19 Απριλίου 2012

Οι εκλογές της επόμενης μέρας

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 19 Απριλίου 2012).

Πόσοι αναγνώστες της Athens Voice παρακολουθούν την προεκλογική εκστρατεία με κομμένη την ανάσα; Φαντάζομαι ελάχιστοι. Ακόμη και εγώ (που σε αυτές τις εκλογές υποδύομαι τον υποψήφιο βουλευτή) ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να δείξω πολύ ενδιαφέρον για τις μανούβρες του Α ή του Β κόμματος, ή για τις δηλώσεις του Χ ή του Υ πολιτικού.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι εκλογές της 6ης Μαΐου θα είναι κρίσιμες και το αποτέλεσμά τους καθοριστικό. Αυτό όμως που κυρίως με απασχολεί είναι τι θα γίνει στις 7 Μαΐου. Θα μπορέσει να μπει η χώρα μας σε μια νέα φάση, επούλωσης των πληγών της κρίσης, εξυγίανσης της πολιτικής και ανόρθωσης της οικονομίας; Ή θα ανοίξει μια παρατεταμένη περίοδος ακόμη μεγαλύτερης πολιτικής αστάθειας, οικονομικής αβεβαιότητας και κοινωνικής αναταραχής;
Οι δημοσκοπήσεις είναι αντιφατικές μεταξύ τους (και, ίσως, αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας). Συμπίπτουν όμως όλες στο ότι κανένα κόμμα δεν πρόκειται να εξασφαλίσει – ούτε καν να πλησιάσει – την πολυπόθητη αυτοδυναμία. Παρότι το εκλογικό σύστημα είναι φτιαγμένο για να μετατρέπει αδύναμες εκλογικές μειοψηφίες σε ισχυρές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.
Συνεπώς, την επομένη των εκλογών όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα δίλημμα. Ή θα στηρίξουν μια κυβέρνηση συνεργασίας, ή θα οδηγήσουν τη χώρα σε νέες εκλογές.
Η πρώτη επιλογή φαίνεται ότι υποστηρίζεται από τα δύο τρίτα της κοινής γνώμης, αν και δεν έχει πολλούς (φανερούς) θιασώτες μεταξύ των πολιτικών. Η δεύτερη επιλογή είναι εκείνη που προτιμά η ΝΔ, ίσως και άλλοι.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσω – ή μήπως χρειάζεται; - γιατί η δεύτερη επιλογή θα ήταν καταστροφική. Παρά τη δανειακή σύμβαση και το Μνημόνιο ΙΙ, δεν έχουμε ακόμη αποφύγει τη χρεοκοπία. Η διεθνής βοήθεια μας προσφέρει χρήμα και χρόνο (έναντι φυσικά οδυνηρών ανταλλαγμάτων) για να νοικοκυρέψουμε το κράτος και την οικονομία. Εάν σπαταλήσουμε το χρόνο (και το χρήμα) προκειμένου να γίνει ο κ. Σαμαράς πρωθυπουργός, τότε εκείνος μεν θα βρεθεί να κυβερνά μια διαλυμένη χώρα, εμείς δε οι υπόλοιποι να ζούμε σε αυτή.
Συνεπώς, εάν δεχθούμε ότι η ακυβερνησία θα ήταν καταστροφική (και κανείς δεν έχει καν προσπαθήσει να μας πείσει για το αντίθετο), κάποια κυβέρνηση συνεργασίας είναι απαραίτητη. Το θέμα είναι ποια κυβέρνηση, με ποιον επικεφαλής, και κυρίως με ποιο πρόγραμμα.
Η απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα των εκλογών. Το πρόγραμμα όμως της επόμενης κυβέρνησης μπορεί να συζητείται από σήμερα. Ή μάλλον, θα έπρεπε να είναι το βασικό θέμα συζήτησης αυτής της προεκλογικής περιόδου.
Δεν είναι, επειδή οι πολιτικοί μας σκέφτονται ακόμη με τα μυαλά της προηγούμενης φάσης: «εκλογές = κενές υποσχέσεις + θεαματικές κινήσεις + απαξίωση του αντιπάλου». Όσο για τα πραγματικά προβλήματα των πραγματικών ανθρώπων: «ε, ας εκλεγούμε πρώτα ... μετά όλο και κάτι θα σκεφτούμε».
Τι σκέφτομαι εγώ; Η Δημοκρατική Αριστερά (το κόμμα στο οποίο ανήκω) είναι η αριστερά της ευθύνης. Δεν μένει αδιάφορη μπροστά στον κίνδυνο της ακυβερνησίας. Ούτε όμως μπορεί να παίζει το ρόλο του αφελούς συνυπεύθυνου για πολιτικές επιλογές άλλων. Ούτε επείγεται για κυβερνητικά πόστα: δεν είναι σαν κάποια κόμματα που λειτουργούν ως γραφεία ευρέσεως εργασίας για τα στελέχη τους.
Τι απομένει; Ένας μόνος δρόμος, νομίζω. Η Δημοκρατική Αριστερά έχει καταθέσει μια σειρά από «ισοδύναμα»: μέτρα που μειώνουν το έλλειμμα όσο και τα μέτρα της τρόικας, αλλά με κοινωνικά δικαιότερο τρόπο. Επίσης, έχει επεξεργαστεί συγκεκριμένες προτάσεις για την προστασία των πιο αδύναμων από τα θύματα της κρίσης, μέσω της ενδυνάμωσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Οι βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς θα πρέπει λοιπόν να ζητήσουν από την επόμενη κυβέρνηση να συμπεριλάβει στις προγραμματικές της δηλώσεις (πειστικές) δεσμεύσεις εφαρμογής των πιο σημαντικών από τα μέτρα αυτά. Και, εάν αυτό γίνει αποδεκτό από τον εντολοδόχο πρωθυπουργό, να είναι έτοιμοι να προσφέρουν ψήφο ανοχής στη νέα κυβέρνηση.

7 Απριλίου 2012

Η «φιλολαϊκή πολιτική», το ΠΑΣΟΚ, και η δεκαετία του ‘80

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Σάββατο 7 Απριλίου 2012).

Μπορεί να είναι χρήσιμη και φιλολαϊκή η πολιτική; Εξαρτάται τι εννοεί ο καθένας. Όπως την εννοώ, χρήσιμη πολιτική είναι εκείνη που εγγυάται βιώσιμη ευημερία. Αυτό προϋποθέτει αποκατάσταση της νομιμότητας παντού (αρχίζοντας από την ασυδοσία των ισχυροτέρων), δίκαιη κατανομή των βαρών και προστασία των αδύνατων, μηδενική ανοχή στη φοροδιαφυγή-φοροκλοπή. Οδηγεί στην ανάπτυξη, με σταθερούς και δίκαιους κανόνες και δημόσιες υπηρεσίες που εργάζονται με επαγγελματισμό, αμεροληψία, ακεραιότητα. Σε μια οικονομία που αμείβει την υγιή επιχειρηματικότητα, επενδύει στους εργαζόμενους, σέβεται το περιβάλλον. Σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και ευθύνης, όπου γίνονται σεβαστοί οι κανόνες κοινής συμβίωσης.

Αντίθετα, η λέξη «φιλολαϊκή» δε μου λέει πολλά (και τα λίγα που μου λέει, μου είναι μάλλον απεχθή). «Φιλολαϊκή» για παράδειγμα ήταν η πολιτική των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80. Τόσο «φιλολαϊκή» μάλιστα, που ακόμη την πληρώνουμε. Στη διάρκειά της, το δημόσιο χρέος τριπλασιάστηκε. Αντίθετα, στην οκταετία Σημίτη τα ελλείμματα παρέμειναν χαμηλά και το χρέος σταθεροποιήθηκε. (Ίσως επειδή οι κυβερνήσεις Σημίτη δεν ήταν επαρκώς «φιλολαϊκές».)

Η δεκαετία του ’80 ήταν μια καλή δεκαετία για πολλούς. Ιδίως για όσους ήταν κοντά στα «κέντρα λήψης των αποφάσεων». Το τίμημα το πληρώνουν τα παιδιά που έχουν τώρα την ηλικία που είχαμε εμείς τότε. Σύμφωνα με την Eurostat, η ανεργία των νέων έχει φτάσει σήμερα το 50,4%. Εκεί καταλήγει η πολιτική που σκορπά αλόγιστα το δημόσιο χρήμα, στέλνοντας το λογαριασμό στο μέλλον.

Θα ήταν ίσως περιττό να μιλάμε σήμερα για τη δεκαετία του ’80, εάν ο πολιτικός χώρος που κυριάρχησε τότε (το ΠΑΣΟΚ) είχε διδαχθεί από τις σκοτεινές όψεις της εμπειρίας αυτής. Φοβάμαι όμως ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Η κυρίαρχη αντίληψη της διακυβέρνησης της εποχής εκείνης εξακολουθεί να καθοδηγεί το χώρο του ΠΑΣΟΚ – και δυστυχώς όχι μόνο αυτόν. Εννοώ την χωρίς αναστολές εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος ορισμένων ευνοημένων ομάδων σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος, και του μέλλοντος της χώρας.

Ας δούμε λ.χ. τι έγινε με το «ασφαλιστικό του Μνημονίου» τον Ιούλιο 2010. Ο τότε υπουργός εργασίας εμφανίστηκε ως ηρωϊκά μαχόμενος υπέρ των εθνικών συμφερόντων. Έπαιξε σκληρή άμυνα κατά της τρόικας, με μοναδικό στόχο την εξαίρεση των γνωστών «ευπαθών ομάδων»: μηχανικοί, δικηγόροι, γιατροί, εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, υπάλληλοι της ΤτΕ, δημοσιογράφοι, βουλευτές, κληρικοί, ένστολοι κ.ά.

Σήμερα που η ανάγκη για κοινωνική προστασία είναι μεγάλη, χρήσιμη πολιτική θα ήταν η μέριμνα για τα πιο αδύναμα στρώματα. Αλλά λεφτά δεν υπάρχουν για τους μακροχρόνια άνεργους ή για τις φτωχές οικογένειες με παιδιά. Αντίθετα, βρέθηκαν €605 εκατομμύρια το χρόνο για να μπορούν οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ να συνταξιοδοτούνται σε νεαρή ηλικία με πολύ υψηλότερες συντάξεις από ό,τι αντιστοιχεί στις εισφορές τους. Ας είναι καλά ο σημερινός αρχηγός του ΠΑΣΟΚ που φρόντισε το θέμα τους το 1999 και ο νυν υπουργός υγείας που τους άφησε εκτός ασφαλιστικού της τρόικας το 2010.

Το ΠΑΣΟΚ δεν θα συνέλθει ποτέ εάν προηγουμένως δεν λογαριαστεί με τη βαριά κληρονομιά της δεκαετίας του ’80. Δεν μπόρεσε να το κάνει στο παρελθόν, και δεν φαίνεται να μπορεί να το κάνει ούτε τώρα. Και το πληρώνει. Δυστυχώς το πληρώνουμε όλοι.

22 Μαρτίου 2012

Ανάπτυξη χωρίς εξυγίανση;

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012).

Η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2011-2012 που δημοσιεύθηκε χθες επιβεβαίωσε αυτό που όλοι ξέραμε: το πόσο κρίσιμη είναι η κατάσταση της οικονομίας.
Η ύφεση είναι βαθιά και παρατεταμένη: το τελευταίο τρίμηνο του 2011 το ΑΕΠ ήταν κατά 17,2% χαμηλότερο από ό,τι 4 χρόνια νωρίτερα. Η αύξηση της ανεργίας δεν δείχνει σημεία επιβράδυνσης: έφτασε το 20,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2011 – πάνω από 1 εκατομμύριο άτομα βρίσκονται χωρίς δουλειά. Παρά την κάποια ανάκαμψη των εξαγωγών, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε ελάχιστα: σε 9,8% του ΑΕΠ το 2011 (από 10,1% το 2010).

Από την άλλη, η δημοσιονομική προσαρμογή – ο βασικός στόχος των Μνημονίων – φαίνεται να ανακόπτεται. Παρά τα μέτρα, το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκε το 2011 σε 10,6% του ΑΕΠ (έναντι 9,8% το 2010). Το πρωτογενές έλλειμμα (χωρίς τη δαπάνη εξυπηρέτησης του χρέους) μειώθηκε (από 4% σε 3% του ΑΕΠ), αλλά μόνο χάρη στη συρρίκνωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων: το πρωτογενές έλλειμμα του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκε (κατά 18 εκατ).

Είναι προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά. Τι ακριβώς όμως;

Αντιπαρέρχομαι την εύκολη απάντηση: «φταίνε τα Μνημόνια». Όχι επειδή τα συγκεκριμένα Μνημόνια με έχουν ενθουσιάσει. Αλλά επειδή η επιστροφή στην προ Μνημονίων εποχή μου φαίνεται εντελώς αδιανόητη.

Όταν μια οικονομία τρέχει ντοπαρισμένη, όπως έτρεχε η δική μας με φτηνά δανεικά μέχρι το 2008, η προσγείωση είναι αναπόφευκτη. Το μοναδικό άξιο λόγου ερώτημα είναι εάν η προσγείωση θα είναι ομαλή ή εάν αντίθετα θα μοιάζει περισσότερο με χαοτική κατάρρευση. Η διεθνής οικονομική βοήθεια απέτρεψε τον κίνδυνο χαοτικής κατάρρευσης. Επί πλέον, η δανειακή σύμβαση έκανε την εξυπηρέτηση του χρέους λιγότερο δυσβάσταχτη. Κάπου εκεί όμως εξαντλείται η υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας. Τα υπόλοιπα είναι δική μας δουλειά.

Ποια είναι τα υπόλοιπα; Η δίκαιη κατανομή των αναγκαίων θυσιών. Η προστασία των πιο αδύναμων από όλα τα θύματα της κρίσης. Η διάλυση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και ομάδων συμφερόντων, συνδικαλιστικών ή επιχειρηματικών. Και, κυρίως, η ανασυγκρότηση του κράτους και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Χωρίς μια εθνική συμφωνία πάνω σε αυτά τα ζητήματα, χωρίς δηλ. ένα δικό μας Μνημόνιο, οι θυσίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες.

Αυτό μου φαίνεται ότι είναι το πραγματικό διακύβευμα της φάσης που άνοιξε με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης και την προσφυγή στις κάλπες. Όχι το πόσο ανιδιοτελής υπήρξε η διεθνής βοήθεια (εμάς πάντως μας ωφέλησε). Ούτε πόσο νεοφιλελεύθερα ήταν τα Μνημόνια (κανείς δεν μας εμποδίζει να φτιάξουμε ένα δικό μας).

Θα αντιτείνει κάποιος: «Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Το θέμα είναι η ανάπτυξη». Ίσως - αλλά εάν δεν αποφασίσουμε να ξεκολλήσουμε οριστικά από όλα όσα μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα, δηλ. από το μοντέλο της ντοπαρισμένης οικονομίας με δανεικά (τα οποία ούτως ή άλλως πια δεν υπάρχουν, παρά με το σταγονόμετρο), η ανάπτυξη δεν πρόκειται να έρθει. Ή, όταν έρθει, θα είναι μίζερη και αντιπαθητική: πάλι θα τρώμε από τα έτοιμα (ήλιος, θάλασσα, αρχαία), κι άλλο τσιμέντο, made in Greece χαμηλής ποιότητας ή/και σε ασύμφορες τιμές, επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, χαμηλοί μισθοί.

Χρήσιμο το ΕΣΠΑ. Όμως, χωρίς εξυγίανση οι πόροι του θα σπαταληθούν, όπως συνέβη με το Γ’ ΚΠΣ, τα πακέτα Σαντέρ και Ντελόρ, ή τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα. Πολύτιμη η αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω ενός προγράμματος δημοσίων επενδύσεων για πανευρωπαϊκά δίκτυα και υποδομές. Αλλά χωρίς ανασυγκρότηση του κράτους, τα οφέλη για εμάς θα είναι περιορισμένα.

Πόσο μάταιη είναι η προσδοκία της ανάπτυξης χωρίς εξυγίανση το έδειξε η είδηση της περασμένης εβδομάδας: «Εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ ζητούσαν εκβιαστικά, δύο υπάλληλοι του υπουργείου Ανάπτυξης, από τον ιδιοκτήτη ξενοδοχειακής μονάδας στην Αργολίδα, προκειμένου να προωθήσουν τον φάκελό του για επιχορήγηση επένδυσης ύψους 4,7 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία μάλιστα είχε εγκριθεί.» (Καθημερινή/ΑΠΕ, 13 Μαρτίου 2012).

Όταν οι κρατικοί υπάλληλοι καθυστερούν τις υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί, μέχρι να εισπράξουν γενναίες «μίζες». Όταν οι διευθυντές τους δεν τους ελέγχουν (ή ασχολούνται μόνο με το πώς θα μοιραστεί «σωστά» το μαύρο χρήμα). Όταν οι πολιτικοί προϊστάμενοι και των μεν και των δε κάνουν ότι δεν βλέπουν (είτε επειδή το πελατειακό σύστημα που δημιούργησαν έχει ξεφύγει από τον έλεγχό τους, είτε επειδή είναι διεφθαρμένοι οι ίδιοι). Τότε ποιος σοβαρός επιχειρηματίας θα θελήσει να κάνει μια υγιή επένδυση σε αυτή τη χώρα; Και αν δεν γίνουν επενδύσεις, και μάλιστα υγιείς, τότε για ποια ανάπτυξη μιλάμε;

4 Μαρτίου 2012

Αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές: β' μέρος

Συνέχεια της συζήτησης που άνοιξε με το άρθρο του Σωτήρη Βαλντέν (βλ. παρακάτω). Όλα τα κείμενα συγκεντρώθηκαν σε αφιέρωμα με τίτλο «Οικονομική κρίση και αριστερά». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Κυριακή 4 Μαρτίου 2012).

Είχα αποφασίσει να μην επανέλθω: αφενός το έχουμε κουράσει, αφετέρου ο Σωτήρης Βαλντέν που άνοιξε αυτή τη συζήτηση έχει το δικαίωμα να πει την τελευταία λέξη (προς το παρόν τουλάχιστον).

Μου έκανε όμως εντύπωση μια φράση του Δημήτρη Γιατζόγλου που «ερμηνεύει» τη δική μου άποψη (κάνοντάς την φυσικά αγνώριστη).

Λέει ο ΔΓ: "Αναγκαστικά λοιπόν οι «αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές» είναι υποχρεωμένοι να το αποδεχτούν [το Μνημόνιο] (και να το στηρίξουν;)"

Όχι αγαπητέ Δημήτρη: καθόλου υποχρεωμένοι δεν είναι οι «αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές» να στηρίξουν το Μνημόνιο.

Είναι όμως υποχρεωμένοι να μπουν στη συζήτηση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Έτσι ώστε να μην χρειαζόμαστε Μνημόνιο. Ποτέ πια. Διαφορετικά τι σόι μεταρρυθμιστές είναι;

Δεν θέλουν να μπουν στη συζήτηση αυτή, προτιμώντας να περιμένουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί στην Ευρώπη, να ωριμάσουν οι συνθήκες, να συμβεί πρώτα κάτι άλλο (και τι ακριβώς); ΟΚ αλλά ας το πουν ανοιχτά.

Εν τω μεταξύ, κάποιοι από εμάς αντιλαμβάνονται τον αριστερό μεταρρυθμισμό κάπως διαφορετικά. Για αυτό επιλέγουν να παρεμβαίνουν με συγκεκριμένες (αριστερές και μεταρρυθμιστικές) προτάσεις στα συγκεκριμένα προβλήματα που τίθενται. Τώρα, όχι όταν έρθει η Δευτέρα Παρουσία.

Εγώ π.χ. με τις λιγοστές μου δυνάμεις αυτό προσπαθώ να κάνω εδώ και αρκετά χρόνια στα θέματα της κοινωνικής πολιτικής - ανέκαθεν προνομιακό πεδίο του αριστερού ρεφορμισμού. Και θα προτιμούσα αντί κανείς να με αποκαλεί «πρόθυμο», να μου έκανε ανελέητη κριτική στις συγκεκριμένες προτάσεις που έχω κάνει για το ασφαλιστικό, για τον κατώτατο μισθό, για το δίχτυ προστασίας.

Σε τελευταία ανάλυση, ας κάνει ο καθένας μας αυτό που νομίζει σωστό. Χωρίς όμως σταλινικής έμπνευσης δίκη προθέσεων, και χωρίς φρασεολογία αντάξια ενός Τσίπρα και ενός Καμμένου. Δεν τιμά κανέναν.

3 Μαρτίου 2012

Αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές

Ένα σύντομο σχόλιο στο άρθρο του Σωτήρη Βαλντέν «Η άλλη Ευρώπη ενεργοποιείται» (ηλεκτρονικό περιοδικό «Μεταρρύθμιση»). Δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό (Σάββατο 3 Μαρτίου 2012)

Ως γνωστόν, στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς έχουμε ακόμη απομείνει αρκετοί που και αριστεροί ευρωπαϊστές είμαστε και την αναγκαιότητα κάποιου είδους Μνημονίου αναγνωρίζουμε.

Επειδή θεωρούμε ότι μια οργανωμένη κοινωνία χρειάζεται ένα οργανωμένο σχέδιο εξόδου από την κρίση. Και επειδή φοβόμαστε ότι, ελλείψει τέτοιου σχεδίου, τα πρώτα θύματα μιας άτακτης υποχώρησης είναι τα αδύναμα στρώματα που θέλουμε να εκπροσωπούμε. Πώς αλλιώς θα γίνει συντεταγμένα και δίκαια η μείωση των ελλειμμάτων, η αναδιοργάνωση του κράτους και η προετοιμασία μιας καλύτερης (υγιούς, ακριβής, βιώσιμης) ανάπτυξης;

Κάπως έτσι εννοούμε τον αριστερό μεταρρυθμισμό. Ίσως κάνουμε λάθος. Εάν υπάρχει εναλλακτικός ορισμός, θα χαρώ να τον ακούσω.

Τα συγκεκριμένα Μνημόνια (της τρόικας) δεν είναι του γούστου μας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν έχουμε δει κανένα άλλο. Ούτε είδαμε μεγάλη ανταπόκριση των κομμάτων - συμπεριλαμβανομένης και της ΔΗΜΑΡ! - στην προτροπή (και στις συγκεκριμένες προτάσεις) μας να εκπονηθεί ένα τέτοιο άλλο Μνημόνιο από εμάς. Ώστε να βοηθήσουμε να παραμείνει η Ελλάδα μια ευρωπαϊκού τύπου κοινοβουλευτική δημοκρατία (δηλ. να μην γίνουμε μπανανία).

Βάσει των παραπάνω, θα ήθελα να διαβεβαιώσω τον αγαπητό Σωτήρη Βαλντέν ότι εμάς τους αριστερούς ευρωπαϊστές μεταρρυθμιστές μας ενθουσιάζει και μας παραενθουσιάζει το ότι αρκετοί στην Ευρώπη ενεργοποιούνται υπέρ μιας πιο αλληλέγγυας στάσης προς στην Ελλάδα. Ακριβώς για αυτό, αγωνιζόμαστε για να μην επιβεβαιώνονται τα ανθελληνικά στερεότυπα των αντιπάλων τους: ότι δηλ. στην Ελλάδα τα κόμματα δημαγωγούν, ότι δεν ενδιαφέρονται για το συμμάζεμα της χώρας τους, ότι ψάχνουν πώς θα βρουν και άλλα λεφτά για την "ανάπτυξη" (για να τα αξιοποιήσουν όπως ακριβώς αξιοποίησαν τα ΟΜΠ, Α ΚΠΣ, Β ΚΠΣ, Γ ΚΠΣ, ΕΣΠΑ κ.ο.κ.), έτσι ώστε να αναβάλλουν μια ακόμη φορά όλα αυτά που ακόμη και οι ίδιοι ξέρουν ότι πρέπει να γίνουν.

Για αυτό εξ άλλου έχουμε στρέψει την προσοχή μας στην αντιμετώπιση των εγχώριων παθογενειών. Όχι βέβαια επειδή παραγνωρίζουμε τη σημασία θετικών μεταβολών στην Ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Αλλά επειδή νομίζουμε ότι έτσι είμαστε πιο χρήσιμοι στη χώρα.

Προφανώς μπορεί να κάνουμε λάθος - και ο Σωτήρης Βαλντέν δικαιούται απολύτως να το νομίζει. Αλλά σε τι ακριβώς συμβάλλει η ανάγκη του να εκφράζει τη διαφωνία του αυτή με χαρακτηρισμούς τύπου "συμμαχία των προθύμων";

Συμβάλλει στον διάλογο μεταξύ των αριστερών ευρωπαϊστών; Ειλικρινά δεν βλέπω πώς αυτός εξυπηρετείται με συκοφαντίες. Στο κάτω-κάτω τη γνώμη μας λέμε, δεν είμαστε πράκτορες της τρόικας. (Ενημερώνω όσους ψάχνουν για τον κατάλληλο τριτοδιεθνιστικό όρο ότι αυτός είναι "χρήσιμοι ηλίθιοι".)

Εάν αντίθετα σε κάτι φαίνεται να συμβάλλει η καταγγελία του αριστερού μεταρρυθμισμού (και των εκπροσώπων του ως "προθύμων μνημονιακών") – ανεξαρτήτως ελπίζω των προθέσεων του Σωτήρη Βαλντέν – είναι η επαναπροσέγγιση σε "αντιμνημονιακή" βάση μέρους της ΔΗΜΑΡ και μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί ίσως με κάποιους που στέκονται αναποφάσιστοι στον ενδιάμεσο χώρο.

Προσωπικά δεν έχω αντίρρηση: περί ορέξεως κολοκυθόπιττες. Ο προφανής κίνδυνος για όσους έχουν τέτοια όρεξη είναι ότι οποιαδήποτε συμμαχία σε "αντιμνημονιακή" βάση εύκολα "καπελώνεται" από τους αντιπάλους των μεταρρυθμίσεων – όλων των μεταρρυθμίσεων. Οι οποίοι δεν διστάζουν καθόλου να σταματήσουν οποιαδήποτε μεταρρύθμιση δεν τους αρέσει (δηλ. όλες τις μεταρρυθμίσεις) με οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της βίας.

(Παρεμπιπτόντως: Κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύει η συλλογή υπογραφών κάτω από το κείμενο "Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας", την ίδια στιγμοί που οι μισοί από τους υπογράφοντες εργάζονταν - ή απλώς επέχαιραν - για τη βίαιη ακύρωση των εκλογών συμβουλίων διοίκησης στα πανεπιστήμια; Αυτή βέβαια είναι μια άλλη συζήτηση - εκτός και αν είναι η ίδια συζήτηση.)

Για να ανακεφαλαιώσω. Στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς δεν υπάρχουν ούτε "πρόθυμοι" ούτε πράκτορες της τρόικας (σε έμμισθη ή εθελοντική βάση). Υπάρχουν μόνο αριστεροί ευρωπαϊστές μεταρρυθμιστές.

Μέχρι τώρα νόμιζα ότι ο μόνος τρόπος για να είναι κανείς αριστερός ευρωπαϊστής είναι να είναι ταυτόχρονα και μεταρρυθμιστής. Διαφωνεί ο αγαπητός Σωτήρης Βαλντέν; Εάν όχι, τότε ας πει κάτι μεταρρυθμιστικό - ή τουλάχιστον ας επιτρέψει σε εμάς να το κάνουμε. Εάν ναι, εάν δηλ. πιστεύει ότι η λυσσαλέα αντίδραση σε κάθε μεταρρύθμιση, στην ανάγκη και με τη βία, χωράει στον αριστερό ευρωπαϊσμό, τότε – με όλο τον σεβασμό - φοβάμαι ότι μιλάμε για εντελώς διαφορετικά πράγματα.

26 Φεβρουαρίου 2012

Μετά τη δανειακή σύμβαση

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012).

Χωρίς ρύθμιση για το «κούρεμα» του χρέους και χωρίς δανειακή σύμβαση η Ελλάδα θα είχε οδηγηθεί στη χρεωκοπία, στην έξοδο από το ευρώ, και μετά στην έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση (πιθανότατα με κάποια ειδική συμφωνία σύνδεσης όπως αυτή που είχαμε από το 1962 έως το 1981).

Θα ήμαστε αναγκασμένοι να προσαρμοστούμε απότομα σε μια «αυτάρκη οικονομία», με ελλείψεις βασικών αγαθών και άγριες περικοπές, ώστε να βρεθούμε με μηδενικά ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό και στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών αμέσως.

Το «κούρεμα» και η δανειακή σύμβαση παρέχουν χρήματα και χρόνο ώστε η αναγκαία προσαρμογή να είναι ομαλότερη. Διαλέγοντας εμείς πώς θα μειώσουμε τα ελλείμματα. Περισσότερο ή λιγότερο δίκαια (και αποτελεσματικά).

Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα της πολιτικής και της οικονομίας. Όσο επιμένουμε να μην ασχολούμαστε με αυτό, τις αναγκαίες επιλογές θα τις κάνουν για λογαριασμό μας οι δανειστές.

Τότε όμως η Ελληνική Δημοκρατία θα έχει γίνει κανονική Μπανανία – και θα φταίμε εμείς.

22 Φεβρουαρίου 2012

Εγκληματικότητα, μετανάστευση και αριστερά

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook (Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012), ενώ στη συνέχεια ενσωματώθηκε σε άρθρο της Κικής Τριανταφύλλη με τίτλο «Για την υποβαθμισμένη Αθήνα» στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012).

Αυτοί που στρέφονται στη Χρυσή Αυγή δεν είναι ρατσιστές τύπου Ku Klux Klan, αλλά απλοί άνθρωποι, υπερβολικά φτωχοί για να μετακομίσουν από υποβαθμισμένες γειτονιές τύπου Άγιου Παντελεήμονα, οι οποίοι ζουν καθημερινά στον τρόμο (ή είναι οι ίδιοι θύματα) μιας άγριας εγκληματικότητας. Μιλάω με αριστερούς φίλους, πολυπολιτισμικούς φοιτητές και γενικώς με άτομα υπεράνω υποψίας (για ρατσισμό), που μένουν εκεί οι ίδιοι ή οι γονείς τους, και οι οποίοι έχουν φρικάρει εντελώς με όσα τους συμβαίνουν.

Η Χρυσή Αυγή προφανώς δεν είναι λύση. Είναι μέρος του προβλήματος. Με τη σειρά της τρομοκρατεί μετανάστες - και συχνά εγκληματεί σε βάρος τους. Σημειωτέον ότι συνήθως πρόκειται για μετανάστες που κατοικούν ή έχουν μαγαζιά στις γειτονιές αυτές (συνεπώς είναι απίθανο να κινδυνεύουν από αυτούς οι υπόλοιποι κάτοικοι). Όμως η Χρυσή Αυγή ταυτόχρονα περιπολεί στους δρόμους, κατά κάποιον τρόπο πουλάει προστασία, και γενικώς έχει ιδιοποιηθεί λειτουργίες του κράτους. Φυσικά σε στυλ vigilante αντί για κανονική αστυνομία.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Λίγα πράγματα.

Πρώτον, να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα όπως αυτό υφίσταται πραγματικά. Η υπεροπτική καταγγελία στο όνομα ενός ρηχού "αντιρατσισμού" - ιδίως όταν προέρχεται από εμάς που μένουμε σε καλύτερες γειτονιές - είναι ηθικά απαράδεκτος και πρακτικά αντιπαραγωγικός.

Δεύτερον, να το δούμε ως ακραία εκδοχή της διάχυτης ανομίας και της ακαταλληλότητας της αστυνομίας όπως αυτή λειτουργεί σήμερα. Εάν δεν φτιάξουμε ένα αποτελεσματικότερο κράτος δικαίου, εάν δεν βάλουμε στόχο να αποκαταστήσουμε τη νομιμότητα παντού (από τα πανεπιστήμια μέχρι τις συνοικίες γκέτο), δεν κάνουμε τίποτε.

Τρίτον, να δεχθούμε ότι παρότι μακροπρόθεσμα η λύση ενδεχομένως είναι η ανάπτυξη, εν τω μεταξύ θα χρειαστούμε καλύτερη αστυνόμευση, καλύτερη φύλαξη των συνόρων, καλύτερη μεταναστευτική πολιτική. Μια πολιτική που να συνδυάζει τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών με την ειλικρινέστερη προσπάθεια ένταξης όσων επιλέγουν (και επιλέγουμε και εμείς) να ενταχθούν στην κοινωνία μας.

12 Φεβρουαρίου 2012

Η ευθύνη της "αριστεράς της ευθύνης"

Η Δημοκρατική Αριστερά στην αποψινή ψηφοφορία θα καταψηφίσει τη δανειακή σύμβαση, όπως καταψήφισε το μεσοπρόθεσμο και το μνημόνιο. Μάλιστα, με δήλωση του προέδρου της, ακόμη και εάν η έγκριση της δανειακής σύμβασης εξαρτηθεί από τις ψήφους των βουλευτών της ΔΗΜΑΡ, το κόμμα θα πάρει την ευθύνη της απόρριψής της. Όπως όλοι ξέρουμε, εάν όντως συμβεί κάτι τέτοιο, η χώρα μας δεν θα γυρίσει ακριβώς στη νεολιθική εποχή, αλλά θα έχει κάνει μια καλή αρχή.

Επειδή παραμένω μέλος της ΔΗΜΑΡ, νοιώθω την ανάγκη να πω τα εξής.

Εάν απόψε η δανειακή σύμβαση εγκριθεί, θα αισθανθώ ανακούφιση. Το νέο μνημόνιο δεν με ενθουσιάζει. Αλλά θα μας δώσει λίγο ακόμη χρόνο (και λίγο ακόμη χρήμα) μήπως πετύχουμε όλα όσα δεν καταφέραμε μέχρι τώρα. Να μάθουμε να ζούμε μέσα στο όριο των δυνατοτήτων μας (αφού έτσι κι αλλοιώς εκτός από την τρόικα δεν μας δανείζει κανείς). Μοιράζοντας τις αναπόφευκτες θυσίες δίκαια (αρχίζοντας από τους ευνοημένους της προηγούμενης περιόδου). Δίνοντας προοπτική στους νέους ανθρώπους. Προστατεύοντας τους φτωχούς και τους αδύναμους. Κάνοντας αυτό που μας αναλογεί για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα με λιγότερη διαφθορά, λιγότερη ασυδοσία, λιγότερη βία.

Προς τιμήν της η ΔΗΜΑΡ μίλησε εγκαίρως για "ισοδύναμα" - δηλ. για μέτρα που μειώνουν τα ελλείμματα όσο αυτά που προτείνει η τρόικα, αλλά δικαιότερα. Μόνο που έκτοτε δεν υιοθέτισε ούτε ένα από όσα τέτοια μέτρα πρότειναν πολλοί από εμάς. Εν τω μεταξύ, σήμερα πλέον για "ισοδύναμα" μιλούν όλοι, από τον Καρατζαφέρη και το Σαμαρά έως τον Βενιζέλο και τον Παπανδρέου.

Ωραία λοιπόν: ας μιλήσουμε για ισοδύναμα. Ποιος φταίει που ακόμη και τώρα, ένα βήμα πριν την καταστροφή, υπουργοί και βουλευτές διορίζουν ψηφοφόρους τους και εξυπηρετούν πελάτες τους; Ποιος φταίει που παρά τις περικοπές οι δαπάνες μισθοδοσίας του κράτους δεν μειώνονται; Ποιος φταίει που οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται, ή αν γίνονται δεν εφαρμόζονται; Ποιος φταίει που η φοροδιαφυγή οργιάζει; Ποιος φταίει που χρήματα για επιδόματα ανεργίας δεν βρίσκουμε, αλλά 605 εκατ. ετησίως για τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ ναι. Ποιος φταίει που γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί και δημοσιογράφοι εξαιρούνται από το νέο ασφαλιστικό; Ποιος φταίει που τα επικουρικά ταμεία με 3%+3% εισφορά δίνουν σύνταξη 45% του μισθού (και μετά ζητάνε επιχορήγηση);

Όχι πάντως η τρόικα: όλα αυτά μας τα πρότεινε από την αρχή. Τα απορρίψαμε εμείς - δηλ. τα κόμματα που ψηφίζουμε, τα συνδικάτα που φτιάξαμε, οι συντεχνίες που ανεχθήκαμε, τα κανάλια που βλέπουμε. Και τώρα μας φταίνε πάλι οι ξένοι.

Τι θα γίνει εάν απόψε η δανειακή σύμβαση απορριφθεί; Κάποιοι θα τρίβουν τα χέρια τους. Θα αγοράσουν τη χώρα στις εκπτώσεις, με μαύρα χρήματα που πρόλαβαν να βγάλουν στο εξωτερικό. Θα κάνουν μπίζνες με το ίδιο πολιτικό προσωπικό, πάνω στα ερείπια. Κάποιοι άλλοι θα σηκώσουν τις σημαίες τους (κόκκινες ή μαύρες) και θα ξαναπροβάρουν τη φαντασίωση της εξέγερσης. Όλοι οι υπόλοιποι - και είμαστε πολύ περισσότεροι - θα δυστυχήσουμε.

Και σε αυτό η "αριστερά της ευθύνης" θα είναι συνυπεύθυνη.

Όχι στο όνομά μου.

10 Φεβρουαρίου 2012

Il salario minimo nella Grecia in crisi

Δημοσιεύτηκε στον ιταλικό διαδικτυακό τόπο ανάλυσης της δημόσιας πολιτικής «lavoce.info» (Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012)

La saga della crisi greca va avanti ormai da due anni. Ultima puntata: senza mezzi termini la ‘troika’ di creditori (Fmi-Ce-Bce) pone come condizione, per sbloccare il pacchetto di aiuti internazionali, l’attuazione da parte del governo greco di nuove misure strutturali e di austerità. Fra esse spicca la proposta/pretesa di ridurre del 22% i salari minimi, per dare uno slancio alla competitività dei prodotti greci.

Le parti sociali (datori di lavoro inclusi) hanno bocciato la ‘ricetta neoliberale’ della svalutazione competitiva del costo del lavoro. I sindacati in particolare sono scesi sul sentiero di guerra. Il partito trasversale del ritorno alla dracma (destra nazionalista e sinistra radicale, con il sostegno sentito di intestatari di conti bancari svizzeri, imprenditori offshore, evasori fiscali e speculatori vari) ha gridato all’ennessima offesa all’orgoglio nazionale, parzialmente ripulita con la bruciatura rituale di una bandiera tedesca in Piazza della Costituzione (immagine che ovviamente ha fatto subito il giro dei media internazionali). Il governo invece pare disposto ad accettare, pur con una dose notevole di mal di pancia. Prossima puntata: la coalizione di governo avrà i numeri in parlamento? La Grecia si salverà? Restate con noi.

Cerchiamo di andare per ordine. Che l’economia greca fosse poco competitiva si sapeva già. Alla vigilia della crisi, in piena campagna elettorale per le politiche di ottobre 2009, ha fatto clamore la notizia che – secondo il rapporto annuale del World Economic Forum – la Grecia era scivolata al novantessimo posto della classifica mondiale di competitività, ultima in Europa, dietro al Botswana. Al di là della solita retorica, la reazione della classe politica e delle parti sociali è stata (come al solito) ai limiti dell’indifferenza – comunque, non all’altezza di questa emergenza.

Ha ragione dunque la ‘troika’ a voler ridurre i salari minimi? Si e no.

Si, perchè nonostante i tagli ai salari subiti negli ultimi due anni, il costo del lavoro rimane troppo alto. Secondo i dati della Banca di Grecia, il costo unitario del lavoro nel periodo 2004-2011 è cresciuto del 26% (+34% tra il 2004 ed il 2009, -6% dal 2009 al 2011); quasi il doppio rispetto alla media della zona euro (+14% negli anni 2004-2011).

E si ancora, perchè il salario minimo stabilito dalla legge (€877 mensili su base annuale) è nel 2012 più alto che in Spagna (+17%), molto più alto che in Portogallo (+55%) e sei volte più alto che in Bulgaria (dove si sono trasferiti molte imprese greche negli ultimi anni).

No, perchè in un mercato del lavoro come quello greco, tagliare i salari non garantisce che i prezzi calino. Come ha notato un ex-ministro dell’ economia in tempi migliori (attualmente mio collega), per molti datori di lavoro (sopratutto nelle imprese meno esposte alla concorrenza internazionale) affrontare la crisi non significa ridurre i prezzi per difendere le quote di mercato, ma mantenerli per difendere i margini di profitto. Senz’altro un’attitudine mentale di corte vedute, ma perfettamente coerente con il modello imprenditoriale diffuso nel paese.

No, anche perchè, visto che molti imprenditori hanno adottato una visione piuttosto disinibita della legalità, molti lavoratori precari ricevono già salari sotto il minimo (e senza contributi). Ancora no perchè puntare sui costi bassi, come strategia per la ripresa, mi sembra poco lungimirante: come hanno imparato gli albergatori della Calcidica a loro spese, assumere impiegati bulgari o polacchi e pagarli una miseria non fa altro che incoraggiare i tour operators a offrire contratti a prezzi stracciati: un vero e proprio circolo vizioso.

E no, infine, perchè nonostante una spesa sociale complessivamente vicina alla media europea, lo stato sociale greco si distingue per la mancanza quasi totale di ammortizzatori sociali, adesso che se ne ha più bisogno che mai.

Cosa si può fare? Pretendere che il governo riduca i salari minimi per decreto quando le parti sociali hanno appena deciso il contrario (di non aumentarli) è sicuramente da repubblica delle banane. Dall’altra parte, in questa battaglia c’è molta ipocrisia. Per la confindustria greca non ha senso sprecarsi per ridurre i costi del lavoro quando si può tranquillamente ignorare la legge. Per i sindacati, assenti dalle imprese potenzialmente interessate, si tratta di un gesto meramente simbolico e ad alto contenuto ideologico. In questo contesto, trovare una soluzione non è semplice.

La mia proposta, per quanto possa valere, rivolta ai sindacati e ai partiti del centrosinistra, è di accettare una riduzione del salario minimo, ma inferiore al 22% attualmente in discussione, e di pretendere in cambio da governo e imprenditori il loro impegno su quattro punti: (1) ammortizzatori sociali per le famiglie di disoccupati e di lavoratori poveri; (2) ripristino della legalità dappertutto: nessun lavoratore in nero; (3) riduzione subito dei prezzi da parte delle imprese coinvolte; (4) aumento graduale del salario minimo nel futuro prossimo, man mano che l’economia cresce.

Attendiamo qualche risposta. Ma senza trattenere il fiato.

8 Φεβρουαρίου 2012

Οι κατώτατοι μισθοί στην Ελλάδα της κρίσης

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012)

Όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες του protagon, η δημοσιοποίηση το φθινόπωρο του 2009 της ετήσιας έκθεσης του Παγκόσμιου Oικονομικού Φόρουμ – σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είχε υποχωρήσει στη διεθνή κατάταξη ανταγωνιστικότητας πίσω από την συμπαθή Μποτσουάνα – αντιμετωπίστηκε με το συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο συζητώνται όλα τα σοβαρά προβλήματα στη χώρα μας: η είδηση σχολιάστηκε για λίγες μέρες, με απαξιωτικά (και δικαίως) σχόλια για τις επιδόσεις της κυβέρνησης Καραμανλή που παρέδιδε τότε την εξουσία, και μετά ξεχάστηκε.

«Ξεχάστηκε» τρόπος του λέγειν βέβαια. Από τότε μεσολάβησε η κρίση δανεισμού, η υπογραφή του Μνημονίου, η ύφεση της οικονομίας. Χιλιάδες ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν, πολλές άλλες μετέφεραν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες εκτός συνόρων. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους, πολλοί (ίσως οι περισσότεροι) από τους υπόλοιπους είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται.

Πόσο άσχετα μεταξύ τους είναι αυτά τα δύο; Καθόλου. Όσο και αν μερικοί ονειρεύονται «άλλες πολιτικές» και «διαφορετικά μείγματα» (κάποιο κόλπο τέλος πάντων που θα μας επιτρέψει να πορευόμαστε όπως είχαμε μάθει τόσα χρόνια), η απώλεια ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι η βαθύτερη αιτία της ύφεσης. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού και το έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών συνδέονται και τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Τώρα που η εποχή της υπερκατανάλωσης με δανεικά έχει τελειώσει, το συνολικό εισόδημα αναγκαστικά θα διαμορφώνεται στο ύψος λίγο-πολύ της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που πουλάμε (ο ένας στον άλλον, και κυρίως σε αγοραστές από άλλες χώρες). Μπορούμε να το μοιράσουμε μεταξύ μας όσο δίκαια θέλουμε, και μπορούμε να το αυξήσουμε φτιάχνοντας ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές. Και, φυσικά, «να φτιάξουμε ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές» είναι αυτό που σκέφτεται ένας οικονομολόγος όταν λέει «να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».

Τώρα, λίγο μετά τη συμφωνία των πολιτικών αρχηγών για τα νέα μέτρα της κυβέρνησης, και λίγο πριν από τη συνεδρίαση της Βουλής για την έγκριση των μέτρων αυτών, το ενδιαφέρον φαίνεται να επιστρέφει στο θέμα της ανταγωνιστικότητας. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι καθαρά χαραγμένες. Από τη μια, οι εκπρόσωποι των δανειστών ζητούν νέες θυσίες. Από την άλλη, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, οι κοινωνικοί εταίροι, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η Εκκλησία, χαράζουν «κόκκινες γραμμές». Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η μείωση των μισθών (ιδίως των κατώτατων). Πόσο δίκιο έχει η ελληνική πλευρά; Και τι μπορεί να γίνει τώρα;

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (πίνακας ΙΙΙ.8, σελίδα 90), οι μέσες αποδοχές αρχικά (το 2004-2009) βελτιώθηκαν κατά 16% σε πραγματικές τιμές, ενώ στη συνέχεια (το 2009-2011) υποχώρησαν κατά 15%. Με άλλα λόγια, η μείωσή τους στη διετία της κρίσης υπερακόντισε την αύξησή τους στην πενταετία της μεταολυμπιακής ευφορίας (και της καραμανλικής διακυβέρνησης). Συνεπώς, ακόμη και εάν δεχθεί κανείς ότι η βασική αιτία για την απώλεια ανταγωνιστικότητας ήταν οι υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις στην προηγούμενη περίοδο (μεγάλο «εάν»), θα μπορούσε και πάλι να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διόρθωση της τελευταίας διετίας έχει εξαλείψει το πρόβλημα.

Είναι έτσι; Όχι ακριβώς. Για να δει κανείς αν όντως η ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε θα πρέπει να λάβει υπόψη το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (μέγεθος που ενσωματώνει την παραγωγικότητα). Σύμφωνα και πάλι με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το μοναδιαίο κόστος εργασίας στο σύνολο της οικονομίας την τελευταία διετία μειώθηκε κατά 6%, ενώ την προηγούμενη πενταετία είχε αυξηθεί κατά 34%. Συνολικά, η μεταβολή του από το 2004 έως σήμερα ήταν +26% στην Ελλάδα έναντι +14% στη ζώνη του Ευρώ. Ας σημειωθεί ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος υπολογίζεται σε ονομαστικές τιμές, δηλ. περιέχει και τον πληθωρισμό (ο οποίος, σε τελευταία ανάλυση, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα). Με άλλα λόγια, η μείωση των μισθών τη διετία της κρίσης δεν εξάλειψε την απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Θα λυθεί το πρόβλημα με νέα μείωση των μισθών, και ιδίως των κατώτατων; Το επιχείρημα υπέρ μιας τέτοιας μείωσης βασίζεται στα παραπάνω στοιχεία συν ένα ακόμη. Ενώ η μείωση των μέσων αποδοχών την τελευταία διετία ήταν όση σχεδόν και η αύξησή τους την προηγούμενη πενταετία (σε πραγματικές τιμές πάντοτε), οι κατώτατες αποδοχές μειώθηκαν λιγότερο: -5% το 2009-2011 έναντι +16% το 2004-2009. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (διάγραμμα 86, σελίδα 217), ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα το 2011 παρέμενε σαφώς υψηλότερος από ό,τι στην Ισπανία (+15%) και στην Πορτογαλία (+52%), ενώ ήταν 7πλάσιος από ό,τι στη γειτονική Βουλγαρία (όπου έχουν μεταφερθεί πολλές ελληνικές επιχειρήσεις). Συνεπώς, θα πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι η εμμονή της τρόικας με τους κατώτατους μισθούς δεν στερείται λογικής βάσης.

Τι αντιπαραθέτει σε αυτό η ΓΣΕΕ – αλλά και ο ΣΕΒ, ο αρχηγός της ΝΔ, ο αρχιεπίσκοπος, τα κανάλια; Τη συνηθισμένη ρητορεία περί κοινωνικής συνοχής. Εάν, όμως, το πρόβλημα με την πρόταση της τρόικας ήταν ότι είναι άδικη κοινωνικά, παρότι αποδοτική οικονομικά, η λύση θα ήταν απλή: μέτρα για την εισοδηματική στήριξη των ανέργων και των φτωχών. Αυτά θα είχαν βέβαια κάποιο κόστος, αλλά το όφελος από την αναπτυξιακή ώθηση και τη μείωση της ανεργίας (λόγω μείωσης των κατώτατων αποδοχών) θα ήταν πολύ υψηλότερο.

Πού σκοντάφτει η πρόταση της τρόικας; Κατ’ αρχήν, στο ότι ένα τέτοιο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας σήμερα απλώς δεν υφίσταται. Ούτε η δημιουργία του συμπεριλαμβάνεται στις προτεραιότητες των οπαδών των «κόκκινων γραμμών» και της «εθνικής υπερηφάνειας». Όπως έχω προσπαθήσει να επιχειρηματολογήσω αλλού, η προστασία όσων σήμερα πλήττονται από την κρίση απαιτεί ριζικό αναπροσανατολισμό της κοινωνικής πολιτικής, με δραστική αναδιανομή των σχετικών πόρων. Ακόμη και στην Ελλάδα της κρίσης, και παρά την δεδηλωμένη «ψυχοπονιά» των αστέρων της πολιτικής, του συνδικαλισμού και της δημοσιογραφίας, ο αναπροσανατολισμός αυτός δεν διαθέτει πολλούς υπερασπιστές.

Πέρα από την έλλειψη κοινωνικών προγραμμάτων που να παίζουν ρόλο αμορτισέρ, απορροφώντας τους κραδασμούς από τη μείωση των κατώτατων μισθών, η πρόταση της τρόικας προσκρούει σε άλλα δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι η μείωση του κόστους εργασίας δεν εγγυάται τη μείωση των τιμών. Σε συνθήκες μεγάλης ανεργίας και σχεδόν ολοκληρωτικής απουσίας των συνδικάτων από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις (ιδίως τις μικρότερες), τίποτε δεν εμποδίζει κάποιον εργοδότη να καρπωθεί τη μείωση του κόστους διατηρώντας τις τιμές στο ίδιο ύψος και αυξάνοντας το περιθώριο κέρδους. Μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν ασφαλώς μυωπική, αλλά απολύτως συνεπής με το μοντέλο επιχειρηματικότητας (της «αρπαχτής») που δείχνει να έχει επικρατήσει.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους μισθούς. Σύμφωνα με τη ρητορική του συρμού, ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» μας, όπου διαθέτουμε αναμφισβήτητα συγκριτικά πλεονεκτήματα (που μας κληρονόμησε η γεωγραφία, η γεωλογία, και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι). Ακόμη και εκεί, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν στους επισκέπτες «φτηνές» υπηρεσίες, θέτοντας σε κίνηση έναν αυτοκαταστροφικό φαύλο κύκλο: η αδιαφορία για το ανθρώπινο δυναμικό ρίχνει την ποιότητα, η χαμηλή ποιότητα ρίχνει τις τιμές, τα πακέτα των tour operators ρίχνουν τα περιθώρια κέρδους, η αναζήτηση κερδοφορίας ρίχνει και άλλο τους μισθούς – αν χρειαστεί μεταμφιέζοντας τους εργαζόμενους σε «μαθητευόμενους» ή προσλαμβάνοντας μετανάστες με μεροκάματα κάτω από τα κατώτατα. Σε μια τέτοια νοοτροπία «φτηνής ανάπτυξης» και εκτεταμένης παραβατικότητας, η μείωση των κατώτατων μισθών δεν μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, οι «κόκκινες γραμμές» βοηθάνε τον ΣΕΒ, τη ΝΔ, την Εκκλησία της Ελλάδος και κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης να κάνουν δωρεάν επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά δεν προσφέρουν καμμιά απολύτως υπηρεσία στους εργαζόμενους που απειλούνται από την ανεργία ή υφίστανται την εργοδοτική αυθαιρεσία (ή και τα δύο).

Φοβάμαι πως κάτι παρόμοιο ισχύει και για τη ΓΣΕΕ. Η περιχαράκωση των συνδικάτων στα τελευταία φρούρια των προνομίων και της μονιμότητας (Δημόσιο, ΔΕΚΟ, όλο και λιγότερο Τράπεζες), και η ταυτόχρονη αποξένωσή τους από τις επιχειρήσεις όπου εργάζεται η συντριπτική πλειονότητα της εργατικής τάξης, τα καταδικάζει στην αργή παρακμή.

Εάν τα συνδικάτα μας θέλουν να προσφέρουν στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα ελπίδα και προοπτική, ας αναλάβουν μια γενναία πρωτοβουλία (με όλο το ρίσκο που της αναλογεί): ας προτείνουν στην τρόικα, στην κυβέρνηση και στον ΣΕΒ μια μικρότερη μείωση του κατώτατου μισθού, με αντάλλαγμα τη δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για (α) αυστηρή εφαρμογή της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας σε όλες τις επιχειρήσεις, (β) σταδιακή βελτίωση του κατώτατου μισθού καθώς ανακάμπτει η οικονομία, και (γ) ανάλογη μείωση των τιμών από σήμερα.