4 Ιουνίου 2011

Η κρίση χωρίς ψευδαισθήσεις

Γράφτηκε από κοινού με τον Σταύρο Λιβαδά και τον Γιώργο Προκοπάκη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 4 Ιουνίου 2011).

Κρίση και παθογένειες

Η χώρα περνά μια από τις χειρότερες κρίσεις της ιστορίας της. Για αυτή την κατάσταση ευθύνονται πολλοί, κυρίως όμως όσοι κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο τις τελευταίες δεκαετίες. Ευθύνες έχουν και όσοι συνέβαλαν με τη στάση τους στην επικράτηση του σημερινού μοντέλου πολιτικής. Ενός μοντέλου βασισμένου στις πελατειακές σχέσεις, στη διαφθορά, στην ιδιοποίηση δημόσιου πλούτου, στην αδιαφανή διαχείριση των δημοσίων πόρων, της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών υπηρεσιών, του περιβάλλοντος.

Αναμφίβολα η κρίση της οικονομίας επιβαρύνεται από την παγκόσμια χρηματοοικονομική αστάθεια. Κυρίως όμως είναι επακόλουθο της εγχώριας πολιτικής κρίσης. Πίσω από κάθε πτυχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης κρύβεται κάποια από τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος:

  • Η εμπέδωση της αντίληψης ότι η κερδοφορία μιας επιχείρησης εξαρτάται από τις κατάλληλες διασυνδέσεις, και όχι την ανταγωνιστικότητά της.

  • Η συστηματική παραβίαση της εργατικής, ασφαλιστικής, φορολογικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

  • Η ανάδειξη του κράτους σε «μεγαλοεργοδότη», με κύριο μέλημα την «εξόφληση» κάθε μορφής και είδους «πελατειακών» οφειλών.

  • Η εύνοια προς μια κρατικοδίαιτη μεγάλη επιχειρηματικότητα, εις βάρος τόσο της υγιούς ανταγωνιστικότητας, όσο και του κοινωνικού συμφέροντος.

  • Η δημιουργία ενός συμπαγούς δικτύου σχέσεων, βασισμένου στη συναλλαγή, τη διαπλοκή και τη διαφθορά, ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό, την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα και τον ιδιοτελή συνδικαλισμό.

  • Η ανεύθυνη συσσώρευση ελλειμμάτων, που η μια κυβέρνηση κληροδοτούσε στην άλλη και όλες μαζί στις νεώτερες γενιές.


  • Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις

    Όποια και αν είναι η κατάληξη της σημερινής κρίσης, η χώρα θα βρεθεί υποχρεωτικά με πλεόνασμα στον κρατικό προϋπολογισμό και με μειωμένο δημόσιο χρέος. Το πραγματικό δίλημμα είναι εάν στην επόμενη μέρα θα οδηγηθούμε με τρόπο βίαιο και καταστροφικό, ή εάν θα προχωρήσουμε συντεταγμένα.

    Για την έξοδο από την κρίση δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Κάποιου είδους διακανονισμός του δημόσιου χρέους με τους πιστωτές μας, ιδιώτες και μηχανισμούς στήριξης, φαίνεται αναπόφευκτος. Θετική προοπτική για την Ελλάδα μπορεί να υπάρξει μόνον εάν προχωρήσουμε στο διακανονισμό με τα ελλείμματα υπό έλεγχο.

    Σε κάθε περίπτωση, μόνος ο λογιστικός διακανονισμός του χρέους δεν λύνει το πρόβλημα. Το «κούρεμα» των πιστωτών, παρά τη λογιστική μείωση του χρέους, μετατρέπει τις διευκολύνσεις της ΕΚΤ και τις εγγυήσεις του δημοσίου σε χρέος. Επί πλέον, κάνει απαγορευτική για μεγάλο χρονικό διάστημα την προσπέλαση στις αγορές και τη διαχείριση των δημοσιονομικών, στο πλαίσιο ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής. Οι ήπιες λύσεις, με τη συναίνεση των πιστωτών, είναι ευπρόσδεκτες. Όμως, μικρή μόνο βελτίωση μπορούν να επιφέρουν.

    Υποχρεωτικά, η έξοδος από την κρίση περνάει μέσα από την δημοσιονομική εξυγίανση, και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας με κάθε πρόσφορο τρόπο.


    Μεταρρύθμιση τώρα

    Η ραγδαία και ριζική αλλαγή του πλαισίου άσκησης των δραστηριοτήτων του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας είναι σήμερα πιο επείγουσα παρά ποτέ. Αφενός για την άμεση δρομολόγηση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, με ελαχιστοποίηση των κραδασμών για την κοινωνία και τη διατήρηση των ωφελημάτων μετά την κρίση προσφέροντας επαρκές πλεόνασμα για την υποστήριξη της ανάπτυξης. Αφετέρου για την απελευθέρωση των κοινωνικών δυνάμεων που ασφυκτιούν, κάτω από το βάρος του πελατειακού κράτους.

    Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι προσανατολισμένες προς την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, ώστε το κράτος να είναι λιγότερο εργοδότης και διαχειριστής του πλούτου και περισσότερο εγγυητής της νομιμότητας και της ισονομίας, καταλύτης της ανάπτυξης, ρυθμιστής της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης.

    Είναι απαραίτητη η διάλυση όλων των ειδών πελατειακών σχέσεων, η πάταξη της διαπλοκής και της διαφθοράς. Δεν μπορεί να αφορούν μόνον την οικονομία: πρέπει να καλύπτουν τη δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την υγεία, την κοινωνική προστασία, τη δικαιοσύνη, την πλήρη εξυγίανση της πολιτικής ζωής. Με κύριους στόχους ένα υγιέστερο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, ένα μικρότερο αλλά αποδοτικότερο κράτος, την ενίσχυση του κύρους των πολιτικών θεσμών, την αποκατάσταση του κράτους δικαίου, καθώς και ένα δικαιότερο και αποτελεσματικότερο σύστημα φορολογίας και κοινωνικής προστασίας. Είναι ο μόνος δρόμος για την επαναπροσέγγιση και σύμπλευση με τα κράτη και τους λαούς της Ευρώπης, έξω από το πλαίσιο της οποίας δεν υπάρχει καμιά προοπτική για τη χώρα.

    Είναι βέβαιο ότι όσοι κέρδισαν, όσοι βολεύτηκαν και όσοι απλώς συμβιβάστηκαν με όσα μας έφεραν στη σημερινή κρίση θα αντισταθούν στις μεταρρυθμίσεις μέχρι τέλους.Το κάνουν ήδη, καθώς η χώρα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη κατάσταση ακυβερνησίας.

    Ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την κυβέρνηση με τη μήτρα του παλαιοπασοκικού λαϊκισμού δεν αποκόπηκε ποτέ. Ήδη μετατρέπεται σε βρόχο, που κινδυνεύει να την πνίξει – μαζί και την κοινωνία. Σε παρόμοια θηλειά έχει εμπλακεί και το πολιτικό σύστημα της χώρας, παιδί του ίδιου πελατειακού κράτους, από το οποίο έχει μάθει να ζεί και από το οποίο δεν επιθυμεί να αποκοπεί. Η κοινωνία, κατακερματισμένη και αυτονομημένη, βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας. Το πελατειακό σύστημα που μέχρι χθες παρήγαγε κοινωνική συναίνεση, αδυνατεί πλέον να εγγυηθεί κοινωνική συνοχή. Το σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον, η μαζική διάψευση των ελπίδων, όσων πίστεψαν αλλά δεν έφταιγαν, παράγει αποστροφή, οργή, αγανάκτηση. Αντιδράσεις δικαιολογημένες, αλλά αδιέξοδες.

    Η εποχή της πλαστής ευδαιμονίας παρήλθε ανεπιστρεπτί. Μας μένει να διαχειριστούμε τις οδυνηρές συνέπειες της. Μπροστά μας δεν υπάρχει άλλη οδός, παρά αυτή των μεταρρυθμίσεων. Είναι καιρός να ενεργοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση όλες οι ζωντανές δυνάμεις της χώρας: όσοι αντιλάμβάνονται πως η ατομική πρόοδος ταυτίζεται με το συλλογικό αγώνα για το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική αλληλεγγύη.

    16 Μαΐου 2011

    Το έλλειμμα και το χρέος της δημοκρατικής αριστεράς


    Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 26 Μαΐου 2011). Η γελοιογραφία του Kipper Williams δημοσιεύτηκε στην Βρετανική εφημερίδα «The Guardian» (Τρίτη 4 Μαΐου 2010)

    Βρισκόμαστε σε διαδικασία μετάβασης: από μια εποχή πλαστής ευδαιμονίας με δανεικά σε μια νέα εποχή κατά την οποία θα πρέπει είτε να καταναλώνουμε λιγότερο είτε να παράγουμε περισσότερο (είτε κάποιον συνδυασμό των δύο).

    Αυτό ισχύει είτε μείνουμε στο ευρώ (οπότε θα περάσουμε στην επόμενη φάση με συντεταγμένο τρόπο) είτε βγούμε από το ευρώ (οπότε αυτό θα γίνει με χαοτικό τρόπο).

    Η νέα εποχή θέτει επί τάπητος μια σειρά θεμάτων (μια νέα agenda) που προκαλεί αμηχανία στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, πάνω στην agenda αυτή έχει πολλά να πει η δημοκρατική αριστερά: από τη ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη έως τους αρκετούς δημοκράτες αριστερούς πολίτες που βρίσκονται σήμερα διάσπαρτοι σε διάφορα άλλα κόμματα - ή σε κανένα.

    «Καταναλώνουμε λιγότερο» σημαίνει λιτότητα – αλλά πώς θα είναι αυτή; δίκαιη ή άδικη;

    «Παράγουμε περισσότερο» - αλλά πώς: μέσω μιας νέας παραγωγικής συμφωνίας που θα προστατεύει τους μισθούς, τις θέσεις εργασίας και το περιβάλλον; ή με περαιτέρω επιδείνωση του συσχετισμού ισχύος σε βάρος των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα;

    Το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα δεν θέλει να συζητά για αυτά. Είναι απασχολημένο με το να πασχίζει να περισώσει όσες περισσότερες μπορεί από τις «σταθερές» της προηγούμενες εποχής: ειδικές ρυθμίσεις, αφανείς επιδοτήσεις, εξαιρέσεις για τις ευνοημένες κατηγορίες, ετεροβαρείς συμβάσεις με τους προνομιακούς προμηθευτές.

    Με δυο λόγια, το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα πασχίζει να περισώσει το «νόμισμα» της αναπαραγωγής του την εποχή της πλαστής ευδαιμονίας: τις πάσης φύσεως προσόδους προς όσους διέθεταν (και διαθέτουν ακόμη) προσβάσεις σε αυτό.

    Για αυτό, οι περισσότεροι πολιτικοί (αλλά και άλλοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης) προτιμούν να συζητούν για πράγματα που δεν είναι στο χέρι τους. Όλοι έχουν κάτι να πουν για την περιβόητη αναδιάρθρωση του χρέους (ιδίως εκείνοι που καλά θα έκαναν να σιωπούν). Όμως αυτή - εάν ή όταν γίνει - θα είναι με τους όρους των δανειστών μας.

    Η Ελλάδα έχει ένα και μόνο ένα «διαπραγματευτικό χαρτί», και αυτό είναι η μείωση των ελλειμμάτων. Αυτό είναι στο χέρι μας, αλλά βέβαια οι περισσότεροι από όσους θα μπορούσαν να κάνουν κάτι για αυτό προτιμούν να μιλάνε για άλλα αντ’ άλλων: για το «επαχθές» χρέος, για το Μνημόνιο που «δεν βγαίνει» κ.ά.

    Με αυτά και με αυτά, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι «δεν θα τα καταφέρουμε», αυξάνεται η πιθανότητα να μην πάρουμε κάποια επόμενη δόση του δανείου, πληθαίνουν οι αστοχίες και οι ανεπάρκειες των κυβερνητικών χειρισμών, οι (λίγοι) υπουργοί που προσπαθούν δείχνουν φανερά σημεία κόπωσης, ενώ η αντιπολίτευση βυθίζεται και αυτή στην αφασία, στη σύγχυση και στην έξαρση του λαϊκισμού.

    Μέσα στη γενική κακοφωνία, είναι καιρός να δοθεί ο λόγος σε αυτούς που έχουν κάτι να πουν: στις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας, στην πολιτική και στην κοινωνία.

    Η δημοκρατική αριστερά πρέπει και αυτή να συμβάλει στη σωτηρία και στην ανόρθωση της χώρας. Αρκεί να το πάρει απόφαση ότι εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Ότι η αναδιάρθρωση του χρέους δεν είναι το κόλπο που θα μας επιτρέψει να βγούμε από τη δυσκολία χωρίς κόπο. Ότι τέτοια κόλπα απλώς δεν υφίστανται.

    Η πολυπόθητη «διεθνοποίηση» (δηλ. ο εξευρωπαϊσμός) του «ελληνικού ζητήματος» συμβαίνει ήδη: ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι πριν λίγο η Ευρώπη επέμενε στη «ρήτρα μη διάσωσης», την οποία άλλωστε είχε μόλις θεσμοθετήσει. Ο «αριστερός ευρωπαϊσμός» είναι μια καλή ιδέα, αλλά δεν μπορεί να μεταφράζεται στο «να πληρώσουν οι άλλοι τα δικά μας σπασμένα». Ο μεγαλύτερος οικονομικός συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. είναι επίσης καλή ιδέα – αλλά θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η θεσμοθέτησή του θα συνεπάγεται ακόμη αυστηρότερη επιτήρηση των δημοσίων οικονομικών της χώρας μας.

    Ό,τι και αν συμβεί με την αναδιάρθρωση του χρέους, μας περιμένουν πολλά χρόνια (ίσως 20+) σκληρότερης λιτότητας ή και σκληρότερης δουλειάς: όσο σκληρότερης δουλειάς τόσο λιγότερο σκληρής λιτότητας – και φυσικά αντιστρόφως.

    Για αυτό, η δημοκρατική αριστερά θα πρέπει να εγκαταλείψει τις τελευταίες αγκυλώσεις της. Κάθε νοικοκυριό που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, όταν φτάσει με την πλάτη στον τοίχο θα πουλήσει και τα ασημικά του, όσο καλύτερα μπορεί. Ας αφήσουμε τα εύκολα «όχι». Το δίλημμα «αξιοποίηση ή εκποίηση της δημόσιας περιουσίας» δεν έχει νόημα. Τα μόνα άξια λόγου ερωτήματα είναι ποια, πόσο, πότε. Όμως αυτά είναι τεχνικά ζητήματα, για τα οποία υπάρχουν ειδικοί. Δουλειά των πολιτικών είναι να ξεκαθαρίσουν το τοπίο από τις αγκυλώσεις.

    Θα πρέπει να εργαζόμαστε από σήμερα για την ανόρθωση της οικονομίας μας, αλλά αυτή - ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση - δεν πρόκειται να έρθει από τη μια μέρα στην άλλη. Εν τω μεταξύ, η κρίση δοκιμάζει τη συνοχή της κοινωνίας μας. Οι δυνάμεις της δημοκρατικής αριστεράς θα πρέπει να αναλάβουν μια μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία για τη δικαιότερη κατανομή των βαρών και για την ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας. Για την υπεράσπιση των εργαζομένων που παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με έναν χαμηλό μισθό που μειώνεται, και με το φόβο της ανεργίας. Για την ενίσχυση όσων τους εκπροσωπούν (που δεν είναι η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ).

    Σήμερα η Αθήνα και οι άλλες πόλεις βυθίζονται σε έναν αυτοκαταστροφικό κύκλο βίας και μισαλλοδοξίας. Είναι καιρός η δημοκρατική αριστερά και όλες οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας να στείλουν ένα καθαρό μήνυμα. Οι άνθρωποι - έστω και δύσκολα - μπορούν να ζουν και με λιγότερα χρήματα, αρκεί να έχουν περισσότερη αλληλεγγύη. Αυτό που δηλητηριάζει τη ζωή τους είναι η ανασφάλεια και ο φόβος για τη βία, κοινωνική ή «πολιτική».

    1 Μαΐου 2011

    Απροϋπόθετο πανεπιστήμιο στη Ρούμελη με έδρα τη Λαμία;

    Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Μάιος 2011). 
    Διαβάζω πάντοτε με πολύ ενδιαφέρον τα άρθρα του Δημήτρη Παπανικολάου. Η χωρίς περιστροφές επιχειρηματολογία και το ευθύ, ενίοτε πολεμικό ύφος του μου φαίνονται απολαυστικά – και απείρως προτιμότερα τόσο από τον δήθεν καθωσπρεπισμό, όσο και από τα υπονοούμενα για μυημένους, που συνήθως χαρακτηρίζουν την «πάλη των ιδεών» εν Ελλάδι. Με το ίδιο ενδιαφέρον, αλλά πιο ανάμικτα αισθήματα, διάβασα το πρόσφατο άρθρο του «Καλά κέρδη: μια ιστορία από τον κόσμο της 'πανεπιστημιακής αυτοτέλειας'» (The Books’ Journal, Απρίλιος 2011). Η υπόθεση της χορηγίας Καντάφι στη London School of Economics, και των αντισταθμιστικών οφελών που αυτή φαίνεται να εξασφάλισε στο λιβυκό καθεστώς, είναι πράγματι διδακτική: δείχνει τους κινδύνους που απειλούν ένα πανεπιστήμιο που αναγκάζεται να αναζητά πόρους για την επιβίωση (ή επέκταση) του. Όμως ο Δημήτρης Παπανικολάου φαίνεται να πιστεύει ότι το πραγματικό δίδαγμα της υπόθεσης Καντάφι-LSE για τον Έλληνα αναγνώστη είναι άλλο. Επειδή το «αγγλοσαξονικό μοντέλο ακολουθεί το πρότυπο που κάποιοι θέλουν να επιβάλουν και στην Ελλάδα», κάπου στα μισά του άρθρου ο αρθρογράφος αλλάζει στόχο: αφού πρώτα κατακεραυνώσει τον «νεο-εκσυγχρονιστικό λόγο», στη συνέχεια συνηγορεί υπέρ του «απροϋπόθετου πανεπιστημίου», και καταλήγει διαχωρίζοντας τη θέση του από την «προδιαγεγραμμένη πορεία» προς το «αυτόνομο πανεπιστήμιο» (εννοεί αυτό που άλλοι ονομάζουν «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο»), ευχόμενος στους υπόλοιπους «καλά και αυτόνομα κέρδη». Ελπίζω ότι δεν αδικώ το άρθρο συνοψίζοντας το νοητικό σχήμα του ως εξής: «Ο κόσμος εκεί έξω είναι νεοφιλελεύθερος, δηλαδή σκληρός και επικίνδυνος. Για αυτό, όποια και να είναι η κατάσταση του ελληνικού πανεπιστημίου, αφήστε κατά μέρος τις ανοησίες περί μεταρρύθμισης. Δεν βλέπετε πού μπορεί να οδηγήσει; Καλύτερα απροϋπόθετο πανεπιστήμιο στη Ρούμελη με έδρα τη Λαμία, παρά LSE με χορηγία Καντάφι». Προφανώς ο Δημήτρης Παπανικολάου θεωρεί αδιανόητο να ανησυχεί κανείς για τις ακραίες συνέπειες της πανεπιστημιακής επιχειρηματικότητας, και ταυτόχρονα να αναζητά μια διέξοδο από το σημερινό τέλμα του ελληνικού πανεπιστημίου. Πιστεύω ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό άξιο λόγου ζήτημα για τα πανεπιστήμια (σήμερα, στην Ελλάδα) είναι το πώς: (α) θα ξεφύγουμε από την απερίγραπτη παρακμή του ελληνικού πανεπιστημίου, (β) μαθαίνοντας από την εμπειρία άλλων χωρών (και φυσικά αποφεύγοντας τα λάθη τους), (γ) σε συνθήκες μιας άνευ προηγουμένου δημοσιονομικής στενότητας – και (δ) με την εκπαιδευτική πολιτική στον ασφυκτικό έλεγχο ενός ανθρώπου (του υφυπουργού κ. Πανάρετου) που συμβολίζει με το χειρότερο τρόπο τις τραγικές ανεπάρκειες της κυβέρνησης στην οποία ανήκει. Παραδέχομαι ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο. Αντίθετα, είναι πολύ ευκολότερο να γράφει κανείς ιερεμιάδες για τα προβλήματα των ευρωπαϊκών ή αμερικανικών πανεπιστημίων. Ή να ξεμπερδεύει με τα αδιέξοδα του ελληνικού πανεπιστημίου, και συνάμα με τα διλήμματα της δημόσιας χρηματοδότησης της μαζικοποιημένης ανώτατης εκπαίδευσης τον καιρό της λιτότητας, με τον περισπούδαστο όρο «απροϋπόθετο πανεπιστήμιο». Πολύ ευκολότερο – μα επίσης τόσο θλιβερά ανεπαρκές.

    21 Απριλίου 2011

    10 πράγματα που θα άλλαζα στη χώρα

    Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Πέμπτη 21 Απριλίου 2011)

    1. Αναγέννηση του δημόσιου χώρου

    Πώς είναι η Ελλάδα που ονειρεύομαι; Με δάση χωρίς καμμένα και χωρίς αυθαίρετα. Εξοχές χωρίς σκουπίδια. Παιδικές χαρές χωρίς βανδαλισμένα παγκάκια και grafitti. Πλατείες χωρίς τραπεζοκαθίσματα. Εστιατόρια και μπαρ με λιγότερο τσιγάρο (είναι θέμα σεβασμού). Γειτονιές με λιγότερο θόρυβο (είναι θέμα σεβασμού). Πεζοδρόμια - και πεζόδρομους - χωρίς παρκαρισμένα και χωρίς μοτοσυκλέτες (είναι θέμα σεβασμού). Πόλεις με λιγότερα αυτοκίνητα, κέντρο της πόλης χωρίς αυτοκίνητα. Κοντινές μετακινήσεις με το μετρό, με το ποδήλατο - και με τα πόδια. Πιο μακρινά ταξίδια με το τραίνο. Επειδή: «Αν χάσουμε το σιδηρόδρομο δεν θα χάσουμε μόνο ένα πολύτιμο περουσιακό στοιχείο, που θα μας κοστίσει πολύ ακριβότερα να αντικαταστήσουμε ή να αποκαταστήσουμε. Θα είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι έχουμε ξεχάσει πώς να ζούμε συλλογικά.» (Tony Judt)


    2. Εξυγίανση του κράτους

    Οι «δημόσιοι λειτουργοί» που αξίζουν να ονομάζονται έτσι είναι αστυνόμοι που ενδιαφέρονται για τη δίωξη του εγκλήματος και την προστασία των φιλήσυχων πολιτών (δηλ. δεν πουλάνε εκ του ασφαλούς νταηλίκι σε πιτσιρικάδες, δεν συναλλάσσονται με τα κυκλώματα της νύχτας, δεν βαριούνται γενικώς να ασχοληθούν). Υπάλληλοι υπηρεσιών που εξυπηρετούν με ευσυνειδησία. Γιατροί, νοσηλευτές, δάσκαλοι και καθηγητές που κάνουν τη δουλειά τους με εντιμότητα, και όσο καλύτερα μπορούν. Γνωρίζοντας προκαταβολικά ότι η ανταμοιβή τους δεν θα είναι παρά ένας καλός μισθός, η εκτίμηση των συναδέλφων τους, και η ευγνωμοσύνη όσων πέρασαν από τα χέρια τους. (Κάποιοι από αυτούς υπάρχουν ήδη: τους έχουμε γνωρίσει. Πρέπει επειγόντως να πληθύνουν.) Επίσης: προϊστάμενοι και διευθυντές που με τη στάση τους δίνουν ένα παράδειγμα επαγγελματισμού και ακεραιότητας. Και φυσικά: πολιτικοί που συνδέουν τη φιλοδοξία τους (θεμιτό: αν δεν ήταν φιλόδοξοι θα έκαναν άλλη δουλειά) με το δημόσιο συμφέρον (όπως το αντιλαμβάνονται οι ίδιοι).


    3. Ανασύσταση των δημόσιων αγαθών

    Η Ελλάδα (παρά τον βλακώδη αντιαμερικανισμό) είναι η πιο Αμερικανική χώρα της Ευρώπης. Πουθενά αλλού δεν θεωρείται τόσο φυσιολογικό τόσοι πολλοί να τρέχουν σε ιδιώτες γιατρούς, να γεννούν σε ιδιωτικά μαιευτήρια, να στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο, να αθλούνται σε ιδιωτικά γυμναστήρια κτλ. κτλ. Θα πρέπει τα δημόσια αγαθά – το είδος, η ποιότητα και η διαθεσιμότητά τους - να ξαναβρεθούν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Όχι ως πρόσχημα για τα σκανδαλώδη προνόμια των λίγων που ζουν από αυτά. Αλλά ως περιεχόμενο της καθημερινότητας όλων μας, ως πολιτών ενός κράτους που θέλει να λέγεται προηγμένο. Ακόμη και όσοι ανήκουν στις εύπορες μεσαίες τάξεις καλά θα έκαναν να ενδιαφερθούν ξανά για τα δημόσια αγαθά: μπορεί κάποτε να τα χρειαστούν.


    4. Αποκατάσταση της φορολογίας

    Μέχρι τώρα δεν έχει επινοηθεί κάποιο ικανοποιητικό υποκατάστατο ενός κράτους που λειτουργεί σωστά. Όσο και αν έχουν βαλθεί να μας πείσουν για το αντίθετο οι οπαδοί του ελαχίστου κράτους – με τη βοήθεια των συντεχνιών του Δημοσίου. Δεν εννοώ ότι η φορολογία είναι αναγκαίο κακό. Εννοώ ότι είναι αναγκαίο καλό: βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατίας. Οι πολίτες – εφόσον φυσικά πληρώνουν κανονικά τους φόρους τους - έχουν δικαίωμα (ή μάλλον υποχρέωση) να απαιτούν δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, διαφάνεια στις δημόσιες δαπάνες, καταπολέμηση της σπατάλης στα δημόσια έργα. Εξ άλλου: «Οι φόροι, σε τελευταία ανάλυση, είναι τα τέλη που πληρώνουμε για να είμαστε μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας.» (Franklin D. Roosevelt)


    5. Απαξίωση της φοροδιαφυγής

    Χρειαζόμαστε ένα θεσμικό περιβάλλον (δηλ. αξίες και συμπεριφορές, όχι μόνο νόμους) που να απαξιώνει την φοροδιαφυγή. Όχι απλώς να την απαγορεύει και να την τιμωρεί. Θα πρέπει όσοι επιδίδονται σε αυτήν να ντρέπονται να κυττάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη, να φοβούνται μήπως το μάθουν τα παιδιά τους και οι φίλοι τους, να τρέμουν την αποδοκιμασία των συναδέλφων τους. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι εάν συλληφθούν δεν θα μπορούν να υπολογίζουν στη συνενοχή των υπαλλήλων της Εφορίας, ούτε στη μεσολάβηση κάποιου πολιτικού, ούτε στην επιείκεια των δικαστηρίων.


    6. Υγιής επιχειρηματικότητα

    Η αθλιότητα του δημόσιου τομέα συχνά βρίσκει το ταίρι της σε εκείνη του ιδιωτικού. Υπάρχουν εξαιρέσεις – το γνωρίζω, αλλά δεν αξίζει να αντιδικούμε για το εάν αυτές είναι περισσότερες και λαμπρότερες εδώ ή εκεί. Η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι πάρα πολλές επιχειρήσεις καταφέρνουν να είναι βιώσιμες μόνο στο βαθμό που παραβιάζουν κατά συρροήν τη νομοθεσία: φορολογική, περιβαλλοντική, ασφαλιστική, εργατική - και ποιος ξέρει ποια άλλη. Κακά τα ψέμματα: μέχρι πρόσφατα, ο ταχύτερος τρόπος για να βγάλει ένας επιχειρηματίας χρήματα στην Ελλάδα ήταν να αξιοποιήσει κάποια καλή γνωριμία ώστε να εξασφαλίσει κάποια επιδότηση ή κάποιο καλό συμβόλαιο με το Δημόσιο. Η «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής» ως νόρμα. Τώρα που το Δημόσιο δεν διαθέτει πια χρήματα για μοίρασμα, θα χρειαστούμε μιαν άλλου τύπου επιχειρηματικότητα. Και για να την αποκτήσουμε δεν αρκεί η απλοποίηση της νομοθεσίας, ούτε η σταθεροποίηση του φορολογικού περιβάλλοντος, ούτε η εξυγίανση της φορολογικής διοίκησης. Θα πρέπει επίσης να επικρατήσει μια υγιέστερη κουλτούρα μεταξύ των επιχειρηματιών, καθώς και ανάμεσα σε όσους τους δίνουν τον τόνο για το τι είναι νόμιμο, τι ηθικό – και τι σε τελευταία ανάλυση μεσοπρόθεσμα αποδοτικό. Οι δικαιολογίες τελείωσαν, για όλους.


    7. Ενιαία αγορά εργασίας

    Μια επιτυχής ρύθμιση της αγοράς εργασίας θα πρέπει να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αντιδρούν δυναμικά στις εξωτερικές συνθήκες (π.χ. στον όγκο των παραγγελιών για τα προϊόντα που παράγουν) όταν αυτές μεταβάλλονται. Θα πρέπει όμως επίσης να επιτρέπει στους εργαζόμενους να ζουν κανονικές και αξιοπρεπείς ζωές. Η ευελιξία και η ασφάλεια είναι τα κύρια συστατικά όλων των αγορών εργασίας. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι στο ένα κομμάτι της αγοράς εργασίας (σε Δημόσιο και ΔΕΚΟ) είναι συγκεντρωμένη όλη η ασφάλεια χωρίς καθόλου ευελιξία – ενώ στο άλλο (στις μυριάδες επιχειρήσεις όπου εργάζεται η συντριπτική πλειονότητα των μισθωτών) είναι συγκεντρωμένη όλη η ευελιξία χωρίς καθόλου ασφάλεια. Για να γίνει η αγορά εργασίας ενιαία και χωρίς στεγανά, θα πρέπει να την ξαναρυθμίσουμε. Χρειαζόμαστε περισσότερη ευελιξία, εκεί όπου σήμερα δεν υπάρχει. Και κυρίως, χρειαζόμαστε περισσότερη ασφάλεια (νομική, κοινωνική, συνδικαλιστική), εκεί όπου αυτή απουσιάζει. Αυτό δεν γίνεται μόνο με νόμους: χρειάζεται να αλλάξει η ατζέντα της πολιτικής απασχόλησης του κράτους, των εργοδοτικών οργανώσεων, των συνδικάτων.


    8. Συνδικάτα «νέου τύπου»

    Τα τελευταία χρόνια τα συνδικάτα μας αντιστάθηκαν πεισματικά σε κάθε απαραίτητη μεταρρύθμιση. Υπερασπίστηκαν τα πιο σκανδαλώδη προνόμια. Αδιαφόρησαν για το δημόσιο συμφέρον. Με δυο λόγια, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να χρεωκοπήσουμε. Ό,τι και αν συμβεί από εδώ και στο εξής, για αυτή τους την αφροσύνη είναι καταδικασμένα να πληρώσουν βαρύ τίμημα. Η ιδέα του συνδικαλισμού έχει πλέον απαξιωθεί: μεταξύ των απλών πολιτών, και ανάμεσα στους ίδιους τους εργαζόμενους. Οι οποίοι δεν αισθάνονται ότι τους αφορά η λυσσαλέα μάχη για να μην περικοπεί το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης, ο 18ος μισθός στα ΕΛΠΕ, η σύνταξη στα 48 στη ΔΕΗ. Και όμως: για μια πολιτισμένη χώρα η υπεράσπιση των εργαζομένων από την εργοδοτική αυθαιρεσία εξακολουθεί να είναι ζωτικό θέμα - υπερβολικά ζωτικό για να το αφήσουμε σε αυτά τα συνδικάτα. Πώς βγαίνουμε από ένα τέτοιο αδιέξοδο; Δύσκολα. Εκτός εάν τα ίδια τα συνδικάτα αποφασίσουν να αλλάξουν. Εκτός εάν ενδιαφερθούν για τα προβλήματα όσων δουλεύουν με μπλοκάκι, όσων πληρώνονται κάτω από τον κατώτατο μισθό, όσων υπογράφουν για 4 ώρες αλλά δουλεύουν 8. Με άλλα λόγια: εκτός εάν τα συνδικάτα μας αποφασίσουν να ενδιαφερθούν για όλους εκείνους που τα έχουν περισσότερη ανάγκη. Εάν το κάνουν, θα ωφελήσουν πρώτα από όλα τον ίδιο τους τον εαυτό. Και ταυτόχρονα θα προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες σε όσους από εμάς θέλουν να ζουν σε μια λιγότερο άδικη και λιγότερο άνιση κοινωνία.


    9. Ανοιχτή κοινωνία

    Είναι λίγο παράξενο να είναι κανείς νέος στην Ελλάδα του σήμερα. Οι σπουδές ενδιαφέρουν κυρίως ως «χαρτί». Τα καλύτερα παιδιά πάνε για μεταπτυχιακά «έξω», και μένουν εκεί. Δουλειές καλές δεν πολυ-υπάρχουν. Οι ουρές στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ ατελείωτες. Μέχρι να έλθει η πολυπόθητη «επαγγελματική αποκατάσταση», καφέ και μπαρ γεμάτα: ας είναι καλά ο μπαμπάς και το χαρτζηλίκι του. Το ξέραμε ότι οι νέοι μας μένουν στο πατρικό τους περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν φαίνεται όμως να έχουμε συνειδητοποιήσει ότι τα τελευταία 20-30 χρόνια το φαινόμενο αυτό αντί να περιορίζεται συνεχώς διογκώνεται. Η Ελλάδα έχει γίνει μια μπλοκαρισμένη κοινωνία. Αυτό - εάν θέλουμε να έχουμε μέλλον ως χώρα - θα πρέπει να αλλάξει. Και φυσικά δεν θα αλλάξει με 60χρονους πολιτικούς που μιμούνται τους 16χρονους, ή τους αποθεώνουν όταν σπάζουν βιτρίνες. Χρειάζεται να σκεφτούμε από την αρχή την οργάνωση της κοινωνίας μας: την παιδεία, την κοινωνική προστασία, την αγορά εργασίας. Όχι για να χαϊδέψουμε τους νέους μας (αυτό το έχουν κάνει ήδη οι μαμάδες τους). Αλλά για να τους δώσουμε ευκαιρίες ώστε να αναλάβουν οι ίδιοι πρωτοβουλίες για τη δική τους ζωή.


    10. Ανανεωμένη πολιτική

    Ποτέ έως τώρα δεν ήταν τόσο βαθειά η κρίση της πολιτικής, και τόσο χαμηλό το κύρος των πολιτικών. Εν πολλοίς δικαίως. Εν μέρει όμως αδίκως: σε μια δημοκρατία έχουμε τους πολιτικούς που αξίζουμε – και εμάς μας άξιζαν αυτοί. Σήμερα καταφέρονται εναντίον των πολιτικών ακόμη και όσοι μέχρι χθες πίεζαν για διορισμούς, χαριστικές διατάξεις, νομιμοποίηση αυθαιρέτων, ρυθμίσεις χρεών. Ή όσοι ακόμη και σήμερα, καθημερινά, στις δικές τους δουλειές, κλέβουν την Εφορία, απαιτούν φακελλάκι, πληρώνουν για να αγοράσουν τα θέματα του International Baccalaureate: ευυπόληπτα μέλη της κοινωνίας μας μέχρι ενός. Ότι οι πολιτικοί μας αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων είναι προφανές. Όμως, έξω από αυτό το πολιτικό σύστημα σωτηρία δεν υπάρχει (τουλάχιστον για όσους από εμάς δεν ονειρεύονται εθνοσωτήρες). Κάποιοι πολιτικοί θα αποσυρθούν – και δεν θα τους νοσταλγήσουμε. Κάποιοι άλλοι θα τους διαδεχθούν. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι πιο έντιμοι, με πιο φρέσκιες ιδέες, με μεγαλύτερη όρεξη για δουλειά. Ας φροντίσουμε όλοι για αυτό – στην ανάγκη, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι πολιτικές πρωτοβουλίες ή ακόμη και ευθύνες. Το έχω δοκιμάσει προσωπικά: ακόμη και όταν δεν έχει μεγάλο αποτέλεσμα (συνήθως δεν έχει), είναι πάντοτε ψυχοθεραπευτικό. Σας το συνιστώ.

    2 Απριλίου 2011

    Η Δημοκρατική Αριστερά και το «απαράδεκτο Μνημόνιο»

    Ομιλία στο συνέδριο της Δημοκρατικής Αριστεράς (31 Μαρτίου - 3 Απριλίου 2011)

    1. Η Δημοκρατική Αριστερά είναι παιδί της κρίσης. Δεν ξέρω αν η Ανανεωτική Πτέρυγα θα είχε ούτως ή άλλως αποχωρήσει από τον ΣΥΝ. Αυτό που ξέρω είναι ότι όσοι έσπευσαν να πλαισιώσουν τη ΔΗΜΑΡ, έχοντας μείνει πολλά χρόνια εκτός ενεργού πολιτικής δράσης, δεν θα το είχαν κάνει εάν δεν είχε μεσολαβήσει το σοκ της κρίσης και του Μνημονίου. Θα είχαν μείνει στο σπίτι τους.

    2. Ο καταλύτης λοιπόν ήταν το Μνημόνιο. Το «απαράδεκτο Μνημόνιο» όπως λέει ο Φ. Κουβέλης – το οποίο, απαράδεκτο ή όχι, είναι οπωσδήποτε ταπεινωτικό. Είναι η ταπεινωτική επιβεβαίωση της παταγώδους αποτυχίας μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς της Μεταπολίτευσης, στην πολιτική και στην κοινωνία: της ίδιας (ως ανθρώπινου υλικού – με λαμπρές, φυσικά, εξαιρέσεις), και κυρίως των στερεοτύπων της.

    3. Αυτά, μερικές φορές, με κάποιο τρόπο, τα λέμε. Μιλάμε π.χ. για κρίση του μεταπολιτευτικού προτύπου κτλ. Καταλαβαίνουμε όμως πού οδηγούν; Συνειδητοποιούμε ότι το πρόγραμμα της μεταπολιτευτικής αριστεράς (όλης: από το ΠΑΣΟΚ μέχρι το Μ-Λ ΚΚΕ) έχει αποτύχει (όλο: αγροτικοί συνεταιρισμοί, δημόσιες επιχειρήσεις, τοπική αυτοδιοίκηση, σχολεία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια); Δεν είμαι τόσο σίγουρος.

    4. Το Μνημόνιο είναι το μεγάλο ταμπού: δεν μιλάμε για αυτό. Παρότι είναι το υπ’αριθμόν 1 θέμα για το οποίο μιλάνε όλοι οι άλλοι. Οι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ ψήφισαν κατά του Μνημονίου στη Βουλή – εκ του ασφαλούς, έχω την εντύπωση (επειδή υπολόγιζαν ότι θα ψηφιζόταν έτσι κι αλλοιώς). Σε σχετικό μου ερώτημα στη συνέλευση του τομέα παιδείας και έρευνας, μου δόθηκε η διαβεβαίωση ότι εάν από την ψήφο τους κρινόταν το αν θα χρεωκοπούσαμε εδώ και τώρα (εκεί και τότε) ή όχι, τότε οι βουλευτές μας θα ψήφιζαν υπέρ. Τότε γιατί δεν το έκαναν; Εμένα αυτό δεν μου αρέσει: αποπνέει δειλία, έλλειψη αυτοπεποίθησης, σε τελευταία ανάλυση ανειλικρίνεια. Προδίδει επίσης μια αυτοαναφορική αντίληψη για την πολιτική: μιλάμε σαν να απευθυνόμαστε στο τάδε δυσαρεστημένο στέλεχος (ή καθόλου δυσαρεστημένο, ή πρώην στέλεχος) του ΠΑΣΟΚ ή του ΣΥΝ, ή στον δείνα πολιτικό συντάκτη ή τηλεοπτικό αστέρα.

    5. Τι πρέπει λοιπόν να λέμε για το Μνημόνιο; Διάφορες σκέψεις, δικές μου και άλλων, υπάρχουν σε διάφορα κείμενα. Είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει (δεν μας αρέσει), το Μνημόνιο είναι το μόνο σχέδιο ανόρθωσης της οικονομίας και της χώρας. Άλλο προς το παρόν δεν υπάρχει. Ας φτιάξουμε εμείς ένα δικό μας – αλλά μέχρι τότε το μοναδικό σχέδιο είναι το Μνημόνιο. Θα αρκεστώ στη φράση ενός φίλου: «Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούμε από το Μνημόνιο, είναι να το εφαρμόσουμε».

    6. Θα ήθελα να τελειώσω με δυο λόγια για το άλλο ερώτημα: Σε ποιον πρέπει να απευθυνόμαστε; Σήμερα στην κοινωνία περισσεύει ο θυμός. Αυτοί που κλείνουν τη Λεωφόρο Λαυρίου, αυτοί που δεν ακυρώνουν εισιτήριο, αυτοί που γιουχάρουν τους πολιτικούς, αυτοί που σπάζουν βιτρίνες – είναι όλοι θυμωμένοι. Συχνά είναι οι ίδιοι άνθρωποι. Πολλοί από αυτούς μέχρι χθες πίεζαν τους πολιτικούς για διορισμούς, χτίζαν αυθαίρετα, κλέβαν την Εφορία (ή θα το κάνουν όταν μεγαλώσουν). Αυτοί ακούνε τον Σαμαρά, το Λαφαζάνη, την Παπαρρήγα, τον Μ. Θεοδωράκη, κάποιοι ίσως τον Μιχαλολιάκο – εμάς όχι: ό,τι και να πούμε δεν μας ακούνε, ούτε πρόκειται ποτέ.

    7. Υπάρχει όμως και ένα άλλο κομμάτι της κοινωνίας, λιγότερο θορυβώδες. Είναι σαφώς μειοψηφικό, αλλά όλο και πιο πολυάριθμο. Είναι αυτοί που έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι η προηγούμενη περίοδος δεν είναι ο χαμένος παράδεισος στον οποίο πρέπει να γυρίσουμε το συντομότερο δυνατόν. Συνειδητοποιούν ότι στην ψεύτικη ευδαιμονία της υπήρχε κάτι βαθιά σάπιο. Οι πολίτες αυτοί είναι πιο πολύ προβληματισμένοι παρά θυμωμένοι. Ακούνε όσους απορρίπτουν την κουλτούρα της Μεταπολίτευσης: από τον Αλέκο Παπαδόπουλο έως τον Στέφανο Μάνο.

    8. Εάν επικρατήσουν οι πρώτοι, χαθήκαμε. Δεν εννοώ ως ΔΗΜΑΡ, εννοώ ως χώρα. Εάν επικρατήσουν οι δεύτεροι, μπορεί και να γλυτώσουμε. Και τότε ποιος θα είναι εκεί, για να σώσει τη χαμένη τιμή της αριστεράς, εάν όχι η Δημοκρατική Αριστερά;

    1 Απριλίου 2011

    Από τη χρεοκοπία στην αυτογνωσία


    Γράφτηκε από τον Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο και συνυπογράφεται από τους Ορέστη Καλογήρου, Γιώργο Καρρά, Βάσω Κιντή, Ελίζα Παπαδάκη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Απρίλιος 2011).

    Υπάρχουν ζητήµατα που βρίσκονται εκτός δηµοκρατικών διαδικασιών, που δεν µπορούν να τεθούν σε ψηφοφορία. ∆εν µπορούµε για παράδειγµα να ψηφίσουµε για το αν ισχύουν, ή όχι, οι νόµοι του  Νεύτωνα -  είναι άλλες οι  διαδικασίες µέσω των οποίων θα  αποφανθούµε για  την εγκυρότητα ή µη των νόµων αυτών. Αν εµείς, παρόλα αυτά, θελήσουµε να θέσουµε τους νόµους του Νεύτωνα σε ψηφοφορία, το πραγµατικό νόηµα της ψηφοφορίας αυτής δεν θα είναι η εγκυρότητα των νόµων, αλλά το κατά πόσον εµείς θέλουµε να τους λαµβάνουµε υπόψη ή θέλουµε να τους αγνοούµε (και ενδεχοµένως να φάµε το κεφάλι µας). Σε κάθε περίπτωση οι φυσικοί νόµοι υπάρχουν έξω από µας, Σε µας το µόνο που µένει είναι να συγχρονίσουµε τη σκέψη µας µε αυτούς, να τους καταστήσουµε (και µαζί να καταστήσουµε και τους εαυτούς µας) έλλογους, ή να µην το κάνουµε: τούτο το τελευταίο µεταφερόµενο στο επίπεδο της κοινωνίας είναι υπό την ευρεία έννοια ο λαϊκισµός.

    Οι  κοινωνικοί  και  οικονοµικοί  νόµοι  δεν  είναι  ακριβώς  σαν  τους  νόµους  της  φύσης, αναλλοίωτοι. Αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι σε κάθε χρονική περίοδο δεν ισχύουν συγχρονικά τέτοιοι νόµοι. Με αυτή (και µόνο µε αυτή) την έννοια όσα ισχύουν για το φυσικό περιβάλλον και τους νόµους του, ισχύουν, τηρουµένων των αναλογιών, και για τα κάθε λογής περιβάλλοντα (κοινωνικό, οικονοµικό κλπ) εντός των οποίων βρισκόµαστε και η ισχύς των οποίων εκφεύγει των ορίων της ελληνικής δηµοκρατίας. Θα οφείλαµε ανά πάσα στιγµή να γνωρίζουµε το περιβάλλον αυτό και -στο βαθµό  που  δεν  µπορούµε έτσι  απλά  δια  προεδρικού  διατάγµατος  να  το  αλλάξουµε-  να  το λαµβάνουµε υπόψη µας. Η ιστορία των τελευταίων τριάντα χρόνων στη χώρα µας, που είναι ακριβώς η ιστορία του λαϊκισµού, εντός του οποίου όλοι, µα κυριολεκτικά όλοι, είµαστε βουτηγµένοι, είναι αδιαλείπτως και σε περίοδο προϊούσας παγκοσµιοποίησης µια ιστορία άγνοιας περιβάλλοντος, νόµων και κανόνων, µια ιστορία έκρηξης ενός ιδιόµορφου ελληνικού βολονταρισµού.  Αυτή  την  άγνοια  περιβάλλοντος  η  αριστερά  την  ονοµάζει  αντίσταση  και ανυπακοή, σε πείσµα της δικής µας παιδείας, που δεν τη θεωρούµε δα λιγότερο αριστερή από των άλλων,  σύµφωνα µε την  οποία  αντίσταση σηµαίνει να  αντιπαλεύεις κάτι  προκειµένου να  το αλλάξεις κι όχι απλώς να το αγνοείς.

    Ένα µόνο παράδειγµα άγνοιας αντικειµενικών συνθηκών θα φέρουµε από το παρελθόν, γιατί σκοπός µας εδώ δεν είναι να κάνουµε ιστορία. Στις αρχές της δεκαετίας του 80 και ενώ η Ελλάδα έχει  µόλις εισέλθει  στην  “Κοινή Αγορά”,  στην  ελεύθερη  αγορά  της  Ευρώπης  και  εποµένως βρίσκεται µέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν ελέγχει, το ΠΑΣΟΚ εφευρίσκει ένα υβριδικό οικονοµικό µοντέλο,  το  οποίο  θα  µπορούσαµε να  το  κωδικοποιήσουµε ως  εξής:  παράγουµε καπιταλιστικά,  αµειβόµαστε σοσιαλιστικά,  καταναλώνουµε  ελεύθερα  και  παγκοσµιοποιηµένα. Μέσα σε λίγα χρόνια ένα µεγάλο µέρος της µη ανταγωνιστικής ελληνικής παραγωγικής βάσης αφανίστηκε από προσώπου γης, ένα άλλο κοµµάτι κατέληγε στο δηµόσιο υπό τη µορφή των προβληµατικών επιχειρήσεων. Στο  εξής ένας ολοένα συρρικνούµενος και ασθενικός ιδιωτικός τοµέας είχε να θρέψει ένα διογκωµένο και   διογκούµενο δηµόσιο τοµέα, µε συνέπεια η σοσιαλιστική αµοιβή (σύµφωνα µε τις ανάγκες µας) και η ελεύθερη παγκοσµιοποιηµένη κατανάλωση να εξασφαλίζεται µε δανεισµό.

    Αλλά και όταν, στις αρχές του 2000, η χώρα προσχώρησε στο ευρώ, το νόµισµα δηλαδή έπαψε να είναι πολιτικό εργαλείο, καθώς βρέθηκε κι αυτό εκτός ορίων της ισχύος της ελληνικής δηµοκρατίας, ουδείς προβληµατίστηκε για τη νέα αντικειµενική συνθήκη που δηµιουργείτο και τον τρόπο προσαρµογής προς αυτήν. Κάπως έτσι φτάσαµε στο φθινόπωρο του 2009, όταν ξεκίνησε, δειλά στην αρχή, µε µεγάλη ένταση λίγους µήνες αργότερα, η επανάσταση των δανειστών µας, οι οποίοι, λόγω των τεράστιων ελλειµµάτων που σωρεύονταν κάθε χρόνο σε ένα ήδη δυσθεώρητο χρέος, αρνήθηκαν να ανακυκλώσουν το χρέος µας, ή ζητούσαν τέτοια επιτόκια για να το πράξουν, που η αποδοχή τους και µόνο εκ µέρους µας ήταν συνώνυµη της χρεωκοπίας.

    Αποτέλεσµα αυτής της κατάστασης, µιας κατάστασης δηλαδή που και πάλι το πεδίο ορισµού της  βρίσκεται  έξω  από  µας,  εκτός  ορίων  της  ελληνικής  δηµοκρατίας, στις  αγορές,  ήταν  το
    µνηµόνιο. Αρκετοί χαρακτηρισµοί έχουν ακουστεί, όπως “το απαράδεκτο µνηµόνιο”, “το µνηµόνιο δεν είναι µονόδροµος”, τάσσοµαι κατά του µνηµονίου”, να κάνουµε δηµοψήφισµα, “να ψηφίσουµε αν είµαστε υπέρ ή κατά του µνηµονίου”. Στην πραγµατικότητα σε όλους αυτούς δεν αρέσουν οι συνέπειες του µνηµονίου, όπως δεν αρέσουν στους ανθρώπους οι συνέπειες ενός σεισµού, ή µιας καταιγίδας. Αλλά οι συνέπειες του µνηµονίου, για να αξιολογηθούν, θα πρέπει να συγκριθούν µε τις συνέπειες του µη µνηµονίου: το µνηµόνιο µας δίνει για κάτι λιγότερο από τρία χρόνια κάποια χρήµατα µε σχετικά υποφερτό επιτόκιο, προκειµένου αφενός να εξυπηρετήσουµε το ληξιπρόθεσµο χρέος µας, αφετέρου να καλύψουµε τα καινούργια ελλείµµατα που θα δηµιουργήσουµε σ' αυτά τα τρία χρόνια. Σε αντάλλαγµα αναλαµβάνουµε την υποχρέωση να µειώνουµε σταδιακά αυτά τα ελλείµµατα, µέχρι να τα φέρουµε κάτω του 3% του ΑΕΠ. Για παράδειγµα το 2009 το δηµόσιο είχε έσοδα περίπου 50 δις (για την ακρίβεια 49) και δαπάνες 85 δις, άρα το έλλειµµα ήταν πάνω από 35 δις. Το µνηµόνιο µας επέβαλε να µειώσουµε το 2010 το έλλειµµα κατά 6% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου κατά 15 δις. Αυτό την ίδια στιγµή σηµαίνει ότι µας επέτρεπε (και µας χρηµατοδοτούσε) να έχουµε ένα έλλειµµα 20 δις (35-15=20). Με αυτά τα 20 δις πληρώσαµε µισθούς (µειωµένους), συντάξεις, τόκους κ.ο.κ.

    Χωρίς  τα  χρήµατα του  µνηµονίου η  χώρα  θα  χρεωκοπούσε. Χρεωκοπία  σηµαίνει βέβαια αδυναµία  πληρωµής  χρεωλυσίων,  ενδεχοµένως  και  τόκων,  σηµαίνει  όµως  ταυτόχρονα  και αδυναµία δανεισµού, διακοπή συναλλαγών και πάρε-δώσε του ελληνικού δηµοσίου µε τον έξω κόσµο. Αδυναµία καινούργιου δανεισµού σηµαίνει αδυναµία χρηµατοδότησης του καινούργιου (έστω µειωµένου) ελλείµµατος που “παράγουµε” σα χώρα το 2010, το 2011 κλπ. Σηµαίνει δηλαδή αναγκαστικά απότοµη, ήδη από το 2010, προσγείωση σε µια κατάσταση µηδενικού ελλείµµατος σαν κι αυτή στην οποία φιλοδοξούµε να φθάσουµε σταδιακά µέσω µνηµονίου σε λίγα χρόνια. Αλλά αυτή την απότοµη προσγείωση (είναι πολύ εύκολο να την υπολογίσουµε, είναι 36 δις µείον οι τόκοι που ενδεχοµένως χρεωκοπώντας δεν θα πληρώναµε) η χώρα δεν θα µπορούσε κοινωνικά να την αντέξει -εδώ δεν καταφέρνει να  αντέξει την  πολύ µικρότερη προσγείωση του µνηµονίου. Αν καταλαβαίνουµε καλά τα όσα περιγράφουµε, σηµαίνουν στην πραγµατικότητα µια κατάσταση τόσο διογκωµένου ελλείµµατος, ώστε η χώρα να µην αντέχει (κοινωνικά) ούτε καν να χρεωκοπήσει.

    Αυτό είναι άλλωστε που φοβούνται και οι αγορές. Φοβούνται δηλαδή ότι αν και όταν, µε τη βοήθεια και του µνηµονίου, φθάσουµε σε  πρωτογενή πλεονάσµατα και εποµένως δεν έχουµε ανάγκη καινούργιου δανεισµού για να χρηµατοδοτήσουµε ελλείµµατα, τότε και µόνον τότε θα πάµε σε µια µορφή λελογισµένης χρεωκοπίας (αναδιάρθρωση), είτε µε κούρεµα, είτε µε επιµήκυνση, είτε µε αναδιαπραγµάτευση επιτοκίου, ή µε έναν συνδυασµό όλων αυτών, ώστε να µειώσουµε το ύψος των τοκοχρεωλυσίων που µας βαραίνουν και που σιγά σιγά θα προσεγγίζουν τα 20 δις. Λένε πολλοί ότι το µνηµόνιο αποτυγχάνει, γιατί ακόµα και στο βαθµό που πετυχαίνουµε κάποιους από τους στόχους του, δεν πέφτουν τα σπρεντ και εποµένως δεν θα µπορέσουµε να βγούµε για δανεισµό στις αγορές. Αλλά τα σπρεντ δεν µειώνονται, επειδή οι αγορές φοβούνται όσα περιγράψαµε παραπάνω -και οι αγορές θα συνεχίσουν να φοβούνται. Εµείς δεν έχουµε παρά να εκπληρώσουµε τον στόχο των πρωτογενών πλεονασµάτων (το µνηµόνιο δηλαδή) και τότε θα έχουµε τη δυνατότητα επιλογής, να “αποφασίσουµε” δηλαδή αν θα επιβεβαιώσουµε τους φόβους των αγορών αναδιαρθρώνοντας το χρέος, ή αν αντέχουµε να το τιµήσουµε -οπότε θα πέσουν και τα σπρεντ. Τα εισαγωγικά στο “αποφασίσουµε” έχουν την έννοια, ότι η χρεωκοπία µιας χώρας δεν µπορεί να είναι µια πράξη συµφέροντος, αλλά µια πράξη εξαναγκασµένη, µια πράξη απόγνωσης, η έσχατη λύση. Αυτής της µορφής η χρεωκοπία γίνεται κατανοητή και αποδεκτή από τους άλλους. Η άλλη χρεωκοπία, κοινώς το φέσωµα (που ορισµένοι αριστεροί προτείνουν κάπου µεταξύ λύσης και επαναστατικής πράξης), δεν είναι αποδεκτή και προκαλεί αντιδράσεις και αντίποινα. Αυτό καλό είναι να το έχουν κατά νου και όσοι θεωρούν, ότι την ώρα που προσφερόταν στη χώρα η λύση του µνηµονίου, εµείς είχαµε τη δυνατότητα να επιλέξουµε τη χρεωκοπία. Η αντίδραση θα ήταν τέτοια, που πιθανότατα σε λίγες βδοµάδες δεν θα διαθέταµε συνάλλαγµα να αγοράσουµε πετρέλαιο για να κινηθούν τα φορτηγά µας.

    Υπάρχουν άλλοι που κατηγορούν το µνηµόνιο ως αντιαναπτυξιακό και κοµπάζουν πως είχαν προβλέψει ότι θα µας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Αλλά όταν έχεις το 2009 ρίξει 35 δις δανεικά στην οικονοµία σου (και το ίδιο έκανες και τα προηγούµενα χρόνια) και τώρα πρέπει να τα αφαιρέσεις, είτε σταδιακά (µνηµόνιο), είτε απότοµα (µη µνηµόνιο), πολύ απλά γιατί κανείς δεν σου τα δανείζει πλέον, αυτή η αφαίρεση εξ ορισµού είναι η συρρίκνωση. Ας µας πει κάποιος πως θα αφαιρεθεί ένα 15% του ΑΕΠ από την οικονοµία, χωρίς να έχουµε πτώση του ΑΕΠ και θα τον χειροκροτήσουµε, γιατί θα έχει ανακαλύψει νέους γεωµετρικούς χώρους. Σε αυτή την κατάσταση ανάπτυξη µπορεί καταρχάς να έρθει µόνο απέξω.

    Στη θάλασσα της αγοράς

    Να προβλέψουµε σήµερα την τύχη του µνηµονίου, κατά πόσον δηλαδή θα µας οδηγήσει σε  µια δυνατότητα εξόδου στις αγορές ή σε χρεωκοπία, είναι αδύνατο, γιατί η απάντηση εξαρτάται κυρίως από κάποιας µορφής ρύθµιση του χρέους, ρύθµιση που πάλι δεν εξαρτάται από µας, αλλά από αποφάσεις σε επίπεδο Ευρωζώνης. ∆εν µπορούµε να µπούµε εδώ σε αυτή τη µεγάλη και ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αυτό που εξαρτάται από µας είναι να µηδενίσουµε το έλλειµµά µας για να είµαστε έτοιµοι και για τη µία και για την άλλη περίπτωση. Αντιθέτως, αυτό που µπορούµε να προβλέψουµε µε ασφάλεια είναι το τοπίο εντός του οποίου θα κινηθούµε ως χώρα στο προβλεπτό µέλλον (ας πούµε τις επόµενες µια-δυο δεκαετίες), είτε “πετύχει” είτε “αποτύχει” το µνηµόνιο. Σε αυτό το προβλεπτό µέλλον λοιπόν και µετά την “επανάσταση” των δανειστών µας το 2009, κανείς δεν πρόκειται να µας δανείσει για να χρηµατοδοτήσει καινούργια ελλείµµατα. Εποµένως ο πλούτος της χώρας, τα χρήµατα που θα έχουµε για να ζήσουµε, για να χρηµατοδοτήσουµε τα σχολεία µας, τα νοσοκοµεία µας, τις συντάξεις µας και για να πληρώνουµε πίσω τα κουρεµένα ή ακούρευτα τοκοχρεωλύσιά µας, θα είναι αυστηρά ό,τι παράγουµε και ό,τι µπορούµε να πουλήσουµε, στους εαυτούς µας και στους άλλους. Αν αυτά είναι πολλά, έχει καλώς, αν είναι λίγα, τόσο το χειρότερο για µας. Και είναι επίσης σίγουρο ότι σήµερα ξεκινάµε από τα λίγα, ή µάλλον από τα πολύ λίγα.

    Μεταβαίνουµε εποµένως (έχουµε ήδη εισέλθει) από µιαν εποχή του απόλυτου σε µια εποχή του οικονοµικά σχετικού. Από µιαν εποχή, όπου πολλοί άνθρωποι στο δηµόσιο τοµέα, στενό και ευρύτερο, αλλά και συνταξιούχοι, µέχρι και αγρότες που στήναν µπλόκα στα Μάλγαρα, αµείβονταν σύµφωνα µε τις ανάγκες τους (έστω τις ελάχιστες ανάγκες για µερικούς από αυτούς) και τις διεκδικήσεις τους, το δε κράτος δανειζόταν για να καλύψει αυτές τις ανάγκες, περνάµε σε µιαν εποχή που οι ανάγκες θα πρέπει να προσαρµοστούν στο τι παράγουµε και τι είµαστε σε θέση να πουλήσουµε (ανταλλάξουµε). Σε αυτή την καινούργια εποχή του σχετικού δεν υπάρχουν απόλυτες και κατοχυρωµένες κοινωνικές κατακτήσεις κι ας τις έχουν γράψει στο παρελθόν µε ανεξίτηλη
    µελάνη επιφανείς νοµικοί στα βιβλία του κράτους. ∆εν υπάρχουν απόλυτα εγγυηµένα χρήµατα ούτε καν ονοµαστικά, όπως θα υπήρχαν, αν π.χ. το κράτος ήλεγχε ακόµα (νόµιζε, όπως λέει και η λέξη, δηλαδή θέσπιζε) το νόµισµα. Αν ακόµα είχαµε το νόµισµα (δραχµή) ως κράτος στα χέρια µας, θα µπορούσαµε να  κοροϊδευόµαστε (όπως  κάναµε  πολλάκις  στο  παρελθόν)  ότι  κατοχυρώνουµε ονοµαστικά  σταθερές  αξίες  (και  να  καµωνόµαστε  ότι  αγνούµε  πως  οι  πραγµατικές  αξίες
    µειώνονταν ακολουθώντας τους νόµους της οικονοµίας). Τώρα µε το ευρώ δεν µας δίνεται ούτε καν αυτή η δυνατότητα: το νόµισµα δεν εξαρτάται από µας και από κανέναν µεµονωµένο εταίρο, έχει (µε γερµανική συµβολή) καταστεί απόλυτη αξία κάτι σαν τα χρυσά νοµίσµατα του παρελθόντος. Αλλά κι αυτά οι παλιοί µας πρόγονοι τα νόθευαν (πληθώριζαν), όταν οι ανάγκες το απαιτούσαν  (νάτες  πάλι  οι  αναθεµατισµένες οι  ανάγκες,  πετιούνται). Άραγε  θα  επιτρέψει  η γερµανική ορθοδοξία, για µία µόνο φορά, να κάνει και η Ευρώπη το ίδιο, να µετατραπούν δηλαδή κρατικά χρέη σε πληθωρισµό; Ίδωµεν, αλλά δυστυχώς ούτε αυτό είναι στο χέρι µας. Και το πρόβληµα, αν καταφέρουν και το περιορίσουν σε Ελλάδα και Ιρλανδία, δεν θα είναι και δικό τους (των άλλων Ευρωπαίων), αλλά µόνο δικό µας.

    Σε αυτό το νέο τοπίο στο οποίο ήδη βρισκόµαστε, η ανακατάκτηση των κατακτήσεων που χάθηκαν δεν θα γίνει µε τον ίδιο τρόπο όπως στο παρελθόν. Θέλουµε δε θέλουµε, κατακτήσεις από δω και πέρα θα είναι τα µερίδια αγοράς, εγχώριας και ξένης, τα οποία κατακτούµε. Αυτού του τύπου οι κατακτήσεις δεν είναι µόνιµες, δεν είναι ποτέ κατοχυρωµένες, απαιτούν διαρκή προσπάθεια για να διατηρηθούν ή και να διευρυνθούν. Είναι όµως από αυτές τις κατακτήσεις, από την παρουσία µας δηλαδή στην αγορά, που θα προκύψει η όποια πίτα κληθούµε να µοιραστούµε µε δεξιό ή αριστερό τρόπο. Κι αν όµως νοµίζουµε ότι τουλάχιστον ως προς αυτό, το αν δηλαδή θα µοιράσουµε την πίτα δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα, είµαστε επιτέλους ελεύθεροι να επιλέξουµε δηµοκρατικά τον τρόπο διανοµής της αρεσκείας µας, είµαστε και πάλι γελασµένοι. Γιατί η αγορά έχει νόµους κι όποιος δεν τους ακολουθήσει, η αγορά τον ξεβράζει. Με άλλα λόγια ο τρόπος που θα επιλέξουµε να διανείµουµε την πίτα θα επηρεάσει το µέγεθος της ίδιας της πίτας.

    Οι αριστεροί, για να κάνουµε τη ζωή µας εύκολη και λάιτ, θεωρήσαµε το νεοφιλελευθερισµό ως ένα φαινόµενο που εντοπίζεται αποκλειστικά και µόνο στο χώρο της ιδεολογίας. Ως εκ τούτου πιστέψαµε ότι αν αντιπαλέψουµε ιδεολογικά το νεοφιλελευθερισµό, τον ξεριζώσουµε δηλαδή από τα  µυαλά των  ανθρώπων (άλλωστε  από  “ζύµωση” πάντα  καλά  τα  πηγαίναµε), µπορούµε να αλλάξουµε  τα  πράγµατα. Αλλά  ο  νεοφιλελευθερισµός δεν  είναι  ιδεολογία,  είναι  κατάσταση πραγµάτων. Για να είµαστε πιό ακριβείς ο νεοφιλελευθερισµός είναι η ιδεολογία που απορρέει από την κατάσταση της δικτατορίας της αγοράς παγκοσµίως. Και η κατάσταση αυτή, όσο κι αν δεν µας αρέσει και όσο αποτελεσµατικά κι αν την αποκρούσουµε ιδεολογικά, είναι εκεί, πεισµατικά, και υπαγορεύει τους κανόνες και τους νόµους της σε όποιον θέλει να υπάρξει εντός της οικονοµίας, σε όλους δηλαδή, χωρίς να µας ρωτάει αν αυτοί µας αρέσουν ή δεν µας αρέσουν. Για να κάνουµε δε τα πράγµατα ακόµα πιο δύσκολα και πιο σύνθετα, να συµπληρώσουµε ότι την κατάσταση αυτή, την αγορά, τη συναποτελούµε και τη συνδιαµορφώνουµε όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, όλοι µε πανοµοιότυπο τρόπο. Οι αριστεροί δηλαδή, ενώ διατεινόµαστε ότι έχουµε να προτείνουµε έναν “αριστερό τρόπο παραγωγής”, δεν έχουµε και βεβαίως δεν ακολουθούµε έναν αντίστοιχο αριστερό τρόπο κατανάλωσης. Αλλ' έτσι υπαγορεύουµε κι εµείς τους νόµους της αγοράς τη κυριαρχία των οποίων κατά τα άλλα αντιµαχόµαστε.

    Η Αριστερά στη µεταπολίτευση

    Ποιά µπορεί λοιπόν να είναι, ή, πιο σωστά, υπάρχουν περιθώρια να εκφραστεί, µια αριστερή πολιτική πρόταση για την πορεία της χώρας µας σε αυτό το νέο τοπίο, γι' αυτό που παραπλανητικά (νοµίζοντας ότι θα επανέλθουµε στα παλιά) ονοµάζουµε έξοδο από την κρίση; Αν θέλουµε να είµαστε συνεπείς σε όσα αναφέραµε κι αν δεν θέλουµε, σαν τους καλόγερους του Μεσαίωνα, να βαφτίζουµε διάφορες προτάσεις ως αριστερές για να τις καταναλώνουµε, θα πρέπει να παραδεχθούµε ότι  τους  βασικούς  οικονοµικούς  κανόνες  για  την  έξοδο  από  την  κρίση  τους υπαγορεύει η αγορά. Με άλλα λόγια και για να µην κοροϊδευόµαστε δεν υφίσταται αυτό που λέµε αριστερή έξοδος από την κρίση. Σηµαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει καν ρόλος για την αριστερά στο νέο τοπίο; Για να απαντήσουµε σε αυτό το ερώτηµα, θα πρέπει πρώτα να δούµε ποιός ήταν ο ρόλος της Αριστεράς στην προηγούµενη κατάσταση.

    Από τη µεταπολίτευση και µετά, µε την καθοριστική αλλά όχι αποκλειστική συµβολή του ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά υπέστη µία µετάλλαξη. Από την Αριστερά της θυσίας, της ατοµικής θυσίας, για χάρη των µεγάλων πολιτικών και συλλογικών προταγµάτων, είτε αυτά ήταν ο σοσιαλισµός, είτε η δηµοκρατία, προταγµάτων που κάθε αριστερός ήταν διατεθειµένος να καταβάλει ατοµικό κόστος για να τα διεκδικήσει, περάσαµε, µε την εδραίωση της δηµοκρατίας, σε µια άλλου τύπου Αριστερά του εν τη παλάµη και ούτω βοήσωµεν. Μια αριστερά που, ίσως και λόγω της στέρησης και της κακουχίας του παρελθόντος, αισθάνεται ότι τώρα ήρθε πια η ώρα να διεκδικήσουµε τη ζωή, ο καθένας για τον εαυτό του, ή τον κλάδο του (αλλά και πάλι µε την έννοια του εαυτού του).

    Περάσαµε δηλαδή από µια πολιτική Αριστερά σε µιαν οικονοµιστική Αριστερά, από µιαν Αριστερά που διεκδικεί το συνολικό, δηλαδή το όλον, σε µιαν Αριστερά που εντός του συστήµατος διεκδικεί το ατοµικό, το µερικό, µια πιο εγωϊστική Αριστερά. Ας το πούµε κυνικά: αυτή η Αριστερά είναι ακίνδυνη για το σύστηµα, αλλά ζητάει “οικονοµικό αντάλλαγµα” ώστε να είναι ακίνδυνη για το σύστηµα. Λέµε όλοι ότι οι πρώτες δεκαετίες της µεταπολίτευσης είναι περίοδος ηγεµονίας των αριστερών ιδεών. Αλλά αυτές οι ιδέες πλήρωσαν ένα τίµηµα ώστε να µπορούν να ηγεµονεύουν
    µέσα σε µιαν αδιαλείπτως καπιταλιστική κοινωνία.

    Τούτη η ιδεολογική διεργασία (στην οποία οφείλεται η µεγάλη πολιτική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ) συνοδεύτηκε και από µιαν αντίστοιχη οικονοµική διεργασία, την οποία έχουµε ήδη υπαινιχθεί προηγουµένως: το δηµόσιο, προκειµένου να εξασφαλίσει το “αντάλλαγµα”, αρχίζει να τυπώνει χρήµα αλλά και να δανείζεται χρήµα (ειρήσθω εν παρόδω: το τύπωµα, δηλαδή ο πληθωρισµός οδηγεί σε µαζική φυγή εγχωρίων κεφαλαίων στο εξωτερικό προς εξασφάλιση της αξίας τους κι αυτό πέραν του ότι στερεί πόρους για την ανάπτυξη, δηµιουργεί ανάγκη περαιτέρω εξωτερικού δανεισµού οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο). Αυτή η συνεχιζόµενη κατάσταση του δανεισµού από το  κράτος  προς  εξυπηρέτηση  ατοµικών αναγκών  δηµιουργεί στους  Έλληνες  µιαν  αντίστοιχη ιδεολογία. Την ιδεολογία ότι το κράτος ορίζει το χρήµα σε τέτοιο βαθµό, ώστε να θεωρείται µια απέραντη πηγή  πλούτου από την οποία µπορεί να διεκδικήσει κανείς το µερτικό που αναλογεί στις ανάγκες του. “∆εν θα κερδίσεις αν δεν διεκδικήσεις” έγραφε ένα πανό των περσινών (και τελευταίων) αγροτικών  κινητοποιήσεων εκφράζοντας µε  τον  πιο  λακωνικό  τρόπο  τη  διάχυτη ιδεολογία που στο µεταξύ είχε εδραιωθεί όχι µόνο στους εργαζοµένους στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα αλλά στο σύνολο σχεδόν του πληθυσµού, ότι δηλαδή δεν κερδίζουµε (ή δεν κερδίζουµε µόνο) πουλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες µας στην αγορά, αλλά διεκδικώντας µαχητικά µερίδια από τον απέραντο δηµόσιο κορβανά. Υπερβάλλοντας κάπως µπορούµε να πούµε ότι στην Ελλάδα δηµιουργήσαµε έναν δεύτερο, παράλληλο προς τον καπιταλιστικό, τρόπο παραγωγής που συνίσταται στην ατοµική (ή και κλαδική) ιδιοποίηση δηµόσιου χώρου, µε τη έννοια όχι µόνο του δηµοσίου χρήµατος ή της δηµόσιας γης, αλλά της δηµόσιας σφαίρας γενικότερα. Γιατί αυτό που ξεκίνησε ως οικονοµική συνδροµή του κράτους σε έναν ταλαιπωρηµένο πληθυσµό, πολύ σύντοµα κατέληξε σε ένα γενικευµένο πλιάτσικο των ατόµων εναντίον της δηµόσιας σφαίρας, σε ατοµική εδώ και τώρα κατανάλωση της δηµόσιας σφαίρας.

    Το φαινόµενο, όπως είπαµε, υπερέβη το δηµόσιο χρήµα και επεκτάθηκε σε όλες τις εκφάνσεις αυτού που αποκαλούµε δηµόσιο χώρο. Ας θυµηθούµε για παράδειγµα ότι στο σκάνδαλο Βατοπεδίου και µε αφορµή δηµόσιες εκτάσεις γύρω από τη Θεσσαλονίκη που περιήλθαν µέσω ανταλλαγών στη Μονή, η οποία και τις πούλησε, αυτοί που αντέδρασαν δεν ήταν τίποτε αγανακτισµένοι πολίτες, αλλά οι δικηγόροι µιας οµάδας γονέων, οι οποίοι προόριζαν (ή το κράτος τους είχε υποσχεθεί) τις ίδιες αυτές δηµόσιες εκτάσεις για να προικίσουν τις κόρες τους, για µιαν άλλη ιδιοποίηση δηλαδή. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική γιατί δείχνει µια διαµάχη όλων εναντίον όλων  µε λάφυρο το  δηµόσιο χώρο,  µια µάχη του  ατόµου εναντίον κάθε  µορφής κοινωνικής συγκρότησης. Αλλά δεν ήταν µόνον  οι υλικές εκφάνσεις του δηµοσίου χώρου (γη, χρήµα) που διεκδικήθηκαν προς ιδιωτικοποίηση, τα ίδια έπαθαν και οι έννοιες, το περιεχόµενο των οποίων και αυτό στρεβλώθηκε. Η έννοια της γνώσης, για παράδειγµα, ως δηµοσίου αγαθού, ως αγαθού δηλαδή από το οποίο ωφελείται όλη η κοινωνία, στρεβλώθηκε, αποστερήθηκε του κοινωνικού της περιεχοµένου, ιδιωτικοποιήθηκε, κατάντησε ένα κενό γνωστικού περιεχοµένου αποδεικτικό χαρτί προς ιδιωτική επαγγελµατική εξαργύρωση (και εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς τι ρόλο έπαιξαν τα δανεικά χρήµατα, δηλαδή τα ψεύτικα χρήµατα, στη δηµιουργία ψεύτικων επαγγελµατιών). Η ίδια η έννοια της κοινωνίας, ο τρόπος που καταλαβαίνουµε την κοινωνία και τις συλλογικότητες γενικότερα, στρεβλώθηκε κι αυτή. Συλλογικότητα κατέληξε να θεωρείται το άθροισµα χιλιάδων ή εκατοµµυρίων επιµέρους ατοµικοτήτων και κοινωνικό συµφέρον το άθροισµα όλων αυτών των ατοµικών συµφερόντων. Αλλά όσες ατοµικότητες και αν προσθέσει κανείς, τίποτε συλλογικό δεν προκύπτει ως άθροισµα, αν δεν προηγηθεί ένας µετασχηµατισµός του ατοµικού, µετασχηµατισµός που αυτός και µόνον αυτός δηµιουργεί µια νέα διάσταση, τη διάσταση του συλλογικού, ένα νέο χώρο, τον δηµόσιο χώρο. Όταν λοιπόν λέµε ότι ο δηµόσιος χώρος λεηλατήθηκε, κατακλύσθηκε από το ατοµικό, δεν περιγράφουµε µόνον µιαν υλική λεηλασία, αλλά µια διαδικασία έκλειψης της ίδιας της έννοιας του δηµόσιου χώρου. Η οικονοµική χρεωκοπία του δηµοσίου που ζούµε εδώ και έναν χρόνο δεν είναι παρά η ποσοτική έκφανση του συνολικότερου αυτού φαινοµένου. Η ανοµία -γιατί οι νόµοι δεν είναι κι αυτοί παρά µια συνθήκη συνοχής του δηµόσιου χώρου- είναι µιά άλλη έκφανση αυτής της καταστροφής.

    Αν, όπως είπαµε, το δηµόσιο είµαστε όλοι εµείς αλλά µετασχηµατισµένοι (σαν από έναν καθρέφτη µέσω του οποίου βλέπουµε ο καθένας τον εαυτό του υπό το πρίσµα της κοινωνίας), ο κατακλυσµός  και  η  καταστροφή  του  δηµόσιου  χώρου  από  την  έκρηξη  της  ατοµικότητας περιγράφει  απλούστατα  µία κατάσταση  όπου  το  άτοµο, ο  κλάδος  και  γενικότερα  το  µερικό, στρέφεται εναντίον του γενικού και µέσω αυτού εναντίον όλων ηµών των άλλων µεµονωµένα. Η ιδιοποίηση του δηµόσιου χώρου σηµαίνει λοιπόν γενικευµένο πόλεµο του καθενός εναντίον του διπλανού του, του ενός κλάδου εναντίον του άλλου κλάδου, του σηµερινού συνταξιούχου εναντίον του αυριανού συνταξιούχου, της σηµερινής γενιάς εναντίον των εποµένων, µια ζωή αφόρητη έξω από τα ιδιωτικά µας καταφύγια εκεί όπου αρχίζει η κοινωνική ζούγκλα, σηµαίνει τελικά την καταστροφή της πολιτικής και του πολιτισµού.

    Η ιδεολογική αλλά και “αγωνιστική” συµβολή της µεταπολιτευτικής Αριστεράς (όσο κι αν δεν κυβέρνησε ποτέ) σε αυτή την έξαρση του ατοµικισµού και την καταστροφή του δηµόσιου χώρου ήταν και είναι καθοριστική. Η Αριστερά προσχώρησε ασµένως στη λαϊκιστική στρέβλωση δικών της ιδεών κατά τη δεκαετία του 80 και έχει καταλήξει σήµερα να είναι προνοµιακός -αλλ' όχι µοναδικός- υπερασπιστής του ανδρεοπαπανδρεϊσµού της δεκαετίας αυτής. Η ρεαλιστική δυνατότητα, η ρεαλιστική διέξοδος, δηµιουργίας χρήµατος (και δια του δανεισµού) από το κράτος, γρήγορα έστρεψε την ταξική πάλη από το κεφάλαιο προς το κράτος, από τον ιδιωτικό τοµέα στο δηµόσιο χώρο. Η Αριστερά κατανόησε τον εαυτό της ως προνοµιακό φορέα αυτής της διεκδίκησης δηµοσίου χώρου, αλλά µε τον δικό της τρόπο: όχι τον κυβερνητικό-αναδιανεµητικό, αλλά τον αγωνιστικό. Σε κάθε περίπτωση η Αριστερά ταυτίζοντας το κράτος µε το κεφάλαιο, έστρεψε τη διεκδίκηση   εναντίον   του   κράτους,   εναντίον   της   θεσµισµένης  υπαρκτής   συλλογικότητας. Ταυτίστηκε µε επιµέρους κοινωνικά στρώµατα, κλάδους ή άτοµα (του δηµοσίου τοµέα αλλ' όχι µόνο), συµµάχησε µε το µερικό εναντίον του γενικού, συµµάχησε µε το άτοµο εναντίον του κράτους. Για αυτή την Αριστερά που έχει υιοθετήσει τη σκοπιά του ατόµου, το κράτος, ακόµα και εν καιρώ δηµοκρατίας, δεν είµαστε όλοι εµείς, δεν είναι καν “δικό τους και δικό µας”, είναι ξένο, ανήκει στον αντίπαλο, είναι ο πολιτικός φορέας του καπιταλισµού που πρέπει να καταστραφεί. Η υιοθέτηση της σκοπιάς του ατοµικού και του µερικού φτάνει σε τέτοιο σηµείο ώστε, έστω και η απόπειρα να σκεφτεί κάποιος από τη σκοπιά του γενικού, να καταγγέλλεται ως κυβερνητισµός. Ακόµα και τα ασφαλιστικά ταµεία δεν είναι για αυτή την Αριστερά δικά µας, δεν ανήκουν στους εργαζόµενους, αλλά αντιµετωπίζονται σα να είναι ξένα, ένας θεσµός κατάλληλος, από τη σκοπιά του ατόµου και του ατοµικισµού, µόνο για άρµεγµα. Η ταξική πάλη από πάλη των εργαζοµένων εναντίον του κεφαλαίου, µετασχηµατίστηκε σε πάλη του ατόµου ενάντια στο κράτος (ως εκ τούτου η Αριστερά αυτή συµπορεύεται φυσιολογικά και εκ των πραγµάτων µε τον αντιεξουσιαστικό χώρο γυρίζοντας το ρολόϊ της ιστορίας της διακόσια χρόνια πίσω). Η Παπαρήγα έκανε µια πολύ ωραία και πολύ αριστερή οµιλία-ανάλυση στη συζήτηση για το µνηµόνιο στη Βουλή, µόνο που συνέχεε διαρκώς το κεφάλαιο µε το κράτος. Την ίδια βδοµάδα, έξω από τη Βουλή, δήλωνε στους δηµοσιογράφους: “κι έτσι κι αλλοιώς θα µας τα πάρουν”. Ποιοί είναι αυτοί; Το δηµόσιο. Ποιοί είµαστε εµείς; Τα άτοµα. Τι θα µας πάρουν; Φόρους. Αλλά για την Παπαρήγα “αυτοί” ήταν το κεφάλαιο και “εµείς” οι εργαζόµενοι.

    Η υιοθέτηση της σκοπιάς του ατοµικισµού, ήταν η αιτία της επιτυχίας και της επιβίωσης της Αριστεράς στην Ελλάδα σε µια περίοδο που, µετά και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισµού και µαζί του συλλογικού οράµατος της Αριστεράς, σε άλλες χώρες της Ευρώπης η Αριστερά µπήκε στο περιθώριο. Αλλ' η διαπίστωση αυτή είναι ταυτόσηµη µε την απόφανση ότι αυτός, η παρόξυνση του ατοµικισµού, υπήρξε ταυτόχρονα και ο ιστορικός της ρόλος την τελευταία τριακονταετία στην Ελλάδα και µε αυτή την έννοια η Αριστερά συνέβαλε το µερτικό της στη σηµερινή χρεωκοπία του συνόλου και στα δεινά των ατόµων που αυτή συνεπάγεται. ∆εν ήταν βέβαια αυτές οι προθέσεις της, όταν ξεκινούσε τη µεταπολιτευτική της πορεία. Για άλλο ταξίδι είχαν ξεκινήσει τόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, όταν µαζεύονταν τότε στα στάδια για να τραγουδήσουν Θεοδωράκη. Ακόµα και σήµερα, που τα πράγµατα έχουν ξεκαθαρίσει, δεν µπορούµε να πούµε ότι η πολιτική Αριστερά ασκεί συνειδητά αυτό τον ιστορικό ρόλο. Άλλοι φαντάζονται καλλιεργώντας τον ατοµικισµό, ότι ασκούν πολιτική ζύµωσης για να καταδείξουν στο άτοµο ότι το σύστηµα δεν µπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους. Άλλοι απολαµβάνουν την αγωνιστική διεκδίκηση ατοµικιστικών αιτηµάτων ως προοίµιο ευρύτερων επαναστατικών αγώνων. Σίγουρα όλοι βρίσκουν ένα ρόλο, µια θέση, σε όλη αυτή την ιστορία, ρόλο που τους επιτρέπει να υπάρχουν ως αριστεροί στην αγορά της Αριστεράς (για να µην πούµε τίποτα χειρότερο). Σε πείσµα όµως όλων, η ιστορία δεν γράφεται από τις υποκειµενικές προθέσεις µας, αλλά από τις πράξεις µας και τα αποτελέσµατά τους, τον τρόπο δηλαδή µε τον οποίο αυτές αλληλεπιδρούν µε το περιβάλλον. Ξαναγυρίζουµε έτσι στη γνώση του περιβάλλοντος από την οποία ξεκινήσαµε.

    Στο νέο τοπίο

    Μπορούµε τώρα να επανέλθουµε στο ερώτηµα που έχουµε θέσει σχετικά µε το ρόλο της Αριστεράς στο νέο τοπίο. Από όσα είπαµε, ένα πράγµα προκύπτει: ότι ο ρόλος αυτός δεν µπορεί παρά να είναι ρόλος αντιστροφής, ιστορικής αντιστροφής, των όσων µε συνευθύνη της Αριστεράς διαπράχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Οφείλουµε, σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, να ξαναχτίσουµε όσα χρεωκοπήσαµε, αν θέλετε γιατί είναι (και) δικά µας δηµιουργήµατα, είτε µιλάµε για το κράτος και το κράτος πρόνοιας, είτε µιλάµε για τα ταµεία, για τους θεσµούς, την παιδεία, την αλληλεγγύη και πάνω από όλα την ιδιότητα του πολίτη. Όλα αυτά µας πήρε δύο αιώνες για να τα στήσουµε στα πόδια τους, µα µόλις δυο δεκαετίες για να τα γκρεµίσουµε. Το οφείλουµε όµως όχι µόνο στην ιστορία µας, αλλά και στο λαό, στους πιο αδύναµους, γιατί αυτοί είναι που έχουν πάντα περισσότερη ανάγκη από το κράτος και τους θεσµούς. Ο λαός έχει και θα έχει ανάγκη το κράτος του, µόνο που, σήµερα που µιλάµε, έχει ακόµα περισσότερο το κράτος ανάγκη το λαό του. Κι αν αυτό το τελευταίο σηµαίνει ότι τα βάρη της ανασυγκρότησης θα πέσουν, όσες δόσεις κοινωνικής δικαιοσύνης κι αν προσθέσουµε, τελικά στις πλάτες του λαού, η απάντηση είναι µοιρολατρικά µία: γιατί, πότε άραγε στην ιστορία ήταν αλλοιώς;

    Τι σηµαίνουν όλα αυτά; Σηµαίνουν ότι πρέπει να επανανακαλύψουµε και να προτάξουµε το γενικό έναντι του µερικού, το δηµόσιο έναντι του ατοµικού. Να επανανακαλύψουµε τον κυβερνητισµό, όχι για να κυβερνήσουµε, µα για να γνωρίσουµε και να διαδώσουµε την ιδεολογία του συνολικού, τη σκοπιά του δηµοσίου συµφέροντος, σε τελευταία ανάλυση την ιδιότητα του πολίτη. Να µην υποµένουµε απλώς στωϊκά (δηλαδή από τη σκοπιά του ατοµικισµού) τις κακουχίες που έρχονται, µα να τις συναντήσουµε µε πνεύµα προσφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης. Να δεχτούµε και µειώσεις µισθού, όχι µόνο γιατί αυτό επιτάσσει επι ποινή καταστροφής η αγορά, αλλά για να µπορέσουν και κάποιοι άλλοι να κρατήσουν τη δουλειά τους -και για τον εαυτό τους µα και για να συµβάλουν κι αυτοί µε την παραγωγή τους στην ανασυγκρότηση. Να στήσουµε µέσα από τα µειωµένα έσοδά µας ένα δίχτυ προστασίας για τους απολυµένους, τους πολλούς που αναπόφευκτα θα χάσουν τη δουλειά τους καθώς ολόκληρες περιοχές της οικονοµίας θα καταστρέφονται ή θα συρρικνώνονται. Και επειδή άλλοι οικονοµικοί τοµείς θα πρέπει µελλοντικά να αντικαταστήσουν αυτούς που καταστράφηκαν, θα πρέπει να ανασυγκροτήσουµε την παιδεία ως παραγωγική δύναµη (µε την ευρύτερη δυνατή έννοια), να ασχοληθούµε και µε την παραγωγή της πίτας, να επανανακαλύψουµε τον παραγωγισµό, τον οποίο εγκαταλείψαµε εδώ και πενήντα χρόνια κάπου εκεί στον Μπάτση. Να εναντιωθούµε σε κάθε είδους σπατάλη και ιδιοποίηση δηµοσίου χρήµατος µε επίγνωση ότι στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όχι απλώς οι “κλέφτες”, αλλά και πολλοί υψηλόµισθοι και υψηλοσυνταξιούχοι των ∆ΕΚΟ, όπως επίσης στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι κάθε λογής φοροφυγάδες, οι οποίοι όχι µόνο ιδιοποιούνται δηµόσιο χρήµα, αλλά και µε την ψευδή εικόνα που παρουσιάζουν, καθιστούν ανεφάρµοστο κάθε στοιχειώδες µέτρο κοινωνικής αλληλεγγύης  και   δικαιοσύνης.  Να   συµβάλουµε  στην   ανάδειξη   συνδικαλιστών  που   είναι ταυτόχρονα  και  πολίτες,  δηλαδή  να  πολιτικοποιήσουµε  τον  συνδικαλισµό,  πράγµα  που  θα οδηγούσε  σε  ένα  νέο  είδος  ανθρώπου-συνδικαλιστή,  το  οποίο  διαλέγεται  (άρα  είναι  και σκεπτόµενο) αντί να συµπεριφέρεται ως στρατιωτική φάλαγγα στην οδό Σταδίου.

    Πόσο αριστερή είναι άραγε αυτή η Αριστερά, πόσο αλλάζει την κοινωνία; Θα µπορούσαµε υπεκφεύγοντας να απαντήσουµε: “πάντως όχι λιγότερο από την υπαρκτή”. Οφείλουµε ωστόσο και
    µιαν απάντηση επί της ουσίας.  Επί της ουσίας λοιπόν και έχοντας ήδη δεχθεί ότι το δρόµο εξόδου από την κρίση τον υπαγορεύουν κατά βάση οι αγορές, η προτεινόµενη αναγκαστική συµπόρευση
    µε την δεδοµένη αυτή  κατάσταση, δεν αλλάζει βέβαια τον κόσµο, ούτε καν ριζικά την ελληνική κοινωνία -απλώς την επαναφέρει σε ένα επίπεδο κυριαρχίας το οποίο είχε, ή νόµιζε ότι έχει κατακτήσει και το απώλεσε. Συντηρεί δηλαδή, ή µάλλον δηµιουργεί, ένα κράτος µε όση φωνή αλλά και προστατευτική ισχύ αυτό µπορεί να έχει σε καιρό παγκοσµιοποίησης. Όσο για την αλλαγή της κοινωνίας είπαµε ότι οι οικονοµικοί και κοινωνικοί νόµοι, σε αντίθεση µε τους νόµους της φύσης, δεν είναι αιώνιοι και αναλλοίωτοι, µεταβάλλονται ή και αλλάζουν ριζικά. Κι όσο κι αν χωράει πολλή  συζήτηση  αν  είναι  τελικά  οι  άνθρωποι  που  αλλάζουν  τις  συνθήκες,  ή  οι  αλλαγµένοι άνθρωποι είναι προϊόντα αλλαγµένων συνθηκών και ο καθένας µπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα µε το βαθµό αισιοδοξίας ή κοινωνικού ντετερµινισµού που τον διακρίνει, είναι σίγουρο ότι ακόµα κι αν ισχύει το δεύτερο, πραγµατοποιείται µέσω του πρώτου. Οι άνθρωποι καθηµερινά δρουν µέσα στα πράγµατα και τα επηρεάζουν ή και τα αλλάζουν µε τη δράση τους -αλλά για να επηρεάσεις και να αλλάξεις κάτι πρέπει να παρέµβεις πολιτικά στο πεδίο ορισµού του. Και είναι ακριβώς αυτό το πεδίο ορισµού που στον καιρό της παγκοσµιοποίησης είναι πολιτικά ασχηµάτιστο και διαφεύγει από την εµβέλεια της παρέµβασής µας. Στο σχηµατισµό, στην πολιτική σχηµατοποίηση, αυτού του παγκόσµιου πεδίου είναι που υπάρχουν όχι απλώς τα περιθώρια, αλλά και το καθήκον αριστερής πολιτικής παρέµβασης µε την κυριολεξία του όρου, δηλαδή παρέµβαση που δηµιουργεί πράγµατα και αλλάζει πράγµατα. Αλλά ακόµα κι αυτή η παρέµβαση προϋποθέτει κράτος, κράτος µε φωνή και παρουσία, κατά το δυνατόν ισχυρό κράτος. Γυρίζουµε έτσι και πάλι στο ζήτηµα της ανασυγκρότησής του.

    12 Μαρτίου 2011

    Μια ανορθόδοξη ερμηνεία της παρακμής του ΕΣΥ



    Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 111, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010, κυκλοφόρησε τον Μάρτιο 2011)

    1.
    Ένα από τα μεγαλύτερα (και θλιβερότερα) παράδοξα της παρατεταμένης μεταπολίτευσης είναι δίχως άλλο η παραβολική τροχιά που διέγραψε ο δημόσιος τομέας της υγείας, από τις μεγάλες προσδοκίες των αρχών της δεκαετίας του '80 στη σημερινή πραγματικότητα. Κατά τη γνώμη μου, η ιστορία αυτή - αν και όχι εντελώς απαλλαγμένη από φωτεινά σημεία - είναι από πολλές απόψεις μια ιστορία παρακμής. Θεωρώ ότι η διαλεύκανση της ιστορίας αυτής είναι απαραίτητη: όχι μόνο για την καλύτερη ερμηνεία του αδιεξόδου της δημόσιας πολιτικής υγείας, αλλά και για την πληρέστερη κατανόηση των συστημικών εμποδίων πάνω στα οποία είναι καταδικασμένη να προσκρούσει κάθε απόπειρα ανάταξης του δημόσιου τομέα στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης των αρχών της δεκαετίας του '10.

    Η θεσμοθέτηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας το 1983 ήταν ίσως η πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ – την εποχή εκείνη στη φάση της μέγιστης ακμής τους. Η Εισηγητική Έκθεση του νομοσχεδίου για το ΕΣΥ ανέφερε ότι ο στόχος του ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ «η αποεμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία». Όπως ήταν αυτονόητο, η αριστερή αντιπολίτευση υποστήριζε τη δημιουργία ενός κρατικού συστήματος υγείας. Λιγότερο αυτονόητο ήταν ότι το ίδιο ίσχυε και για ένα σημαντικό τμήμα της (με την ορολογία της εποχής) «φωτισμένης δεξιάς», με πρώτο τον Σπύρο Δοξιάδη, υπουργό υγείας 1977-1981. Παρά τις αντιρρήσεις των ιατρικών συλλόγων, η θεσμοθέτηση του ΕΣΥ προσέφερε σε χιλιάδες νέους γιατρούς ένα μέλλον σίγουρης επαγγελματικής ανέλιξης και βελτιωμένων αποδοχών στο ασφαλές περιβάλλον του Δημοσίου. Τέλος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης τασσόταν επίσης υπέρ της «αλλαγής στην υγεία», έχοντας πιστέψει στη ρεαλιστική ουτοπία ενός δημόσιου συστήματος υγείας όπως αυτό των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, η πρόσβαση στο οποίο να εξαρτάται από την ανάγκη για περίθαλψη, όχι από το εισόδημα ή την κοινωνική θέση.

    Τρεις δεκαετίες αργότερα, το τοπίο έχει αλλάξει δραματικά. Η συνολική δαπάνη υγείας έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα, και συνεχίζει να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Η αναλογία των γιατρών στον πληθυσμό είναι από τις υψηλότερες διεθνώς. Η διαθεσιμότητα νοσοκομειακών κλινών έχει βελτιωθεί σημαντικά, ιδίως στην περιφέρεια. Η χρήση πανάκριβων μηχανημάτων βιοϊατρικής τεχνολογίας είναι πιο διαδεδομένη στην Ελλάδα παρά σε χώρες πλουσιότερες και με μεγαλύτερη παράδοση πολιτικής υγείας. Και όμως, η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στο ΕΣΥ είναι χαμηλή, η περίθαλψη εξακολουθεί να κοστίζει πολύ στους ασθενείς ακόμη και όταν είναι θεωρητικά δωρεάν, ενώ η ιδιωτική ιατρική συνεχίζει να ευμερεί. Με δυο λόγια, η υγεία στην Ελλάδα είναι περισσότερο εμπορευματοποιημένη παρά ποτέ.

    Ένα πρόβλημα από το οποίο σίγουρα δεν πάσχει η υγεία στη χώρα μας είναι έλλειψη πόρων. Ενδεικτικά, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, σε σχέση με τη Βρετανία (η οποία, εκτός της μακράς και ένδοξης ιστορίας του δικού της ΕΣΥ, γνώριζε την εποχή εκείνη μια μεγάλη επέκταση στην υγεία), η Ελλάδα διέθετε 30% περισσότερες νοσοκομειακές κλίνες ανά κάτοικο, υπερδιπλάσιο αριθμό γιατρών, τρεισήμισυ φορές περισσότερους αξονικούς τομογράφους και δυόμιση φορές περισσότερους μαγνητικούς τομογράφους. (Από την άλλη, είχε μόνο το ένα τρίτο των νοσοκόμων.) Ενώ η συνολική δαπάνη υγείας προ ΕΣΥ ήταν χαμηλή, κάτω από 6% του ΑΕΠ, σήμερα πλησιάζει το 10% (ας σημειωθεί ότι στη Βρετανία, όπως στην Ισπανία και την Ιταλία, είναι γύρω στο 8,5% του ΑΕΠ). Το μερίδιο της δημόσιας στη συνολική δαπάνη υγείας διαφέρει ανάλογα με τις εκτιμήσεις από 50% σε 60%, είναι δηλαδή σαφώς χαμηλότερο από ό,τι στην Ιταλία και την Ισπανία (όπου κυμαίνεται από 70% σε 80%), και πολύ χαμηλότερο από ό,τι στην Βρετανία (80% με 90% του ΑΕΠ).

    Εν τω μεταξύ, παρότι η υγεία κοστίζει στους φορολογούμενους περισσότερο παρά ποτέ, οι ασθενείς συνεχίζουν να βάζουν το χέρι βαθιά στην τσέπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία ενός πρόσφατου «Ευρωβαρόμετρου», σε ερώτηση σχετική με το κόστος της περίθαλψης, το ποσοστό όσων αυθόρμητα απάντησαν «είναι δωρεάν» δεν ξεπερνούσε στη χώρα μας το 5%, ενώ έφτανε το 32% στην Ισπανία (το ΕΣΥ της οποίας θεσμοθετήθηκε την ίδια εποχή με το Ελληνικό) και το 50% στη Βρετανία. Το ποσοστό όσων αντίθετα έβρισκαν το κόστος της περίθαλψης πολύ ή αρκετά δυσβάστακτο ήταν 71% στην Ελλάδα, έναντι μόλις 22% στην Ισπανία και 13% στη Βρετανία.

    Συχνά το ποσό που πρέπει να πληρώσουν οι ασθενείς για την περίθαλψή τους εμπίπτει σε αυτό που οι οικονομολόγοι της υγείας ονομάζουν «καταστροφικές δαπάνες». Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας SHARE, η οποία καλύπτει ένα μεγάλο αριθμό ατόμων ηλικίας 50+ σε 12 Ευρωπαϊκές χώρες, το ποσοστό όσων απάντησαν ότι τα έξοδα περίθαλψης απορροφούσαν πάνω από 25% του διαθέσιμου εισοδήματός τους ήταν 10% στην Ελλάδα (έναντι 5% στην Ιταλία, 3% στην Ισπανία, και μόλις 1% στην Τσεχία). Το αντίστοιχο ποσοστό στο φτωχότερο 20% του δείγματος έφτανε το 39% στην Ελλάδα (έναντι 20% στην Ιταλία, 12% στην Ισπανία, 4% στην Τσεχία).

    Γενικά οι φτωχοί πληρώνουν ένα μεγαλύτερο ποσοστό του (χαμηλότερου) εισοδήματός τους για υγεία. Άλλη εργασία που ανέλυσε τα στοιχεία της ίδιας έρευνας SHARE διαπίστωσε ότι το μέσο μερίδιο των εξόδων περίθαλψης στο εισόδημα των ατόμων ηλικίας 50+ στην Ελλάδα ήταν 14% στο φτωχότερο 20% του δείγματος, έναντι 3% στο πλουσιότερο 20%. Αυτό επιβεβαιώνουν και τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό όσων δεν μπόρεσαν να κάνουν χρήση υπηρεσιών υγείας, παρότι είχαν ιατρική ανάγκη, επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα, ήταν 4% στην Ελλάδα έναντι 2% στην ΕΕ-27. Το αντίστοιχο ποσοστό στο φτωχότερο 20% του δείγματος έφτανε το 7% στην Ελλάδα έναντι 5% στην ΕΕ-27. Προηγούμενη δική μας έρευνα έδειξε ότι το ειδικό βάρος της οικογενειακής δαπάνης για υγεία ήταν υψηλότερο σε νοικοκυριά ηλικιωμένων, ζευγαριών με μικρά παιδιά, καθώς και ασφαλισμένων του ΟΓΑ.

    Τέλος, όσον αφορά την ποιότητα της περίθαλψης όπως την αντιλαμβάνονται οι χρήστες, τα στοιχεία του προαναφερθέντος «Ευρωβαρόμετρου» δείχνουν ότι το ποσοστό όσων την έβρισκαν «πολύ κακή» ή «αρκετά κακή» έφτανε το 52% στην Ελλάδα, έναντι μόλις 15% στην Ισπανία και 18% στη Βρετανία.

    Ας ανακεφαλαιώσουμε. Ο τομέας της υγείας στην Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη πόρων: αντίθετα, έχουμε υπερπροσφορά γιατρών, νοσοκομειακών κλινών και πανάκριβης βιοϊατρικής τεχνολογίας, ενώ ξοδεύουμε περισσότερα παρά ποτέ. Και όμως, η κοινή γνώμη έχει σε χαμηλή εκτίμηση της ποιότητα της υγείας, η περίθαλψη κοστίζει ακριβά (τόσο που πολλοί Έλληνες - περισσότεροι από ό,τι άλλοι Ευρωπαίοι - στερούνται αναγκαίες υπηρεσίες), ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας βαραίνουν δυσανάλογα τους φτωχότερους και πιο ηλικιωμένους ασθενείς.

    Είναι προφανές ότι κάτι πήγε στραβά. Το ερώτημα είναι τι.

    2.
    Στις ρίζες της κακοδαιμονίας βρίσκεται ένα κρίσιμο «σχεδιαστικό σφάλμα». Αντί η θεσμοθέτηση του ΕΣΥ να συμβαδίζει με την κατάργηση των ταμείων υγείας, όπως θα ήταν λογικό και όπως συνέβη στην Ιταλία (εν μια νυκτί) και στην Ισπανία (σε βάθος 20ετίας), στην Ελλάδα ΕΣΥ και ταμεία υγείας συνυπάρχουν. Το πώς ακριβώς φτάσαμε σε αυτή την παγκόσμια πρωτοτυπία σχετίζεται με ένα όχι και τόσο γνωστό επεισόδιο κοινοβουλευτικής ιστορίας.

    Το αρχικό σχέδιο νόμου για το ΕΣΥ προέβλεπε τη συγχώνευση όλων των ταμείων υγείας σε έναν Ενιαίο Φορέα Υγείας. Η διαφαινόμενη «εξίσωση προς τα κάτω» είχε προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις μεταξύ των ασφαλισμένων των «ευγενών ταμείων» νομικών, μηχανικών και υγειονομικών, καθώς και των συντεχνιών του Δημοσίου, των τραπεζών και των ΔΕΚΟ. Οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του Παρασκευά Αυγερινού (εισηγητή της πλειοψηφίας), πήρε το λόγο «ως απλός βουλευτής» ο Γιάννης Αλευράς (πρόεδρος της Βουλής, ισχυρός ανήρ του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρόεδρος της ΟΤΟΕ).

    Η ομιλία του τελευταίου έμεινε στα χρονικά όχι μόνο για το ασύνηθες του εγχειρήματος, αλλά και για τον απερίφραστο τρόπο με τον οποίο απείλησε να τεθεί επικεφαλής όσων επιχειρούσαν να τορπιλλίσουν το νομοσχέδιο, τουλάχιστον σε αυτό το κρίσιμο σημείο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου (τότε πρωθυπουργός) αποφάσισε ότι το θέμα παραήταν ασήμαντο για να ριψοκινδυνεύσει τη συνοχή της κυβέρνησης. Ο Αυγερινός ήθελε ΕΣΥ, ο Αλευράς ήθελε χωριστά ταμεία – προς τι τα μίση και ο αλληλοσπαραγμός; ας έχουμε και τα δύο.

    Κάπως έτσι λοιπόν αποκτήσαμε και ΕΣΥ και ταμεία. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ασυνάρτητη συνύπαρξη Beveridge και Bismarck στο ίδιο σύστημα μας κόστισε μάλλον ακριβά. Αφενός, η καθ'ημάς εκδοχή κοινωνικής ασφάλισης αναπαρήγαγε και διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες από το πεδίο των εισοδημάτων στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας, επιτρέποντας στις πιο εύπορες ομάδες να αυτοεξαιρούνται από τη αναγκαστική αλληλεγγύη ενός ενιαίου συστήματος. Συχνά, μάλιστα, η αναδιανομή είναι αντίστροφη – όπως γίνεται με την επιδότηση των ευγενών ταμείων από το κοινωνικό σύνολο μέσω των «κοινωνικών πόρων». Τέλος, η έλλειψη κάποιου μηχανισμού μεταφοράς πόρων προς ταμεία με δυσμενές δημογραφικό προφίλ μετατρέπει την παρακμή κάποιων κλάδων ή επαγγελμάτων (π.χ. των ναυτικών) σε χρεωκοπία των αντίστοιχων ταμείων (σε αυτή την περίπτωση του ΝΑΤ). Αφετέρου, όσον αφορά την οικονομία του δημόσιου τομέα της υγείας, η συνύπαρξη ΕΣΥ και ταμείων (σε συνδυασμό πάντοτε με τον κατακερματισμό των τελευταίων) πολλαπλασίασε το διαχειριστικό κόστος και εμπόδισε και το ΕΣΥ και τα ταμεία να δράσουν ως «μονοψωνητές», δηλαδή ως προνομιακοί αγοραστές. Γενικά, και τα δύο μοντέλα - της κοινωνικής ασφάλισης υγείας (όπως στη Γερμανία ή στη Γαλλία) και του ΕΣΥ (όπως στη Βρετανία ή τη Σουηδία) – έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Διατηρώντας εν ζωή τα ταμεία υγείας και μετά την ίδρυση του ΕΣΥ, καταλήξαμε με ένα σύστημα που συνδυάζει τα μειονεκτήματα των δύο μοντέλων, χωρίς κανένα από τα πλεονεκτήματά τους.

    Η σχετική βιβλιογραφία αναφέρει και άλλους παράγοντες συστημικής αποτυχίας, οι οποίοι συνδέονται με το παραπάνω «σχεδιαστικό σφάλμα» αλλά και μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η ανυπαρξία μιας εύλογης διοικητικής δομής, με καλά καθορισμένους ρόλους, σαφείς διαδικασίες λογοδοσίας, με ρεαλιστικούς αλλά και αυστηρούς εισοδηματικούς περιορισμούς συνέβαλε κατά πολύ στο να μην μπορεί να δοθεί απάντηση στο απλό ερώτημα «ποιος είναι υπεύθυνος για την πολιτική υγείας στην Ελλάδα». Το ίδιο και η χαμηλή στάθμη όλων των βαθμίδων του διοικητικού προσωπικού του ΕΣΥ και των ταμείων, η οποία αντανακλά βέβαια τις γενικότερες αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης εν Ελλάδι, έχει όμως και ειδικότερες όψεις – κάποιες από τις οποίες αποκαλύφθηκαν το 2001, κατά την εν τέλει αποτυχημένη απόπειρα αξιοκρατικής επιλογής διοικητών νοσοκομείων επί υπουργίας Αλέκου Παπαδόπουλου.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παράγοντες αυτοί, καθώς και άλλοι (π.χ. η συνεχής αύξηση του αριθμού των γιατρών, η ισχύς των ομάδων συμφερόντων, η περιχαράκωση του ΕΣΥ σε «εθνικό σύστημα νοσοκομείων» και η συνακόλουθη de facto ιδιωτικοποίηση της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης), οι οποίοι έχουν επίσης συζητηθεί στη σχετική βιβλιογραφία, συνέβαλαν στη σημερινή κατάσταση.

    Παρόλα αυτά, η συνδυασμένη ερμηνευτική ισχύ των «αναγνώσεων» αυτών μου φαίνεται τελικά μάλλον περιορισμένη σε σχέση με το μέγεθος της προς εξήγηση αποτυχίας. Έτσι, έχω σταδιακά σχηματίσει την πεποίθηση ότι πέρα και πάνω από τους παραπάνω παράγοντες βρίσκεται ένας άλλος, που πολλαπλασιάζει τις αρνητικές συνέπειές τους, και που δεν έχει ακόμη μελετηθεί όσο θα έπρεπε. Ας το ονομάσουμε «ηθική κρίση».

    3.
    Η ερμηνεία που προτείνω μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες οι κυρίαρχες αξίες στην Ελλάδα του ιατρικού κόσμου και των άλλων πρωταγωνιστών του τομέα υγείας παρέμειναν ασύμβατες με την δεοντολογία και τους κανόνες συμπεριφοράς σε ένα εθνικό σύστημα υγείας. Ίσως μάλιστα οι συλλογικές αντιλήψεις των γιατρών και άλλων σταδιακά να απομακρύνθηκαν και άλλο από το ήθος του δημόσιου λειτουργήματος, και να προσχώρησαν στον κανόνα του ατομικού πλουτισμού - γρήγορα και σχεδόν με κάθε τρόπο.

    Φυσικά, δεδομένου ότι τα σχετικά φαινόμενα δεν επιδέχονται ακριβούς μέτρησης, «αποδείξεις» για μια τέτοια ερμηνεία είναι δυσεύρετες. Αντίθετα, οι ενδείξεις αφθονούν, αν και ο χαρακτήρας τους είναι αναγκαστικά ανεκδοτολογικός και αποσπασματικός.

    Όπως συχνά συμβαίνει, μια καλή πηγή πληροφοριών για το πνεύμα μιας εποχής είναι η λογοτεχνία. Οι προσεκτικοί αναγνώστες των περιπετειών του Αστυνόμου Χαρίτου ίσως θυμούνται το πώς ο γιατρός Ουζουνίδης (μετέπειτα σύντροφος της κόρης του Χαρίτου) είχε κληθεί να δώσει εξηγήσεις στο νοσοκομείο όπου εργαζόταν επειδή δεν έπαιρνε φακελάκι. Όταν δε ο διευθυντής του τού ζήτησε «να κάνει τουλάχιστον ότι παίρνει», αποφάσισε να τηρήσει μια ενδιάμεση στάση: συνέχισε να μην παίρνει φακελάκι, ούτε έλεγε ότι παίρνει, το άφηνε απλώς να εννοηθεί.

    Όπως δείχνουν τα (ελάχιστα) διαθέσιμα δεδομένα, λίγοι γιατροί τηρούν μια τέτοια στάση αρχής στην πραγματική ζωή. Σε μια πρόσφατη έρευνα 336 ατόμων που νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομεία του ΕΣΥ το 2005, 36% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι πλήρωσαν τουλάχιστον μια φορά φακελάκι, ενώ ακόμη 4% δήλωσαν ότι τους ζητήθηκε από τον γιατρό αλλά εκείνοι αρνήθηκαν. Μόνο 4% ανέφεραν ότι προσφέρθηκαν να πληρώσουν αλλά ο γιατρός αρνήθηκε. Τα σχετικά ποσά κυμάνθηκαν από φιλοδωρήματα των 20 ευρώ έως πληρωμές της τάξης των 8.000 ευρώ (μέσο ποσό 418 ευρώ). Δεν παρατηρήθηκε διαφοροποίηση στη συμπεριφορά των γιατρών ανάλογα με το εισόδημα ή την κοινωνική τάξη των ασθενών.

    Φυσικά το φακελάκι προϋπήρχε του ΕΣΥ. Άλλωστε, η επίσημη αιτιολόγηση της αύξησης των αποδοχών των γιατρών του ΕΣΥ το 1985 κατά 250% δεν ήταν άλλος από τον τερματισμό της πρακτικής αυτής. Προφανώς το μέτρο δεν απέδωσε.

    Η περιφρόνηση της δεοντολογίας φαίνεται να είναι το ίδιο διαδεδομένη εντός και εκτός ΕΣΥ. Πολλοί – ίσως οι περισσότεροι – γιατροί δεν φαίνεται να θεωρούν επιλήψιμη την αποδοχή «δώρων» από τους ασθενείς, ή από τους προμηθευτές νοσοκομειακού εξοπλισμού, ή από τους «ιατρικούς επισκέπτες» που εκπροσωπούν κάποια φαρμακευτική εταιρεία. Πολύ λιγότερο επιλήψιμη φαίνεται να θεωρούν τη συμμετοχή σε εξωτικά ταξίδια που διοργανώνονται με πρόσχημα κάποιο «συνέδριο», συνήθως αμφίβολης επιστημονικότητας, με όλα τα έξοδα πληρωμένα από κάποια φαρμακευτική εταιρεία.

    Σε ένα τέτοιο «αξιακό» περιβάλλον ο,τιδήποτε μπορεί να συμβεί – και κατά κανόνα συμβαίνει. Εκτεταμένη «προκλητή ζήτηση», ακόμη και με τη μορφή χειρουργικών επεμβάσεων σε ασθενείς που δεν τις χρειάζονται. Είσπραξη από γιατρούς υπέρογκων ποσών για φάρμακα ή άλλες υπηρεσίες τις οποίες δεν παρείχαν ποτέ. Υπερτιμολογήσεις προμηθειών. Χρηματισμός γιατρών για την προώθηση ιατρικών ειδών στα δημόσια νοσοκομεία. Είναι περιττό να προστεθεί ότι η φοροδιαφυγή μεταξύ των γιατρών έχει πάρει ενδημικές διαστάσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι μάλλον αναμενόμενο αυτό που διαπιστώνει πρόσφατο «Ευρωβαρόμετρο», ότι δηλαδή το ποσοστό των ερωτηθέντων που θεωρούν ότι «η διαφθορά στον δημόσιο τομέα υγείας είναι εκτεταμένη» φθάνει το 82% στην Ελλάδα, έναντι 32% στο σύνολο της ΕΕ-27.

    Η διαφθορά ενίοτε σκοτώνει. Εμβληματική είναι εδώ η περίπτωση της Αμαλίας Καλυβίνου, μιας νεαρής γυναίκας που έχασε τη μάχη κατά του καρκίνου τον Μάιο 2007, μετά από μια απίστευτη σειρά λανθασμένων διαγνώσεων, διανθισμένων με απαιτήσεις γιατρών για φακελάκι, ενώ ήταν ασθενής του ΕΣΥ.

    Ως οικονομολόγος είμαι εκπαιδευμένος να αναζητώ έναν τρόπο ευθυγράμμισης των ατομικών κινήτρων με το δημόσιο συμφέρον. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι περιθώρια για έναν τέτοιο τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης του ΕΣΥ απλώς δεν υφίστανται. Ο προσωπικός μου «δρόμος προς τη Δαμασκό» ήταν μια συνομιλία μου πριν λίγα χρόνια με έναν καθόλα συμπαθή γιατρό για το θέμα των απογευματινών ιατρείων – δηλαδή την απόπειρα του τότε υπουργού υγείας Αλέκου Παπαδόπουλου να επεκτείνει τις ώρες λειτουργίας των κρατικών νοσοκομείων, προσφέροντας ταυτόχρονα στους γιατρούς του ΕΣΥ έναν νόμιμο τρόπο αύξησης των εισοδημάτων τους. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο συμπαθής γιατρός μου εξήγησε ότι με αμοιβή 50 ευρώ (ανά επίσκεψη των 15 λεπτών) τα απογευματινά ιατρεία «δεν άξιζαν τον κόπο». Τότε λοιπόν μου αποκαλύφθηκε η (πικρή) αλήθεια: ότι κανένα δημόσιο σύστημα υγείας πουθενά στον κόσμο – και πολύ λιγότερο στη σημερινή πρακτικά χρεωκοπημένη Ελλάδα - δεν είναι σε θέση να πληρώνει σε τόσους πολλούς γιατρούς τόσα χρήματα όσα έχουν συνηθίσει να κερδίζουν στη σημερινή κατάσταση ανομίας στο χώρο της υγείας.

    4.
    Η προηγούμενη συζήτηση δείχνει ότι το πλέγμα των υπηρεσιών υγείας στη χώρα μας (ΕΣΥ, ταμεία υγείας και ιδιωτικός τομέας) κοστίζει υπερβολικά στους φορολογούμενους και στους ασθενείς, αφήνει δυσαρεστημένους τους περισσότερους χρήστες, και προκαλεί απαράδεκτες ανισότητες και σπατάλη πόρων. Από την άλλη, επιτελεί ένα σημαντικό έργο: παρέχει σταθερή απασχόληση και υψηλές αποδοχές σε όσους εργάζονται εκεί, ή εμπλέκονται με κάποιον άλλο τρόπο στις λειτουργίες του – δηλαδή στους γιατρούς, αλλά όχι μόνο.

    Για το λόγο αυτό βάλτωσαν ή έμειναν απλώς ανεφάρμοστα το ένα μετά το άλλο όλα τα μεταρρυθμιστικά σχέδια που δοκιμάστηκαν στο παρελθόν, ακόμη και τα πιο φιλόδοξα: όχι επειδή ήταν κακοσχεδιασμένα ή επειδή δεν υποστηρίχθηκαν επαρκώς - παρόλο που συχνά ίσχυε και αυτό.

    Με αυτά τα δεδομένα, η μεταρρύθμιση στην υγεία δεν μπορεί να βασιστεί στην «εξαγορά» ισχυρών αντιπάλων ώστε να δώσουν τη συναίνεσή τους σε αλλαγές θετικού αθροίσματος. Στις παρούσες συνθήκες, τέτοιες αλλαγές είναι πιθανώς ανέφικτες, με την τεχνική έννοια του όρου.

    Συνεπώς, εάν η παραπάνω διάγνωση είναι ορθή, τα περιθώρια βελτιώσεων είναι απελπιστικά περιορισμένα όσο η ηθική κρίση εξακολουθεί να μαστίζει το σύστημα υγείας. Κατά τη γνώμη μου, η μοναδική ελπίδα μιας μελλοντικής απόπειρας μεταρρύθμισης στην υγεία είναι η πρωταρχική συσσώρευση ενός «κοινωνικού κεφαλαίου»: με άλλα λόγια ο εντοπισμός πρώτα, και η συνειδητή ενίσχυση και υποστήριξη έπειτα, μιας κρίσιμης μάζας γιατρών, νοσηλευτών και διοικητικών στελεχών και υπαλλήλων που να είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν στο δημόσιο σύστημα, με μόνο αντίτιμο ένα αξιοπρεπές, απλώς, εισόδημα - και επιπλέον «κέρδος» την αυτοεκτίμησή τους, τον σεβασμό κάποιων συναδέλφων τους, και την αγάπη των ασθενών τους.

    Δίχως μια τέτοια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, καμμία μεταρρυθμιστική απόπειρα δεν θα καταφέρει όχι να αντιστρέψει αλλά ούτε καν να επιβραδύνει τον καλπάζοντα εκφυλισμό του τομέα της υγείας στη χώρα μας σε εφιαλτικό κακέκτυπο της ρεαλιστικής ουτοπίας ενός δημόσιου συστήματος υγείας, η πρόσβαση στο οποίο να εξαρτάται από την ανάγκη για περίθαλψη, όχι από το εισόδημα ή την κοινωνική θέση.

    3 Μαρτίου 2011

    Αντιμέτωποι με την κρίση χωρίς δίχτυ ασφαλείας

    Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011)

    Με ή χωρίς Μνημόνιο, έχουμε μπροστά μας δύσκολα χρόνια. Πολλά ή λίγα; Αυτό δεν το ξέρουμε. Αν τα πράγματα πάνε καλά, αν αντιδράσουμε δηλαδή δημιουργικά και συντεταγμένα στην κρίση (μεγάλο «αν»), η πορεία μας θα έχει σχήμα «U». Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, η πορεία μας θα έχει σχήμα «L». Σε κάθε περίπτωση, το σίγουρο είναι ότι έχουμε μπροστά μας δύσκολα χρόνια.

    Το ερώτημα είναι; Πώς αντιμετωπίζουμε τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης;

    Ας δούμε τι κάνουν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κατ’ αρχήν, συνηθίζουμε να λέμε και να γράφουμε ότι η κρίση είναι διεθνής, πανευρωπαϊκή κτλ. Στην πραγματικότητα, οι υπόλοιπες 26 χώρες της Ε.Ε. βγήκαν από την ύφεση ήδη από τα μέσα του 2010. Στις μισές από αυτές η ανεργία συνεχίζει να αυξάνεται, με χαμηλότερους όμως ρυθμούς. Η δική μας κρίση είναι βαθύτερη και θα διαρκέσει περισσότερο, επειδή είναι διαφορετική.

    Οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, λοιπόν, βγήκαν ή βγαίνουν από την κρίση. Διέλυσε η κρίση την κοινωνική τους συνοχή; Αυτό ισχυρίζονται, συχνά χαιρέκακα, οι εγχώριοι καταστροφολόγοι και αντιευρωπαϊστές κάθε απόχρωσης. Η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο: η ανεργία στην Ευρώπη αυξήθηκε πολύ λιγότερο από ό,τι στις ΗΠΑ (όπου η κρίση ήταν το ίδιο έντονη), ενώ η φτώχεια και η ανισότητα έμειναν γενικά αμετάβλητες.

    Πώς το πέτυχαν αυτό; Η βασική διαφορά της Μεγάλης Κρίσης του 1929-31 με τη Μεγάλη Ύφεση του 2007-09 είναι ότι τότε δεν υπήρχε κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας άξιο λόγου – ενώ τώρα ναι. Η κρίση ενεργοποιεί τους αυτοματισμούς του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Τα ευάλωτα στρώματα που πλήττονται από αυτήν ανακτούν μέρος των απωλειών μέσω των μηχανισμών εισοδηματικής στήριξης: επιδόματα ανεργίας, οικογενειακά επιδόματα, επιδόματα κατοικίας, ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Με αυτά και με αυτά, η κοινωνική δαπάνη στην Ε.Ε. αυξήθηκε σε 30,7% (από 27,5% του ΑΕΠ το 2007). Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο κάθε άλλο παρά καταρρέει.

    Αυτά στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα;

    Στην Ελλάδα σπαταλήσαμε 20 χρόνια συζητώντας αν πρέπει ή όχι να βγαίνουν οι μητέρες ανηλίκων στο Δημόσιο στη σύνταξη στα 47. Έτσι επαληθεύτηκε η προ 15ετίας προφητεία του κ. Πολυζωγόπουλου, ότι για να χρεωκοπήσει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα πρέπει πρώτα να χρεωκοπήσει το κράτος. Την ώρα όμως που οι ευνοημένες ομάδες φώναζαν, οι φτωχές οικογένειες έμεναν χωρίς φωνή. Για τα προβλήματα τους δεν γίνονταν διαδηλώσεις, ούτε επερωτήσεις στη Βουλή. Έτσι αποκτήσαμε το κοινωνικό κράτος που αξίζαμε: γενναιόδωρο με τους δυνατούς, σκληρό με τους αδύνατους.

    Και τώρα που το χρειαζόμαστε, διαπιστώνουμε ότι το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας είναι διάτρητο. Οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που χάνουν τη δουλειά τους έχουν να περιμένουν λίγα πράγματα από αυτό.

    Π.χ. το τακτικό επίδομα ανεργίας (καλό ως σύστημα ενίσχυσης της εποχικής απασχόλησης στον τουρισμό και στην ιδιωτική παραπαιδεία) μετά από 12 το πολύ μήνες σταματά – και τότε; Το 2003 είχε θεσμοθετηθεί ένα φιλόδοξο επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας. Έκτοτε όμως ξεχάστηκε. Ο ΟΑΕΔ που το χορηγεί δεν θεωρεί ότι η ενημέρωση των πιθανών αποδεκτών για τα δικαιώματά τους είναι δική του δουλειά. Τα ανέκαθεν αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια δεν αναπροσαρμόστηκαν ποτέ. Αποτέλεσμα: ο αριθμός των δικαιούχων – 733 άτομα σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία – δεν φτάνει ούτε το 0,5% των μακροχρόνια ανέργων!

    Τα οικογενειακά επιδόματα για τους περισσότερους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα φτάνουν τα 8 ευρώ το μήνα για ένα παιδί, 25 ευρώ για δύο παιδιά. Βέβαια, για τους υπαλλήλους ΔΕΚΟ, τραπεζών και δημοσίου τα πράγματα είναι καλύτερα. Όσο για τους τρίτεκνους και πολύτεκνους, δέχονται καταιγισμό παροχών: από επιδόματα πολλαπλάσιας αξίας έως πράσινο φως για μετεγγραφή σε πανεπιστήμιο της Αθήνας, ενώ τελευταία έχουν τεθεί υπό την προστασία του ΛΑΟΣ. Και όμως, η συντριπτική πλειονότητα των φτωχών παιδιών ζει σε οικογένειες με ένα ή το πολύ δύο παιδιά.

    Ενώ στην Ευρώπη τα επιδόματα κατοικίας βοηθούν τις φτωχές οικογένειες να τα βγάλουν πέρα με το νοίκι και τα άλλα έξοδα, ιδίως σε εποχές κρίσης, ο ΟΕΚ δεν κατέβαλε καθόλου επίδομα ενοικίου το 2010 («λόγω κρίσης»). Είδατε να διαμαρτυρήθηκε κανείς;

    Όσο για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ως γνωστόν δεν έχουμε καθόλου – μόνοι εμείς στην Ε.Ε. των 27.

    Θα μου πείτε: Και τι περιμένω; Τώρα, εν μέσω Μνημονίου και κρίσης, να κάνουμε για το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας όσα δεν κάναμε τα χρόνια των παχιών αγελάδων;

    Αυτό ακριβώς περιμένω. Επειδή η κυβέρνησή μας ομνύει στην κοινωνική συνοχή. Επειδή ακόμη και το αμφιλεγόμενο πρόγραμμα άγριων περικοπών που εφαρμόζει η κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελεύθερων στη Βρετανία, περιέχει μέτρα προστασίας των πιο ευάλωτων στρωμάτων. Και κυρίως, επειδή τώρα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε ένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας.

    1 Φεβρουαρίου 2011

    Γιατί δεν λύνεται το ασφαλιστικό;

    Παρουσίαση του βιβλίου «Ασφαλιστικό: Μια μέθοδος ανάγνωσης» του Πλάτωνα Τήνιου (Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 2010). Μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του κειμένου, με τον τίτλο «Η άλλη χρεοκοπία του ασφαλιστικού», δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Φεβρουάριος 2011)

    Νομίζω ότι τα βασικά ζητήματα έχουν ήδη τεθεί από τους προηγούμενους ομιλητές (τον Νίκο Χριστοδουλάκη και τον Γιάννη Στουρνάρα), καθώς και στο μήνυμα του Γιάννη Σπράου που διαβάστηκε στην αρχή. Πράγματι, ο επείγων χαρακτήρας του ασφαλιστικού (επείγων εδώ και 20+ χρόνια ...) οφείλεται στο ότι πρόκειται για ένα σύστημα χρεωκοπημένο. Ο Πλάτων Τήνιος μας θυμίζει στο βιβλίο του την απίστευτη ρήση του τότε προέδρου της ΓΣΕΕ ότι (σε ελεύθερη απόδοση) «μην ακούτε ότι το ασφαλιστικό θα χρεωκοπήσει: για να συμβεί αυτό θα πρέπει πρώτα να χρεωκοπήσει το κράτος». Θα μου άρεσε να διαβάσω μια συνέντευξη όπου ο δημοσιογράφος να ζητά από τον κ. Πολυζωγόπουλο να σχολιάσει αυτό που είχε προφητικά δηλώσει το 2001. Έλεγα ότι το ασφαλιστικό συνιστά πρόβλημα κυρίως επειδή το σύστημα είναι χρεωκοπημένο – με την έννοια ότι έχει ελλείμματα, αφανές χρέος και όλα αυτά τα πολύ γνωστά. Σκέφτομαι όμως ότι η μεταρρύθμιση των συντάξεων ίσως να είχε γίνει νωρίτερα εάν οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές είχαν κατανοήσει (και είχαν ύστερα βοηθήσει ή αναγκάσει και την κοινή γνώμη να αντιληφθεί) το πόσο ηθικά χρεωκοπημένο είναι το ασφαλιστικό μας. Πόσο αναπαράγει τις ανισότητες, και συχνά τις διευρύνει, αντί να τις καταπολεμά. Πόσο διαφορετικά δικαιώματα απονέμει, ανάλογα με το αν κάποιος ανήκει σε μια από τις ευνοημένες κατηγορίες ή όχι. Είναι αυτή η ηθική χρεωκοπία που με έκανε πάντοτε να σκέφτομαι ότι, ακόμη και αν (very big if) το ασφαλιστικό ήταν οικονομικά βιώσιμο, μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση – ιδίως μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση της κεντροαριστεράς – θα έπρεπε και πάλι να επείγεται να το μεταρρυθμίσει. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι λυπηρό ότι αυτή η όψη του ζητήματος σπανίως αναδεικνύεται στη δημόσια συζήτηση. Θα τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια όσων κρύβουν την ιδιοτέλειά τους (δηλ. την υπεράσπιση των κεκτημένων τους) αντιπαραθέτοντας τη σοσιαλιστική ευαισθησία τους στην κοινωνική αναλγησία των λογιστών που μιλάνε για ελλείμματα. Και θα υποχρέωνε και τους υπόλοιπους μεγάλους ευνοημένους να εξηγήσουν στην κοινή γνώμη με ποια ακριβώς λογική θα πρέπει ο μέσος φορολογούμενος να επιδοτεί με κοινωνικούς πόρους και άλλα τεχνάσματα τις πανάκριβες συντάξεις τους. Είναι λυπηρό, όχι όμως τυχαίο. Παρότι το ασφαλιστικό εμφανίζεται ως τεχνικό πρόβλημα, στην πραγματικότητα είναι κυρίως πρόβλημα πολιτικής οικονομίας. Το βιβλίο το λέει αυτό. Η επίλυση του ασφαλιστικού θα παρήγαγε τεράστια οφέλη. Αυτοί όμως που θα τα καρπώνονταν είτε δεν ψηφίζουν ακόμη (τα παιδιά μας, οι επερχόμενες γενεές), είτε δεν έχουν αρκετή πολιτική ισχύ (οι χαμηλόμισθοι, οι νόμιμοι μετανάστες, οι νέοι, οι «απλές» γυναίκες εκτός Δημοσίου-Τραπεζών). Αντίθετα, όσοι με την επίλυση του ασφαλιστικού θα έχαναν τα προνόμιά τους (οι θορυβώδεις συντεχνίες, και τα λιγότερο θορυβώδη αλλά με άριστες διασυνδέσεις λόμπυ) έχουν μεγάλη επιρροή στην πολιτική, στον Τύπο, στην κοινή γνώμη. Όλοι αυτοί δεν φαίνεται να συμμερίζονται την διατύπωση του Γιάννη Σπράου στον πρόλογο, ότι δηλ. «Δικαιούχοι μεγάλων προνομίων θα πρέπει να θεωρούν εαυτούς τυχερούς ότι μπόρεσαν να τα απολαύσουν για μεγάλα διαστήματα.» Όπως δείχνει η εμπειρία των τελευταίων μηνών, κανείς δεν παραιτείται εθελοντικά από τα προνόμιά του, όσο μεγάλα και αν είναι αυτά (ή μάλλον ακριβώς επειδή είναι μεγάλα). Ο τετραγωνισμός ενός τέτοιου κύκλου δεν είναι εύκολος, αλλά ούτε και αδύνατος. Θα πρέπει μια κρίσιμη μάζα ευνοημένων να αποδεχθούν την ανάγκη μεταρρύθμισης και να αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για να συνηγορήσουν υπέρ της (στο όνομα π.χ. της σωτηρίας της χώρας, ή της σωτηρίας της ψυχής τους, ή του μέλλοντος των παιδιών τους, ή της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης – ό,τι τέλος πάντων συγκινεί τον καθένα). Αυτό μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί. Ο «συνασπισμός συνηγορίας» στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του ’90 έπαιξε καθοριστικό ρόλο, αλλά στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών όχι. Ίσως επειδή εδώ οι δημοσιογράφοι προτιμούν ένα υστερικό πρωτοσέλιδο από το να ασχοληθούν λίγο βαθύτερα με το θέμα. Ίσως επειδή οι πολιτικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τα υστερικά πρωτοσέλιδα από το τι θα γράφουν για αυτούς τα μελλοντικά βιβλία ιστορίας. Ίσως επειδή ο κοινωνικός εγωισμός των συντεχνιών και των λόμπυ έχει λιγότερες αναστολές από ό,τι αλλού, ή λιγότερα αντίβαρα. Ίσως ακόμη επειδή η κοινή γνώμη κατά βάθος υποστηρίζει τη «ζούγκλα των συντάξεων» και πασχίζει απλώς να επωφεληθεί ατομικά από αυτήν. Ίσως τέλος ο «συνασπισμός συνηγορίας» να είναι τόσο ασθενικός επειδή λίγοι επιστήμονες ασχολούνται με το ασφαλιστικό, και ακόμη λιγότεροι ενδιαφέρονται να συμβάλλουν με τη δουλειά τους στην κατανόηση των τεχνικών όψεών του εκ μέρους του μη ειδικού πολίτη. Ο Πλάτων Τήνιος αποτελεί εξαίρεση (ιδίως στην πιο πρόσφατη εκδοχή του πανεπιστημιακού). Όμως ο κανόνας είναι άλλος. Για όλους αυτούς τους λόγους δεν λύνεται το ασφαλιστικό. Βασικά, επειδή δεν θέλουμε να λυθεί. Δηλαδή δεν το θέλουμε αρκετοί, ή δεν το θέλουμε αρκετά. Θα μου πείτε: «Καλά, και οι νόμοι του καλοκαιριού;» Η τελευταία μεταρρύθμιση συνιστά ένα αποφασιστικότατο βήμα προς τα εμπρός, αλλά το βήμα αυτό κινδυνεύει να μείνει μετέωρο. Όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω αλλού, για τη διατύπωση των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου η κυβέρνηση έδωσε πολλές μάχες εναντίον της τρόικας. Ούτε μια από αυτές δεν δόθηκε για τη θεσμοθέτηση ενός δικαιότερου συστήματος συντάξεων, ούτε για την προστασία των λιγότερο ευνοημένων ή των χαμηλοσυνταξιούχων, σημερινών ή μελλοντικών. Όλες οι μάχες που έδωσαν οι επιτελείς του Υπουργείου χωρίς καμμία εξαίρεση αποσκοπούσαν στη διάσωση όσο το δυνατόν περισσοτέρων προνομίων (από εκείνα τα κατά Γιάννη Σπράο «μεγάλα προνόμια, που οι ενδιαφερόμενοι απήλαυσαν για μεγάλα διαστήματα»). Ευτυχώς για όλους τους υπόλοιπους, σε πολλές από αυτές τις μάχες επικράτησε η τρόικα. Δυστυχώς, δεν επικράτησε σε όλες. Και σε τελευταία ανάλυση, κάποτε η τρόικα θα φύγει από την Ελλάδα. Θα πρέπει λοιπόν να μάθουμε να λύνουμε μόνοι μας τα προβλήματά μας. Εν τω μεταξύ, είναι τόσο πολλές οι παθογένειες του παλιού συστήματος που κληροδοτήθηκαν στο καινούριο, είναι τόσο πολλά αυτά που πρέπει να αλλάξουν για να αποκτήσει η χώρα μας ένα σύγχρονο, βιώσιμο και δίκαιο σύστημα συντάξεων, που το ζήτημα θα είναι για πολύ καιρό μαζί μας. Ας μην πλανώνται λοιπόν οι πολιτικοί μας: το ασφαλιστικό δεν λύθηκε – όχι ακόμη. Και ας μην ανησυχεί η αγαπητή εκδότριά μας: το βιβλίο θα είναι επίκαιρο για πολλά χρόνια ακόμη. Υποψιάζομαι, πάντως, ότι αυτό δεν χαροποιεί ιδιαίτερα τον ίδιο τον συγγραφέα. Όπως άλλωστε υπαινίσσεται σε ένα απόσπασμα του βιβλίου, η συνεχιζόμενη εκκρεμμότητα περί το ασφαλιστικό, εκτός των άλλων δεινών που επισσωρεύει στη χώρα, δεσμεύει επίσης διανοητικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να ασχοληθούν παραγωγικότερα με τη μελέτη άλλων προβλημάτων. Σε αυτό δεν έχω να αντιτάξω τίποτε, εκτός του ότι συμμερίζομαι απολύτως την ανυπομονησία του.