12 Μαρτίου 2011

Μια ανορθόδοξη ερμηνεία της παρακμής του ΕΣΥ



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 111, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010, κυκλοφόρησε τον Μάρτιο 2011)

1.
Ένα από τα μεγαλύτερα (και θλιβερότερα) παράδοξα της παρατεταμένης μεταπολίτευσης είναι δίχως άλλο η παραβολική τροχιά που διέγραψε ο δημόσιος τομέας της υγείας, από τις μεγάλες προσδοκίες των αρχών της δεκαετίας του '80 στη σημερινή πραγματικότητα. Κατά τη γνώμη μου, η ιστορία αυτή - αν και όχι εντελώς απαλλαγμένη από φωτεινά σημεία - είναι από πολλές απόψεις μια ιστορία παρακμής. Θεωρώ ότι η διαλεύκανση της ιστορίας αυτής είναι απαραίτητη: όχι μόνο για την καλύτερη ερμηνεία του αδιεξόδου της δημόσιας πολιτικής υγείας, αλλά και για την πληρέστερη κατανόηση των συστημικών εμποδίων πάνω στα οποία είναι καταδικασμένη να προσκρούσει κάθε απόπειρα ανάταξης του δημόσιου τομέα στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης των αρχών της δεκαετίας του '10.

Η θεσμοθέτηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας το 1983 ήταν ίσως η πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ – την εποχή εκείνη στη φάση της μέγιστης ακμής τους. Η Εισηγητική Έκθεση του νομοσχεδίου για το ΕΣΥ ανέφερε ότι ο στόχος του ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ «η αποεμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία». Όπως ήταν αυτονόητο, η αριστερή αντιπολίτευση υποστήριζε τη δημιουργία ενός κρατικού συστήματος υγείας. Λιγότερο αυτονόητο ήταν ότι το ίδιο ίσχυε και για ένα σημαντικό τμήμα της (με την ορολογία της εποχής) «φωτισμένης δεξιάς», με πρώτο τον Σπύρο Δοξιάδη, υπουργό υγείας 1977-1981. Παρά τις αντιρρήσεις των ιατρικών συλλόγων, η θεσμοθέτηση του ΕΣΥ προσέφερε σε χιλιάδες νέους γιατρούς ένα μέλλον σίγουρης επαγγελματικής ανέλιξης και βελτιωμένων αποδοχών στο ασφαλές περιβάλλον του Δημοσίου. Τέλος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης τασσόταν επίσης υπέρ της «αλλαγής στην υγεία», έχοντας πιστέψει στη ρεαλιστική ουτοπία ενός δημόσιου συστήματος υγείας όπως αυτό των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, η πρόσβαση στο οποίο να εξαρτάται από την ανάγκη για περίθαλψη, όχι από το εισόδημα ή την κοινωνική θέση.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, το τοπίο έχει αλλάξει δραματικά. Η συνολική δαπάνη υγείας έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα, και συνεχίζει να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Η αναλογία των γιατρών στον πληθυσμό είναι από τις υψηλότερες διεθνώς. Η διαθεσιμότητα νοσοκομειακών κλινών έχει βελτιωθεί σημαντικά, ιδίως στην περιφέρεια. Η χρήση πανάκριβων μηχανημάτων βιοϊατρικής τεχνολογίας είναι πιο διαδεδομένη στην Ελλάδα παρά σε χώρες πλουσιότερες και με μεγαλύτερη παράδοση πολιτικής υγείας. Και όμως, η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στο ΕΣΥ είναι χαμηλή, η περίθαλψη εξακολουθεί να κοστίζει πολύ στους ασθενείς ακόμη και όταν είναι θεωρητικά δωρεάν, ενώ η ιδιωτική ιατρική συνεχίζει να ευμερεί. Με δυο λόγια, η υγεία στην Ελλάδα είναι περισσότερο εμπορευματοποιημένη παρά ποτέ.

Ένα πρόβλημα από το οποίο σίγουρα δεν πάσχει η υγεία στη χώρα μας είναι έλλειψη πόρων. Ενδεικτικά, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, σε σχέση με τη Βρετανία (η οποία, εκτός της μακράς και ένδοξης ιστορίας του δικού της ΕΣΥ, γνώριζε την εποχή εκείνη μια μεγάλη επέκταση στην υγεία), η Ελλάδα διέθετε 30% περισσότερες νοσοκομειακές κλίνες ανά κάτοικο, υπερδιπλάσιο αριθμό γιατρών, τρεισήμισυ φορές περισσότερους αξονικούς τομογράφους και δυόμιση φορές περισσότερους μαγνητικούς τομογράφους. (Από την άλλη, είχε μόνο το ένα τρίτο των νοσοκόμων.) Ενώ η συνολική δαπάνη υγείας προ ΕΣΥ ήταν χαμηλή, κάτω από 6% του ΑΕΠ, σήμερα πλησιάζει το 10% (ας σημειωθεί ότι στη Βρετανία, όπως στην Ισπανία και την Ιταλία, είναι γύρω στο 8,5% του ΑΕΠ). Το μερίδιο της δημόσιας στη συνολική δαπάνη υγείας διαφέρει ανάλογα με τις εκτιμήσεις από 50% σε 60%, είναι δηλαδή σαφώς χαμηλότερο από ό,τι στην Ιταλία και την Ισπανία (όπου κυμαίνεται από 70% σε 80%), και πολύ χαμηλότερο από ό,τι στην Βρετανία (80% με 90% του ΑΕΠ).

Εν τω μεταξύ, παρότι η υγεία κοστίζει στους φορολογούμενους περισσότερο παρά ποτέ, οι ασθενείς συνεχίζουν να βάζουν το χέρι βαθιά στην τσέπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία ενός πρόσφατου «Ευρωβαρόμετρου», σε ερώτηση σχετική με το κόστος της περίθαλψης, το ποσοστό όσων αυθόρμητα απάντησαν «είναι δωρεάν» δεν ξεπερνούσε στη χώρα μας το 5%, ενώ έφτανε το 32% στην Ισπανία (το ΕΣΥ της οποίας θεσμοθετήθηκε την ίδια εποχή με το Ελληνικό) και το 50% στη Βρετανία. Το ποσοστό όσων αντίθετα έβρισκαν το κόστος της περίθαλψης πολύ ή αρκετά δυσβάστακτο ήταν 71% στην Ελλάδα, έναντι μόλις 22% στην Ισπανία και 13% στη Βρετανία.

Συχνά το ποσό που πρέπει να πληρώσουν οι ασθενείς για την περίθαλψή τους εμπίπτει σε αυτό που οι οικονομολόγοι της υγείας ονομάζουν «καταστροφικές δαπάνες». Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας SHARE, η οποία καλύπτει ένα μεγάλο αριθμό ατόμων ηλικίας 50+ σε 12 Ευρωπαϊκές χώρες, το ποσοστό όσων απάντησαν ότι τα έξοδα περίθαλψης απορροφούσαν πάνω από 25% του διαθέσιμου εισοδήματός τους ήταν 10% στην Ελλάδα (έναντι 5% στην Ιταλία, 3% στην Ισπανία, και μόλις 1% στην Τσεχία). Το αντίστοιχο ποσοστό στο φτωχότερο 20% του δείγματος έφτανε το 39% στην Ελλάδα (έναντι 20% στην Ιταλία, 12% στην Ισπανία, 4% στην Τσεχία).

Γενικά οι φτωχοί πληρώνουν ένα μεγαλύτερο ποσοστό του (χαμηλότερου) εισοδήματός τους για υγεία. Άλλη εργασία που ανέλυσε τα στοιχεία της ίδιας έρευνας SHARE διαπίστωσε ότι το μέσο μερίδιο των εξόδων περίθαλψης στο εισόδημα των ατόμων ηλικίας 50+ στην Ελλάδα ήταν 14% στο φτωχότερο 20% του δείγματος, έναντι 3% στο πλουσιότερο 20%. Αυτό επιβεβαιώνουν και τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό όσων δεν μπόρεσαν να κάνουν χρήση υπηρεσιών υγείας, παρότι είχαν ιατρική ανάγκη, επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα, ήταν 4% στην Ελλάδα έναντι 2% στην ΕΕ-27. Το αντίστοιχο ποσοστό στο φτωχότερο 20% του δείγματος έφτανε το 7% στην Ελλάδα έναντι 5% στην ΕΕ-27. Προηγούμενη δική μας έρευνα έδειξε ότι το ειδικό βάρος της οικογενειακής δαπάνης για υγεία ήταν υψηλότερο σε νοικοκυριά ηλικιωμένων, ζευγαριών με μικρά παιδιά, καθώς και ασφαλισμένων του ΟΓΑ.

Τέλος, όσον αφορά την ποιότητα της περίθαλψης όπως την αντιλαμβάνονται οι χρήστες, τα στοιχεία του προαναφερθέντος «Ευρωβαρόμετρου» δείχνουν ότι το ποσοστό όσων την έβρισκαν «πολύ κακή» ή «αρκετά κακή» έφτανε το 52% στην Ελλάδα, έναντι μόλις 15% στην Ισπανία και 18% στη Βρετανία.

Ας ανακεφαλαιώσουμε. Ο τομέας της υγείας στην Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη πόρων: αντίθετα, έχουμε υπερπροσφορά γιατρών, νοσοκομειακών κλινών και πανάκριβης βιοϊατρικής τεχνολογίας, ενώ ξοδεύουμε περισσότερα παρά ποτέ. Και όμως, η κοινή γνώμη έχει σε χαμηλή εκτίμηση της ποιότητα της υγείας, η περίθαλψη κοστίζει ακριβά (τόσο που πολλοί Έλληνες - περισσότεροι από ό,τι άλλοι Ευρωπαίοι - στερούνται αναγκαίες υπηρεσίες), ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας βαραίνουν δυσανάλογα τους φτωχότερους και πιο ηλικιωμένους ασθενείς.

Είναι προφανές ότι κάτι πήγε στραβά. Το ερώτημα είναι τι.

2.
Στις ρίζες της κακοδαιμονίας βρίσκεται ένα κρίσιμο «σχεδιαστικό σφάλμα». Αντί η θεσμοθέτηση του ΕΣΥ να συμβαδίζει με την κατάργηση των ταμείων υγείας, όπως θα ήταν λογικό και όπως συνέβη στην Ιταλία (εν μια νυκτί) και στην Ισπανία (σε βάθος 20ετίας), στην Ελλάδα ΕΣΥ και ταμεία υγείας συνυπάρχουν. Το πώς ακριβώς φτάσαμε σε αυτή την παγκόσμια πρωτοτυπία σχετίζεται με ένα όχι και τόσο γνωστό επεισόδιο κοινοβουλευτικής ιστορίας.

Το αρχικό σχέδιο νόμου για το ΕΣΥ προέβλεπε τη συγχώνευση όλων των ταμείων υγείας σε έναν Ενιαίο Φορέα Υγείας. Η διαφαινόμενη «εξίσωση προς τα κάτω» είχε προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις μεταξύ των ασφαλισμένων των «ευγενών ταμείων» νομικών, μηχανικών και υγειονομικών, καθώς και των συντεχνιών του Δημοσίου, των τραπεζών και των ΔΕΚΟ. Οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του Παρασκευά Αυγερινού (εισηγητή της πλειοψηφίας), πήρε το λόγο «ως απλός βουλευτής» ο Γιάννης Αλευράς (πρόεδρος της Βουλής, ισχυρός ανήρ του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρόεδρος της ΟΤΟΕ).

Η ομιλία του τελευταίου έμεινε στα χρονικά όχι μόνο για το ασύνηθες του εγχειρήματος, αλλά και για τον απερίφραστο τρόπο με τον οποίο απείλησε να τεθεί επικεφαλής όσων επιχειρούσαν να τορπιλλίσουν το νομοσχέδιο, τουλάχιστον σε αυτό το κρίσιμο σημείο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου (τότε πρωθυπουργός) αποφάσισε ότι το θέμα παραήταν ασήμαντο για να ριψοκινδυνεύσει τη συνοχή της κυβέρνησης. Ο Αυγερινός ήθελε ΕΣΥ, ο Αλευράς ήθελε χωριστά ταμεία – προς τι τα μίση και ο αλληλοσπαραγμός; ας έχουμε και τα δύο.

Κάπως έτσι λοιπόν αποκτήσαμε και ΕΣΥ και ταμεία. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ασυνάρτητη συνύπαρξη Beveridge και Bismarck στο ίδιο σύστημα μας κόστισε μάλλον ακριβά. Αφενός, η καθ'ημάς εκδοχή κοινωνικής ασφάλισης αναπαρήγαγε και διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες από το πεδίο των εισοδημάτων στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας, επιτρέποντας στις πιο εύπορες ομάδες να αυτοεξαιρούνται από τη αναγκαστική αλληλεγγύη ενός ενιαίου συστήματος. Συχνά, μάλιστα, η αναδιανομή είναι αντίστροφη – όπως γίνεται με την επιδότηση των ευγενών ταμείων από το κοινωνικό σύνολο μέσω των «κοινωνικών πόρων». Τέλος, η έλλειψη κάποιου μηχανισμού μεταφοράς πόρων προς ταμεία με δυσμενές δημογραφικό προφίλ μετατρέπει την παρακμή κάποιων κλάδων ή επαγγελμάτων (π.χ. των ναυτικών) σε χρεωκοπία των αντίστοιχων ταμείων (σε αυτή την περίπτωση του ΝΑΤ). Αφετέρου, όσον αφορά την οικονομία του δημόσιου τομέα της υγείας, η συνύπαρξη ΕΣΥ και ταμείων (σε συνδυασμό πάντοτε με τον κατακερματισμό των τελευταίων) πολλαπλασίασε το διαχειριστικό κόστος και εμπόδισε και το ΕΣΥ και τα ταμεία να δράσουν ως «μονοψωνητές», δηλαδή ως προνομιακοί αγοραστές. Γενικά, και τα δύο μοντέλα - της κοινωνικής ασφάλισης υγείας (όπως στη Γερμανία ή στη Γαλλία) και του ΕΣΥ (όπως στη Βρετανία ή τη Σουηδία) – έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Διατηρώντας εν ζωή τα ταμεία υγείας και μετά την ίδρυση του ΕΣΥ, καταλήξαμε με ένα σύστημα που συνδυάζει τα μειονεκτήματα των δύο μοντέλων, χωρίς κανένα από τα πλεονεκτήματά τους.

Η σχετική βιβλιογραφία αναφέρει και άλλους παράγοντες συστημικής αποτυχίας, οι οποίοι συνδέονται με το παραπάνω «σχεδιαστικό σφάλμα» αλλά και μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η ανυπαρξία μιας εύλογης διοικητικής δομής, με καλά καθορισμένους ρόλους, σαφείς διαδικασίες λογοδοσίας, με ρεαλιστικούς αλλά και αυστηρούς εισοδηματικούς περιορισμούς συνέβαλε κατά πολύ στο να μην μπορεί να δοθεί απάντηση στο απλό ερώτημα «ποιος είναι υπεύθυνος για την πολιτική υγείας στην Ελλάδα». Το ίδιο και η χαμηλή στάθμη όλων των βαθμίδων του διοικητικού προσωπικού του ΕΣΥ και των ταμείων, η οποία αντανακλά βέβαια τις γενικότερες αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης εν Ελλάδι, έχει όμως και ειδικότερες όψεις – κάποιες από τις οποίες αποκαλύφθηκαν το 2001, κατά την εν τέλει αποτυχημένη απόπειρα αξιοκρατικής επιλογής διοικητών νοσοκομείων επί υπουργίας Αλέκου Παπαδόπουλου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παράγοντες αυτοί, καθώς και άλλοι (π.χ. η συνεχής αύξηση του αριθμού των γιατρών, η ισχύς των ομάδων συμφερόντων, η περιχαράκωση του ΕΣΥ σε «εθνικό σύστημα νοσοκομείων» και η συνακόλουθη de facto ιδιωτικοποίηση της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης), οι οποίοι έχουν επίσης συζητηθεί στη σχετική βιβλιογραφία, συνέβαλαν στη σημερινή κατάσταση.

Παρόλα αυτά, η συνδυασμένη ερμηνευτική ισχύ των «αναγνώσεων» αυτών μου φαίνεται τελικά μάλλον περιορισμένη σε σχέση με το μέγεθος της προς εξήγηση αποτυχίας. Έτσι, έχω σταδιακά σχηματίσει την πεποίθηση ότι πέρα και πάνω από τους παραπάνω παράγοντες βρίσκεται ένας άλλος, που πολλαπλασιάζει τις αρνητικές συνέπειές τους, και που δεν έχει ακόμη μελετηθεί όσο θα έπρεπε. Ας το ονομάσουμε «ηθική κρίση».

3.
Η ερμηνεία που προτείνω μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες οι κυρίαρχες αξίες στην Ελλάδα του ιατρικού κόσμου και των άλλων πρωταγωνιστών του τομέα υγείας παρέμειναν ασύμβατες με την δεοντολογία και τους κανόνες συμπεριφοράς σε ένα εθνικό σύστημα υγείας. Ίσως μάλιστα οι συλλογικές αντιλήψεις των γιατρών και άλλων σταδιακά να απομακρύνθηκαν και άλλο από το ήθος του δημόσιου λειτουργήματος, και να προσχώρησαν στον κανόνα του ατομικού πλουτισμού - γρήγορα και σχεδόν με κάθε τρόπο.

Φυσικά, δεδομένου ότι τα σχετικά φαινόμενα δεν επιδέχονται ακριβούς μέτρησης, «αποδείξεις» για μια τέτοια ερμηνεία είναι δυσεύρετες. Αντίθετα, οι ενδείξεις αφθονούν, αν και ο χαρακτήρας τους είναι αναγκαστικά ανεκδοτολογικός και αποσπασματικός.

Όπως συχνά συμβαίνει, μια καλή πηγή πληροφοριών για το πνεύμα μιας εποχής είναι η λογοτεχνία. Οι προσεκτικοί αναγνώστες των περιπετειών του Αστυνόμου Χαρίτου ίσως θυμούνται το πώς ο γιατρός Ουζουνίδης (μετέπειτα σύντροφος της κόρης του Χαρίτου) είχε κληθεί να δώσει εξηγήσεις στο νοσοκομείο όπου εργαζόταν επειδή δεν έπαιρνε φακελάκι. Όταν δε ο διευθυντής του τού ζήτησε «να κάνει τουλάχιστον ότι παίρνει», αποφάσισε να τηρήσει μια ενδιάμεση στάση: συνέχισε να μην παίρνει φακελάκι, ούτε έλεγε ότι παίρνει, το άφηνε απλώς να εννοηθεί.

Όπως δείχνουν τα (ελάχιστα) διαθέσιμα δεδομένα, λίγοι γιατροί τηρούν μια τέτοια στάση αρχής στην πραγματική ζωή. Σε μια πρόσφατη έρευνα 336 ατόμων που νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομεία του ΕΣΥ το 2005, 36% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι πλήρωσαν τουλάχιστον μια φορά φακελάκι, ενώ ακόμη 4% δήλωσαν ότι τους ζητήθηκε από τον γιατρό αλλά εκείνοι αρνήθηκαν. Μόνο 4% ανέφεραν ότι προσφέρθηκαν να πληρώσουν αλλά ο γιατρός αρνήθηκε. Τα σχετικά ποσά κυμάνθηκαν από φιλοδωρήματα των 20 ευρώ έως πληρωμές της τάξης των 8.000 ευρώ (μέσο ποσό 418 ευρώ). Δεν παρατηρήθηκε διαφοροποίηση στη συμπεριφορά των γιατρών ανάλογα με το εισόδημα ή την κοινωνική τάξη των ασθενών.

Φυσικά το φακελάκι προϋπήρχε του ΕΣΥ. Άλλωστε, η επίσημη αιτιολόγηση της αύξησης των αποδοχών των γιατρών του ΕΣΥ το 1985 κατά 250% δεν ήταν άλλος από τον τερματισμό της πρακτικής αυτής. Προφανώς το μέτρο δεν απέδωσε.

Η περιφρόνηση της δεοντολογίας φαίνεται να είναι το ίδιο διαδεδομένη εντός και εκτός ΕΣΥ. Πολλοί – ίσως οι περισσότεροι – γιατροί δεν φαίνεται να θεωρούν επιλήψιμη την αποδοχή «δώρων» από τους ασθενείς, ή από τους προμηθευτές νοσοκομειακού εξοπλισμού, ή από τους «ιατρικούς επισκέπτες» που εκπροσωπούν κάποια φαρμακευτική εταιρεία. Πολύ λιγότερο επιλήψιμη φαίνεται να θεωρούν τη συμμετοχή σε εξωτικά ταξίδια που διοργανώνονται με πρόσχημα κάποιο «συνέδριο», συνήθως αμφίβολης επιστημονικότητας, με όλα τα έξοδα πληρωμένα από κάποια φαρμακευτική εταιρεία.

Σε ένα τέτοιο «αξιακό» περιβάλλον ο,τιδήποτε μπορεί να συμβεί – και κατά κανόνα συμβαίνει. Εκτεταμένη «προκλητή ζήτηση», ακόμη και με τη μορφή χειρουργικών επεμβάσεων σε ασθενείς που δεν τις χρειάζονται. Είσπραξη από γιατρούς υπέρογκων ποσών για φάρμακα ή άλλες υπηρεσίες τις οποίες δεν παρείχαν ποτέ. Υπερτιμολογήσεις προμηθειών. Χρηματισμός γιατρών για την προώθηση ιατρικών ειδών στα δημόσια νοσοκομεία. Είναι περιττό να προστεθεί ότι η φοροδιαφυγή μεταξύ των γιατρών έχει πάρει ενδημικές διαστάσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι μάλλον αναμενόμενο αυτό που διαπιστώνει πρόσφατο «Ευρωβαρόμετρο», ότι δηλαδή το ποσοστό των ερωτηθέντων που θεωρούν ότι «η διαφθορά στον δημόσιο τομέα υγείας είναι εκτεταμένη» φθάνει το 82% στην Ελλάδα, έναντι 32% στο σύνολο της ΕΕ-27.

Η διαφθορά ενίοτε σκοτώνει. Εμβληματική είναι εδώ η περίπτωση της Αμαλίας Καλυβίνου, μιας νεαρής γυναίκας που έχασε τη μάχη κατά του καρκίνου τον Μάιο 2007, μετά από μια απίστευτη σειρά λανθασμένων διαγνώσεων, διανθισμένων με απαιτήσεις γιατρών για φακελάκι, ενώ ήταν ασθενής του ΕΣΥ.

Ως οικονομολόγος είμαι εκπαιδευμένος να αναζητώ έναν τρόπο ευθυγράμμισης των ατομικών κινήτρων με το δημόσιο συμφέρον. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι περιθώρια για έναν τέτοιο τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης του ΕΣΥ απλώς δεν υφίστανται. Ο προσωπικός μου «δρόμος προς τη Δαμασκό» ήταν μια συνομιλία μου πριν λίγα χρόνια με έναν καθόλα συμπαθή γιατρό για το θέμα των απογευματινών ιατρείων – δηλαδή την απόπειρα του τότε υπουργού υγείας Αλέκου Παπαδόπουλου να επεκτείνει τις ώρες λειτουργίας των κρατικών νοσοκομείων, προσφέροντας ταυτόχρονα στους γιατρούς του ΕΣΥ έναν νόμιμο τρόπο αύξησης των εισοδημάτων τους. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο συμπαθής γιατρός μου εξήγησε ότι με αμοιβή 50 ευρώ (ανά επίσκεψη των 15 λεπτών) τα απογευματινά ιατρεία «δεν άξιζαν τον κόπο». Τότε λοιπόν μου αποκαλύφθηκε η (πικρή) αλήθεια: ότι κανένα δημόσιο σύστημα υγείας πουθενά στον κόσμο – και πολύ λιγότερο στη σημερινή πρακτικά χρεωκοπημένη Ελλάδα - δεν είναι σε θέση να πληρώνει σε τόσους πολλούς γιατρούς τόσα χρήματα όσα έχουν συνηθίσει να κερδίζουν στη σημερινή κατάσταση ανομίας στο χώρο της υγείας.

4.
Η προηγούμενη συζήτηση δείχνει ότι το πλέγμα των υπηρεσιών υγείας στη χώρα μας (ΕΣΥ, ταμεία υγείας και ιδιωτικός τομέας) κοστίζει υπερβολικά στους φορολογούμενους και στους ασθενείς, αφήνει δυσαρεστημένους τους περισσότερους χρήστες, και προκαλεί απαράδεκτες ανισότητες και σπατάλη πόρων. Από την άλλη, επιτελεί ένα σημαντικό έργο: παρέχει σταθερή απασχόληση και υψηλές αποδοχές σε όσους εργάζονται εκεί, ή εμπλέκονται με κάποιον άλλο τρόπο στις λειτουργίες του – δηλαδή στους γιατρούς, αλλά όχι μόνο.

Για το λόγο αυτό βάλτωσαν ή έμειναν απλώς ανεφάρμοστα το ένα μετά το άλλο όλα τα μεταρρυθμιστικά σχέδια που δοκιμάστηκαν στο παρελθόν, ακόμη και τα πιο φιλόδοξα: όχι επειδή ήταν κακοσχεδιασμένα ή επειδή δεν υποστηρίχθηκαν επαρκώς - παρόλο που συχνά ίσχυε και αυτό.

Με αυτά τα δεδομένα, η μεταρρύθμιση στην υγεία δεν μπορεί να βασιστεί στην «εξαγορά» ισχυρών αντιπάλων ώστε να δώσουν τη συναίνεσή τους σε αλλαγές θετικού αθροίσματος. Στις παρούσες συνθήκες, τέτοιες αλλαγές είναι πιθανώς ανέφικτες, με την τεχνική έννοια του όρου.

Συνεπώς, εάν η παραπάνω διάγνωση είναι ορθή, τα περιθώρια βελτιώσεων είναι απελπιστικά περιορισμένα όσο η ηθική κρίση εξακολουθεί να μαστίζει το σύστημα υγείας. Κατά τη γνώμη μου, η μοναδική ελπίδα μιας μελλοντικής απόπειρας μεταρρύθμισης στην υγεία είναι η πρωταρχική συσσώρευση ενός «κοινωνικού κεφαλαίου»: με άλλα λόγια ο εντοπισμός πρώτα, και η συνειδητή ενίσχυση και υποστήριξη έπειτα, μιας κρίσιμης μάζας γιατρών, νοσηλευτών και διοικητικών στελεχών και υπαλλήλων που να είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν στο δημόσιο σύστημα, με μόνο αντίτιμο ένα αξιοπρεπές, απλώς, εισόδημα - και επιπλέον «κέρδος» την αυτοεκτίμησή τους, τον σεβασμό κάποιων συναδέλφων τους, και την αγάπη των ασθενών τους.

Δίχως μια τέτοια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, καμμία μεταρρυθμιστική απόπειρα δεν θα καταφέρει όχι να αντιστρέψει αλλά ούτε καν να επιβραδύνει τον καλπάζοντα εκφυλισμό του τομέα της υγείας στη χώρα μας σε εφιαλτικό κακέκτυπο της ρεαλιστικής ουτοπίας ενός δημόσιου συστήματος υγείας, η πρόσβαση στο οποίο να εξαρτάται από την ανάγκη για περίθαλψη, όχι από το εισόδημα ή την κοινωνική θέση.

3 Μαρτίου 2011

Αντιμέτωποι με την κρίση χωρίς δίχτυ ασφαλείας

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011)

Με ή χωρίς Μνημόνιο, έχουμε μπροστά μας δύσκολα χρόνια. Πολλά ή λίγα; Αυτό δεν το ξέρουμε. Αν τα πράγματα πάνε καλά, αν αντιδράσουμε δηλαδή δημιουργικά και συντεταγμένα στην κρίση (μεγάλο «αν»), η πορεία μας θα έχει σχήμα «U». Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, η πορεία μας θα έχει σχήμα «L». Σε κάθε περίπτωση, το σίγουρο είναι ότι έχουμε μπροστά μας δύσκολα χρόνια.

Το ερώτημα είναι; Πώς αντιμετωπίζουμε τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης;

Ας δούμε τι κάνουν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κατ’ αρχήν, συνηθίζουμε να λέμε και να γράφουμε ότι η κρίση είναι διεθνής, πανευρωπαϊκή κτλ. Στην πραγματικότητα, οι υπόλοιπες 26 χώρες της Ε.Ε. βγήκαν από την ύφεση ήδη από τα μέσα του 2010. Στις μισές από αυτές η ανεργία συνεχίζει να αυξάνεται, με χαμηλότερους όμως ρυθμούς. Η δική μας κρίση είναι βαθύτερη και θα διαρκέσει περισσότερο, επειδή είναι διαφορετική.

Οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, λοιπόν, βγήκαν ή βγαίνουν από την κρίση. Διέλυσε η κρίση την κοινωνική τους συνοχή; Αυτό ισχυρίζονται, συχνά χαιρέκακα, οι εγχώριοι καταστροφολόγοι και αντιευρωπαϊστές κάθε απόχρωσης. Η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο: η ανεργία στην Ευρώπη αυξήθηκε πολύ λιγότερο από ό,τι στις ΗΠΑ (όπου η κρίση ήταν το ίδιο έντονη), ενώ η φτώχεια και η ανισότητα έμειναν γενικά αμετάβλητες.

Πώς το πέτυχαν αυτό; Η βασική διαφορά της Μεγάλης Κρίσης του 1929-31 με τη Μεγάλη Ύφεση του 2007-09 είναι ότι τότε δεν υπήρχε κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας άξιο λόγου – ενώ τώρα ναι. Η κρίση ενεργοποιεί τους αυτοματισμούς του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Τα ευάλωτα στρώματα που πλήττονται από αυτήν ανακτούν μέρος των απωλειών μέσω των μηχανισμών εισοδηματικής στήριξης: επιδόματα ανεργίας, οικογενειακά επιδόματα, επιδόματα κατοικίας, ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Με αυτά και με αυτά, η κοινωνική δαπάνη στην Ε.Ε. αυξήθηκε σε 30,7% (από 27,5% του ΑΕΠ το 2007). Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο κάθε άλλο παρά καταρρέει.

Αυτά στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα σπαταλήσαμε 20 χρόνια συζητώντας αν πρέπει ή όχι να βγαίνουν οι μητέρες ανηλίκων στο Δημόσιο στη σύνταξη στα 47. Έτσι επαληθεύτηκε η προ 15ετίας προφητεία του κ. Πολυζωγόπουλου, ότι για να χρεωκοπήσει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα πρέπει πρώτα να χρεωκοπήσει το κράτος. Την ώρα όμως που οι ευνοημένες ομάδες φώναζαν, οι φτωχές οικογένειες έμεναν χωρίς φωνή. Για τα προβλήματα τους δεν γίνονταν διαδηλώσεις, ούτε επερωτήσεις στη Βουλή. Έτσι αποκτήσαμε το κοινωνικό κράτος που αξίζαμε: γενναιόδωρο με τους δυνατούς, σκληρό με τους αδύνατους.

Και τώρα που το χρειαζόμαστε, διαπιστώνουμε ότι το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας είναι διάτρητο. Οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που χάνουν τη δουλειά τους έχουν να περιμένουν λίγα πράγματα από αυτό.

Π.χ. το τακτικό επίδομα ανεργίας (καλό ως σύστημα ενίσχυσης της εποχικής απασχόλησης στον τουρισμό και στην ιδιωτική παραπαιδεία) μετά από 12 το πολύ μήνες σταματά – και τότε; Το 2003 είχε θεσμοθετηθεί ένα φιλόδοξο επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας. Έκτοτε όμως ξεχάστηκε. Ο ΟΑΕΔ που το χορηγεί δεν θεωρεί ότι η ενημέρωση των πιθανών αποδεκτών για τα δικαιώματά τους είναι δική του δουλειά. Τα ανέκαθεν αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια δεν αναπροσαρμόστηκαν ποτέ. Αποτέλεσμα: ο αριθμός των δικαιούχων – 733 άτομα σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία – δεν φτάνει ούτε το 0,5% των μακροχρόνια ανέργων!

Τα οικογενειακά επιδόματα για τους περισσότερους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα φτάνουν τα 8 ευρώ το μήνα για ένα παιδί, 25 ευρώ για δύο παιδιά. Βέβαια, για τους υπαλλήλους ΔΕΚΟ, τραπεζών και δημοσίου τα πράγματα είναι καλύτερα. Όσο για τους τρίτεκνους και πολύτεκνους, δέχονται καταιγισμό παροχών: από επιδόματα πολλαπλάσιας αξίας έως πράσινο φως για μετεγγραφή σε πανεπιστήμιο της Αθήνας, ενώ τελευταία έχουν τεθεί υπό την προστασία του ΛΑΟΣ. Και όμως, η συντριπτική πλειονότητα των φτωχών παιδιών ζει σε οικογένειες με ένα ή το πολύ δύο παιδιά.

Ενώ στην Ευρώπη τα επιδόματα κατοικίας βοηθούν τις φτωχές οικογένειες να τα βγάλουν πέρα με το νοίκι και τα άλλα έξοδα, ιδίως σε εποχές κρίσης, ο ΟΕΚ δεν κατέβαλε καθόλου επίδομα ενοικίου το 2010 («λόγω κρίσης»). Είδατε να διαμαρτυρήθηκε κανείς;

Όσο για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ως γνωστόν δεν έχουμε καθόλου – μόνοι εμείς στην Ε.Ε. των 27.

Θα μου πείτε: Και τι περιμένω; Τώρα, εν μέσω Μνημονίου και κρίσης, να κάνουμε για το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας όσα δεν κάναμε τα χρόνια των παχιών αγελάδων;

Αυτό ακριβώς περιμένω. Επειδή η κυβέρνησή μας ομνύει στην κοινωνική συνοχή. Επειδή ακόμη και το αμφιλεγόμενο πρόγραμμα άγριων περικοπών που εφαρμόζει η κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελεύθερων στη Βρετανία, περιέχει μέτρα προστασίας των πιο ευάλωτων στρωμάτων. Και κυρίως, επειδή τώρα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε ένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας.

1 Φεβρουαρίου 2011

Γιατί δεν λύνεται το ασφαλιστικό;

Παρουσίαση του βιβλίου «Ασφαλιστικό: Μια μέθοδος ανάγνωσης» του Πλάτωνα Τήνιου (Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 2010). Μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του κειμένου, με τον τίτλο «Η άλλη χρεοκοπία του ασφαλιστικού», δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Φεβρουάριος 2011)

Νομίζω ότι τα βασικά ζητήματα έχουν ήδη τεθεί από τους προηγούμενους ομιλητές (τον Νίκο Χριστοδουλάκη και τον Γιάννη Στουρνάρα), καθώς και στο μήνυμα του Γιάννη Σπράου που διαβάστηκε στην αρχή. Πράγματι, ο επείγων χαρακτήρας του ασφαλιστικού (επείγων εδώ και 20+ χρόνια ...) οφείλεται στο ότι πρόκειται για ένα σύστημα χρεωκοπημένο. Ο Πλάτων Τήνιος μας θυμίζει στο βιβλίο του την απίστευτη ρήση του τότε προέδρου της ΓΣΕΕ ότι (σε ελεύθερη απόδοση) «μην ακούτε ότι το ασφαλιστικό θα χρεωκοπήσει: για να συμβεί αυτό θα πρέπει πρώτα να χρεωκοπήσει το κράτος». Θα μου άρεσε να διαβάσω μια συνέντευξη όπου ο δημοσιογράφος να ζητά από τον κ. Πολυζωγόπουλο να σχολιάσει αυτό που είχε προφητικά δηλώσει το 2001. Έλεγα ότι το ασφαλιστικό συνιστά πρόβλημα κυρίως επειδή το σύστημα είναι χρεωκοπημένο – με την έννοια ότι έχει ελλείμματα, αφανές χρέος και όλα αυτά τα πολύ γνωστά. Σκέφτομαι όμως ότι η μεταρρύθμιση των συντάξεων ίσως να είχε γίνει νωρίτερα εάν οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές είχαν κατανοήσει (και είχαν ύστερα βοηθήσει ή αναγκάσει και την κοινή γνώμη να αντιληφθεί) το πόσο ηθικά χρεωκοπημένο είναι το ασφαλιστικό μας. Πόσο αναπαράγει τις ανισότητες, και συχνά τις διευρύνει, αντί να τις καταπολεμά. Πόσο διαφορετικά δικαιώματα απονέμει, ανάλογα με το αν κάποιος ανήκει σε μια από τις ευνοημένες κατηγορίες ή όχι. Είναι αυτή η ηθική χρεωκοπία που με έκανε πάντοτε να σκέφτομαι ότι, ακόμη και αν (very big if) το ασφαλιστικό ήταν οικονομικά βιώσιμο, μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση – ιδίως μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση της κεντροαριστεράς – θα έπρεπε και πάλι να επείγεται να το μεταρρυθμίσει. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι λυπηρό ότι αυτή η όψη του ζητήματος σπανίως αναδεικνύεται στη δημόσια συζήτηση. Θα τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια όσων κρύβουν την ιδιοτέλειά τους (δηλ. την υπεράσπιση των κεκτημένων τους) αντιπαραθέτοντας τη σοσιαλιστική ευαισθησία τους στην κοινωνική αναλγησία των λογιστών που μιλάνε για ελλείμματα. Και θα υποχρέωνε και τους υπόλοιπους μεγάλους ευνοημένους να εξηγήσουν στην κοινή γνώμη με ποια ακριβώς λογική θα πρέπει ο μέσος φορολογούμενος να επιδοτεί με κοινωνικούς πόρους και άλλα τεχνάσματα τις πανάκριβες συντάξεις τους. Είναι λυπηρό, όχι όμως τυχαίο. Παρότι το ασφαλιστικό εμφανίζεται ως τεχνικό πρόβλημα, στην πραγματικότητα είναι κυρίως πρόβλημα πολιτικής οικονομίας. Το βιβλίο το λέει αυτό. Η επίλυση του ασφαλιστικού θα παρήγαγε τεράστια οφέλη. Αυτοί όμως που θα τα καρπώνονταν είτε δεν ψηφίζουν ακόμη (τα παιδιά μας, οι επερχόμενες γενεές), είτε δεν έχουν αρκετή πολιτική ισχύ (οι χαμηλόμισθοι, οι νόμιμοι μετανάστες, οι νέοι, οι «απλές» γυναίκες εκτός Δημοσίου-Τραπεζών). Αντίθετα, όσοι με την επίλυση του ασφαλιστικού θα έχαναν τα προνόμιά τους (οι θορυβώδεις συντεχνίες, και τα λιγότερο θορυβώδη αλλά με άριστες διασυνδέσεις λόμπυ) έχουν μεγάλη επιρροή στην πολιτική, στον Τύπο, στην κοινή γνώμη. Όλοι αυτοί δεν φαίνεται να συμμερίζονται την διατύπωση του Γιάννη Σπράου στον πρόλογο, ότι δηλ. «Δικαιούχοι μεγάλων προνομίων θα πρέπει να θεωρούν εαυτούς τυχερούς ότι μπόρεσαν να τα απολαύσουν για μεγάλα διαστήματα.» Όπως δείχνει η εμπειρία των τελευταίων μηνών, κανείς δεν παραιτείται εθελοντικά από τα προνόμιά του, όσο μεγάλα και αν είναι αυτά (ή μάλλον ακριβώς επειδή είναι μεγάλα). Ο τετραγωνισμός ενός τέτοιου κύκλου δεν είναι εύκολος, αλλά ούτε και αδύνατος. Θα πρέπει μια κρίσιμη μάζα ευνοημένων να αποδεχθούν την ανάγκη μεταρρύθμισης και να αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για να συνηγορήσουν υπέρ της (στο όνομα π.χ. της σωτηρίας της χώρας, ή της σωτηρίας της ψυχής τους, ή του μέλλοντος των παιδιών τους, ή της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης – ό,τι τέλος πάντων συγκινεί τον καθένα). Αυτό μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί. Ο «συνασπισμός συνηγορίας» στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του ’90 έπαιξε καθοριστικό ρόλο, αλλά στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών όχι. Ίσως επειδή εδώ οι δημοσιογράφοι προτιμούν ένα υστερικό πρωτοσέλιδο από το να ασχοληθούν λίγο βαθύτερα με το θέμα. Ίσως επειδή οι πολιτικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τα υστερικά πρωτοσέλιδα από το τι θα γράφουν για αυτούς τα μελλοντικά βιβλία ιστορίας. Ίσως επειδή ο κοινωνικός εγωισμός των συντεχνιών και των λόμπυ έχει λιγότερες αναστολές από ό,τι αλλού, ή λιγότερα αντίβαρα. Ίσως ακόμη επειδή η κοινή γνώμη κατά βάθος υποστηρίζει τη «ζούγκλα των συντάξεων» και πασχίζει απλώς να επωφεληθεί ατομικά από αυτήν. Ίσως τέλος ο «συνασπισμός συνηγορίας» να είναι τόσο ασθενικός επειδή λίγοι επιστήμονες ασχολούνται με το ασφαλιστικό, και ακόμη λιγότεροι ενδιαφέρονται να συμβάλλουν με τη δουλειά τους στην κατανόηση των τεχνικών όψεών του εκ μέρους του μη ειδικού πολίτη. Ο Πλάτων Τήνιος αποτελεί εξαίρεση (ιδίως στην πιο πρόσφατη εκδοχή του πανεπιστημιακού). Όμως ο κανόνας είναι άλλος. Για όλους αυτούς τους λόγους δεν λύνεται το ασφαλιστικό. Βασικά, επειδή δεν θέλουμε να λυθεί. Δηλαδή δεν το θέλουμε αρκετοί, ή δεν το θέλουμε αρκετά. Θα μου πείτε: «Καλά, και οι νόμοι του καλοκαιριού;» Η τελευταία μεταρρύθμιση συνιστά ένα αποφασιστικότατο βήμα προς τα εμπρός, αλλά το βήμα αυτό κινδυνεύει να μείνει μετέωρο. Όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω αλλού, για τη διατύπωση των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου η κυβέρνηση έδωσε πολλές μάχες εναντίον της τρόικας. Ούτε μια από αυτές δεν δόθηκε για τη θεσμοθέτηση ενός δικαιότερου συστήματος συντάξεων, ούτε για την προστασία των λιγότερο ευνοημένων ή των χαμηλοσυνταξιούχων, σημερινών ή μελλοντικών. Όλες οι μάχες που έδωσαν οι επιτελείς του Υπουργείου χωρίς καμμία εξαίρεση αποσκοπούσαν στη διάσωση όσο το δυνατόν περισσοτέρων προνομίων (από εκείνα τα κατά Γιάννη Σπράο «μεγάλα προνόμια, που οι ενδιαφερόμενοι απήλαυσαν για μεγάλα διαστήματα»). Ευτυχώς για όλους τους υπόλοιπους, σε πολλές από αυτές τις μάχες επικράτησε η τρόικα. Δυστυχώς, δεν επικράτησε σε όλες. Και σε τελευταία ανάλυση, κάποτε η τρόικα θα φύγει από την Ελλάδα. Θα πρέπει λοιπόν να μάθουμε να λύνουμε μόνοι μας τα προβλήματά μας. Εν τω μεταξύ, είναι τόσο πολλές οι παθογένειες του παλιού συστήματος που κληροδοτήθηκαν στο καινούριο, είναι τόσο πολλά αυτά που πρέπει να αλλάξουν για να αποκτήσει η χώρα μας ένα σύγχρονο, βιώσιμο και δίκαιο σύστημα συντάξεων, που το ζήτημα θα είναι για πολύ καιρό μαζί μας. Ας μην πλανώνται λοιπόν οι πολιτικοί μας: το ασφαλιστικό δεν λύθηκε – όχι ακόμη. Και ας μην ανησυχεί η αγαπητή εκδότριά μας: το βιβλίο θα είναι επίκαιρο για πολλά χρόνια ακόμη. Υποψιάζομαι, πάντως, ότι αυτό δεν χαροποιεί ιδιαίτερα τον ίδιο τον συγγραφέα. Όπως άλλωστε υπαινίσσεται σε ένα απόσπασμα του βιβλίου, η συνεχιζόμενη εκκρεμμότητα περί το ασφαλιστικό, εκτός των άλλων δεινών που επισσωρεύει στη χώρα, δεσμεύει επίσης διανοητικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να ασχοληθούν παραγωγικότερα με τη μελέτη άλλων προβλημάτων. Σε αυτό δεν έχω να αντιτάξω τίποτε, εκτός του ότι συμμερίζομαι απολύτως την ανυπομονησία του.

16 Ιανουαρίου 2011

Τα αποτελέσματα του συνεδρίου της ΠΟΣΔΕΠ

Σε σχέση με το προηγούμενο συνέδριο σημειώθηκαν μικρές μετατοπίσεις:

- Ελαφριά υποχώρηση των δυνάμεων της πλειοψηφίας ΚΙΠΑΝ και ΑΡΜΕ.

- Άνοδος της ΑΣΚΕΥ (Ιατρικές σχολές).

- Εξασθένηση της Συσπείρωσης και της ΔΗΠΑΚ.

- Δυναμική εμφάνιση της άκρας αριστεράς (Δίκτυο), που προέκυψε από διάσπαση της Συσπείρωσης.

Η σύνθεση του Προεδρείου έμεινε η ίδια (πρόεδρος ΚΙΠΑΝ, γραμματέας ΑΡΜΕ).

15 Ιανουαρίου 2011

Ομιλία στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Αρκετές από τις ομιλίες που ακούσαμε σήμερα και χθες φαίνεται να αγνοούν ένα κρίσιμο ζήτημα: ότι η χώρα μας έχει ουσιαστικά χρεωκοπήσει. Αυτό που τη χωρίζει από την τυπική χρεωκοπία είναι ο μηχανισμός στήριξης, δηλ. η διεθνής οικονομική βοήθεια.

Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να συζητήσουμε το πώς και το γιατί φτάσαμε έως εδώ. Είναι όμως αφέλεια (συχνά, ιδιοτελής αφέλεια) να υποκρινόμαστε ότι για την ουσιαστική χρεωκοπία της χώρας μας φταίει μόνο η Siemens, το Βατοπαίδι, οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις (όσες από τις οποίες δεν έχουν φύγει προ πολλού από τη χώρα μας αποχωρούν τώρα).

Αυτό που έχει αποτύχει είναι ένα ολόκληρο μοντέλο ανάπτυξης, καθώς και το μεταπολιτευτικό μοντέλο πολιτικής: το αφόρητο μείγμα λαϊκισμού και κοινωνικού εγωϊσμού, στοχοπροσηλωμένου στην ιδιοποίηση δημόσιων πόρων από ιδιωτικά συμφέροντα, μικρά και μεγάλα, που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Ένα μείγμα διανθισμένο με αγωνιστική ρητορεία, ακόμη και όταν προέρχεται από τον Σαμαρά ή τον Γκλέτσο.

Άκουσα με προσοχή τον εισηγητή της Συσπείρωσης – δεν συγκράτησα το όνομά του – στη συζήτηση για τον απολογισμό. Δεν σας κρύβω ότι ο μετρημένος τόνος του και η ηπιότητα του λόγου του μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Η ήττα του (ας μου επιτραπεί η έκφραση) υστερικού αριστερισμού στο προηγούμενο συνέδριο είχε ευεργετικές επιδράσεις, οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές. Αυτό είναι πολύ θετικό.

Είπε κάτι, λοιπόν, ο συνάδελφος της Συσπείρωσης που αξίζει να μας απασχολήσει: ότι η απερχόμενη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (δεν θυμάμαι την ακριβή διατύπωση) είναι αποκομμένη από τα προβλήματα των εργαζομένων, επειδή δεν ανέλαβε αγωνιστικές πρωτοβουλίες (δηλ. δεν έκλεισε το πανεπιστήμιο για μισό εξάμηνο ανά εξάμηνο, όπως συνέβαινε παλαιότερα).

Σοβαρά; Αναρωτιέμαι τι είδους εργαζόμενους συναναστρέφεται η «αριστερή» μας αντιπολίτευση εκτός πανεπιστημίου: επαγγελματίες επαναστάτες; συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ; Οι δικοί μου φίλοι εργάζονται σχεδόν όλοι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, αρκετοί με χαμηλές αμοιβές, κάποιοι ζουν με το φόβο μήπως μείνουν άνεργοι. Από εμάς δεν περιμένουν να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τις συντεχνίες που παραλύουν τη χώρα για να μην περάσει το πλαφόν των 4.000 ευρώ το μήνα. Ούτε μπορούν να καταλάβουν γιατί οι φορολογούμενοι και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να πληρώνουν για να είναι το πανεπιστήμιο ξέφραγο αμπέλι. Όπου όποιος θέλει δουλεύει, όποιος δεν θέλει όχι. Όπου όποια ομάδα θέλει (με ή χωρίς πολιτική ταμπέλα) μπαίνει μέσα, καταστρέφει τα κτίρια, κλέβει τον εξοπλισμό - και κανείς δεν κάνει τίποτε. Αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν, και ποιος μπορεί να τους αδικήσει.

Για να κερδίσουμε το δικαίωμα να αντικρύζουμε τους απλούς εργαζόμενους στα μάτια, ένας μόνο τρόπος υπάρχει. Να δουλεύουμε καλύτερα και περισσότερο. Να διδάξουμε στους φοιτητές μας μια ακέραια στάση ζωής. Να κάνουμε αυτό που μας αναλογεί για να γίνει το πανεπιστήμιο ένα υγιές κύτταρο σε μια αρρωστημένη κοινωνία: χώρος μελέτης και δημιουργίας, ανήσυχης αναζήτησης, εργαστήρι παραγωγής ιδεών.

Αυτό θα πρέπει να είναι το πρόγραμμα δράσης της ΠΟΣΔΕΠ τα επόμενα χρόνια. Παρότι οι αμοιβές μας είναι καθηλωμένες εδώ και πολλά χρόνια σε χαμηλά επίπεδα. Παρότι ο εξοπλισμός των πανεπιστημίων δεν είναι αυτός που θα έπρεπε. Μπορούμε και πάλι να τα καταφέρουμε.

Αυτό το χρωστάμε στους απρόσμενα πολλούς συναδέλφους μας που αυτό κάνουν ήδη. Που πηγαίνουν κάθε μέρα στο γραφείο τους, σε ένα συνήθως άθλιο περιβάλλον, για να δώσουν στο μάθημα τον καλύτερο εαυτό τους. Που ντρέπονται να δείξουν στους τυχερότερους συναδέλφους τους των άλλων χωρών σε ποιες ακριβώς συνθήκες κάνουν έρευνα, και παρόλα αυτά καταφέρνουν και στέκονται με αξιώσεις στα διεθνή συνέδρια. Εμείς αυτούς πρέπει να εκπροσωπήσουμε – είτε ψηφίζουν εμάς, είτε εσάς, είτε δεν ψηφίζουν καθόλου.

Προτείνω να εφαρμόσουμε αυτό το πρόγραμμα δράσης γιατί μου φαίνεται σωστό. Είναι όμως επίσης η σοφότερη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε σε όσους γενικεύουν υπαρκτά προβλήματα (στη δημιουργία των οποίων φυσικά πρωταγωνίστησαν οι ίδιοι), προβάλλοντας μια εικόνα που μας αδικεί και μας εξοργίζει. Είναι τέλος ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται, και που έχει ανάγκη από θετικά πρότυπα.

25 Νοεμβρίου 2010

Η γενιά της Μεταπολίτευσης βγαίνει στη σύνταξη


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010). Η γελοιογραφία του Ανδρέα Πετρουλάκη δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τρίτη 8 Ιουνίου 2010).

Το fan club του Μνημονίου στην Ελλάδα είναι από τα πιο exclusive, και δεν είμαι καν βέβαιος ότι θέλω να γίνω μέλος του. Όμως, όσο περισσότερο το σκέφτομαι τόσο περισσότερο καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στις επικές μάχες κυβέρνησης-τρόικας (σαν αυτές που παρακολουθήσαμε σε απευθείας μετάδοση το περασμένο καλοκαίρι), οι προοδευτικοί πολίτες θα πρέπει συχνά να εύχονται να επικρατήσει η τρόικα. Και με τον όρο «προοδευτικοί» δεν εννοώ μόνο την πολύχρωμη συμμαχία όσων έχουν συνειδητοποιήσει ότι τα αφόρητα κλισέ της Μεταπολίτευσης μας έφεραν στη χρεωκοπία, και δηλώνουν διαθεσιμότητα για μια καινούρια αρχή (π.χ. με την κινητοποίησή τους για την εκλογή Καμίνη-Μπουτάρη). Εννοώ και τους προοδευτικούς με τη στενή έννοια, δηλ. τους αριστερούς. Όσους από αυτούς φυσικά θυμούνται ότι αριστερά δεν σημαίνει πελατειακές εξυπηρετήσεις σε εγωιστικές συντεχνίες που κάνουν φασαρία, αλλά ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.

Παραδέχομαι ότι η κρίση μου αυτή έχει επηρεαστεί από την επαγγελματική ενασχόλησή μου με το ασφαλιστικό (είναι παλιοδουλειά, αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει). Πράγματι, η αντιπαράθεση γύρω από αυτή «τη μητέρα όλων των μαχών» το περασμένο καλοκαίρι διαβάζεται έτσι. Από τη μια, το πανίσχυρο μπλοκ των υπερασπιστών του πιο άδικου και πιο χρεωκοπημένου συστήματος συντάξεων της Ευρώπης: βουλευτές της συμπολίτευσης, κόμματα της αντιπολίτευσης, συνδικάτα, επαγγελματικές οργανώσεις, υπό τις επευφημίες πονόψυχων δημοσιογράφων που πλειοδοτούν σε ρητορεία, βαριούνται να ασχοληθούν προσεκτικά, ή έχουν λόγους να μην το κάνουν. Από την άλλη, οι εκπρόσωποι των δανειστών μας, όσων έχουν αγοράσει ομόλογα του Ελληνικού κράτους με ημερομηνία λήξης στις επόμενες δεκαετίες, τότε δηλ. που τα παιδιά μας θα ψάχνουν να βρουν το 20% ή 24% του ΑΕΠ που θα τους κοστίζει το ασφαλιστικό της ηρωικής γενιάς του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης. Με κίνδυνο να γίνω κουραστικός, επαναλαμβάνω ότι ένας προοδευτικός πολίτης δεν μπορεί να έχει δίλημμα: χίλιες φορές προτιμότερο το ασφαλιστικό της τρόικας.

Θα μου πείτε τι κάθομαι και γράφω. Κουτσά-στραβά, ο νόμος Λοβέρδου πέρασε, το ασφαλιστικό λύθηκε, τώρα έχουμε άλλα θέματα. Μακάρι να ήταν έτσι. Μεταξύ ασφαλιστικού της τρόικας και νόμου Λοβέρδου (συν τις «διορθώσεις» Κατσέλη) υπάρχει απόσταση. Βλέπετε, ακριβώς επειδή το ασφαλιστικό της Μεταπολίτευσης είναι γέννημα-θρέμμα του πολιτικού μας συστήματος, και με τη σφραγίδα μάλιστα του κυβερνώντος κόμματος, η κύρια έγνοια της κυβέρνησης ήταν – και είναι ακόμα – πώς θα περιγράψει με τη γλώσσα του Μνημονίου ένα «νέο» σύστημα που να μοιάζει όσο περισσότερο γίνεται με το παλιό. Μια στάση τυπικά λεβαντίνικη, βγαλμένη από τις χειρότερες παραδόσεις της μεταπολιτευτικής σοσιαλθολούρας, για την οποία ο ιδρυτής του κυβερνώντος κόμματος που μας βλέπει όλους από ψηλά θα είναι σίγουρα περήφανος.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της στάσης η απόπειρα της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει τις υπόγειες ανισότητες του ασφαλιστικού της Μεταπολίτευσης, προβλέποντας στο αρχικό σχέδιο νόμου χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης για τους χαμηλόμισθους και υψηλότερα για τους υψηλόμισθους. Η ενέργεια αυτή παραλίγο να περάσει απαρατήρητη, ευτυχώς όμως για το καλό όλων μας ο διαιτητής την είδε, και σφύριξε το φάουλ (μάλλον επειδή θα κόστιζε πολύ).

Άλλες όμως «ελληνικές ιδιαιτερότητες» διεσώθησαν. Παρότι το Μνημόνιο προέβλεπε ένα ταμείο μισθωτών, το πατροπαράδοτο δικαίωμα των ιατρών, δικηγόρων και μηχανικών, των υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος και των δημοσιογράφων να ασφαλίζονται χωριστά αναγνωρίζεται στο νέο νόμο πανηγυρικά. Κανείς δεν μας εξήγησε το γιατί, ούτε μας είπε εάν π.χ. το ΤΣΜΕΔΕ θα εξακολουθήσει να εισπράττει από τον κρατικό προϋπολογισμό το 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων. Το «κεκτημένο» των εργαζομένων της ΔΕΗ να συνταξιοδοτούνται σε τρυφερή ηλικία με μια γερή σύνταξη (με λεφτά δικά μας), ώστε να μπορούν ανενόχλητοι να συνεχίσουν να εργάζονται ως μηχανικοί ή ηλεκτρολόγοι στην παραοικονομία, διατηρήθηκε επίσης. Εξαιρέθηκαν από το νέο ασφαλιστικό όσοι προσελήφθησαν πριν το 1983, αρκεί μόνο να είναι ένστολοι ή να εργάζονται στις Τράπεζες, τις ΔΕΚΟ και στα μέσα ενημέρωσης. Εξαιρέθηκαν οι αγρότες, των οποίων η σύνταξη υπολογίζεται με πιο γενναιόδωρο συντελεστή, ενώ τα 2/3 της εισφοράς τους τα πληρώνει το κράτος (δηλ. εμείς). Αποκορύφωμα: η δυνατότητα χιλιάδων ασφαλισμένων να βγαίνουν νωρίτερα (!) στη σύνταξη, αναγνωρίζοντας από 4 έως 7 πλασματικά έτη ασφάλισης λόγω σπουδών, μητρότητας, ασθένειας, ανεργίας, στρατιωτικής θητείας, ακόμη και απεργίας (!!), αγοράζοντας με φτηνά ένσημα ακριβές συντάξεις αναδρομικά. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας πλειοδοτεί, διευκρινίζοντας ότι οι μητέρες ανηλίκων, που στοιχειοθετούν δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης φέτος, θα μπορούν να βγουν στη σύνταξη νωρίτερα από τις άλλες γυναίκες και αύριο: δεν πειράζει που τότε τα παιδιά τους θα είναι πια ενήλικα ...

Με αυτά και με αυτά, δεν γλυτώνουμε με το ασφαλιστικό. Η τρόικα έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά το πρόβλημα είναι δικό μας: το λύνουμε μόνο αν θέλουμε, και εμείς φαίνεται δεν θέλουμε. Όσοι (π.χ. οι νέοι) έχουν συμφέρον σε δίκαιες και βιώσιμες λύσεις, και όσοι άλλοι τις υποστηρίζουν, παραμένουν απελπιστικά λίγοι και ανίσχυροι. Η επόμενη ευκαιρία θα μας δοθεί όταν θα έχουν γίνει περισσότεροι, και ικανότεροι να τις επιβάλουν στις απρόθυμες κυβερνήσεις μας. Ίσως όταν η γενιά της Μεταπολίτευσης θα έχει πια βγει στη σύνταξη.

Μέχρι τότε, ας θυμόμαστε τουλάχιστον ότι ενώ το καράβι βούλιαζε, δεν πάσχιζαν όλοι να το σώσουν: κάποιοι τακτοποιούσαν τις ξαπλώστρες στο κατάστρωμα, και κάποιοι άλλοι κατέβαζαν τους ασημένιους πολυέλαιους για να τους πάρουν μαζί τους.

8 Νοεμβρίου 2010

Το ασφαλιστικό μετά το Μνημόνιο

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010)

Μετά την ψήφιση του «νόμου Λοβέρδου» τον περασμένο Ιούλιο, το ασφαλιστικό έχει περάσει από τα πρωτοσέλιδα στις πίσω σελίδες, σαν να το πήραμε πια απόφαση ότι με τα πολλά (με τις λαϊκές κουβέντες, το συγκινημένο βλέμμα, τις δραματικές αποστροφές κτλ.) ο τότε Υπουργός Εργασίας κατάφερε να περάσει μια σημαντική μεταρρύθμιση που καλώς ή κακώς «λύνει το ασφαλιστικό».

Είναι έτσι; Εν μέρει ναι. Μετά από δύο δεκαετίες παλινωδιών (και μέσα σε δύο μήνες από την υπογραφή του Μνημονίου), η Βουλή ψήφισε έναν νόμο που νοικοκυρεύει το ισχύον ασφαλιστικό και θέτει τις βάσεις για ένα βιωσιμότερο, δικαιότερο και διαφανέστερο σύστημα συντάξεων από το 2015. Οι διατάξεις για τα όρια ηλικίας και τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης είναι αυστηρότερες για ορισμένες ομάδες, αλλά δεν διαφέρουν πολύ από αυτές που ήδη ισχύουν στο ΙΚΑ, ούτε από αυτές που επικρατούν εδώ και πολλά χρόνια στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Η δομή του νέου συστήματος (βασική σύνταξη που τη χρηματοδοτεί το κράτος, συν αναλογική σύνταξη που εξαρτάται από τις εισφορές κάθε ασφαλισμένου και του εργοδότη του) μοιράζει την κρατική ενίσχυση ίσα σε όλους, βάζει καθαρότερους κανόνες και δίνει καλύτερα κίνητρα κατά της εισφοροδιαφυγής. Φυσικά, ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε ραγδαίες αλλαγές απότομα είναι πρόβλημα. Δυστυχώς, όμως, σπαταλήσαμε είκοσι χρόνια σε σχέση με τις άλλες χώρες, όπου οι απαιτούμενες διορθώσεις έγιναν έγκαιρα. Εν τω μεταξύ, η κατάσταση της οικονομίας μας δεν αφήνει πλέον περιθώρια ηπιότερης προσαρμογής.

Το λύσαμε, λοιπόν, το ασφαλιστικό; Όχι ακριβώς. Ο τότε Υπουργός Εργασίας και οι συνεργάτες του δεν κατάλαβαν ότι το προηγούμενο σύστημα ήταν ηθικά (όχι μόνο οικονομικά) χρεωκοπημένο, και ότι έπρεπε να το εγκαταλείψουμε όχι επειδή το ήθελε η τρόικα, αλλά επειδή το χρωστάγαμε στη γενιά των παιδιών μας – που δεν φταίνε σε τίποτε να φορτωθούν ένα σύστημα που θα κοστίζει 25% του ΑΕΠ το 2060 (όταν δηλαδή θα βγαίνουν εκείνα στη σύνταξη). Και επειδή δεν το κατάλαβαν, ή μάλλον δεν θέλησαν να το καταλάβουν, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να είναι όσο πιο ανεπαίσθητη γίνεται η μετάβαση από το παλιό σύστημα στο νέο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ότι θέλησαν να διαιωνίσουν την άνιση μεταχείριση επιχειρώντας (στο αρχικό σχέδιο νόμου) να θεσμοθετήσουν χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης για τους χαμηλόμισθους και υψηλότερα για τους υψηλόμισθους. Ευτυχώς, στο σημείο αυτό αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν.

Δυστυχώς, η τότε ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας έδωσε και άλλες μάχες εναντίον της τρόικας, με σκοπό πάντοτε να διατηρηθούν τα αδικαιολόγητα προνόμια των ευνοημένων ομάδων. Κάποιες από αυτές είχαν την αντίθετη κατάληξη. Έτσι, παρά τις προβλέψεις του Μνημονίου για ένα ταμείο μισθωτών, διατηρήθηκε η χωριστή ασφάλιση των δημοσιογράφων, των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και των ιατρών, δικηγόρων και μηχανικών. Κανείς δεν μας εξήγησε το γιατί, ούτε μας είπε εάν π.χ. το ΤΣΜΕΔΕ θα εξακολουθήσει να εισπράττει 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων. Όμως, χωρίς ενιαία ασφάλιση και χωρίς κατάργηση των περιβόητων κοινωνικών πόρων, το νέο σύστημα θα μοιάζει απελπιστικά με το παλιό.

Άλλες πλευρές της μεταρρύθμισης είναι επίσης προβληματικές. Ο ΟΓΑ και η ΔΕΗ μένουν εκτός νέου ασφαλιστικού, δηλ. διατηρούν ευνοϊκότερους όρους συνταξιοδότησης δημοσία δαπάνη. Όσοι προσελήφθησαν πριν από το 1983 εξαιρούνται από τις μεταβατικές διατάξεις, αρκεί να είναι ένστολοι ή να εργάζονται στις Τράπεζες, τις ΔΕΚΟ και στα μέσα ενημέρωσης. Το καθεστώς των «βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων» προς το παρόν (;) δεν θίγεται. Τα 7 πλασματικά έτη ασφάλισης λόγω μητρότητας, ασθένειας, ανεργίας, σπουδών, στρατιωτικής θητείας και απεργίας (!) θα επιτρέψουν σε πολλούς να αγοράσουν ακριβές συντάξεις αναδρομικά, με φτηνά ένσημα. Τέλος, η αναπροσαρμογή των συντάξεων με ποσοστό που υπολείπεται του πληθωρισμού, όταν αυτός υπερβαίνει το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ, διαβρώνει τις συντάξεις σε βάθος χρόνου και αυξάνει το χάσμα που θα χωρίζει τους συνταξιούχους από τους εργαζομένους στο μέλλον.

Συνεπώς όχι, δεν ξεμπερδέψαμε ακόμη με το ασφαλιστικό. Η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης θα απαιτήσει αποκατάσταση της ισονομίας των ασφαλισμένων, τωρινών και μελλοντικών, και πλήρη κατάργηση των προνομίων της μιας ή της άλλης ομάδας. Αντίθετα, εάν η προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας φάνηκε κατώτερη των περιστάσεων, η νέα δείχνει να κινείται προς τα πίσω – και να ετοιμάζει «βελτιώσεις» στο νόμο Λοβέρδου, σύμφωνα με τις οποίες ασφαλισμένοι με 35ετία και μητέρες ανηλίκων διατηρούν το δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης, αρκεί μέχρι το τέλος του 2010 να πληρούν τις προϋποθέσεις που ισχύουν σήμερα. Φαίνεται πως η κυβέρνηση έχει βαλθεί να διαψεύσει όσους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό πίστεψαν προς στιγμήν στη σοβαρότητά της ...

1 Νοεμβρίου 2010

Η μεταρρύθμιση των συντάξεων και το μέλλον του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επιθεώρησις Δικαίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως» (Νοέμβριος 2010)

1. Εισαγωγή

Η έγκριση του νόμου 3863 (12 Ιουλίου 2010) συνιστά μια από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στην ιστορία του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα. Μετά από δύο σχεδόν δεκαετίες δειλών ή άκαρπων προσπαθειών επίλυσης του «ασφαλιστικού» , η κυβέρνηση μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατάφερε να επεξεργαστεί και να φέρει προς ψήφιση στη Βουλή ένα νόμο για τις συντάξεις σαφώς ριζοσπαστικότερο από οποιοδήποτε άλλο σχέδιο είχε ρεαλιστικά προταθεί στο πρόσφατο παρελθόν.

Φυσικά, τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί εάν προηγουμένως δεν είχε μεσολαβήσει η αποκάλυψη του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της χώρας μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009, που ταχύτατα μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού, που με τη σειρά της οδήγησε σε αδυναμία προσφυγής της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές (παρά μόνο με απαγορευτικά υψηλά επιτόκια) τον Απρίλιο 2010, και που στη συνέχεια ανάγκασε την Ελληνική κυβέρνηση να διαπραγματευθεί ένα πρωτοφανούς μεγέθους πακέτο στήριξης: 110 δις. ευρώ, ικανού να καλύψει τις δανειακές ανάγκες της χώρας για τρία χρόνια.

Προφανώς, η διεθνής στήριξη της Ελληνικής οικονομίας δεν έγινε – και δεν μπορούσε να γίνει – άνευ όρων. Η υπογραφή ενός «Μνημονίου Συνεννόησης» με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και η γρήγορη κύρωσή του από την Βουλή των Ελλήνων (3 Μαΐου 2010), εγκαινιάζουν μια περίοδο ραγδαίων αλλαγών στην οικονομία, στην κοινωνική προστασία, στην αγορά εργασίας, στη δημόσια διοίκηση και αλλού, με στόχο τη δημοσιονομική εξυγίανση και τη μείωση του ελλείμματος κάτω του 3% του ΑΕΠ το 2014. Εξαιτίας της ιδιαίτερης σημασίας της για τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα, η μεταρρύθμιση των συντάξεων με τη ψήφιση του νόμου 3863 ήταν η πρώτη από τις ραγδαίες αλλαγές αυτής της νέας περιόδου.

Η εργασία που ακολουθεί αναλύει αυτό το κρίσιμο επεισόδιο μεταρρύθμισης των συντάξεων. Η δομή της είναι ως εξής. Μετά από τη σύντομη αυτή εισαγωγή, η ενότητα 2 περιγράφει το σημείο εκκίνησης, δηλ. τα αδιέξοδα του ασφαλιστικού τις παραμονές της μεταρρύθμισης. Η ενότητα 3 σχολιάζει το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο διεξήχθη ο δημόσιος διάλογος περί του ασφαλιστικού, και τις βλαβερές συνέπειές του. Η ενότητα 4 παρουσιάζει το Πόρισμα της Επιτροπής Ειδικών για το Ασφαλιστικό (16 Μαρτίου 2010), την οποία είχε νωρίτερα συστήσει ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η ενότητα 5 συνοψίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της μεταρρύθμισης των συντάξεων, όπως αυτές διατυπώνονται στο Μνημόνιο Συνεννόησης. Η ενότητα 6 αναλύει το αρχικό σχέδιο νόμου, το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα μια μόλις εβδομάδα μετά την κύρωση του Μνημονίου Συνεννόησης από τη Βουλή (10 Μαΐου 2010). Η ενότητα 7 εξετάζει το περιεχόμενο του τροποποιημένου σχεδίου νόμου, το οποίο εγκρίθηκε τελικά από τη Βουλή (12 Ιουλίου 2010). Τέλος, η ενότητα 8 αξιολογεί τα ζητήματα συνταξιοδοτικής πολιτικής που παραμένουν ανοικτά και και μετά τη ψήφιση του νόμου 3863, ενώ επίσης συζητά τις προοπτικές του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα στο νέο τοπίο του Μνημονίου και της κρίσης.


2. Το σημείο εκκίνησης

Η ανάγκη για μεταρρύθμιση των συντάξεων προέκυψε κυρίως από το ότι τα ελλείμματα του συστήματος ήταν υψηλά, ενώ – χωρίς δραστικές αλλαγές – η πορεία τους σε λίγες δεκαετίες θα ήταν ανεξέλεγκτη.

Το τρέχον έλλειμμα, δηλ. η διαφορά μεταξύ εσόδων από εισφορές και εξόδων για πληρωμή συντάξεων, είχε υπολογιστεί από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή σε 2,8% του ΑΕΠ. Η συνολική χρηματοδότηση του συστήματος συντάξεων από τον κρατικό προϋπολογισμό (είτε μέσω επιχορηγήσεων στα ασφαλιστικά ταμεία είτε μέσω «κοινωνικών πόρων») είχε εκτιμηθεί σε 6,3% του ΑΕΠ. Το τελευταίο αυτό ποσό αντιστοιχούσε σε μεγάλο μέρος του συνολικού δημοσιονομικού ελλείμματος (15,1% το 2009, σύμφωνα με τα τελευταία αναθεωρημένα στοιχεία), ενώ υπερέβαινε τα συνολικά έσοδα του κράτους από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (τα οποία μετά βίας φτάνουν το 4,4% του ΑΕΠ).

Εάν η τρέχουσα κατάσταση ήταν ανησυχητική, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ήταν απλώς απελπιστικές. Η δαπάνη για συντάξεις αναμενόταν να εκτοξευτεί στο 19,4% του ΑΕΠ το 2035 και στο 24,1% το 2060 (έναντι 11,9% και 12,6% αντιστοίχως στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27). Το έλλειμμα προβλεπόταν να φτάσει το 11,1% του ΑΕΠ το 2035 και το 15,6% το 2060. Αξίζει να αναφερθεί ότι αυτά τα στοιχεία δεν είχαν αμφισβητηθεί ποτέ από κανέναν, ενώ συνέπιπταν με παλαιότερες εκτιμήσεις της Ελληνικής κυβέρνησης και των συνδικάτων.

Τα ανεξέλεγκτα ελλείμματα συνέβαλαν στην οξύτατη κρίση δανεισμού, επιβεβαιώνοντας τη δυσπιστία των αγορών για τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας. Επιπλέον, προσέβαλλαν βάναυσα την αλληλεγγύη των γενεών (κεντρική ιδέα του άγραφου κοινωνικού συμβολαίου που εμπνέει κάθε σύστημα συντάξεων), υποσκάπτοντας την ευημερία των επερχόμενων γενεών. Καμμία κοινωνία δεν μπορούσε να αντέξει ένα τέτοιο βάρος – ιδίως μια κοινωνία όπως η Ελληνική, με ασθμαίνουσα οικονομία αλλά και με τεράστια υστέρηση σε όλες τις κοινωνικές πολιτικές που δεν είναι συντάξεις (π.χ. στις πολιτικές για την προστασία των ανέργων, για την καταπολέμηση της φτώχειας, για την υποστήριξη των οικογενειών με παιδιά, για την ενίσχυση της στεγαστικής αυτονομίας των νέων, για τη φροντίδα των ηλικιωμένων κτλ).

Από την άλλη, το ασφαλιστικό όπως ίσχυε πριν την ψήφιση του νόμου 3863 δεν παραβίαζε μόνο τη διαγενεακή δικαιοσύνη, αλλά και την ενδογενεακή (δηλ. μεταξύ των σημερινών συνταξιούχων). Ήταν άδικο, πελατειακό και κατακερματισμένο. Τα δεκάδες ταμεία του δεν συνιστούσαν ένα ενιαίο σύστημα συντάξεων αλλά πολλά, με διαφορετικούς και ετερόκλητους κανόνες. Έπασχε από έντονες ανισορροπίες μεταξύ ταμείων και κατηγοριών, ώστε άτομα με παρόμοια χαρακτηριστικά να έχουν εντελώς διαφορετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Οι διαφορές ανάμεσα στο καθεστώς της μεγάλης πλειοψηφίας (ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΤΕΒΕ, ΝΑΤ) και στο καθεστώς των «ευγενών ταμείων», είτε αυτά ασφάλιζαν τμήματα της μισθωτής εργασίας (Δημόσιο, ΔΕΚΟ, τράπεζες) είτε ισχυρές κοινωνικές ομάδες (νομικοί, μηχανικοί, ιατροί, στρατιωτικοί), ήταν τεράστιες.

Το προηγούμενο σύστημα συντάξεων αναδιένεμε πόρους και δικαιώματα αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση: ευνοούσε τους πλούσιους σε βάρος των φτωχών, τους εργαζόμενους του δημοσίου σε βάρος εκείνων του ιδιωτικού τομέα, τους ελεύθερους επαγγελματίες σε βάρος των μισθωτών, όσους πλησίαζαν στη συνταξιοδότηση σε βάρος των νέων ασφαλισμένων – και κυρίως ευνοούσε τη σημερινή γενεά φορτώνοντας δυσβάστακτα βάρη στις επόμενες.

Κατά συνέπεια, το πρόβλημα δεν ήταν η αναγκαιότητα ή όχι της μεταρρύθμισης, αλλά εάν η διέξοδος από την κρίση του ασφαλιστικού μπορούσε να είναι βιώσιμη οικονομικά και δίκαιη κοινωνικά. Με βάση αυτό το κριτήριο θα πρέπει να αξιολογηθεί ο νόμος 3863.


3. Ο δημόσιος διάλογος

Δεδομένης της (οικονομικής αλλά και ηθικής) χρεωκοπίας του προηγούμενου ασφαλιστικού, η μεταρρύθμιση θα έπρεπε να εκλαμβάνεται από τις πολιτικές δυνάμεις και τους κοινωνικούς εταίρους ως εσωτερική αναγκαιότητα, όχι ως εξωτερικός καταναγκασμός. Όπως γνωρίζουμε, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η συζήτηση για το ασφαλιστικό διεξήχθη (και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;) μέσα στις συνήθεις συνθήκες του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου στη χώρα μας. Από εδώ απορρέουν τέσσερα τουλάχιστον σημεία που δυσχεραίνουν την επιτυχή επίλυση οποιουδήποτε σοβαρού προβλήματος και φυσικά του ασφαλιστικού.

Πρώτον, η απίστευτα ανεπαρκής προετοιμασία των πιθανών λύσεων εκ μέρους των πολιτικών ελίτ. Το ασφαλιστικό βρισκόταν συνεχώς (αν και με διαλείψεις) στην επικαιρότητα και στις πολιτικές προτεραιότητες κάθε κυβέρνησης τουλάχιστον από το 1990. Παρόλα αυτά, η στάση της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτικών, ακόμη και των λεγομένων «κομμάτων εξουσίας» χαρακτηριζόταν από άρνηση παραδοχής του προβλήματος και απροθυμία ανάληψης πρωτοβουλιών αντιμετώπισής του. Σε αυτό το κρίσιμο τεστ, η πολιτική ελίτ της χώρας επέδειξε χαμηλή ωριμότητα και περιορισμένη ικανότητα επίλυσης ενός κρίσιμου προβλήματος που σε μεγάλο βαθμό η ίδια είχε δημιουργήσει στο παρελθόν.

Δεύτερον, η γενική έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Με το τετριμμένο επιχείρημα «προσχηματικός διάλογος, προειλημμένες αποφάσεις», η ΓΣΕΕ αποχώρησε αμέσως μετά τις πρώτες συνεδριάσεις, ενώ η ΑΔΕΔΥ δεν συμμετείχε καθόλου από την αρχή – όπως άλλωστε δεν συμμετείχαν ούτε και τα κόμματα της αριστεράς. Είναι μάλλον λυπηρό ότι κοινοβουλευτικά κόμματα και συνδικαλιστικές οργανώσεις φαίνονται να έχουν παραιτηθεί από τη στοιχειώδη υποχρέωσή τους να επεξεργάζονται και να προτείνουν λύσεις για τα προβλήματα της χώρας.

Τρίτον, ο χαμηλός βαθμός αντιπροσωπευτικότητας του κοινωνικού διαλόγου. Είναι γνωστό ότι πέρα από τις Τράπεζες, τις ΔΕΚΟ και το Δημόσιο, η διείσδυση των συνδικάτων εκεί όπου απασχολείται η συντριπτική πλειονοτήτα των εργαζομένων είναι αμελητέα. Αφενός τα συνδικάτα απουσιάζουν από τους κλάδους και τις επιχειρήσεις όπου η ανάγκη προστασίας από την εργοδοτική αυθαιρεσία είναι μεγαλύτερη. Αφετέρου οι προτεραιότητές τους κυριαρχούνται από τις εμμονές για τη διατήρηση των κεκτημένων της προνομιούχου «εργατικής αριστοκρατίας» από την οποία προέρχονται τα περισσότερα στελέχη τους. Η θλιβερή αυτή εξέλιξη στρεβλώνει την πολιτική αντιπαράθεση και συμβάλλει στην περαιτέρω μείωση του κύρους των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Τέταρτον, η επιφανειακή αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, όπως και των υπόλοιπων σοβαρών προβλημάτων, από έναν πολύ μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων, στα έντυπα αλλά και στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν το πρόβλημα, ώστε να παρουσιάσουν μετά στην κοινή γνώμη τα διλήμματα και τις επιλογές που αντιμετωπίζουμε, τα περισσότερα μέσα κατέφυγαν στον πιο φτηνό εντυπωσιασμό: «Τσουνάμι μέτρων», «Προτάσεις-σοκ», «Τσεκούρι στις συντάξεις» και άλλα γλαφυρά, που από τη μια χάιδευαν την άγνοια του αναγνωστικού και φιλοθεάμονος κοινού και από την άλλη πρόδιδαν την χαμηλή πολιτισμική στάθμη των συντακτών τους (όπως και την γενική ακαταλληλότητα και ανεπάρκεια του προσωπικού της τέταρτης εξουσίας, ακόμη και σε σύγκριση με τις άλλες τρεις). Εξαιρέσεις προφανώς υπήρξαν, αλλά παρέμειναν εξαιρέσεις.

Υπό αυτές τις μάλλον αντίξοες συνθήκες ακολούθησε την δαιδαλώδη πορεία της η διαδικασία μεταρρύθμισης των συντάξεων την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2010.


4. Το πόρισμα της επιτροπής ειδικών

Η επιτροπή ειδικών (με πρόεδρο τον Ά. Στεργίου, καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ), η οποία είχε συσταθεί τον Δεκέμβριο 2009 με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Α. Λοβέρδου, έδωσε στη δημοσιότητα το πόρισμά της στις 16 Μαρτίου 2010.

Η επιτροπή ειδικών κατάφερε να συγκεντρώσει έναν εντυπωσιακό όγκο υλικών, και να παραδώσει ένα σύνολο αναλύσεων και προτάσεων που οπωσδήποτε άξιζε να προσεχτεί περισσότερο, τόσο από τους πολιτικούς όσο και από την κοινή γνώμη. Σε μια κανονική συγκυρία, το πόρισμα της επιτροπής θα ήταν πολύτιμο. Το πρόβλημα είναι ότι η τρέχουσα συγκυρία δεν ήταν κανονική: εν μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης δανεισμού, η ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης του ασφαλιστικού προβλήματος ήταν πιεστική.

Με το μέτρο αυτό, το πόρισμα της επιτροπής φάνηκε κατώτερο των περιστάσεων. Από τις 12 προτάσεις του πορίσματος, οι 3 (έλεγχος των ιατρικών δαπανών, εντατικοποίηση του ελέγχου των φαρμακευτικών δαπανών, δημιουργία ενιαίου ταμείου ασφάλισης υγείας) δεν αφορούσαν καθόλου τις συντάξεις. Οι 5 (ανάγκη διαρκούς αναλογιστικής επιτήρησης του συστήματος, καθιέρωση πάγιου τρόπου ρύθμισης των οφειλών προς τους ασφαλιστικούς φορείς, αξιοποίηση της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων, εκλογίκευση του συστήματος απονομής των αναπηρικών συντάξεων, βελτίωση της νομοθεσίας για τη διαδοχική ασφάλιση) δεν αποτελούσαν θέματα κοινωνικού διαλόγου αλλά αποτελεσματικής διοίκησης. Άλλες 3 προτάσεις (περιορισμός της εισφοροδιαφυγής, ανεύρεση πρόσθετων πόρων για τη διασφάλιση της επαρκούς χρηματοδότησης του συστήματος, ενοποίηση των ταμείων) άνοιγαν μεν σοβαρά ζητήματα, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να συζητηθούν προτού καταλήξει η συζήτηση για τη «νέα αρχιτεκτονική» του συστήματος συντάξεων.

Στο κεντρικό αυτό ζήτημα, το πόρισμα αφιέρωνε την πρόταση υπ. αρ. 9, με τίτλο «Μια νέα αρχιτεκτονική του συνταξιοδοτικού συστήματος: η αποσαφήνιση των ρόλων της ασφάλισης και της αλληλεγγύης». Στο σημείο αυτό, το πόρισμα εξηγούσε ότι η επιτροπή συμφώνησε επί της αρχής για το χωρισμό του «προνοιακού» τμήματος από το «ανταποδοτικό», χωρίς όμως να καταλήξει σε κάποιο συγκεκριμένο σχήμα του δίπτυχου «βασική και αναλογική σύνταξη». Μια τέτοια κατάληξη σε ένα τέτοιο ζήτημα ήταν απογοητευτική.

Οι διαφορετικές απόψεις των μελών της επιτροπής δημοσιεύτηκαν συνοπτικά στο πόρισμα και εκτενέστερα στο παράρτημα. Ο Π. Τσακλόγλου (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) πρότεινε ένα σύστημα δύο επιπέδων, με εθνική και ανταποδοτική σύνταξη. Σύμφωνα με την πρόταση Τσακλόγλου, η εθνική σύνταξη μπορεί να είναι καθολική, αρκεί το ύψος της να είναι χαμηλό – πιθανότατα ίσο με αυτό της σημερινής σύνταξης ανασφαλίστων που παρέχει ο ΟΓΑ (360 ευρώ το μήνα), επαρκές πάντως για την αποτροπή φαινομένων ακραίας ένδειας. Σε μια εναλλακτική εκδοχή, η εθνική σύνταξη θα χορηγείται ανεξαρτήτως εισοδήματος μόνο σε όσους έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας και ταυτόχρονα διαθέτουν τις απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές, ενώ στους υπόλοιπους ηλικιωμένους θα δίνεται με εισοδηματικά κριτήρια. Σε κάθε περίπτωση, η εθνική σύνταξη θα πρέπει να χορηγείται μετά την ηλικία των 65 ετών, ώστε να μη δημιουργούνται κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση. Πάνω από αυτή την ηλικία, δικαιούχοι θα είναι όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας και υπήκοοι κρατών-μελών της Ε.Ε. ή υπήκοοι άλλων χωρών με μακρόχρονη διαμονή στη χώρα. Το ηλικιακό όριο μπορεί αργότερα να αναπροσαρμοστεί, ανάλογα και με το «προσδόκιμο υγιούς διαβίωσης» του πληθυσμού. Όσον αφορά την ανταποδοτική σύνταξη, ο Τσακλόγλου πρότεινε το λεγόμενο «οιονεί κεφαλαιοποιητικό» σύστημα. Στο σύστημα αυτό – παρόμοιο με εκείνο της Σουηδίας και της Ιταλίας – κάθε ασφαλισμένος έχει ένα (εικονικό) ατομικό ασφαλιστικό λογαριασμό όπου καταγράφονται οι ασφαλιστικές εισφορές του, τοκίζονται με ένα προσυμφωνημένο επιτόκιο και σχηματίζουν το ασφαλιστικό κεφάλαιό του. Το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης προσδιορίζεται τη στιγμή της συνταξιοδότησης ώστε να την καθιστά «αναλογιστικά δίκαιη», με βάση το κεφάλαιο που έχουν σχηματίσει οι συσσωρευμένες ασφαλιστικές εισφορές κάθε ασφαλισμένου.

Η πρόταση που κατατέθηκε από την Π. Παπαρρηγοπούλου (Νομική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών) συνέπιπτε με την προηγούμενη σε δύο κρίσιμα σημεία: στο χαρακτήρα της ανταποδοτικής σύνταξης, και στη χορήγηση χωριστής βασικής σύνταξης μετά από κάποια ηλικία (π.χ. 65 έτη). Διέφερε όμως στον τρόπο υπολογισμού της βασικής σύνταξης, το ύψος της οποίας θα διαφοροποιείται σε αντίστροφη αναλογία με την ανταποδοτική σύνταξη. Πιο συγκεκριμένα, η Παπαρρηγοπούλου πρότεινε να μην χορηγείται καθόλου βασική σύνταξη εάν η ανταποδοτική υπερβαίνει κάποιο καθορισμένο όριο, το οποίο ονομάζει «σύνταξη αναφοράς». Κάτω από το όριο αυτό η βασική σύνταξη θα είναι ίση με τη διαφορά της ανταποδοτικής σύνταξης από τη σύνταξη αναφοράς επί το γινόμενο ενός «συντελεστή αλληλεγγύης». Για παράδειγμα, με συντελεστή αλληλεγγύης 60% και σύνταξη αναφοράς 800 ευρώ το μήνα, ένας ασφαλισμένος με ανταποδοτική σύνταξη 200 ευρώ θα εισπράττει βασική σύνταξη 360 ευρώ, δηλ. 0,6 × (800 – 200). Όσο υψηλότερη είναι η σύνταξη αναφοράς και όσο υψηλότερος είναι ο συντελεστής αλληλεγγύης, τόσο υψηλότερο θα είναι το ύψος της βασικής σύνταξης (βλ. Διάγραμμα 1).

Διάγραμμα 1
Αλληλεπίδραση βασικής και ανταποδοτικής σύνταξης, με συντελεστή αλληλεγγύης = 0,6 και σύνταξη αναφοράς = 800 ευρώ
(πρόταση Παπαρρηγοπούλου)

Η πρόταση του πρόεδρου της επιτροπής κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση. Ο Στεργίου απέρριψε την ιδέα της καθολικότητας και πρότεινε η βασική σύνταξη να μειώνεται καθώς αυξάνει το εισόδημα του δικαιούχου (όχι μόνο η αναλογική σύνταξη). Πάντως, ενώ δέχτηκε ότι η βασική σύνταξη θα πρέπει να χρηματοδοτείται από τη φορολογία, και η αναλογική από εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών, δεν υιοθέτησε τη λογική συνεπαγωγή αυτής της δομής: ότι δηλ. η κρατική χρηματοδότηση θα πρέπει περιορίζεται στη βασική σύνταξη, αντί να επιδοτεί και τις συντάξεις των ταμείων όπως στο ισχύον σύστημα. Για αυτό ο πρόεδρος της επιτροπής πρότεινε επέκταση – όχι κατάργηση – του θεσμού των κατώτατων ορίων των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και αναλογική – αλλά όχι πλήρως ανταποδοτική – σύνταξη. Τέλος, συνέδεσε τη διαμόρφωση σχήματος βασικής και αναλογικής σύνταξης με την ανεύρεση πρόσθετων πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος, καθώς και με «μια επαναδιαπραγμάτευση του συντονισμού των δύο μερών της σύνταξης για το πώς τελικά θα επιτευχθεί με καλύτερο τρόπο η αναδιανομή».

Μια άλλη πρόταση για την αρχιτεκτονική του συστήματος κατατέθηκε από τον εκπρόσωπο της ΕΣΕΕ Δ. Μπούρλο. Η πρόταση αποδεχόταν τον διαχωρισμό προνοιακών και ασφαλιστικών παροχών, αλλά μόνο «στο βαθμό που δεν περιορίζει και εξαντλεί τις υποχρεώσεις του Κράτους στην εξασφάλιση μόνο των πρώτων». Για αυτό, ο Μπούρλος πρότεινε η βασική σύνταξη να αποτελεί τη βάση υπολογισμού της σύνταξης, όχι προνοιακή προσθήκη σε αυτή (δηλ. να παρέχεται με τη χορήγηση αναλογικής σύνταξης, ανεξαρτήτως εισοδηματικών κριτηρίων), ενώ μια προνοιακή σύνταξη θα χορηγείται στους ανασφάλιστους. Επιπλέον, πρότεινε το αναλογικό τμήμα της σύνταξης να καταβάλλεται ακόμη και όταν δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης (σήμερα 15 έτη).

Συμπερασματικά, τα δύο κείμενα (πόρισμα και παράρτημα) που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την επιτροπή ειδικών, παρότι εμπλούτισαν σημαντικά τις διαθέσιμες επεξεργασίες για τη μεταρρύθμιση των συντάξεων, απείχαν αρκετά από το να υποστηρίζουν τις αναγκαίες λύσεις με την απαιτούμενη ένταση και σαφήνεια. Η συμβολή του προέδρου της επιτροπής, με όλο το βάρος της θέσης του, παρότι πολύτιμη σε πολλά σημεία, έπασχε σε κρίσιμα σημεία από αμφισημίες που αντί να διευκολύνουν τις πολιτικές επιλογές επέτειναν τη γενική σύγχυση.

Για παράδειγμα, η εμμονή στην ανεύρεση πρόσθετων πόρων προσκρούει στο γεγονός ότι πρόσθετοι πόροι της τάξης του 10-15% του ΑΕΠ απλώς δεν υπάρχουν. Η θεσμοθέτηση ειδικού φόρου για τις συντάξεις (κατά το γαλλικό πρότυπο της Contribution Sociale Généralisée) δεν έχει νόημα παρά μόνο στο πλαίσιο της κρατικής επιδότησης των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης, όπως δηλ. στη Γαλλία ή (πολύ πιο άναρχα) στο σύστημα που ίσχυε μέχρι τώρα στην Ελλάδα, το οποίο φυσικά σε καμμία περίπτωση δεν συνιστά «νέα αρχιτεκτονική». Ο πραγματικός διαχωρισμός αλληλεγγύης και ασφάλισης προϋποθέτει τη συγκέντρωση της κρατικής χρηματοδότησης στη βασική σύνταξη, άρα είναι ασύμβατος με τη διαιώνιση των κρατικών επιδοτήσεων στα ταμεία. Παρεμπιπτόντως, ένας τέτοιος διαχωρισμός θα καθιστούσε εντελώς περιττή την επιβολή ειδικού φόρου: το σύνολο της κρατικής δαπάνης για συντάξεις στο ισχύον σύστημα, δηλ. το άναρχα κατανεμημένο 6,3% του ΑΕΠ, θα ήταν αρκετό για τη χρηματοδότηση μιας καθολικής βασικής σύνταξης ύψους 572 ευρώ το μήνα.


5. Το Μνημόνιο Συνεννόησης

Το πόρισμα της επιτροπής ειδικών πέρασε σε δεύτερο πλάνο με την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και την κύρωσή του από την Βουλή των Ελλήνων (3 Μαΐου 2010).

Το Μνημόνιο προέτασσε τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση ως άμεση προτεραιότητα της κυβερνητικής πολιτικής, και παρουσίαζε το λεπτομερές περίγραμμά της. Οι συστάσεις της μεικτής επιτροπής ΔΝΤ-ΕΚΤ-ΕΕ, οι οποίες ήταν ταυτόχρονα δεσμεύσεις της Ελληνικής κυβέρνησης, αφορούσαν μεταβατικά μέτρα αλλά και τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου συστήματος.

Όσον αφορά τα μεταβατικά μέτρα, το Μνημόνιο πρότεινε περιορισμό του κατακερματισμού του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με συγχωνεύσεις σε τρία ταμεία (μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων, αγροτών), καθώς και τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για όλους τους τωρινούς και μελλοντικούς εργαζόμενους. Επίσης, τη διαμόρφωση ενιαίου ορίου ηλικίας στα 65 έτη ακόμη και για τις γυναίκες στο δημόσιο τομέα έως το 2013, τη σταδιακή αύξηση της ελάχιστης περιόδου ασφάλισης για πλήρη σύνταξη από 37 σε 40 έτη έως το 2015, τη βαθμιαία επέκταση των συντάξιμων αποδοχών στο σύνολο του εργασιακού βίου, τον περιορισμό της πρόωρης συνταξιοδότησης με ουσιαστική αναθεώρηση του καταλόγου βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, την εισαγωγή αυστηρότερων όρων για τη χορήγηση συντάξεων αναπηρίας και την τακτική επανεξέταση τους, καθώς και τη μείωση του ανώτατου ορίου συντάξεων.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του νέου συστήματος, το Μνημόνιο συνέστησε την εισαγωγή εγγυημένου εισοδήματος ηλικιωμένων με εισοδηματικά κριτήρια για την προστασία των ευάλωτων ομάδων, καθώς και την ενδυνάμωση της σχέσης μεταξύ των εισφορών που καταβάλλονται και των παροχών που λαμβάνονται με τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης βάσει μέσου ετήσιου ποσοστού αναπλήρωσης της τάξης του 1,2%. Επίσης, την εισαγωγή αυτόματου μηχανισμού προσαρμογής κάθε τρία χρόνια από το 2020 για την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης καθώς αυξάνεται το προσδόκιμο επιβίωσης, την τιμαριθμοποίηση των συντάξεων, και τη μείωση της σύνταξης (κατά 6% ετησίως) για όσους συνταξιοδοτούνται μεταξύ των ηλικιών 60 και 65 με περίοδο ασφάλισης κάτω των 40 ετών.

Όπως μπορεί να συμπεράνει ο ψύχραιμος αναγνώστης, παρά τη ρητορεία για την «πιο άγρια κοινωνική βαρβαρότητα που ζήσαμε ποτέ», πρόκειται εν πολλοίς για κατάλογο ρυθμίσεων που είναι αυτονόητες στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, ενώ αποτέλεσαν κοινό τόπο των μεταρρυθμιστικών σχεδίων της κεντροαριστεράς από το 1990 και μετά.


6. Το αρχικό νομοσχέδιο

Μια εβδομάδα ακριβώς μετά την κύρωση του Μνημονίου Συνεννόησης (10 Μαΐου 2010) δόθηκε στη δημοσιότητα το σχέδιο νόμου που επεξεργάστηκε το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Οι αναντιστοιχίες μεταξύ τους ήταν κραυγαλέες. Κατ’αρχήν, το ασφαλιστικό νομοσχέδιο δεν περιελάμβανε τις δεσμεύσεις του Μνημονίου για πλήρη σύνταξη στα 65, ή μετά από 40 έτη ασφάλισης, ούτε εκείνες για την ταχύτητα μετάβασης από το ισχύον στο νέο σύστημα. Επιπλέον, η αρχιτεκτονική του νέου ασφαλιστικού όπως περιγραφόταν στο αρχικό νομοσχέδιο είχε σοβαρά δομικά προβλήματα – κυρίως τα εξής:

Πρώτον, αντί των τριών ταμείων που ανέφερε το Μνημόνιο, το νομοσχέδιο προέβλεπε ότι οι δημοσιογράφοι, οι υπάλληλοι της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και οι ιατροί, δικηγόροι και μηχανικοί θα ασφαλίζονται σε χωριστούς φορείς. Καμμία επίσημη εξήγηση δεν δόθηκε για την πρόβλεψη αυτή.

Δεύτερον, το νομοσχέδιο προέβλεπε ότι ο κάθε ασφαλισμένος θα μπορεί να λαμβάνει τη βασική σύνταξη όποτε αποφασίζει να συνταξιοδοτηθεί. Μια τέτοια ρύθμιση αδικούσε τους ασφαλισμένους που συνταξιοδοτούνται στα 65 έναντι όσων επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα, ενώ ταυτόχρονα εισήγαγε κίνητρα πρόωρης αποχώρησης – και άρα διόγκωσης των ελλειμμάτων. Υπενθυμίζεται ότι τόσο η διεθνής εμπειρία όσο και η απλή λογική υποδεικνύουν ότι η βασική σύνταξη, επειδή ακριβώς χρηματοδοτείται από το κράτος, πρέπει να χορηγείται με την συμπλήρωση του ίδιου ορίου ηλικίας για όλους.

Τρίτον, η αναλογική σύνταξη του νομοσχεδίου, αντί να είναι εξίσου ανταποδοτική για όλους, αδικούσε τους ασφαλισμένους με λιγότερα έτη ασφάλισης και χαμηλότερες αποδοχές. Συγκεκριμένα, το ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης κυμαινόταν από 0,7% (1-15 έτη ασφάλισης, συντάξιμες αποδοχές έως 850 ευρώ το μήνα) έως 3% (37+ έτη ασφάλισης, αποδοχές πάνω από 4.200 ευρώ το μήνα). Συνεπώς, το τελικό ποσοστό αναπλήρωσης θα κλιμακωνόταν ανάλογα με τα ένσημα και τις αποδοχές κάθε ασφαλισμένου. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση εμφανιζόταν να τηρεί κατά μέσο όρο τη δέσμευση για ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης της τάξης του 1,2%, όπως πρότεινε το Μνημόνιο. Όμως, η κλιμάκωσή του απειλούσε να μειώσει τόσο πολύ την ανταποδοτικότητα των εισφορών για τόσο πολλούς εργαζόμενους στο μέλλον, ώστε τα κίνητρα για ασφάλιση και καταβολή εισφορών θα εξασθένιζαν σε επικίνδυνο βαθμό (βλ. Διάγραμμα 2).

Διάγραμμα 2
Ποσοστό αναπλήρωσης της αναλογικής σύνταξης, ανά ασφαλιστική κλάση και ανάλογα με τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης
(αρχικό σχέδιο νόμου)

Η πηγή και των τριών αυτών δομικών προβλημάτων θα πρέπει να αναζητηθεί όχι στο Μνημόνιο αλλά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων: συγκεκριμένα, στην απόπειρα του τελευταίου να περιγράψει με τη γλώσσα του πρώτου μια «νέα αρχιτεκτονική» που να απέχει όσο το δυνατόν λιγότερο από την παλαιά – και να είναι έτσι καταδικασμένη να ανακυκλώνει τις αδικίες και τα ελλείμματα του ισχύοντος συστήματος.


7. Ο Ν3863/2010

Το τελικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στις 25 Ιουνίου 2010 και εγκρίθηκε με μικρή πλειοψηφία από τη Βουλή στις 12 Ιουλίου 2010. Την ψήφιση του νόμου 3863 «Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις» ακολούθησε εκείνη του νόμου 3865 «Μεταρρύθμιση Συνταξιοδοτικού Συστήματος του Δημοσίου και συναφείς διατάξεις». Οι δύο νόμοι καθιστούν αυστηρότερες τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για όσους πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν τα επόμενα χρόνια, ενώ επίσης περιγράφουν την αρχιτεκτονική του συστήματος που θα ισχύσει από το 2015.

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης όσων πρόκειται να βγουν στη σύνταξη πριν το 2015, οι σπουδαιότερες αλλαγές είναι οι εξής: Κατ’ αρχήν, δεν θίγονται καθόλου όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης μέσα στο 2010, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν πριν από την ψήφιση των νόμων 3863 και 3865. Επίσης, από το 2011 αυξάνεται σταδιακά η ηλικία συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών ανεξαρτήτως αριθμού παιδιών. Για παράδειγμα στο Δημόσιο το όριο από το 2013 γίνεται 65 έτη για πλήρη σύνταξη ή 60 έτη για μειωμένη σύνταξη, με την εξαίρεση ασφαλισμένων με ανάπηρο παιδί ή σύζυγο (60 έτη για πλήρη σύνταξη). Ταυτόχρονα, από το 2011 αυξάνεται σταδιακά η ελάχιστη διάρκεια ασφάλισης που απαιτείται για συνταξιοδότηση. Για παράδειγμα στο Δημόσιο το όριο από το 2013 γίνεται 25 έτη για άνδρες και γυναίκες ανεξαρτήτως αριθμού παιδιών. Επιπλέον, αναγνωρίζεται πλασματικός χρόνος ασφάλισης στις μητέρες (έως 5 έτη για τρία παιδιά), καθώς και στους υπόλοιπους ασφαλισμένους με την εξαγορά εισφορών που αντιστοιχούν στη στρατιωτική θητεία, σε περίοδο ανεργίας κτλ. Ο συνολικός χρόνος που μπορεί να αναγνωριστεί αυξάνεται σταδιακά από 4 έτη το 2011 σε 7 έτη το 2014, ενώ θα προσμετράται τόσο στη θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης όσο και κατά τον υπολογισμό της σύνταξης. Τέλος, επιβάλλεται Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων από τον Αύγουστο 2010, το ύψος της οποίας κυμαίνεται από 3% (για συντάξεις 1.400-1.700 ευρώ το μήνα) έως 10% (για συντάξεις πάνω από 3.500 ευρώ το μήνα), ενώ εξαιρούνται οι συντάξεις κάτω από 1.400 ευρώ το μήνα.

Όσον αφορά την αρχιτεκτονική του νέου συστήματος, η μεταρρύθμιση απομακρύνεται από την παραδοσιακή κοινωνική ασφάλιση του μοντέλου Bismarck, και προσεγγίζει ένα σύστημα πολλών επιπέδων που διαχωρίζει τις ανταποδοτικές από τις μη ανταποδοτικές παροχές, με την καταβολή από το 2015 βασικής και αναλογικής σύνταξης. Πιο συγκεκριμένα:

Η βασική σύνταξη ορίζεται σε 360 ευρώ το μήνα, σε τιμές 2010, και θα καταβάλλεται 12 φορές ανά έτος. Οι προϋποθέσεις χορήγησής της διαφοροποιούνται ανάλογα με το εάν ο ασφαλισμένος δικαιούται αναλογική σύνταξη ή όχι. Εάν ναι, η βασική σύνταξη χορηγείται χωρίς άλλες διαδικασίες, πλήρης στα 65 έτη ή μειωμένη κατά 6% κατά έτος σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος επιλέγει να συνταξιοδοτηθεί νωρίτερα. Εάν όχι, η βασική σύνταξη χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια (5.400 ευρώ για το ατομικό και 10.800 ευρώ για το οικογενειακό εισόδημα), και όχι νωρίτερα από τα 65 έτη. Επίσης, στη δεύτερη περίπτωση, η βασική σύνταξη μειώνεται κατά 2,86% ανά έτος όταν ο δικαιούχος έχει ζήσει στην Ελλάδα για λιγότερα από 35 έτη μεταξύ των ηλικιών των 15 και των 65 ετών.

Η αναλογική σύνταξη θα υπολογίζεται ως το γινόμενο των μέσων διά βίου συντάξιμων αποδοχών (σε τρέχουσες τιμές), επί ένα ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης που κυμαίνεται από 0,8% (1-15 έτη ασφάλισης) έως 1,5% (40+ έτη ασφάλισης), επί τον αριθμό των ετών ασφάλισης (βλ. Διάγραμμα 3). Παραλείφθηκε η πρόβλεψη του αρχικού νομοσχεδίου περί κλιμάκωσης του ποσοστού αναπλήρωσης ανάλογα με τις συντάξιμες αποδοχές (όχι απλώς σύμφωνα με τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης) κάθε ασφαλισμένου.

Διάγραμμα 3
Ποσοστό αναπλήρωσης της αναλογικής σύνταξης, ανάλογα με τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης
(Ν3863/2010)

Επιπλέον, παρέχεται εγγύηση κατώτατης σύνταξης σε όσους συνταξιοδοτούνται με 15 τουλάχιστον έτη ασφάλισης. Υπό αυτόν τον όρο, το άθροισμα βασικής και αναλογικής σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται από το ισοδύναμο των 15 κατώτατων ημερομισθίων ανειδίκευτου εργάτη , όπως θα ορίζονται στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 2015. (Με τα σημερινά δεδομένα, η εγγύηση κατώτατης σύνταξης θα ήταν περίπου 500 ευρώ το μήνα.)

Από την άλλη, όλες οι συνταξιοδοτικές παροχές από το 2015 θα αναπροσαρμόζονται με το μέσο όρο της αύξησης του ΑΕΠ και του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, που δεν μπορεί όμως να υπερβαίνει την αύξηση του τελευταίου. Κατά συνέπεια, η αγοραστική αξία των συντάξεων θα παραμένει σταθερή όταν η αύξηση του ΑΕΠ είναι μεγαλύτερη από τον πληθωρισμό, ενώ θα μειώνεται όταν συμβαίνει το αντίθετο.

Τέλος, η μετάβαση στο νέο σύστημα θα είναι άμεση. Συγκεκριμένα, η σύνταξη όσων είναι ήδη ασφαλισμένοι το 2010 και θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης μετά το 2015 θα υπολογίζεται αναλογικά: με το παλαιό σύστημα για τα έτη ασφάλισης έως και το 2010, με το νέο σύστημα για τα έτη ασφάλισης από το 2011 και μετά. Όπως είναι φυσικό, η σύνταξη όσων ασφαλίζονται για πρώτη φορά από το 2015 και μετά, θα υπολογίζεται εξ ολοκλήρου με τους κανόνες του νέου συστήματος.


8. Ανοικτά ζητήματα

Πώς μπορεί να αποτιμήσει κανείς την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση με βάση τα κριτήρια της οικονομικής αποδοτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης; Οι κύριες ενστάσεις μου είναι οι εξής:

Πρώτον, διατηρείται η χωριστή ασφάλιση δημοσιογράφων, υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος και «επιστημόνων» (δηλ. ιατρών, δικηγόρων και μηχανικών – αλλά όχι ερευνητών και καθηγητών πανεπιστημίου), καθώς και η υπαγωγή των ασφαλισμένων του ΟΓΑ σε διαφορετικό ασφαλιστικό καθεστώς, με ευνοϊκότερους όρους. Ο κατακερματισμός του συστήματος υπήρξε στο παρελθόν ένας από τους μηχανισμούς απονομής προνομίων σε ισχυρές ομάδες σε βάρος της κοινωνίας. Η ανησυχία αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι οι κρατικές ενισχύσεις δεν περιορίζονται στη χρηματοδότηση της βασικής σύνταξης, ενώ οι περιβόητοι «κοινωνικοί πόροι» δεν καταργούνται. Όμως, χωρίς ενοποίηση του συστήματος συντάξεων, χωρίς πλήρη κατάργηση όλων των κοινωνικών πόρων, και χωρίς στήριξη του εισοδήματος των ηλικιωμένων από το κράτος επί ίσοις όροις ανεξαρτήτως ασφαλιστικού ταμείου ή επαγγελματικού κλάδου, η «νέα αρχιτεκτονική» κινδυνεύει να αναπαράγει τις ανισότητες της παλαιάς.

Δεύτερον, εξαιρούνται από τις μεταβατικές διατάξεις που αφορούν τα νέα όρια ηλικίας και τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης όσοι προσελήφθησαν πριν από το 1983 στις Τράπεζες, τις ΔΕΚΟ, τα ταμεία του Τύπου, καθώς και οι ένστολοι (ανεξαρτήτως έτους πρόσληψης). Και πάλι, οι εξαιρέσεις αυτές διαιωνίζουν τις σημερινές ανισότητες. Η ενιαία μεταχείριση όλων των ασφαλισμένων, ανεξαρτήτως ασφαλιστικού ταμείου ή επαγγελματικού κλάδου, αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση ισονομίας.

Τρίτον, η βασική σύνταξη διαφοροποιείται ανάλογα με το εάν ο ασφαλισμένος δικαιούται αναλογική σύνταξη ή όχι. Η διαφοροποίηση αυτή είναι ξένη με τον χαρακτήρα της βασικής σύνταξης, ενώ εισάγει ανεπίτρεπτες διακρίσεις μεταξύ ασφαλισμένων με λίγο λιγότερα ή λίγο περισσότερα από 15 έτη ασφάλισης. Η χορήγηση βασικής σύνταξης σε κάθε ηλικιωμένο που πληρεί τις προϋποθέσεις ηλικίας και διαμονής, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, θα εξάλειφε τις διακρίσεις και θα μείωνε το διοικητικό κόστος, ενώ η αύξηση της συνολικής δαπάνης για συντάξεις από την ενοποίηση των κριτηρίων χορήγησης θα ήταν σχετικά μικρή.

Τέταρτον, η μείωση του ποσού της βασικής σύνταξης κατά 6% το χρόνο σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδότησης αποτελεί ασθενές κίνητρο παραμονής στην εργασία και συνιστά άνιση μεταχείριση των ασφαλισμένων. Η χορήγηση της βασικής σύνταξης από την ηλικία των 65 σε όλους χωρίς εξαιρέσεις, ανεξαρτήτως της ηλικίας απονομής της αναλογικής σύνταξης, θα απλούστευε τους κανόνες και θα αποκαθιστούσε τα κίνητρα.

Πέμπτον, παρότι η κλιμάκωση του ετήσιου ποσοστού αναπλήρωσης της αναλογικής σύνταξης ανάλογα με την ασφαλιστική κλάση (που υπήρχε στο αρχικό σχέδιο νόμου) απαλείφθηκε, διατηρείται η κλιμάκωση ανάλογα με τη διάρκεια της ασφάλισης. Αν και θεωρητικά η κλιμάκωση αυτή δίνει κίνητρα παραμονής στην εργασία προς το τέλος του εργάσιμου βίου, στην πραγματικότητα εξασθενεί τα κίνητρα για καταβολή εισφορών στην αρχή του εργάσιμου βίου – εκεί δηλαδή που η εισφοροδιαφυγή είναι συνηθέστερη. Το σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αγορά εργασίας γίνεται όλο και πιο ευέλικτη, καθώς κινδυνεύει να είναι όλο και πιο επισφαλής για όλο και πιο πολλούς εργαζόμενους, καθώς όλο και περισσότεροι εργοδότες προσπαθούν να απαλλαγούν με νόμιμους ή παράνομους τρόπους από τα βάρη της κοινωνικής ασφάλισης.

Ορισμένες δευτερεύουσες διατάξεις του νομοσχεδίου είναι επίσης προβληματικές. Τα επτά πλασματικά έτη ασφάλισης λόγω μητρότητας, ασθένειας, ανεργίας, σπουδών, στρατιωτικής θητείας, ακόμη και απεργίας (!) είναι πολλά, διαθέσιμα σε πολλούς – άρα υπονομεύουν τις προσπάθειες αύξησης της διάρκειας ασφάλισης. Η καταβολή βασικής σύνταξης σε αναπήρους ανεξαρτήτως ηλικίας και ταυτόχρονα με τα επιδόματα ΑμΕΑ, τα οποία επίσης είναι άνισα και κατακερματισμένα, δεν είναι ορθολογική. Το καθεστώς των «βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων» προς το παρόν (;) διαιωνίζεται. Τέλος, η αναπροσαρμογή των μελλοντικών συντάξεων με ένα ποσοστό που θα υπολείπεται του πληθωρισμού, όταν αυτός υπερβαίνει το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ, μειώνει την αγοραστική αξία των συντάξεων σε βάθος χρόνου, ενώ αυξάνει το χάσμα που χωρίζει τους μελλοντικούς συνταξιούχους από τους μελλοντικούς εργαζομένους.

Παρόλο που οι παραπάνω ενστάσεις θα πρέπει να αποτελέσουν έναυσμα για την επανεξέταση των σχετικών ρυθμίσεων σε μια επόμενη φάση, ο νόμος 3863 συνιστά σημαντικό βήμα προς την εγκαθίδρυση ενός βιωσιμότερου, δικαιότερου και διαφανέστερου συστήματος συντάξεων. Το βήμα αυτό όμως θα παραμένει ατελές όσο διατηρούνται ακόμη στοιχεία του πελατειακού και αποσπασματικού χαρακτήρα του προηγούμενου συστήματος.

Η υποχρέωσή μας να προχωρήσουμε σε ραγδαίες αλλαγές απότομα και σε μικρό χρονικό διάστημα θα είναι οπωσδήποτε πηγή προβλημάτων. Δυστυχώς, όμως, σε μεγάλο βαθμό κάτι τέτοιο ήταν αναπόφευκτο: αφενός επειδή σπαταλήσαμε είκοσι χρόνια σε σχέση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπου η απαιτούμενη προσαρμογή έγινε έγκαιρα, αφετέρου επειδή οι συνθήκες της οικονομίας μας δεν αφήνουν πλέον πολλά περιθώρια ηπιότερης προσαρμογής.


Η ριζική – αν και σε καμμία περίπτωση οριστική – επίλυση του ασφαλιστικού προβλήματος διά του νόμου 3863 αποτελεί ευκαιρία να διευρυνθεί η θεματολογία του δημόσιου διαλόγου για την κοινωνική πολιτική. Ο υπερτροφισμός των συντάξεων, οι δημοσιονομικοί πόροι που αυτές απορροφούσαν (και ακόμη απορροφούν), καθώς και οι «πολιτικοί πόροι» που επίσης σπαταλήθηκαν στην εικοσαετή διαμάχη για το ασφαλιστικό, επεσκίασαν – και σε μεγάλο βαθμό εμπόδισαν – τη συζήτηση για την ενδυνάμωση του διχτυού κοινωνικής ασφάλειας στην Ελλάδα. Και όμως, τη στιγμή που η χώρα διέρχεται μια βαθειά οικονομική κρίση με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις, τα κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας παραμένουν μεγάλα.

Παρότι η παιδική φτώχεια είναι υψηλή και αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, οι περισσότερες φτωχές οικογένειες με παιδιά λαμβάνουν ελάχιστη ή καθόλου εισοδηματική στήριξη (ενώ αντίθετα, οι πολύτεκνοι και οι εργαζόμενοι στις Τράπεζες και τις ΔΕΚΟ απολαμβάνουν γενναιόδωρες οικογενειακές παροχές) .

Παρότι σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ η ανεργία πρόκειται να εκτιναχθεί στο 14,6% το 2011 (από 7,7% το 2008), ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων που εισπράττουν το σχετικό επίδομα δεν υπερβαίνει τα 733 άτομα (ποσοστό κάλυψης 0,5%).

Παρότι η αξιόλογη αύξηση των αγροτικών συντάξεων, του ΕΚΑΣ και της σύνταξης ανασφαλίστων τα τελευταία χρόνια μείωσε τη φτώχεια των ηλικιωμένων, πολλοί εξακολουθούν να μην λαμβάνουν την εισοδηματική στήριξη που δικαιούνται.

Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα της ΕΕ που δεν διαθέτει ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ούτε καν σε τοπικό επίπεδο.

Παρά τις περί του αντιθέτου κοινοτοπίες, η υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης και η κρίση της οικονομίας δεν σηματοδοτούν αναγκαστικά το τέλος του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας. Αντίθετα, η εφαρμογή του νόμου 3863 μπορεί να θέσει τις βάσεις για μια πιο ισόρροπη κατανομή της κοινωνικής δαπάνης, και να ανοίξει το δρόμο για μια σύγχρονη κοινωνική πολιτική που δεν θα εξαντλείται στις συντάξεις και δεν θα ταυτίζεται με την κοινωνική ασφάλιση.

30 Σεπτεμβρίου 2010

La crisi e lo stato sociale in Grecia

Ομιλία στο 3ο ετήσιο συνέδριο της Ιταλικής Εταιρείας Κοινωνικής Πολιτικής στη Νάπολη (30 Σεπτεμβρίου - 2 Οκτωβρίου 2010)

Care colleghe e cari colleghi

Inanzitutto vorrei ringraziare gli organizzatori di questa conferenza per avermi invitato a parlare a voi. Seguo con molto interesse gli sviluppi di politica sociale in Italia, e le analisi di studiosi italiani. Lo scambio di idee fra ricercatori sudeuropei, soprattutto nelle scienze sociali, di solito avviene tramite strumenti troppo spesso ideati per descrivere altre realtà, e raramente in modo diretto. Ho sempre ritenuto che questo sia un peccato: abbiamo tanto da imparare gli uni dagli altri, sia dai nostri successi che dai nostri fallimenti.

Il mio breve discorso riguarda uno di questi fallimenti. Chiaramente, non è questo il momento né il luogo per un'analisi approfondita delle cause della crisi greca, ammesso che ne sarei capace. Mi limito a ricordare che nel maggio 2010, il nostro governo è stato costretto ad ammettere di fatto l’impossibilità di finanziare il disavanzo fiscale e il debito nazionale attraverso la vendita di titoli di stato nei mercati internazionali, se non a tassi proibitivi. Il default è stato evitato solo grazie all’intervento congiunto di Commissione Europea, Banca Centrale Europea e Fondo Monetario Internazionale (la cosiddetta “troika”).

La grandezza degli aiuti concordati non ha precedenti nella storia della finanza internazionale: 110 miliardi di euro, sufficienti per coprire il fabbisogno dello stato per tre anni. In cambio, il governo greco ha dovuto far approvvare dal parlamento un “Memorandum di politiche economiche e finanziarie”. Il Memorandum detta in modo dettagliato l’azione governativa dei prossimi tre anni, e prevede tagli di spesa e aumenti di tasse atti a ridurre il disavanzo fiscale al 3% del Pil nel 2014 (dall’attuale 13,6%). É chiaro che l’incisività di queste misure è (anche quella) senza precedenti.

La crisi greca non è ancora finita; forse siamo solo all’inizio. Per un bilancio definitivo dei suoi effetti sociali è troppo presto: bisognerebbe aspettare molti anni ancora. Quello che invece vorrei fare oggi è esaminare il rapporto fra crisi e stato sociale. La mia tesi è che questo rapporto è molto più complesso di quanto possa apparire.

Da un lato, tra i fattori che hanno fatto precipitare la crisi spiccano i fallimenti dello stesso “Welfare state alla greca”, soprattutto l’ammontare vertiginoso della spesa pensionistica in un futuro non troppo lontano.

Dall’altro lato, la crisi sicuramente cambierà (forse radicalmente) lo stato sociale greco: lo priverà di risorse essenziali, ma allo stesso tempo indurrà o accelererà riforme da molto tempo auspicate da molti.

Infine, per lo stato sociale greco la crisi rappresenta una sfida enorme, mettendo in questione la sua capacità di funzionare da ammortizzatore degli effetti della crisi sulle vite delle persone che ne restano vittime. Se il tempo permette, vorrei concludere con alcune riflessioni sul futuro della politica sociale greca nell’attuale clima avverso.

1.
Comincio dallo stato sociale come fattore della crisi. Il caso greco sembra convalidare le previsioni pessimiste di un vecchio filone di pensiero che enfattizzava il ruolo della spesa sociale nella crisi fiscale dello stato, e che in certi casi arrivava ad ipotizzare l’incompatibilità fra capitalismo e democrazia. Le riforme attuate in molti paesi europei hanno smentito queste previsioni, riuscendo a rendere più sostenibile la spesa sociale, spesso senza fatalmente indebolire lo stato sociale come molti temevano. Ma non in Grecia, dove la spesa sociale ha continuato a crescere, spesso senza corrispondenti miglioramenti in termini di qualità di servizi o di adeguatezza di prestazioni.

Si potrebbe benissimo riassumere l’attuale sistema pensionistico greco usando la formula “labirinto delle pensioni”, inventata per descrivere il sistema italiano precedente alle riforme Amato e Dini.

Un sistema frammentato: centinaia di schemi che seguono ognuno regole diverse, dove le categorie più agiate (i medici, gli ingegneri, i bancari, gli impiegati statali) godono dei privilegi più vantaggiosi.

Un sistema ipertrofico: le pensioni forniscono il 24,1% del reddito disponibile della famiglia media, mentre tutte le altre prestazioni sociali (indennità di disoccupazione, assegni familiari, sussidi di abitazione) corrispondono a non più del 3,7% dei redditi familiari messe insieme.

Un sistema insostenibile: le proiezioni della spesa pensionistica prevedono che quella greca dall’attuale 12,6% del Pil a salirà al 24,8% nel 2050, mentre nello stesso arco di tempo quella italiana passerà dal 14,0% al 14,7%.

Infine un sistema inìquo: sia perchè una spesa di tale misura fa scempio del contratto intergenerazionale che dovrebbe stare al cuore di ogni sistema pensionistico; sia perchè anche in termini intragenerazionali l’attuale sistema funziona male, creando più diseguaglianza di reddito e riducendo la povertà degli anziani meno di altri sistemi europei.

Eppure questo sistema (frammentato, ipertrofico, insostenibile e, soprattutto, inìquo) si è rivelato resistente ad ogni cambiamento sostanziale per almeno venti anni.

La lunga storia di riforme fallite (o abortite di fronte reazioni violente, o compromesse da concessioni eccessive alle categorie interessate) è stata raccontata altrove, da me come da altri. Certo, riformare le pensioni è politicamente difficile dappertutto. Ma quello che caratterizza il caso greco è l’egoismo estremo delle categorie privilegiate (nonostante il loro tentativo di dissimularlo con un linguaggio tutto diritti e conquiste sociali), la timidezza dei governi (loro stessi permeati da interessi di parte), e la debolezza delle coalizioni argomentative (advocacy coalitions) a favore di una riforma equa e sostenibile.

É stato davvero impressionante osservare il dibattito sulle pensioni l’estate scorsa. L’obbligo di far rientrare la spesa pensionistica è stato presentato dai politici, e percepito dall’opinione pubblica, come una perdita netta (seppure, per alcuni, inevitabile). L’idea che dovremmo alleggerire il peso dei nostri eccessi sulle generazioni future non è neanche figurata nel dibattito.

Ironicamente, quasi gli unici a cui premeva rendere sostenibile la spesa pensionistica pare fossero i rappresentanti della troika Ce-Bce-Fmi. Certamente, più per difendere gli interessi di chi ha investito sui titoli di stato greco di medio e lungo termine, che per amore nei confronti dei nostri figli e nipoti. Ma certo ciò non rende meno triste la miopia della società greca e dei suoi rappresentanti politici.

2.
Passo ora agli effetti della crisi sullo stato sociale greco. Due tipi di effetti si possono distinguere. Il primo consiste in tagli di prestazioni sociali come parte della politica di austerità con cui il governo sta cercando di ridurre il deficit. Il secondo riguarda le riforme previste nel Memorandum dettato dalla troika Ce-Bce-Fmi, firmato dal governo e approvato dal parlamento come condizione sine qua non per il versamento (a rate) dei sostegni finanziari concordati. Sia i tagli che le riforme interessano soprattutto le pensioni.

Per quanto riguarda le misure di austerità adottate la primavera scorsa, si può calcolare che per le pensioni a 1.000 euro al mese il taglio complessivo è pari al 9%, mentre per quelle sopra i 3.500 euro al mese supera il 23%.

Per quanto riguarda le riforme, già nel luglio scorso è stata varata una nuova legge sulle pensioni. Il passaggio rapido della riforma è un caso emblematico del concetto di “giuntura critica”: dopo uno stallo di quasi due decenni, la legge ha concluso il suo iter politico e parlamentare nel giro di soli due mesi dalla messa in vigore del Memorandum.

La riforma, forse la più significativa nella storia dello stato sociale greco, rappresenta una rottura almeno parziale rispetto alla logica bismarckiana tradizionale. Secondo la nuova legge, una nuova architettura pensionistica prenderà forma a partire dal 2015.

Il primo pilastro sarà la pensione di base, piuttosto modesta (a 360 euro mensili) ma quasi universale.

Il secondo pilastro sarà la pensione proporzionale, con aliquote di rendimento annuo che partono dallo 0,8% per periodi contributivi di meno di 15 anni, e arrivano all’ 1,5% per carriere che superano i 40 anni.

Inoltre, la legge garantisce una pensione minima a chi andrà in pensione con almeno 15 anni contributivi, il cui valore oggi sarebbe pari a quasi 500 euro al mese.

Chiaramente, la nuova legge è stata attaccata da destra e sinistra come crudele e liberista. Si noti che lo stesso è stato detto di tutti i tentativi di riforma pensionistica dall’inizio degli anni novanta in poi. Personalmente ritengo che la riforma meriti una valutazione più articolata.

É senz’altro vero che le pensioni future saranno più basse di quelle di oggi (nel caso dei professori universitari, fino al 52% in meno). In un certo senso, visto il deragliamento della spesa pensionistica, questo non poteva che essere l’obiettivo principale della riforma.

D’altra parte, la nuova architettura pensionistica incorpora molti dei principi di un sistema equo e sostenibile. Negli ultimi vent’anni, disegni di riforma non troppo dissimili furono proposti (ovviamente senza successo) da me come da altri studiosi vicini al centrosinistra.

Per il resto, pare che il governo abbia lottato con la delegazione congiunta Ce-Bce-Fmi per ottenere esenzioni e clausole di salvataggio per le categorie protette. A giornalisti, medici, avvocati, ingegneri e impiegati della Banca di Grecia è stato riconosciuto il “diritto” di mantenere i loro schemi previdenziali separati. Impiegati statali e parastatali assunti prima del 1983 sono esenti dai provvedimenti restrittivi della nuova legge. Infine la riforma non riguarda affatto gli agricoltori (le cui pensioni vengono calcolate secondo regole molto più vantaggiose). In tutti questi sensi la riforma devia dal principio di eguaglianza di trattamento.

3.
La questione finale che vorrei sollevare è la capacità dello stato sociale greco di aiutare le persone a reggere l’impatto della crisi. Che questo impatto sarà fortissimo si può dare per scontato. Secondo le previsioni (forse ottimiste) del Fondo monetario internazionale, nel 2011 il Pil sarà sceso dell’ 8,4% rispetto al suo livello nel 2008, mentre il tasso di disoccupazione ufficiale sarà salito al 14,6% (dal 7,7% nel 2008) e rimarrà sopra il 14% almeno fino al 2015.

Qui il problema principale è l’inadeguatezza degli ammortizzatori sociali e la loro interazione problematica con le realtà del mercato del lavoro. Quest’ultimo, in Grecia come in Italia, è segnato da una vera e propria polarizzazione tra iper-protetti insiders (soprattutto nel settore pubblico) e poco protetti outsiders (immigrati precari e giovani e/o donne con contratti di breve termine).

Fra di loro si colloca una terza categoria dei midsiders, proposta recentemente da tre colleghi italiani per delineare la situazione dei lavoratori regolarmente occupati nel settore formale privato, ma sottoprotetti rispetto agli insiders in termini di accesso a protezioni legali e sociali. La riforma dello scorso luglio, intenta a favorire la flessibilità senza badare troppo alla sicurezza, ha reso i licenziamenti più facili e meno costosi per i datori di lavoro, e con ciò ha spostato la posizione dei midsiders verso quella degli outsiders.

Con ogni probabilità, l’impatto occupazionale della crisi economica sarà asimmetrico. Gli insiders hanno già subìto tagli di stipendio in media pari al 13%, ma nel settore pubblico le perdite di posti sono limitate e interessano solo il numero esiguo di lavoratori marginali con contratti a termine.

I midsiders non possono sperare in aumenti di stipendio che proteggano il loro potere d’acquisto, ma (a differenza degli statali) hanno almeno mantenuto la tredicesima e la quattordicesima. D’altra parte, per loro la paura di perdere il posto è vera, e si percepisce sempre di più.

Ma è probabile che la crisi colpisca gli outsiders più forte che tutti gli altri. Infatti, le prime indagini statistiche rivelano che i giovani, le donne e gli immigrati costituiscono una parte più rilevante dei nuovi disoccupati che di quelli già senza lavoro.

Allo stesso tempo, gli ammortizzatori sociali (come tutte le altre istituzioni dello stato sociale) sono pensati in rapporto alla realtà, o meglio finzione, del lavoratore fordista che può contare su una carriera lavorativa lunga e senza interruzioni. Fatte su misura di chi ha il posto fisso, tali istituzioni penalizzano invece chi può solo sperare in lavori pagati male, senza prospettive, spesso in nero, alternando periodi di occupazione a periodi di inattività, e di conseguenza difficilmente riesce a soddisfare le condizioni contributive per l’accesso alle prestazioni sociali.

Le carenze della rete di protezione sociale greca sono più evidenti in tre aree: sussidi di disoccupazione (soprattutto quella di lunga durata), assistenza sociale (la Grecia è l’unico paese nell’Ue a non disporre di un sistema, neppure a livello locale, di reddito minimo garantito), e assegni familiari (tranne nel caso degli insiders, bassissimi o non disponibili alle famiglie con uno o due figli).

In parole povere, in Grecia gli ammortizzatori sociali favoriscono meno chi ne ha più bisogno.

4.
A questo punto ci si potrebbe domandare: quale futuro per lo stato sociale greco?

Il governo attuale, del partito socialista, eletto nell’ottobre 2009 con un programma vagamente espansionista, si è subito trovato nella posizione poco invidiabile di dover gestire la peggiore recessione dal dopoguerra, nel contesto di una severa crisi di indebitamento, costretto a chiedere sostegni finanziari all’estero e di conseguenza a sopportare l’umiliazione di pesanti interferenze internazionali sulle azioni di governo per almeno il resto di questa legislatura. In queste circostanze, se il governo dovesse decidere che rafforzare la protezione sociale non è tra le priorità più urgenti sarebbe forse comprensibile.

Comprensibile ma sbagliato - stando almeno all’analisi precedente. Perchè lo stato sociale greco, nella sua forma attuale, non sembra in grado di affrontare la crisi.

Sotto questa luce, rafforzare la protezione sociale tramite una politica sociale riformatrice, piuttosto che un lusso che il paese non si può più permettere, diventa indispensabile per la coesione sociale intesa in senso stretto.

Mi fermo qua. Vi ringrazio per la vostra attenzione.