8 Φεβρουαρίου 2026

Το κατάρτι του Οδυσσέα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026).


Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να προτείνει συνταγματική αναθεώρηση έχει προκαλέσει μια συζήτηση που, όπως συνήθως, επικεντρώνεται στις βραχυπρόθεσμες διαστάσεις του θέματος, π.χ. στις βλέψεις του ίδιου του πρωθυπουργού και των αντιπάλων του, μέσα στο κυβερνών κόμμα και έξω από αυτό.

Οι διαστάσεις αυτές μπορεί να είναι σημαντικές. Όμως, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, το Σύνταγμα είναι σοβαρή υπόθεση: αφορά τους κανόνες του παιγνιδιού, τα όρια και τους περιορισμούς στη δυνατότητα της κυβέρνησης να παίρνει αποφάσεις, και της Βουλής να νομοθετεί. Συνεπώς, ας μιλήσουμε για αυτά.

Παραδόξως, η άλλη ένσταση που ακούγεται («Από ποιο άμβωνα προέρχεται το κήρυγμα ...») αντί να ακυρώνει την ανάγκη για ουσιαστική συζήτηση την κάνει ακόμη πιο επείγουσα. Πράγματι, για κάθε πολίτη που νοιάζεται για την υγεία της δημοκρατίας περισσότερο από ό,τι για τον κομματικό ανταγωνισμό, που είχε δει με αποτροπιασμό τις επανειλημμένες απόπειρες της προηγούμενης κυβέρνησης να ελέγξει τη δικαστική εξουσία, τα μέσα ενημέρωσης, ή τη στατιστική υπηρεσία, και που περίμενε δραστική αλλαγή πορείας από τη σημερινή κυβέρνηση, η ανοιχτή επίθεση στις ανεξάρτητες αρχές και στους δημοσιογράφους που επιχείρησαν να την ελέγξουν υπήρξε η απογοητευτικότερη διάψευση των τελευταίων ετών.

Το «Κοίτα ποιος μιλάει» εκτείνεται σε όλο το φάσμα των θεμάτων. Για παράδειγμα, είναι ακριβές ότι το Σύνταγμα «δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα», ή ότι «δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις επόμενες γενεές», όπως αναφέρει στην επιστολή του ο πρωθυπουργός. Όμως ο συντάκτης της επιστολής τυχαίνει να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πρόεδρο της κυβέρνησης που πριν λίγους μήνες, αντί να αυξήσει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης λόγω αύξησης της διάρκειας ζωής, όπως προέβλεπε η ισχύουσα (μνημονιακή) νομοθεσία, αποφάσισε να τα κρατήσει αναλλοίωτα, με κόστος +1,2% του ΑΕΠ ετησίως σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Στο σημείο αυτό, ας υπενθυμίσουμε τη γενική αγαλλίαση με την οποία έγινε δεκτή αυτή η κραυγαλέα παραβίαση της δημοσιονομικής ισορροπίας και βιωσιμότητας, και εξόφθαλμη περιφρόνηση των επόμενων γενεεών, από το σύνολο του πολιτικού σφάλματος, με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να υπερθεματίζει και να υπόσχεται τα ίδια και χειρότερα.

Όμως ας αφήσουμε κατά μέρος τις ενστάσεις, και ας αναγνωρίσουμε στον πρωθυπουργό το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ένας αυθεντικά φιλελεύθερος πολιτικός να κοιτάζει με αγωνία γύρω του (την προέλαση του αυταρχισμού στον κόσμο) και μέσα του (βλ. παραπάνω) και να αισθάνεται την ανάγκη να βάλει όρια και περιορισμούς στον εαυτό του και κυρίως στους διαδόχους του; Άλλωστε, το να δένει κανείς τα χέρια του επειδή δεν εμπιστεύεται εντελώς τον εαυτό του είναι η πεμπτουσία της σοφίας. Αυτό δεν έκανε ο Οδυσσέας, όταν πρόσταξε τους συντρόφους του να τον δέσουν στο κατάρτι και να βουλώσουν τα αυτιά τους στο τραγούδι των Σειρήνων (και στις διαταγές του ίδιου του Οδυσσέα να τον λύσουν); Αυτό δεν έκαναν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όταν έβαλαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ την αυστηρή ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έτσι ώστε οι κυβερνήσεις να μην αντιμετωπίζουν τον πειρασμό να μειώνουν τα επιτόκια «για να πέσει χρήμα στην αγορά» λίγο πριν τις εκλογές, συσσωρεύοντας αδιέξοδα στο μέλλον;

Φυσικά, όπως πάντοτε, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Οι περιορισμοί στην ελευθερία της κυβέρνησης να αποφασίζει και της Βουλής να νομοθετεί πρέπει να είναι συνετοί. Εξ άλλου, η αίσθηση ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας (ή και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) συνθέτουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να λειτουργούν διαχειριστικά, ανήμπορες να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών, συνέβαλε στην άνοδο του αυταρχισμού.

Οι υπερβολές είναι αντιπαραγωγικές και με οικονομικούς όρους. Με την απόφασή της το 2009 να βάλει στο Σύνταγμα της χώρας το «φρένο χρέους», κηρύσσοντας αντισυνταγματικό κάθε δημοσιονομικό έλλειμμα πάνω από 0,35% του ΑΕΠ, η γερμανική πολιτική ελίτ σκόραρε ένα θεαματικό αυτογκόλ. Οι συνέπειες είναι σήμερα ορατές: με τις υποδομές απηρχαιωμένες, με τους σιδηροδρόμους να καθυστερούν απελπιστικά, με τη δημόσια διοίκηση να πασχίζει να προλάβει την ψηφιακή εποχή, και με την οικονομία προσκολλημένη σε ένα παρελθόν που έχει πλέον παρέλθει, η κυβέρνηση Μερτς αναγκάστηκε τελικά να παρακάμψει το «φρένο χρέους» για να μπορέσει στοιχειωδώς να ανταποκριθεί στις αμυντικές, ενεργειακές και άλλες υποχρεώσεις που υπαγορεύει η πραγματικότητα.

Ποια είναι η σωστή ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και ορίων, μεταξύ κυβερνητικής ευελιξίας και συνταγματικών περιορισμών; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Ας συζητήσουμε αυτό, έστω και τώρα.

29 Ιανουαρίου 2026

Μετά το Νταβός

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "Ποιες στρατηγικές τάσεις στην παγκόσμια γεωπολιτική ανέδειξε το Νταβός και ποιες επιπτώσεις προκύπτουν για τη διατλαντική συνεργασία; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026).

Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, με επίκεντρο το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, επιβεβαιώνουν αυτό που πολλοί στην Ευρώπη φοβόντουσαν αλλά αρνιόντουσαν να πιστέψουν: ότι δηλ. η «Δύση» ως γεωπολιτική κατηγορία με τις ΗΠΑ στο ρόλο της «αναντικατάστατης δύναμης» πλέον δεν υφίσταται. Πράγματι, οι απειλές ότι οι ΗΠΑ θα προσαρτήσουν την Γροιλανδία (ακόμη και με τη βία, αν χρειαστεί), οι απαξιωτικές δηλώσεις του Προέδρου Τραμπ για τις χώρες του ΝΑΤΟ, η πανηγυρική ίδρυση «Συμβουλίου Ειρήνης» (με τη Ρωσία και την Τουρκία αλλά χωρίς τη Γαλλία ή τη Βρετανία), δείχνουν ότι η Ατλαντική Συμμαχία έχει δεχθεί ένα συντριπτικό πλήγμα.

Ακόμη και αν τελικά αποτραπεί το εφιαλτικό ενδεχόμενο η Ευρώπη να δεχθεί στρατιωτική επίθεση από τις ΗΠΑ, είναι φανερό ότι δεν μπορεί πια να υπολογίζει στην αμερικανική αμυντική ομπρέλα των ΗΠΑ (π.χ. σε περίπτωση που κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ ή/και του ΝΑΤΟ δεχθεί επίθεση), γεγονός που φυσικά καθιστά μια τέτοια επίθεση πιθανότερη. Τώρα το ΝΑΤΟ κινδυνεύει να έχει το τέλος της Κοινωνίας των Εθνών, που συνέχισε να λειτουργεί στα χαρτιά έως το 1946, ενώ είχε ακυρωθεί στην πράξη ήδη από την δεκαετία του 1930, όταν απέτυχε να αποτρέψει την επιθετικότητα των δυνάμεων του Άξονα στην Μαντζουρία και στην Αβησσυνία.

Η επανατοποθέτηση των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη φαίνεται μόνιμη. Η ήττα του κινήματος MAGA στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026, και στις προεδρικές εκλογές του 2028, μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ευρώπη, αλλά είναι απίθανο να επαναφέρει την Ατλαντική Συμμαχία των προηγούμενων 80 ετών. Ως προς αυτό, η ομιλία του κυβερνήτη της Καλιφόρνιας (και πιθανού διεκδικητή της Προεδρίας το 2028) στο Νταβός υπήρξε αποκαλυπτική: κριτική της επιθετικότητας του Προέδρου Τραμπ κατά της Γροιλανδίας, και καταδίκη της δολοφονίας δύο πολιτών από τις δυνάμεις του ICE στη Μινεάπολη, αλλά ούτε λέξη για τη βοήθεια στην Ουκρανία, για το μέλλον του ΝΑΤΟ, για τη ρύθμιση των πολυεθνικών της τεχνολογίας, ή για τους δασμούς στα ευρωπαϊκά προϊόντα.

Η Ευρώπη διαθέτει τους πόρους (υλικούς και ανθρώπινους) που θα της επιτρέψουν να αποκτήσει την αμυντική ισχύ που χρειάζεται για να αποθαρρύνει όσους την επιβουλεύονται. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν αρκεί: η αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων αναπαράγουν την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, και εκθέτουν την Ευρώπη σε θανάσιμους κινδύνους. Χωρίς αυτονομία, χωρίς στενή συνεργασία με άλλες «μεσαίες» δυνάμεις (όπως η Βρετανία και ο Καναδάς), και χωρίς επιλεκτικές συμφωνίες ειδικού σκοπού με τρίτες χώρες, δεν φαίνεται πώς θα μπορέσουμε να υπερασπιστούμε την ειρήνη, τη δημοκρατία, την ελευθερία στην περιοχή μας. Τα πρόσφατα γεγονότα βοηθούν όλο και περισσότερους Ευρωπαίους να συνειδητοποιήσουν ποια είναι η μοίρα που μας περιμένει αν αρνηθούμε ή αν αποτύχουμε.

8 Ιανουαρίου 2026

Η οικονομία το 2026 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ και ως μέρος του ELIAMEP Policy Paper #194.


Η παγκόσμια οικονομία έχει εδώ και μερικά χρόνια εισέλθει σε φάση ακραίας αβεβαιότητας. Σε τέτοιες συνθήκες, κάθε πρόβλεψη για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας για το 2026 δεν μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένη.

Οι κύριες αιτίες αβεβαιότητας είναι γεωπολιτικές: συνδέονται με την εξέλιξη του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, την εμπορική πολιτική και τη γενικότερη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΕ (και τον υπόλοιπο κόσμο), την οικονομική και εξωτερική πολιτική της Κίνας, καθώς και την αντιμετώπιση όλων αυτών εκ μέρους της Ευρώπης.

Πιο συγκεκριμένα: Η ρωσική επιθετικότητα κοστίζει ήδη ακριβά στην ευρωπαϊκή οικονομία. Προς το παρόν, η Ευρώπη υφίσταται έναν ακήρυχτο υβριδικό πόλεμο, με τη μορφή σαμποτάζ των υποδομών, με πλήθος ενδείξεων ρωσικής ανάμειξης. Ταυτόχρονα, η Ρωσία αναμειγνύεται στην εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών, με στόχο την υπονόμευση των εχθρικών σε αυτήν κυβερνήσεων, και την υποστήριξη αντιευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, συνήθως της ακροδεξιάς αλλά ενίοτε και της ακροαριστεράς. Η μεσοπρόθεσμη απειλή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το ιδεώδες σενάριο από τη σκοπιά του Προέδρου Πούτιν (διαμελισμός Ουκρανίας, ουδετερότητα ΗΠΑ, αυτοακύρωση του ΝΑΤΟ, προεδρία Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία, άνοδος AfD στη Γερμανία, νίκη Reform στη Βρετανία) θα σήμαινε το τέλος της 80χρονης περιόδου οικονομικής ευημερίας και δημοκρατικής σταθερότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η δημοσίευση τον περασμένο μήνα από τον Λευκό Οίκο της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ επιβεβαίωσε ό,τι πολλοί στην Ευρώπη ήδη φοβόνταν αλλά αρνούνταν να παραδεχθούν. Ο Πρόεδρος Τραμπ και το επιτελείο του δηλώνουν χωρίς περιστροφές δύο πράγματα: Πρώτον, ότι περιφρονούν τη σημερινή Ευρώπη και λοιδωρούν τις θεμελιώδεις αξίες της (την εμμονή στη φιλελεύθερη δημοκρατία, τον σεβασμό του κράτους δικαίου, τη ρύθμιση των αγορών, την επιδίωξη της κοινωνικής συνοχής). Δεύτερον, ότι επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την ανατροπή των κυβερνήσεων που παραμένουν πιστές σε αυτές τις θεμελιώδεις αξίες, και εργάζονται για αυτό υποστηρίζοντας “πατριωτικές” κυβερνήσεις και ακροδεξιά κόμματα στην αντιπολίτευση. Όσο διαρκεί αυτό, η συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τα αμερικανικά οπλικά συστήματα θα συνιστά υπαρξιακό κίνδυνο για την ασφάλεια και την ελευθερία στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η στάση της Κίνας επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία με δύο κυρίως τρόπους: Αφενός, η κινεζική κυβέρνηση παρέχει αφειδώς οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική βοήθεια στη Ρωσία, επιτρέποντας στην τελευταία να συνεχίζει τον επιθετικό της πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Αφετέρου, όσο η εσωτερική ζήτηση παραμένει υπερβολικά αναιμική για να απορροφήσει την εγχώρια παραγωγή, οι κινεζικές εξαγωγές κατακλύζουν τις αγορές της Ευρώπης, απειλώντας με αφανισμό κάποτε κραταιούς κλάδους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε μια πιο ήρεμη εποχή, αυτό το τελευταίο θα μπορούσε – με δυσκολία – να γίνει αποδεκτό (εφόσον είναι συμβατό με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου), ως μέρος της αδιάκοπης παραγωγικής αναδιάρθρωσης που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική οικονομία ήδη από τη Βιομηχανική Επανάσταση, και να αποτελέσει αντικείμενο χειρισμού για την αποφυγή μεγάλων κοινωνικών εντάσεων στις πληγείσες περιφέρειες. Στη σημερινή εποχή, ο εφησυχασμός των ευρωπαϊκών ελίτ, πολιτικών και οικονομικών, καθώς και η υποτίμηση του κινδύνου εξάρτησης από την Κίνα, φαντάζει εκτός χρόνου και τόπου. (Συμπτωματικά, ο εφησυχασμός αυτός αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο η κινεζική ηγεσία περιφρονεί την Ευρώπη, ως πάλαι ποτέ οικονομική υπερδύναμη χωρίς συναίσθηση της παρακμής της.)

Αναπόφευκτα, το ζοφερό διεθνές πλαίσιο σκοτεινιάζει τις προσδοκίες, συμπιέζει τις επενδύσεις, κάνει επιφυλακτικούς τους καταναλωτές. Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη στέκεται διχασμένη και αναποφάσιστη μπροστά στα ζητήματα που θα κρίνουν το μέλλον της. Η επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, η συστηματική δουλειά για την κατάκτηση της στρατηγικής αυτονομίας, και η υπεύθυνη αντιμετώπιση των κινδύνων που παραμονεύουν στη μεταβατική περίοδο είναι πλέον ζωτικής σημασίας. Όμως οι ηγεσίες που υποστηρίζουν μια τέτοια στάση δείχνουν κουρασμένες, αποπροσανατολισμένες, στραμμένες στα εσωτερικά προβλήματα. Η αφύπνιση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, προϋπόθεση για μια δημιουργική διέξοδο από τη σημερινή στασιμότητα, δείχνει ακόμη δύσκολη.

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία σημείωνε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το μέσο όρο της ΕΕ. Όμως, οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου, το οποίο έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δείχνουν ότι αυτή η επίδοση δύσκολα θα επαναληφθεί τα επόμενα χρόνια, ενώ από το 2029 ο ρυθμός ανάπτυξης θα πέσει κοντά στο μηδέν. Η σταδιακή ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης κινδυνεύει να αφήσει χάσμα, που θα διευρύνει το ήδη μεγάλο επενδυτικό κενό, το οποίο περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η αποτροπή αυτού του κινδύνου είναι ευθύνη όλων των ζωντανών δυνάμεων της χώρας.