Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010)
Η καταπολέμηση της παραοικονομίας – δηλ. του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται πέρα από το ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο του κράτους – είναι η μόνιμη επωδός των περισσότερων υπουργών οικονομικών. Και όμως, το φαινόμενο είναι ανθεκτικό και, ας το παραδεχτούμε, δημοφιλές: η γνώση ότι ο ιατρός χ ή ο υδραυλικός ψ φοροδιαφεύγει προκαλεί στον περίγυρό του αντιδράσεις επιείκειας (στην καλύτερη περίπτωση) ή φθόνου (στην χειρότερη). Πάντως όχι περιφρόνησης και απόρριψης.
Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία, που σχετίζεται με τη μακρόχρονη παράδοση αμοιβαίας δυσπιστίας στη σχέση κράτους και πολιτών. Στην κοινωνική αποδοχή, όμως, της φοροδιαφυγής (τυπικότερης εκδήλωσης της παραοικονομίας) συμβάλλουν ορισμένοι μύθοι. Ο πρώτος είναι αναρχοφιλελεύθερος, διαδεδομένος στον παράδεισο του αντικρατισμού (τις ΗΠΑ) και δημοφιλής στην κατά βάθος πιο «αμερικανική» χώρα της Ευρώπης (την Ελλάδα): «η φοροδιαφυγή είναι η θεμιτή άμυνα του πολίτη απέναντι σε ένα ληστρικό κράτος». Εδώ η απάντηση έχει δοθεί από έναν άλλον Αμερικανό φιλελεύθερο, τον Φ. Ρούζβελτ: «Οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Συνεπώς, η φοροδιαφυγή (αυτό το αγαπημένο χόμπυ των τζαμπατζήδων που απαιτούν τα προνόμια χωρίς όμως να πληρώσουν τα «τέλη συνδρομής») υποσκάπτει τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας.
Ο δεύτερος μύθος είναι ότι η φοροδιαφυγή βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν. Σε αυτόν το μύθο απαντά πρόσφατη έρευνα της Μαρίας Φλεβοτόμου και του υπογράφοντος για τις διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής. Όπως εξηγεί σε διπλανή στήλη η διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, επειδή οι πλούσιοι αποκρύπτουν μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους από τους φτωχούς, άρα πολύ περισσότερο εισόδημα (σε απόλυτα μεγέθη), λόγω και της κλιμάκωσης των φορολογικών συντελεστών τα οφέλη τους είναι ακόμη μεγαλύτερα.
Ο τρίτος μύθος είναι ότι χωρίς φοροδιαφυγή πολλές επιχειρήσεις θα έκλειναν. Ο μύθος εδώ δεν αφορά το εάν αυτό ισχύει. Η φοροδιαφυγή (όπως και η πολιτική των χαμηλών μισθών, της κατά συρροήν παραβίασης του εργατικού ή του ασφαλιστικού δικαίου κτλ.) πράγματι συνέβαλε στην επιβίωση (και στη τεχνητή συντήρηση στη ζωή) επιχειρήσεων ουσιαστικά μη βιώσιμων. Καλό ήταν αυτό; Βραχυπρόθεσμα ίσως. Μακροπρόθεσμα, πάνω στη σαθρή αυτή βάση οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης.
Η παραοικονομία φέρνει φτηνή ανάπτυξη λοιπόν – και αυτή με τη σειρά της συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας: στις διεθνείς αγορές τα Ελληνικά προϊόντα ούτε ποιοτικά είναι, ούτε καλές τιμές έχουν. Για αυτό και δεν προτιμώνται. Την χρεωκοπία αυτού ακριβώς του μοντέλου παρακολουθούμε σε απευθείας μετάδοση αυτές τις μέρες.
20 Φεβρουαρίου 2010
1 Φεβρουαρίου 2010
Βιώσιμες και δίκαιες συντάξεις σε μια ανοιχτή κοινωνία

Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου / Athens Review of Books» (Φεβρουάριος 2010)
Σε έναν διαγωνισμό για το πιο βαρετό θέμα συζήτησης το ασφαλιστικό θα διεκδικούσε με αξιώσεις το πρώτο βραβείο. Έχει όλα τα φόντα για κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν, είναι ζοφερό: οι συντάξεις αφορούν μια περίοδο της ζωής που οι περισσότεροι προτιμούν να μην σκέφτονται. Έπειτα, είναι δυσνόητο: έχει διάφορες τεχνικές πλευρές που λίγοι καταλαβαίνουν και ακόμη λιγότεροι είναι σε θέση να εξηγήσουν. Τέλος, είναι καταθλιπτικό: ως προοπτική δεν φαίνεται να υπόσχεται άλλο από περικοπές και ελλείμματα.
Με βάση τα παραπάνω, ίσως να μην είναι τόσο παράξενο ότι οι πολιτικοί το αποφεύγουν, ούτε ότι τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με αυτό επιδερμικά, ούτε ότι η κοινή γνώμη το παρακολουθεί ζαλισμένη. Και όμως: το ασφαλιστικό βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολιτικής διαμάχης που αγγίζει μια ολόκληρη σειρά από σύγχρονα προβλήματα – μερικά προφανή (η δημοσιονομική εξυγίανση, η φτώχεια των ηλικιωμένων), άλλα λιγότερο προφανή (η θέση της γυναίκας, οι προοπτικές των νέων, τα δικαιώματα των μεταναστών).
Ούτε λίγο ούτε πολύ, η έκβαση αυτής της διαμάχης θα καθορίσει πώς θα είναι η κοινωνία στην οποία θα ζούμε στο μέλλον, εμείς και η γενιά των παιδιών μας. Συνεπώς, βαρετό ή όχι, το ασφαλιστικό είναι υπερβολικά σημαντικό ζήτημα για να το αφήσουμε στους πολιτικούς, στους συνδικαλιστές, στους δημοσιογράφους και στους υπόλοιπους ειδικούς (ή «ειδικούς»).
1.
Σε πρώτο επίπεδο, το ασφαλιστικό γίνεται συνήθως αντιληπτό ως πρόβλημα δημοσιονομικό – και δικαίως. Οι συντάξεις απορροφούν μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού μας εισοδήματος (γύρω στο 12%) από ό,τι στην Ευρωπαïκή Ένωση (γύρω στο 10%). Φυσικά, αυτό από μόνο του δεν λέει πολλά πράγματα. Είναι δικαίωμά μας να δίνουμε μεγαλύτερη προτεραιότητα στις συντάξεις από ό,τι σε άλλα προγράμματα δημόσιας δαπάνης – αν και, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυτό μπορεί τελικά να μην είναι και τόσο έξυπνο.
Αλλού είναι το ζήτημα. Πρώτον, η χρηματοδότηση του συστήματος συντάξεων είναι από τώρα προβληματική: το έλλειμμα (δηλ. η διαφορά μεταξύ εσόδων από εισφορές και εξόδων για πληρωμή συντάξεων) εκτιμάται σε 4% έως 5% του ΑΕΠ – μιλάμε για σημαντικό τμήμα του συνολικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Και επειδή η συνεχής αναφορά σε ελλείμματα μπορεί να προκαλέσει ένα είδος ανοσίας στον δοκιμαζόμενο αναγνώστη, ας σημειωθεί ότι τα συνολικά έσοδα του κράτους από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων φτάνουν το 4,4% του ΑΕΠ.
Δεύτερον, και σπουδαιότερο, εάν τώρα το έλλειμμα είναι δυσβάστακτο, σε λίγες δεκαετίες θα είναι αβάστακτο. Με τα σημερινά δεδομένα (δηλ. χωρίς δραστική μεταρρύθμιση), η δαπάνη για συντάξεις αναμένεται να εκτοξευτεί στο 19,4% το 2035, και στο 24,1% το 2060 (έναντι μόλις 11,9% και 12,6% στην Ε.Ε. των 27). Αξίζει να αναφερθεί ότι αυτά τα στοιχεία δεν αμφισβητούνται από κανένα, ενώ επιβεβαιώνουν παλαιότερες εκτιμήσεις της Ελληνικής κυβέρνησης και των συνδικάτων. Άλλωστε, τα τελευταία δεν αρνούνται ότι στις επόμενες δεκαετίες η δαπάνη για συντάξεις θα διπλασιαστεί: απλώς ζητούν «να βρεθούν νέοι πόροι».
Όμως, «νέοι πόροι» της τάξης του 20% και 25% του ΑΕΠ δεν υπάρχουν. Η δαπάνη για συντάξεις δεν πρόκειται καν να πλησιάσει τα αστρονομικά αυτά επίπεδα. Ένα τέτοιο βάρος καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει. Ιδίως μια κοινωνία όπως η δική μας, με ασθμαίνουσα οικονομία αλλά και με τεράστια υστέρηση σε όλες τις κοινωνικές πολιτικές που δεν είναι συντάξεις (π.χ. στις πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας, για την προστασία των ανέργων, για την υποστήριξη των οικογενειών με παιδιά, για την ενίσχυση της στεγαστικής αυτονομίας των νέων, για τη φροντίδα των ηλικιωμένων – για να μην αναφερθούμε στις πολιτικές για την παιδεία, για την έρευνα, για την προστασία του περιβάλλοντος).
Η αποσιώπηση αυτής της απλής αλήθειας και η εμμονή στην «ανάγκη εξεύρεσης πόρων», ώστε να μην αλλάξει τίποτε, αναδεικνύει μια ενδιαφέρουσα όψη της διαμάχης: ότι μερικοί, προκειμένου να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, είναι έτοιμοι να στείλουν το λογαριασμό – και τι λογαριασμό! – στη γενιά των παιδιών τους, στο όνομα πάντοτε της αλληλεγγύης των γενεών.
Όμως, οι αποτυχίες δεν εξαντλούνται εδώ. Εάν το ασφαλιστικό με τη σημερινή μορφή του παραβιάζει τις πιο στοιχειώδεις αρχές της δικαιοσύνης μεταξύ γενεών (δηλ. ακριβώς εκείνες τις αρχές που κάθε σύστημα συντάξεων καλείται να υπηρετεί), παραβιάζει εξίσου κατάφωρα την ισονομία των πολιτών της τωρινής γενιάς. Τα 175 ταμεία του, με διαφορετικούς κανόνες το καθένα, δεν συνιστούν ένα σύστημα αλλά πολλά – με αποτέλεσμα άτομα με παρόμοια χαρακτηριστικά να απολαμβάνουν εντελώς διαφορετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα (π.χ. σε σχέση με την ηλικία συνταξιοδότησης, τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης, το ύψος της σύνταξης κτλ).
Η παραβίαση της ισονομίας των πολιτών έχει πολλές δηλητηριώδεις παρενέργειες, μερικές από τις οποίες θα συζητήσουμε στη συνέχεια. Εδώ ας σταθούμε σε μια από αυτές. Οι κάθε άλλο παρά ασήμαντοι πόροι που δαπανώνται για τις συντάξεις κατανέμονται τόσο άνισα, που η κοινωνική τους επίδραση είναι απογοητευτική: οι εισοδηματικές ανισότητες είναι πιο έντονες μεταξύ των συνταξιούχων από ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων κάτω από το όριο φτώχειας παραμένει υψηλό. Οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες ξοδεύουν αναλογικά λιγότερα για συντάξεις, παρότι έχουν αναλογικά περισσότερους ηλικιωμένους, και ταυτόχρονα τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα στο πεδίο της μείωσης των ανισοτήτων και της φτώχειας των ηλικιωμένων.
Ας ανακεφαλαιώσουμε. Το ασφαλιστικό ήδη παράγει μεγάλα ελλείμματα. Τα ελλείμματα αυτά, εάν δεν κάνουμε κάτι σύντομα, θα πάρουν διαστάσεις που απειλούν να υποθηκεύσουν την ευημερία και τα κοινωνικά δικαιώματα της γενιάς των παιδιών μας. Αυτό υποσκάπτει την αλληλεγγύη των γενεών και εξευτελίζει το άγραφο «διαγενεακό συμβόλαιο» πάνω στο οποίο βασίζεται ένα σύστημα συντάξεων. Επί πλέον, προβλέπει ασφαλισμένους πολλών ταχυτήτων, αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις περιορίζει, και αφήνει έναν μεγάλο αριθμό συνταξιούχων με συντάξεις πείνας. Η πεισματική υπεράσπιση ενός τέτοιου συστήματος, όσο «αγωνιστική» και εάν είναι η ρητορεία με την οποία επενδύεται, δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά ως στάση ακραίου κοινωνικού εγωισμού.
Άρα, παρότι το ασφαλιστικό έρχεται κάθε λίγα χρόνια στην επικαιρότητα ως πρόβλημα δημοσιονομικής εξυγίανσης, θα έπρεπε στην πραγματικότητα να το αντιμετωπίζουμε κυρίως ως πρόβλημα κοινωνικής δικαιοσύνης.
Κατά συνέπεια, παρότι η πίεση για μεταρρύθμιση προέρχεται κυρίως «από έξω» (όλοι αυτοί οι ενοχλητικοί ξένοι που μας ζητούν περικοπές), θα έπρεπε κανονικά να προέρχεται «από μέσα», δηλ. από τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που πιστεύουν στην ισότητα και στην κοινωνική δικαιοσύνη – ει μη τι άλλο, τουλάχιστον στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.
2.
Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Το ερώτημα δεν έχει μόνο ιστορικό ενδιαφέρον. Η συζήτηση για τις αναγκαίες αλλαγές συχνά εκτροχιάζεται προς διάφορα counterfactuals του τύπου «εάν δεν είχε συμβεί το Α (ή το Β, ή το Γ, ή όλα μαζί) σήμερα τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα» – και, υπονοείται, δεν θα χρειαζόταν να ξεβολευτεί κανείς. Προχωράμε προς το μέλλον με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Αυτό συνήθως εκνευρίζει όσους βιάζονται να φτάσουν στο «δια ταύτα» (π.χ. τους οικονομολόγους), αλλά είναι μάλλον αναπόφευκτο και υπό όρους χρήσιμο: δύσκολα θα βγούμε από τα σημερινά αδιέξοδα χωρίς πρώτα να ξεδιαλύνουμε τις αιτίες τους.
Ας δούμε λοιπόν τις δημοφιλέστερες ερμηνείες της κρίσης του ασφαλιστικού, που είναι κατά σειρά: αστυνομικές (κακοδιαχείριση, απάτες), δημογραφικές (γήρανση του πληθυσμού), και οικονομικές (ανεργία, εισφοροδιαφυγή).
Οι αστυνομικές ερμηνείες προβάλλουν την «καταλήστευση των αποθεματικών των ταμείων» λόγω της υποχρεωτικής κατάθεσης τους σε άτοκο λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1950 έως το 1975. Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν, οπωσδήποτε όμως οι απώλειες ήταν μεγάλες. Το ερώτημα είναι: θα εξαλειφόταν το έλλειμμα αν τα αποθεματικά είχαν επενδυθεί με διαφορετικό τρόπο;
Η απάντηση είναι όχι. Όπως έχει εξηγήσει αναλυτικά κάποιος που έχει διεισδύσει στα άδυτα του ασφαλιστικού βαθύτερα από κάθε άλλον , δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μια διαφορετική επιλογή θα ήταν προς το συμφέρον των ταμείων ασφάλισης. Πρώτον, επειδή η υποχρεωτική αποταμίευση ενίσχυσε αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «ενάρετο κύκλο»: η αύξηση των διαθέσιμων κεφαλαίων άσκησε ευεργετικές επιδράσεις στην ανάπτυξη, η ανάπτυξη στην απασχόληση, και η απασχόληση στην κοινωνική ασφάλιση. Δεύτερον, επειδή όπως έδειξε η πρόσφατη υπόθεση των δομημένων ομολόγων (και παλαιότερα η χρεοκοπία των αγροτικών συνεταιρισμών), η αναγκαστική κατάθεση των αποθεματικών απέτρεψε τουλάχιστον τον όχι και τόσο υποθετικό κίνδυνο πραγματικής κατασπατάλησής τους λόγω ατυχών επενδυτικών αποφάσεων των ίδιων των διοικήσεων των ταμείων. Σε κάθε περίπτωση, η μόνιμη ενίσχυση του ΙΚΑ και των άλλων ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έχει αντισταθμίσει προ πολλού τις λογιστικές απώλειες της μεταπολεμικής περιόδου.
Η επιλογή της εποχής εκείνης δεν ευθύνεται λοιπόν για τα σημερινά ελλείμματα, και ακόμη λιγότερο για τα μελλοντικά. Όμως, ο αναγκαστικός της χαρακτήρας, καθώς και ο μετέπειτα σιωπηρός συμψηφισμός των απωλειών με τις κρατικές επιχορηγήσεις, ευθύνεται οπωσδήποτε για κάτι άλλο: για την ενίσχυση της κακοπιστίας που επικρατεί στη δημόσια συζήτηση, που είναι ούτως ή άλλως ενδημική στην Ελληνική πολιτική, αλλά που δυσκολεύει ιδιαιτέρως την ειλικρινή αναζήτηση λύσεων σε ένα ήδη μπερδεμένο πρόβλημα όπως το ασφαλιστικό.
Το ίδιο ισχύει και για τις δευτερεύουσες «πλοκές» της αστυνομικής ερμηνείας. Η υπόθεση των δομημένων ομολόγων επιτάχυνε την χρεοκοπία του επικουρικού ταμείου των δημοσίων υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ), δεν την προκάλεσε. Οι εφοπλιστές μπορεί να «άρπαξαν τα λεφτά του ΝΑΤ» μπορεί και όχι, αλλά ένα ταμείο με 23.000 ασφαλισμένους και 69.200 συνταξιούχους δεν έχει πολύ μέλλον. Οπωσδήποτε, η απόδοση ευθυνών και η λογιστική, έστω, αποζημίωση των ταμείων για τυχόν απώλειες θα συνέβαλλαν στην οικοδόμηση του – πολύτιμου για κάθε μεταρρύθμιση – κλίματος εμπιστοσύνης, ακόμη και αν δεν μετέβαλλαν τα βασικά δεδομένα του προβλήματος.
Εάν οι αστυνομικές ερμηνείες είναι αμφιλεγόμενες, οι δημογραφικές είναι αντίθετα υπεράνω πάσης υποψίας, ίσως επειδή όπως λένε και οι Ιταλοί «τα μαθηματικά δεν είναι θέμα γνώμης». Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες η αναλογία των ηλικιωμένων στον πληθυσμό αυξήθηκε πολύ: το 1959 ήταν 8%, το 1979 έφτανε το 13%, σήμερα πλησιάζει το 19%. «Γερνάμε αλλά δεν γεννάμε», όπως είχε πει ο καθηγητής Γιάννης Σπράος.
Το ότι δεν γεννάμε όσο κάποτε είναι σίγουρα αλήθεια, αλλά και περίπλοκο θέμα, όχι δίχως θετικές πλευρές (τέτοιες μου φαίνονται ο έλεγχος της αναπαραγωγής και η πληθυσμιακή ισορροπία του πλανήτη). Το ότι γερνάμε είναι επίσης αλήθεια, αλλά επίσης όχι τόσο κακό – ειδικά αν αναλογιστούμε την εναλλακτική προοπτική (όπως λέγεται ότι είχε δηλώσει ο Σαρλ Αζναβούρ). Όσο για τις επιπτώσεις τους στο ασφαλιστικό, αυτές έχουν σίγουρα υπερτιμηθεί: για την ακρίβεια, εξαρτώνται από το εάν ένα σύστημα συντάξεων παρακολουθεί τις εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων των δημογραφικών, ή όχι.
Για παράδειγμα, η δημογραφική μεταβολή δεν θα ήταν πρόβλημα για το ασφαλιστικό εάν, καθώς ζούμε περισσότερο, βγαίναμε στη σύνταξη αργότερα – ή εάν ήμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε χαμηλότερη σύνταξη με αντάλλαγμα περισσότερα χρόνια ζωής ως συνταξιούχοι. Πρόβλημα γίνεται όταν περιμένουμε καλύτερες συντάξεις με λιγότερα χρόνια ασφάλισης σε χαμηλότερη ηλικία συνταξιοδότησης. Φυσικά, αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ, με αποτέλεσμα για κάθε 10 ασφαλισμένους να έχουμε σχεδόν 6 συνταξιούχους, ενώ πριν 30 χρόνια είχαμε 3. Ταυτόχρονα, η διάρκεια ασφάλισης όσων συνταξιοδοτούνται παραμένει χαμηλή: π.χ. στο ΙΚΑ είναι κάτω από 26 χρόνια, έναντι περίπου 24 το 1980 .
Αυτό μας φέρνει στις οικονομικές ερμηνείες, οι οποίες ενοχοποιούν κυρίως τις διαβρωτικές επιπτώσεις των παθογενειών της αγοράς εργασίας. «Πώς να ορθοποδήσει το ασφαλιστικό όταν τόσοι πόροι χάνονται λόγω ανεργίας, εισφοροδιαφυγής, και ανασφάλιστης εργασίας; Ας πάρει μέτρα για την καταπολέμησή τους το κράτος, αντί να απαιτεί από τους εργαζόμενους θυσίες».
Το επιχείρημα ακούγεται πειστικό. Δεν χωρά αμφιβολία ότι η αγορά εργασίας λειτουργεί όντως προβληματικά. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι (μετανάστες, γυναίκες, νέοι – και διάφοροι συνδυασμοί αυτών) απασχολούνται σε επισφαλείς θέσεις εργασίας, χωρίς ευκαιρίες εξέλιξης, χωρίς προστασία από το εργατικό δίκαιο, χωρίς κοινωνικά δικαιώματα. Η αμοιβή με «μπλοκάκι», η μεταμφίεση των μισθωτών σε αυταπασχολούμενους, η πληρωμή «με λεφτά στο χέρι» (χωρίς φόρους, εισφορές και άλλες ανοησίες), η αδήλωτη εργασία κ.ο.κ. είναι προϊόν της αλλαγής συσχετισμού ισχύος στους χώρους δουλειάς σε βάρος των εργαζομένων. Είναι, επίσης, αποτέλεσμα της κυριαρχίας μιας «νέας» εργοδοτικής κουλτούρας, που έχει παραιτηθεί από τη φιλοδοξία να φέρει στην αγορά ελκυστικά προϊόντα σε λογικές τιμές, πασχίζει απελπισμένα να διατηρήσει κάποια ανταγωνιστικότητα με συνεχή συμπίεση του εργατικού κόστους, ταυτίζει την επιχειρηματικότητα με την «αρπαχτή».
Ούτε λίγο ούτε πολύ, τα παραπάνω συνιστούν ένα «νέο κοινωνικό ζήτημα», που θίγει πολλές πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας (μοντέλο ανάπτυξης, ευθύνη επιχειρήσεων, αγορά εργασίας, κοινωνική προστασία, οικογένεια), και που έχουμε συνηθίσει να προσπερνάμε με γενικούς αφορισμούς. Η αντιμετώπισή του είναι ζωτικής σημασίας: θα αποκαταστήσει τη νομιμότητα, θα ανοίξει προοπτικές ζωής σε όσους σήμερα δεν έχουν, θα δώσει ώθηση στην Ελληνική οικονομία και, τέλος, θα φέρει έσοδα στα ταμεία ασφάλισης. Το ερώτημα είναι: θα εξαλείψει το έλλειμμα του ασφαλιστικού;
Η απάντηση είναι και πάλι όχι. Κατ’ αρχήν, επειδή παραδόξως οι παθογένειες της αγοράς εργασίας δεν τροφοδοτούν απλώς το ασφαλιστικό πρόβλημα αλλά και τροφοδοτούνται από αυτό. Η παραβατικότητα των επιχειρήσεων ίσως να ήταν λιγότερο εκτεταμένη αν τα οφέλη της δεν ήταν τόσο μεγάλα, αν το κόστος της συμμόρφωσης με την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία δεν ήταν τόσο υψηλό. Πράγματι, η χρηματοδότηση των συντάξεων και άλλων κοινωνικών παροχών κατά βάση από εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών δεν είναι καλή ιδέα: επιβαρύνει υπέρμετρα το κόστος εργασίας, καθιστά απαγορευτικές τις προσλήψεις και αποθαρρύνει τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην επίσημη οικονομία. Η ελάφρυνση των κρατήσεων στις αποδοχές με τη μερική μετατόπιση του χρηματοδοτικού βάρους στη γενική φορολογία (σε συνδυασμό με την διοικητική απλοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος) θα καθιστούσε λιγότερο επωφελή την προσφυγή στην παρα(οικο)νομία.
Επί πλέον, ναι μεν η εισφοροδιαφυγή συμφέρει πρωτίστως τον εργοδότη, αλλά συχνά ωφελεί και τον εργαζόμενο. Ένας ασφαλισμένος με χαμηλές αποδοχές θα πάρει την ίδια σύνταξη – την κατώτατη – είτε συγκεντρώσει 4.500 ένσημα (15 έτη ασφάλισης) είτε 9.500 (31 έτη και 8 μήνες). Με αυτά τα δεδομένα, παρότι καταστροφική για τα οικονομικά του συστήματος, από τη σκοπιά των ασφαλισμένων η εισφοροδιαφυγή συνιστά ορθολογική επιλογή. Για αυτό, όσο ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων παρέχει κίνητρα «χειραγώγησης» των κανόνων του συστήματος , οι εκκλήσεις για την πάταξή της θα διατηρούν έναν αυστηρά τελετουργικό χαρακτήρα.
Παραδόξως, όλα αυτά έχουν μικρή σημασία για το θέμα που μας απασχολεί. Ακόμη και εάν με μαγικό τρόπο πετυχαίναμε την πλήρη κατάργηση της ανεργίας, της εισφοροδιαφυγής και της ανασφάλιστης εργασίας, πάλι δεν θα μειώναμε τα ελλείμματα. Ο λόγος είναι απλός (αν και ανομολόγητος): οι κανόνες συνταξιοδότησης είναι υπερβολικά γενναιόδωροι, με την έννοια ότι οδηγούν σε υψηλότερες συντάξεις από ό,τι δικαιολογείται με βάση τις εισφορές (ακόμη και όταν είναι χαμηλές με βάση το κόστος ζωής ή τα μέσα εισοδήματα).
Εδώ ας μου επιτραπεί να αναφερθώ σε σχετική έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η έρευνα υπολογίζει την ανταποδοτική σύνταξη που θα εισέπρατταν διάφοροι τύποι ασφαλισμένων που συνταξιοδοτήθηκαν το 2008 εάν είχαν καταβάλει τις εισφορές τους (και των εργοδοτών τους) όχι στα ασφαλιστικά ταμεία αλλά σε έναν επενδυτικό λογαριασμό.
Κατ’ αρχήν υποθέσαμε ότι οι αποδόσεις του λογαριασμού ήταν ίσες με αυτές των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια μετατρέψαμε το υπόλοιπο αυτού του λογαριασμού (δηλ. τις συσσωρευμένες εισφορές συν τις αποδόσεις) σε μηνιαίες πληρωμές ανάλογα με την ηλικία (για την ακρίβεια, σύμφωνα με το προσδόκιμο επιβίωσης) κάθε ασφαλισμένου κατά τη συνταξιοδότηση. Με τον ίδιο τρόπο, και για εκατοντάδες τύπους ασφαλισμένων (ανάλογα με το ταμείο, με το φύλο, με το εάν πρόκειται για μητέρα ανηλίκων ή όχι, με την ηλικία συνταξιοδότησης, με το ύψος των αποδοχών, με το εάν το επάγγελμα ανήκει στα «βαρέα και ανθυγιεινά» ή όχι), υπολογίσαμε το ποσό που εξισώνει τις διά βίου παροχές σύνταξης με τις διά βίου εισφορές. Τέλος, συγκρίναμε αυτό το ανταποδοτικό ποσό με τη σύνταξη που όντως εισέπραξε κάθε ασφαλισμένος με βάση τους ισχύοντες κανόνες του συστήματος.
Όταν το ανταποδοτικό ποσό υπερβαίνει την πραγματική σύνταξη, αυτό σημαίνει ότι η τελευταία είναι υπο-ανταποδοτική (δηλ. ο συνταξιούχος θα λάβει συνολικά λιγότερα από όσα πλήρωσε ως ασφαλισμένος). Διαφορετικά, η σύνταξη είναι υπερ-ανταποδοτική: ο συνταξιούχος λαμβάνει από το κοινωνικό σύνολο μια καθαρή εισοδηματική μεταβίβαση ή επιδότηση.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, οι συντάξεις είναι υπερ-ανταποδοτικές για όλους τους τύπους ασφαλισμένων στο Δημόσιο, στις τράπεζες, στον ΟΓΑ, στις ΔΕΚΟ, καθώς και στα «ευγενή ταμεία» γιατρών-δικηγόρων-μηχανικών. Αντίθετα, οι συντάξεις είναι υπο-ανταποδοτικές για τους μισούς σχεδόν τύπους ασφαλισμένων στο ΙΚΑ .
Συνεπώς, οι επιδοτήσεις δεν υπακούν σε μια αναδιανεμητική λογική, συχνά μάλιστα έχουν κατεύθυνση από τα χαμηλά εισοδήματα προς τα υψηλά. Επίσης, το σύστημα πληρώνει στην πλειονότητα των ασφαλισμένων υψηλότερες συντάξεις από ό,τι δικαιολογούν οι εισφορές που αυτοί κατέβαλαν.
Άλλες έρευνες επιβεβαιώνουν αυτήν τη διαπίστωση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ , η καθαρή σύνταξη που θα λάβει ένας μισθωτός μέσου εισοδήματος μπορεί να φθάσει το 111% των καθαρών τελευταίων αποδοχών του στην Ελλάδα, έναντι μόλις 63% στη Σουηδία, 51% στη Γαλλία, 40% στη Γερμανία και 34% στη Βρετανία (με 45 έτη ασφάλισης). Άλλωστε, όπως δείχνουν οι μελέτες του ΙΝΕ ΓΣΕΕ ΑΔΕΔΥ, η αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας θα αύξανε το αναλογιστικό έλλειμμα .
Με άλλα λόγια, αυτό που παράγει ελλείμματα δεν είναι η ανεργία ή η εισφοροδιαφυγή, αλλά οι κανόνες του συστήματος συντάξεων. Η αύξηση της απασχόλησης και η αποκατάσταση της νομιμότητας στην αγορά εργασίας είναι αναγκαίες ούτως ή άλλως, αλλά δεν θα λύσουν το ασφαλιστικό.
Παρεμπιπτόντως, η απλή παρατήρηση της ιστορίας της κοινωνικής ασφάλισης εν Ελλάδι θα έπρεπε να είχε προϊδεάσει για αυτό που τώρα δείχνουν οι μελέτες. Το κύμα αστυφιλίας από τη δεκαετία του ’50, καθώς και η μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας από τη δεκαετία του ’70, τόνωσαν τα οικονομικά του συστήματος – αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα. Οι νεοεισελθόντες αργότερα εξήλθαν (συχνά δε με ευνοϊκότερους όρους), οπότε αποκαλύφθηκε η σκληρή πραγματικότητα: τα διάφορα «ελιξήρια της νεότητας» δεν έχουν μόνιμη επίδραση, ενώ μακροπρόθεσμα επιταχύνουν την παρακμή αντί να την επιβραδύνουν.
Κατ’ αναλογία, η ένταξη των μεταναστών στην ασφάλιση, παρότι προφανώς αναγκαία, δεν πρόκειται να σώσει το σύστημα, εκτός εάν πάρουμε τώρα τις εισφορές τους χωρίς να τους δώσουμε συντάξεις στο μέλλον. Η αγωνιώδης αναζήτηση ενός «τρυκ» τέτοιου τύπου, που θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να πορευόμαστε όπως έχουμε μάθει, φαίνεται να εμπνέει τη στάση αρκετών στο διάλογο για το ασφαλιστικό. Ίσως είναι προτιμότερο να το πάρουμε απόφαση ότι τέτοια «τρυκ» δεν υπάρχουν, και να σοβαρευτούμε.
3.
Το να σοβαρευτούμε δεν είναι και πολύ απλό. Οι δημοφιλέστερες ερμηνείες για την κρίση του ασφαλιστικού μπορεί να είναι ψευδείς, αλλά αυτό δεν τις εμποδίζει να μακροημερεύουν. Η δημοτικότητά τους οφείλεται στο ότι είναι παρηγορητικές: επιτρέπουν τον εφησυχασμό, δικαιώνουν τη μετάθεση ευθυνών, απενοχοποιούν τον κοινωνικό εγωισμό. Έχουν, όμως, ένα μειονέκτημα: μας εμποδίζουν να λύνουμε τα προβλήματά μας.
Φυσικά, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προσκρούει σε υλικά εμπόδια. Το σπουδαιότερο είναι ότι το σύστημα δεν παράγει μόνο ελλείμματα, παράγει κερδισμένους και χαμένους. Ας δούμε ποιες είναι οι σπουδαιότερες διαχωριστικές γραμμές.
Κατ’ αρχήν, μεταξύ «ευγενών» και «λαϊκών» ταμείων. Μέσω του ιδιοφυούς μηχανισμού των (κατ’ ευφημισμόν) «κοινωνικών πόρων», τεράστια ποσά μεταφέρονται σε φορείς ασφάλισης εύπορων ομάδων. Έτσι, το ταμείο των μηχανικών (ΤΣΜΕΔΕ) εισπράττει ποσοστό από τις δαπάνες εκτέλεσης δημοσίων έργων, το Ταμείο Νομικών «δικαιώματα» συν ποσοστό από τα έξοδα μεταβίβασης ακινήτων, τα ταμεία πρόνοιας δικηγόρων διάφορα «δικόσημα», τα ταμεία Τύπου «αγγελιόσημο» κτλ. Συχνά, οι ενισχύσεις έχουν τη μορφή επιχορηγήσεων, όπως όταν το 1997 το Υπουργείο Οικονομικών αποζημίωσε το ταμείο των γιατρών (ΤΣΑΥ) για την κατάργηση της εισφοράς στην τιμή των φαρμάκων που μέχρι τότε αυτό εισέπραττε. Κάποτε οι ενισχύσεις είναι έμμεσες, όπως όταν το 1992 το Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε από την υποχρέωση συνεισφοράς στο Λογαριασμό Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΛΑΦΚΑ) – με διακομματική συναίνεση. Αυτές οι ρυθμίσεις δεν υπακούν σε καμία γνωστή λογική, εκτός φυσικά της πελατειακής.
Η δεύτερη διαχωριστική γραμμή είναι μεταξύ μισθωτών του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες συνταξιοδοτούνται έως και 17 έτη νωρίτερα από ό,τι οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ, ενώ εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις που δεν πλήρωσαν με τις εισφορές τους. Η υποχώρηση της κρατικής παρουσίας στους κλάδους της κοινής ωφέλειας και των τραπεζών έχει περιορίσει τις δυνατότητες μετακύλισης του κόστους τέτοιων ρυθμίσεων στον φορολογούμενο (ή στον καταναλωτή), και τροφοδοτεί τη φιλολογία περί «κατεδάφισης κοινωνικών δικαιωμάτων».
Ειδική μνεία αξίζει η περίπτωση των βουλευτών (που έχουν νομοθετήσει για τον εαυτό τους το δικαίωμα συνταξιοδότησης μετά από 8 χρόνια θητείας – μέχρι πέρυσι 4), των δικαστικών (οι οποίοι απονέμουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις αποδοχές τους, που συμπαρασύρουν και τις συντάξεις), των στρατιωτικών (κάποιοι από τους οποίους συνταξιοδοτούνται σε ηλικία που άλλοι αρχίζουν να δουλεύουν), και άλλων συναφών κατηγοριών.
Μια τρίτη διάκριση είναι μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αρκετές εργαζόμενες στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες ακόμη απολαμβάνουν απίστευτα προνόμια, όπως το δικαίωμα συνταξιοδότησης μητέρων με ανήλικα παιδιά (συνήθως στην εφηβεία) στην ηλικία των 50 ή και νωρίτερα, δήθεν για την προστασία της μητρότητας. Όμως, η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών δεν δικαιούται καθόλου σύνταξη, είτε επειδή είναι νοικοκυρές (οπότε μπορούν να προσβλέπουν μόνο σε σύνταξη χηρείας), είτε επειδή δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα ένσημα ώστε να στοιχειοθετήσουν δικαίωμα σε δική τους σύνταξη.
Μια άλλη διαχωριστική γραμμή είναι μεταξύ νέων και εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας. Σε όλο τον κόσμο, μια μεταρρύθμιση επηρεάζει λιγότερο όσους απέχουν λιγότερο από τη συνταξιοδότηση. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου οι διάφορες συντεχνίες εκβιάζουν τη συναίνεσή τους στις αλλαγές με αντάλλαγμα χρυσές «εθελούσιες εξόδους» και εγγυήσεις ότι θα τις πληρώσουν οι άλλοι, το βάρος της προσαρμογής πέφτει εξ ολοκλήρου στους ώμους των νεότερων γενεών εργαζομένων.
Μια προφανής διαφορά είναι μεταξύ Ελλήνων εργαζομένων και ξένων. Η απασχόληση των περισσότερων από τους τελευταίους σε δουλειές χωρίς ασφάλιση, ή με τα ελάχιστα ένσημα, μετατρέπει τις διακρίσεις στην αγορά εργασίας σε έλλειμμα κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η τελευταία διάκριση είναι μεταξύ όσων εργάζονται σε «βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα» και όσων όχι (οι πρώτοι συνταξιοδοτούνται 5 έτη νωρίτερα με πλήρη σύνταξη). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο καθεστώς αυτό υπάγεται το 40% των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ – σε μια χώρα χωρίς βαριά βιομηχανία. Η λίστα με τα σχετικά επαγγέλματα προκαλεί θυμηδία: συνοδοί εδάφους, παρουσιαστές τηλεόρασης, κομμωτές, σερβιτόροι κ.ά. Το καθεστώς αυτό επεκτάθηκε το 2002 στον δημόσιο τομέα: υποψήφιοι προς ένταξη είναι δεσμοφύλακες, κτηνίατροι, συντηρητές έργων τέχνης κ.ά. Ιστορικά, η ένταξη στα «βαρέα και ανθυγιεινά» ήταν ένα είδος αποζημίωσης για το χαμηλό προσδόκιμο επιβίωσης κάποιου επαγγέλματος (π.χ. μεταλλωρύχοι). Αμφιβάλλω αν υπάρχει έστω και ένας κομμωτής (ή κτηνίατρος) που να φοβάται ότι θα ζήσει λιγότερο επειδή είναι κομμωτής (ή κτηνίατρος). Εν τω μεταξύ, στις οικοδομές, στα δημόσια έργα και αλλού δεκάδες εργαζόμενοι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους – αλλά αυτοί είναι ξένοι και ανασφάλιστοι, άρα για αυτούς δεν μιλά κανείς.
Τα προηγούμενα φιλοτεχνούν την εικόνα ενός «κράτους πελατειακών παροχών» , όπου τα δικαιώματα συνήθως κατανέμονται ανάλογα με την ισχύ, σπανίως ανάλογα με την ανάγκη.
Στο ίδιο μοτίβο, πριν λίγα χρόνια η τότε Ευρωπαία Επίτροπος Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία: «Στην εκλογική μου περιφέρεια υπάρχουν τα εργοστάσια της ΔΕΗ. Εκεί θα συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος, μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ, θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη €1.800 το μήνα. Ο δεύτερος, υπάλληλος του υπεργολάβου, θα συνταξιοδοτηθεί στα 65, με σύνταξη €375 το μήνα. Ο τρίτος, ξένος μετανάστης, υπάλληλος και αυτός του υπεργολάβου, θα ‘συνταξιοδοτηθεί’ κάποτε, με την έννοια ότι θα σταματήσει να δουλεύει – όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη» .
Υπό αυτό το πρίσμα, το ασφαλιστικό είναι ένα κλασικό πρόβλημα πολιτικής οικονομίας. Το ισχύον σύστημα προσβάλλει κάθε αρχή κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ επίσης υποσκάπτει την ευημερία της χώρας, ιδίως τη μελλοντική. Η απάλειψη των σκανδαλωδών προνομίων και η εξισορρόπηση των κοινωνικών δικαιωμάτων θα είχε ευεργετικές επιδράσεις, οικονομικές και κοινωνικές. Όμως, τα οφέλη της μεταρρύθμισης διαχέονται προς κοινωνικές κατηγορίες που είτε υπο-εκπροσωπούνται στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης (εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, νέοι, γυναίκες, μετανάστες) είτε απουσιάζουν εντελώς (επερχόμενες γενεές). Αντίθετα, εκείνοι που ωφελούνται από το σημερινό σύστημα υπερ-εκπροσωπούνται στα συνδικάτα, στα κόμματα, καθώς και στα διάφορα πολιτικά ή κοινωνικά λόμπυ, ενώ δείχνουν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν τα προνόμιά τους με νύχια και με δόντια.
Κατά συνέπεια, μια εξισωτική μεταρρύθμιση (και όχι απλώς μια περικοπή δαπανών) θα είναι εφικτή μόνο όταν μια κρίσιμη μάζα πολιτών ρίξουν το βάρος τους υπέρ της, παρότι οι ίδιοι ωφελούνται περισσότερο από το σημερινό οικονομικά και ηθικά χρεοκοπημένο σύστημα.
Προτού συμβεί αυτό, πρέπει να πληρείται μια άλλη προϋπόθεση. Όπως γράφει ένας Ιταλός συνάδελφός μου: «Με δεδομένα τα πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια, ο μόνος βατός δρόμος είναι αυτός της κριτικής και του διαλόγου, της διανοητικής πρόκλησης, της τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας. Καμιά μεταρρύθμιση δεν περνά χωρίς την υποστήριξη ενός κοινωνικού συνασπισμού που ενδιαφέρεται για αυτήν, και πολιτικών δυνάμεων ικανών να την επιβάλουν. Όμως, η πρώτη ύλη κάθε μεταρρύθμισης είναι πάντοτε ένα ιδεατό σχέδιο αλλαγής. Με τον καιρό, μια σοβαρή στράτευση στο χώρο των ιδεών μπορεί να μετακινήσει και τα πιο ανθεκτικά εμπόδια» .
4.
Οι διαδοχικές απόπειρες μεταρρύθμισης της οκταετίας Σημίτη (έκθεση Σπράου 1997, μίνι ασφαλιστικό 1998, προτάσεις Γιαννίτση 2001, νόμος Ρέππα 2002), και η μοιραία κατάληξή τους, μπορούν να ερμηνευθούν με διάφορους τρόπους. Το δικό μου συμπέρασμα είναι ότι ο «δειλός μεταρρυθμισμός» ούτε λύσεις δίνει ούτε ήττες αποτρέπει . Είμαι πεισμένος ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μικρές ή μεγάλες προσαρμογές στο υπάρχον σύστημα, αλλά μια «αλλαγή παραδείγματος»: μια βαθμιαία μετατόπιση προς ένα εντελώς νέο σύστημα.
Προφανώς, δεν έχει νόημα να συζητάμε λεπτομερή σχέδια. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι από τεχνική άποψη αυτό δεν θα ήταν δύσκολο: βιώσιμες λύσεις υπάρχουν, κάποιες μάλιστα είναι επί πλέον δίκαιες και απλές (με τα συστατικά αυτά σε διάφορες δοσολογίες). Ας δούμε, χάριν παραδείγματος, το περίγραμμα ενός τέτοιου σχεδίου, ώστε να διακρίνουμε καλύτερα τις πολιτικές όψεις.
Το σημείο εκκίνησης προς ένα νέο σύστημα θα πρέπει να είναι ο πλήρης διαχωρισμός των ασφαλιστικών από τις προνοιακές παροχές. Άλλωστε, και η επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Εργασίας αυτό προτείνει. Ένας τέτοιος διαχωρισμός θα οδηγήσει αβίαστα σε ένα σύστημα δύο επιπέδων: μια βασική σύνταξη με αποκλειστικά κρατική χρηματοδότηση, και μια πρόσθετη σύνταξη, των ταμείων, αποκλειστικά χρηματοδοτούμενη από δικούς τους πόρους (κυρίως εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών).
Η χρηματοδότηση της κρατικής σύνταξης θα προέλθει από τη «προικοδότησή» της με το ποσό που σήμερα δαπανάται για ενισχύσεις στα ταμεία (με τη μορφή είτε επιχορηγήσεων είτε «κοινωνικών πόρων»). Ας υποθέσουμε για ευκολία ότι το ποσό αυτό είναι 4% του ΑΕΠ. Η κρατική σύνταξη θα μπορούσε να πάρει το χαρακτήρα «εθνικής σύνταξης» ή, ορθότερα, «σύνταξης του πολίτη». Σε μια τέτοια περίπτωση, θα χορηγείται σε κάθε ηλικιωμένο πολίτη με μόνη προϋπόθεση τη συμπλήρωση του (ας πούμε) 65ου έτους της ηλικίας του ή της . Σε μια διαφορετική εκδοχή, η κρατική σύνταξη θα μπορούσε να έχει το χαρακτήρα «ελάχιστης εγγύησης», δηλ. να χρησιμοποιεί τους διαθέσιμους πόρους για να συμπληρώνει το εισόδημα όσων συνταξιούχων έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Για λόγους οικονομικής αποδοτικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, προτιμώ την πρώτη λύση – αλλά παραδέχομαι ότι ούτε η δεύτερη στερείται πλεονεκτημάτων.
Η μεταφορά στην κρατική σύνταξη των πόρων που σήμερα ενισχύουν τα ταμεία συνεπάγεται ότι μόλις ολοκληρωθεί η περίοδος μετάβασης στο νέο σύστημα τα τελευταία θα λειτουργούν αποκλειστικά με ίδιους πόρους. Συνεπώς, η πρόσθετη σύνταξη που θα καταβάλλουν θα είναι χαμηλότερη από ό,τι σήμερα – όμως θα προστίθεται στην κρατική σύνταξη. Εάν, όπως είναι λογικό, η πρόσθετη σύνταξη των ταμείων είναι ανταποδοτική, δηλ. ανάλογη με τις συνολικές εισφορές και την ηλικία συνταξιοδότησης κάθε ασφαλισμένου, τότε το άθροισμα βασικής σύνταξης (από το κράτος) και πρόσθετης σύνταξης (από τα ταμεία) θα ισούται με αυξημένες συντάξεις για όσους ηλικιωμένους αδικούνται από το σημερινό σύστημα, και μειωμένες για τους λίγους που σήμερα απολαμβάνουν προνόμια.
Τα προτερήματα ενός τέτοιου συστήματος είναι φανερά. Κατ’ αρχήν, είναι δικαιότερο. Η βασική σύνταξη περιορίζει την ένταση της φτώχειας των ηλικιωμένων που δεν έχουν άλλη σύνταξη ή άλλους πόρους. Η ανταποδοτικότητα της πρόσθετης σύνταξης, στη βάση ενιαίων κανόνων, εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των ασφαλισμένων, ανεξαρτήτως ταμείου.
Από την άλλη, είναι διατηρήσιμο. Ο περιορισμός της κρατικής δαπάνης στη βασική σύνταξη και μόνο θέτει τις βάσεις για τη σταθεροποίησή της (στο παράδειγμά μας σε 4% του ΑΕΠ). Ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της πρόσθετης σύνταξης συνεπάγεται αυτοχρηματοδότηση της υπόλοιπης δαπάνης για συντάξεις (δηλ. από εισφορές και μόνο).
Επί πλέον, είναι δυναμικό. Η εκλογίκευση και απλούστευση των κανόνων συνταξιοδότησης αποκαθιστά τα κίνητρα. Η αυστηρή ανταποδοτικότητα της πρόσθετης σύνταξης συμβάλλει στον περιορισμό της εισφοροδιαφυγής. Η πρόωρη συνταξιοδότηση θα επιλέγεται μόνο από όσους είναι διατεθειμένοι να επωμιστούν οι ίδιοι το κόστος της επιλογής τους αυτής.
Τέλος, (μπορεί να) είναι δημοφιλές. Παρά τις αντιδράσεις όσων θα χάσουν τα προνόμια που απολαμβάνουν στο σημερινό καθεστώς, η διαφάνεια και ευελιξία ενός τέτοιου συστήματος κάνει ευκολότερη (ή λιγότερο δύσκολη) την απόπειρα των δυνάμεων της μεταρρύθμισης να κερδίσουν τη μάχη της κοινής γνώμης. Οι κρατικές ενισχύσεις δεν κατανέμονται πλέον με πελατειακά ή άλλα σκοτεινά κριτήρια, αλλά επί ίσοις όροις. Το ακανθώδες θέμα των ορίων ηλικίας παρακάμπτεται τελείως: η μεν βασική σύνταξη θα καταβάλλεται μόνο μετά από την καθορισμένη ηλικία (π.χ. 65), η δε πρόσθετη σύνταξη θα δίνεται από την ηλικία που επιλέγει κάθε ασφαλισμένος, με αντίστοιχη βέβαια προσαρμογή του ύψους της.
Το περίγραμμα αυτό είναι αδρό: μια σειρά ζητημάτων παραμένουν ανοιχτά. Πρώτα-πρώτα, το κρίσιμο θέμα της μετάβασης. Σύμφωνα και με τη διεθνή εμπειρία, οι νεαρότεροι ασφαλισμένοι λογικά θα ενταχθούν στο νέο σύστημα, οι μεγαλύτερης ηλικίας θα μείνουν στο ισχύον, ενώ όσοι βρίσκονται κάπου ανάμεσα θα ανήκουν λίγο στο ένα και λίγο στο άλλο. Έπειτα, καθώς ο αριθμός των ηλικιωμένων αυξάνεται, η μελλοντική κοινωνία θα πρέπει να αποφασίσει αν προτιμά η αξία της βασικής σύνταξης να χάνει έδαφος, ή να μένει σταθερή με αύξηση της ηλικίας από την οποία αρχίζει να καταβάλλεται.
Μια σημαντική εκκρεμότητα αφορά τον τρόπο υπολογισμού της πρόσθετης σύνταξης. Από την επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Εργασίας έχουν διαρρεύσει σκέψεις υπέρ του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, στο οποίο οι εισφορές των ασφαλισμένων κατατίθενται σε ατομικούς λογαριασμούς, που στη συνέχεια επενδύονται στις χρηματαγορές. Το σύστημα αυτό έχει πλεονεκτήματα, αλλά και σοβαρά μειονεκτήματα. Ένα από αυτά είναι ότι το ύψος της σύνταξης εξαρτάται από την απόδοση της επένδυσης. Όπως έδειξε η παγκόσμια κρίση του 2008, αυτό μπορεί να σημαίνει μεγάλο ρίσκο για τις αποταμιεύσεις των ασφαλισμένων. Εξ άλλου, όταν σχεδιάζονταν τα συστήματα συντάξεων, η απόρριψη του κεφαλαιοποιητικού σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες (και στις ΗΠΑ) οφείλεται στην εμπειρία του μεσοπολέμου, όταν το κραχ του 1929 εξανέμισε την αξία των εισφορών και προκάλεσε την κατάρρευση των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων της εποχής.
Αντίθετα, το σύστημα της λεγόμενης «νοητής κεφαλαιοποίησης» μιμείται το μηχανισμό του κεφαλαιοποιητικού ως προς την ευελιξία και την ανταποδοτικότητα, χωρίς από την άλλη να εκθέτει τους ασφαλισμένους σε κινδύνους. Το σύστημα χρησιμοποιεί τις εισφορές όχι για να τις επενδύσει αλλά για να πληρώσει τις τρέχουσες συντάξεις (δηλ. παραμένει pay-as-you-go ή «διανεμητικό»). Όμως, τη στιγμή της συνταξιοδότησης υπολογίζει τη σύνταξη σε αυστηρά ανταποδοτική βάση, ανάλογα με τις συνολικές εισφορές και την ηλικία του ασφαλισμένου. Πρόκειται για το σύστημα που επικράτησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 στη Σουηδία, στην Ιταλία, στην Πολωνία και αλλού .
5.
Προφανώς, τα προηγούμενα δεν είναι παρά ασκήσεις επί χάρτου. Δείχνουν, όμως, ελπίζω καθαρά, ότι παρά τις τεχνικές όψεις του, το ασφαλιστικό είναι κυρίως πολιτικό πρόβλημα. Λύσεις υπάρχουν, και μάλιστα ικανές να οδηγήσουν σε αλματώδεις προόδους στο πεδίο της βιωσιμότητας όσο και σε εκείνο της ισότητας. Όμως, είναι προορισμένες να παραμείνουν ασκήσεις επί χάρτου εφόσον η συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη στο μίζερο ορίζοντα ενός «μισού διαλόγου, όπου λέγονται μισές αλήθειες», όπως είχε δηλώσει πριν λίγα χρόνια ο τότε αρμόδιος υφυπουργός .
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που, σύμφωνα με μια εύστοχη διατύπωση, «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πώς δεν θα αλλάξει το σύστημα» . Αρκεί να θυμηθεί ότι μια πολιτική δύναμη που θέλει να λέγεται μεταρρυθμιστική οφείλει να απευθύνεται στην κοινή γνώμη, αφού οι μεταρρυθμίσεις δεν κερδίζονται στα γραφεία, αλλά μετά από σκληρή μάχη ιδεών, με έπαθλο «το μυαλό και την καρδιά» των πολιτών. Και τότε ίσως ανακαλύψει ότι εκείνοι που αποδέχονται την ανάγκη μιας ριζικής μεταρρύθμισης, μολονότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα, είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
La festa è finita (e la luna di miele anche)
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Φεβρουάριος 2010)
A chi qualche mese fa' si poneva la domanda perchè mai un premier impopolare e sicuramente destinato alla sconfitta dovesse scegliere le elezioni anticipate, gli sviluppi delle ultime settimane hanno fornito delle risposte inequivoci. Costas Caramanlis conosceva, anche se ovviamente non ammetteva, lo stato miserabile dell' economia greca e soppratutto della finanza pubblica. Piuttosto che cercare di salvare il salvabile, ha semplicemente preferito di consegnare le chiavi del governo (e, con ciò, tutte le patate scottanti) al suo successore. E con questa sua mossa brillante si è assicurato la dubbia distinzione di essere passato nella storia come il più inadequato di tutti i premier degli ultimi 35 anni, capo del peggior governo della terza repubblica.
Ma questa è, appunto, storia. Il presente è un brutto risveglio per una intera società, non solo per il nuovo governo. Le rassicurazioni del leader socialista Giorgio Papandreu in campagna elettorale ("i soldi ci sono, basta saper spenderli bene") adesso suonano vuote. Ma è un fatto che il nuovo premier ha scoperto le vere dimensioni della crisi solo dopo le elezioni. E adesso si trova in una situazione di emergenza: è costretto a tentare di attuare il suo programma mentre allo stesso tempo cerca di scongiurare la bancarotta. Difficile immaginare delle condizioni peggiori.
Bisogna sottolineare che la crisi economica-finanziaria mondiale ha innescato ma non ha creato la crisi greca. Quest'ultima ha delle radici molto più profonde. L'economia greca ha registrato negli ultimi anni tassi di crescita sopra la media europea. Ma si trattava di una crescita alimentata dai fondi europei, dalle grandi opere, dalla bolla edilizia. Una crescita senza sviluppo, basata su una struttura produttiva invecchiata, come peraltro manifesta la perdita continua di competitività. Le riforme necessarie per invertire questa tendenza vengono spesso e ritualmente elencate: mercati di prodotti e mercato di lavoro, pensioni e welfare, istruzione e sanità, amministtrazione pubblica e giustizia. Ma l'abbinamento di una società sospettosa e frammentata a una politica miope e timorosa (spesso priva di senso dello stato) ha frustrato qualsiasi tentativo di una loro attuazione.
L'ingresso in Europa e poi nell'unione economica e monetaria ha regalato stabilità, ma allo stesso tempo ha messo in evidenza le debolezze di base dell’economia greca. L'euro forte significa che i prezzi dei prodotti industriali (da mobili a automobili, da indumenti a computers) sono scesi in termini reali, e qualche volta anche nominali. Si tratta ovviamente di prodotti di importazione, che hanno aggravato un bilancio esterno già in deficit. Dall'altra parte, i servizi (compresi quelli legati al turismo, teoricamente la carta vincente di questo paese), soppratutto quelli rimasti relativamente isolati dalla competizione mondiale, costano troppo e offrono una qualità spesso deludente.
Nel frattempo, i consumi sono cresciuti, e con ciò l'euforia e la compiacenza. Certo, non tutti hanno guadagnato ugualmente, e tanti hanno perduto. Ma la festa c'è stata. E gli anni delle vacche grasse – nonostante i nodi rimasti irrisolti – hanno avuto l'effetto cumulativo di ubriacare (se non di drogare) l'economia, e non solo: anche i costumi, e perfino il nostro modo di vivere. Detto brutalmente, la Grecia ambisce a un tenore di vita diciamo europeo con una cultura imprenditoriale balcanica, e tradizioni lavorative levantine.
Lo spettacolo degli ultimi giorni è istruttivo: una dopo l'altra, le varie categorie difendono accannite i loro interessi più privati alla barba dell'interesse pubblico, dell'emergenza della crisi, e perfino del buon senso. Agricoltori e impiegati pubblici, con gli impiegati degli uffici delle entrate in testa, si aggrappano ai loro privilegi. Chiedono dal governo di lasciarli in pace, di risanare i conti altrui, di garantirgli ancora un po' di vita facile. I politici precedenti sono tutti dalla loro parte: negli ultimi anni chi era in grado di ricattare il resto della società lo faceva allegramente e senza scrupoli – e di solito veniva incoraggiato dall'opposizione e premiato dal governo. Come dimenticare i 500 millioni di euro concessi dal governo conservatore agli agricoltori giusto un anno fa' (dato che gennaio è il mese dei blocchi autostradali)?
Sta qui la difficoltà di questa crisi: nel fatto che è manifestazione inevitabile di un declino più profondo, politico e sociale più che economico. Ed è per questa ragione che affrontarla non sarà facile. Richiede una maturità che francamente non si riesce ad intravedere.
Al nuovo governo, finita piuttosto in fretta la luna di miele, non resta che far appello alle energie migliori del popolo greco. Parlare con franchezza della profondità di questa crisi. Chiedere sacrifici a tutti, in funzione della ricchezza di ognuno. In altre parole, promettere un'austerità equa. E intanto garantire il buon governo. Una sfida enorme, per una posta in gioco decisiva.
A chi qualche mese fa' si poneva la domanda perchè mai un premier impopolare e sicuramente destinato alla sconfitta dovesse scegliere le elezioni anticipate, gli sviluppi delle ultime settimane hanno fornito delle risposte inequivoci. Costas Caramanlis conosceva, anche se ovviamente non ammetteva, lo stato miserabile dell' economia greca e soppratutto della finanza pubblica. Piuttosto che cercare di salvare il salvabile, ha semplicemente preferito di consegnare le chiavi del governo (e, con ciò, tutte le patate scottanti) al suo successore. E con questa sua mossa brillante si è assicurato la dubbia distinzione di essere passato nella storia come il più inadequato di tutti i premier degli ultimi 35 anni, capo del peggior governo della terza repubblica.
Ma questa è, appunto, storia. Il presente è un brutto risveglio per una intera società, non solo per il nuovo governo. Le rassicurazioni del leader socialista Giorgio Papandreu in campagna elettorale ("i soldi ci sono, basta saper spenderli bene") adesso suonano vuote. Ma è un fatto che il nuovo premier ha scoperto le vere dimensioni della crisi solo dopo le elezioni. E adesso si trova in una situazione di emergenza: è costretto a tentare di attuare il suo programma mentre allo stesso tempo cerca di scongiurare la bancarotta. Difficile immaginare delle condizioni peggiori.
Bisogna sottolineare che la crisi economica-finanziaria mondiale ha innescato ma non ha creato la crisi greca. Quest'ultima ha delle radici molto più profonde. L'economia greca ha registrato negli ultimi anni tassi di crescita sopra la media europea. Ma si trattava di una crescita alimentata dai fondi europei, dalle grandi opere, dalla bolla edilizia. Una crescita senza sviluppo, basata su una struttura produttiva invecchiata, come peraltro manifesta la perdita continua di competitività. Le riforme necessarie per invertire questa tendenza vengono spesso e ritualmente elencate: mercati di prodotti e mercato di lavoro, pensioni e welfare, istruzione e sanità, amministtrazione pubblica e giustizia. Ma l'abbinamento di una società sospettosa e frammentata a una politica miope e timorosa (spesso priva di senso dello stato) ha frustrato qualsiasi tentativo di una loro attuazione.
L'ingresso in Europa e poi nell'unione economica e monetaria ha regalato stabilità, ma allo stesso tempo ha messo in evidenza le debolezze di base dell’economia greca. L'euro forte significa che i prezzi dei prodotti industriali (da mobili a automobili, da indumenti a computers) sono scesi in termini reali, e qualche volta anche nominali. Si tratta ovviamente di prodotti di importazione, che hanno aggravato un bilancio esterno già in deficit. Dall'altra parte, i servizi (compresi quelli legati al turismo, teoricamente la carta vincente di questo paese), soppratutto quelli rimasti relativamente isolati dalla competizione mondiale, costano troppo e offrono una qualità spesso deludente.
Nel frattempo, i consumi sono cresciuti, e con ciò l'euforia e la compiacenza. Certo, non tutti hanno guadagnato ugualmente, e tanti hanno perduto. Ma la festa c'è stata. E gli anni delle vacche grasse – nonostante i nodi rimasti irrisolti – hanno avuto l'effetto cumulativo di ubriacare (se non di drogare) l'economia, e non solo: anche i costumi, e perfino il nostro modo di vivere. Detto brutalmente, la Grecia ambisce a un tenore di vita diciamo europeo con una cultura imprenditoriale balcanica, e tradizioni lavorative levantine.
Lo spettacolo degli ultimi giorni è istruttivo: una dopo l'altra, le varie categorie difendono accannite i loro interessi più privati alla barba dell'interesse pubblico, dell'emergenza della crisi, e perfino del buon senso. Agricoltori e impiegati pubblici, con gli impiegati degli uffici delle entrate in testa, si aggrappano ai loro privilegi. Chiedono dal governo di lasciarli in pace, di risanare i conti altrui, di garantirgli ancora un po' di vita facile. I politici precedenti sono tutti dalla loro parte: negli ultimi anni chi era in grado di ricattare il resto della società lo faceva allegramente e senza scrupoli – e di solito veniva incoraggiato dall'opposizione e premiato dal governo. Come dimenticare i 500 millioni di euro concessi dal governo conservatore agli agricoltori giusto un anno fa' (dato che gennaio è il mese dei blocchi autostradali)?
Sta qui la difficoltà di questa crisi: nel fatto che è manifestazione inevitabile di un declino più profondo, politico e sociale più che economico. Ed è per questa ragione che affrontarla non sarà facile. Richiede una maturità che francamente non si riesce ad intravedere.
Al nuovo governo, finita piuttosto in fretta la luna di miele, non resta che far appello alle energie migliori del popolo greco. Parlare con franchezza della profondità di questa crisi. Chiedere sacrifici a tutti, in funzione della ricchezza di ognuno. In altre parole, promettere un'austerità equa. E intanto garantire il buon governo. Una sfida enorme, per una posta in gioco decisiva.
8 Δεκεμβρίου 2009
Οι παγίδες του ασφαλιστικού (και πώς να μην πέσουμε μέσα)
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009)
Ας είμαστε ειλικρινείς. Το ασφαλιστικό είναι το πιο «αντιπαθητικό» από όλα τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση (στην Ελλάδα, αλλού είναι λίγο ευκολότερο). Ειδικά αυτή η κυβέρνηση. Όχι μόνο επειδή τα εκρηκτικά ελλείμματα και οι συνακόλουθες πιέσεις που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις αγορές την υποχρεώνουν να κάνει κάτι για αυτό. Αλλά και επειδή βαθιά μέσα τους τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θεωρούν το σύστημα συντάξεων κάτι σαν παιδί τους, και νοιώθουν άβολα που πρέπει να το μαζέψουν. Και δεν είναι μόνο η σκέψη του πολιτικού κόστους και η ανάμνηση του φιάσκου του 2001 που τους παραλύει. Είναι και ότι πιστεύουν, είτε το ομολογούν είτε όχι, ότι ένας πραγματικός σοσιαλιστής δεν έχει δουλειά να αγγίζει τις λαϊκές κατακτήσεις, ούτε να παίρνει μέτρα για το ασφαλιστικό μόνο και μόνο επειδή του το ζητά ο κ. Αλμούνια ή ο κ. Γιουνκέρ.
Για αυτό άλλωστε, αντί να έχει έτοιμο κάποιο σχέδιο μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα στην αφετηρία – και το κυριότερο, δεν δείχνει να ξέρει προς τα πού πρέπει να πάει, και πώς.
Ίσως τα πράγματα να ήταν απλούστερα εάν λέγαμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πριν λίγα χρόνια, η τότε Επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων σε μια ημερίδα για το ασφαλιστικό είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία. «Στην εκλογική μου περιφέρεια είναι τα μεταλλεία της ΔΕΗ. Εκεί μπορεί να συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος είναι μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ: θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη 1.800 ευρώ το μήνα. Ο δεύτερος είναι υπάλληλος του υπεργολάβου: θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 και θα παίρνει σύνταξη 375 ευρώ το μήνα. Ο τρίτος, επίσης υπάλληλος του υπεργολάβου, είναι μετανάστης: κάποτε θα σταματήσει να δουλεύει, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη.» Τι σοσιαλιστικό έχει ένα τέτοιο σύστημα;
Είναι κρίμα – αν και μάλλον αναπόφευκτο – που η συζήτηση για το ασφαλιστικό ξανανοίγει σε συνθήκες δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε μια σοβαρή χώρα, που προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά της αντί να σφυρίζει αδιάφορα, το ασφαλιστικό θα αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως πρόβλημα δικαιοσύνης.
Πράγματι, τη λύση του ασφαλιστικού δεν την οφείλουμε ούτε στον κ. Αλμούνια ούτε στον κ. Γιουνκέρ. Την οφείλουμε στους εκατοντάδες χιλιάδες σημερινούς εργαζόμενους που δεν είχαν την προνοητικότητα (ή απλώς το «μέσον») να μπουν εγκαίρως στο Δημόσιο, ή σε μια τράπεζα ή σε κάποια ΔΕΚΟ. Την οφείλουμε σε όσους δεν απολαμβάνουν τα φορολογικά προνόμια των γιατρών, ή των δικηγόρων, ή των μηχανικών (προνόμια του φορολογικού ή του «εθιμικού» δικαίου), ούτε είναι μέλη των «ευγενών» ταμείων τους – «ευγενή» με λεφτά δικά μας, εννοείται. Την οφείλουμε σε όσους δεν έγιναν δικαστές να επιδικάζουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα εφάπαξ και στις άλλες «αποζημιώσεις» τους – ούτε βουλευτές να νομοθετούν σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Την οφείλουμε πάνω από όλα στα παιδιά μας, που δεν πρέπει να πληρώσουν τα σπασμένα της δικής μας ανευθυνότητας.
Όπως καταλαβαίνετε, εάν τα παραπάνω ισχύουν (πιστέψτε με: ισχύουν), τότε οι προοπτικές για την επίλυση του ασφαλιστικού δεν πρέπει να είναι και πολύ ρόδινες. Πράγματι, δεν είναι.
Το σημερινό ασφαλιστικό μπορεί να είναι χρεοκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά όσοι ωφελούνται από αυτό είναι επαρκώς ισχυροί – και επαρκώς ανάλγητοι – ώστε να ματαιώσουν και αυτή τη μεταρρύθμιση. Στην προσπάθειά τους αυτή θα τους συνδράμει ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων. Κατ’ αρχήν η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ (που λόγω της ισχύος της μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης). Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που από τώρα κατήγγειλαν το διάλογο και αποχώρησαν – ας το λύσουν τα μονοπώλια το ασφαλιστικό. Οι Τράπεζες, που με το νόμο Πετραλιά ξεφορτώθηκαν τα ελλειμματικά ταμεία τους στο ΙΚΑ, χωρίς να θιγούν τα ασφαλιστικά προνόμια των τραπεζοϋπαλλήλων (εξ ου και η σιωπηρή συναίνεση της ΟΤΟΕ). Τα ελευθέρια επαγγέλματα της μεσαίας τάξης, που θεωρούν κεκτημένο τους π.χ. να πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός στο ΤΣΜΕΔΕ το 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων (μιλάμε για πολλά λεφτά). Όλοι αυτοί θα αντισταθούν στη μεταρρύθμιση με νύχια και με δόντια – συνεπικουρούμενοι από τους πρωινούς τηλεοπτικούς αστέρες και ραχάτ-ραντικάλ αναλυτές στον σοβαρό (...) Τύπο.
Δύσκολα τα πράγματα λοιπόν. Εκτός και εάν η κυβέρνηση κάνει αυτό που έκαναν οι άλλες σοσιαλδημοκρατικές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις (από την Ιταλία έως τη Σουηδία), που κατάφεραν να μειώσουν τα ελλείμματα αυξάνοντας τις χαμηλές συντάξεις και κάνοντας το σύστημα πιο δίκαιο, όχι μόνο πιο βιώσιμο. Τεχνικές λύσεις υπάρχουν. Αυτό που μέχρι τώρα έχει λείψει είναι το θάρρος και η αυτοπεποίθηση.
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πως ΔΕΝ θα αλλάξει το σύστημα», που λένε και τα παιδιά της Γενιάς των 700 ευρώ (http://www.newstime.gr/?i=nt.el.article&id=22631). Αρκεί να συνομιλήσει και με τους άλλους, εκείνους που έχουν συμφέρον να κινηθούμε προς ένα δικαιότερο και πιο βιώσιμο σύστημα. Αρκεί να απευθυνθεί σε όσους αποδέχονται την ανάγκη μεταρρύθμισης παρότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα. Ίσως τότε ανακαλύψει ότι όλοι αυτοί είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Το ασφαλιστικό είναι το πιο «αντιπαθητικό» από όλα τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση (στην Ελλάδα, αλλού είναι λίγο ευκολότερο). Ειδικά αυτή η κυβέρνηση. Όχι μόνο επειδή τα εκρηκτικά ελλείμματα και οι συνακόλουθες πιέσεις που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις αγορές την υποχρεώνουν να κάνει κάτι για αυτό. Αλλά και επειδή βαθιά μέσα τους τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θεωρούν το σύστημα συντάξεων κάτι σαν παιδί τους, και νοιώθουν άβολα που πρέπει να το μαζέψουν. Και δεν είναι μόνο η σκέψη του πολιτικού κόστους και η ανάμνηση του φιάσκου του 2001 που τους παραλύει. Είναι και ότι πιστεύουν, είτε το ομολογούν είτε όχι, ότι ένας πραγματικός σοσιαλιστής δεν έχει δουλειά να αγγίζει τις λαϊκές κατακτήσεις, ούτε να παίρνει μέτρα για το ασφαλιστικό μόνο και μόνο επειδή του το ζητά ο κ. Αλμούνια ή ο κ. Γιουνκέρ.
Για αυτό άλλωστε, αντί να έχει έτοιμο κάποιο σχέδιο μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα στην αφετηρία – και το κυριότερο, δεν δείχνει να ξέρει προς τα πού πρέπει να πάει, και πώς.
Ίσως τα πράγματα να ήταν απλούστερα εάν λέγαμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πριν λίγα χρόνια, η τότε Επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων σε μια ημερίδα για το ασφαλιστικό είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία. «Στην εκλογική μου περιφέρεια είναι τα μεταλλεία της ΔΕΗ. Εκεί μπορεί να συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος είναι μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ: θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη 1.800 ευρώ το μήνα. Ο δεύτερος είναι υπάλληλος του υπεργολάβου: θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 και θα παίρνει σύνταξη 375 ευρώ το μήνα. Ο τρίτος, επίσης υπάλληλος του υπεργολάβου, είναι μετανάστης: κάποτε θα σταματήσει να δουλεύει, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη.» Τι σοσιαλιστικό έχει ένα τέτοιο σύστημα;
Είναι κρίμα – αν και μάλλον αναπόφευκτο – που η συζήτηση για το ασφαλιστικό ξανανοίγει σε συνθήκες δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε μια σοβαρή χώρα, που προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά της αντί να σφυρίζει αδιάφορα, το ασφαλιστικό θα αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως πρόβλημα δικαιοσύνης.
Πράγματι, τη λύση του ασφαλιστικού δεν την οφείλουμε ούτε στον κ. Αλμούνια ούτε στον κ. Γιουνκέρ. Την οφείλουμε στους εκατοντάδες χιλιάδες σημερινούς εργαζόμενους που δεν είχαν την προνοητικότητα (ή απλώς το «μέσον») να μπουν εγκαίρως στο Δημόσιο, ή σε μια τράπεζα ή σε κάποια ΔΕΚΟ. Την οφείλουμε σε όσους δεν απολαμβάνουν τα φορολογικά προνόμια των γιατρών, ή των δικηγόρων, ή των μηχανικών (προνόμια του φορολογικού ή του «εθιμικού» δικαίου), ούτε είναι μέλη των «ευγενών» ταμείων τους – «ευγενή» με λεφτά δικά μας, εννοείται. Την οφείλουμε σε όσους δεν έγιναν δικαστές να επιδικάζουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα εφάπαξ και στις άλλες «αποζημιώσεις» τους – ούτε βουλευτές να νομοθετούν σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Την οφείλουμε πάνω από όλα στα παιδιά μας, που δεν πρέπει να πληρώσουν τα σπασμένα της δικής μας ανευθυνότητας.
Όπως καταλαβαίνετε, εάν τα παραπάνω ισχύουν (πιστέψτε με: ισχύουν), τότε οι προοπτικές για την επίλυση του ασφαλιστικού δεν πρέπει να είναι και πολύ ρόδινες. Πράγματι, δεν είναι.
Το σημερινό ασφαλιστικό μπορεί να είναι χρεοκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά όσοι ωφελούνται από αυτό είναι επαρκώς ισχυροί – και επαρκώς ανάλγητοι – ώστε να ματαιώσουν και αυτή τη μεταρρύθμιση. Στην προσπάθειά τους αυτή θα τους συνδράμει ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων. Κατ’ αρχήν η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ (που λόγω της ισχύος της μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης). Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που από τώρα κατήγγειλαν το διάλογο και αποχώρησαν – ας το λύσουν τα μονοπώλια το ασφαλιστικό. Οι Τράπεζες, που με το νόμο Πετραλιά ξεφορτώθηκαν τα ελλειμματικά ταμεία τους στο ΙΚΑ, χωρίς να θιγούν τα ασφαλιστικά προνόμια των τραπεζοϋπαλλήλων (εξ ου και η σιωπηρή συναίνεση της ΟΤΟΕ). Τα ελευθέρια επαγγέλματα της μεσαίας τάξης, που θεωρούν κεκτημένο τους π.χ. να πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός στο ΤΣΜΕΔΕ το 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων (μιλάμε για πολλά λεφτά). Όλοι αυτοί θα αντισταθούν στη μεταρρύθμιση με νύχια και με δόντια – συνεπικουρούμενοι από τους πρωινούς τηλεοπτικούς αστέρες και ραχάτ-ραντικάλ αναλυτές στον σοβαρό (...) Τύπο.
Δύσκολα τα πράγματα λοιπόν. Εκτός και εάν η κυβέρνηση κάνει αυτό που έκαναν οι άλλες σοσιαλδημοκρατικές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις (από την Ιταλία έως τη Σουηδία), που κατάφεραν να μειώσουν τα ελλείμματα αυξάνοντας τις χαμηλές συντάξεις και κάνοντας το σύστημα πιο δίκαιο, όχι μόνο πιο βιώσιμο. Τεχνικές λύσεις υπάρχουν. Αυτό που μέχρι τώρα έχει λείψει είναι το θάρρος και η αυτοπεποίθηση.
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πως ΔΕΝ θα αλλάξει το σύστημα», που λένε και τα παιδιά της Γενιάς των 700 ευρώ (http://www.newstime.gr/?i=nt.el.article&id=22631). Αρκεί να συνομιλήσει και με τους άλλους, εκείνους που έχουν συμφέρον να κινηθούμε προς ένα δικαιότερο και πιο βιώσιμο σύστημα. Αρκεί να απευθυνθεί σε όσους αποδέχονται την ανάγκη μεταρρύθμισης παρότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα. Ίσως τότε ανακαλύψει ότι όλοι αυτοί είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
1 Δεκεμβρίου 2009
Μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού τώρα! (αύριο θα είναι αργά…)
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Δεκέμβριος 2009)
Και τώρα μερικές πραγματικά δυσάρεστες ειδήσεις. Η δαπάνη για συντάξεις είναι εκτός ελέγχου. Οι ζοφερές προοπτικές του ασφαλιστικού ήδη από σήμερα αυξάνουν το κόστος του διεθνούς δανεισμού. Η παρατεταμένη αδυναμία της κοινωνίας και της πολιτικής να αντιμετωπίσει με ωριμότητα το πρόβλημα απειλεί να αφήσει χωρίς συντάξεις τη γενιά των παιδιών μας. Τόσο απλά.
Κανένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ευρώπη δεν είναι τόσο χρεωκοπημένο και κυρίως τόσο άδικο όσο το Ελληνικό. Εάν σε κάτι χρωστά τη μακροημέρευσή του αυτό δεν είναι η κοινωνική νομιμοποίησή του – ρωτήστε τα παιδιά της γενιάς των 700 ευρώ τι συντάξεις προσδοκούν ότι θα πάρουν στο μέλλον. Είναι ο ακραίος κοινωνικός εγωισμός των ομάδων που σήμερα ωφελούνται από το σύστημα σε βάρος όλων των υπολοίπων. Είναι η ροπή των media προς την εύκολη καταγγελία και η αποστροφή τους προς τα «δύσκολα» θέματα. Είναι η όχι και τόσο κρυφή ελπίδα των κυβερνήσεων ότι θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τη θητεία τους χωρίς να χρειαστεί να αγγίξουν την καυτή πατάτα του ασφαλιστικού. Κυρίως το τελευταίο.
Η εμπειρία της κυβέρνησης Σημίτη είναι διδακτική. Ο τότε πρωθυπουργός ήξερε το πρόβλημα (είχε γράψει για αυτό). Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ανέθεσε στον καθηγητή Σπράο να το μελετήσει. Η έκθεση του τελευταίου (Οκτώβριος 1997) περιέγραφε απλώς την κατάσταση – πράγμα που δεν εμπόδισε τον «προοδευτικό» Τύπο, τα συνδικάτα, την αντιπολίτευση (με επικεφαλής τον κ. Έβερτ) και το 90% του ΠΑΣΟΚ να της επιτεθεί με τόση βιαιότητα που ο Σημίτης έκανε πίσω. Μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2000 επανήλθε αναθέτοντας στον Γιαννίτση να επεξεργαστεί σχέδιο μεταρρύθμισης. Οι προτάσεις του τελευταίου (Απρίλιος 2001), ανεπαρκώς εξυγιαντικές και εξισωτικές σε σύγκριση με όσα ισχύουν σε χώρες όπου το κοινωνικό κράτος αξίζει το όνομά του, εδώ πολεμήθηκαν ως «ανάλγητες» – με την ίδια μανία, αλλά και με την ίδια ιδιοτέλεια και ανευθυνότητα, από τον ίδιο διακομματικό συνασπισμό που κατασυκοφάντησε την Έκθεση Σπράου. Ο νόμος Ρέππα γράφτηκε από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, για αυτό τα προνόμια των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ παρέμειναν άθικτα, και ο θεσμός των βαρέων και ανθυγιεινών (που ανθεί παρότι η χώρα δεν διαθέτει βαριά βιομηχανία) επεκτάθηκε και στο Δημόσιο. Η ειρήνη με τα συνδικάτα δεν έσωσε το ΠΑΣΟΚ από την ήττα στις εκλογές του 2004, επιβεβαίωσε όμως την ηγεμονία των πιο ιδιοτελών και ανεύθυνων απόψεων περί ασφαλιστικού σε μια δύσπιστη και φοβισμένη κοινή γνώμη. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται στα γραφεία, αλλά μετά από μια σκληρή μάχη ιδεών με έπαθλο «το μυαλό και την καρδιά» των πολιτών.
Τώρα η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα ανοίξει το ασφαλιστικό. Ελπίζουμε να το εννοεί. Η μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει τώρα, και να είναι ριζική. Η συναίνεση που τώρα απολαμβάνει η κυβέρνηση δεν θα κρατήσει πάρα πολύ. Εάν δεν περάσει τώρα η πλήρης εξίσωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων (προς τα κάτω, για να έχουν συντάξεις και τα παιδιά μας), αύριο θα είναι αργά. Όσοι σήμερα έχουν εξασφαλίσει προνομιακή μεταχείριση θα οργανωθούν και θα αντιδράσουν. Και αυτοί δεν είναι μόνο η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ – παρότι λόγω της ισχύος τους μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης. Είναι επίσης τα «ευγενή» ταμεία των ιατρών, δικηγόρων και μηχανικών που εισπράττουν απίθανα ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό, συνήθως με τη μορφή κοινωνικών πόρων. Είναι οι στρατιωτικοί, που κατά κανόνα συνταξιοδοτούνται σε ηλικία που άλλοι αρχίζουν να δουλεύουν. Είναι οι δικαστικοί, που απονέμουν οι ίδιοι ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις ήδη σκανδαλώδεις «αποζημιώσεις» τους. Είναι οι βουλευτές, που νομοθετούν το ίδιο σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Είναι οι Τράπεζες και οι ΔΕΚΟ, που η προηγούμενη κυβέρνηση θεώρησε καλό να απαλλάξει από το βάρος των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων τους, εντάσσοντας τα ταμεία τους (με τους ισχύοντες προνομιακούς όρους συνταξιοδότησης!) στο δύσμοιρο ΙΚΑ.
Ας μην έχει αυταπάτες η νέα κυβέρνηση. Η ασφαλιστική «ατζέντα» δεν συνίσταται στη διευκόλυνση των 140.000 γυναικών δημοσίων υπαλλήλων που ελέω Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «κινδυνεύουν» να συνταξιοδοτηθούν έως και 17 χρόνια αργότερα από ό,τι σήμερα (κάντε μόνοι σας τον λογαριασμό για το πότε συνταξιοδοτούνται τώρα). Συνίσταται στη μοναδική ευκαιρία που της παρουσιάζεται να διασώσει το σύστημα συντάξεων από τη βέβαιη χρεωκοπία, αποδίδοντας ταυτόχρονα δικαιοσύνη. Δίνοντας δηλ. ελπίδα σε όσους αδικούνται από αυτό σήμερα, ή κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς σύνταξη αύριο. Ο κατάλογος όσων θα βρεθούν απέναντί της εάν το αποτολμήσει είναι μεγάλος, το ίδιο και η ισχύς τους. Κάτι τέτοια όμως ξεχωρίζουν τις κυβερνήσεις παρακμής από τις κυβερνήσεις πνοής – και, όπως όλοι γνωρίζουμε, εκείνες που μένουν στην ιστορία είναι μόνο οι τελευταίες.
Και τώρα μερικές πραγματικά δυσάρεστες ειδήσεις. Η δαπάνη για συντάξεις είναι εκτός ελέγχου. Οι ζοφερές προοπτικές του ασφαλιστικού ήδη από σήμερα αυξάνουν το κόστος του διεθνούς δανεισμού. Η παρατεταμένη αδυναμία της κοινωνίας και της πολιτικής να αντιμετωπίσει με ωριμότητα το πρόβλημα απειλεί να αφήσει χωρίς συντάξεις τη γενιά των παιδιών μας. Τόσο απλά.
Κανένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ευρώπη δεν είναι τόσο χρεωκοπημένο και κυρίως τόσο άδικο όσο το Ελληνικό. Εάν σε κάτι χρωστά τη μακροημέρευσή του αυτό δεν είναι η κοινωνική νομιμοποίησή του – ρωτήστε τα παιδιά της γενιάς των 700 ευρώ τι συντάξεις προσδοκούν ότι θα πάρουν στο μέλλον. Είναι ο ακραίος κοινωνικός εγωισμός των ομάδων που σήμερα ωφελούνται από το σύστημα σε βάρος όλων των υπολοίπων. Είναι η ροπή των media προς την εύκολη καταγγελία και η αποστροφή τους προς τα «δύσκολα» θέματα. Είναι η όχι και τόσο κρυφή ελπίδα των κυβερνήσεων ότι θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τη θητεία τους χωρίς να χρειαστεί να αγγίξουν την καυτή πατάτα του ασφαλιστικού. Κυρίως το τελευταίο.
Η εμπειρία της κυβέρνησης Σημίτη είναι διδακτική. Ο τότε πρωθυπουργός ήξερε το πρόβλημα (είχε γράψει για αυτό). Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ανέθεσε στον καθηγητή Σπράο να το μελετήσει. Η έκθεση του τελευταίου (Οκτώβριος 1997) περιέγραφε απλώς την κατάσταση – πράγμα που δεν εμπόδισε τον «προοδευτικό» Τύπο, τα συνδικάτα, την αντιπολίτευση (με επικεφαλής τον κ. Έβερτ) και το 90% του ΠΑΣΟΚ να της επιτεθεί με τόση βιαιότητα που ο Σημίτης έκανε πίσω. Μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2000 επανήλθε αναθέτοντας στον Γιαννίτση να επεξεργαστεί σχέδιο μεταρρύθμισης. Οι προτάσεις του τελευταίου (Απρίλιος 2001), ανεπαρκώς εξυγιαντικές και εξισωτικές σε σύγκριση με όσα ισχύουν σε χώρες όπου το κοινωνικό κράτος αξίζει το όνομά του, εδώ πολεμήθηκαν ως «ανάλγητες» – με την ίδια μανία, αλλά και με την ίδια ιδιοτέλεια και ανευθυνότητα, από τον ίδιο διακομματικό συνασπισμό που κατασυκοφάντησε την Έκθεση Σπράου. Ο νόμος Ρέππα γράφτηκε από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, για αυτό τα προνόμια των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ παρέμειναν άθικτα, και ο θεσμός των βαρέων και ανθυγιεινών (που ανθεί παρότι η χώρα δεν διαθέτει βαριά βιομηχανία) επεκτάθηκε και στο Δημόσιο. Η ειρήνη με τα συνδικάτα δεν έσωσε το ΠΑΣΟΚ από την ήττα στις εκλογές του 2004, επιβεβαίωσε όμως την ηγεμονία των πιο ιδιοτελών και ανεύθυνων απόψεων περί ασφαλιστικού σε μια δύσπιστη και φοβισμένη κοινή γνώμη. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται στα γραφεία, αλλά μετά από μια σκληρή μάχη ιδεών με έπαθλο «το μυαλό και την καρδιά» των πολιτών.
Τώρα η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα ανοίξει το ασφαλιστικό. Ελπίζουμε να το εννοεί. Η μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει τώρα, και να είναι ριζική. Η συναίνεση που τώρα απολαμβάνει η κυβέρνηση δεν θα κρατήσει πάρα πολύ. Εάν δεν περάσει τώρα η πλήρης εξίσωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων (προς τα κάτω, για να έχουν συντάξεις και τα παιδιά μας), αύριο θα είναι αργά. Όσοι σήμερα έχουν εξασφαλίσει προνομιακή μεταχείριση θα οργανωθούν και θα αντιδράσουν. Και αυτοί δεν είναι μόνο η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ – παρότι λόγω της ισχύος τους μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης. Είναι επίσης τα «ευγενή» ταμεία των ιατρών, δικηγόρων και μηχανικών που εισπράττουν απίθανα ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό, συνήθως με τη μορφή κοινωνικών πόρων. Είναι οι στρατιωτικοί, που κατά κανόνα συνταξιοδοτούνται σε ηλικία που άλλοι αρχίζουν να δουλεύουν. Είναι οι δικαστικοί, που απονέμουν οι ίδιοι ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις ήδη σκανδαλώδεις «αποζημιώσεις» τους. Είναι οι βουλευτές, που νομοθετούν το ίδιο σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Είναι οι Τράπεζες και οι ΔΕΚΟ, που η προηγούμενη κυβέρνηση θεώρησε καλό να απαλλάξει από το βάρος των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων τους, εντάσσοντας τα ταμεία τους (με τους ισχύοντες προνομιακούς όρους συνταξιοδότησης!) στο δύσμοιρο ΙΚΑ.
Ας μην έχει αυταπάτες η νέα κυβέρνηση. Η ασφαλιστική «ατζέντα» δεν συνίσταται στη διευκόλυνση των 140.000 γυναικών δημοσίων υπαλλήλων που ελέω Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «κινδυνεύουν» να συνταξιοδοτηθούν έως και 17 χρόνια αργότερα από ό,τι σήμερα (κάντε μόνοι σας τον λογαριασμό για το πότε συνταξιοδοτούνται τώρα). Συνίσταται στη μοναδική ευκαιρία που της παρουσιάζεται να διασώσει το σύστημα συντάξεων από τη βέβαιη χρεωκοπία, αποδίδοντας ταυτόχρονα δικαιοσύνη. Δίνοντας δηλ. ελπίδα σε όσους αδικούνται από αυτό σήμερα, ή κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς σύνταξη αύριο. Ο κατάλογος όσων θα βρεθούν απέναντί της εάν το αποτολμήσει είναι μεγάλος, το ίδιο και η ισχύς τους. Κάτι τέτοια όμως ξεχωρίζουν τις κυβερνήσεις παρακμής από τις κυβερνήσεις πνοής – και, όπως όλοι γνωρίζουμε, εκείνες που μένουν στην ιστορία είναι μόνο οι τελευταίες.
1 Νοεμβρίου 2009
È ritornato l’ottimismo
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Νοέμβριος 2009)
Nel caso improbabile che qualche lettore abbia trovato profetico il titolo del mio articolo nel numero del mese scorso (‘una sconfitta preannunciata’), devo confessare che si trattava di una profezia troppo facile. Invece, quello che non solo “Eureka” ma proprio nessuno è riuscito ad indovinare è stata la misura della sconfitta del partito conservatore di Nea Democratia, come la misura della vittoria dei socialisti del Pasok (che non è esattamente la stessa cosa). Pure gli exit polls, in teoria infallibili, stimavano la distanza fra i due maggiori partiti attorno al 5%, mentre poi lo scarto vero ha superato il 10%. Pare che - come a volte succede - anche gli opinionisti e i commentatori più autorevoli abbiano sottovalutato il disgusto profondo nella società alla corruzione e l’inaudita incompetenza del governo uscente, e la voglia di voltare pagina.
Oggi, a quattro settimane di distanza, è difficile negare che il cinismo e la paura del futuro hanno lasciato il posto a un diffuso ottimismo, paradossalmente creato dallo stesso risultato inequivocabile delle elezioni, ma poi alimentato dalle prime azioni del nuovo governo. Infatti, il premier Jorgos Papandreu ha gestito la vittoria con ovvia soddisfazione, ma senza trionfalismo, e ha cominciato a lavorare con serietà. La sua squadra conferma che in Grecia il “partito naturale di governo” è ormai quello socialista, capace di produrre una classe dirigente di un certo livello. Quasi tutte le persone che hanno assunto ruoli di primo grado si distinguono per la preparazione e l’integrità personale. Sono prime impressioni, certo, ma spesso contano anche loro.
Primi segni di svolta: L’impegno di due ministri importanti (degli interni e dell’ordine pubblico) di promuovere l’integrazione degli immigrati nella società (diritto di voto agli immigrati di seconda generazione), e nello Stato (posti di lavoro riservati nella polizia e le altre forze dell’ordine). Lo stop del ministro dell’ambiente alle costruzioni sorte nelle aree colpite dagli incendi degli ultimi anni, e la volontà di lavorare insieme agli ambientalisti per la revisione dello quadro legislativo per la protezione dell’ambiente. La franchezza del ministro delle finanze nello sforzo di ridare credibilità alla gestione dei conti da parte del governo, e di vincere la diffidenza dei partner europei. Forse il termine esatto è insofferenza degli altri governi Ue nei confronti dei greci (tutti), presunti - non sempre a torto - campioni del “massaggiare le cifre” e del nascondere la verità, allo scopo di evitare sanzioni e di chiedere nuovi aiuti.
Senz’altro è questa l’impresa più difficile. Tutte le economie dell’Unione Europea sono state colpite dalla crisi, ma nessuna come quella ellenica che deve ancora affrontare difficoltà preesistenti e strutturali. Il deficit del 2009 sembra destinato ad arrivare al 12%, una cifra che impone misure restrittive e limiti severi sulla libertà d’azione del nuovo governo. Comunque, quest’ultimo insiste sul suo programma di sostegni pur modesti ai ceti meno abienti, compensati dalla lotta agli sprecchi e all’evasione fiscale, dal ripristino delle tasse sull’eredità e dall’espansione della base imponibile.
Intanto, il nuovo governo gode di una luna di miele senza precedenti in tempi recenti: l’opinione pubblica è favorevole o quanto meno tollerante, mentre gli altri partiti si affrettano a promettere “un’opposizione costruttiva”, almeno per un po’ – tranne ovviamente KKE, storicamente il più antidiluviano di tutti i partiti comunisti dell’Occidente, il cui tradizionale filosovietismo si è recentemente trasmutato in stalinismo puro (anni ’50, o forse anni ’30, epoca d’oro della persecuzione più spietata di tutti gli oppositori o semplicemente presunti tali).
Per quanto riguarda il partito conservatore di Nea Democratia, il 33,5% ottenuto è il risultato peggiore della sua storia. L’ex premier Kostas Karamanlis ha rassegnato subito dopo la sconfitta le dimissioni ed ha aperto le procedure per l’elezione di un nuovo leader. Lascia un partito demoralizzato, che si trova di fronte a una scelta piuttosto strana. Da una parte c’è Dora Bakoianni, figlia di un’altro ex premier (Kostantinos Mitsotakis), esponente del vecchio centro liberale e perciò largamente considerata “estranea” alle sacre tradizioni conservatrici del partito. Dall’altra parte c’è Antonis Samaràs, l’uomo che ha provocato la caduta del governo Mitsotakis nel 1993, in teoria per dissenso sulla privatizzazione dell’OTE, compagnia statale delle telecomunicazioni, e fautore quale ministro degli esteri del governo Mitsotakis della linea ultranazionalista sulla nuova questione macedone. Tornato nella Nea Democratia dopo il declino del nuovo partito che allora fondò, e privo di qualsiasi idea che non rientri nello solito schema Patria-Religione-Famiglia, si candida oggi a diventarne leader. Resta da vedere se a questo centrodestra rimane ancora qualche piccola dose di spirito di soppravivenza, per non parlare di buon senso.
Nel caso improbabile che qualche lettore abbia trovato profetico il titolo del mio articolo nel numero del mese scorso (‘una sconfitta preannunciata’), devo confessare che si trattava di una profezia troppo facile. Invece, quello che non solo “Eureka” ma proprio nessuno è riuscito ad indovinare è stata la misura della sconfitta del partito conservatore di Nea Democratia, come la misura della vittoria dei socialisti del Pasok (che non è esattamente la stessa cosa). Pure gli exit polls, in teoria infallibili, stimavano la distanza fra i due maggiori partiti attorno al 5%, mentre poi lo scarto vero ha superato il 10%. Pare che - come a volte succede - anche gli opinionisti e i commentatori più autorevoli abbiano sottovalutato il disgusto profondo nella società alla corruzione e l’inaudita incompetenza del governo uscente, e la voglia di voltare pagina.
Oggi, a quattro settimane di distanza, è difficile negare che il cinismo e la paura del futuro hanno lasciato il posto a un diffuso ottimismo, paradossalmente creato dallo stesso risultato inequivocabile delle elezioni, ma poi alimentato dalle prime azioni del nuovo governo. Infatti, il premier Jorgos Papandreu ha gestito la vittoria con ovvia soddisfazione, ma senza trionfalismo, e ha cominciato a lavorare con serietà. La sua squadra conferma che in Grecia il “partito naturale di governo” è ormai quello socialista, capace di produrre una classe dirigente di un certo livello. Quasi tutte le persone che hanno assunto ruoli di primo grado si distinguono per la preparazione e l’integrità personale. Sono prime impressioni, certo, ma spesso contano anche loro.
Primi segni di svolta: L’impegno di due ministri importanti (degli interni e dell’ordine pubblico) di promuovere l’integrazione degli immigrati nella società (diritto di voto agli immigrati di seconda generazione), e nello Stato (posti di lavoro riservati nella polizia e le altre forze dell’ordine). Lo stop del ministro dell’ambiente alle costruzioni sorte nelle aree colpite dagli incendi degli ultimi anni, e la volontà di lavorare insieme agli ambientalisti per la revisione dello quadro legislativo per la protezione dell’ambiente. La franchezza del ministro delle finanze nello sforzo di ridare credibilità alla gestione dei conti da parte del governo, e di vincere la diffidenza dei partner europei. Forse il termine esatto è insofferenza degli altri governi Ue nei confronti dei greci (tutti), presunti - non sempre a torto - campioni del “massaggiare le cifre” e del nascondere la verità, allo scopo di evitare sanzioni e di chiedere nuovi aiuti.
Senz’altro è questa l’impresa più difficile. Tutte le economie dell’Unione Europea sono state colpite dalla crisi, ma nessuna come quella ellenica che deve ancora affrontare difficoltà preesistenti e strutturali. Il deficit del 2009 sembra destinato ad arrivare al 12%, una cifra che impone misure restrittive e limiti severi sulla libertà d’azione del nuovo governo. Comunque, quest’ultimo insiste sul suo programma di sostegni pur modesti ai ceti meno abienti, compensati dalla lotta agli sprecchi e all’evasione fiscale, dal ripristino delle tasse sull’eredità e dall’espansione della base imponibile.
Intanto, il nuovo governo gode di una luna di miele senza precedenti in tempi recenti: l’opinione pubblica è favorevole o quanto meno tollerante, mentre gli altri partiti si affrettano a promettere “un’opposizione costruttiva”, almeno per un po’ – tranne ovviamente KKE, storicamente il più antidiluviano di tutti i partiti comunisti dell’Occidente, il cui tradizionale filosovietismo si è recentemente trasmutato in stalinismo puro (anni ’50, o forse anni ’30, epoca d’oro della persecuzione più spietata di tutti gli oppositori o semplicemente presunti tali).
Per quanto riguarda il partito conservatore di Nea Democratia, il 33,5% ottenuto è il risultato peggiore della sua storia. L’ex premier Kostas Karamanlis ha rassegnato subito dopo la sconfitta le dimissioni ed ha aperto le procedure per l’elezione di un nuovo leader. Lascia un partito demoralizzato, che si trova di fronte a una scelta piuttosto strana. Da una parte c’è Dora Bakoianni, figlia di un’altro ex premier (Kostantinos Mitsotakis), esponente del vecchio centro liberale e perciò largamente considerata “estranea” alle sacre tradizioni conservatrici del partito. Dall’altra parte c’è Antonis Samaràs, l’uomo che ha provocato la caduta del governo Mitsotakis nel 1993, in teoria per dissenso sulla privatizzazione dell’OTE, compagnia statale delle telecomunicazioni, e fautore quale ministro degli esteri del governo Mitsotakis della linea ultranazionalista sulla nuova questione macedone. Tornato nella Nea Democratia dopo il declino del nuovo partito che allora fondò, e privo di qualsiasi idea che non rientri nello solito schema Patria-Religione-Famiglia, si candida oggi a diventarne leader. Resta da vedere se a questo centrodestra rimane ancora qualche piccola dose di spirito di soppravivenza, per non parlare di buon senso.
10 Οκτωβρίου 2009
«Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» ...
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009)
Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας – ήττα βαριά, που δείχνει να εγκαινιάζει μια μακρά περίοδο οδυνηρής ενδοσκόπησης – δεν είναι μόνο πολιτική. Αντανακλά μια πιο μακροπρόθεσμη κρίση με πολλές, αλληλοσυνδεόμενες πτυχές. Θα ήθελα να αναφερθώ σε μια μόνο από αυτές, που μου φαίνεται ότι δεν έχει σχολιαστεί επαρκώς. Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει «κρίση αξιών».
Η κρίση αυτή αφορά πρώτα-πρώτα το πολιτικό προσωπικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προφανώς, το κόμμα αυτό δεν διαθέτει πλέον «εθνάρχες» ούτε ευπατρίδηδες της πολιτικής. Λιγότερο προφανώς, εάν κάτι έδειξαν τα 5½ χρόνια στην εξουσία είναι ότι η ΝΔ στερείται μιας ηγετικής ομάδας στελεχών ικανών να συνδυάζουν τη (μέχρις ενός ορίου θεμιτή) φιλοδοξία με μια ορισμένη αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως φυσικά οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται. Δεν παραβλέπω τις εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα που εκπέμπει η ΝΔ είναι ότι στελεχώνεται από πολιτικούς χαμηλής ποιότητας και αμφίβολης ακεραιότητας.
Αυτό από μόνο του είναι σοβαρό πρόβλημα – κατ’ αρχήν για την ίδια τη ΝΔ. Γίνεται ακόμη σοβαρότερο εάν αναλογιστεί κανείς ότι εδώ δεν παρατηρούμε τόσο ένα πρόβλημα στρεβλής αντιπροσώπευσης (ότι δηλ. η πολιτική έχει πάψει να προσελκύει υγιή κύτταρα του κοινωνικού ιστού, πράγμα που ισχύει), όσο μια βαθιά κρίση αξιών του ίδιου του κοινωνικού ιστού – στην περίπτωση αυτή των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων τα οποία τροφοδοτούν το πολιτικό προσωπικό της ΝΔ.
Πράγματι, η άποψη ότι απέναντι στην διεφθαρμένη «πολιτική κοινωνία» βρίσκεται μια ενάρετη κοινωνία των πολιτών, παρότι ευρέως διαδεδομένη, δεν πείθει επί του προκειμένου. Υπό μια έννοια, η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων εκ μέρους των υπουργών της ΝΔ σαν να επρόκειτο για ιδιωτική περιουσία τους είναι απλή προέκταση της παραβατικότητας της κοινωνικής τάξης από την οποία οι ίδιοι προέρχονται. Μια παραβατικότητα εκτεταμένη, χωρίς αναστολές, η οποία εκδηλώνεται με κάθε ευκαιρία: από τη φοροδιαφυγή έως την παράνομη ανέγερση μαιζονετών, από την παραβίαση των λεωφορειολωρίδων έως την αγορά των θεμάτων του international baccalaureate. Και όλα αυτά χωρίς το άγχος της κοινωνικής απόρριψης (ιδίως από ανθρώπους της τάξης τους), σαν μια τέτοια συμπεριφορά να ήταν εντελώς αυτονόητη και συνεπώς ανάξια σχολιασμού: così fan tutte.
Ένας ιστορικός θα παρατηρούσε ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο σε μια χώρα όπου οι διορατικοί επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν κινδύνους και παράγουν καινοτόμα προϊόντα που να τα ζητά η αγορά είναι σπανίζουν όλο και περισσότερο – και όπου αντίθετα ευδοκιμεί η συνομοταξία των «επιχειρηματιών» που επιδιώκουν το γρήγορο και εύκολο κέρδος, αξιοποιώντας τις γνωριμίες τους για να κάνουν μπίζνες με το κράτος, αδιαφορώντας (προφανώς!) για την ποιότητα του προϊόντος που παράγουν, και συμπιέζοντας (εξίσου προφανώς!) το εργατικό κόστος κάτω από τα νόμιμα όρια. Όταν η επιχειρηματικότητα έχει φτάσει να θεωρείται συνώνυμη της «αρπαχτής», γιατί να μας εντυπωσιάζει η διαφθορά των πολιτικών – ή η διολίσθηση της Ελλάδας πίσω από τη συμπαθή Μποτσουάνα στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας;
Το πρόβλημα της ΝΔ, δηλ. η επικράτηση «αξιών» που – πέραν της ηθικής πλευράς του θέματος – έχουν πάψει από καιρό να αποδίδουν, είναι πρόβλημα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Και το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ – όπως άλλωστε αποδείχθηκε επί διακυβέρνησης του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού – είναι ότι οι «αξίες» της τάξης αυτής, των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων, είναι ηγεμονικές: δίνουν τον τόνο σε ολόκληρη την κοινωνία.
Χρειαζόμαστε ένα νέο δημόσιο ήθος, εργατικότητας και σοβαρότητας, ολιγάρκειας και ακεραιότητας. Και, φυσικά, δεν θα το αποκτήσουμε ποτέ – ούτε καν θα νομιμοποιούμαστε να το απαιτούμε από τους πολιτικούς μας – εάν δεν αρχίσουμε να το εφαρμόζουμε εμείς οι ίδιοι.
Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας – ήττα βαριά, που δείχνει να εγκαινιάζει μια μακρά περίοδο οδυνηρής ενδοσκόπησης – δεν είναι μόνο πολιτική. Αντανακλά μια πιο μακροπρόθεσμη κρίση με πολλές, αλληλοσυνδεόμενες πτυχές. Θα ήθελα να αναφερθώ σε μια μόνο από αυτές, που μου φαίνεται ότι δεν έχει σχολιαστεί επαρκώς. Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει «κρίση αξιών».
Η κρίση αυτή αφορά πρώτα-πρώτα το πολιτικό προσωπικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προφανώς, το κόμμα αυτό δεν διαθέτει πλέον «εθνάρχες» ούτε ευπατρίδηδες της πολιτικής. Λιγότερο προφανώς, εάν κάτι έδειξαν τα 5½ χρόνια στην εξουσία είναι ότι η ΝΔ στερείται μιας ηγετικής ομάδας στελεχών ικανών να συνδυάζουν τη (μέχρις ενός ορίου θεμιτή) φιλοδοξία με μια ορισμένη αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως φυσικά οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται. Δεν παραβλέπω τις εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα που εκπέμπει η ΝΔ είναι ότι στελεχώνεται από πολιτικούς χαμηλής ποιότητας και αμφίβολης ακεραιότητας.
Αυτό από μόνο του είναι σοβαρό πρόβλημα – κατ’ αρχήν για την ίδια τη ΝΔ. Γίνεται ακόμη σοβαρότερο εάν αναλογιστεί κανείς ότι εδώ δεν παρατηρούμε τόσο ένα πρόβλημα στρεβλής αντιπροσώπευσης (ότι δηλ. η πολιτική έχει πάψει να προσελκύει υγιή κύτταρα του κοινωνικού ιστού, πράγμα που ισχύει), όσο μια βαθιά κρίση αξιών του ίδιου του κοινωνικού ιστού – στην περίπτωση αυτή των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων τα οποία τροφοδοτούν το πολιτικό προσωπικό της ΝΔ.
Πράγματι, η άποψη ότι απέναντι στην διεφθαρμένη «πολιτική κοινωνία» βρίσκεται μια ενάρετη κοινωνία των πολιτών, παρότι ευρέως διαδεδομένη, δεν πείθει επί του προκειμένου. Υπό μια έννοια, η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων εκ μέρους των υπουργών της ΝΔ σαν να επρόκειτο για ιδιωτική περιουσία τους είναι απλή προέκταση της παραβατικότητας της κοινωνικής τάξης από την οποία οι ίδιοι προέρχονται. Μια παραβατικότητα εκτεταμένη, χωρίς αναστολές, η οποία εκδηλώνεται με κάθε ευκαιρία: από τη φοροδιαφυγή έως την παράνομη ανέγερση μαιζονετών, από την παραβίαση των λεωφορειολωρίδων έως την αγορά των θεμάτων του international baccalaureate. Και όλα αυτά χωρίς το άγχος της κοινωνικής απόρριψης (ιδίως από ανθρώπους της τάξης τους), σαν μια τέτοια συμπεριφορά να ήταν εντελώς αυτονόητη και συνεπώς ανάξια σχολιασμού: così fan tutte.
Ένας ιστορικός θα παρατηρούσε ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο σε μια χώρα όπου οι διορατικοί επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν κινδύνους και παράγουν καινοτόμα προϊόντα που να τα ζητά η αγορά είναι σπανίζουν όλο και περισσότερο – και όπου αντίθετα ευδοκιμεί η συνομοταξία των «επιχειρηματιών» που επιδιώκουν το γρήγορο και εύκολο κέρδος, αξιοποιώντας τις γνωριμίες τους για να κάνουν μπίζνες με το κράτος, αδιαφορώντας (προφανώς!) για την ποιότητα του προϊόντος που παράγουν, και συμπιέζοντας (εξίσου προφανώς!) το εργατικό κόστος κάτω από τα νόμιμα όρια. Όταν η επιχειρηματικότητα έχει φτάσει να θεωρείται συνώνυμη της «αρπαχτής», γιατί να μας εντυπωσιάζει η διαφθορά των πολιτικών – ή η διολίσθηση της Ελλάδας πίσω από τη συμπαθή Μποτσουάνα στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας;
Το πρόβλημα της ΝΔ, δηλ. η επικράτηση «αξιών» που – πέραν της ηθικής πλευράς του θέματος – έχουν πάψει από καιρό να αποδίδουν, είναι πρόβλημα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Και το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ – όπως άλλωστε αποδείχθηκε επί διακυβέρνησης του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού – είναι ότι οι «αξίες» της τάξης αυτής, των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων, είναι ηγεμονικές: δίνουν τον τόνο σε ολόκληρη την κοινωνία.
Χρειαζόμαστε ένα νέο δημόσιο ήθος, εργατικότητας και σοβαρότητας, ολιγάρκειας και ακεραιότητας. Και, φυσικά, δεν θα το αποκτήσουμε ποτέ – ούτε καν θα νομιμοποιούμαστε να το απαιτούμε από τους πολιτικούς μας – εάν δεν αρχίσουμε να το εφαρμόζουμε εμείς οι ίδιοι.
7 Οκτωβρίου 2009
Η ΠΟΣΔΕΠ, τα κολέγια και ο «ανταγωνισμός»
Επιστολή στην «Καθημερινή» (δεν δημοσιεύτηκε ποτέ)
Ο αγαπητός κ. Γουσέτης νομίζω ότι αυτή τη φορά αστόχησε («Ο φόβος του ανταγωνισμού», Καθημερινή, 7 Οκτωβρίου 2009). Τα δημόσια πανεπιστήμια δεν «φοβούνται τον ανταγωνισμό» με κολέγια που μετονομάζονται σε πανεπιστήμια από τη μια μέρα στην άλλη. Διαμαρτύρονται για τον αθέμιτο ανταγωνισμό – και νομίζω δικαιούνται να το κάνουν.
Τα περισσότερα κολέγια δεν παρέχουν γνώσεις, πουλάνε πτυχία. Τα πτυχία αυτά, παρά τη σφραγίδα του ξένου πανεπιστημίου (συνήθως όχι πρώτης γραμμής) δεν έχουν σήμερα σοβαρό αντίκρυσμα στην αγορά. Μια μεγάλη επιχείρηση θα προτιμήσει έναν απόφοιτο του Οικονομικού Πανεπιστημίου (στο οποίο διδάσκω) από έναν απόφοιτου του κολεγίου x που συνεργάζεται με το y ξένο πανεπιστήμιο. Η στάση των επιχειρήσεων δεν θα αλλάξει εάν τα κολέγια εξισωθούν τυπικά με τα πανεπιστήμια, ούτε επηρεαζόταν μέχρι τώρα από το ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε.
Αλλού είναι το πρόβλημα. Η εξίσωση των κολεγίων με τα πανεπιστήμια αφορά το όνειρο χιλιάδων νέων και των οικογενειών τους για μια θέση στο Δημόσιο. Τα περισσότερα κολέγια προσφέρουν την ευκαιρία μιας εύκολης και χωρίς κόπο (και χωρίς γνώσεις) αποφοίτησης. Ο πρόσφατος νόμος της κυβέρνησης ΝΔ δεν προσπαθεί καν να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι, να αναδείξει κάποια κολέγια τα οποία λέγεται ότι κάνουν πιο σοβαρή δουλειά και να αποκλείσει τα υπόλοιπα. Θέτει προϋποθέσεις άσχετες με την ποιότητα των σπουδών – ακόμη και αυτές ο απερχόμενες υπουργός Παιδείας τις αγνόησε.
Η ΠΟΣΔΕΠ αντιτιθέμενη στο νόμο για τα κολέγια δεν υπερασπίζεται τα στενά συμφέροντα μιας συντεχνίας αλλά το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Η ΠΟΣΔΕΠ είναι υπέρ της αξιολόγησης των δημοσίων πανεπιστημίων και υπέρ της αναζήτησης ενός τρόπου συμμόρφωσης με τη κοινοτική νομοθεσία που να μην ευτελίζει το περιεχόμενο των σπουδών και την αξία του πτυχίου.
Όσο για τους ομότιμους καθηγητές που έσπευσαν να θέσουν υπό την προστασία τους τα νέα κολέγια, εμείς ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να τους «καθαιρέσουμε» - πολύ περισσότερο να τους «ατιμώσουμε». Δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να τους θυμίσουμε ότι είναι άκομψο να χρησιμοποιεί κανείς το κύρος ενός τιμητικού τίτλου του δημόσιου πανεπιστημίου για να υπηρετεί τον (αθέμιτο) ανταγωνισμό – για αυτό άλλωστε τους προτείναμε να αρκεστούν στον τίτλο του πρώην καθηγητή. Θελήσαμε επίσης να θυμίσουμε στις αρχές των πανεπιστημίων ότι ο τίτλος του ομότιμου είναι τιμητικός, και θα πρέπει να απονέμεται με φειδώ και προσοχή.
Τα υπόλοιπα περί Ντρέυφους, Τρότσκι και Μοχάμεντ Άλι (Κάσσους Κλαίυ τότε;) μάλλον οφείλονται σε παρεξήγηση.
Ο αγαπητός κ. Γουσέτης νομίζω ότι αυτή τη φορά αστόχησε («Ο φόβος του ανταγωνισμού», Καθημερινή, 7 Οκτωβρίου 2009). Τα δημόσια πανεπιστήμια δεν «φοβούνται τον ανταγωνισμό» με κολέγια που μετονομάζονται σε πανεπιστήμια από τη μια μέρα στην άλλη. Διαμαρτύρονται για τον αθέμιτο ανταγωνισμό – και νομίζω δικαιούνται να το κάνουν.
Τα περισσότερα κολέγια δεν παρέχουν γνώσεις, πουλάνε πτυχία. Τα πτυχία αυτά, παρά τη σφραγίδα του ξένου πανεπιστημίου (συνήθως όχι πρώτης γραμμής) δεν έχουν σήμερα σοβαρό αντίκρυσμα στην αγορά. Μια μεγάλη επιχείρηση θα προτιμήσει έναν απόφοιτο του Οικονομικού Πανεπιστημίου (στο οποίο διδάσκω) από έναν απόφοιτου του κολεγίου x που συνεργάζεται με το y ξένο πανεπιστήμιο. Η στάση των επιχειρήσεων δεν θα αλλάξει εάν τα κολέγια εξισωθούν τυπικά με τα πανεπιστήμια, ούτε επηρεαζόταν μέχρι τώρα από το ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε.
Αλλού είναι το πρόβλημα. Η εξίσωση των κολεγίων με τα πανεπιστήμια αφορά το όνειρο χιλιάδων νέων και των οικογενειών τους για μια θέση στο Δημόσιο. Τα περισσότερα κολέγια προσφέρουν την ευκαιρία μιας εύκολης και χωρίς κόπο (και χωρίς γνώσεις) αποφοίτησης. Ο πρόσφατος νόμος της κυβέρνησης ΝΔ δεν προσπαθεί καν να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι, να αναδείξει κάποια κολέγια τα οποία λέγεται ότι κάνουν πιο σοβαρή δουλειά και να αποκλείσει τα υπόλοιπα. Θέτει προϋποθέσεις άσχετες με την ποιότητα των σπουδών – ακόμη και αυτές ο απερχόμενες υπουργός Παιδείας τις αγνόησε.
Η ΠΟΣΔΕΠ αντιτιθέμενη στο νόμο για τα κολέγια δεν υπερασπίζεται τα στενά συμφέροντα μιας συντεχνίας αλλά το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Η ΠΟΣΔΕΠ είναι υπέρ της αξιολόγησης των δημοσίων πανεπιστημίων και υπέρ της αναζήτησης ενός τρόπου συμμόρφωσης με τη κοινοτική νομοθεσία που να μην ευτελίζει το περιεχόμενο των σπουδών και την αξία του πτυχίου.
Όσο για τους ομότιμους καθηγητές που έσπευσαν να θέσουν υπό την προστασία τους τα νέα κολέγια, εμείς ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να τους «καθαιρέσουμε» - πολύ περισσότερο να τους «ατιμώσουμε». Δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να τους θυμίσουμε ότι είναι άκομψο να χρησιμοποιεί κανείς το κύρος ενός τιμητικού τίτλου του δημόσιου πανεπιστημίου για να υπηρετεί τον (αθέμιτο) ανταγωνισμό – για αυτό άλλωστε τους προτείναμε να αρκεστούν στον τίτλο του πρώην καθηγητή. Θελήσαμε επίσης να θυμίσουμε στις αρχές των πανεπιστημίων ότι ο τίτλος του ομότιμου είναι τιμητικός, και θα πρέπει να απονέμεται με φειδώ και προσοχή.
Τα υπόλοιπα περί Ντρέυφους, Τρότσκι και Μοχάμεντ Άλι (Κάσσους Κλαίυ τότε;) μάλλον οφείλονται σε παρεξήγηση.
1 Οκτωβρίου 2009
Una sconfitta preannunciata
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Οκτώβριος 2009)
Le elezioni politiche del 4 ottobre sembrano destinate a segnare la fine dell’epoca – tra l’altro piuttosto breve – di maggioranze del centrodestra, ed a riportare i socialisti al governo. Non solo perchè questo ci raccontano i vari sondaggi: ormai sono gli esponenti e gli elettori stessi del partito conservatore di Nea Democratia ad essere rassegnati alla sconfitta, e angosciati dal timore che essa possa rivelarsi schiacciante.
A mio parere, una tale sconfitta sarebbe pienamente meritata. La Grecia è sicuramente stata governata male nel passato, ed è probabile che lo sarà ancora nel futuro. Ma lo storico dovrebbe tornare parecchio indietro nel tempo per imbattersi in un governo altrettanto incompetente e corrotto. Non ha molto senso elencare qua la saga interminabile degli scandali che hanno monopolizzato per un breve periodo ciascuno l’interesse dei media e dell’opinione pubblica, per poi lasciare la scena per fare spazio a quello successivo. Invece mi pare necessario ricordare che sullo sottofondo del degrado morale abbiamo anche vissuto il declino delle istituzioni pubbliche (dalla politica alla giustizia, dalla scuola ai servizi sanitari, dalle forze dell’ordine ai vigili del fuoco). A suo turno, il declino delle istituzioni ha lasciato i cittadini indifesi di fronte a nuovi rischi e insicurezze, ha contribuito a disastri ambientali, ha abbassato il livello di qualità della vita. L’economia, in teoria la carta vincente di tutte le centrodestre, ha perso terreno sul campo cruciale della competitività, retrocessa a livelli raggiunti dai paesi meno disastrati del terzo mondo. Infine, la corruzione sfrontata di ministri e dirigenti politici ha alimentato il logoramento ulteriore di quel poco di senso civico che rimane ancora nella nostra società eufemisticamente detta civile.
Tutto ciò non era per niente scontato cinque anni fa, quando il partito di Costas Caramanlis saliva al potere. Senza dubbio, i governi guidati da Costas Simitis avevano reso la Grecia un paese più europeo, l’economia più ordinata, e la società più aperta. Allo stesso tempo, i suoi governi avevano largamente fallito le riforme necessarie di fronte alla contestazione da parte di sindacati ed altri interessi di parte, mentre l’indiscussa integrità personale del premier stonava sempre di più al confronto con la corruzione abituale di dirigenti socialisti convinti della loro permanenza eterna al potere. In questo contesto, la necessità di un cambio generazionale e la speranza che una nuova classe dirigente potesse governare meglio erano sentite anche da chi non ha votato Nea Democratia alle elezioni del 7 marzo 2004. A pari misura, la delusione con l’operato di Costas Caramanlis e dei suoi governi oggi ha contagiato anche chi cinque anni fa aveva deciso di dare il suo consenso al centrodestra, magari con mille riserve.
Si tratta di una delusione profonda, di carattere quasi esistenziale, che va ben oltre la dialettica normale dell’alternanza politica. Significa che la società politica greca non riesce a produrre, non dico statisti, ma più modestamente politici che riescano a collocare le loro ambizioni in un quadro ampio in cui c’è spazio per una certa concezione (pur inevitabilmente di parte) dell’interesse pubblico. E rivela come il personale politico del centrodestra è contaminato dalle pulsioni primitive della borghesia da cui proviene: la ricerca dell’aricchimento immediato e a qualsiasi costo, nel disprezzo più assoluto delle regole elementari della convivenza civile.
Dunque, se le riflessioni riportate sopra sono fondate, la sconfitta preannunciata di Nea Democratia è da considerarsi meritata. Ciò vuol dire che una eventuale vittoria del Pasok di Giorgio Papandreu lo sarebbe altrettanto? Personalmente non ne sarei così sicuro. Il partito socialista, per volontà del suo fondatore Andreas Papandreu, è storicamente stato più movimento che partito, più abituato a puntare sul carisma del leader che a dibattere idee e programmi, più portato a rimpiangere le glorie del suo passato che a riflettere sulle ragioni delle sue sconfitte. Questo è un fatto rilevante, che può condizionare l’operato di un governo Papandreu, nel senso che è difficile capire non solo le misure concrete che esso potrebbe varare, ma perfino la direzione generale che vorrebbe seguire. Stiamo per essere governati da un partito che rassembla in un cocktail apparentemente incongruo vecchi fedeli al populismo e al clientelismo di Andreas Papandreou, insieme a dirigenti cresciuti ai tempi sobri e laboriosi del modernista Simitis (e soppravissuti alla fine della sua epoca), con l’aggiunta di personalità nuove non ancora messe alla prova. Il suo leader può rimanere paralizzato dai contrasti e dai limiti culturali del suo partito, oppure rivelarsi capace di dare un’impronta unitaria e moderna alle sue tante anime. È tutto da vedere.
Intanto, sarà già un’impresa combattere il cinismo diffuso e restituire ai greci quel senso di ottimismo e di fiducia nella loro capacità collettiva di tracciare un futuro migliore, che in quel nostro anno mirabilis 2004 sembrava così ben radicata, per essere poi smarrita di nuovo. Come nella leggenda di Sisifo, a noi greci non resta che cercare di riprendere il nostro cammino, che è tutto in salita.
Le elezioni politiche del 4 ottobre sembrano destinate a segnare la fine dell’epoca – tra l’altro piuttosto breve – di maggioranze del centrodestra, ed a riportare i socialisti al governo. Non solo perchè questo ci raccontano i vari sondaggi: ormai sono gli esponenti e gli elettori stessi del partito conservatore di Nea Democratia ad essere rassegnati alla sconfitta, e angosciati dal timore che essa possa rivelarsi schiacciante.
A mio parere, una tale sconfitta sarebbe pienamente meritata. La Grecia è sicuramente stata governata male nel passato, ed è probabile che lo sarà ancora nel futuro. Ma lo storico dovrebbe tornare parecchio indietro nel tempo per imbattersi in un governo altrettanto incompetente e corrotto. Non ha molto senso elencare qua la saga interminabile degli scandali che hanno monopolizzato per un breve periodo ciascuno l’interesse dei media e dell’opinione pubblica, per poi lasciare la scena per fare spazio a quello successivo. Invece mi pare necessario ricordare che sullo sottofondo del degrado morale abbiamo anche vissuto il declino delle istituzioni pubbliche (dalla politica alla giustizia, dalla scuola ai servizi sanitari, dalle forze dell’ordine ai vigili del fuoco). A suo turno, il declino delle istituzioni ha lasciato i cittadini indifesi di fronte a nuovi rischi e insicurezze, ha contribuito a disastri ambientali, ha abbassato il livello di qualità della vita. L’economia, in teoria la carta vincente di tutte le centrodestre, ha perso terreno sul campo cruciale della competitività, retrocessa a livelli raggiunti dai paesi meno disastrati del terzo mondo. Infine, la corruzione sfrontata di ministri e dirigenti politici ha alimentato il logoramento ulteriore di quel poco di senso civico che rimane ancora nella nostra società eufemisticamente detta civile.
Tutto ciò non era per niente scontato cinque anni fa, quando il partito di Costas Caramanlis saliva al potere. Senza dubbio, i governi guidati da Costas Simitis avevano reso la Grecia un paese più europeo, l’economia più ordinata, e la società più aperta. Allo stesso tempo, i suoi governi avevano largamente fallito le riforme necessarie di fronte alla contestazione da parte di sindacati ed altri interessi di parte, mentre l’indiscussa integrità personale del premier stonava sempre di più al confronto con la corruzione abituale di dirigenti socialisti convinti della loro permanenza eterna al potere. In questo contesto, la necessità di un cambio generazionale e la speranza che una nuova classe dirigente potesse governare meglio erano sentite anche da chi non ha votato Nea Democratia alle elezioni del 7 marzo 2004. A pari misura, la delusione con l’operato di Costas Caramanlis e dei suoi governi oggi ha contagiato anche chi cinque anni fa aveva deciso di dare il suo consenso al centrodestra, magari con mille riserve.
Si tratta di una delusione profonda, di carattere quasi esistenziale, che va ben oltre la dialettica normale dell’alternanza politica. Significa che la società politica greca non riesce a produrre, non dico statisti, ma più modestamente politici che riescano a collocare le loro ambizioni in un quadro ampio in cui c’è spazio per una certa concezione (pur inevitabilmente di parte) dell’interesse pubblico. E rivela come il personale politico del centrodestra è contaminato dalle pulsioni primitive della borghesia da cui proviene: la ricerca dell’aricchimento immediato e a qualsiasi costo, nel disprezzo più assoluto delle regole elementari della convivenza civile.
Dunque, se le riflessioni riportate sopra sono fondate, la sconfitta preannunciata di Nea Democratia è da considerarsi meritata. Ciò vuol dire che una eventuale vittoria del Pasok di Giorgio Papandreu lo sarebbe altrettanto? Personalmente non ne sarei così sicuro. Il partito socialista, per volontà del suo fondatore Andreas Papandreu, è storicamente stato più movimento che partito, più abituato a puntare sul carisma del leader che a dibattere idee e programmi, più portato a rimpiangere le glorie del suo passato che a riflettere sulle ragioni delle sue sconfitte. Questo è un fatto rilevante, che può condizionare l’operato di un governo Papandreu, nel senso che è difficile capire non solo le misure concrete che esso potrebbe varare, ma perfino la direzione generale che vorrebbe seguire. Stiamo per essere governati da un partito che rassembla in un cocktail apparentemente incongruo vecchi fedeli al populismo e al clientelismo di Andreas Papandreou, insieme a dirigenti cresciuti ai tempi sobri e laboriosi del modernista Simitis (e soppravissuti alla fine della sua epoca), con l’aggiunta di personalità nuove non ancora messe alla prova. Il suo leader può rimanere paralizzato dai contrasti e dai limiti culturali del suo partito, oppure rivelarsi capace di dare un’impronta unitaria e moderna alle sue tante anime. È tutto da vedere.
Intanto, sarà già un’impresa combattere il cinismo diffuso e restituire ai greci quel senso di ottimismo e di fiducia nella loro capacità collettiva di tracciare un futuro migliore, che in quel nostro anno mirabilis 2004 sembrava così ben radicata, per essere poi smarrita di nuovo. Come nella leggenda di Sisifo, a noi greci non resta che cercare di riprendere il nostro cammino, che è tutto in salita.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

