29 Ιανουαρίου 2013

Fiscal multipliers – oh yeah!

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013).


Συμβαίνει σπάνια ένα επιστημονικό ζήτημα με περίεργες τεχνικές πτυχές να συζητιέται ξαφνικά στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει τώρα, με τη διαμάχη γύρω από το ζήτημα των «δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών» - θέμα με το οποίο ομολογώ ότι και εγώ έχω ασχοληθεί ελάχιστα από τότε που ήμουν δευτεροετής φοιτητής ΑΣΟΕΕ.
Τι είναι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές; Με πολύ απλά λόγια, δείχνουν πόσο μειώνεται (αυξάνεται) το ΑΕΠ μετά από μια μείωση (αύξηση) του ελλείμματος. Όπως καταλαβαίνετε, το θέμα όμως είναι όντως ενδιαφέρον, αν και κατά τη γνώμη μου η πολιτική ερμηνεία θέλει προσοχή.
Λοιπόν, τα γεγονότα εν συντομία έχουν ως εξής:
Πριν 3 μήνες, ρεπορτάζ των Financial Times (9 Οκτωβρίου 2012) ανέφερε ότι οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ δεν θεωρούν πλέον ότι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές είναι 0,5 (η υπόθεση εργασίας του ΔΝΤ στα Μνημόνια της Ελλάδας και των άλλων χωρών), αλλά πολύ υψηλότεροι: από 0,9 έως 1,7. Το ρεπορτάζ επιβεβαιώθηκε σε «κείμενο συζήτησης» που υπογράφουν οι Blanchard και Leigh (μεγάλα κεφάλια του ΔΝΤ, ιδίως ο πρώτος), και το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν τις γιορτές με τη διευκρίνηση ότι πρόκειται για «προσωπικές απόψεις» των συγγραφέων.
Με λίγα λόγια, λένε οι συγγραφείς, μια μείωση του ελλείμματος κατά 5% (όπως συνέβη στην Ελλάδα το 2010) δεν προκαλεί ύφεση 2,5% (0,5 x 5%), αλλά 2 ή και 3 φορές παραπάνω. Πράγματι, η ύφεση στην Ελλάδα ήταν 7% το 2011, 6% το 2012, 4% με 4,5% το 2013 και πάει λέγοντας. Οι Blanchard και Leigh λένε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έπρεπε να μειωθεί το έλλειμμα, αλλά ότι η μείωση έπρεπε να γίνει αλλιώς (με άλλη αναλογία αύξησης φόρων και μείωσης δαπανών), μαζί με ουσιαστικές διαρθρωτικές αλλαγές (άλλοι προσθέτουν: με διαφορετικό timing) κτλ.
Συνεπώς; Τι συμπέρασμα βγάζουμε από όλα αυτά; Ότι το λάθος που έκανε το ΔΝΤ το πληρώνουμε εμείς; Ότι κακώς υπήρξε το Μνημόνιο; Ότι τζάμπα τραβάμε όσα τραβάμε τα τελευταία 3 χρόνια;
Κατά τη γνώμη μου, η πολιτική ουσία του πράγματος δεν είναι αυτή. Η Ελλάδα στις αρχές του 2010 είχε κατ’ ουσίαν χρεωκοπήσει, αφού δεν μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές. Οι μόνοι που μας δάνειζαν ήταν η τρόικα (παραβιάζοντας μάλιστα την περίφημη ρήτρα μη διάσωσης, την οποία όλα τα μέλη της Ευρωζώνης - και η Ελλάδα - είχαν υπογράψει). Το να θεωρεί κανείς ότι επρόκειτο ποτέ να μας δάνειζαν άνευ όρων ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Πολύ περισσότερο, όταν η εν λόγω χώρα έδινε την (εν πολλοίς ορθή) εντύπωση σπάταλης και διεφθαρμένης Μπανανίας που μαγειρεύει τα νούμερα σε τερατώδη κλίμακα. Ας θυμηθούμε ότι η πρόβλεψη Παπαθανασίου για το έλλειμμα του 2009 ήταν 3,7% του ΑΕΠ, ενώ η τελική εκτίμηση της Eurostat ήταν 15,6%!
(Παραβλέπω την τρέχουσα υπόθεση δικαστικής δίωξης Ζωής Γεωργαντά προς Ανδρέα Γεωργίου ως εμπίπτουσα στη σφαίρα της κοινωνικής ψυχολογίας, που άλλωστε δεν είναι ειδικότητά μου).
Συνεπώς, το θέμα ήταν (και παραμένει) άλλο: τι Μνημόνιο, ποιανού Μνημόνιο κτλ. Με κίνδυνο να γίνω κουραστικός, έχω γράψει επανειλημμένως ότι μια σοβαρή χώρα θα εκπονούσε μόνη της ένα εθνικό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης και μεταρρύθμισης των θεσμών, καθορίζοντας η ίδια τις δικές της προτεραιότητες. Δεν θα περίμενε να το κάνει για λογαριασμό της η τρόικα.
Πάντως, ακόμη πιο ενδιαφέρον μου φαίνεται ένα άλλο ζήτημα: Τι καθορίζει το μεγέθος των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών. Σε πρόσφατη εργασία τους οι Alcidi και Gros υπολογίζουν ότι στην Ελλάδα είναι 1,4 ενώ στις άλλες χώρες του Νότου (και στην Ιρλανδία) 0,8 με 1. Γιατί έχουμε μεγαλύτερους πολλαπλασιαστές από τα άλλα PIGS?
Όπως εξηγούν οι συγγραφείς, το μέγεθος των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών γενικά εξαρτάται από τρεις παράγοντες: (1) τη ροπή προς αποταμίευση, (2) το βαθμό εξωστρέφειας της οικονομίας, και (3) το (πραγματικό) φορολογικό βάρος. Αυτά τα τρία μαζί λειτουργούν ως βαλβίδες ασφαλείας: όσο μεγαλύτερο είναι το τμήμα του διαθέσιμου εισοδήματος που αποταμιεύεται, το τμήμα του παραγόμενου προϊόντος που εξάγεται και το τμήμα του ακαθάριστου εισοδήματος που πηγαίνει σε φόρους, τόσο χαμηλότεροι είναι οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές – δηλ. τόσο μικρότερη τελικά είναι η ύφεση μετά από μια μείωση του ελλείμματος κατά x%.
Με άλλα λόγια, η ύφεση στην Ελλάδα υπήρξε (και παραμένει) βαθύτερη από το αναμενόμενο κυρίως λόγω (1) υπερκαταναλωτισμού με δανεικά, (2) χαμηλής εξαγωγικής επίδοσης και (3) μεγάλης φοροδιαφυγής. Όλα εντελώς δικά μας προβλήματα, που καλό θα είναι κάποτε να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε. Φυσικά, για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει πρώτα να αφήσουμε μια και καλή πίσω μας την αφόρητη συζήτηση για τις «προδοτικές ευθύνες» όσων υπέγραψαν το Μνημόνιο (αλλά όχι βέβαια όσων έστειλαν τα ελλείμματα στα ύψη, που συχνά είναι οι ίδιοι που φωνάζουν σήμερα).
Και ένα τελευταίο: Οι επιδράσεις των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών είναι προσωρινές. Άλλωστε, εάν δεν ήταν, θα μπορούσε μια χώρα να έχει ανάπτυξη με δανεικά επ’ αόριστον (ξέρω: αυτό ακριβώς πιστεύουν πολλοί ανάμεσα μας, ακόμη και τώρα ...)
Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι και η σημερινή ύφεση θα είναι προσωρινή. Αντίθετα, η δημοσιονομική εξυγίανση, εάν έχει διάρκεια (δηλ. εάν δεν ξανακυλήσουμε), θα αποκαταστήσει ένα μόνιμα βελτιωμένο περιβάλλον για την αποδοτικότερη λειτουργία της οικονομίας. Συνεπώς, η πικρή αλήθεια είναι ότι η «διόρθωση» μέσω της λιτότητας ήταν αφενός αναπόφευκτη - και μάλιστα, μετά από τόσο μεγάλο δημοσιονομικό εκτροχιασμό, αναπόφευκτα μεγάλη - και αφετέρου μακροπρόθεσμα χρήσιμη.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη της άλλης όψης (...) Η ύφεση μπορεί να είναι προσωρινή στη μακρά διάρκεια, αλλά στο παρόν (στο οποίο ζούμε) είναι ήδη βαθειά και παρατεταμένη. Αυτό, εάν δεν προσέξουμε, μπορεί να αφήσει μεγάλες πληγές που επουλώνονται δύσκολα.
Δεν αναφέρομαι εδώ στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε το γενικευμένο «ο σώζων εαυτόν σωθείτω» (αντίδραση που πηγάζει από την παντελή έλλειψη αυτογνωσίας ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας). Αναφέρομαι στις άλλες τοξικές επιδράσεις μιας παρατεταμένης ύφεσης. Η μακροχρόνια ανεργία απελπίζει ανθρώπους και αχρηστεύει δεξιότητες. Η μετανάστευση των πιο μορφωμένων νέων μας είναι σωτήρια για τους ίδιους αλλά απώλεια για όσους μένουν πίσω. Η φτώχεια των παιδιών μας δεν έχει μόνο κοινωνικές συνέπειες, έχει και οικονομικές: φθείρει το μελλοντικό ανθρώπινο κεφάλαιο από το οποίο θα εξαρτηθεί η ανάκαμψη και η μελλοντική μας ευημερία. Για όλα αυτά – και ιδίως για το τελευταίο – μπορούμε να κάνουμε πολλά, ακόμη και εν μέσω λιτότητας και ύφεσης (ή μάλλον: ειδικά εν μέσω λιτότητας και ύφεσης).
Αυτό είναι το νόημα της δίκαιης λιτότητας: αναλογική κατανομή των βαρών, προστασία των ασθενέστερων. Ας αρχίσουμε να συζητάμε για αυτά. Έχουμε ήδη χάσει πολύ χρόνο συζητώντας για ανοησίες.

18 Ιανουαρίου 2013

Η συγκυβέρνηση και η αποκατάσταση της νομιμότητας – παντού!

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013).

Καλή η ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ για την δολοφονία του μετανάστη στα Πετράλωνα, αλλά φοβάμαι ότι δεν αρκεί: με ένα τέτοιο θέμα δεν ξεμπερδεύει κανείς τόσο εύκολα.

Η καταδίκη της βίας «από όπου και αν προέρχεται» δεν είναι απλό σύνθημα. Το ότι η ρατσιστική βία έχει φτάσει σήμερα σε σημείο παροξυσμού δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην οικονομική κρίση ούτε μόνο στην ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση. Είναι προϊόν μιας γενικής εξαγρίωσης, η οποία δεν έχει πέσει από τον ουρανό. Συνέβαλαν πολιτικά κόμματα, μεμονωμένοι πολιτικοί, τηλεοπτικοί αστέρες, σχολιαστές στα μέσα ενημέρωσης, καθώς και πολλοί άλλοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Για αυτό, η αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας απαιτεί πολιτικές πρωτοβουλίες μακράς πνοής, με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Η απόρριψη της βίας και η επιδίωξη της ειρηνικής συμβίωσης όλων με όλους είναι αδύνατη όσο μια κουλτούρα απέχθειας ή και μίσους για τους ξένους κυριαρχεί στην οικογένεια και στα σχολεία. Η δίωξη του εγκλήματος - και του ρατσιστικού - είναι αδύνατη όσο τα σώματα ασφαλείας παραμένουν διαβρωμένα από παρακρατικούς μηχανισμούς «απονομής δικαιοσύνης» (μαφιόζικου τύπου). Η εμμονή στην αποκατάσταση της νομιμότητας είναι αδύνατη όσο η δικαιοσύνη παραμένει περιδεής ή αδιάφορη.

Ο συμψηφισμός της μιας μορφής βίας με την άλλη έχει γίνει πολύ της μόδας. Στα αριστερά μας ακούμε επιχειρήματα τύπου: «η Βίλλα Αμαλίας / η επίθεση στα γραφεία της ΝΔ τους ενόχλησε - δεν κυττάνε τη Χρυσή Αυγή που δρα ανεξέλεγκτη στις γειτονιές». Στα δεξιά μας επιχειρήματα δεν πολυακούγονται, αλλά η προπαγανδιστική γραμμή είναι έτσι κι αλλιώς γνωστή: «δεν ασχολούνται με τους κουκουλοφόρους / τους τρομοκράτες - ασχολούνται με εμάς που καθαρίζουμε τον τόπο».

Η επικράτηση της λογικής του συμψηφισμού είναι ο συντομότερος δρόμος προς την καταβύθιση των πόλεων σε εφιαλτικά πεδία σύγκρουσης αντίπαλων ένοπλων ομάδων. Για αυτό, η πρόσφατη επίδειξη πυγμής της αστυνομίας δεν μπορεί να παίρνει το χαρακτήρα βεντέτας με τους αντιεξουσιαστές. Η αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας απαιτεί οπωσδήποτε αποφασιστικότητα. Απαιτεί όμως επίσης αυτοσυγκράτηση στη χρήση νόμιμης βίας εκ μέρους των σωμάτων ασφαλείας, αποσόβηση και όχι υποδαυλισμό των περιττών εντάσεων – και, κυρίως, εξίσου καλά ανακλαστικά προς όλες τις κατευθύνσεις, «από όπου και αν προέρχεται» η βία και η παρανομία.

Και ένα τελευταίο. Όταν ένα κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση μοιράζεται την ευθύνη για ο,τιδήποτε κάνει – ή δεν κάνει – οποιοσδήποτε υπουργός (και οποιοδήποτε άλλο πολιτικό στέλεχος της κρατικής μηχανής). Το κράτος δεν είναι χωρισμένο σε οικόπεδα για να το εκμεταλλεύεται το κόμμα ή ο συνασπισμός που κυβερνά (κατά 100%, ή με το σύστημα 4-2-1, αδιάφορο). Για την διείσδυση της Χρυσής Αυγής στην αστυνομία θα δώσει λόγο και η ΔΗΜΑΡ, παρότι φυσικά κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν μπορεί να αποδώσει στο κόμμα αυτό επιχειρησιακή ή άλλη άμεση ευθύνη.

Όμως η πολιτική ευθύνη παραμένει ενιαία. Για αυτό, η γενική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής - και στο θέμα αυτό - απαιτεί συνεννόηση μεταξύ των εταίρων. Η προγραμματική συμφωνία του Ιουνίου γράφτηκε σαν να μην υπήρχε Μνημόνιο, και έτσι μετατράπηκε αμέσως σε κομμάτι χαρτί χωρίς αξία. Στη θέση της χρειαζόμαστε μιαν άλλη προγραμματική συμφωνία, ρεαλιστικότερη και ταυτόχρονα αποφασιστικότερη. Η ειρήνευση της χώρας είναι ευθύνη όλων, και πρώτα-πρώτα της κυβέρνησης.

17 Ιανουαρίου 2013

Πολύ λίγα, αλλά (ας ελπίσουμε) όχι πολύ αργά

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013).

Η αμήχανη καταδίκη εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ της δολοφονικής επίθεσης στη Λεωφόρο Συγγρού («χρήσιμοι ηλίθιοι», «αποπροσανατολίζουν από τα επίδικα θέματα της συγκυρίας», «βλάπτουν το λαό» κτλ.) είναι θλιβερά ανεπαρκής. Απέχει μακράν από το να εκφράζει τον αποτροπιασμό που αισθάνεται κάθε δημοκράτης (και κάθε λογικός άνθρωπος), καθώς και την αποφασιστική απόρριψη της βίας από θέσεις αρχής. Προδίδει σχεδόν έναν κυνικό υπολογισμό. Είναι σαν να λένε στους παρανοϊκούς με τα καλάσνικοφ: «ρε παιδιά, δεν βοηθάνε κάτι τέτοια, αν βοηθούσαν κι εμείς μαζί σας». Αυτό εννοούν;

Επί τρία ολόκληρα χρόνια, το κόμμα αυτό συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να δηλητηριαστεί η πολιτική ζωή του τόπου. Συναγελάστηκε με τον φασιστικής προέλευσης αντικοινοβουλευτισμό της Χρυσής Αυγής και των ΑνΕλ (καθώς και με τον ρατσιστικό ή απλώς αρρωστημένο εθνικισμό τους). Eπί μήνες συνυπήρξε μαζί τους αρμονικά στην ίδια πλατεία, με φόντο κρεμάλες και ελικόπτερα. Όσους υποστήριξαν το Μνημόνιο, ή απλώς το δέχθηκαν, δεν τους μεταχειρίστηκε ως πολιτικούς αντιπάλους στους οποίους έπρεπε να ασκηθεί κριτική (οσοδήποτε σκληρή). Τους αντιμετώπισε ως εχθρούς: ως δοσίλογους, προδότες και κουίσλιγκ. Κάποιοι άλλοι το πήραν αυτό και το πήγαν ένα μικρό αλλά «λογικό» βήμα πιο πέρα: με τους δοσίλογους, προδότες και κουίσλιγκ δεν ανοίγεις κουβέντα - τους εξοντώνεις.

Κάπως έτσι βέβαια κατάφερε να φτάσει στην αξιωματική αντιπολίτευση και στη διεκδίκηση της πρωτιάς: καταφέρνοντας να εκφράσει όσους ψηφοφόρους λάτρεψαν τους πάμπολλους πολιτικούς που τα χρόνια των παχιών αγελάδων εκτόξευσαν τα ελλείμματα (κάνοντας έτσι αναπόφευκτη τη σημερινή κρίση), και μίσησαν τους - πολύ λιγότερους - που προσπάθησαν αντίθετα να συμμαζέψουν τη χώρα.

Την ίδια στιγμή, αξιοποιώντας στην περίσσια αγανάκτηση (και την παντελή έλλειψη αυτογνωσίας) των εξαπατημένων πελατών του πελατειακού συστήματος, συνέχισε να κλείνει το μάτι στους άλλους: σε εκείνους που αποφάσισαν ότι είναι εντάξει να διαλύεις τα πανεπιστήμια, να καταστρέφεις δημόσια κτίρια, να καις την πόλη, να πετάς μολότωφ, να πυροβολείς με καλάσνικωφ, να ρίχνεις ρουκέτες. Σε αυτούς που όταν κάποιοι έχαναν τη ζωή τους, όπως οι άτυχοι εργαζόμενοι της Marfin, σήκωναν αδιάφορα τους ώμους («έχουμε πόλεμο», «παράπλευρη απώλεια»). Εάν ό μη γένοιτο κάποτε έχουμε και άλλους νεκρούς, και οι νεκροί αυτοί είναι αστυνομικοί, ή πολιτικοί, θα πανηγυρίζουν.

Θα μου πείτε: ο ΣΥΡΙΖΑ τους καθοδηγούσε όλους αυτούς; Όχι βέβαια. Απλώς, τους αντιμετώπισε με κατανόηση. Και, αν ποτέ τους άσκησε κριτική για κάτι, το έκρυψε επιμελώς. Όπως έλεγε και κάποιος: «αυτά τα συζητάμε σε εσωτερικές διαδικασίες κινήματος».

Και τώρα, τι κάνουμε; Κρίνοντας από όσα ψελλίζουν τις τελευταίες μέρες κάποια από τα στελέχη του (ούτε καν όλα), η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (ίσως, στο καλύτερο σενάριο) έχει αρχίσει να ανησυχεί για τις συνέπειες της - επί τρία ολόκληρα χρόνια - τραγικής ανευθυνότητάς της.

Πολλοί από εμάς τους είχαμε προειδοποιήσει: όσοι σπέρνουν ανέμους, θερίζουν θύελλες.

Τώρα τους λέμε: η αποκατάστηση της ομαλότητας περνάει αναγκαστικά μέσα από την ειρήνευση του πολιτικού κλίματος, μέσα από την επαναφορά της πολιτικής αντιπαράθεσης σε ένα πλαίσιο σεβασμού των κοινών κανόνων, περνάει μέσα από τη μεταχείριση του άλλου ως αντιπάλου αλλά ποτέ ως εχθρού.

Όποιος νοιάζεται για την Δημοκρατία, ο καιρός να την υπερασπιστεί είναι τώρα. Χωρίς μισόλογα.

Για τα υπόλοιπα - για όλα τα υπόλοιπα - υπάρχει χρόνος.

13 Ιανουαρίου 2013

Τι διάβασα στις γιορτές

Αναρτήθηκε στον ιστότοπο για τον πολιτισμό «dimart» (Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013).

Το ξέρω ότι οι εκθέσεις ιδεών τύπου «τι έκανα στις διακοπές μου» είναι από αδιάφορες έως εντελώς εκνευριστικές. Αλλά επειδή ποτέ δεν κατάφερα να γίνω μέλος μιας λέσχης ανάγνωσης μου έχει μείνει το απωθημένο.
Λοιπόν, έχουμε και λέμε (κατά χρονική σειρά):

* Massimo Carlotto «Respiro corto» (Einaudi, 2012)
Συναρπαστικό noir μυθιστόρημα από τον δημιουργό του «Αλιγάτορα» (ιδιωτικού ντετέκτιβ στη βορειοανατολική Ιταλία, πολέμιου της νέας εγκληματικότητας των αδίστακτων μαφιόζικων οργανώσεων, με τη συνεργασία τέως αριστεριστών νυν άσσων της πληροφορικής αλλά και gentlemen του υποκόσμου), αρκετές ιστορίες του οποίου έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά. Το Respiro corto φαίνεται να εγκαινιάζει νέο κύκλο, με άλλους πρωταγωνιστές, σε άλλο τόπο: στη Μασσαλία - σταυροδρόμι μεταναστευτικών ροών, κέντρο του διεθνούς εμπορίου ναρκωτικών, πόλη των εκρηκτικών κοινωνικών προβλημάτων και πρωτεύουσα της πολιτικής διαφθοράς.

* Tony Judt «Ill fares the land» (Penguin, 2010)
Παθιασμένη κριτική των αποτυχιών του νεοφιλελευθερισμού και συνηγορία υπέρ της κεϋνσιανής-σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης της «χρυσής τριακονταετίας» 1945-1975. Το τελευταίο βιβλίο του μεγάλου Βρετανού ιστορικού (καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης), εάν εξαιρέσει κανείς το εντυπωσιακό αυτοβιογραφικό «The Memory Chalet». Πρόκειται για μια εκτεταμένη ανάλυση των θεμάτων που ο Judt είχε θίξει για πρώτη φορά στο θρυλικό άρθρο του «What is living and what is dead in social democracy?» στο περιοδικό The New York Review of Books τον Δεκέμβριο 2009, και το οποίο είχε δημοσιευθεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη σοσιαλδημοκρατία;» στο περιοδικό The Books' Journal (Δεκέμβριος 2010). Κυκλοφορεί και στα ελληνικά (αλλά κοστίζει αρκετά περισσότερο).

* Πέτρος Μάρκαρης «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» (Γαβριηλίδης, 2012)
Στο τελευταίο - και καλύτερο - μέρος της «τριλογίας της κρίσης», ο Μάρκαρης μας μεταφέρει σε μια δυστοπική Ελλάδα του 2014: η χώρα έχει επιστρέψει στη δραχμή, οι συνεχείς υποτιμήσεις μειώνουν και άλλο το βιοτικό επίπεδο, επικρατεί πολιτική αστάθεια, ενώ στους δρόμους κάνουν κουμάντο οι συμμορίες της άκρας δεξιάς. Με υπόβαθρο το γενικευμένο χάος, κάποιος ή κάποιοι φαίνεται να έχουν βαλθεί να εξοντώσουν εμβληματικές φυσιογνωμίες της «γενιάς του Πολυτεχνείου»: έναν επιχειρηματία, έναν πανεπιστημιακό και έναν συνδικαλιστή, έντονα διαπλεκόμενοι και βαθειά διεφθαρμένοι και οι τρεις τους. Εν τω μεταξύ, παράλληλα τόσο με τη βασική αφηγηματική γραμμή όσο και με τη «μεγάλη ιστορία» της κρίσης, οι ήρωες του Μάρκαρη, μερικοί γνώριμοι (ο Χαρίτος, η Αδριανή, η Κατερίνα, ο Ζήσης) και μερικοί καινούριοι (τα παιδιά του Ασύλου και του internet radio της Ελπίδας), αποδεικνύουν ότι ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες μπορεί κανείς να επιβιώνει με αξιοπρέπεια.

* Heinrich A. Winkler «Βαϊμάρη: η ανάπηρη δημοκρατία» (Πόλις, 2011)
Διάβασα καθυστερημένα - και σχεδόν απνευστί - το εξαιρετικό αυτό βιβλίο (δείτε την παρουσίαση της Μαρίας Τοπάλη, από την οποία το δανείστηκα). Οι ανακλαστικές μεταφορές στην Ελλάδα του Μνημονίου δεν έχουν πολύ νόημα. Όμως, η εμπειρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1918-1933), όπως άλλωστε και εκείνη της Β' Ισπανικής Δημοκρατίας (1931-1939), δείχνουν τι μπορεί να συμβεί - και τι συνήθως συμβαίνει - όταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία και η συνταγματική νομιμότητα διαθέτουν ασθενή υποστήριξη και αμφισβητούνται διαρκώς, όταν η υπονόμευση τους αποτελεί προγραμματικό - και ανοιχτά διακηρυγμένο στόχο - υπολογίσιμων πολιτικών δυνάμεων, και όταν η κοινή γνώμη σιγά-σιγά εξοικειώνεται με το συνδυασμό «νόμιμων» και βίαιων πρακτικών που απαιτείται για μια τέτοια υπονόμευση. Και οι δύο Δημοκρατίες του μεσοπολέμου κατέρρευσαν υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης που όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις, της πολιτικής αστάθειας που δυσφήμησε τον κοινοβουλευτισμό, της προθυμίας των γαιοκτημόνων και (κάποιων) βιομηχάνων να «χρησιμοποιήσουν» τις συμμορίες της άκρας δεξιάς, αλλά και της ιδιοποίησης παραδοσιακών αντιλήψεων περί «εθνικής αποστολής» εκ μέρους των νέων εθνοσωτήρων. Κατέρρευσαν όμως επίσης υπό το βάρος της αδυναμίας των αστών φιλελεύθερων, καθώς και εξ αιτίας της διάσπασης της αριστεράς σε ένα επαναστατικό κομμάτι (που περιφρονούσε τη Δημοκρατία και δούλευε για την ανατροπή της) και ένα μετριοπαθέστερο (αλλά επιρρεπές στον τακτικισμό και ενίοτε υπερβολικά έτοιμο να προσφύγει στην κρατική βία κατά των αντιπάλων της νομιμότητας).

* Peter Bofinger «Επιστροφή στο μάρκο; Η Γερμανία χρειάζεται το ευρώ» (Πόλις, 2012)
Το τελευταίο βιβλίο του Γερμανού οικονομολόγου, καθηγητή στο Würzburg και μέλους του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας, απευθύνεται στο ευρύ κοινό: είναι γραμμένο απλά, αν και χωρίς καμμία έκπτωση επιστημονικότητας. Χάρη στη μετάφραση της Ελίζας Παπαδάκη, διαβάζεται και στα ελληνικά με μεγάλη ευκολία. Ο Bofinger βρίσκεται στον αντίποδα της οικονομικής ορθοδοξίας στη χώρα του (και στον υπόλοιπο κόσμο). Ως καλός κεϋνσιανός ασκεί σφοδρή κριτική στα προγράμματα λιτότητας, θυμίζοντας στους συμπατριώτες του ότι η εμμονή του καγκελαρίου Brüning (1931-1932) στη μείωση των κρατικών δαπανών αμέσως μετά το Κραχ του '29 οδήγησε σε απότομη αύξηση της ανεργίας και υπερπληθωρισμό. Ως καλός Ευρωπαίος, εξηγεί στους αναγνώστες γιατί η επιβίωση του ευρώ είναι προς το συμφέρον και της Γερμανίας, και γιατί αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με οικονομική ενοποίηση, όχι μόνο νομισματική: δηλ. με στενότερη συνεργασία και στη δημοσιονομική πολιτική. Η τελευταία – σημειωτέον – θα σημαίνει και αυστηρή (όχι όμως εκδικητική) επιτήρηση των χωρών που παραβιάζουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει. Μάλιστα, το σχετικό κεφάλαιο για την Ελλάδα κάνει εντύπωση για την «ακριβοδικία» του: ούτε ανέχεται τα στερεότυπα και τις υπερβολές που χαρακτηρίζουν τη δημόσια συζήτηση (και) στη Γερμανία, ούτε όμως χαρίζεται στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό από τις εγχώριες πολιτικές ελίτ (της Ελλάδας). Το βιβλίο καταλήγει με μια πειστική συνηγορία για μια καλύτερη αρχιτεκτονική της ζώνης του ευρώ, και περισσότερη αλληλεγγύη στην Ευρώπη.

Είναι ικανές οι πολιτικές δυνάμεις (και ιδίως εκείνες της αριστεράς) στην Ελλάδα να συστρατευθούν για την ενίσχυση του κύρους και της αξιοπιστίας των δημοκρατικών θεσμών, ακόμη και όταν συγκρούονται σφοδρά μεταξύ τους για το περιεχόμενο της πολιτικής που ακολουθείται;
Είναι ικανές οι πολιτικές δυνάμεις (και ιδίως εκείνες της αριστεράς) στην Ευρώπη να εργαστούν για να αλλάξει η agenda της δημόσιας πολιτικής, να αναχαιτιστεί η ύφεση και να αντιστραφεί η αυξανόμενη δυσπιστία και η αναζωπύρωση των στερεοτύπων μεταξύ των λαών της Ευρώπης;
Αυτά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα στα οποία πρέπει να απαντήσουμε καταφατικά ώστε να αποφύγουμε τόσο την κατάληξη του δοκιμίου του Winkler όσο και τη δυστοπία του μυθιστορήματος του Μάρκαρη.

20 Δεκεμβρίου 2012

Ήρθε η ώρα του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος;

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012).

Η βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση έχει φέρει στην επιφάνεια κάτι που γνωρίζαμε εδώ και πολύ καιρό (αλλά δεν κάναμε τίποτε για αυτό): ότι δηλαδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας όπως είναι σήμερα – και παρόλο που μας κοστίζει ακριβά - δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα κοινωνικά προβλήματα που προκαλεί η κρίση.

Τα κενά προστασίας είναι πολλά. Η επιδότηση ανεργίας είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ, ο αριθμός των ανέργων τον Σεπτέμβριο 2012 ήταν 1 εκατομμύριο 265 χιλιάδες. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ, ο αριθμός όσων ελάμβαναν τον ίδιο μήνα τακτικό επίδομα ανεργίας (το κύριο εργαλείο εισοδηματικής στήριξης που διαθέτουμε), δεν ξεπερνούσε τα 186 χιλιάδες άτομα (λιγότερο από 15% του συνόλου των ανέργων). Πολλοί από τους υπόλοιπους βρίσκονται αντιμέτωποι με τη φτώχεια. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη μας («Διαστάσεις της φτώχειας στην Ελλάδα της κρίσης», μαζί με τη Χρύσα Λεβέντη και την Ελένη Καναβιτσά), σχεδόν 40% των ανέργων σήμερα βρίσκονται κάτω από το όριο σχετικής φτώχειας, ενώ περίπου 20% των ανέργων βρίσκονται κάτω και από το όριο ακραίας φτώχειας.

Αυτό είναι το νέο κοινωνικό ζήτημα της εποχής μας. Και με βάση το πώς το αντιμετωπίζουμε θα κριθούμε τελικά όλοι: ιδίως (αλλά όχι μόνο) όσες πολιτικές δυνάμεις έχουν αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, και ιδίως όσες ανήκουν στην Αριστερά. Μάλιστα, από «τεχνική» άποψη, το πώς αντιμετωπίζουμε το κοινωνικό ζήτημα είναι αρκετά προφανές: η κάλυψη των κενών προστασίας απαιτεί πύκνωση των κοινωνικών επιδομάτων και αναδιοργάνωση των κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και τη θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (όπως σε όλες τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Το πρόβλημα είναι πολιτικό – και οφείλεται στο ότι μέχρι τώρα τα κόμματα, τα συνδικάτα (αλλά επίσης τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη) έχουν επιδείξει για τα ζητήματα αυτά ένα συνδυασμό άγνοιας, δυσπιστίας και χαμηλού ενδιαφέροντος.

Κατά παράδοξο τρόπο, το πρόβλημα της ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας ήρθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της συζήτησης για το «νέο Μνημόνιο». Πράγματι, το πακέτο δημοσιονομικών μέτρων για τη διετία 2013-2014, εκτός από τις αυξήσεις φόρων και τις περικοπές δαπανών (μισθών, συντάξεων και επιδομάτων), περιέχει και δύο μέτρα στήριξης των ασθενέστερων. Το πρώτο μέτρο είναι η θεσμοθέτηση ενός ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων (το οποιο θα καταβάλλεται με εισοδηματικά κριτήρια). Το δεύτερο μέτρο είναι η πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε δύο περιοχές της χώρας το 2014. Η πίστωση που έχει προβλεφθεί για την υλοποίηση της πιλοτικής εφαρμογής θα είναι €20 εκατ. Η τελική απόφαση για τη θεσμοθέτηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε όλη την επικράτεια θα ληφθεί μετά από την αξιολόγηση της πιλοτικής εφαρμογής. Πρόκειται για μοναδική ευκαιρία εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας στην Ελλάδα της κρίσης. Για να μην χαθεί αυτή η ευκαιρία, η πιλοτική εφαρμογή θα πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά και να υλοποιηθεί με διαφάνεια, επαγγελματισμό και προσήλωση στο δημόσιο συμφέρον.

Στη διευκρίνηση ορισμένων πλευρών του ζητήματος ελπίζουμε ότι συμβάλλει άλλη πρόσφατη εργασία μας («Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα: δημοσιονομικές και διανεμητικές επιδράσεις», μαζί με τη Χρύσα Λεβέντη). Η εργασία προσομοιώνει δυο σενάρια ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ελλάδα για να εκτιμήσει (α) πόσο θα κόστιζε ένα τέτοιο πρόγραμμα, (β) πόσοι δικαιούχοι θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα, και (γ) πόσο θα συνέβαλε στη μείωση των δεικτών φτώχειας.

Τα δύο σενάρια έχουν ως εξής: Το «βασικό» σενάριο συνδέει το εγγυημένο ποσό με το τακτικό επίδομα ανεργίας (360 ευρώ το μήνα για ένα άτομο που ζει μόνο, 972 ευρώ το μήνα για ζευγάρι με δύο παιδιά), ενώ το «εναλλακτικό» σενάριο με το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας (200 ευρώ το μήνα για ένα άτομο, 540 ευρώ το μήνα για ζευγάρι με δύο παιδιά). Και τα δύο σενάρια προβλέπουν προσαύξηση του εγγυημένου ποσού για όσα νοικοκυριά βαρύνονται με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου (κατά τα ποσά του επιδόματος ενοικίου ΟΕΚ: 125 ευρώ το μήνα για ένα άτομο συν 25 ευρώ το μήνα για κάθε πρόσθετο μέλος νοικοκυριού). Το ποσό της εισοδηματικής ενίσχυσης που καταβάλλεται στους δικαιούχους προκύπτει από τη διαφορά ανάμεσα στο εισόδημα αναφοράς που διαθέτουν και στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που αντιστοιχεί στο νοικοκυριό στο οποίο ανήκουν.

Εκτιμάμε ότι η γενικευμένη εφαρμογή ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος όπως στο "βασικό" μας σενάριο θα εξάλειφε σχεδόν ολοκληρωτικά την ακραία φτώχεια, έναντι όμως αξιόλογου καθαρού κόστους (πάνω από 1% του ΑΕΠ). Σε μια πιο οικονομική εκδοχή (όπως στο "εναλλακτικό" μας σενάριο), θα κόστιζε 0,35% του ΑΕΠ (κάτω από 2% της συνολικής κοινωνικής δαπάνης), αλλά θα είχε ασθενέστερη επίδραση στους δείκτες φτώχειας. Το καθαρό κόστος του προγράμματος (το οποίο προκύπτει αφού αφαιρεθεί το ποσό που καλύπτεται από άλλα κοινωνικά επιδόματα τα οποία προβλέπεται να θεσμοθετηθούν ή έχουν ήδη θεσμοθετηθεί) θα είναι χαμηλότερο.

Ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια για την ορθή στόχευση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (αλλά και κάθε κοινωνικής παροχής που χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια) είναι ο κίνδυνος το δηλωθέν εισόδημα των αιτούντων να εμφανίζεται χαμηλό όχι λόγω πραγματικής ανάγκης, αλλά λόγω φοροδιαφυγής. Συνεπώς, απαιτείται η επεξεργασία εναλλακτικών μεθόδων εξακρίβωσης του εισοδήματος των αιτούντων (π.χ. μέσω τεκμηρίων) στη φάση της προετοιμασίας, και η αξιολόγησή τους στη φάση της πιλοτικής εφαρμογής. Το πρόβλημα των αδήλωτων εισοδημάτων της παραοικονομίας μπορεί συμπληρωματικά να αντιμετωπιστεί με την υποχρέωση των δικαιούχων να είναι διαθέσιμοι για εργασία και να συμμετέχουν σε προγράμματα επανένταξης (επί ποινή αποκλεισμού). Πολλά τέτοια προγράμματα (με Ευρωπαϊκή συγχρηματοδότηση) υφίστανται ήδη. Συχνά, αρκεί ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ του φορέα υλοποίησης του ελαχίστου εισοδήματος και των κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και η κατά προτεραιότητα ένταξη των δικαιούχων ελαχίστου εισοδήματος στα προγράμματα επανένταξης. Εξ άλλου, ο στόχος ενός προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος είναι να δοθεί στους δικαιούχους μια ευκαιρία να ξεφύγουν από την ακραία φτώχεια με τις δικές τους δυνάμεις, όχι απλώς να τους χορηγηθεί ένα μικρό βοήθημα.

Τα εμπόδια είναι πολλά. Όμως, όπως έχει δείξει η εμπειρία άλλων χωρών (και μάλιστα με παρόμοια χαρακτηριστικά), η προσήλωση στο στόχο και η σοβαρότητα στην προσπάθεια είναι ικανές να υπερνικήσουν ακόμη και τα δυσκολότερα εμπόδια – και μάλιστα με μέτριο κόστος.

9 Δεκεμβρίου 2012

Όταν μιλούν οι αριθμοί ...

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Έθνος» με θέμα «Αναζητώντας άλλη ρότα: ιδέες και προτάσεις για να κλείσει η πληγή της φοροδιαφυγής» (Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012).

Οι τοξικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής θα έπρεπε να είναι γνωστές. Όπως έλεγε ο πρόεδρος Ρούζβελτ, «οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Γι' αυτό, οι «τζαμπατζήδες» που απολαμβάνουν δημόσιες υπηρεσίες χωρίς να συνεισφέρουν στο κόστος τους θα πρέπει να διώκονται, αφού υποσκάπτουν τα θεμέλια της ειρηνικής συμβίωσης όλων σε μια τέτοια κοινωνία.

Συχνά, όμως, στη δημόσια συζήτηση υπονοείται (και, σπανίως, λέγεται ρητά) ότι η φοροδιαφυγή έχει τουλάχιστον ένα θετικό: βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν.

Αυτό είναι το ερώτημα που προσπαθούμε να απαντήσουμε σε πρόσφατη εργασία μας με τη Χρύσα Λεβέντη(«Διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα»). Συγκεκριμένα, εκτιμάμε την έκταση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα ανά εισοδηματική ομάδα, καθώς και τις επιπτώσεις της στην κατανομή εισοδήματος.

Αξιοποιούμε τα διαθέσιμα στοιχεία για τα δηλωθέντα εισοδήματα, τα οποία προέρχονται από δύο βάσεις δεδομένων: ένα μεγάλο δείγμα φορολογικών δηλώσεων και τη στατιστική έρευνα EU-SILC. Η απόκρυψη εισοδήματος σε μια φορολογική δήλωση αποφέρει χρηματικό όφελος, ενώ σε μια στατιστική έρευνα όχι. Συνεπώς, θεωρούμε ότι τα στοιχεία της δεύτερης είναι περισσότερο (αν και όχι εντελώς) αξιόπιστα.

Συγκρίνοντας τις δύο βάσεις δεδομένων διαπιστώνουμε ότι τα μέσα εισοδήματα από ελεύθερο επάγγελμα και εμπορικές δραστηριότητες, καθώς και από γεωργικές επιχειρήσεις, εμφανίζονται πολύ χαμηλότερα στο δείγμα φορολογικών δηλώσεων από ό,τι στην έρευνα EU-SILC (κατά 35% και 80% αντιστοίχως).

Επίσης, παρατηρούμε ότι η απόκλιση μεταξύ των δύο βάσεων δεδομένων είναι μεγαλύτερη στα δύο άκρα παρά στο μέσο της κατανομής: με άλλα λόγια, η απόκρυψη εισοδημάτων δείχνει μεγαλύτερη στα χαμηλά εισοδήματα από ό,τι στα μεσαία, και στα υψηλά εισοδήματα από ό,τι στα χαμηλά.

Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα φόρων-παροχών EUROMOD, υπολογίζουμε ότι η κανονική φορολόγηση των πραγματικών εισοδημάτων (δηλ. η πλήρης εξάλειψη της φοροδιαφυγής) θα αύξανε θεαματικά (κατά 33%) τα συνολικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος, θα μείωνε τις εισοδηματικές ανισότητες (κατά 3% έως 8%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται), ενώ επίσης θα βελτίωνε σημαντικά (κατά 29%) την αναδιανεμητική επίδοση του φορολογικού συστήματος.

Τα ευρήματά μας διαψεύδουν την πεποίθηση ότι η φοροδιαφυγή ωφελεί τους φτωχούς: στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο. Επιπλέον, η εργασία μας συνηγορεί υπέρ της ανάγκης για αυξημένη συμμετοχή των ελευθέρων επαγγελματιών και εμπόρων (καθώς και των αγροτών) στα φορολογικά βάρη, σύμφωνα βέβαια με το εισόδημά τους. Η δυσμενής, όμως, φορολογική μεταχείριση των κατηγοριών αυτών είναι ατελές υποκατάστατο της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής: πλήττει περισσότερο τους συνεπείς φορολογούμενους από ό,τι εκείνους που φοροδιαφεύγουν - και συνεπώς αυξάνει αντί να μειώνει τα κίνητρα για φοροδιαφυγή.

28 Νοεμβρίου 2012

Ανοιχτή κοινωνία ή βαρβαρότητα;

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012).

Οι πρόσφατες εικόνες εντός και εκτός της Βουλής των Ελλήνων που συνόδευσαν την ψήφιση του «Μνημονίου 3» έδειξαν ότι από πλευράς «πολιτικού πολιτισμού» η συμπεριφορά της πολιτικής ελίτ δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτή του πλήθους». Η περιφρόνηση της νομιμότητας, η λεκτική οξύτητα, οι προσωπικές επιθέσεις, η συνθηματολογία, ο λαϊκισμός της γλώσσας – αυτά είναι συμπτώματα μιας χώρας άρρωστης, και μιας πολιτικής τάξης κατώτερης των περιστάσεων.

Η σημερινή οικονομική κρίση αποτέλεσε το έναυσμα, όχι την αιτία της έκρηξης. Στην πραγματικότητα, η κρίση απελευθέρωσε ένα υπαρκτό απόθεμα βίας, κυνισμού, κοινωνικής ανευθυνότητας και επιθετικού τυχοδιωκτισμού, το οποίο σιγόβραζε για δεκαετίες, (όχι πολύ βαθιά) θαμμένο κάτω από τους πακτωλούς των δανεικών χρημάτων και των κοινοτικών πόρων. Τα τεράστια ποσά που συνέρευσαν την προηγούμενη περίοδο τα διαχειρίστηκε ένα κράτος σπάταλο, πελατειακό και συνάμα ανεξέλεγκτο - για λογαριασμό μια ανέτοιμης αλλά φιλόδοξης και κάποτε άπληστης κοινωνίας. Η σημερινή αποκαρδιωτική κατάσταση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εικόνα της ίδιας αυτής κοινωνίας με άδειες τσέπες. Μια κοινωνία από τους όρους συγκρότησης της οποίας απουσιάζουν τα γνωρίσματα και οι αρχές που συνιστούν το αξιακό πλαίσιο των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών: η ανοχή στην αντίθετη άποψη, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η επίπονη άσκηση στο νηφάλιο διάλογο, η διαρκής επιδίωξη του πλουραλισμού και η πίστη στην αναζήτηση της αλήθειας, ως εργαλεία οικοδόμησης πολιτικής συναίνεσης και ως θεμέλια κοινωνικής συνύπαρξης.

Τα μέτρα που ψηφίστηκαν είναι πράγματι επώδυνα. Ακόμη χειρότερα, ο ακραίος κοινωνικός εγωισμός των ευνοημένων ομάδων (και η συνθηκολόγηση των πολιτικών στις πιέσεις τους) εμπόδισαν για μια ακόμη φορά τη δίκαιη κατανομή των βαρών. Όμως, η έγκριση των μέτρων ήταν αναγκαία. Βραχυπρόθεσμα, για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης χρηματοδότησης της ουσιαστικά χρεοκοπημένης ελληνικής οικονομίας. Μακροπρόθεσμα, για την απομάκρυνση της προοπτικής της ολικής καταστροφής, ως αναπόφευκτη συνέπεια μιας άτακτης χρεοκοπίας της χώρας.


Δεν είναι τυχαίο το ότι οι αντιφιλελεύθερες και αντιδημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις γλυκοκοιτάζουν τη χρεοκοπία. Γνωρίζουν ότι το κουβάρι των δημοκρατικών θεσμών ξηλώνεται πόντο-πόντο. Κινούνται στο περιθώριο του δημοκρατικού πολιτεύματος, εκμεταλλευόμενοι τις «ρωγμές» του πολιτικού συστήματος προκειμένου να τις μετατρέψουν σε χάσματα. Σε αυτά τους τα σχέδια τούς διευκολύνει το γεγονός πως απέναντι στη μονομέρεια του Μνημονίου και των προτάσεων της τρόικα, δεν έχει προβληθεί ένα θετικό και ρεαλιστικό σχέδιο αλλαγής του παραγωγικού και  προνοιακού  μας μοντέλου. Ένα μοντέλο που να δίνει το στίγμα των μελλοντικών αλλαγών που θα ανακουφίσουν όσους υποφέρουν σήμερα χωρίς να φταίνε. Γιατί η κοινωνία όντως υποφέρει – και υποφέρει διπλά: από τα μέτρα, και από τους πάσης φύσεως δημαγωγούς.


Η κοινωνία όμως υποφέρει και από τη σύγχυση της ταύτισης των άκρων. Η βία είναι καταδικαστέα από όπου και αν προέρχεται, πάντοτε. Όμως, ανάμεσα στις αντιδημοκρατικές πρακτικές της άκρας αριστεράς, και στη δηλητηρίαση των δημοκρατικών θεσμών που υπόσχεται η άκρα δεξιά, υπάρχει ποιοτική διαφορά.


Όταν το παρελθόν δεν φωτίζει το μέλλον, το παρόν σκοτεινιάζει, έγραφε ο Αλέξις ντε Τοκβίλ. Και πραγματικά, η νεότερη ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική ιστορία δείχνει καθαρά ότι ο δρόμος προς τη βαρβαρότητα υπήρξε πάντοτε απότομος και γλιστερός. Για αυτό, το πραγματικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει το πολιτικό μας σύστημα δεν είναι το χιλιοειπωμένο  «μνημόνιο ή αντι-μνημόνιο», αλλά «ανοιχτή κοινωνία ή βαρβαρότητα».


Χρέος των δυνάμεων της ευθύνης και της δημοκρατίας είναι να μην υποχωρήσουν στις περισσότερο ή λιγότερο απροκάλυπτες επιθέσεις κατά του κοινοβουλευτισμού, κατά του μετριοπαθούς και μετρημένου πολιτικού λόγου, κατά της ανοχής στη διαφορετική άποψη.


Χρέος σήμερα των σοσιαλδημοκρατών, φιλελεύθερων και αριστερών δημοκρατών είναι να αντισταθούν στην  ομηρεία και το εκβιασμό στους οποίους ακραίες δυνάμεις επιχειρούν να υποβάλουν το πολιτικό σύστημα. Διαφορετικά, η Ελλάδα δεν θα χάσει απλώς τα προκλητικά προνόμια των ευνοημένων κοινωνικών ομάδων και οργανωμένων συντεχνιών. Θα στερηθεί τους αναγκαίους όρους πολιτικής συνεννόησης, κοινωνικής ειρήνης και οικονομικής ευημερίας. Θα μεταμορφωθεί σε ακυβέρνητη χώρα, και σε αποτυχημένο κράτος. Και τελικά θα χάσει την ίδια τη ψυχή της.

4 Οκτωβρίου 2012

Μια θαυμάσια κρίση

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012).

Ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Παναγιώτη Ρουμελιώτη «Το άγνωστο παρασκήνιο της προσφυγής στο ΔΝΤ». Άλλωστε μόλις πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε. Βλέπω όμως ότι, σύμφωνα με τον συγγραφέα του, το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας συνίσταται στο ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου στις αρχές του 2010 «δεν διαπραγματεύτηκε σωστά».
«Εμείς τότε είχαμε ένα διαπραγματευτικό όπλο, εκείνη τη στιγμή η Ευρώπη ήταν απροετοίμαστη τελείως να αντιμετωπίσει μια πτώχευση της Ελλάδας. Έπρεπε να επιμείνει και να συμμαχήσει με το ΔΝΤ που έλεγε ότι χρειάζεται μια αναδιάρθρωση του χρέους από την αρχή. Να απειλήσει και με χρεοκοπία, διότι από τη χρεοκοπία δεν θα έχανε μόνο η Ελλάδα θα έχανε κυρίως η ευρωζώνη.» Αυτά λέει (και γράφει) ο μέχρι πρόσφατα εκπρόσωπος της χώρας στο ΔΝΤ, και υπουργός εθνικής οικονομίας το 1987-1989.
Η άποψη αυτή σίγουρα δεν είναι καινούρια. Έχει βασιστεί σε ερμηνευτικά σχήματα διαφόρων διαβαθμίσεων στην κλίμακα των θεωριών συνομωσίας: από την απλή ανικανότητα του τότε οικονομικού επιτελείου (και των επομένων), έως τον προδοτικό ρόλο της τότε κυβέρνησης  (και των επομένων). Και έχει υιοθετηθεί από δημόσια πρόσωπα διαφόρων διαβαθμίσεων στην κλίμακα της σοβαρότητας: από τον Βαρουφάκη έως τον Καζάκη, και από τον Τσίπρα έως τον Καμμένο.
Βεβαια, όπως δείχνει και η επιτυχία του βιβλίου, η θεωρία της κακής διαπραγμάτευσης (λόγω ανικανότητας ή λόγω προδοσίας, ανάλογα με τα γούστα) γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Βλέπετε, προσφέρει δύο πολύτιμες ψυχολογικές υπηρεσίες. Η πρώτη είναι ότι καθιστά εντελώς περιττή την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης εκ μέρους όσων την ασπάζονται.
Πράγματι, για τους οπαδούς της θεωρίας, δεν έχει καμμία σημασία που το εμπορικό έλλειμμα της χώρας ήταν 19% του ΑΕΠ το 2008, ότι δηλ. το καταναλωτικό πρότυπο των Ελλήνων ήταν επιπέδου ΗΠΑ, ενώ η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας κάτω από το επίπεδο της Μποτσουάνα.
Όπως δεν έχει σημασία που το δημόσιο έλλειμμα ήταν 16% το 2009 (ενώ η επίσημη πρόβλεψη της κυβέρνησης Καραμανλή ήταν λίγο πάνω από το όριο του 3%), ότι δηλ. το κράτος πλήρωνε για αμοιβές, παροχές, οπλικά συστήματα, γέφυρες, λιμάνια κτλ. ποσά πολύ μεγαλύτερα από όσα μπορούσε να εισπράξει μέσω φορολογίας, και συνεπώς δανειζόταν τη διαφορά.
Ούτε βέβαια έχουν σημασία αυτά που βρίσκονται πίσω από όλα τα ελλείμματα. Το μοντέλο της φτηνής ανάπτυξης. Η διάχυτη επιχειρηματικότητα της αρπαχτής. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Η άλωση από ιδιωτικά συμφέροντα της πολιτικής αλλά και της δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης. Η επικράτηση «αξιών» που επιζητούν το βόλεμα και τον γρήγορο πλουτισμό, και που εχθρεύονται τη δημιουργικότητα και την εργατικότητα.
Όχι. Για τους οπαδούς της θεωρίας της κακής διαπραγμάτευσης, αυτά δεν έχουν την παραμικρή σημασία. Ούτε έχουν σχέση με το Μνημόνιο και τη σημερινή κρίση. Θα μπορούσαμε όλα αυτά να τα είχαμε αποφύγει, εύκολα. Αρκεί ο πρωθυπουργός μας να ήταν λίγο πιο λεβέντης. Όπως π.χ. ο Ανδρέας Παπανδρέου – τον οποίο άλλωστε πολλοί από τους οπαδούς της θεωρία της κακής διαπραγμάτευσης λάτρεψαν ή υπηρέτησαν ή και τα δύο. Και ο οποίος φυσικά συνέβαλε όσο λίγοι για να φτάσει το χρέος και τα ελλείμματα στα σημερινά επίπεδα.
(Αντίθετα, ο «απλός λαός» δεν φταίει ποτέ. Ακόμη και όταν ξεχνάει να πληρώσει φόρους, όταν χτίζει εξοχικά στα καμμένα, όταν πιέζει για μια θέση στο Δημόσιο «για το παιδί», ή όταν δωροδοκεί για μια χαριστική σύμβαση. Ούτε φταίει όταν έδινε την ψήφο του σε όσους πολιτικούς του εξασφάλιζαν την ατιμωρησία, ενώ αντίθετα τιμωρούσε συστηματικά όσους πρότειναν μεταρρυθμίσεις που θα του χάλαγαν τη βολή.)
Η δεύτερη πολύτιμη ψυχολογική υπηρεσία που προσφέρει η θεωρία της κακής διαπραγμάτευσης είναι ότι μεταθέτει την ευθύνη για την ελληνική κρίση στους ξένους.
Έτσι, για τους οπαδούς της θεωρίας, δεν έχει σημασία που η απόπειρα εκβιασμού των υπόλοιπων μελών της ΕΕ θα ήταν εντελώς ασύμβατη με την απόφαση να παραμείνουμε σε αυτήν. Ούτε έχει σημασία ότι οι κανόνες του ευρώ (που είχαμε συνυπογράψει) περιείχαν την περίφημη «ρήτρα μη διάσωσης», η οποία απαγόρευε ακόμη και την βοήθεια σε όποιο μέλος της Ευρωζώνης έπεφτε έξω - πολλώ μάλλον το «κούρεμα» του χρέους της.
(Τελικά, η ρήτρα μη διάσωσης παραβιάστηκε σιωπηρά, και ευτυχώς για εμάς. Αλλά για αυτό χρειάστηκαν μερικοί μήνες: από τον Νοέμβριο του 2009 έως τον Μάιο του 2010. Για το κούρεμα χρειάστηκαν μερικοί μήνες παραπάνω: από τον Μάιο του 2010 μέχρι τον Νοέμβριο του 2011. Και το πόσο ρεαλιστική ήταν η απειλή για «το πιστόλι πάνω στο τραπέζι» το είδαμε όλοι – με πρώτο τον εμπνευστή της, Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Αλλά ξέχασα: εάν στη θέση του βρισκόταν κάποιος λίγο πιο τσαμπουκάς – γιατί όχι ο Μεϊμαράκης λ.χ. - τότε οι Ευρωπαίοι θα έσπευδαν να μας κουρέψουν το χρέος έντρομοι.)
Ελπίζω αυτό που θα πω να μην ακούγεται σαν άλλη μια θεωρία συνωμοσίας. Εσάς όμως σας φαίνεται τυχαίο ότι όλοι οι παραπάνω απολαμβάνουν μια θαυμάσια κρίση, που έχει αυξήσει εκθετικά τον αριθμό των θαυμαστών τους, των αναγνωστών των βιβλίων και των άρθρων τους, των θεατών των φιλμ τους στο YouTube, τον αριθμό των ψήφων τους και των βουλευτικών τους εδρών (για να μην αναφέρω άλλα, πιο υλικά οφέλη);
Νομίζω πως δεν είναι καθόλου τυχαίο. Όπου η αυτογνωσία σπανίζει, οι θεωρίες συνωμοσίας ακμάζουν. Κάθε εποχή έχει το πνεύμα της, και τους εκφραστές του. Μόνο που με τέτοιο πνεύμα και με τέτοιους εκφραστές, δεν είναι απαραίτητο να βγούμε από το ευρώ για να βρεθούμε στον τρίτο κόσμο: είμαστε ήδη εκεί, ίσως από καιρό.

2 Σεπτεμβρίου 2012

Back to basics

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012).

Μια ματιά στα δεδομένα (τα οποία, όπως συχνά λέγεται, είναι αμείλικτα).


Το πρώτο δεδομένο αφορά τον αριθμό όσων απασχολούνται στο Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ. Είναι γνωστό (τεκμηριώνεται μεταξύ άλλων στις σχετικές μελέτες του Χρυσάφη Ιορδάνογλου) ότι το μέγεθος της δημόσιας απασχόλησης αυξήθηκε θεαματικά τη δεκαετία του 1980, λιγότερο θεαματικά στη συνέχεια, ενώ ανέβηκε ξανά απότομα την πενταετία 2004-2009. Επειδή κατά την πενταετία Καραμανλή δεν έγινε αισθητή κάποια ποσοτική επέκταση ή ποιοτική βελτίωση των δημοσίων υπηρεσιών, δικαιούται κανείς να θεωρεί ότι οι σχετικοί διορισμοί ήταν κατά κανόνα εντελώς περιττοί.


Επί πλέον, το 2010 - εν μέσω Μνημονίου! - ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων έμεινε στάσιμος, παρότι συνταξιοδοτήθηκαν 53.400 δημόσιοι υπάλληλοι (άρα η κυβέρνηση Παπανδρέου διόρισε άλλους τόσους). Το 2011 αποχώρησαν 42.000 δημόσιοι υπάλληλοι ενώ προσελήφθησαν 12.600 (δηλ. κάπως καλύτερα – αλλά και αυτή η αναλογία απέχει αρκετά από το 5:1 που ψήφισε η Βουλή).


Το δεύτερο δεδομένο αφορά τους μισθούς στο δημόσιο τομέα. Είναι επίσης γνωστό ότι την περίοδο πριν από την κρίση οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκαν σταθερά, ενώ εκείνοι των υπαλλήλων ΔΕΚΟ θεαματικά. Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ, τα ποσοστά αύξησης των μισθών (σε πραγματικούς όρους, δηλ. πάνω από τον πληθωρισμό) τη δεκαετία 2000-2009 ήταν +22,7% για το Δημόσιο και +56,8% για τις ΔΕΚΟ (έναντι +24,4% για τον μη τραπεζικό ιδιωτικό τομέα). Εντός του Δημοσίου, η αύξηση δεν ήταν ομοιόμορφη. Τα σχετικά στοιχεία είναι δυσεύρετα (γεγονός όχι άσχετο με το πρόβλημα). Πάντως, είναι γνωστό ότι π.χ. για τους πανεπιστημιακούς υπήρξε ασήμαντη, ενώ π.χ. για τους δικαστικούς σημαντική. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει από το Υπουργείο Οικονομικών, η μέση δαπάνη μισθοδοσίας των δικαστικών είναι σήμερα περίπου 6.500 ευρώ το μήνα.


Το τρίτο δεδομένο αφορά τη μεταχείριση των ανέργων. Από τα τελευταία στοιχεία της ΕλΣτατ γνωρίζουμε ότι ο αριθμός των ανέργων το Μάιο ήταν περίπου 1.150.000. Από τα τελευταία στοιχεία του ΟΑΕΔ γνωρίζουμε ότι ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων τον Ιούλιο ήταν 795.000, ενώ από αυτούς μόνο 187.000 ελάμβαναν επίδομα ανεργίας. (Το χειμώνα ο αριθμός των επιδοτουμένων αυξάνεται, αφού οι κύριοι ωφελημένοι του επιδόματος ανεργίας όπως λειτουργεί σήμερα είναι οι εργοδότες σε κλάδους με εποχική απασχόληση - κυρίως ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και φροντιστηρίων).


Σε κάθε περίπτωση, έχουμε εκατοντάδες χιλιάδες (ίσως ένα εκατομμύριο) ανέργους που δεν λαμβάνουν καμμιά εισοδηματική ενίσχυση. Για τους 187.000 που λαμβάνουν, το σχετικό επίδομα δεν ξεπερνά τα 360 ευρώ το μήνα (από τον περασμένο Φεβρουάριο), με μέγιστη περίοδο επιδότησης 12 μήνες. Από εκεί και πέρα, ελάχιστοι (1.850 το 2010) λαμβάνουν το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας (200 ευρώ το μήνα). Οι υπόλοιποι τίποτε.


Αντίθετα, η εργασιακή εφεδρεία στο Δημόσιο προβλέπει ότι όσοι κριθούν ως πλεονάζοντες (15.000 άτομα το 2012) θα λαμβάνουν το 60% των βασικών αποδοχών τους επί 12 μήνες (24 μήνες εάν είναι κοντά στη συνταξιοδότηση).


Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτουν (θα έλεγε κανείς «αβίαστα») τα εξής:


Πρώτον: Υπάρχουν σημαντικά περιθώρια διατήρησης - εάν όχι βελτίωσης - του επιπέδου δημοσίων υπηρεσιών που απολαμβάνουν οι πολίτες (περίθαλψη, εκπαίδευση, συγκοινωνίες κτλ.) με σημαντικά λιγότερους δημόσιους υπάλληλους.


Δεύτερον: Υπάρχουν σημαντικά περιθώρια εξοικονόμησης μέσω στοχευμένων περικοπών των μισθών των υπολοίπων, αρχίζοντας από τις ΔΕΚΟ και από τις κατηγορίες που ωφελήθηκαν περισσότερο την προηγούμενη περίοδο (π.χ. δικαστικοί).


Τρίτον: Υπάρχουν σημαντικά κενά κοινωνικής προστασίας των ανέργων, ιδίως όσων προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα (δηλ. όλων, τουλάχιστον προς το παρόν).


Συνεπώς, οι προτεραιότητες μιας κυβέρνησης που αναζητά τρόπους μείωσης της δημόσιας δαπάνης με τους μικρότερους δυνατούς κοινωνικούς κραδασμούς - και οι συμβολές στην αναζήτηση αυτή των «ελάσσονων» κυβερνητικών εταίρων, δηλ. του ΠΑΣΟΚ και ιδίως της ΔΗΜΑΡ - θα έπρεπε να είναι προφανείς:


1. Εκτεταμένη εφαρμογή της εργασιακής εφεδρείας. Όχι με προσυνταξιοδότηση λίγων έμπειρων υπαλλήλων (πολλοί από τους οποίους είναι πολύτιμοι), αλλά με πλήρη κατάργηση όσων τμημάτων του κρατικού μηχανισμού κρίνονται περιττά.


2. Αναμόρφωση της πολιτικής μισθών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με κριτήριο όχι την διαπραγματευτική ισχύ κάθε ομάδας, αλλά την απόδοση και την προσφορά του καθενός - με διαφάνεια και δικαιοσύνη. Μια καλή αρχή θα ήταν η δημοσίευση των συνολικών αποδοχών που αντιστοιχούν σε κάθε βαθμίδα, σε κάθε υπουργείο, σε κάθε οργανισμό.


3. Μέτρα στήριξης όσων πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Όχι με συμβολικές κινήσεις αμφίβολης αξίας τύπου «έκτακτες παροχές» ή «ειδικές ενισχύσεις σε επιμέρους ομάδες». Αλλά με γενναία ενίσχυση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Μέσω επιδομάτων (με έμφαση στις φτωχές οικογένειες με παιδιά). Αλλά και μέσω υπηρεσιών (με έμφαση στην περίθαλψη, με εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του ΕΟΠΠΥ).


Θα μου πείτε: «Μα υπάρχουν λεφτά για τέτοια». Εξαρτάται.


Με «κόκκινες γραμμές» τύπου «όχι στην εφεδρεία», «όχι στη μείωση των αποδοχών των δικαστικών» και τα παρόμοια, όχι: δεν υπάρχουν περιθώρια.


Με στοχευμένες παρεμβάσεις για τη μείωση του μεγέθους και του κόστους του κράτους (δηλ. περικοπές), και ταυτόχρονα με βαθειές τομές στη λειτουργία του (δηλ. μεταρρυθμίσεις), τότε ναι: τα δημοσιονομικά περιθώρια για τη γενναία ενίσχυση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας είναι μεγάλα.


Τα δημοσιονομικά περιθώρια. Αλλά και τα πολιτικά. Ας αναλογιστούν, όσοι από εμάς τουλάχιστον δέχονται την ανάγκη ενός προγράμματος εξυγίανσης, ποια θα ήταν η αποδοχή του από την κοινή γνώμη, εάν η έγνοια των πολιτικών ήταν η αποκατάσταση της δικαιοσύνης και η προστασία των αδυνάτων, αντί για την υπεράσπιση των ευνοημένων ομάδων.


Δίκαιη λιτότητα. Ποτέ δεν είναι αργά.

15 Ιουνίου 2012

Φιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες και αριστεροί δημοκράτες

Ομιλία στην εκδήλωση του free thinking zone (Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012). Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon»  (Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012).


Τι πρέπει και τι μπορούν να κάνουν στη σημερινή πολιτική κατάσταση οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλδημοκράτες και οι αριστεροί δημοκράτες;


Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη συζήτηση αυτή με την παραδοχή ότι και τα τρία αυτά ρεύματα είναι (πάντοτε ήταν) μειοψηφικά στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς, της κεντροαριστεράς και της αριστεράς αντιστοίχως. Και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο εκλογικό βάθος, με αναιμικούς δεσμούς με κοινωνικές οργανώσεις, και με την όποια επιρροή τους να περιορίζεται στα ασφυκτικά όρια μιας «ιντελλιγκέντσιας» επαρχιωτικής και αυτής.


Πρόκειται για μια κάπως αμείλικτη ανάγνωση, χρήσιμη παρόλα αυτά ως αντίδοτο στην πρόσφατη κινητικότητα προς αναζήτηση «αριστοκρατικών» λύσεων: «κόμμα προσωπικοτήτων», «κυβέρνηση αρίστων» κ.ά.


Βέβαια, μια πιο επιεικής ανάγνωση θα ήταν εξίσου βάσιμη: τα ρεύματα αυτά άσκησαν πάντοτε μια επιρροή δυσανάλογη με το μέγεθός τους, ενώ υπήρξαν (είναι ακόμη) εκκολαπτήρια γόνιμων ιδεών. Επί πλέον, παρότι στην παραδοσιακή αντίθεση «δεξιά / αριστερά» καταλαμβάνουν μια μειοψηφική ίσως περιθωριακή θέση, στην άλλη αντίθεση «Δύση / Ανατολή», ή «Ευρώπη / Βαλκάνια», η οποία τέμνει την προηγούμενη εγκαρσίως, κατέχουν αντίθετα θέση πρωτοπορίας στη μια από τις δύο παρατάξεις (την ίδια, φυσικά) εκατέρωθεν της διαχωριστικής γραμμής: οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλδημοκράτες και οι αριστεροί δημοκράτες υπήρξαν πάντοτε (και ακόμη είναι) οι συνεπέστεροι υπερασπιστές της άποψης ότι «ανήκουμε στη Δύση» - ή, αν προτιμάτε, ότι το μέλλον της Ελλάδας είναι στην καρδιά της Ευρώπης.


Επειδή στις μέρες μας η τελευταία αυτή αντίθεση τυχαίνει να είναι η πιο κρίσιμη, το άρθρο μας «Το ζητούμενο της επόμενης ημέρας», που δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 9 Μαΐου 2012) με την υπογραφή των Δημήτρη Σκάλκου, Γιώργου Σιακαντάρη και Μάνου Ματσαγγάνη, δημιούργησε προσδοκίες. Μια τυπική αντίδραση ήταν του τύπου: «επιτέλους, καιρός ήταν, κάντε κάτι, πρέπει όλες οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις να ενωθούν στο ίδιο κόμμα / εκλογική συμμαχία προτού να είναι αργά».


Είναι καλή αυτή η ιδέα;


Είμαι αρκετά αμφίθυμος ως προς αυτό. Βασικά, νομίζω ότι δεν είναι. Για τρεις κυρίως λόγους.


Πρώτον, θα μου φαινόταν κάπως υπερβολικά ριψοκίνδυνο να συγκεντρωθούν όλοι οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής προοπτικής της Ελλάδας σε ένα νέο κόμμα, το οποίο μετά θα λάβει λ.χ. 15% των ψήφων.


Δεύτερον, για έναν αριστερό δημοκράτη όπως εμένα, οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλδημοκράτες υπήρξαν πάντοτε προνομιακοί συνομιλητές, ενίοτε σύμμαχοι σε κοινούς αγώνες, άλλες φορές αντίπαλοι (ποτέ εχθροί). Θα ήθελα να ζω σε μια χώρα όπου όλοι οι κεντρώοι/κεντροδεξιοί είναι φιλελεύθεροι, όλοι οι κεντροαριστεροί είναι σοσιαλδημοκράτες, και φυσικά όλοι οι αριστεροί είναι δημοκράτες. Αλλά μπορούμε να συνυπάρχουμε στο ίδιο κόμμα; Νομίζω ότι οι (υπαρκτές) διαφορές μας συσκοτίζονται από το ότι η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από πιο «πρωτόγονα» ζητήματα, στα οποία συμφωνούμε.


Τρίτον, για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα όπου όλοι οι κεντρώοι/κεντροδεξιοί είναι φιλελεύθεροι, όλοι οι κεντροαριστεροί είναι σοσιαλδημοκράτες, και όλοι οι αριστεροί είναι δημοκράτες, θα πρέπει να κάνουμε πολλή δουλειά – και αυτή η δουλειά θα πρέπει αναγκαστικά να γίνει κυρίως στο εσωτερικό του αντίστοιχου ευρύτερου χώρου. Προσωπικά δεν έχω καμμιά απολύτως διάθεση να αποκοπώ από έναν αριστερό κόσμο που με παρακολουθεί, συχνά εκνευρίζεται από όσα γράφω ή λέω, αλλά συνήθως προβληματίζεται από αυτά, και καμμιά φορά συμφωνεί μαζί μου.


Για αυτούς τους λόγους τείνω να θεωρώ ότι η βιαστική συστέγαση όλων μας στο ίδιο κόμμα ή εκλογικό συνασπισμό δεν είναι καλή ιδέα. Παραμένω όμως αμφίθυμος. Αφήνω περιθώριο στο ενδεχόμενο αυτό που μου φαίνεται λάθος σήμερα να αποδειχθεί σωστό σε λίγο καιρό. Το γιατί σχετίζεται με τις πολιτικές εξελίξεις: ζούμε εποχή ρευστότητας, ή μάλλον ρευστοποίησης των πολιτικών κομμάτων που κυριάρχησαν στη μεταπολίτευση (του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΝΔ), και συνεπώς αναδιάταξης του πολιτικού τοπίου.


Ποιος για παράδειγμα θα καταλάβει τον αχανή χώρο που εκτείνεται από τη ριζοσπαστική δεξιά μέχρι την κεντροδεξιά που αφήνει κενό η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ; Όπως έχω ξαναγράψει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, η τύχη του χώρου θα εξαρτηθεί από την τύχη της χώρας. Εάν παραμείνουμε στην Ευρώπη, μπορεί κάποτε να δούμε μια μεγάλη αριστερά που θα είναι φιλελεύθερη, σοσιαλδημοκρατική και δημοκρατική. Εάν όχι, πολύ φοβάμαι ότι ο χώρος - ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό - θα μονοπωληθεί από δυνάμεις εθνικιστικές, κρατιστικές, λαϊκιστικές και αυταρχικές.


Η αποτροπή ενός τέτοιου κινδύνου σήμερα είναι το κυριότερο καθήκον όλων μας: φιλελεύθερων, σοσιαλδημοκρατών και αριστερών δημοκρατών.