε ήταν δίχως άλλο η χειρότερη της μεταπολίτευσης.

7.

Μια και το έφερε η κουβέντα, ας σημειώσουμε ότι το βιβλίο κλείνει με ένα απόσπασμα ενός μυθιστορήματος , από την πέννα του πιο κοσμογυρισμένου ίσως από όλους τους εκσυγχρονιστές: του Νίκου Θέμελη, αυτού του ακέραιου και γοητευτικού ανθρώπου που έφυγε νωρίς, και που τόσο μας έχει λείψει όλα αυτά τα χρόνια. Όπως γράφει ο Δοξιάδης:

«Από εδώ και πέρα θα είναι αναγκαία η γνώση και η επιμονή του [Νικολή-εφέντη]: να ξέρεις γαλλικά, λογιστικά, ‘τη ζωή της ελιάς απ’ τον καρπό της μέχρι που θα φορτωθεί λάδι σε βαρέλια για να πάει σ’ άλλα λιμάνια’. Ακόμα καλύτερα, να έχεις συνεργάτες που στηρίζεις και εμπιστεύεσαι, που τα ξέρουν κι αυτοί.» (σελ. 300-301)

Στο δικό του καλό βιβλίο , ο Τάσος Γιαννίτσης έγραφε ότι χρειαζόμαστε ένα νέο αφήγημα – διευκρινίζοντας: «Όχι ‘αφήγημα’ με την έννοια του παραμυθιάσματος, όπως το γνώρισε [η χώρα] σε διάφορες φάσεις του πρόσφατος παρελθόντος της. Το αφήγημα αυτό πρέπει να είναι δημοκρατικό, να οδηγεί στην ανακατάκτηση του δημόσιου χώρου και του συλλογικού συμφέροντος, να κινητοποιεί μαζικές δυνάμεις προς την κατεύθυνση της συγκρότησης μιας εθνικής δύναμης, να ανατρέψει εκείνα τα δόγματα, τις ιδεοληψίες και τα ‘ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα’ που μετέτρεψαν την Ελλάδα σε επαρχιακό παραμάγαζο των Βαλκανίων.»

Το αφήγημα που χρειαζόμαστε δεν μπορεί ασφαλώς να βγει έτοιμο από το κεφάλι ενός μόνο ανθρώπου. Θα είναι συλλογικό, και – θα πρόσθετα – πολυφωνικό. Θα το συνθέτουν πολλά διαφορετικά μοτίβα. Αλλά το θέμα του θα είναι αναγνωρίσιμο: πώς η Ελλάδα, από προβληματική χώρα, θα μετατραπεί σε τόπο δουλειάς και προκοπής, δικαιοσύνης και δημιουργίας. Ας δούμε τι έχει να συνεισφέρει σε αυτό το αφήγημα ο Αρίστος Δοξιάδης:

«Έχουμε τη φύση και τα πολιτιστικά αγαθά που μας άφησαν οι παλαιότεροι. Έχουμε τις ελπίδες που μας ενστάλαξε η ταυτόχρονα ανοιχτή και προστατευτική ελληνική οικογένεια. Έχουμε τους επίμονους εμπειροτέχνες στα χωράφια, στα εργαστήρια, στα σχολεία. Έχουμε συμπατριώτες που ταξιδεύουν πολύ και άλλους που κατοικούν σε σημαντικά παγκόσμια κέντρα. Έχουμε την εμπορικότητα και την ευελιξία. Και έχουμε την ανάγκη να ξεκινήσουμε πάλι, σχεδόν από το μηδέν. Θα τα καταφέρουμε.» (σελ. 301)

Δεν μας μένει παρά να ευχηθούμε ότι ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Ή, ακόμη καλύτερα, να κάνουμε αυτό που αναλογεί στον καθένα μας, για να δικαιώσουμε την αισιοδοξία του.

The Greek crisis grinds on

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Current History» (Μάρτιος 2014)

1.

As a result of the rather arcane ‘rotating system’, Greece will be holding the Presidency of the European Union for the first semester of 2014. As some commentators in Germany and elsewhere have been quick to note, surely there is something incongruous, if not outright absurd, in the spectacle of the most wayward member of Europe’s family of nations setting the agenda (or pretending to), even for such a short time.

As if to prove right the critics, the Greek Presidency got off to an inauspicious start, marked by a series of events ranging from the grotesque to the tragic. Former minister of transport Michalis Liapis was caught driving without a licence and with counterfeit registration plates, by traffic police too young to recognise him. It then transpired that his family home had been refurbished courtesy of Europe’s tax payers, EU ‘structural funds’ earmarked for the upgrading of tourism infrastructure diverted for private use. As the faction he belonged to in the ruling conservative party was no longer influential, the prime minister’s office declined to move a finger to stop the wheels of justice from taking their course, opting instead for a show of respect for judiciary independence and the rule of law. Liapis was given a suspended sentence of 4 years.

With a weakened political elite making a virtue out of its inability to close ranks as in the past, the prosecution of well-known (albeit usually have-been) politicians and businessmen, has become more common. Vasilis Papageorgopoulos, the conservative former mayor of Thessaloniki (Greece’s second largest city), was given life sentence for embezzlement (he is expected to serve at least 15 years). Akis Tsochatzopoulos, the once powerful minister of defence (among other offices), no. 2 of the socialist party during the long reign of its founder Andreas Papandreou, narrowly defeated in his bid to succeed him on his death in 1996, was sentenced to 20 years for money laundering. Lesser figures from politics and business, close to either the conservatives or the socialists (or sometimes both), are also facing trial or have already been convicted.

Superficially, this may look like a rerun of Italy’s Operation Clean Hands in the early 1990s, when judges exploited the weakness of the political elites who had been running the country since the end of World War II, in order mercilessly to prosecute businessmen paying bribes for public contracts, and politicians taking them (at first for the party, subsequently mostly for themselves). In the process, Clean Hands caused the ignominious end of the Prima Repubblica and the dissolution of its political parties.

What came next, the twenty long years of Silvio Berlusconi helping Italian politics reach new depths, should temper Greeks’ enthusiasm for a judicial exit from the country’s woes. After all, notwithstanding the integrity and professionalism of many members of the judiciary (younger than average and quite often female), there is something not quite convincing about Greek judges posing as the country’s saviours. Not always immune to corruption and subservience to their political masters, their current crusade against politicians is suspected to be at least partly motivated by pique. In a recent ruling, the Judicial Pay Court (yes: judges practically set pay for themselves) decided that recent salary cuts (modest, and from a high level), brought about in the context of the government’s austerity policies, were ‘anti-constitutional’. Army officers also had their pay cuts annulled at the Supreme Court on the grounds that they belonged to the ‘core’ public sector – unlike university professors, for example, whose savage salary cuts can now be safely regarded as consistent with the letter and the spirit of the constitution.

Other recent cases illustrate all that is wrong with Greek justice. In a rather idiosyncratic interpretation of freedom of speech, a court in Athens delivered a guilty verdict (with a 10-month suspended sentence) on Philippos Loizos, a 27-year blogger. His crime? A blog that parodied Elder Paisios of Mount Athos, an obscure Greek orthodox monk (roughly the equivalent of Italy’s Padre Pio) who since his death in the mid-1990s has become something of a cult figure, his incoherent prophecies taken to be proof of sainthood by some members of the Church’s flock (but not, so far, the Church itself). What sealed the fate of the young blogger was the disapproval of an ultra-conservative chorus: it was after an indignant speech in Parliament by a MP of the violently far right Golden Dawn that the public prosecutor finally resolved to authorise the Electronic Crime Squad to divert scarce resources from their pursuit of paedophilia websites to the identification of the impertinent offender. Civil rights organisations protested, but were ignored.

This show of exemplary harshness in dealing with innocent fun contrasted unfavourably with the treatment of Christodoulos Xiros, a plurihomicide serving a life sentence (he was actually given 6 life sentences plus 25 years in jail) for his part in 33 terrorist attacks including 6 murders. In spite of all this, Xiros had been allowed out on short leave by two judges on seven occasions – until January 6th 2014, when he broke parole and went missing altogether. A few days later he posted a homemade film, in which he rambled about the armed struggle and threatened spectacular actions. Since then, security around EU officials and member state ministers visiting Athens for Presidency meetings has been tightened even further.

One of the ministerial meetings concerns immigration. Greece is calling for the revision of Dublin II Treaty provisions under which third-country nationals entering the EU illegally must apply for asylum in the country of entry, to which they will be returned if arrested elsewhere in the EU. Such provisions are seen as unfair to those member states (i.e. Greece but also Italy) with extended coastlines, through which the overwhelming majority of undocumented migrants are smuggled into Europe. In an unintended manifestation of the incapacity or unwillingness of the Greek Coast Guard to patrol borders effectively and humanely, 12 persons (including women and children) lost their lives on January 22nd 2014, when they fell overboard a boat they had shared with another 16 refugees fleeing Syria and Afghanistan. The Coast Guard, accused by survivors to have done nothing to avert the loss of life, and suspected by the UN refugee agency to operate a ‘pushback’ policy, received the immediate backing of merchant marine minister Miltiadis Varvitsiotis, who failed to call for an inquiry until urged to do so by European home affairs commissioner Cecilia Malmstrom.

All this less than a month into Greece’s semester as President of the EU: quite a change from the usually somnolent European affairs. Some fear (or hope) that further excitement is in store before the semester is over. The May 2014 European Parliament election, and the local and regional elections with which they are scheduled to coincide, risk turning to a rout for the government, backed by the conservatives and the socialists, i.e. the two political parties which ruled the country, sometimes (as now) in coalition, more often in competition to each other, since the restoration of democracy in 1974. The major beneficiaries, aided by a widely predicted low turnout, itself a sure sign of pervasive disenchantment, are expected to be the radical left SYRIZA and the neo-Nazi Golden Dawn.

Far right militants have been known to assault foreign migrants – or worse, as in the case of Shehzad Luqman, a 27-year-old Pakistani stabbed to death by two Golden Dawn supporters in January 2013. But what tipped the balance and finally spurred public authorities into action was the murder of a Greek, the hip-hop musician Pavlos Fyssas killed in September last year by a Golden Dawn gang. Prime Minister Antonis Samaras let it be known that he personally ‘asked’ the public prosecutor to arrest almost the entire party leadership on charges of organising a criminal group. (A few months earlier, the Prime Minister had unsuccessfully tried to reassure his European counterparts with the probably unintended pun that ‘racism is incompatible with the Greek DNA’.) As a result, the leader of Golden Dawn Nikos Michaloliakos, his deputy Christos Pappas, four other MPs and 14 party supporters have all remained in custody since October 2013.

As The Economist magazine rightly remarked, ‘the arrest of both leaders of an elected party is unprecedented for a member of the European Union’. As a matter of fact, many Greek liberals are also uncomfortable. Meanwhile, prosecutors have produced evidence of the party’s Führerprinzip structure, linking military-type operations carried out by local members to the leadership. Remarkably, all this does not seem to have made much of a dent to the party’s performance in opinion polls, and may have even reinforced its credentials as an ‘anti-systemic’ force, unfairly persecuted by the ‘Establishment’.

In a grim development, on November 1st 2013 a hitherto unknown ‘urban guerrilla’ group calling itself Militant Popular Revolutionary Forces carried out the ‘political execution’ of two Golden Dawn members (22-year old Manolis Kapelonis and 26-year old Giorgos Fountoulis) in cold blood, in revenge for the murder of Pavlos Fyssas.

‘Things fall apart / the centre cannot hold / mere anarchy is loosed upon the world’?

Is this a return to the street fighting of Weimar Republiκ and Spain’s Segunda República?

Not as bad as that, hopefully – but clearly too close for comfort.

How did Greece get into this mess?

2.

A large part (but not all) of the explanation for the Greece’s troubles certainly lies with the fallout from the recession and the austerity. The size of the economy in 2013 had contracted by over 23% in real terms relative to 2007. The loss in output, amounting to a dramatic fall in living standards, was far greater than in other southern European economies hit by the crisis (Italy: nearly -9%; Spain: almost -6%; Portugal: -7%) or Ireland (-7%) over the same period. So deep and drawn out a recession has few precedents in economic history (with the exception of the Great Depression in the United States, where GDP fell by almost 30% between 1929 and 1933).

The standard account of the country’s debt crisis begins in the end of 2009, when the incoming socialist government announced that earlier fiscal data had been misreported. Revised estimates for 2009 raised the budget deficit from 3.7% to 15.6% of GDP, and the public debt from 99.6% to 129.4% of GDP. Coming as the European economy smarted from the impact of the world financial crisis, and coinciding with sluggish growth everywhere, the news revived speculation about the future of the Eurozone, and shattered the credibility of Greece’s claim to remain part of it. Soon the cost of borrowing began to climb to prohibitive levels. It was about then that the Greek crisis started to assume unanticipated dimensions.

In response to market pressure, the government announced a first round of austerity in March 2010. This cost the government a great deal in terms of popularity, but failed to placate the markets. In April 2010, the rating agency Standard & Poor downgraded Greece’s credit rating to below investment grade (i.e. junk status). Spreads on 10-year government bonds (that is, interest rate differentials from German government bonds) began to rise sharply, reaching 1,000 basis points (i.e. 10 percentage points), compared to 200 basis points three months before. At that point, Greece effectively lost access to the international financial markets, and a sovereign debt crisis threatened to mutate into a solvency crisis.

After a considerable amount of vacillation, the ‘no-bailout’ clause of the Maastricht Treaty was unceremoniously set aside, clearing the way for a massive €110 billion loan from the European Commission, the European Central Bank and the International Monetary Fund (the ‘Troika’) in May 2010. The loan was designed to cover Greece’s borrowing requirements for three years, following which the country was assumed to return to the markets. In return for the loan, the government was forced to sign a ‘Memorandum of Economic and Financial Policies’. The Memorandum committed the government to sweeping spending cuts and steep tax increases, aimed to reduce the country’s public deficit below 3% of GDP by 2014. The provisions of the loan and the austerity programme have been revised several times since. The latest revision (Mid-term Fiscal Strategy Framework of 2013-2016) specified structural fiscal savings to the tune of €13.5 billion (7.15% of GDP) in 2013-2014. As a result, the government hopes to return a primary budget surplus (i.e. before interest payments) in 2014, with the economy registering zero growth (which, although unimpressive, would be a relief after six long years in recession).

The ‘Greek Programme’ eventually calmed international markets, but at the price of strong domestic reaction. Civil unrest reached a paroxysm on May 5th 2010, in the context of a huge and largely peaceful demonstration, when three employees lost their lives as extremists set fire to a high-street bank in Athens. The tragedy cast further doubt on the country’s future, and lengthened the odds that the bailout package might prove effective. It also prompted Paul Krugman to comment in a New York Times post (rather ominously titled ‘Greek End Game’) dated May 5th 2010: ‘If Greece were a highly cohesive society with collective wage-setting, a sort of Aegean Austria, it might be possible to [confront the crisis] via a collectively agreed reduction in wages across the board – an ‘internal devaluation’. But as today’s grim events show, it isn’t.’

As subsequent developments showed, that was the shape of things to come. The bailout package had thrown a lifeline to a practically bankrupt economy, but effectively removed power over economic policy away from democratically elected domestic actors, handing it over to external ones, widely seen as distant, inscrutable, and largely unaccountable. This provoked a nationalist backlash across the political spectrum, and transformed Greek politics almost overnight. Political rhetoric became virulent, often inflammatory. A new political cleavage emerged (those in favour vs. those opposed to the bailout package), recasting with a vengeance older divisions (pro-Europe vs. anti-western), and partly eclipsing more traditional demarcation lines (Left vs. Right). Populist formations on the radical Left and the far Right – including the criminal, avowedly neo-Nazi Golden Dawn – flourished.

In economic terms, austerity was introduced when the Greek economy was in recession, and made it deeper still. As the demand for goods and services fell, many businesses went bankrupt, others relocated, while most of those staying afloat resorted to pay arrears and/or layoffs. As a result, joblessness rose steeply: in October 2008 the seasonally adjusted unemployment rate stood at 7.5% of the labour force; five years later it had reached 27.8%.

In February 2012, the EC-ECB-IMF Troika persuaded a visibly reluctant government to try ‘internal devaluation’. The strategy’s main feature was a drastic cut in the minimum wage by 22% in nominal terms (32% for workers aged below 25), as a bid to boost competitiveness, revive the economy and reverse unemployment trends. Two years later, it seems doubtful that ‘internal devaluation’ works as intended. While the trade deficit did improve, on closer inspection this was brought about by declining demand rather than via a ‘supply-side’ effect. Imports fell sharply, while exports actually grew less than before. Unemployment continued to rise, even though arguably at a slower rate.

Crucially, the cut in minimum wages had repercussions across the earnings distribution. On the whole, average real wages lost more ground since 2009 than they had gained in the decade before that, and were 9% lower in 2013 than they had been in 2000. In the ‘informal sector’ (construction, agriculture, tourism, personal services), where employers are subject to few legal or other constraints except those implicit in the free play of unregulated market forces, earnings declined further. Rising taxes implied losses were even more pronounced in net terms.

Whether austerity policies, rather than simply being a response to structural weaknesses, actually aggravated the current recession, is a matter of heated debate among economists. Clearly, international agencies had seriously underestimated the size of the ‘fiscal multiplier’, that is the depth of recession associated with austerity. As a recent study by leading IMF economists Olivier Blanchard and Daniel Leigh conceded, early forecasts assumed a fiscal multiplier of about 0.5 (i.e. that reducing the budget deficit by $10 would lead to a drop in GDP of $5), while the actual effect turned out to have been around 1.5 (i.e. a deficit reduction of $10 has led to a drop in output of $15) or more. Larger fiscal multipliers seem to be present in the early phases of a recession, and in countries where the size of fiscal consolidation is large. This is a fair description of Greece in 2010, when the government’s fiscal consolidation effort was most successful: indeed, at about 5% of GDP, ‘no other OECD country has achieved such a fiscal improvement in a single year over the past three decades’, as the Organisation for Economic Co-operation and Development itself put it.

On the whole, there can be little doubt that austerity policies and the wider recession are closely connected. On the one hand, austerity policies causes aggregate demand to fall and therefore leads firms catering for the domestic market to reduce output, cut salaries and lay off personnel. On the other hand, the recession weakens the capacity of austerity policies to reduce the deficit (because of lower tax receipts and higher spending on social benefits), and feeds pressure for the adoption of harsher measures.

Clearly, however, domestic factors were crucial to the Greek crisis. It is worth remembering that for several years before its outbreak Greece had enjoyed a boom: real growth rates averaged 4.1% in 2000–07, compared to 2.5% in the EU27 as a whole. Nevertheless, behind the façade of prosperity based on strong consumer demand boosted by cheap credit, lay a largely uncompetitive economy. The steady deterioration of the current account (mostly exports minus imports of goods and services), its chronic deficit reaching 14.9% of GDP in 2008, was the clearest sign that the economy was in bad shape. The poor performance of Greek firms in export markets preceded the crisis and made the recession inevitable, at least to some extent. Furthermore, as mentioned before, the size of the Greek budget deficit, revealed to be 15.6% of GDP in 2009, against the 3% target stipulated in the Stability and Growth Pact (and the earlier assurance by the conservative government that it would not exceed 3.7% of GDP), made fiscal consolidation and hence austerity largely inescapable.

3.

While it is difficult to see how, given the poor state of the national economy and public finances, austerity could have been avoided in May 2010, the policy content of the ‘Greek programme’ remained open for negotiation, both externally (with the Troika of donors) and internally (with political and social actors at home).

Just how open is debatable. International financial assistance including debt relief to Greece, as to the other ‘Programme Countries’ (Portugal, Romania, Cyprus), was made conditional upon satisfactory progress on a detailed set of fiscal cuts and policy reforms, formalised in successive Memoranda of Understanding signed between the national government and the EC-ECB-IMF Troika. Ireland, Latvia and Hungary have exited similar programmes and are now subject to ‘post-programme surveillance’. The pressure of external constraints (the vincolo esterno) is also unmistakeable in Spain and Italy, even though a softer form of conditionality prevails there.

But while the standard account of detailed public policy measures being dictated to elected governments by unelected officials representing international organisations often contains more than an element of truth, some leeway – more successfully exploited in Ireland and Portugal – was, and to some extent still is, available.

Reducing the deficit, while at the same time protecting the most vulnerable and sharing equitably the burden of fiscal consolidation, was never going to be easy. But a responsible government, working together with a constructive opposition, should have been able to manage it. This has not happened so far. The responsibility largely lies with domestic actors: two key ingredients of a successful strategy of dealing equitably with the crisis (fighting tax evasion, and strengthening the social safety net) were urged by the Troika from the start, yet four years later little progress had been made on either front.

In this context, the experience of economic failure, near bankruptcy, deep and protracted recession, sudden fall in living standards, and bitter political conflict, has dangerously raised the temperature of public debate and turned Greece into a laboratory of political research.

The social impact of the Greek crisis has been considerable. The real income of 45% of the population in 2013 was below the 2009 poverty line. For some, poverty was extreme: the proportion of population unable to purchase a basic basket of goods had reached 14% in 2013 (from 2% in 2009). Those affected included the 1,200 malnourished children (2% of the school population in central Athens) who had meals delivered to them daily by municipal agencies. On the whole, because of gaps in the social safety net, only one jobless worker in ten had access to unemployment benefit. As long-term unemployment is set to remain high in the foreseeable future, the plight of children in jobless households, unsupported by social benefits, and ineligible for medical insurance (except for emergency care), has become Greece’s new social question.

In general, policy responses to the social effects of the crisis were misguided, inadequate or both. Tax evasion remained pervasive. Welfare reform did produce some improvements, but most cuts were indiscriminate, causing hardship and disrupting health and social services. Labour market reform was guided by the belief that lowering workers’ compensation and weakening labour market institutions was the key to restoring competitiveness. Reform of public administration was badly needed, but was conflated to a simple reduction in numbers of public employees. The sustained effort that is necessary to modernize the Greek state is still nowhere to be seen.

Current forecasts, including the most optimistic, predict a late, slow recovery with anaemic growth and persistently high unemployment. The policy challenges lying ahead seem more intractable than ever: how to set the economy on the path to sustainable growth, how to attract foreign investment, how to create high-skilled high-wage jobs, how to tax income and wealth fairly and efficiently, how to reform welfare in order to promote employment and provide effective social protection, how to tempt back the thousands of talented Greeks who have left the country to pursue more satisfactory careers abroad.

4.

In the meantime, economic misery and a social emergency, coupled with a pervasive sense of impotence and loss of control, make for an explosive cocktail. In particular, the loss of national sovereignty implicit in the terms of the bailout package is widely experienced as humiliating, and has fed a nationalist-populist backlash. The failure of public institutions to rise to the occasion by preventing the economic crisis from mutating into social disaster has bred disillusionment with parliamentary democracy and brought the far Right and extreme Left into the political mainstream. The combination of both has poisoned domestic politics.

Indeed, the upheavals of recent years have changed Greece’s political landscape beyond recognition. Established parties have lost authority and votes, while new ones have risen from the political margins to prominence. The rise of populist forces on Left and Right, and the emergence of violent extremism in the shape of the neo-Nazi Golden Dawn, undermine democratic institutions and raise troubling questions about the future of Greece as an open society and a stable democracy.

The polarization of domestic politics between those (tacitly) accepting the need for a bailout package and those (vociferously) rejecting it has helped divert attention from fundamental questions, such as the actual content of the reforms needed for Greece to exit the current crisis. While the populists in opposition explicitly shun reforms in favour of radical change or a return to the previous situation (sometimes both), the moderates in government often retreat to a default stance of older traditions of patronage, clientelism and corruption (albeit in the drastically altered context of harsh fiscal constraints). On the whole, the constituency for reform has turned out to be weak, as a result of which reforms have stalled.

Resistance to externally-imposed modernization, and attachment to old patterns of thought and action (and the material interests associated with them), even when these are proving to be counter-productive, is hardly new, nor is it confined to Greece. They are also present in other ‘Programme Countries’, albeit to a lesser extent; they were seen in earlier attempts to rescue and reform Latin America via conditionality; and they were identified as key obstacles to change by the former New Dealers involved in the Economic Cooperation Administration Mission to Greece under the Marshall Plan in the aftermath of World War II. (The rapid change in mood among American administrators in Greece from enthusiasm and boundless self-confidence to gloom and resigned cynicism is well documented in ‘Overseers in despair: American advisors in Greece, 1947-1953’, the splendid book (in Greek) of economic historian Michalis Psalidopoulos, currently on sabbatical leave at Tufts Fletcher School.)

Is there a way out?

5.

For some, the way out for Greece is a government headed by the radical left SYRIZA, which will finally put an end to the austerity by immediately rescinding the bailout agreement and by renegotiating Greece’s debt with EU partners. The party seems to believe that Europe is poised for a left turn, paving the way for a Keynesian dash for growth. Leaving aside the question of how realistic such an assessment may be, the recipe provides no solution to the economy’s underlying weaknesses (which led to the crisis in the first place). Still, the notion that it is possible to combine a North American-type pattern of consumption with a (nearly) Middle-Eastern model of production has proved persuasive so far, and is doing wonders for the party’s popularity.

The trouble with demagogic populism is that it is prone to disappointing its own supporters, getting them ready to turn for comfort to the next bunch of populist demagogues even more extreme than the first one. In this case, the next bunch waiting at the wings is pretty wild: the neo-Nazis of Golden Dawn.

Even if the threat of a resurgent far Right were somehow to be dealt with effectively, Greek politics would still face polarisation between the anti-western radicalism of SYRIZA and the conservative nationalism of Prime Minister Samaras. In this context, the social liberals and centre-left progressives wishing their country to be more ‘European’, in the sense of striving for the uniquely European combination of (in Ralf Dahrendorf’s words) economic prosperity, political liberty and social cohesion, have reason to feel marginalised.

To some extent, the decline and fragmentation of the ‘middle ground’ into a number of ineffectual, mutually hostile small parties (now including the once mighty socialists) is the cost of their failure to articulate a coherent strategy for renewal and reform: steering Greece away from the corruption and clientelism of the last four decades, while reaffirming their commitment to the robust democratic values and steady European orientation that marked the post-1974 Republic.

Not all is lost, however. As the 2010 local elections demonstrated, civil society candidates seen as progressive, competent and honest are capable of winning even when the political parties who back them are unpopular. Giorgos Kaminis (formerly the national Ombudsman) and Yiannis Boutaris (a successful wine maker) are running for re-election in May 2014 as Mayors of Athens and Thessaloniki respectively. Their win would be a triumph of hope over adversity – and a sure sign that the liberal centre and moderate left can be more resilient than they appear, when united under a suitable candidate.

Can such a coalition be created at national level? The answer is still unclear. But a recent manifesto signed by 58 intellectuals calling for the scattered and demoralised centre left to renew and unite has changed the terms of the political debate. It remains to be seen whether it can also change the course of events.

30 Ιανουαρίου 2014

Ποια Ελλάδα μετά την κρίση;

Ομιλία στην εκδήλωση της Προοδευτικής Συμμαχίας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με θέμα «Η διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: αποτελέσματα, αβεβαιότητες, προοπτικές» (Βρυξέλλες, Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014). Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice», καθώς και στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014).

1.
Όλες οι κρίσεις, ακόμη και οι πιο οδυνηρές, κάποτε τελειώνουν (μερικές φορές από καθαρή εξάντληση). Φαίνεται ότι αυτό πρόκειται να συμβεί και στη δική μας περίπτωση. Το 2014 ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι κοντά στο 0%. Αφορμή για θριαμβολογία; Σίγουρα όχι. Αλλά μετά από 6 συνεχή έτη σωρευτικής μείωσης του εθνικού εισοδήματος της τάξης του 23%, το 0% είναι ένα είδος προόδου. Όλα δείχνουν ότι σύντομα τα χειρότερα θα είναι πίσω μας. Η στιγμή είναι κατάλληλη για έναν απολογισμό. Και για έναν αναπροσανατολισμό. Τι ακριβώς μας συνέβη τα τελευταία χρόνια, πού βρισκόμαστε τώρα, προς τα πού πάμε, προς τα πού πρέπει να πάμε.

Το θέμα ασφαλώς δεν εξαντλείται σε μια εκδήλωση, ή  χωρίς να εξαντληθεί το ακροατήριο, ούτε πολύ περισσότερο στα 10’ της ομιλίας μου. Θα μείνω στα βασικά.

1.
Ας ξεκινήσω από αυτό που μου φαίνεται το κρισιμότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έγινε πιο άνιση και φτωχότερη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας μας στο πανεπιστήμιο, το 2013 14% των συμπολιτών μας είχαν τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν ήταν σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, ή να δανειστούν, ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς. Το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 2%.

Ποιοι είναι οι μεγάλοι χαμένοι της κρίσης; Όχι αυτοί που διαμαρτύρονται (εργαζόμενοι Δημοσίου και ΔΕΚΟ, αγρότες, δικαστές, ένστολοι κτλ). Αλλά αυτοί που προσπαθούν να επιβιώσουν χωρίς δουλειά, χωρίς επίδομα, συχνά χωρίς περίθαλψη (οικογένειες ανέργων, συχνά με παιδιά, που ζουν στις πόλεις). Αυτό είναι το «νέο κοινωνικό ζήτημα». Η διαιώνιση του δεν υπονομεύει μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά επίσης την πολιτική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης.

Πράγματι, ακόμη και με τα καλύτερα σενάρια για την οικονομία, η υψηλή ανεργία και η μεγάλη φτώχεια θα είναι μαζί μας για καιρό. Εάν δεν κάνουμε αυτό που πρέπει σήμερα, τα φτωχά παιδιά που σήμερα πηγαίνουν πεινασμένα στο σχολείο αύριο θα μένουν πίσω στα μαθήματα και μεθαύριο θα ψάχνουν για δουλειά χωρίς να έχουν προσόντα – έτσι θα είναι άνεργοι ή χαμηλόμισθοι, και θα παραμένουν φτωχοί, οι ίδιοι και τα παιδιά τους. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, που κάπως πρέπει να σπάσει.

Το πώς θα σπάσει είναι δύσκολο ερώτημα. Πάντως απαντήσεις υπάρχουν. Απλώς πρόκειται για μια συζήτηση που δεν φαίνεται να ενδιαφέρει πολλούς. Ίσως επειδή οι πολλοί νομίζουν ότι η φτώχεια είναι το αναγκαίο τίμημα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, και πολλοί άλλοι ότι για να αντιμετωπιστεί η φτώχεια θα πρέπει πρώτα να εξεγερθούμε μαζικά κατά της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Και οι μεν και οι δε κάνουν τραγικό λάθος – και το λάθος αυτό, παρά τη ρητορική (και ίσως τις προθέσεις), το πληρώνουν οι φτωχοί, οι άνεργοι, οι νέοι.

2.
Μεταξύ 2008q2 και 2013q2 χάθηκαν 950 χιλιάδες θέσεις εργασίας: 400+ χιλιάδες σε ηλικίες κάτω των 30, άλλες 350+ χιλιάδες στην ομάδα 30-44 ετών. Σχεδόν τα 2/3 άνδρες, αλλά οι γυναίκες είχαν ήδη χαμηλά ποσοστά απασχόλησης (που τώρα είναι ακόμη χαμηλότερα).

Πού θα βρουν δουλειά όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Με τι εισοδήματα; Εάν σύντομα η ελληνική οικονομία δεν αρχίσει να δημιουργεί εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας κάθε χρόνο, τότε η ανάκαμψη δεν θα είναι βιώσιμη (και το «νέο κοινωνικό ζήτημα» θα επιδεινώνεται διαρκώς και αυτό).

Παρακολουθώ με δυσπιστία τη συζήτηση για το «αναπτυξιακό σχέδιο» που χρειάζεται η χώρα. Ίσως επειδή είδα πού κατέληξαν προηγούμενα τέτοια σχέδια: στην κατασπατάληση τεράστιων κονδυλίων (ως επί το πλείστον κοινοτικής προέλευσης).

Δεν εννοώ ότι το πρόβλημα θα το λύσει η αγορά, ούτε ότι το μόνο που μπορεί να κάνει το κράτος είναι να μειώσει τους φόρους. Πιστεύω το αντίθετο: ότι η δημόσια πολιτική μπορεί να παίξει σπουδαίο ρόλο στην αναπτυξιακή απογείωση της χώρας: υπό τον όρο όμως ότι θα κινηθεί εντελώς διαφορετικά από ό,τι μέχρι σήμερα.

Πώς ακριβώς; Είπε μερικά πράγματα ο Τάσος Γιαννίτσης, και έχει πολύ γράψει περισσότερα στο εξαιρετικό βιβλίο του. Άλλες πολύτιμες ιδέες έχουν διατυπωθεί από άλλους (π.χ. από τον Αρίστο Δοξιάδη, στο επίσης εξαιρετικό δικό του βιβλίο). Θα προσθέσω μόνο μια σκέψη.

Δεν μπορούμε να κάνουμε μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο, και δεν πρέπει – αν και μια λελογισμένη μεταφορά πόρων και θέσεων εργασίας από οργανισμούς χωρίς αντικείμενο σε επιλεγμένους κλάδους του δημοσίου (όπως είναι η φροντίδα παιδιών) θα ήταν καλή ιδέα. Η μόνη μας ελπίδα είναι να ανθίσουν – και μετά να προκόψουν – χιλιάδες επιχειρήσεις, που να είναι κερδοφόρες, να πωλούν σε καλές τιμές προϊόντα και υπηρεσίες (ει δυνατόν στη διεθνείς αγορές), να δημιουργούν θέσεις εργασίες, να πληρώνουν καλούς μισθούς.

Η δουλειά της πολιτικής δεν είναι να μαντέψει σε ποιους τομείς θα συμβεί αυτό. Είναι να φροντίσει η Ελλάδα να γίνει μια χώρα όπου νέοι άνθρωποι με ιδέες και όρεξη για σκληρή δουλειά μπορούν να πάνε μπροστά, ακόμη και όταν δεν έχουν «τις κατάλληλες γνωριμίες».

Πίσω από αυτό τον στόχο, εάν πράγματι τον πάρουμε στα σοβαρά, βρίσκεται ένα ολόκληρο πρόγραμμα δημόσιας πολιτικής: για τη σύνδεση της έρευνας και της εκπαίδευσης με την παραγωγή, για τη ρύθμιση των αγορών, για τη φορολογία, για τη δημόσια διοίκηση – και για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής, που δεν προσβάλλει μόνο την απαίτηση για ισονομία, αλλά επίσης καθηλώνει την οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις.

3.
Όπως και το 2010, το μόνο ζήτημα για το οποίο έχει νόημα η πολιτική αντιπαράθεση είναι πώς θα κινηθούμε με τον επιτυχέστερο τρόπο μέσα στα στενά δημοσιονομικά περιθώρια.

Σε «στενά δημοσιονομικά περιθώρια» επειδή είτε με Μνημόνιο είτε χωρίς, αυτά θα ορίζουν το εξωτερικό περιβάλλον στο οποίο κινείται η οικονομία μας.

Με τον «επιτυχέστερο τρόπο» δηλ. με ευρεία συναίνεση για τις μεταρρυθμίσεις, με δίκαιη κατανομή των θυσιών της εποχής της κρίσης, θέτοντας τις βάσεις για την δίκαιη κατανομή των οφελών της εποχής της ανάκαμψης.

Είναι προφανές ότι η ιστορική αποτυχία του πολιτικού συστήματος είναι ότι αυτό μέχρι τώρα δεν έχει συμβεί, ή δεν έχει συμβεί αρκετά και αρκετά έγκαιρα. Και όταν λέω αποτυχία του πολιτικού συστήματος εννοώ όλου: του εγχώριου και του διεθνούς, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, των κομμάτων και των συνδικάτων, των επιχειρηματικών οργανώσεων και των μέσων ενημέρωσης.

Είναι μάλλον περιττό να σημειώσω ότι αυτή ακριβώς η αποτυχία του πολιτικού συστήματος έχει τροφοδοτήσει τις «αντισυστημικές» αντιδράσεις, τον εθνικισμό, την ξενοφοβία, τον λαϊκισμό, τον αντικοινοβουλευτισμό, την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

4.
Τι να κάνουμε;

Δεν είναι δική μου δουλειά να πω σε εσάς τι πρέπει να κάνετε. Προφανώς ο καθένας θα κάνει αυτό που θα τον φωτίσει ο Μεγαλοδύναμος (ή μάλλον αυτό που του υπαγορεύει η συνείδησή του). Μπορώ να σας πω τι κάνω εγώ, ή μάλλον τι κάνουμε εμείς, η λεγόμενη «Πρωτοβουλία των 58» για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς. Αλλά για αυτά θα έχουμε την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε, εδώ (εάν με ρωτήσετε) ή πίσω στην πατρίδα.

Θα ήθελα μόνο να απευθυνθώ στους φοιτητές μας, στους  υπόλοιπους νέους ανθρώπους, στις άλλες ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας μας. Και να τους πω ότι ελπίζω ότι θα βρουν τη δύναμη από τη μια να αντισταθούν στις Σειρήνες που τους υπόσχονται εύκολες λύσεις, γιατί τέτοιες λύσεις απλώς δεν υπάρχουν. Και από την άλλη να ξεπεράσουν την αποστροφή που τους προκαλεί η εκτεταμένη διαφθορά, τα πελατειακά δίκτυα, η διαπλοκή πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων – η «κακή πολιτική». Ώστε μετά να βρουν έναν θετικό και δημιουργικό τρόπο να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί,  ανακαλύπτοντας (ή μάλλον επινοώντας από την αρχή) την «καλή πολιτική». Θα είναι θαύμα εάν τα καταφέρουν. Αλλά ένα τέτοιο θαύμα χρειαζόμαστε για να σωθούμε.

23 Ιανουαρίου 2014

Το απεχθές χρέος, η φοροδιαφυγή και ο ΣΥΡΙΖΑ

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014).

Με δύο πρόσφατες δηλώσεις του, για τη φοροδιαφυγή και το απεχθές χρέος, ο Γιώργος Σταθάκης, βουλευτής και μέλος της σχετικά πιο ρεαλιστικής συνιστώσας του οικονομικού επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ, κατάφερε να αλλάξει το θέμα συζήτησης μεταξύ των οπαδών του κόμματος αυτού. Την περασμένη εβδομάδα μιλούσαν για το πόσο ΟΚ είναι να σκοτώνεις ανθρώπους, αρκεί να έχεις πολιτικό κίνητρο (μια ιδέα που ίσως θα έπρεπε να συζητήσουν πρώτα με τους αγαπημένους του Παύλου Φύσσα). Αυτή την εβδομάδα μιλάνε για ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Πάλι καλά, είναι και αυτό ένα είδος προόδου.

Με την πρώτη δήλωσή του έκλεισε το θέμα του απεχθούς χρέους, ελπίζω οριστικά. «Μόνο το 5% του ελληνικού χρέους μπορεί να χαρακτηριστεί επαχθές» δήλωσε ο Σταθάκης. Πολύ λέει. Για να είναι επαχθές ένα χρέος, θα πρέπει (α) να το πήρε μια δικτατορική κυβέρνηση, (β) να ξόδεψε τα λεφτά για δικό της όφελος (π.χ. σε κοσμήματα που τώρα είναι σε θυρίδες στην Ελβετία), και (γ) εν γνώσει των δανειστών. Ούτε ο εξωτερικός δανεισμός της χούντας του 1967-1974 (προσοχή στις ημερομηνίες) δεν ήταν όλος απεχθές χρέος, αφού ένα μέρος του ξοδεύτηκε π.χ. για να παραγραφούν τα δάνεια των αγροτών από την Αγροτική Τράπεζα.

Αυτονόητο; Προφανώς. Το πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ και λοιπές αντιμνημονιακές δυνάμεις δεν είναι μόνο ότι τα τελευταία 4 χρόνια το παραμύθι του απεχθούς χρέους λειτούργησε ως πολεμική κραυγή και συγκολλητική ουσία όλων των αγανακτισμένων, από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ έως τη Χρυσή Αυγή. Είναι επίσης ότι όλοι αυτοί φώναζαν ότι βασικά η οικονομία μας είναι μια χαρά, και ας εξάγουμε ελαιόλαδο για να εισάγουμε αυτοκίνητα. Θα σωθούμε εύκολα, αρκεί να κάνουμε δυο-τρεις έξυπνες κινήσεις, π.χ. να διαγράψουμε το απεχθές χρέος. Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι – και αν δεν πιστεύουν εμένα, ας ρωτήσουν τον Σταθάκη.

Η άλλη «έξυπνη κίνηση» που θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ για να μας σώσει είναι να φορολογήσει τους πλούσιους, πατάσσοντας τη φοροδιαφυγή. Εδώ τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα: το πρόβλημα είναι όντως μεγάλο. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή δεν συμβιβάζεται ούτε με δίκαιη διακυβέρνηση ούτε με δυναμική οικονομία. Όμως – όπως πάντα – τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Για τρεις κυρίως λόγους.

Πρώτον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η φοροδιαφυγή αυξάνεται τα τελευταία χρόνια. Το κίνητρο είναι σίγουρα ισχυρότερο. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στην κρίση σίγουρα μπαίνουν σε μεγαλύτερο πειρασμό να κλέψουν την Εφορία. Όμως, από τους βασικούς κλάδους της οικονομίας – πρωταθλητές της φοροδιαφυγής (τουρισμός, οικοδομή, προσωπικές υπηρεσίες), ο ένας ακμάζει, ο άλλος έχει καταρρεύσει, και ο τρίτος παραπαίει λόγω συρρίκνωσης της εσωτερικής ζήτησης. Άρα δύσκολα ο Σταθάκης θα κατάφερνε να φέρει στα δημόσια ταμεία περισσότερα λεφτά από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής από όσα φέρνει ήδη ο Θεοχάρης.

Δεύτερον, στην Ελλάδα δεν φοροδιαφεύγουν μόνο οι πλούσιοι, φοροδιαφεύγουν όλοι όσοι μπορούν: από τους αγρότες, τους μικρέμπορους, τους ελεύθερους επαγγελματίες έως τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρές. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις μας, τα οφέλη από τη φοροδιαφυγή είναι μεγαλύτερα στο χαμηλότερο και στο υψηλότερο τμήμα της κατανομής εισοδήματος. Άρα ναι, να καταπολεμήσουμε τη φοροδιαφυγή, το λέω χρόνια. Αλλά ας έχει υπόψη του το οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ ότι οι περισσότεροι από όσους θα πληγούν δεν είναι κάτοικοι Κολωνακίου αλλά αντιμνημονιακοί μικρομεσαίοι (και φυσικά οπαδοί της λαϊκής δεξιάς, και μέχρι χθες «μη προνομιούχοι» του ΠΑΣΟΚ).

Τρίτον, το πρόβλημα με εμάς τους Έλληνες δεν είναι τόσο ότι φοροδιαφεύγουμε λόγω ροπής προς την απάτη, λόγω γενετικής πονηριάς, λόγω αρχαίας δυσπιστίας μεταξύ πολιτών και κράτους κτλ. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου το αδίκημα σε στέλνει κατ’ ευθείαν φυλακή, ακόμη και αν είσαι ο Αλ Καπόνε ή ο Λύκος της Wall Street, το μέσο ποσοστό εισοδήματος που κρύβουν οι μισθωτοί (1%) και οι αυτοαπασχολούμενοι (σχεδόν 60%) είναι πάνω κάτω όσο και στην Ελλάδα. Απλώς στις ΗΠΑ (αναλογικά) πολύ περισσότεροι εργαζόμενοι είναι μισθωτοί, και πολύ λιγότεροι είναι αυτοαπασχολούμενοι από ό,τι στην Ελλάδα. Ακόμη και αν το ΣΔΟΕ γίνει FBI, με τη σημερινή δομή της οικονομίας και της απασχόλησης θα έχουμε φοροδιαφυγή.

Τι να κάνουμε; Να αφήσουμε τη φοροδιαφυγή ήσυχη; Όχι, το ακριβώς αντίθετο. Να την περιορίσουμε όσο μπορούμε. Αλλά να θυμόμαστε ότι ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχουμε είναι να ξεκολλήσουμε από το χρεωκοπημένο μοντέλο της φτηνής ανάπτυξης με εκατοντάδες χιλιάδες ατομικές επιχειρήσεις, και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς θα αποκτήσουμε σύγχρονες μεγάλες επιχειρήσεις. με εξαγωγικό προσανατολισμό, ανοιχτές στην καινοτομία, με οργανωμένο λογιστήριο, καλύτερες αμοιβές και εργασιακές σχέσεις.

Αλλά ξέχασα: Η ριζοσπαστική αριστερά μας (όπως τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης το ΚΚΕ) είναι εναντίον των μεγάλων επιχειρήσεων. Προτιμά χίλιες μικρές, και ας ρυπαίνουν περισσότερο, ας είναι ανήμπορες να οργανωθούν, να δικτυωθούν, να είναι ανταγωνιστικές, να πληρώνουν μισθούς της προκοπής, να εξάγουν – και να πληρώνουν φόρους.

Κοινωνική πολιτική για μια ρημαγμένη χώρα

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014).

Οι πολιτικές ελίτ, όλων των αποχρώσεων, απαρτίζονται κατά κανόνα από άτομα πιο μορφωμένα και πιο εύπορα από το μέσο όρο. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με όσους άλλους ασχολούνται με τα κοινά. Ο αγώνας για την επιβίωση δεν αφήνει ούτε χρόνο ούτε μυαλό για άλλα. Αυτό ισχύει πάντα και παντού. Ο προφανής κίνδυνος είναι οι συνήθως καλοπροαίρετοι άνθρωποι που αγωνιούν για το μέλλον της χώρας να αποκοπούν από τις πιο άμεσες και πιο πιεστικές αγωνίες ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας. Το λιγότερο που πρέπει να κάνουμε είναι να μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια ρημαγμένη χώρα.

1. Το «νέο κοινωνικό ζήτημα»

Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έγινε πιο άνιση. Όχι τόσο επειδή οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι – αυτό δεν φαίνεται να συνέβη. Αλλά επειδή οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας μας στο πανεπιστήμιο, 14% των συμπολιτών μας είχαν το 2013 τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν ήταν σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, ή να δανειστούν, ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς. Το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 2%.

Έγραψα παραπάνω «οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι». Για την ακρίβεια, οι παραδοσιακές κατηγορίες με χαμηλό εισόδημα (π.χ. οι ηλικιωμένοι που ζουν στην ύπαιθρο) φαίνεται να έχασαν λιγότερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι μεγάλοι χαμένοι δεν είναι αυτοί, αλλά μια νέα κατηγορία που τους έχει εκτοπίσει από τα χαμηλότερα σκαλοπάτια της κατανομής εισοδήματος (κυρίως οικογένειες ανέργων, συχνά με παιδιά, που ζουν στις πόλεις). Πολλές από αυτές τις οικογένειες έχουν βρεθεί χωρίς κανένα εργαζόμενο μέλος, χωρίς επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση, και συχνά χωρίς βιβλιάριο ασθένειας.

Αυτό είναι το «νέο κοινωνικό ζήτημα». Η διαιώνιση του δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά επίσης την πολιτική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης (όποτε αυτή έλθει). Συνεπώς, η αναγνώριση της κρισιμότητάς του πρέπει να είναι το σημείο εκκίνησης σε κάθε συζήτηση για την ανασυγκρότηση της χώρας μετά από 4+ χρόνια βαθιάς ύφεσης.

2. Πώς (δεν) ανταποκρίθηκε η Πολιτεία

Και άλλες χώρες πέρασαν μια σοβαρή οικονομική κρίση, ή περνάνε ακόμη (αν και όχι τόσο σοβαρή όσο εμείς). Και εκεί ο κόσμος πέρασε δύσκολα, ή περνάει ακόμη. Πουθενά όμως δεν ήταν η αντίδραση του οργανωμένου κράτους τόσο ανεπαρκής, τόσο καθυστερημένη και τόσο αναντίστοιχη με το μέγεθος του προβλήματος όσο εδώ.

Πράγματι, το κοινωνικό κράτος που βλέπουμε στην Ευρώπη και αλλού φτιάχτηκε την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από πολιτικούς ηγέτες που ήταν αποφασισμένοι να εμποδίσουν την επανάληψη όσων είχαν συμβεί την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η οικονομική ύφεση μετατράπηκε σε κοινωνική κρίση και μετά σε πολιτική αστάθεια. Αυτό δεν έπρεπε να ξανασυμβεί.
Και δεν συνέβη. Η σημερινή οικονομική ύφεση – κατά γενική ομολογία, η οξύτερη από τον μεσοπόλεμο – είχε μεν σοβαρές κοινωνικές συνέπειες, αλλά πολύ λιγότερο από ό,τι τότε. Η δημοκρατία αμφισβητείται αλλά δεν απειλείται. Οι εθνικισμοί σηκώνουν κεφάλι αλλά δεν απειλούν την ειρήνη. Ο ευρωσκεπτικισμός είναι σε άνοδο αλλά δεν απειλεί την ενωμένη Ευρώπη.

Το κοινωνικό κράτος, με όλα τα προβλήματά του, βοήθησε σε αυτό. Και το έκανε κάνοντας βασικά τη δουλειά του, που είναι να συμπληρώνει τα εισοδήματα – ιδίως των φτωχών και των ανέργων – όταν αυτά συμπιέζονται εξ αιτίας της οικονομικής ύφεσης.

Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Κάποιοι από εμάς είχαν προειδοποιήσει ότι δεν μπορούσε να γίνει, επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας που είχαμε δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες μιας οικονομικής κρίσης. Δεν είχε φτιαχτεί για να προστατεύει τους αδύναμους, αλλά τους προνομιούχους. Ήταν πανάκριβο, αλλά δεν είχε ένα δίχτυ ασφαλείας για τους φτωχούς. Αναδιένεμε πόρους, αλλά σε λάθος κατεύθυνση: από τους λιγότερο στους περισσότερο  εύπορους, αντί για το ανάποδο.

Δύο μόνο παραδείγματα: Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανέργων τετραπλασιάστηκε, αλλά ο αριθμός όσων παίρνουν επίδομα ανεργίας μειώθηκε (!), και σήμερα αντιστοιχεί σε 10,5% του συνόλου των ανέργων. Επίσης, 30 χρόνια (και πολλά δις ευρώ) μετά την ίδρυση του ΕΣΥ, με σκοπό να έχουν όλοι πρόσβαση στην περίθαλψη, ένα σχεδόν εκατομμύριο άτομα έχουν χάσει το δικαίωμα ανανέωσης του βιβλιαρίου ασθενείας – είτε επειδή είναι άνεργοι, είτε επειδή έκαναν διακοπή επαγγέλματος, είτε επειδή χρωστάνε στο ταμείο τους.

3. Οι αιτίες της αποτυχίας

Το πρόβλημα είναι ότι εδώ η κατανομή πόρων και δικαιωμάτων δεν γίνεται με βάση την ανάγκη για κοινωνική προστασία, ούτε με βάση γενικούς κανόνες που εγγυώνται την ισονομία των πολιτών, αλλά με βάση την πολιτική ισχύ των ομάδων πίεσης.

Αυτό συνέβαινε και πριν την κρίση: Τα πολλά δις ευρώ που πληρώναμε για την υγεία γίνονταν εισοδήματα για γιατρούς, κλινικάρχες, φαρμακοποιούς, φαρμακοβιομήχανους, ιδιοκτήτες διαγνωστικών κέντρων, εισαγωγείς και προμηθευτές. Σπανίως μεταφράζονταν σε περισσότερες και καλύτερες υπηρεσίες για ασθενείς.

Στην κρίση, τα πολλά δις ευρώ για την υγεία μειώθηκαν – π.χ. έπεσαν στο επίπεδο του 2007 ή του 2005. Για ένα σύστημα υγείας που στοιχειωδώς λειτουργεί κάτι τέτοιο είναι ασφαλώς δυσάρεστο αλλά όχι καταστροφικό. Εδώ ζήσαμε εικόνες πλήρους διάλυσης. Λόγω των μέτρων, προφανώς, αλλά επίσης λόγω του ότι οι περισσότεροι από τους ωφελημένους της προηγούμενης περιόδου άρχισαν να παλεύουν με νύχια και με δόντια για να αποσπάσουν ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι από μια πίτα που είχε στο μεταξύ συρρικνωθεί. Μεταφέροντας το βάρος των μέτρων στους πιο αδύναμους, δηλ. στους ασθενείς, που έμεναν χωρίς φάρμακα και χωρίς βασικές υπηρεσίες.

Τα ίδια στις συντάξεις (κάθε χρόνο πληρώνουμε μισό δις στη ΔΕΗ για να δίνει συντάξεις πολύ μεγαλύτερες από το μισθό μου σε συνταξιούχους πολύ νεώτερους από εμένα), τα ίδια στην Πρόνοια κτλ. κτλ.

4. Οι συνέπειες της αποτυχίας

Μια κρίση είναι πάντοτε ένα κρίσιμο τεστ του πόσο ικανή και πόσο πρόθυμη να βοηθήσει τους πολίτες που πλήττονται περισσότερο είναι η δημοκρατική Πολιτεία.
Είναι μάλλον περιττό να σημειώσω ότι σε αυτό το τεστ η δική μας δημοκρατική Πολιτεία πήρε άθλιο βαθμό. Και η αποτυχία του «συστήματος» (εδώ, του συστήματος κοινωνικής προστασίας) τροφοδότησε τις «αντισυστημικές» αντιδράσεις που βλέπουμε γύρω μας: τον αντικοινοβουλευτισμό, τον λαϊκισμό, την ξενοφοβία, την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

5. Τι να κάνουμε;

Φοβάμαι ότι το ένα τραίνο (εκείνο της έγκαιρης παρέμβασης για την ενίσχυση των φτωχών και των ανέργων) το έχουμε χάσει ήδη. Όμως, ακόμη και με τα καλύτερα σενάρια για την οικονομία (ανάκαμψη μέσα στο 2014) η υψηλή ανεργία και η μεγάλη φτώχεια θα είναι μαζί μας για καιρό, οπότε προλαβαίνουμε έστω και τώρα (…).

Το άλλο τραίνο περνάει μπροστά μας τώρα. Εάν δεν κάνουμε αυτό που πρέπει, τα φτωχά παιδιά που σήμερα πάνε πεινασμένα στο σχολείο αύριο θα μείνουν πίσω στα μαθήματα, μεθαύριο θα ψάχνουν για δουλειά χωρίς να έχουν προσόντα, και έτσι θα είναι άνεργοι ή χαμηλόμισθοι, και θα παραμείνουν φτωχοί, οι ίδιοι και τα δικά τους παιδιά. (Ο Δήμος Αθηναίων, κάνοντας σκληρές οικονομίες, καταφέρνει να μοιράζει σε τέτοια παιδιά 12.000 μερίδες την ημέρα – αλλά οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες.) Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει.

Πώς;

Χρειαζόμαστε νέες προτεραιότητες κοινωνικής πολιτικής.  Το σύνθημα εδώ πρέπει να είναι «έγνοια για τους αδύναμους – ισονομία / ενιαίοι κανόνες για όλους».

Αλλαγή έμφασης: όχι στην πρόωρη συνταξιοδότηση των μητέρων ανηλίκων, ναι σε θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλα τα μικρά παιδιά. Λιγότερες συντάξεις (με καλύτερη περίθαλψη), περισσότερη βοήθεια στις οικογένειες με παιδιά, στις εργαζόμενες μητέρες, στους νέους άνεργους, στους νέους επιχειρηματίες.

Νέο κοινωνικό συμβόλαιο: δημόσια εγγύηση μιας ελάχιστης δέσμης βασικών κοινωνικών υπηρεσιών και εισοδηματικών ενισχύσεων. Με ουσιώδη περίθαλψη, παιδική φροντίδα, σχολικά γεύματα, βασικές συντάξεις, στήριξη εισοδήματος των φτωχών και των ανέργων.

Μια τέτοια ελάχιστη δέσμη δεν μπορεί παρά να είναι αναγκαστικά λιτή, και συμβατή με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Αλλά μπορεί να είναι αξιόλογη. Και πρέπει να είναι εκεί για όλους.

15 Ιανουαρίου 2014

Βιώσιμη ανάπτυξη και πολιτική σταθερότητα με αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Ναυτεμπορική» με θέμα «Έξι χρόνια ύφεσης» (Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014)

Οι επίσημες προβλέψεις για σταθεροποίηση της οικονομίας μέσα στο 2014 είναι πιθανό να επαληθευθούν. Άλλωστε, όλες οι κρίσεις κάποτε τελειώνουν. Όμως, οι πληγές που αφήνουν πίσω τους δεν επουλώνονται εύκολα, ούτε γρήγορα (ούτε από μόνες τους).

Αυτό ισχύει και με τη δική μας κρίση, που ήταν (και είναι ακόμη) βαθιά και παρατεταμένη. Όπως όλοι γνωρίζουμε, μετά από 6 και πλέον χρόνια ύφεσης η ελληνική οικονομία έχει συρρικνωθεί κατά ένα τέταρτο περίπου. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αναιμική ανάκαμψη στην καλύτερη περίπτωση. Εάν επαληθευθούν, θα πάρει πολύ καιρό – δεκαετίες ίσως – για να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος: για να επανέλθουμε στο βιοτικό επίπεδο προ κρίσης, και κυρίως για να απορροφηθεί το «πλεονάζον» σήμερα εργατικό δυναμικό. Θυμίζω ότι μιλάμε για 1,5 περίπου εκατομμύριο ανθρώπους, με σάρκα και οστά. Πολλοί από αυτούς ζουν σε νοικοκυριά όπου δεν εργάζεται κανείς. Μερικοί έχουν μικρά παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στην ανέχεια. Οι περισσότεροι δεν λαμβάνουν επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση από το κράτος. Εκατοντάδες χιλιάδες έχουν χάσει το δικαίωμα στην περίθαλψη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, πρόκειται για το νέο κοινωνικό ζήτημα της εποχής μας.

Μήπως θα πρέπει απλώς να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι μια «χαμένη γενιά», που είχε την ατυχία να βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος εποχή; Ότι όπως κάθε κρίση, έτσι και η δική μας υπήρξε μια διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής»; Ότι αυτή η (ευεργετική κατά βάθος) διαδικασία είναι αναπόφευκτο να έχει «παράπλευρες απώλειες»; Ότι εν πάση περιπτώσει κάπως έτσι πάνε τα πράγματα μπροστά, με κερδισμένους και χαμένους; Μήπως λοιπόν καλά θα κάναμε όλοι να αφήσουμε το παρελθόν και να επικεντρωθούμε στο μέλλον;

Είμαι βαθιά πεισμένος πως όχι: κάτι τέτοιο θα ήταν (άλλο ένα) μεγάλο λάθος. Τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές ελίτ – όλες: κυβέρνηση και «αντιμνημονιακή» αντιπολίτευση – έδωσαν εξετάσεις συνετούς και δίκαιης διαχείρισης της σοβαρότερης κρίσης στη νεώτερη ιστορία μας, και απέτυχαν παταγωδώς. Το ίδιο παταγωδώς απέτυχαν οι κοινωνικές οργανώσεις (εργοδοτικές οργανώσεις και εργατικά συνδικάτα), τα μέσα ενημέρωσης, οι υπόλοιποι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, η κοινή γνώμη η ίδια. Το λογαριασμό για αυτή την αποτυχία ήδη τον πληρώνουν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, άνεργοι, φτωχοί. Για το καλό όλων αυτών, αλλά και για το καλό όλων μας, το νέο κοινωνικό ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί, έστω και καθυστερημένα. Το να παραβλέψουμε αυτή την επείγουσα ανάγκη θα ήταν πρώτα-πρώτα προσβολή στο δράμα των θυμάτων της περιόδου που (δείχνει να) φτάνει στο τέλος της. Όχι μόνο όμως. Η αδιαφορία για τις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης θα ήταν επίσης ένδειξη κολοσσιαίας μυωπίας έναντι μιας εκρηκτικής κατάστασης που δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά και την πολιτική σταθερότητα, και επίσης τη βιωσιμότητα της οικονομικής ανάκαμψης, όποτε αυτή αρχίσει.

Πόσο σοβαρό είναι το νέο κοινωνικό ζήτημα; Δίχως αμφιβολία, η σοβαρότερη από τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης είναι η κατακόρυφη άνοδος της ακραίας φτώχειας, που είναι απόρροια της μεγάλης αύξησης της ανεργίας σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Πόση ακριβώς είναι η ακραία φτώχεια στην Ελλάδα, και πώς έχει μεταβληθεί τα τελευταία χρόνια, ήταν το θέμα πρόσφατης μελέτης της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών («Η ανατομία της φτώχειας στην Ελλάδα του 2013», από τον υπογράφοντα και τη Χρύσα Λεβέντη, διαθέσιμη στο www.paru.gr).

Στη μελέτη αυτή θέσαμε το εξής ερώτημα: πόσοι συμπολίτες μας έχουν τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς είτε να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε να δανειστούν, είτε να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς; Είχαμε προηγουμένως υπολογίσει το κόστος αγοράς ενός τέτοιου καλαθιού αγαθών σε €233 (άτομο που ζει μόνο) και €684 το μήνα (ζευγάρι με δύο παιδιά), για νοικοκυριά που μένουν στην Αθήνα και δεν βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου. Διαπιστώσαμε ότι 14% του πληθυσμού το 2013 είχε εισόδημα κάτω από αυτό το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως το όριο ακραίας φτώχειας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, το αντίστοιχο ποσοστό το 2009 ήταν μόλις 2%.

Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι (λίγο πάνω από 1,5 εκατομμύριο); Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν ακόμη να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις που είχαν εξοικονομήσει στο παρελθόν, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες (μάλλον όχι πια καταναλωτικά δάνεια), είτε συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας άλλους απλήρωτους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια). Προς το παρόν, οξύ πρόβλημα επιβίωσης αντιμετωπίζουν λιγότεροι. Όσο όμως παρατείνεται η κρίση, ο αριθμός τους αναγκαστικά θα αυξάνεται.

Για μερικές ομάδες του πληθυσμού η αύξηση της ακραίας φτώχειας είναι ακόμη δραματικότερη. Εκτιμάμε ότι 20% των παιδιών (έναντι 4% το 2009) ζει σε οικογένειες που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κατάσταση των ανέργων δείχνει να είναι ακόμη χειρότερη (ποσοστό ακραίας φτώχειας 34% το 2013, από 5% το 2009). Ακόμη: 24% όσων ζουν σε νοικοκυριά που βαρύνονται από ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, 21% όσων μένουν στην Αθήνα, 18% των ατόμων ηλικίας 30 έως 45 ετών, καθώς και 16% των αυτοαπασχολουμένων φαίνεται να διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης. (Είναι προφανές ότι οι ομάδες του πληθυσμού που αναφέρονται εδώ εν μέρει αλληλοεπικαλύπτονται, αφού το ίδιο νοικοκυριό μπορεί κάλλιστα να ανήκει σε περισσότερες από μια ομάδες – π.χ. άνεργοι, 30-44 ετών, σε οικογένειες με παιδιά, που ζουν στην Αθήνα, σε ενοικιαζόμενη κατοικία.)

Η κάθοδος στην ακραία φτώχεια ενός τόσο υψηλού (και αυξανόμενου) τμήματος του πληθυσμού αποκαλύπτει την αδυναμία του συστήματος κοινωνικής προστασίας να αποτρέψει την ακραία φτώχεια σε συνθήκες βαθειάς και παρατεταμένης ύφεσης. Πράγματι, η φτώχεια των ανέργων έχει φτάσει σε επίπεδα συναγερμού και επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα (αντίθετα από ό,τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) απέτυχε να ανταποκριθεί στην αύξηση του αριθμού των ανέργων θέτοντας σε κίνηση συμπαγείς μηχανισμούς στήριξης του εισοδήματος τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ο αριθμός των ανέργων είχε ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο 350 χιλιάδες, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας το ίδιο τρίμηνο ήταν 158 χιλιάδες: με άλλα λόγια, μόλις 1 στους 9 ανέργους (ποσοστό 11,7%).

Τι μπορεί ρεαλιστικά να γίνει για την αντιμετώπιση του νέου κοινωνικού ζητήματος; Δύο πράγματα. Πρώτον, πύκνωση της εισοδηματικής στήριξης. Επιμήκυνση της διάρκειας του τακτικού επιδόματος ανεργίας από 12 σε 24 μήνες όσο η ανεργία μένει πάνω από 10% (σύμφωνα και με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΟΟΣΑ). Επέκταση του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας σε όλους τους ανέργους που ζουν σε οικογένειες χαμηλού εισοδήματος, χωρίς άλλες προϋποθέσεις (τουλάχιστον μέχρι τη γενίκευση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος). Θεσμοθέτηση επιδόματος κατοικίας με εισοδηματικά κριτήρια στη θέση του επιδόματος ενοικίου ΟΕΚ που καταργήθηκε («προσωρινά») το 2010, όπως έχει προτείνει ο ΟΟΣΑ και όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση. Εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε εθνική κλίμακα μετά από προσεκτική μελέτη των διδαγμάτων της πιλοτικής φάσης που έχει προγραμματιστεί για το 2014, όπως έχει προτείνει το ΔΝΤ.

Δεύτερον, αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών. Γεύματα στα σχολεία για τους μαθητές δημοτικού, όπως υποστηρίζει ο ΟΟΣΑ στην πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα. Επέκταση της παιδικής φροντίδας με κουπόνι (voucher) που θα εξαργυρώνεται σε πιστοποιημένους βρεφονηπιακούς σταθμούς (δημοτικούς ή ιδιωτικούς), όπως προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αποκατάσταση του προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι», με στόχο τη στήριξη με υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής φροντίδας και καθημερινής φροντίδας όλων των ηλικιωμένων που ζουν μόνοι. Αποσύνδεση της περίθαλψης από την ασφάλιση, για ίση πρόσβαση στην υγεία όλων, και ειδικά των φτωχών, των ηλικιωμένων, των χρόνια ασθενών.

Ένα τέτοιο σχέδιο ενδυνάμωσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας σίγουρα δεν είναι δωρεάν. Αλλά τα κοινωνικά προβλήματα που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει έχουν και αυτά κόστος, σημερινό και μελλοντικό. Το κόστος αυτό είναι πιθανότατα υψηλότερο – και μπορεί κάποτε να αποδειχθεί δυσβάσταχτο για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική.

16 Δεκεμβρίου 2013

Η επόμενη μέρα για τη ΔΗΜΑΡ

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013).

Με το τέλος του 2ου συνεδρίου της ΔΗΜΑΡ ολοκληρώνεται η μετάλλαξη του κόμματος αυτού από πάλαι ποτέ ελπίδα του τόπου σε ένα από τα πιο αρτηριοσκληρωτικά πολιτικά σχήματα της πρόσφατης ιστορίας του. Πώς θα επηρεάσει αυτό τις πολιτικές εξελίξεις, και ειδικά στο χώρο της κεντροαριστεράς;

Κατ’ αρχήν μια απαραίτητη διευκρίνιση: Παρότι οργανωτικά παραμένω ακόμη μέλος της ΔΗΜΑΡ, συναισθηματικά έχω αποχωρήσει προ πολλού. Όχι επειδή κάποια στιγμή βρέθηκα στη μειοψηφία – αυτό όντως συνέβη, αλλά κάτι τέτοια ποτέ δεν με ενόχλησαν. Άλλος ήταν ο κύριος λόγος: ότι το κόμμα αυτό έπαψε να συζητά, να σκέφτεται συλλογικά, ακόμη και να διαφωνεί, όπως είναι φυσικό να διαφωνούν άνθρωποι που πονούν μια κοινή υπόθεση.

Πράγματι, οι πιο σημαντικές αποφάσεις στη σύντομη ιστορία της ΔΗΜΑΡ ξεπήδησαν έτοιμες από το κεφάλι του προέδρου της, χωρίς την παραμικρή συζήτηση στα αρμόδια (υποτίθεται) όργανα. Η επιμονή σε μια soft αντιμνημονιακή τοποθέτηση. Η μη συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Η εκλογική συνεργασία με όσους από τους πρώην εθνολαϊκιστές (ενίοτε αυριανιστές) δεν χώρεσαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Η συμμετοχή στην κυβέρνηση Σαμαρά. Η φαεινή ιδέα του συστήματος 4-2-1, δηλ. της απλής αναλογικής στους κομματικούς διορισμούς σε κρατικές θέσεις. Οι «κόκκινες γραμμές» για το επίδομα γάμου. Οι πλάγιες εξυπηρετήσεις στους δικαστές και τους δικηγόρους. Η αποχώρηση από την κυβέρνηση Σαμαρά. Η απόρριψη της πρωτοβουλίας των 58. Η «αριστερή στροφή». Όλα αυτά με πρωτοβουλία μιας στενής ομάδας, που επιζητούσε εκ των υστέρων την έγκριση των κομματικών οργάνων – και την έπαιρνε! Όπως στις χειρότερες παραδόσεις των κομμουνιστικών κομμάτων ή του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου.

Στο πανεπιστήμιο (όπου εργάζομαι), δυο-τρία ηγετικά στελέχη της ΔΗΜΑΡ κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια να σπαταλήσουν το τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο που είχε συσσωρευθεί την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Όταν χιλιάδες πανεπιστημιακοί επέλεξαν να ασχοληθούν για πρώτη φορά ή μετά από πολύ καιρό με τα κοινά για να ανατρέψουν μια ακροαριστερή συνδικαλιστική ηγεσία που φλέρταρε ανοιχτά με τη βία και την ανομία, εκλέγοντας μια μετριοπαθή προοδευτική και μεταρρυθμιστική πλειοψηφία. Ε λοιπόν, σήμερα η κατάσταση είναι αγνώριστη: οι συνδικαλιστές της ΔΗΜΑΡ ανέτρεψαν την κεντροαριστερή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (ομοσπονδίας των πανεπιστημιακών) στην οποία συμμετείχαν, δεν ενδιαφέρονται πια για τη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων, και γενικώς κανείς δεν γνωρίζει ποιον και τι ακριβώς εκπροσωπούν. Μεγάλο επίτευγμα, και όχι εύκολο: χρειάστηκε πρώτα να διαλυθεί η πολυπληθέστερη και δυναμικότερη οργάνωση της ΔΗΜΑΡ, ο τομέας παιδείας. Τα πιο ζωντανά μέλη της οργάνωσης, με την πιο πρωτότυπη σκέψη, έχουν πλέον αποχωρήσει ή περιθωριοποιηθεί. Αλλά η ηγεσία είναι πολύ ευχαριστημένη που έχει αποκαταστήσει την τάξη.

Επαναλαμβάνω, το να ανήκεις σε ένα κόμμα που απορρίπτει τη μια ή την άλλη πρότασή σου πάει κι έρχεται. Το να ανήκεις σε ένα κόμμα που δεν σε ακούει καν, δεν λαμβάνει καν υπόψη τη γνώμη σου, δεν έχει κανένα νόημα – εκτός και αν προσβλέπεις σε αδιευκρίνιστα οφέλη, συνήθως όχι ιδιαίτερα ανιδιοτελή. Κάτι τέτοια απομάκρυναν τους εκατοντάδες ανθρώπους «των γραμμάτων και τεχνών» που είχαν υπογράψει το καλοκαίρι του 2010 τη διακήρυξη που χαιρέτιζε με ελπίδα την ίδρυση της Δημοκρατικής Αριστεράς. Η παρακμιακή ατμόσφαιρα του 2ου συνεδρίου δικαίωσε την επιλογή τους να απομακρυνθούν.

Και τώρα τι; Η ηγεσία της ΔΗΜΑΡ αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη της στην πρωτοβουλία των 58. Ο υπολογισμός είναι ότι τώρα η πρωτοβουλία αυτή ή θα ξεφουσκώσει ή θα βρεθεί υποτελής σε ένα χώρο που κυριαρχείται από το ΠΑΣΟΚ και τον αγώνα του για επιβίωση.

Πρόκειται για υπολογισμό μυωπικό. Αυτό που θα παιχτεί στην επόμενη φάση δεν είναι η επιβίωση της μιας ή της άλλης κομματικής ηγεσίας: αυτό αφορά ελάχιστους εκτός από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Το διακύβευμα της επόμενης φάσης είναι η ανασυγκρότηση του χώρου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ σε μια μεγάλη προοδευτική παράταξη που εκτείνεται από το φιλελεύθερο κέντρο έως τη δημοκρατική αριστερά. Μια παράταξη που απορρίπτει τόσο την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού όσο και το μισαλλόδοξο εθνολαϊκισμό. Και που θέλει να εργαστεί για την αποκατάσταση της νομιμότητας παντού, για την ανανέωση των θεσμών, για μια δυναμική οικονομία σε μια κοινωνία συνοχής και αλληλεγγύης. Τίποτε λιγότερο από αυτό.

Δεν ξέρω αν η προσπάθεια των 58 για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς θα πετύχει. Ξέρω όμως πώς αποκλείεται να πετύχει: με τη μέθοδο των συνεννοήσεων με τις κομματικές ηγεσίες πίσω από κλειστές πόρτες. Σέβεται τα σημερινά κόμματα, αλλά πηγαίνει πέρα από αυτά. Για αυτό απευθύνεται σε όλους τους πολίτες που δηλώνουν «κεντροαριστεροί», είτε ανήκουν στα σημερινά κόμματα είτε (όπως είναι συνηθέστερο) όχι. Στους πολίτες αυτούς – όχι στα κομματικά επιτελεία – θα πρέπει να δοθεί ο πρώτος λόγος για όλες τις κρίσιμες αποφάσεις: επιλογή συμβόλων και ονόματος, επεξεργασία του προγράμματος, επιλογή υποψηφίων στις ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου. Με προκριματικές εκλογές και εσωτερικά δημοψηφίσματα, όπου δικαίωμα συμμετοχής θα έχουν όλοι όσοι θέλουν να συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση του χώρου.

Σε αυτή την προσπάθεια οι πόρτες είναι ανοιχτές σε όλους. Οπωσδήποτε στα εκατοντάδες μέλη της ΔΗΜΑΡ που αγωνίστηκαν να πείσουν την ηγεσία να αγκαλιάσει την πρωτοβουλία – και απέτυχαν. Αλλά ασφαλώς και στα υπόλοιπα μέλη, σε όσους δεν έχουν πειστεί ακόμη.

Στα 3+ χρόνια που βρέθηκα στο κόμμα αυτό γνώρισα περισσότερους επαγγελματίες της πολιτικής και αδίστακτους «τεχνικούς της εξουσίας» από όσους περίμενα. Αλλά γνώρισα επίσης χιλιάδες καθαρούς ανθρώπους που ενθουσιάζονται, παθιάζονται, απογοητεύονται, ηττώνται, και είναι έτοιμοι να αρχίσουν πάλι από την αρχή. Αυτοί οι άνθρωποι, δημοκράτες και αριστεροί, προοδευτικοί στις ιδέες και φιλελεύθεροι στη συμπεριφορά, είναι πολύτιμη πρώτη ύλη της αυριανής Ελλάδας. Με αυτούς τους ανθρώπους δεν πρέπει να χαθούμε.

15 Δεκεμβρίου 2013

Η κεντροαριστερά και το «ηθικό ζήτημα»

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» (Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013).

Πόσο πετυχημένη ήταν η εκδήλωση της «Πρωτοβουλίας των 58» στο Ακροπόλ την περασμένη Δευτέρα;
Όχι παρά πολύ – εάν την κρίνουμε με το απαιτητικό μέτρο της ανασύστασης μιας μεγάλης προοδευτικής παράταξης που εκτείνεται από το φιλελεύθερο κέντρο έως τη δημοκρατική αριστερά.
Μάλλον αρκετά – εάν την κρίνουμε με γνώμονα τις θυμωμένες αντιδράσεις όσων πίστεψαν ότι το μέλλον της πολιτικής αντιπαράθεσης στη χώρα μας είναι ο μικρός διπολισμός, η άγονη σύγκρουση μεταξύ του παλαιοκομματισμού της ΝΔ και του εθνολαϊκισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι αυτό το μέλλον μας, ή μάλλον δεν χρειάζεται να είναι. Αρκεί η κεντροαριστερά να ξαναγίνει υπολογίσιμος αντίπαλος.
Πάντως, είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της κοινής γνώμης αντιδρά στην προοπτική ανασύστασης της κεντροαριστεράς κυρίως επειδή αισθάνεται απέχθεια προς μερικά από τα προβεβλημένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ (ή και όλα) που ήταν παρόντα στην εκδήλωση. Και απαιτεί να μάθει τι σκέφτονται για αυτό οι «58».
Δεν ξέρω τι σκέφτονται οι άλλοι «57» (αν και μπορώ να φανταστώ). Ευχαρίστως όμως να σας πω τι σκέφτομαι εγώ.
Κατ’ αρχήν, νομίζω ότι το θέμα δεν επιδέχεται υπεκφυγές. Η κεντροαριστερά δεν έχει πολύ μέλλον εάν πρώτα δεν ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν. Αυτό σημαίνει να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν για τη χρεωκοπία της χώρας. Όχι για να γυρίσουμε πίσω. Αλλά επειδή η χρεωκοπία έφερε το Μνημόνιο, επειδή το Μνημόνιο έφερε την βαθιά ύφεση που βιώνουμε τώρα, και επειδή με τις συνέπειες της ύφεσης θα ζούμε αρκετά χρόνια. Δεν θα βγούμε από την κρίση χωρίς να απορρίψουμε την πολιτική κουλτούρα που μας έφερε σε αυτήν.
Πρέπει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι παρότι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός του 2008-2009 υπήρξε έργο των κυβερνήσεων Καραμανλή, στην πραγματικότητα ήταν οι παθογένειες της υπερεικοσαετούς κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ που επέτρεψαν στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό να πραγματοποιηθεί, έχοντας προηγουμένως διαβρώσει τις θεσμικές και άλλες αντιστάσεις.
Στη δημόσια συζήτηση αυτές οι παθογένειες ταυτίζονται με το μαύρο χρήμα και τη διαφθορά των πολιτικών. Αυτές είναι δίχως άλλο σημαντικές, επειδή δίνουν τον τόνο του τι επιτρέπεται και τι όχι σε μια πολιτεία. Στην πραγματικότητα όμως οι παθογένειες πάνε πολύ μακρύτερα. Αυτό που έφερε τη χώρα στην χρεωκοπία (και την κρατά ακόμη βυθισμένη στην ύφεση) είναι η άλωση του κράτους από ιδιωτικά συμφέροντα, δηλ. η ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος από ομάδες συμφερόντων για ιδιοτελείς σκοπούς.
Κάπου εδώ η συζήτηση γίνεται άβολη, επειδή το θέμα παύει να προσφέρεται για εύκολη δημαγωγία. Το ΠΑΣΟΚ όντως επιδόθηκε σε πελατειακούς διορισμούς, εξέθρεψε συντεχνίες, σπατάλησε δημόσιο χρήμα σε αγορές του αιώνα, πολιτιστικές πρωτεύουσες, ολυμπιακούς αγώνες, φαραωνικά έργα, κοινοτικά προγράμματα. Αλλά ούτε η συντηρητική παράταξη (ακόμη και η σημερινή, του success story) φαίνεται να έχει διδαχθεί τίποτε. Ποιος ξεχνά ότι η ΝΔ είναι πρωταθλήτρια των πελατειακών διορισμών, ποιος δεν βλέπει ότι προστατεύει τις δικές της συντεχνίες, ποιος δεν ανησυχεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις προσφέρουν ευκαιρίες σπατάλης δημοσίου χρήματος και πολιτικής διαφθοράς;
Άλλωστε, όταν οι κυβερνήσεις Σημίτη προσπάθησαν να συμμαζέψουν το κράτος, καταφέρνοντας να μηδενίσουν το έλλειμμα και να σταθεροποιήσουν το χρέος, ποιους βρήκαν απέναντί τους; Μα αυτούς που φωνάζουν σήμερα – και βέβαια ιδίως τον ΣΥΡΙΖΑ. Ας θυμηθούμε την ετήσια τελετουργία της καταψήφισης του προϋπολογισμού ως «αντιλαϊκού και αντιαναπτυξιακού» επειδή δεν είχε περισσότερες δαπάνες και λιγότερους φόρους (δηλ. περισσότερα ελλείμματα). Ας θυμηθούμε τη λυσσαλέα αντίδραση κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης Γιαννίτση και υπέρ των συντεχνιακών προνομίων την άνοιξη του 2001, ή τη μάχη κατά του ΣΔΟΕ και υπέρ των φοροφυγάδων της Ύδρας το καλοκαίρι του 2012. Για να μην μιλήσουμε για τον ενθουσιασμό με τον οποίο έχει αγκαλιάσει απεχθείς εκπροσώπους του προηγούμενου καθεστώτος ή του διεφθαρμένου συνδικαλισμού, κατ’ εξαίρεση παραβλέποντας ότι προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ (αρκεί να είχαν πρώτα αναβαπτισθεί στην αντιμνημονιακή κολυμβήθρα του Σιλωάμ).
Δεν θα αναφερθώ καθόλου στους Ανεξάρτητους Έλληνες ή στη Χρυσή Αυγή, επειδή θεωρώ ότι είναι οι τελευταίοι που δικαιούνται να μιλάνε για διαφθορά. Αλλά δεν μπορώ να μην σημειώσω ότι ούτε η ΔΗΜΑΡ απέκλινε από την πεπατημένη στους λίγους μήνες που συμμετείχε στην τρικομματική κυβέρνηση. Ο διαβόητος κανόνας του «4-2-1» (δικής της έμπνευσης, όπως πληροφορηθήκαμε) αντί να σταματήσει τους πελατειακούς διορισμούς τους νομιμοποίησε εφαρμόζοντας σύστημα απλής αναλογικής, οικοπεδοποιώντας το κράτος αντί να το εξυγιάνει. Ο υπουργός δικαιοσύνης (επίσης δικής της υπόδειξης) πολιτεύθηκε ως υπουργός δικαστών και δικηγόρων. Για να μην μιλήσουμε για τους χειρότερους εκπροσώπους του αυριανού λαϊκισμού τους οποίους φιλοξένησε στα ψηφοδέλτιά της.
Όλοι ένοχοι = κανένας ένοχος; Κάθε άλλο. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι η διαφθορά, η πελατειακή πολιτική και η υπόθαλψη ομάδων συμφερόντων δεν περιορίζονται στο ΠΑΣΟΚ και δεν θα εξαλειφθούν εάν αυτό κάποτε εκλείψει. Θα εξαλειφθούν όταν το πολιτικό σύστημα αποφασίσει να εργαστεί για περισσότερη διαφάνεια, θεσμική εξυγίανση, αποκατάσταση της νομιμότητας.
Στο κρίσιμο αυτό πεδίο πρέπει να διακριθεί η κεντροαριστερά. Όχι απλώς γυρίζοντας την πλάτη στους πιο εκτεθειμένους από τους πολιτικούς της προηγούμενης εποχής. Αλλά εξασφαλίζοντας ότι ποτέ πια στο μέλλον δεν θα αναλάβουν το τιμόνι της χώρας τέτοιοι πολιτικοί, από οποιαδήποτε παράταξη.