18 Φεβρουαρίου 2009
Το δίλημμα των πανεπιστημιακών
Οι εκπρόσωποι των πανεπιστημιακών θα κληθούν από τη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (συμμαχία του ΚΚΕ με τη νεοκομμουνιστική πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ) να υπερψηφίσουν στο συνέδριο τον απολογισμό των δύο τελευταίων ετών. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με ψήφο εμπιστοσύνης. Προτού λοιπόν χαρίσουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ το δικαίωμα να μας εκπροσωπεί για άλλα δύο χρόνια, είτε εκλέγοντας υποστηρικτές της στους συλλόγους, είτε (συνηθέστερα) απέχοντας από την εκλογική διαδικασία, ας το σκεφτούμε καλά.
Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση (με διαφορετικό κάθε φορά πρόσχημα) και τη συμπόρευση με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού. Η πολιτική αυτή υποσκάπτει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Οι συνεχείς απεργίες αποδεκατίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι συνεχείς διαδηλώσεις, στις οποίες συμμετέχουν όλο και λιγότεροι πανεπιστημιακοί, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Οι συνεχείς καταλήψεις, τις οποίες η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ ανοιχτά ενθαρρύνει, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε κατάλυση των ελευθεριών και εκτεταμένες καταστροφές.
Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ απορρίπτει κάθε συζήτηση για μεταρρύθμιση, προτού καν ακούσει ποια είναι η πρόταση. Προκειμένου να ξορκίσει τις αλλαγές που χρειάζεται το δημόσιο πανεπιστήμιο, δεν διστάζει να γίνει απολογητής των πιο εκφυλιστικών όψεων της σημερινής λειτουργίας του (π.χ. του νεποτισμού σε ορισμένα Τμήματα). Εν τω μεταξύ, μεταχειρίζεται τα μισθολογικά και άλλα αιτήματα ως πρόσχημα για να συντηρεί την αναταραχή για την αναταραχή.
Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει οδηγήσει το δημόσιο πανεπιστήμιο σε παρακμή, τους πανεπιστημιακούς σε ανυποληψία, τους συλλόγους σε αποξένωση από το κοινό αίσθημα των μελών τους.
Για πόσο ακόμη θα επιτρέπουμε σε αυτή την ηγεσία να μας εκπροσωπεί; Όσοι θέλουμε ένα ανοιχτό πανεπιστήμιο, που προάγει την επιστήμη και την έρευνα, και διδάσκει την ανεκτικότητα και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συμμετέχουμε στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.
4 Φεβρουαρίου 2009
Το Ελληνικό «κοινωνικό μοντέλο»: εξασφαλισμένη ανελαστικότητα και άναρχη ευελιξία
Η γυναικεία απασχόληση είναι υπερβολικά χαμηλή στην Ελλάδα. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες (συνήθως νέες) ψάχνουν για δουλειά, άλλες τόσες (πολλές μητέρες) τα έχουν παρατήσει και τώρα πια δεν καταγράφονται καν ως άνεργες. Η αύξηση της γυναικείας απασχόλησης είναι προϋπόθεση για μια δυναμικότερη οικονομία, καθώς και για μια πιο σύγχρονη και πιο ανοιχτή κοινωνία. Επί πλέον, είναι προϋπόθεση για περισσότερη ισότητα μεταξύ των δύο φύλων και μια δικαιότερη κατανομή των ρόλων και των υποχρεώσεων στην εργασία και στην οικογένεια.
Η απορρόφηση των εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών που θα ήθελαν να εργαστούν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας, καθώς και η ύπαρξη χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας, αποτελούν δομικά εμπόδια. Η κρίση κάνει προφανώς τα πράγματα δυσκολότερα. Αυτό που όμως συχνά υποτιμάται είναι η αρνητική συμβολή του Ελληνικού «κοινωνικού μοντέλου», δηλαδή του τρόπου με τον οποίο η κοινωνική προστασία και ασφάλιση αλληλεπιδρά με την αγορά εργασίας και την οικογένεια.
Είναι σημαντικό ότι η σημερινή ημερίδα καλύπτει και την κοινωνική προστασία, και την αγορά εργασίας και την οικογένεια. Συχνά παρατηρείται η αντίθετη τάση: να εξετάζεται η καθεμιά συνιστώσα του κοινωνικού μοντέλου χωριστά, αγνοώντας την αλληλεπίδρασή της με τις άλλες δύο. Η τάση αυτή είναι κατανοητή και σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτη – οδηγεί, όμως, σε συγκεχυμένες αναλύσεις και αντιφατικές πολιτικές.
Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα η επίσημη αγορά εργασίας είναι υπερβολικά ανελαστική, ενώ ταυτόχρονα η ανεπίσημη είναι υπερβολικά ελαστική.
Στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και στις Τράπεζες (αν και εκεί όλο και λιγότερο) κατά κανόνα έχουμε μονιμότητα ή συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι αμοιβές είναι σχετικά ικανοποιητικές, οι κοινωνικές παροχές είναι συγκριτικά ευνοϊκότερες, τα ωράρια γενικά τηρούνται.
Στην υπόλοιπη αγορά εργασίας οι αμοιβές είναι συνήθως χαμηλές, οι υπερωρίες συχνά δεν πληρώνονται, τα ένσημα δεν γράφονται πάντοτε, οι κοινωνικές παροχές είναι χαμηλότερου επιπέδου, οι συμβάσεις είναι ορισμένου χρόνου, ή έργου, ή εμφανίζονται ως «συνεργασίες» με υπαλλήλους μεταμφιεσμένους σε ελεύθερους επαγγελματίες.
Ο δυϊσμός αυτός της αγοράς εργασίας είναι καταστροφικός. Η ανελαστικότητα του προστατευμένου τομέα – σε συνδυασμό με τη χαμηλή παραγωγικότητα – κάνει απαγορευτικό το κόστος της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Αντίθετα, η επέκταση της απασχόλησης δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τον απροστάτευτο τομέα, ο οποίος κατάφερε να απορροφήσει μισό εκατομμύριο περίπου ξένους εργάτες στη δεκαετία του ’90.
Με τι τίμημα όμως: τις χαμηλές αμοιβές και τη συστηματική καταστρατήγηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Το τρομερό συμβάν της κτηνώδους επίθεσης εναντίον μιας θαρραλέας γυναίκας, της Κωνσταντίνας Κούνεβα, φανέρωσε σε μια ανυποψίαστη (;) κοινωνία μέχρι πού ακριβώς μπορεί να φτάσει η άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων (συχνά γένους θηλυκού) σε αυτό το άναρχα ευέλικτο τμήμα της αγοράς εργασίας.
Σε τελευταία ανάλυση έχουμε ένα κλασσικό πρόβλημα «πολιτικής οικονομίας». Οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ελίτ, ακόμη και στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, τροφοδοτούνται κυρίως από το προστατευμένο τμήμα της αγοράς εργασίας. Τα μέλη και κυρίως τα στελέχη τους προέρχονται από το Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ ή τις Τράπεζες – όταν δεν είναι γιατροί, δικηγόροι ή μηχανικοί. Όμως, ο κορμός της απασχόλησης (και ειδικά της γυναικείας απασχόλησης) δουλεύει στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα, συνήθως σε κακοπληρωμένες δουλειές, συχνά δουλειές του ποδαριού, με λίγα ή καθόλου ένσημα, με ανεπαρκή ή καθόλου ασφάλιση για ασθένεια, μητρότητα κτλ.
Αυτή η ασυμμετρία εκπροσώπησης είναι – μέχρι ενός σημείου – αναπόφευκτη. Όταν, όμως, η δημόσια συζήτηση μονοπωλείται από την πολιτική agenda των εργασιακών σχέσεων στον πιο προστατευμένο τομέα της αγοράς εργασίας, αγνοώντας τα απείρως οξύτερα προβλήματα εκεί που ο «εργασιακός μεσαίωνας» έχει επικρατήσει στα αλήθεια, τότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί σε τι χρησιμεύουν τα κόμματα και τα συνδικάτα της ευρύτερης αριστεράς.
Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο συμβαίνει στη χώρα μας. Πρέπει να αλλάξουμε ρότα, και εύχομαι η σημερινή εκδήλωση να συμβάλλει σε αυτό.
20 Ιανουαρίου 2009
Calvin and Hobbes
18 Ιανουαρίου 2009
Τι διακυβεύεται στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ;
Τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τους τελευταίους μήνες, τα πανεπιστήμια έχουν καταστεί επίκεντρο της βίας που συνταράσσει την ελληνική κοινωνία. Όχι μόνο επειδή εξαιτίας του ασύλου προσφέρονται ως ορμητήρια ομάδων σε διαρκή πόλεμο με την αστυνομία. Αλλά και επειδή μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας έχει αποδειχθεί ανίκανη να κατανοήσει ότι χωρίς ελευθερία έκφρασης και χωρίς δημοκρατική λειτουργία δεν νοείται πανεπιστήμιο.
Ο κατάλογος των κρουσμάτων βίας είναι μακρύς. Φοιτητικές παρατάξεις λύνουν τις διαφορές τους με γροθιές, καρεκλοπόδαρα και σιδερένιους λοστούς. Ομάδες φοιτητών εισβάλλουν σε συνεδριάσεις συλλογικών οργάνων, τις διαλύουν για να αποτρέψουν αποφάσεις που δεν είναι του γούστου τους, και κρατούν τους καθηγητές ομήρους μέχρι να τα καταφέρουν. Φοιτητές αρπάζουν κάλπες για να εμποδίσουν την εκλογή πρυτανικών αρχών. Συνεργεία φοιτητών-οικοδόμων χτίζουν τις πόρτες σε γραφεία καθηγητών. Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι προπηλακίζονται, με αποτέλεσμα τη διακομιδή των πιο άτυχων στο νοσοκομείο. Εκδηλώσεις διαλύονται από αγανακτισμένους «αντιεξουσιαστές», που ενίοτε φτάνουν έως τον άγριο ξυλοδαρμό των ομιλητών. Να προσθέσουμε και τη συστηματική καταστροφή της πανεπιστημιακής περιουσίας, με βανδαλισμούς σε εργαστήρια, γραφεία καθηγητών, αίθουσες διδασκαλίας και γραμματείες, με το ανεμπόδιστο πλιάτσικο σε εργαλεία και εξοπλισμό. Πρόκειται ούτε λίγο ούτε πολύ για την κατάλυση στην πράξη του πανεπιστημιακού ασύλου – το οποίο, θυμίζουμε, θεσμοθετήθηκε για να προάγει ακριβώς την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση ιδεών στο πανεπιστήμιο.
Ποιος ευθύνεται για όλα αυτά; Κατ’ αρχήν, προφανώς, οι φυσικοί αυτουργοί των επεισοδίων αυτών. Όχι, όμως, μόνο αυτοί. Μεγάλο μέρος της ευθύνης βαρύνει επίσης όσους από τυχοδιωκτισμό ή ανευθυνότητα προσφέρουν πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα γενικευμένης ανομίας στα πανεπιστήμια. Ανάμεσα στους τελευταίους, πρώτη φιγουράρει η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Αντί να προστατεύσει τα μέλη της (όπως είναι η στοιχειώδης υποχρέωση κάθε συνδικάτου), έχει επιδοθεί σε ένα πρωτοφανές κρεσέντο «επαναστατικής» δημαγωγίας και πολιτικής ανευθυνότητας. Τα ανακλαστικά της (ταχύτατα όταν πρόκειται π.χ. για την αστυνομική βία ή το μεσανατολικό) γίνονται κατατονικά όποτε πρέπει να καταδικάσει το πολλοστό κρούσμα βιαιοπραγίας στα πανεπιστήμια. Όμως, η ανοχή στη βία είναι συνενοχή.
Η «μπλαζέ» στάση της ηγεσίας της ΠΟΣΔΕΠ μπροστά στους τραμπουκισμούς των ακραίων ομάδων (με θύματα μέλη της!) ή στις καταστροφές στα πανεπιστήμια είναι το θλιβερό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής που έγινε εδώ και αρκετό καιρό και έκτοτε εφαρμόζεται με συνέπεια: από τη μια στείρα άρνηση και συνεχής σύγκρουση, από την άλλη συμμαχία με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού.
Η ΠΟΣΔΕΠ έχει περιέλθει στον έλεγχο μιας ακραίας μειοψηφίας διότι η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών δεν συμμετέχει στις συλλογικές διαδικασίες. Κατανοητό, καθώς η εικόνα συνδικαλιστικής εκπροσώπησης του κλάδου απογοητεύει και εξοργίζει. Οι περισσότεροι σοβαροί πανεπιστημιακοί δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την ΠΟΣΔΕΠ. Όμως στην αποχή των πολλών μετριοπαθών βασίζεται και η επικράτηση των λίγων ακραίων που σήμερα διαφεντεύουν την ΠΟΣΔΕΠ. Η αποχή της μεγάλης πλειονότητας των πανεπιστημιακών δεν είναι λύση, αντιθέτως είναι η ρίζα του προβλήματος. Το κενό που αφήνει η απουσία των καλύτερων σπεύδουν πάντα να το καλύψουν οι χειρότεροι. Για τους πανεπιστημιακούς δεν υπάρχει φυγή από την κατάντια του ελληνικού πανεπιστημίου. Υπάρχει μόνο συμμετοχή για να αντιστρέψουμε την πορεία απαξίωσης.
Είτε τους γυρίσουμε την πλάτη είτε όχι, οι εκπρόσωποι της ΠΟΣΔΕΠ θα συνεχίσουν να μιλάνε στο όνομά μας και για λογαριασμό μας. Τα ΜΜΕ θα συνεχίσουν να αναμεταδίδουν τις ακραίες θέσεις τους ως τάχα θέσεις «των πανεπιστημιακών», και η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάλυψη στην κουλτούρα της βίας και δυσανεξίας που έχει για τα καλά εγκατασταθεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η πορεία ανάταξης του δημόσιου πανεπιστημίου ξεκινά από την ανάδειξη εκπροσώπων που θα αντιπροσωπεύουν πραγματικά το πανεπιστήμιο. Η αρχή έγινε πρόπερσι με την κίνηση των «χιλίων» πανεπιστημιακών. Παράλληλα, στην ΠΟΣΔΕΠ υπάρχει και μειοψηφία, που αντιτάσσεται σθεναρά στην πολιτική της κυρίαρχης ομάδας.
Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, ξεκινώντας 20 Ιανουαρίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, οι ανά σχολή σύλλογοι θα στείλουν εκπροσώπους στο συνέδριο που τον Μάρτιο θα αναδείξει τη νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Οι περίπου δέκα χιλιάδες πανεπιστημιακοί της χώρας πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας ένα ερώτημα: θα εξακολουθήσουμε να επιτρέπουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ να μας εκπροσωπεί; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε μας μένει μία επιλογή. Να συμμετέχουμε μαζικά στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που απορρίπτουν τη στείρα σύγκρουση και τη βία και υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.
1 Ιανουαρίου 2009
Il caldo inverno greco
Anche se è ancora troppo presto per stabilire che cosa ha causato la “ribellione” dei giovani, proviamo a riordinare le nostre idee.
Un agente della polizia che usa la sua arma per uccidere (a quanto pare, a sangue freddo) un 15enne perchè lo ha insultato è ovviamente un caso eccezionale. Il senso d’impunità dei nostri poliziotti e la loro percezione di stare al di sopra della legge è invece la regola. Non tutti sono assassini, certo. Ma è vero che la polizia agisce troppo spesso con brutalità gratuita (per esempio nei confronti degli immigrati), è vero che nei suoi ranghi la corruzione è troppo diffusa, e soppratutto è vero che i poliziotti violenti e/o corrotti possono sempre contare sulla complicità di colleghi e superiori, e sulla “comprensione” dei giudici. La faccenda si complica assai quando c’è un morto (e così giovane poi) – ma, come è successo prima, un modo per trasformare una sentenza di ergastolo di primo grado in appena tre anni di reclusione, e poi la libertà, si trova sempre. Perchè pensare che questa volta andrà diversamente?
Questa sfiducia nella capacità della polizia e dei suoi vertici di punire i colpevoli e di sradicare quello che è marcio al suo interno si colloca in un contesto di sfiducia generale nei confronti delle istituzioni – tutte. Basta sfogliare i titoli dei quotidiani negli ultimi due o tre anni: giudici che proteggono i criminali; monaci che vanno in giro in elicottero (“per fare più in fretta”) e hanno offshore accounts milionari; e, ovviamente, ministri che usano le risorse dello stato come se fosse loro proprietà privata. Un degrado morale mai visto prima, durante il regno di un primo ministro cha aveva promesso di sconfiggere i poteri forti (o, testualmente, con eleganza tipica, di “abbattere i ruffiani”).
In questo cocktail già poco promettente si deve aggiungere il fatto che la quotidianità attuale e le prospettive future dei giovani sono piuttosto cupe. Come mostrano gli studi internazionali, i nostri liceali studiano più e imparano meno di tanti altri europei loro coetanei. Le università migliori lavorano bene, ma escono sconfitte dalla burocrazia statale e lo scombussolamento provocato dalla contestazione endemica e cieca da parte di una minoranza dei loro studenti. Il livello di disoccupazione dei giovani è paragonabile solo al sud d’Italia. Anche chi lavora deve fare i conti con stipendi bassissimi e contratti precari. E, in sottofondo, la presenza soffocante di una famiglia iperprottettiva che non crede più al lavoro come valore ma coltiva invece aspettative alte e infondate.
Tutto questo aiuta a capire l’intensità della reazione di tanti adolescenti all’uccisione del loro coetaneo. Ma per spiegare la violenza, i danni alle banche e ai negozi, e la distruzione delle università statali, delle bibliotecche pubbliche, dei teatri nazionali, ci vuole ben altro. Bisogna andare oltre la repulsione dei borghesi, che sicuramente sembrerebbe meno inverosimile se non fossero così abituati ad evadere le tasse e ad ignorare le regole quando gli fa comodo. Bisogna anche mettere da parte le analisi (auto-)assolutorie dei nostri rivoluzionari finti che battezzano “rivolta sociale” (e dunque, si intende, degna di rispetto) ogni violenza cieca e indiscriminata nei confronti delle università, delle biblioteche, dei teatri – tutte istituzioni pubbliche e, guarda caso, tutte indifese.
Per capire la violenza di un numero elevato di giovani, e la complicità alla violenza di un numero ancora più elevato di giovani e meno giovani, bisogna invece affrontare temi e argomenti piuttosto scomodi. Come l’indifferenza profonda – se non il compiacimento aperto – di una stragrande maggioranza dei greci nei confronti delle varie azioni dei terroristi del gruppo “17 novembre”. Come la solidarietà spontanea di una maggioranza altrettanto ampia ai regimi e ai leader più sanguinosi del nostro tempo (Milosevich, Saddam e altri) per il solo merito del loro antiamericanismo. Come il silenzio dei sindacati e la scarsa attenzione del pubblico alle decine di vittime (tutti immigrati) della corsa pazza per completare in tempo gli stadi e le altre strutture dell’olimpiade di Atene. Come la tacita accettazione e, spesso, entusiasta partecipazione al crollo delle più elementari regole di convivenza civile che è il caos del traffico quotidiano. Come la rassegnazione di tutti davanti agli scontri settimanali e perfettamente organizzati fra tifoserie rivali.
Certo, la cultura della violenza non è del tutto sconosciuta nell’Europa occidentale: era abbastanza diffusa nel medioevo, durante le grandi guerre, negli anni di piombo. Né è del tutto sconosciuta nel mondo di oggi: è abbastanza diffusa in quello che una volta veniva chiamato il Terzo Mondo. Forse noi greci, eredi della culla della civiltà, abbiamo solo sbagliato secolo – o continente.
11 Δεκεμβρίου 2008
Η βία ταιριάζει στους ποδηλάτες;
Είναι αλήθεια ότι το μόνο κοινό που έχουμε μεταξύ μας είναι ότι κάνουμε ποδήλατο.
Αυτό, όμως, που αρέσει εμένα στο ποδήλατο είναι ότι είναι ένα ειρηνικό εργαλείο: ούτε ρυπαίνει, ούτε θόρυβο κάνει, ούτε πεζούς πατάει.
Όταν είναι κανείς πεζός ή ποδηλάτης στην Αθήνα υφίσταται το νταηλίκι και τον τσαμπουκά του οδηγού ΙΧ ή του μοτοσυκλεττιστή που οδηγεί επικίνδυνα (για τους άλλους), μπαίνει κόντρα στο μονόδρομο, ανεβαίνει σε πεζοδρόμια, τρέχει κανονικά στον πεζόδρομο - και όλα αυτά επειδή απλώς έτσι τον βολεύει.
Για αυτό, παρότι συμμερίζομαι απολύτως την αγανάκτηση για την (όπως φαίνεται) εν ψυχρώ δολοφονία του πιτσιρικά, θεωρώ την τυφλή βία των διαδηλώσεων γλίστρημα στη βαρβαρότητα.
Το "όραμα" που δείχνουν να έχουν στο κεφάλι τους οι μπαχαλάκηδες μου φαίνεται εντελώς εφιαλτικό.
Εγώ θέλω έναν κόσμο όπου ο αστυνομικός σέβεται τον πολίτη, η κυβέρνηση σέβεται την κοινή γνώμη (από την οποία αναδείχθηκε) και ο πολίτης σέβεται τους άλλους πολίτες, ιδίως όταν έχουν διαφορετική γνώμη από τον ίδιον.
Α ναι, και όπου τα αυτοκίνητα σέβονται τις μοτοσυκλέττες, οι μοτοσυκλέττες τα ποδήλατα, και όλοι μαζί τους πεζούς.
Διαφορετικά, θα ζούμε σε μια ζούγκλα, όπου θα επικρατεί όχι το δίκαιο, αλλά το "δίκαιο" του ισχυροτέρου.
Ελαστικότερη αγορά εργασίας με ασφάλεια και κοινωνική προστασία
Η πρόταση του προέδρου του ΕΒΕΑ για ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας και συγκεκριμένα για εβδομάδα 3 ή 4 ημερών με ανάλογη μείωση αποδοχών και ενσήμων δέχθηκε πυρά πανταχόθεν και μάλλον πρόκειται να αποδειχθεί χαρταετός που τελικά δεν πέταξε. Όλοι, η ΓΣΕΕ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΜΕ, η υπουργός Εργασίας, ακόμη και ο πρωθυπουργός (που δήλωσε στη Βουλή: «Είμαστε υπέρ της ποιοτικής και πλήρους εργασίας») συμφώνησαν ότι η ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας ισοδυναμεί με «εργασιακό μεσαίωνα».
Έτσι είναι; Και ναι και όχι. Όπως σίγουρα γνωρίζει ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, η ελαστικοποίηση όπως την εννοούν οι εργοδότες στη χώρα μας είναι κάπως ασύμμετρη. Όσοι φίλοι μου εργάζονται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και σε μεγάλες τράπεζες ή σοβαρές εταιρείες συμβούλων, έχουν να λένε για την αφόρητη πίεση που τους ασκείται για εργάσιμη ημέρα 10 ωρών και εβδομάδα 6 ημερών – εννοείται με απλήρωτες υπερωρίες. Εάν οι εργοδότες μας ενδιαφέρονται πραγματικά για μια ελαστικότερη αγορά εργασίας, θα πρέπει να το θυμούνται και όταν η αυξημένη ζήτηση απαιτεί εντατικότερους ρυθμούς δουλειάς, όχι μόνο όταν συμβαίνει το αντίθετο (όπως τώρα). Αλλιώς δεν πρόκειται για ελαστικότερη αγορά εργασίας αλλά απλώς για εργοδοτική αυθαιρεσία.
Είμαστε, όμως, σίγουροι ότι ελαστικότητα είναι εξ ορισμού αρνητική; Ότι η μερική απασχόληση είναι πάντοτε κακό πράγμα; Ότι η αγορά εργασίας που έχουμε σήμερα αξίζει την υπεράσπιση σύσσωμης της πολιτικής ελίτ; Τα ιλιγγιώδη ποσοστά ανεργίας των νέων και των γυναικών δείχνουν το αντίθετο. Το πρόβλημα με τις ανελαστικές αγορές εργασίας είναι ότι προστατεύουν τις θέσεις όσων εργάζονται, αλλά με τίμημα την έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης για όσους ψάχνουν για δουλειά.
Το ερώτημα είναι: μπορούμε να έχουμε τα πλεονεκτήματα της ελαστικότητας χωρίς τα μειονεκτήματά της; Η απάντηση είναι «ναι, υπό όρους». Χρειαζόμαστε μια μερική (και ελεγχόμενη) ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, και ταυτόχρονα αναπροσανατολισμό της κοινωνικής πολιτικής για περισσότερη απασχόληση με μεγαλύτερη κοινωνική ασφάλεια.
Δύσκολη στρατηγική. Προϋποθέτει πολιτικούς εμπνευσμένους, με κύρος (και φαντασία). Προϋποθέτει, επίσης, συνδικαλιστές που δεν εκπροσωπούν μόνο τις προνομιούχες ομάδες από τις οποίες οι ίδιοι προέρχονται αλλά όλους τους εργαζομένους (και άνεργους). Άλλος, όμως, δρόμος για μια δικαιότερη αγορά εργασίας και μια δυναμικότερη οικονομία δεν υπάρχει.
6 Δεκεμβρίου 2008
Έλλειψη γενναιοδωρίας και έλλειψη φαντασίας
Αυξάνονται οι κοινωνικές μεταβιβάσεις υπέρ των οικονομικά αδυνάμων με δύο δράσεις κόστους €300 εκατ. που χρηματοδοτούνται από το Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής.
Η πρώτη δράση είναι η χορήγηση έκτακτου επιδόματος κοινωνικής συνοχής σε συνταξιούχους του ΟΓΑ, δικαιούχους του ΕΚΑΣ, και εγγεγραμμένους ανέργους. Το επίδομα διαφοροποιείται με το χωρισμό της χώρας σε τρεις ζώνες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και ανέρχεται σε €200 για την πρώτη ζώνη, σε €150 για τη δεύτερη και σε €100 για την τρίτη ζώνη. Το επίδομα θα χορηγηθεί εφάπαξ τον Ιανουάριο 2009.
Η δεύτερη δράση είναι η χορήγηση έκτακτου επιδόματος στεγαστικού δανείου σε δικαιούχους του ΕΚΑΣ και επιδοτούμενους ανέργους του ΟΑΕΔ που έχουν στεγαστικό δάνειο για κύρια κατοικία που έχει συναφθεί πριν από την αρχή του 2009. Το επίδομα ανέρχεται σε €500 και θα χορηγηθεί σε δύο δόσεις, τον Ιανουάριο και τον Ιούνιο του 2009.
Τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση δείχνουν όχι μόνο έλλειψη γενναιοδωρίας αλλά και έλλειψη φαντασίας. Πρώτον, η κρατική ενίσχυση έχει έκτακτο χαρακτήρα: οι μόνιμες, διαρθρωτικές αδυναμίες της πολιτικής κατά της φτώχειας δεν αντιμετωπίζονται. Δεύτερον, οι πρόσθετοι πόροι θα ενισχύσουν τους «εγγεγραμμένους φτωχούς»: τα υπόλοιπα νοικοκυριά που επίσης αντιμετωπίζουν οξείες δυσχέρειες μένουν αβοήθητα. Τρίτον, η σύλληψη των μέτρων προδίδει μια αντίληψη πιο πολύ επικοινωνιακής παρά ουσιαστικής παρέμβασης: το ποσοστό των ληπτών στεγαστικού δανείου που είναι άνεργοι ή χαμηλοσυνταξιούχοι είναι πολύ χαμηλό.
Η κύρια δυσκολία είναι ότι έχουμε ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που είναι εντελώς ακατάλληλο για την αντιμετώπιση κρίσεων όπως αυτή που περνάμε, επειδή δεν έχει ως προτεραιότητα την καταπολέμηση της φτώχειας. Πράγματι, η συνεισφορά των κοινωνικών παροχών στη μείωση της φτώχειας είναι απίστευτα μικρή, παρότι η συνολική δαπάνη είναι κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (ανάλογα με το εθνικό εισόδημα). Με άλλα λόγια, ενώ οι πόροι που διατίθενται δεν είναι ευκαταφρόνητοι, σπαταλώνται σε πολιτικές με ασήμαντο κοινωνικό όφελος, όπως είναι η κρατική επιδότηση των προνομιακών όρων συνταξιοδότησης εύπορων ομάδων.
Φυσικά, η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι δεν περισσεύουν πόροι για πολιτικές με απείρως σημαντικότερο κοινωνικό αντίκρυσμα. Εδώ αξίζει να αναφερθεί το μεγάλο κεφάλαιο της καταπολέμησης της φτώχειας (βλ. παρακάτω), καθώς και οι κοινωνικές υπηρεσίες τύπου «βοήθεια στο σπίτι» για τη στήριξη όσων ηλικιωμένων δεν θέλουν να ζουν σε ιδρύματα, οι βρεφονηπιακοί σταθμοί για μητέρες που εργάζονται (ή θα ήθελαν να εργαστούν), οι δράσεις για την προώθηση της απασχόλησης των νέων και των γυναικών, η πολιτική κατοικίας για την ενίσχυση της στεγαστικής αυτονομίας των νέων ζευγαριών κ.ο.κ.
Το βασικό πρόβλημα με τη στήριξη των ασθενών στρωμάτων είναι ότι το «κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας» που έχουμε είναι διάτρητο: πολλές φτωχές οικογένειες δεν είναι επιλέξιμες για κοινωνικές παροχές αφού δεν ανήκουν σε κάποια από τις επιδοτούμενες κατηγορίες βάσει των στενών κριτηρίων που προβλέπονται.
Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι μακροχρόνια άνεργοι που έχουν εξαντλήσει το δικαίωμα επιδότησης, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας που ακόμη και όταν έχουν χαμηλό εισόδημα δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας επειδή δεν έχουν ακόμη εργαστεί, όσοι εργάζονται χωρίς ένσημα αφού μένουν ακάλυπτοι σε περίπτωση ανεργίας, ασθενείας ή μητρότητας («η γενιά των €700»), όσοι εισπράττουν μια πολύ χαμηλή σύνταξη (π.χ. ανασφαλίστων ή χηρείας) χωρίς να διαθέτουν άλλα εισοδήματα, άτομα ανίκανα να εργαστούν που όμως δεν στοιχειοθετούν δικαίωμα σε κάποιο από τα αναπηρικά επιδόματα, οικογένειες χαμηλού εισοδήματος με μόνο ένα ή δύο παιδιά κ.ά.
Εξαιτίας της ανορθολογικής δομής του συστήματος κοινωνικής προστασίας, υπάρχει μια έντονη αναντιστοιχία μεταξύ των κοινωνικών προβλημάτων και των μέτρων πολιτικής που (υποτίθεται ότι) έχουν προβλεφθεί για την αντιμετώπισή τους.
Το σύστημα εισοδηματικής στήριξης των ανέργων είναι προβληματική. Πολλοί άνεργοι δεν παίρνουν επίδομα ανεργίας, ενώ πολλοί επιδοτούμενοι άνεργοι είναι εποχικοί εργαζόμενοι. Το επίδομα ασφάλισης ανεργίας έχει υπερβολικά μικρή διάρκεια. Το επίδομα μακροχρόνια ανέργων έχει υπερβολικά αυστηρούς κανόνες επιλεξιμότητας και υπερβολικά χαμηλή αξία, ενώ οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας δεν το δικαιούνται καθόλου.
Παρά την ύπαρξη μιας πληθώρας μέτρων (κατώτατα όρια, συντάξεις ανασφαλίστων κτλ.), και παρότι το ΕΚΑΣ και οι αγροτικές συντάξεις έχουν βελτιωθεί πολύ τα τελευταία 10-12 χρόνια, εξακολουθεί να λείπει ένας συνεκτικός μηχανισμός στήριξης των χαμηλών συντάξεων. Από την άλλη, έχουμε το πιο άδικο σύστημα συντάξεων στην Ευρώπη – και ένα από τα πιο ακριβά. Το αποτέλεσμα είναι ότι η φτώχεια των ηλικιωμένων παραμένει υπερβολικά υψηλή.
Η ενίσχυση των ατόμων με ειδικές ανάγκες δεν είναι ενιαία, αλλά εξαρτάται από το είδος της αναπηρίας και τα χαρακτηριστικά των δικαιούχων. Χορηγούνται 23 διαφορετικά επιδόματα για 10 διαφορετικές κατηγορίες αναπηρίας. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα: το ειδικό επίδομα «τυφλών ασκούμενων δικηγόρων» είναι τρεις φορές πιο γενναιόδωρο από το επίδομα των τυφλών που δεν είναι ασκούμενοι δικηγόροι.
Η στεγαστική πολιτική είναι κατά κανόνα ανταποδοτική, δηλ. απαιτεί σταθερή απασχόληση και προϋποθέτει ιστορικό ασφάλισης. Επίσης, προσανατολίζεται στην ιδιοκατοίκηση, όχι στην ενοικιαζόμενη κατοικία. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι στεγαστικές ενισχύσεις είναι βασικά απρόσιτες για τις φτωχές οικογένειες.
Οι οικογένειες με τρία ή περισσότερα παιδιά δικαιούνται γενναιόδωρες ενισχύσεις, μερικές φορές υπερβολικά γενναιόδωρες, παρότι τα περισσότερα παιδιά – και τα περισσότερα φτωχά παιδιά – ζουν σε μικρότερες οικογένειες που δεν δικαιούνται ενισχύσεις. Μόνο στη χώρα μας πλέον παρατηρείται αυτή η εμμονή στην ενίσχυση των πολύτεκνων οικογενειών (τυπικό δείγμα κοινωνικής πολιτικής των νοτιοευρωπαϊκών φασισμών της δεκαετίας του ’30).
Τέλος, η Ελλάδα παραμένει η μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 χωρών που δεν έχει θεσμοθετήσει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα– ούτε καν σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, όπως είναι η περίπτωση της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Ουγγαρίας.
Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση της ΝΔ «κληρονόμησε» αυτή την κατάσταση από τις κυβερνήσεις που προηγήθηκαν. Είναι, όμως, επίσης αλήθεια ότι όχι μόνο δεν έκανε σπουδαία πράγματα για να εκσυγχρονίσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας και να ενδυναμώσει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, αλλά επέτεινε κάποιες από τις παραδοσιακές στρεβλώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σπουδαιότερη δράση που έχει χρηματοδοτήσει μέχρι τώρα το Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής είναι η επέκταση στους τρίτεκνους των συχνά σκανδαλωδών προνομίων που απολαμβάνουν οι πολύτεκνοι.
Είναι αλήθεια, τέλος, ότι σε αυτό το – εντελώς ακατάλληλο για την καταπολέμηση της φτώχειας – σύστημα κοινωνικής προστασίας παραμένει δέσμια η πολιτική ελίτ στο σύνολο της (κυβέρνηση και αντιπολίτευση, κόμματα και συνδικάτα). Μια πολιτική ελίτ που βλέπει το αδιέξοδο αλλά πασχίζει να αποφύγει το περίφημο «πολιτικό κόστος» της αναγκαίας μεταρρύθμισης. Μεταθέτοντας έτσι το κοινωνικό κόστος της μη μεταρρύθμισης στα ασθενέστερα στρώματα, στους νέους, στις επόμενες γενιές ...
5 Δεκεμβρίου 2008
Ποιοι ωφελούνται από την φοροδιαφυγή;
«Αν οι φτωχοί είχαν περισσότερες ευκαιρίες φοροδιαφυγής από ό,τι οι πλούσιοι, ή ήταν ικανότεροι σε αυτήν, τότε ο προοδευτικός πολιτικός [the egalitarian policy maker] θα είχε έναν καλό λόγο να αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή με χαμόγελο επιείκειας: μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον». Τάδε έφη Frank Cowell, καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στη London School of Economics.
Ενδιαφέρουσα ιδέα. Πράγματι, γνωρίζουμε τις αρνητικές παρενέργειες της φοροδιαφυγής: στερεί πολύτιμα έσοδα από το κράτος, διατηρεί τεχνητά στη ζωή μη βιώσιμες επιχειρήσεις, στρεβλώνει την αγορά εργασίας ωθώντας προς δραστηριότητες με μεγαλύτερες δυνατότητες απόκρυψης εισοδημάτων, εισάγει «οριζόντιες» ανισότητες διαφοροποιώντας το καθαρό εισόδημα φορολογουμένων με το ίδιο προ φόρου εισόδημα.
Γνωρίζουμε, επίσης, τις ευρύτερες τοξικές επιδράσεις της – ή θα έπρεπε: εάν είχε δίκιο ο Φ. Ρούζβελτ, ότι «οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας», τότε η φοροδιαφυγή (αγαπημένο χόμπυ των τζαμπατζήδων που ενώ απαιτούν τα προνόμια αρνούνται να πληρώσουν τα «τέλη συνδρομής») υποσκάπτει τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας.
Μήπως, όμως, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η φοροδιαφυγή έχει τουλάχιστον αυτό το καλό: ότι βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν;
Ομολογουμένως, το ερώτημα έχει λογική βάση. Ανήκει στην κατηγορία των επιστημονικών ερωτημάτων, εκείνων δηλ. που μπορούν να επαληθευτούν ή να διαψευστούν διά της εμπειρικής έρευνας. Βέβαια, για να συμβεί αυτό θα πρέπει ο ερευνητής να έχει πρόσβαση σε δυσπρόσιτα ή / και εμπιστευτικά δεδομένα, π.χ. τις φορολογικές δηλώσεις των ατόμων.
Αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που προσπαθήσαμε να απαντήσουμε – ο υπογράφων μαζί με την κ. Μαρία Φλεβοτόμου, ερευνήτρια της Τράπεζας της Ελλάδος και διδακτορική φοιτήτρια στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών – με την πρόσφατη έρευνά μας για τις «διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής». Η έρευνα είχε το πλεονέκτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από 27.414 φορολογικές δηλώσεις (41.283 φορολογούμενοι συν 12.203 παιδιά και άλλα «εξαρτημένα μέλη») του οικονομικού έτους 2005, τα οποία μας παραχώρησε η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων σε ανώνυμη μορφή, αφού πρώτα αφαίρεσε οποιαδήποτε πληροφορία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίηση των φορολογουμένων.
Η εκτίμηση του μεγέθους και της κατανομής της φοροδιαφυγής προϋποθέτει γνώση του δηλωθέντος στην Εφορία εισοδήματος αλλά και του πραγματικού εισοδήματος των φορολογουμένων, περιλαμβανουμένου και του τμήματος που αποκρύπτεται. Έστω ότι το δείγμα μας (0,53% του συνόλου των φορολογουμένων) ήταν αρκετά αντιπροσωπευτικό ώστε να επιτρέπει την εκτίμηση του δηλωθέντος εισοδήματος με ικανοποιητική ακρίβεια. Γνωρίζουμε το πραγματικό εισόδημα για να το συγκρίνουμε με αυτό;
Εδώ η απάντηση είναι «και ναι και όχι». Χρησιμοποιήσαμε την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ, η οποία αποτελεί την κύρια πηγή πληροφόρησης για την κατανομή του εισοδήματος, και συνεπώς για την εκτίμηση της φτώχειας και της ανισότητας. Ναι μεν γνωρίζαμε ότι δεν υπάρχει καμμιά εγγύηση για το αληθές των εισοδημάτων που δηλώνει εκεί κάθε νοικοκυριό, αλλά δεχθήκαμε ως εύλογη την υπόθεση ότι τα κίνητρα απόκρυψης του εισοδήματος σε μια στατιστική έρευνα είναι ασθενή, ίσως και ανύπαρκτα, αφού τα οφέλη της απόκρυψης δεν είναι άμεσα και υλικά όπως με τη δήλωση στην Εφορία. Σε κάθε περίπτωση, το μόνο σίγουρο είναι ότι η ΕΟΠ μας παρέχει μια ελάχιστη εκτίμηση των πραγματικών εισοδημάτων, τα οποία παραμένουν άγνωστα. Συνεπώς, προχωρήσαμε εν πλήρει συνειδήσει ότι κάθε εκτίμηση (όπως η δική μας) που βασίζεται στη σύγκριση ΕΟΠ και φορολογικών δηλώσεων μοιραία υποτιμά το πραγματικό μέγεθος της φοροδιαφυγής.
Συγκρίναμε, λοιπόν, το δείγμα μας των φορολογικών δηλώσεων του 2005 με δεδομένα για 17.386 άτομα σε 6.555 νοικοκυριά από την τελευταία ΕΟΠ του 2004/5, η οποία καλύπτει την ίδια χρονική περίοδο απόκτησης των εισοδημάτων. Συγκεκριμένα, χωρίσαμε τον πληθυσμό σε 16 σχετικά ομοιογενείς κατηγορίες, ανάλογα με την κύρια πηγή εισοδήματος και τη γεωγραφική περιφέρεια. Στη συνέχεια, συγκρίναμε το εισόδημα της κάθε κατηγορίας όπως αναφέρεται σε κάθε μια από τις δύο βάσεις δεδομένων. Τέλος, χρησιμοποιήσαμε τον λόγο των δύο μεγεθών για να χωρίσουμε τα εισοδήματα που αναφέρονται στην ΕΟΠ στο τμήμα που δηλώνεται στην Εφορία και στο τμήμα που αποκρύπτεται. Με άλλα λόγια, δίπλα στην ήδη διαθέσιμη κατανομή του (υποτιθέμενου) «πραγματικού» εισοδήματος κατασκευάσαμε μια «συνθετική» κατανομή εισοδήματος: την κατανομή του δηλωθέντος εισοδήματος.
Τα αποτελέσματα, παρότι αναμενόμενα, ήταν μάλλον εντυπωσιακά. Πραγματικά και δηλωθέντα εισοδήματα ταυτίζονται κατά 100% στην περίπτωση των συντάξεων και κατά 99,5% σε εκείνη των μισθών. Αντίθετα, το ποσοστό των αγροτικών εισοδημάτων που δηλώνεται στην Εφορία μετά βίας φτάνει το 47%, ενώ εκείνο των εισοδημάτων από ελεύθερο επάγγελμα δεν υπερβαίνει το 76%. Όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια, το δηλωθέν εισόδημα υπολογίστηκε σε 94% του συνολικού στην Αττική, και από 84% έως 88% στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, ο συνολικός λόγος δηλωθέντος και πραγματικού εισοδήματος εκτιμήθηκε σε 90,1%.
Με βάση τα παραπάνω, και χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι μαζί με το εισόδημα αυξάνεται και το κίνητρο για φοροδιαφυγή, προέκυψε μια συνθετική κατανομή δηλωθέντος εισοδήματος που υπολείπεται της κατανομής του πραγματικού εισοδήματος κυρίως στα άκρα, και μάλιστα περισσότερο στην κορυφή παρά στη βάση. Το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος ήταν 15% στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού (και έφτανε το 24% στο πλουσιότερο 1%). Αμέσως μετά, το φτωχότερο 30% του πληθυσμού απέκρυπτε το 10-11% του εισοδήματός του. Τα δεκατημόρια 4 και 5 απέκρυπταν το 5-6%, και τα δεκατημόρια 6 έως 9 το 7-8% του εισοδήματος.
Χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα φόρων-παροχών Euromod «μεταφράσαμε» την απόκρυψη του εισοδήματος σε χρηματικό όφελος μείωσης φόρου. Λόγω της συγκεκριμένης κατανομής του δηλωθέντος εισοδήματος, σε συνάρτηση με την άνοδο των φορολογικών συντελεστών καθώς αυξάνεται το εισόδημα, η απόκρυψη του κατά μέσο όρο 10% του εισοδήματος προκαλεί απώλεια ίση με το 35% των σημερινών εσόδων από το φόρο εισοδήματος. Τέλος, όσον αφορά τις διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής, εξ αιτίας της η κατανομή εισοδήματος γίνεται ανισότερη (κατά 3-9%), η φτώχεια υψηλότερη (κατά 1-2%), και η προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος ασθενέστερη (κατά 10-24%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται).
Ας σταματήσουμε εδώ – άλλωστε η έρευνα είναι ακόμη σε εξέλιξη. Όλα όσα, όμως, μας έμαθε για τη φοροδιαφυγή επιβεβαιώνουν την αρχική υποψία μας ότι όχι, ο προοδευτικός πολιτικός δεν έχει κανένα λόγο να αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή με χαμόγελο επιείκειας. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο να εργαστεί μεθοδικά για την καταπολέμηση αυτού του ευρύτατα διαδεδομένου αλλά βαθύτατα αντικοινωνικού χόμπυ.

