1 Απριλίου 2020

Ξεφεύγοντας από την πεπατημένη

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Απρίλιος 2020).

Εάν η πανδημία του κορωνοϊού είναι μια δοκιμασία για όλους, εμείς δικαιούμαστε να αισθανόμαστε ικανοποίηση. Πολιτική ηγεσία, ειδικοί, επαγγελματίες υγείας και πολίτες αντέδρασαν στην απειλή με αποφασιστικότητα, υπευθυνότητα και ωριμότητα. Ένα από τα θύματα των τελευταίων εβδομάδων ήταν το γνωστό στερεότυπο περί Μεσογειακών λαών αθεράπευτα ατομιστών, παρορμητικών και αναξιόπιστων, ανήμπορων να αξιολογήσουν με ψυχραιμία τα προβλήματά τους, και να συνεργαστούν μεταξύ τους για να τα αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα. Το διέψευσαν οι γιατροί του Μπέργκαμο και της Μπρέσια, που δεν δίστασαν να διακόψουν την άνεση και την ασφάλεια της συνταξιοδότησης για να ριχτούν εθελοντές στη μάχη (και αρκετοί από αυτούς να αφήσουν την τελευταία τους πνοή δίπλα στους ασθενείς τους). Όπως έκαναν και οι συνάδελφοί τους στη Μαδρίτη, ή στην Αθήνα. Η πανδημία μας θύμισε κάτι που είχαμε ξεχάσει μέσα στο τοξικό κλίμα της τελευταίας δεκαετίας. Δεν είμαστε μόνο ικανοί για το χειρότερο. Παραμένουμε ικανοί για το καλύτερο. Ας το κρατήσουμε αυτό, θα μας χρησιμεύσει.

Όμως τώρα δεν είναι ώρα για εφησυχασμό. Όχι μόνο γιατί εάν ξεχυθούμε πρόωρα στις εξοχές και στις παραλίες θα μηδενίσουμε τις προσπάθειες και τις θυσίες των τελευταίων εβδομάδων. Αλλά και επειδή από την υπερηφάνεια στον εφησυχασμό, και από εκεί στην επόμενη καταστροφή, η απόσταση είναι μικρή. Αυτή δεν ήταν η διαδρομή που διανύσαμε υπνοβατώντας από το μαγικό 2004 στο ταπεινωτικό 2010 (τηρουμένων των αναλογιών);

Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για μια ανελέητη ματιά σε όσα μας κάνουν ευάλωτους σε δοκιμασίες σαν αυτή που περνάμε τώρα. Χωρίς αυταπάτες μεγαλείου, αλλά και χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας. Γιατί δεν χρειάζεται να είναι κανείς Κασσάνδρα για να διακινδυνεύσει την πρόβλεψη ότι έχουμε πλέον μπει σε μια ιστορική φάση μεγάλης αβεβαιότητας. Η Ελλάδα δεν πρόλαβε να συνέλθει από την οικονομική ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας και βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με μια νέα ύφεση, άγνωστων ακόμη διαστάσεων. Ελπίζουμε ότι, όταν περάσει και αυτή, η μοίρα θα μας χαρίσει μερικά χρόνια οικονομικής προόδου, κοινωνικής ειρήνης, και πολιτικής σταθερότητας. Αλλά για να συμβεί αυτό θα πρέπει – τώρα – να εντοπίσουμε τις ρωγμές στο οικοδόμημα, τις δομικές αδυναμίες που μας καθιστούν ευάλωτους στον επόμενο κλυδωνισμό. Και να προετοιμαστούμε.

Ένα παράδειγμα. Παρά τις εξαγγελίες (και κάποιες αξιόλογες επεξεργασίες) για την ανάγκη να περάσουμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, προς το παρόν είμαστε σταθερά προσκολλημένοι στο παλιό. Όμως αυτό το παλιό παραγωγικό μοντέλο, βασισμένο στον τουρισμό και στη ναυτιλία, κλάδους ευπαθείς, ευάλωτους στις διακυμάνσεις της γεωπολιτικής (και, όπως ανακαλύψαμε πρόσφατα, της επιδημιολογίας), συμβαίνει να είναι το περισσότερο εκτεθειμένο στην τωρινή ύφεση. Οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας εξαιτίας της καραντίνας σε 47 χώρες τοποθετούν την Ελλάδα στην 47η και τελευταία θέση (μείωση ΑΕΠ σχεδόν 35%, ανάλογα με τη διάρκεια του λουκέτου στη οικονομία). Άλλες μελέτες, όπως αυτή του Oxford Economics, εξηγούν ότι οικονομίες που εξειδικεύονται στις προσωπικές υπηρεσίες, με χαμηλή ικανότητα είσπραξης φόρων, μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχόλησης, και κενά στο σύστημα υγείας, είναι πιο ευάλωτες τόσο στην ίδια την πανδημία όσο και στις οικονομικές της συνέπειες. Σε παγκόσμια κλίμακα, τα θλιβερά πρωτεία σε αυτό το διαγωνισμό ευπάθειας κατέχουν αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα πλασάρεται στις πρώτες θέσεις.

Το θέμα είναι πώς μπορούμε ρεαλιστικά να θωρακίσουμε τη χώρα. Δύσκολα, είναι η γρήγορη απάντηση. Και οπωσδήποτε όχι ανώδυνα. Όμως, τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Εάν δεν τα καταφέρουμε, το μόνο που μας απομένει είναι να προσευχηθούμε ότι η επόμενη δοκιμασία θα φανεί το ίδιο επιεικής μαζί μας όσο μέχρι τώρα ο κορωνοϊός.

Ο λόγος που είναι δύσκολο να θωρακιστούμε απέναντι στην επόμενη δοκιμασία είναι ότι είμαστε όλοι δέσμιοι των εμπειριών μας, κοιτάζουμε το μέλλον με τους φακούς του παρελθόντος, οι προηγούμενες επιλογές μας δεσμεύουν τις επόμενες.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τις επιχειρήσεις, τους κλάδους της οικονομίας, τα κοινωνικά συστήματα, τα μοντέλα ανάπτυξης. Είναι σαν σιδηρόδρομοι: κινούνται πάνω σε ράγες. Εάν κάποια στιγμή διαπιστώσουν ότι απαιτείται στροφή, αναγκάζονται να περιμένουν μέχρι τον επόμενο κόμβο, αλλιώς εκτροχιάζονται.

Για να περιγράψουν το φαινόμενο, οι ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο της «πεπατημένης» (path dependency). Σε κρίσιμες συγκυρίες, όταν η έκβαση μιας αναμέτρησης ή ενός διλήμματος είναι αβέβαιη, προς ποια μεριά θα γείρει η πλάστιγγα μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις μακροπρόθεσμα. Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι η παράδοξη επικράτηση του πληκτρολογίου «QWERTY», στους υπολογιστές που χρησιμοποιούμε σήμερα, και νωρίτερα στις γραφομηχανές. Πράγματι, το σύστημα QWERTY επικράτησε όχι επειδή ήταν καλύτερο, αλλά παρότι ήταν χειρότερο. Εναλλακτικά πληκτρολόγια που επέτρεπαν στους χρήστες να δακτυλογραφούν γρηγορότερα και με λιγότερα λάθη ήταν από καιρό διαθέσιμα. Το σύστημα «DSK» πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1932, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να εκτοπίσει το QWERTY, αν και υπερείχε κατά κράτος (σύμφωνα και με τις μετρήσεις του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ). Παρότι υποδεέστερο, το σύστημα QWERTY επικράτησε επειδή προηγήθηκε, και έτσι ευνοήθηκε από τρεις παράγοντες: τεχνικές συνέργειες (σε αυτό βασίστηκε η τεχνολογία πληκτρολόγησης αφής της Remington), οικονομίες κλίμακος (το χαμηλό μέσο κόστος το προστάτευσε από τον ανταγωνισμό εναλλακτικών συστημάτων), και αναντιστρεψιμότητα (το κόστος εκμάθησης ενός καλύτερου συστήματος αποδείχθηκε απαγορευτικό για όσους είχαν επενδύσει στο σύστημα που επικρατούσε). Η επικράτηση του QWERTY, που έδειχνε εξαιρετικά αβέβαιη το 1873, ολοκληρώθηκε το 1984. Όταν η Apple ενσωμάτωσε στο μοντέλο IIC τη δυνατότητα του χρήστη να επιλέγει μεταξύ QWERTY και DSK, διαφημίζοντας μάλιστα το τελευταίο ως «20-40% ταχύτερο» από το πρώτο, διαπίστωσε ότι ελάχιστοι το υιοθετούσαν.

Το «κλείδωμα» υποδεέστερων ρυθμίσεων φαίνεται παράδοξο αλλά είναι στην πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένο. Σε πολλές κοινωνίες, η ισορροπία που επικρατεί στον ένα ή στον άλλο τομέα δημόσιας πολιτικής είναι ταυτόχρονα αντιπαραγωγική και εξαιρετικά σταθερή. Ας πάρουμε το επίκαιρο παράδειγμα του τομέα υγείας στις ΗΠΑ. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τους Ιδρυτικούς Πατέρες ή οποιουσδήποτε εχέφρονες ανθρώπους να σχεδιάζουν ένα σύστημα με τόσο δυσβάσταχτο κόστος για τις επιχειρήσεις και τόσο τρομακτικά κενά πρόσβασης για δεκάδες εκατομμύρια πολίτες. Όμως τα κοινωνικά συστήματα δεν σχεδιάζονται, τουλάχιστον όχι απόλυτα: μοιάζουν περισσότερο με ζωντανούς οργανισμούς, εξελίσσονται, καταλήγοντας συχνά πολύ διαφορετικά από ό,τι φαντάζονταν όσοι συνέβαλαν στη δημιουργία τους.

Το πρόβλημα με την πεπατημένη είναι ότι ενισχύει τις δυνάμεις που ωφελούνται από την διαιώνιση της σημερινής δομής, περιθωριοποιώντας όσες έχουν συμφέρον να υποστηρίξουν εναλλακτικές ρυθμίσεις (επωφελέστερες από τη σκοπιά του συλλογικού συμφέροντος). Στο παράδειγμα του τομέα υγείας των ΗΠΑ, μπορεί το σύστημα να είναι ελαττωματικό (οικονομικά ασύμφορο και κοινωνικά άδικο), αλλά τρέφει – αρκετά πλουσιοπάροχα – ένα οικοσύστημα επιχειρήσεων και επαγγελματιών που ανθίσταται με νύχια και με δόντια σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης, ακόμη και τις πιο δειλές. Κάπως έτσι ματαιώθηκε η μεταρρύθμιση Κλίντον στη δεκαετία του 1990, και τώρα υπονομεύεται η μεταρρύθμιση Ομπάμα.

Το παράδειγμα μας αφορά. Η χώρα μας έχει τον πιο «αμερικανικό» τομέα υγείας στην Ευρώπη. Με υποχώρηση της δημόσιας παροχής, ντε φάκτο ιδιωτικοποίηση της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης (και των επικερδέστερων τμημάτων της νοσοκομειακής), σοβαρή οικονομική επιβάρυνση των ασθενών όταν χρειαστούν νοσηλεία, αδυναμία πολλών πολιτών να λάβουν τις υπηρεσίες υγείας που έχουν ανάγκη. Ένα σύστημα ανήμπορο να σχεδιάσει και να εφαρμόσει οποιαδήποτε πολιτική υγείας. Και που στον «πόλεμο» κατά του κορωνοϊού μοιάζει λιγότερο με οργανωμένο στρατό, ιεραρχικά οργανωμένο, με σαφείς γραμμές μεταβίβασης εντολών, και περισσότερο με ασκέρι οπλαρχηγών που αναγκάζονται να συμμαχήσουν ενώ εχθρεύονται ο ένας τον άλλον. Ο ηρωισμός και η αυτοθυσία δεν αρκούν. Εάν τελικά αποφύγουμε τη μοίρα της Ιταλίας ή της Ισπανίας θα είναι αποκλειστικά εξαιτίας της έγκαιρης λήψης μέτρων περιορισμού των μετακινήσεων. Στην επόμενη επιδημία ίσως να μην είμαστε τόσο τυχεροί.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα παραδείγματα. Παρά τη φιλοτιμία πολλών δασκάλων και καθηγητών που αγνόησαν τη γκρίνια των συνδικαλιστών για να διατηρήσουν ζωντανή την εκπαιδευτική διαδικασία, έστω και από απόσταση, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός των μαθητών λόγω επιδημίας διευρύνει τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Το χάσμα μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων σχολείων, μεταξύ οικογενειών υψηλού και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, και σε τελευταία ανάλυση μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι ήδη μεγάλο, και κινδυνεύει να μεγαλώσει και άλλο. Σε μια χώρα που διεθνώς υστερεί δραματικά στις δεξιότητες των μαθητών (βλ. στοιχεία PISA) και των ενηλίκων (βλ. στοιχεία PIAAC), η διεύρυνση του μορφωτικού χάσματος μας καθιστά ακόμη πιο ευάλωτους στην τεχνολογική μεταβολή, που επιταχύνει την ψηφιοποίηση της οικονομίας, αχρηστεύοντας παλιές συνήθειες και καθιερωμένες πρακτικές. Επί πλέον, η υστέρηση της εκπαίδευσης – και η χρόνια παραμέληση της έρευνας – υπονομεύουν τον εθνικό στόχο της αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου: χωρίς αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων (και των επιχειρηματιών), είμαστε καταδικασμένοι να πορευόμαστε με το παλιό μοντέλο, αυτό που μας εκθέτει σε κινδύνους.

Το ίδιο ισχύει με τους φορολογικούς κανόνες και τις ασφαλιστικές εισφορές. Η ευνοϊκή μεταχείριση της αυτοαπασχόλησης, και τα αντικίνητρα για την πρόσληψη μισθωτών (που ενισχύθηκαν και άλλο με την τελευταία ασφαλιστική μεταρρύθμιση της σημερινής κυβέρνησης), βαθαίνουν το «αόρατο ρήγμα»: δίνουν το φιλί της ζωής στο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης που μας οδήγησε στη χρεωκοπία του 2010, με ατομικές ή μικροσκοπικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται σε «μη εμπορεύσιμους» κλάδους, και παράγουν αγαθά και υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η χώρα φαίνεται να είναι εγκλωβισμένη σε μια ισορροπία εξόφθαλμα αντιπαραγωγική αλλά εξαιρετικά σταθερή. Η πεπατημένη αυξάνει την οικονομική και πολιτική ισχύ των κοινωνικών ομάδων τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετούνται από την προσκόλληση στις σημερινές (αντιπαραγωγικές) ρυθμίσεις. Αντιστρόφως, εμποδίζει την ανάδειξη υγιέστερων δυνάμεων, οι οποίες θα ωφελούνταν από ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης, και για αυτό θα το υποστήριζαν. Η κεκτημένη ταχύτητα δυσκολεύει την «αλλαγή παραδείγματος».

Συνεπώς; Το μέλλον μας είναι προκαθορισμένο από τις επιλογές του παρελθόντος; Τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε; (Αυτό φέρεται να ρώτησε αποκαρδιωμένος ένας Ιταλός περιφερειάρχης τους συγγραφείς του διάσημου βιβλίου που εξηγούσε ότι οι εμφανείς διαφορές στην οικονομική επίδοση και στην κοινωνική συμπεριφορά μεταξύ π.χ. Βένετο και Καλαβρίας ανάγονται στον Ύστερο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση.)

Ευτυχώς για όλους μας, τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο. Γράφουμε την ιστορία μας, αν και (όπως έλεγε και κάποιος) τη γράφουμε μέσα σε συνθήκες που δεν διαλέγουμε οι ίδιοι αλλά μας κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Οι προηγούμενες επιλογές μπορεί να περιορίζουν τις επόμενες, δεν τις προκαταλαμβάνουν όμως. Η έξοδος από την πεπατημένη είναι δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη. Οι κρίσεις επιταχύνουν τον ιστορικό χρόνο, εκθέτουν ανεπανόρθωτα τις επικρατούσες ρυθμίσεις αποκαλύπτοντας την χρεωκοπία τους, ωριμάζουν τις αλλαγές καθιστώντας αναπόφευκτο ό,τι μέχρι χθες φαινόταν ουτοπικό.

Αυτό δείχνει η ενδιαφέρουσα συζήτηση που έχει ανοίξει για τον κόσμο στον οποίο θα βρεθούμε όταν βγούμε από την απομόνωση. Πληθαίνουν οι φωνές, κάποιες μάλλον απρόσμενες, υπέρ ενός ριζικά ανανεωμένου κοινωνικού συμβολαίου, που να αξιοποιεί τον δυναμισμό της οικονομίας της αγοράς για το κοινό συμφέρον, προστατεύοντας τα συλλογικά αγαθά, και προσφέροντας προοπτικές σε όλους, ακόμη και στους πιο αδύναμους.

Έτσι, αν και η επέκταση της δημόσιας ασφάλισης υγείας στις ΗΠΑ απέχει ακόμη από το να θεωρείται πιθανή, η πανδημία του κορωνοϊού την έχει κάνει πολύ λιγότερο απίθανη. Θα ξέρουμε το Νοέμβριο.

Εν τω μεταξύ, η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε με συνοπτικές διαδικασίες να παραβιάσει το ταμπού του «Μαύρου Μηδέν», και να δεσμεύσει ιλιγγιώδη ποσά (πάνω από 1 τρις ευρώ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ) για την καταπολέμηση του κορωνοϊού και των οικονομικών του επιπτώσεων.

Αυτό μας φέρνει πίσω στο αρχικό ερώτημα: μπορούμε ρεαλιστικά να ξεφύγουμε από την πεπατημένη, για να θωρακίσουμε τη χώρα για τις δοκιμασίες που μας περιμένουν, σε έναν κόσμο όλο και πιο αβέβαιο; Και εάν ναι, πώς;

15 Μαρτίου 2020

Ο ορίζοντας σκοτεινιάζει

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Κυριακή 15 Μαρτίου 2020).

Λένε πως η πιο σκοτεινή ώρα είναι λίγο πριν το χάραμα. Ο ανταποκριτής σας δεν έχει προσωπική πείρα: έχει διαλέξει ένα επάγγελμα που δεν απαιτεί πρωινό ξύπνημα, και έχει από καιρό ξεχάσει τις λίγες φορές που γύριζε στο σπίτι μετά από ξενύχτι, όσο για τις σκοπιές 4-6 στο στρατόπεδο δεν θέλει να τις θυμάται. Αλλά ελπίζει ολόψυχα να έχουν δίκιο αυτοί που το λένε. Μια βδομάδα από τα τελευταία, πιο δρακόντεια μέτρα, το χάραμα φαίνεται να αργεί πολύ ακόμη. Κυριακή πρωί στο Μιλάνο, η πόλη παραμένει σε κώμα. Η παροιμιώδης ζωντάνια των κατοίκων και το βιαστικό τους βήμα φαίνονται μακρινή ανάμνηση. Πηγαίνουμε στο σούπερ-μάρκετ (μια από τις τελευταίες δραστηριότητες που επιτρέπονται ακόμη) σέρνοντας τα πόδια μας, σαν να έχουμε όλη τη μέρα μπροστά μας (όπως άλλωστε ισχύει), σαν να θέλουμε να παρατείνουμε τη διάρκεια της εξόδου μας από το σπίτι, και ίσως την οπτική έστω επαφή με άλλους ανθρώπους. Έξω από το Coop είκοσι περίπου πελάτες περιμένουν υπομονετικά στην ουρά, σε απόσταση ενός μέτρου ο ένας από τον άλλον. Είναι όλοι τους ψύχραιμοι και ευγενικοί, παραχωρούν ευχαρίστως τη θέση τους σε πιο ηλικιωμένους, όμως κανείς δεν έχει όρεξη για αστεία. Κάθε τόσο ο υπεύθυνος του σούπερ-μάρκετ ανοίγει τις πόρτες και αφήνει τον προκαθορισμένο αριθμό να περάσει. Στα ταμεία οι εργαζόμενες εμψυχώνουν τους πιο κατηφείς από τους πελάτες: «Να δείτε που θα περάσει και αυτό». Η ταμίας που εξυπηρετεί εμένα ανοίγει άλλο θέμα συζήτησης (θα εκτίμησε ότι δεν έχω φτάσει ακόμη στο κατώτερο σκαλοπάτι κατήφειας): «Είχα κανονίσει να πάω εκδρομή το άλλο ΣΚ, τώρα αναγκάστηκα να την ακυρώσω, ελπίζω να τελειώσει σύντομα αυτή η ιστορία, έχει αρχίσει να με κουράζει. Κουπόνια για σερβίτσιο; (όχι) Χαρτάκια; (ναι) Ίντερ ή Μίλαν; (Ίντερ)». Μου δίνει χαμογελώντας την απόδειξη και την πιστωτική κάρτα: «Καλή μέρα να έχετε.» Ανταποδίδω τον χαιρετισμό, και την ευχαριστώ για την καλή διάθεση. Αστράφτει το πρόσωπό της: «Σας ευχαριστώ πολύ!»

Εν τω μεταξύ, οι μέρες διαδέχονται απαράλλαχτες η μία την άλλη. Στις 6 το απόγευμα παρακολουθούμε την ανακοίνωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας για την εξέλιξη της επιδημίας. Έχουμε πια πάνω από 100 νέα κρούσματα την ώρα σε όλη την Ιταλία, τα μισά από αυτά στην Λομβαρδία. Η Corriere della sera και οι άλλες σοβαρές εφημερίδες αποστρέφονται την υστερία, όμως τις τελευταίες μέρες οι τόνοι είναι σχεδόν πένθιμοι. Τα editorial και οι μόνιμες στήλες καλούν τους αναγνώστες να αναλογιστούν ότι η Ιταλία έχει περάσει χειρότερες μέρες, βγήκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κατεστραμμένη και πεινασμένη, αλλά γεμάτη ενθουσιασμό και δημιουργικότητα, που μέσα σε λίγα χρόνια έφερε το οικονομικό θαύμα που τη μεταμόρφωσε. Έτσι και τώρα θα βγούμε πιο δυνατοί κτλ. Οι μέσα σελίδες αφηγούνται ιστορίες, με ιώτα μικρό. Ο 48χρονος οδηγός ασθενοφόρου στη Brescia ανέβασε πυρετό και ξεψύχησε στο σπίτι του προτού καν προλάβουν να βγουν τα αποτελέσματα του τεστ. Η 17χρονη από το Como είχε την ατυχία να πάθει καλπάζουσα μηνιγγίτιδα, και την ακόμη μεγαλύτερη ατυχία να την πάθει τώρα – εάν της συνέβαινε άλλη εποχή θα την είχαν σώσει, στην κηδεία οι αρχές επέτρεψαν να είναι παρόντες μόνο οι γονείς της και τα αδέλφια της, οι συμμαθητές την παρακολούθησαν σε streaming. Ο δήμαρχος του Bergamo είναι υπό την επήρεια ισχυρού κλονισμού: στην πόλη του τα θύματα της επιδημίας πάνε κυριολεκτικά άκλαυτα, από το νοσοκομείο απευθείας στο νεκροταφείο, μέχρι προχθές τα φέρετρα στοιβάζονταν στις εκκλησίες, τώρα γέμισαν και αυτές, τα γραφεία τελετών δουλεύουν τριπλοβάρδιες, με ελλείψεις στο προσωπικό τους λόγω της επιδημίας. Η δυναμικότητα των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας επεκτείνεται, αλλά αργά – σίγουρα πιο αργά από τον ρυθμό άφιξης ασθενών που χρειάζονται νοσηλεία σε αυτές. Από τους υπεράριθμους ασθενείς επιλέγονται όσοι έχουν μια ρεαλιστική ελπίδα να ωφεληθούν περισσότερο. Όσοι έχουν προϋπάρχουσες παθήσεις και μεγάλη ηλικία (άνω των 70) κατατάσσονται στην κατηγορία NCR: μη υποψήφιοι για ανάνηψη. Δεν αφήνονται αβοήθητοι, αλλά μεταφέρονται σε άλλη αίθουσα για «παρηγορητική αγωγή» με παυσίπονα. Το προσωπικό των νοσοκομείων είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης: περιφέρονται σαν ζόμπι, άυπνοι, με το πρόσωπο χαρακωμένο από τα σημάδια της μάσκας, σημαδεμένοι για πάντα από όσα ζουν αυτές τις μέρες. «Μην μας λέτε ήρωες. Απλώς μείνετε στο σπίτι.»

Μου τηλεφωνούν φίλοι από την Αθήνα. Υποψιάζομαι ότι έχουν αρχίσει να ανησυχούν στα σοβαρά. Η φωνή τους ακούγεται πιο ευδιάθετη από ό,τι συνήθως. Όπως όταν επισκεπτόμαστε έναν ασθενή σε καταληκτική φάση. Ας μην υπερβάλλουμε παιδιά. Το πιθανότερο είναι ότι θα επιζήσουμε. Εσείς να προσέχετε.

Μεταξύ Realpolitik και εκτροπής από τη νομιμότητα

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 15 Μαρτίου 2020).

Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του πρωθυπουργού, των συνεργατών του και των υπουργών που σχεδιάζουν και εφαρμόζουν την κυβερνητική πολιτική για το προσφυγικό ζήτημα. Βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα που δεν επιδέχεται «λύσης», μόνο διαχείρισης. Απέναντι σε έναν επικίνδυνο γείτονα, που παίζει το τελευταίο του χαρτί. Με συμμάχους δειλούς και άβουλους, παραλυμένους από τη διχογνωμία. Η διαχείριση όμως έχει συνέπειες, για το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να είμαστε. Για αυτό αξίζει να συζητάμε.

Το βασικό επιχείρημα υπέρ της κυβερνητικής πολιτικής είναι ότι μπροστά στον «υβριδικό πόλεμο» που έχει εξαπολύσει ο Ερντογάν, το κλείσιμο των συνόρων είναι η μόνη άμυνα. Δεν είναι αβάσιμο το επιχείρημα. Σίγουρα απολαμβάνει ευρείας αποδοχής: έως και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το συμμερίζεται. Έχει ένα μειονέκτημα: Το κλείσιμο των συνόρων και η αναστολή της διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων ασύλου για ένα μήνα (με δυνατότητα παράτασης) συνιστούν παράβαση των διατάξεων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων που η Ελλάδα έχει προσυπογράψει. Είναι κακό προηγούμενο αυτό για μια μικρή χώρα, η οποία, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της με τη στρατιωτική της ισχύ και μόνο, χρειάζεται την προστασία του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων.

Ας δεχθούμε λοιπόν ότι η πολιτική που εφαρμόζεται είναι η μόνη ρεαλιστική. Ποιος την υλοποιεί; Τα σώματα ασφαλείας και οι ένοπλες δυνάμεις του οργανωμένου κράτους, με αυτοσυγκράτηση και την ελάχιστη βία που απαιτείται για την αναχαίτιση αμάχων; Ή μασκοφόροι που ληστεύουν πρόσφυγες στον Έβρο, ή πυροβολούν από σκάφη του Λιμενικού σε βάρκες με γυναικόπαιδα στη Λέσβο; Η δεύτερη επιλογή – η υιοθέτηση εκ μέρους της Ελλάδας πρακτικών υβριδικού πόλεμου – συνιστά εκτροπή από τη νομιμότητα. Η Ρωσία του Πούτιν μπορεί να στέλνει «πράσινα ανθρωπάκια» στην Κριμαία για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά την ευθύνη της οποίας η κυβέρνησή του δεν τολμά να αναλάβει. Εάν η Ελλάδα τη μιμηθεί, θα απομακρυνθεί οικειοθελώς από το κλαμπ των κρατών δικαίου στο οποίο σήμερα ανήκει και θα προσεγγίσει το άλλο κλαμπ των αυταρχικών κρατών. Είμαστε σίγουροι ότι κάτι τέτοιο υπαγορεύει το εθνικό συμφέρον;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πολιτική πυγμής (απέναντι σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους), επενδυμένη με τη ρητορεία της σκληρότητας ή ακόμη και του μίσους απέναντι στον ξένο, είναι σήμερα δημοφιλής. Σε άλλους, η ρητορεία αυτή μπορεί να είναι απεχθής (όπως π.χ. σε μένα). Μέχρι εδώ, μικρό το κακό: σε μια δημοκρατική κοινωνία είμαστε αναγκασμένοι να συμβιώνουμε με ανθρώπους απεχθών απόψεων. Το πράγμα αλλάζει όταν κάποια μέλη της κοινωνίας πατήσουν την αόρατη γραμμή που χωρίζει την ελεύθερη έκφραση από την άσκηση βίας. Οι βιαιοπραγίες «αγανακτισμένων πολιτών» κατά προσφύγων, μεταναστών, μελών ΜΚΟ, και άλλων, στη Λέσβο και αλλού, ή θα αντιμετωπιστούν με αυστηρότητα ή θα ερμηνευθούν από τους πάντες ως σιωπηρή συγκατάθεση του οργανωμένου κράτους στο παρακράτος.

Στις εκλογές του περασμένου Ιουλίου, χιλιάδες πολίτες που δεν ανήκουν στο συντηρητικό χώρο ψήφισαν το κόμμα της ΝΔ για να αποδοκιμάσουν την ατιμωρησία της βίας των οργανωμένων ομάδων, την κρατική επίδειξη επιείκιας σε κατά συρροή δολοφόνους που δεν έδειχναν ίχνος μεταμέλειας, την ποδοπάτηση των κανόνων του κράτους δικαίου για την απόσπαση πολιτικού πλεονεκτήματος. Οι πολίτες αυτοί απαίτησαν την αποκατάσταση της νομιμότητας. Δεν θα δεχθούν τώρα την αντικατάσταση της μιας εκτροπής από μιαν άλλη.

12 Μαρτίου 2020

«Όλα θα πάνε καλά»

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020).

Βγήκε ο ήλιος στο Μιλάνο, μετά από αρκετές συννεφιασμένες ή βροχερές μέρες, ήλιος  με δόντια, αλλά πάντως λαμπερός. Ο ανταποκριτής σας αποφάσισε να καθήσει έξω. «Καπνίζετε;» ρώτησε η σερβιτόρα, φέρνοντας τον καφέ και το κρουασάν. Σκέφτηκα να απαντήσω όπως ο Giulio Andreotti στη μεσήλικη κυρία που στο κοσμικό πάρτυ της ρωμαϊκής καλής κοινωνίας, στην ταινία του Paolo Sorrentino, τον ρωτά εάν χορεύει: «Non ho vizi minori». Είχε πράγματι μεγάλες διαστροφές ο Giulio Andreotti (και μαζί κάποιες αρετές), αλλά αφορούσαν όλες τον δημόσιο βίο του – ο ιδιωτικός ήταν αψεγάδιαστος, υπόδειγμα καλού καθολικού. Αλλά εδώ στον υλιστικό Βορρά, εν μέσω επιδημίας, ο Silvio Berlusconi (84 ετών) μόλις εγκατέλειψε την επί 12ετία σύντροφό του (35 ετών), για να συζήσει με άλλη (30 ετών). Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, απαντώ στη νεαρή σερβιτόρα: «όχι, δεν καπνίζω, ευχαριστώ».

Με το ρυθμό που αυξάνονται τα κρούσματα, μέχρι να κυκλοφορήσει η Athens Voice θα έχουμε πλησιάσει τις δέκα χιλιάδες, πάνω από τα μισά στη Λομβαρδία, αν και παραδόξως σχετικά λίγα στο Μιλάνο. Στους φορείς του ιού προστέθηκε πρόσφατα ο Nicola Zingaretti, γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος. Εν τω μεταξυ, εντοπίστηκε ο «Ασθενής Μηδέν» που έφερε (εν αγνοία του) τον ιό στην Ευρώπη: δεν είναι Ιταλός, αλλά 33χρονος Γερμανός, ήρθε για δουλειές από το Μόναχο στο Codogno (50 χιλιόμετρα ΝΔ του Μιλάνου). Πλέον η κωμόπολη είναι σε καραντίνα, οι καραμπινιέροι εμποδίζουν τους κατοίκους να βγουν χωρίς ειδική άδεια.

Γερμανός λοιπόν, όχι Ιταλός, ούτε καν Κινέζος, παρότι η Chinatown της πόλης είναι από τις πιο παλιές, πιο ακμαίες και πιο πολυάνθρωπες της Ευρώπης. Μάλιστα, μέχρι τώρα μόνο ένας (1) Κινέζος του Μιλάνου έχει βρεθεί θετικός στον ιό. Πώς το έχουν καταφέρει; Με αυτοπειθαρχία, συλλογικότητα, και πνεύμα ευθύνης. Ελάχιστα μαγαζιά έχουν μείνει ανοιχτά στη συνήθως πολύβουη via Paolo Sarpi, τα πιο πολλά μη κινεζικά. Έκλεισε και το στεγνοκαθαριστήριο της γειτονιάς μου, «από αλληλεγγύη στην κοινότητα», όπως εξηγεί το σημείωμα στην πόρτα της συμπαθέστατης ιδιοκτήτριας. Με τον Έ. αναρωτηθήκαμε τι ακριβώς να σημαίνει αυτό. Το καταλάβαμε διαβάζοντας τη συνέντευξη του επικεφαλής του κινεζικού εμπορικού συλλόγου στην Corriere della sera της επομένης: για έναν Κινέζο το να μεταδώσει από απροσεξία ή ανευθυνότητα τον ιό σε κάποιον ανυποψίαστο συμπολίτη του είναι ντροπή, και λόγος στιγματισμού και καταδίκης του από την υπόλοιπη κοινότητα.

Στο ωραίο του editorial στην ίδια εφημερίδα ο Antonio Polito αναλύει τα «πέντε διδάγματα της επιδημίας». Η χρόνια υποχρηματοδότηση του συστήματος υγείας πρέπει να τερματιστεί: ας μεταφερθούν πόροι από συντάξεις και επιδόματα. Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει να επαναδιατυπωθεί: δεν μπορεί κάθε περιφέρεια να κάνει ό,τι θέλει. Η ενημέρωση του κοινού πρέπει να γίνεται από τους ειδικούς, όχι από τους πολιτικούς. Το «ψηφιακό χάσμα» πρέπει να γεφυρωθεί, ιδίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ιδίως στο Νότο: εάν κάποια σχολεία δεν μπορέσουν να συντονίσουν εξ αποστάσεως τη μελέτη στο σπίτι, χιλιάδες παιδιά θα μείνουν πίσω στα μαθήματα (και αύριο στην αγορά εργασίας). Το πέμπτο και τελευταίο μάθημα αφορά την Ευρώπη: οι μεγαλύτερες κρίσεις της εποχής μας (ο κορωναϊός, η κλιματική αλλαγή, το προσφυγικό) δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα, συνεπώς η αντιμετώπισή τους ή θα είναι κοινή από τα κράτη-μέλη ή δεν θα είναι αποτελεσματική. Και ας λένε οι λαϊκιστές.

Εν τω μεταξύ, η ζωή συνεχίζεται. Παρά τις συστάσεις του υπουργείου υγείας («αφύσικες αλλά αναγκαίες», σύμφωνα με τον υπεύθυνο που τις ανακοίνωσε), τα ζευγάρια εξακολουθούν να φιλιούνται στους δρόμους, οι φίλοι να αγκαλιάζονται όταν συναντιούνται, οι συνάδελφοι να χαιρετιούνται διά χειραψίας. Οι αγώνες του πρωταθλήματος γίνονται κεκλεισμένων των θυρών, ανάμεσά τους και το μεγάλο «ντέρμπυ της Ιταλίας» Juventus-Inter. Οι εκθέσεις μόδας, design, επίπλων κτλ. μετατέθηκαν. Μουσεία, θέατρα και σινεμά κλειστά μέχρι νεωτέρας. Τα μπαρ και τα ρεστωράν ανοιχτά αλλά για την αποφυγή συνωστισμού επιτρέπεται το σερβίρισμα μόνο σε τραπέζι. Σχολεία και πανεπιστήμια κλειστά, με μαθήματα online.

Ελάχιστος πανικός, αρκετή ανησυχία, πολλή αβεβαιότητα. Θα περάσει και αυτό. Στους δρόμους της πόλης έκαναν την εμφάνισή τους κίτρινα αυτοκόλλητα με τη φράση «Όλα θα πάνε καλά». Λέγεται ότι τα πρώτα τα έγραψε μια ποιήτρια που θέλησε να μείνει ανώνυμη, μετά τη μιμήθηκαν και άλλοι. Τα βλέπουμε και χαμογελάμε, και συνεχίζουμε το δρόμο μας με ελαφρύτερο βήμα.

6 Μαρτίου 2020

Grecia infelix

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020).

200 χρόνια μετά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, η Ελλάδα βρίσκεται στο μεταίχμιο. Οι στατιστικές (αλλά και οι καθημερινές παραστάσεις του καθενός) δείχνουν ότι την τελευταία δεκαετία η χώρα μας δεν φτώχυνε απλώς: έγινε λιγότερο ευτυχισμένη. Ένας ψυχολόγος θα έλεγε ότι η δυστυχία των Ελλήνων συναρτάται με τις ανεδαφικές προσδοκίες μας: η οικονομική κρίση καταρράκωσε την αυτοεκτίμησή μας ακριβώς επειδή αμφισβήτησε την υπερφίαλη ιδέα που είχαμε για τον εαυτό μας. Ένας οικονομολόγος θα πρόσθετε ότι η σχέση μεταξύ (αντικειμενικής) οικονομικής κατάστασης και (υποκειμενικής) ικανοποίησης από τη ζωή είναι ασύμμετρη: η εποχή της αστακομακαρονάδας και των διακοποδανείων δεν μας έκανε ευτυχέστερους, αλλά η αναπόφευκτη επωδός της μας έκανε δυστυχέστερους.

Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε. Πολύ χονδρικά, ως έθνος (αν υποθέσουμε ότι μπορούμε να στοχαζόμαστε ως συλλογικό υποκείμενο) έχουμε δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να αποδεχθούμε τη μετριότητά μας, και να χαμηλώσουμε τις προσδοκίες μας. Στο κάτω-κάτω, δεν τα καταφέραμε και τόσο άσχημα τα τελευταία 200 χρόνια. Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα δικά μας τα κατάφεραν περίφημα. Παρά την υποβάθμιση της προηγούμενης δεκαετίας, η Ελλάδα παραμένει η πλουσιότερη χώρα των Βαλκανίων (και 45η στον κόσμο σε σύνολο 200 χωρών). Απέχουμε πολύ από τα αρχαία κλέη, αλλά όχι όσο π.χ. η Αίγυπτος. Γιατί να μην συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι η καλύτερη στιγμή μας παρήλθε πριν από 2.500 χρόνια; Ας χαλαρώσουμε και ας απολαύσουμε αυτά που έχουμε: τα νησιά μας, το καλοκαίρι μας, τις χαοτικές αλλά γεμάτες ενέργεια πόλεις μας – και επίσης το διεθνώς αναγνωρίσιμο brand name μας, την ιδιότητα μέλους στα πιο περιζήτητα κλαμπ του πλανήτη (ΕΕ, ΟΟΣΑ, ΝΑΤΟ) κτλ. Γιατί να μην ζούμε από τα έτοιμα; Άλλωστε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, πολλοί από εμάς αυτό ακριβώς κάνουν, εδώ και πολύ καιρό.

Η άλλη επιλογή είναι πιο φιλόδοξη. Προϋποθέτει να αποδεχθούμε ότι είμαστε ένα μικρό ευρωπαϊκό έθνος, σε μια όμορφη αλλά και ταραγμένη γωνιά του πλανήτη, με λίγα περιουσιακά στοιχεία, εκτός ίσως από την επινοητικότητα των ανθρώπων του. Για να ζούμε καλύτερα θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα ελαττώματά μας, με κυριότερο την έλλειψη αυτογνωσίας. Κανείς δεν μας χρωστάει – ποια άλλη χώρα ευεργετήθηκε όσο η δική μας; Ας πάψουμε να περιμένουμε διευκολύνσεις από τους δανειστές (πέρα φυσικά από όσα ισχύουν για όλους τους άλλους). Ας κινητοποιήσουμε τους πόρους που ήδη διαθέτουμε, όσο καλύτερα μπορούμε.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Κατ’αρχάς, οικονομία δυνάμεων. Ο εθνικός διχασμός, το καθημερινό μίσος, η ακραία πολιτική πόλωση, οι οξείες κοινωνικές συγκρούσεις, οι κακές εργασιακές σχέσεις, η έλλειψη συνεργασίας, η χαμηλή εμπιστοσύνη – όλα αυτά δεν είναι απλώς δυσάρεστα και κουραστικά, είναι επίσης αντιπαραγωγικά: απορροφούν ενέργεια που θα μπορούσε (θα έπρεπε!) να αφιερωθεί σε πιο δημιουργικές ασχολίες.

Επί πλέον, εάν η επινοητικότητα των ανθρώπων μας είναι όντως το κυριότερο περιουσιακό μας στοιχείο, ας επενδύσουμε σε αυτό. Έχουμε πολύ δρόμο να καλύψουμε: η τελευταία ευρωπαϊκή έρευνα δεξιοτήτων δείχνει ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει την 28η θέση (σε σύνολο 28 χωρών). Για να βγούμε από την οικονομική στασιμότητα θα πρέπει να δουλεύουμε περισσότερο και καλύτερα. Και για να το πετύχουμε, θα πρέπει να μάθουμε περισσότερα και πιο ουσιαστικά: είναι πάρα πολλά αυτά που ο μέσος εργαζόμενος – και ο μέσος απόφοιτος πανεπιστημίου – δεν γνωρίζει, και όσα δεν γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει.

Γίνονται αυτά; Αμέσως, όχι. Αλλά στα επόμενα 200 χρόνια, ναι.

Αρκεί να αρχίσουμε από τώρα. Έχουμε χάσει πολύ χρόνο.

25 Φεβρουαρίου 2020

Από το Μιλάνο με ψυχραιμία

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020).

Η επιδημία ξέσπασε ξαφνικά στην Ιταλία: από 50 σε 150 κρούσματα μέσα σε μια μόνο μέρα (Κυριακή 23 Φεβρουαρίου), τα περισσότερα στη Λομβαρδία και στο Βένετο. Αυτές οι γραμμές γράφονται την επομένη από το Μιλάνο, μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Ιταλίας, ατμομηχανή της ιταλικής οικονομίας. Τι έχει αλλάξει στην καθημερινότητά μας; Προς το παρόν, όχι πολλά. Τα πανεπιστήμια έκλεισαν για μια εβδομάδα και βλέπουμε, το ίδιο και τα σχολεία. Για μερικούς από εμάς, μικρό το κακό: η ομάδα μας στο Πολυτεχνείο δουλεύει απερίσπαστη, ο καθένας στο σπίτι του, σε συνεχή επαφή με τους υπόλοιπους. Για άλλους, τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα, αν και πολλές εταιρείες ζήτησαν από τους εργαζομένους να συνεχίσουν τη δουλειά από το σπίτι. Αντίθετα με τους δυστυχείς κατοίκους της Wuhan, η πόλη μας δεν είναι απλώς οργανωμένη αλλά και ελεύθερη. Οι περιορισμοί στην ελευθερία μας (π.χ. στις μετακινήσεις) γίνονται δεκτές ως αναπόφευκτες. Οι αρχές (δήμαρχος και περιφερειάρχης, σε στενή συνεργασία παρότι προέρχονται από αντίθετες παρατάξεις) δείχνουν να έχουν συναίσθηση της ευθύνης τους, και αυτό εμπνέει εμπιστοσύνη. Η ενημέρωση είναι πλήρης, συνεχής και ψύχραιμη. Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια από τις πλουσιότερες γωνιές του πλανήτη, με νοσοκομεία υψηλού επιπέδου, στη διάθεση όλων των ασθενών, πλούσιων και φτωχών, με γιατρούς και νοσοκόμους που εργάζονται με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση, και με ερευνητικά κέντρα που βρίσκονται στην διεθνή πρωτοπορία. Στο «Περί τυφλότητος» του Ζοζέ Σαραμάγκου, η κοινωνία σιγά-σιγά αποσυντίθεται, ελάχιστοι διατηρούν μέχρι τέλους την ανθρωπιά τους (η γυναίκα του γιατρού, το κορίτσι με τα μαύρα γυαλιά). Με λίγη τύχη, θα τα καταφέρουμε καλύτερα.

9 Φεβρουαρίου 2020

Ασφαλιστικό: Επιστροφή στη λάθος κανονικότητα

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020).

Το σχέδιο νόμου για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που δόθηκε στη δημοσιότητα πριν λίγες μέρες, μαζί με την επικοινωνιακή παρουσίασή του («μειώνονται οι εισφορές, αυξάνονται οι συντάξεις»), δημιουργεί απορίες για το εάν η χώρα έμαθε κάτι, και τι ακριβώς, από την οδυνηρή περιπέτεια της περασμένης δεκαετίας.

Μια σύντομη περίληψη των προηγουμένων. Το 2010 είχαμε το χειρότερο σύστημα συντάξεων της Ευρώπης: το πιο άδικο και το πιο χρεωκοπημένο. Η κρατική επιχορήγηση των συντάξεων την περίοδο 2000-2014 έφτασε τα 200 δις ευρώ (πάνω από 2/3 του συνολικού δημόσιου χρέους). Οι προβολές των ανεδαφικών υποσχέσεων του συστήματος προς το μέλλον έδειχναν σε όποιον νοιαζόταν ότι η καταστροφή ήταν θέμα χρόνου: η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2009 υπολόγιζε τη συνταξιοδοτική δαπάνη το 2050 σε 24% του ΑΕΠ (έναντι 12,5% στην ΕΕ). Επειδή καμμιά χώρα δεν αντέχει να ξοδεύει το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος μόνο για συντάξεις, αυτό πρακτικά σήμαινε κατάρρευση του συστήματος πολύ νωρίτερα. Όπως ακριβώς συνέβη το 2010 – με τη διαφορά ότι δεν κατάρρευσε απλώς το σύστημα συντάξεων, αλλά η εθνική οικονομία.

Μετά μια μακρά περίοδο μεταρρυθμιστικής αφλογιστίας (1992-2010), ήρθαν 6 χρόνια καταιγιστικών αλλαγών (2010-2016). Οι συντάξεις περικόπηκαν από 16% για τους χαμηλοσυνταξιούχους έως 46% για εκείνους κάτω των 55 ετών με συντάξεις πάνω από 2.500 ευρώ το μήνα. Η τραγωδία είναι ότι ακόμη και αυτές οι μειώσεις, πρωτοφανείς παγκοσμίως, δεν «εξυγίαναν» το σύστημα: το 99% των συνταξιούχων του ΙΚΑ (100% των ειδικών ταμείων) εισπράττουν σε σύνταξη περισσότερα από όσα κατέβαλαν σε εισφορές οι ίδιοι και οι εργοδότες τους. Για αυτό άλλωστε η προσαρμογή του συστήματος (υπό την πίεση, φυσικά, των δανειστών) προέβλεπε πιο αυστηρούς κανόνες για όσους βγαίνουν στη σύνταξη από τώρα και στο εξής. Ακόμη και η προηγούμενη («αντιμνημονιακή») κυβέρνηση, έχοντας πρώτα ματαιώσει την εφαρμογή του «αντιλαϊκού» Ν3863/2010, υιοθέτησε τελικά χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης με το Ν4387/2016. Για παράδειγμα, το ποσοστό αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης του «νόμου Κατρούγκαλου» με 35 έτη ασφάλισης διαμορφώθηκε σε 33,81% (έναντι 45,85% της αναλογικής σύνταξης του «νόμου Λοβέρδου»). Επί πλέον, έγιναν σημαντικά βήματα ενοποίησης του συστήματος, με τη συγχώνευση των ασφαλιστικών ταμείων στον ΕΦΚΑ, και με την εξίσωση των εισφορών μεταξύ μισθωτών, ελεύθερων επαγγελματιών, αυταπασχολουμένων και αγροτών.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν μια μεγάλη διόρθωση. Η τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (του 2018) εκτίμησε τη συνταξιοδοτική δαπάνη το 2050 σε μόλις 12,5% του ΑΕΠ (έναντι 12,4% στην ΕΕ). Εάν η πρόβλεψη επαληθευθεί, το ασφαλιστικό δεν θα παρασύρει την οικονομία σε νέα χρεωκοπία, και τα παιδιά μας – που πλήρωσαν την κρίση με τεράστια ανεργία και πενιχρούς μισθούς ποιος ξέρει για πόσο ακόμη – δεν θα χρειαστεί να σηκώσουν το άδικο φορτίο που τους είχαν φορτώσει οι προηγούμενες γενιές.

Οι μετέπειτα εξελίξεις δείχνουν ότι η θετική αυτή πρόβλεψη κινδυνεύει να διαψευσθεί. Το ενδιαφέρον των δανειστών, και μαζί του η εξωτερική πίεση για την εξυγίανση του ασφαλιστικού, άρχισε να υποχωρεί αμέσως μετά την ψήφιση του Ν4472/2017, ο οποίος προέβλεπε εξίσωση των παλαιών με τους νέους συνταξιούχους, μέσω της σταδιακής κατάργησης της «προσωπικής διαφοράς» μεταξύ της σύνταξης που καταβάλλεται στους παλαιούς συνταξιούχους και εκείνης που αντιστοιχεί στο νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Η ίδια η «Ειδική έκθεση επιπτώσεων των ασφαλιστικών διατάξεων του Ν4472/2017» της προηγούμενης κυβέρνησης υπολόγισε ότι η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς (που θα οδηγούσε σε μειώσεις 15% κατά μέσο όρο για 1.000.000 συνταξιούχους, και αυξήσεις 1% για άλλους 200.000) προστάτευε τους χαμηλοσυνταξιούχους. Αλλά ποιος πολιτικός άντεχε νέες μειώσεις συντάξεων, και μάλιστα σε εκλογικό έτος; Στις αρχές του 2019, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (με την ανοχή των δανειστών, και με τη σιωπηρή συναίνεση της αντιπολίτευσης ΝΔ-ΚΙΝΑΛ) αποφάσισε να αφήσει άθικτες τις συντάξεις των παλαιών, και να παραπέμψει στο μακρινό μέλλον τη σύγκλιση με το νέο σύστημα. Το εκκρεμμές κινήθηκε προς τα πίσω, η επιβάρυνση της γενιάς των παιδιών μας αυξήθηκε και πάλι.

Εν τω μεταξύ, σειρά αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1880, 1888, 1889, 1890 και 1891/2019) έκρινε αντισυνταγματικές διάφορες διατάξεις του Ν4387/2016. Η πιο σημαντική ήταν αυτή που εξίσωνε τις εισφορές μισθωτών και αυταπασχολουμένων. Το ΣτΕ έκρινε ότι η ρύθμιση αυτή «αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας από της απόψεως της ενιαίας μεταχείρισης προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες». (Στη Σουηδία, στη Φινλανδία, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Τσεχία, στις ΗΠΑ, και αλλού, το ποσοστό εισφοράς των αυταπασχολουμένων ισούται με το άθροισμα της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη που αναλογεί στους μισθωτούς. Προφανώς σε αυτά τα υπανάπτυκτα κράτη τα συνταγματικά δικαστήρια νοιάζονται λιγότερο για την ίση μεταχείριση των πολιτών.)

Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε σπεύσει να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του ΣτΕ μειώνοντας το ποσοστό εισφοράς των ελεύθερων επαγγελματιών, των αυταπασχολουμένων και των αγροτών από 20% σε 13,33% (οι μισθωτοί πληρώνουν 6,67%, οι εργοδότες 13,33%). Με το σχέδιο νόμου της περασμένης εβδομάδας, η τωρινή κυβέρνηση πηγαίνει ένα – τεράστιο – βήμα παραπέρα: οι αυταπασχολούμενοι θα επιλέγουν οι ίδιοι εισφορά για σύνταξη, ανεξαρτήτως εισοδήματος, με κατώτατο όριο 155 ευρώ το μήνα. Σε αντάλλαγμα, θα εισπράξουν αναλόγως μειωμένη σύνταξη στο μέλλον. Ουσιαστικά η κυβερνητική πρόταση επιτρέπει σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού να αυτοεξαιρεθεί από τους κανόνες που ισχύουν για τους υπόλοιπους.

Δεν είναι σαφές πόσο υποχρεωτική ήταν η μεροληψία της κυβέρνησης υπέρ ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών (στη χώρα με το υψηλότερο ποσοστό αυταπασχόλησης στην ΕΕ: 33,5%, με δεύτερη την Ιταλία 22,9% και μέσο όρο 15,3%). Πάντως το ΣτΕ δεν φαίνεται να αμφισβήτησε την αρχή της σύνδεσης των εισφορών με το εισόδημα (μόνο το ύψος τους). Οπωσδήποτε, η κυβερνητική πρόταση έχει μοιραίες συνέπειες. Απομακρύνει για πολλές δεκαετίες την προοπτική ενιαίου ασφαλιστικού. Παραβιάζει στοιχειώδεις αρχές φορολογικής δικαιοσύνης, νομιμοποιώντας χαμηλότερες εισφορές για έναν μεγαλογιατρό από ό,τι για μια καθαρίστρια. Παρέχει ισχυρό κίνητρο στους εργοδότες να πληρώνουν τους υπαλλήλους τους με μπλοκάκι. Και παρά τις εξαγγελίες περί «αλλαγής παραγωγικού μοντέλου», δίνει το φιλί της ζωής στο μοντέλο που μας οδήγησε στη χρεωκοπία. Μια κανονικότητα στην οποία θα ήταν καλύτερα να μην επιστρέφαμε.

1 Ιανουαρίου 2020

Ακριβότερη ανάπτυξη ή νέα υποβάθμιση

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020).

Η δεκαετία που φεύγει θα μείνει στα βιβλία της ιστορίας ως η εποχή του υποβιβασμού. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η χώρα «έπεσε κατηγορία». Η απόσταση που τη χωρίζει από την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη μεγάλωσε κατά δυόμιση φορές. Το 2019 το μέσο εισόδημα στην Ελλάδα (λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στο κόστος ζωής) ήταν 36% χαμηλότερο από το μέσο εισόδημα της ΕΕ-15 (δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προ της διεύρυνσης του 2004). Το 2009 ήταν μόλις 15% χαμηλότερο. Η χώρα μας είναι πλέον φτωχότερη όχι μόνο από την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, αλλά και από την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τσεχία, την Σλοβακία, και τις Βαλτικές δημοκρατίες. Μόνο η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Κροατία είναι φτωχότερες από την Ελλάδα.

Πώς εξηγείται η μεγάλη υποβάθμιση; Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης απέχουμε πολύ από τη διαμόρφωση μιας κοινής συνείδησης για τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτή. Έχει επικρατήσει μια ψευδής συνείδηση, η οποία αναζητεί τις πηγές της κακοδαιμονίας στους «ατυχείς χειρισμούς» του 2010. Τέτοιοι υπήρξαν – αλλά το 2010 ήταν ήδη πολύ αργά. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα εξιστορήσει πώς η καταστροφική πενταετία Καραμανλή (2004-2009) επιτάχυνε τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, πώς η αδυναμία των προηγούμενων κυβερνήσεων να βάλουν φρένο στη σπατάλη (στις συντάξεις, στην υγεία, στις μεταφορές, στα δημόσια έργα, στους εξοπλισμούς) έκανε δυσκολότερη την έγκαιρη προσαρμογή, πώς η επικράτηση μιας αναχρονιστικής κουλτούρας σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα έκανε αδύνατη την διόρθωση πορείας όσο ακόμη υπήρχε καιρός.

Ίσως όμως εδώ που βρισκόμαστε να μην έχει νόημα να συνεχίσουμε να αντιδικούμε για το τι έγινε τότε, και να δούμε τι μπορεί να γίνει τώρα. Το χάσμα μεταξύ (ανεδαφικών) καταναλωτικών προσδοκιών από τη μια και (περιορισμένων) παραγωγικών δυνατοτήτων από την άλλη έχει σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί. Οι κραυγαλέες ανισορροπίες και τα διπλά ελλείμματα της προ κρίσης περιόδου έχουν εξαλειφθεί. Η οικονομία μας έχει πλέον ισορροπήσει – φυσικά, σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο. Το μαγικό φίλτρο της θεαματικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου από το 1974 έως το 2009 δεν είναι πια διαθέσιμο. Μπορεί οι δανειστές να συμφωνήσουν να χαμηλώσει ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα (όπως θα έπρεπε), μπορεί και όχι. Αλλά η ευκολία της προσφυγής σε εξωτερικό δανεισμό για τη χρηματοδότηση της δημόσιας δαπάνης έχει πάψει να υφίσταται. Εάν η κοινωνία και η πολιτική επιθυμούν υψηλότερη κατανάλωση, θα πρέπει η οικονομία να βελτιώσει τις παραγωγικές της δυνατότητες. Με άλλα λόγια, να παράγει προϊόντα (αγαθά και υπηρεσίες) ελκυστικά στους καταναλωτές στην Ελλάδα και κυρίως στο εξωτερικό.

Απλουστεύοντας, από εδώ και πέρα θα πρέπει να αποφασίσουμε προς τα πού θα κινηθούμε. Η μια επιλογή είναι να ποντάρουμε στην υποβάθμιση της τελευταίας δεκαετίας: να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες της νέας κατάστασης. Οι χαμηλοί μισθοί και οι ελαστικοί κανόνες στην αγορά εργασίας προσφέρουν ευκαιρίες κερδοφορίας και επιτρέπουν την επιβίωση επιχειρήσεων που διαφορετικά θα έκλειναν. Οι εξαγγελθείσες ρυθμίσεις για τη φορολογία και το ασφαλιστικό δίνουν ανάσα ζωής σε εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες (και αγρότες). Με λίγη τύχη, θα έρθουν κάποιες επενδύσεις, ιδίως στην αγορά ακινήτων – η χώρα μας είναι μια από τις ομορφότερες στον κόσμο.

Το πλεονέκτημα αυτής της επιλογής είναι ο ρεαλισμός. Βασίζεται στην παραδοχή ότι οι δυνατότητες αυτής της χώρας είναι χαμηλές, και θα παραμείνουν χαμηλές στο ορατό μέλλον. Αυτό είναι και το μειονέκτημά της: οι χαμηλοί μισθοί και η χαμηλή φορολογία κρατούν καλωδιωμένο στο κρεβάτι της Εντατικής ένα παραγωγικό σύστημα ατομικών και μικρο-επιχειρήσεων, που χρησιμοποιούν χαμηλή τεχνολογία, παράγουν προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας, με επιχειρηματίες χαμηλών διαχειριστικών ικανοτήτων, και με εργαζομένους χαμηλών δεξιοτήτων – σε ένα κράτος επίσης χαμηλής αποτελεσματικότητας, που παρέχει υπηρεσίες χαμηλού επιπέδου στις επιχειρήσεις και στους πολίτες, που δεν ξέρει ή δεν μπορεί να ρυθμίσει τις αγορές ώστε να εμποδίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό της υγιούς επιχειρηματικότητας από την επιχειρηματικότητα της αρπαχτής. Ουσιαστικά πρόκειται για επαναφορά του μοντέλου της φθηνής ανάπτυξης. Στο βαθμό που συμβαδίζει με μερική επαναφορά και των παθογενειών του παρελθόντος, δεν θα αργήσουν να ακολουθήσουν και τα ελλείμματα. Λόγω της διεθνούς επιτήρησης, η διόρθωση θα είναι άμεση, ενώ οι ψυχολογικές επιπτώσεις της θα πυροδοτήσουν ένα νέο κύκλο πολιτικής αστάθειας.

Η δεύτερη επιλογή είναι πιο φιλόδοξη και αναπόφευκτα πιο απαιτητική. Βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν είμαστε (γενετικά;) ανίκανοι να παρακολουθήσουμε την πορεία των πιο επιτυχημένων οικονομιών της Δύσης. Αξιοποιεί τη διόρθωση της τελευταίας δεκαετίας ως αφετηρία για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν βιάζεται να ακυρώσει τον εξορθολογισμό της φορολογικής δομής και του ασφαλιστικού συστήματος που επέβαλαν οι δανειστές. Αντιμετωπίζει τις (υπαρκτές) περιπτώσεις υπερφορολόγησης στοχευμένα, με στόχο να ενισχύσει τα κίνητρα των επιχειρήσεων να μεγαλώσουν, να προσλάβουν προσωπικό, να επενδύσουν στην έρευνα, στην τεχνολογία και στην κατάρτιση. Ρίχνει το βάρος στην δημόσια δαπάνη, δηλ. στον εκσυγχρονισμό του κράτους, ώστε η αξία των υπηρεσιών που παρέχει στις επιχειρήσεις και στους πολίτες να είναι η υψηλότερη δυνατή. Κινητοποιεί δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους για την αναβάθμιση των υποδομών και των δεξιοτήτων. Υποστηρίζει τη μετάβαση προς ένα παραγωγικό μοντέλο βιώσιμης κερδοφορίας (αναγκαία – αν και όχι ικανή – συνθήκη για την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση των μισθών). Δηλαδή: ένα μοντέλο ακριβότερης ανάπτυξης.

Σε μια δημοκρατία δεν αρκεί μια επιλογή να ωφελεί την πλειοψηφία για να επικρατήσει. Χρειάζονται κοινωνικές ομάδες και πολιτικές ηγεσίες ικανές να το αναγνωρίσουν, και πρόθυμες να επενδύσουν σε αυτή, αναλαμβάνοντας το σχετικό κόστος (και το σχετικό ρίσκο). Εάν αποδειχθεί ότι όλα αυτά μας ξεπερνούν, τότε η φθηνή ανάπτυξη θα είναι η αναπόφευκτη εναλλακτική. Εάν επικρατήσει, τη δεκαετία που έρχεται θα μεγαλώσει η απόκλιση της χώρας από τα δυναμικά τμήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας, και θα οριστικοποιηθεί η καθήλωσή της στη δεύτερη κατηγορία. Δεν θα είναι τραγικό. Θα είναι όμως κρίμα.

16 Δεκεμβρίου 2019

Ο Ταλλεϋράνδος στην Αθήνα

Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Liberal» (Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019).

«Δεν έμαθαν τίποτε και δεν ξέχασαν τίποτε» είναι η περίφημη φράση που αποδίδεται στον  Γάλλο πολιτικό και διπλωμάτη για τους Βουρβώνους μετά την εκδίωξη του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση της δυναστείας τους.

Μήπως ισχύει και για εμάς τους Έλληνες; Μήπως η τρομερή δεκαετία του 2010 μας έχει κάνει πιο μνησίκακους (για τα δεινά που μας μαστίζουν) χωρίς να μας κάνει σοφότερους (για τις αιτίες της κακοδαιμονίας μας);

Και ναι και όχι.

Ας αρχίσουμε από τους λόγους που έχουμε να είμαστε απαισιόδοξοι. Το βασικότερο μάθημα της ελληνικής κρίσης είναι ότι «δικαίωμα στην ευημερία» δεν υφίσταται. Για καμιά χώρα. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μια από τους πλουσιότερες χώρες του κόσμου ήταν η Αργεντινή. Το 1919, όταν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου η Αυστρία δοκιμαζόταν από την πείνα και την ανέχεια, η Αργεντινή έστειλε ανθρωπιστική βοήθεια, σε αναγνώριση της οποίας οι Βιεννέζοι ονόμασαν έναν δρόμο της πόλης «Argentinierstraße». Εκατό χρόνια αργότερα, η Αυστρία είναι τρεις φορές σχεδόν πλουσιότερη από την Αργεντινή. Σε τι οφείλεται αυτό; Όχι στους φυσικούς πόρους της Αυστρίας (η Αργεντινή έχει περισσότερους), ούτε στο εύκρατο κλίμα της (το αντίθετο ασφαλώς ισχύει), αλλά στους θεσμούς της: στην πολιτική σταθερότητα, στην αμεροληψία της δικαιοσύνης, στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, στην ποιότητα των σχολείων, των νοσοκομείων και των συγκοινωνιών. (Μια και το σημείωμα αυτό δημοσιεύεται στο Liberal, ας προσθέσω ότι οι φορολογικοί συντελεστές στην Αυστρία είναι πολύ υψηλότεροι από ό,τι στην Αργεντινή. Χωρίς σοβαρό κράτος δεν υπάρχει επιτυχημένη οικονομία, και σοβαρό κράτος με πενταροδεκάρες δεν φτιάχνεται.)

Στην Ελλάδα, αν ακούσει κανείς τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έως τον μέσο θαμώνα καφετέριας (περνώντας από τους περισσότερους πολιτικούς και δημοσιογράφους) θα νομίζει ότι η ευημερία για τη χώρα μας είναι περίπου κληρονομικό δικαίωμα (οι αρχαίοι ημών πρόγονοι) ή ίσως πνευματικό (για τον πολιτισμό που χαρίσαμε στην ανθρωπότητα πριν 2.500 χρόνια). Ακόμη και οι συνδικαλιστές βάζουν προς στιγμή στην άκρη τον προλεταριακό διεθνισμό και ξορκίζουν τους «μισθούς Βουλγαρίας» (οι οποίοι προφανώς είναι ΟΚ για τους Βούλγαρους, αλλά για εμάς όχι). Ε λοιπόν εάν κάτι θα έπρεπε να μας έχει μάθει – αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μας έχει μάθει – η δεκαετία του 2010 είναι ότι επίπεδο ζωής Βόρειας Αμερικής με οικονομία Βαλκανίων και θεσμούς Μέσης Ανατολής απλώς δεν γίνεται. Και εάν προς στιγμήν μας φάνηκε ότι γίνεται, είναι επειδή ζούσαμε σε μια φούσκα, και οι φούσκες έχουν την κακή συνήθεια μετά από λίγο να σκάνε. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Έχουμε λόγους να είμαστε αισιόδοξοι; Ναι, και δεν σχετίζονται με την κυβερνητική αλλαγή του περασμένου Ιουλίου, ή μάλλον έχουν έμμεση σχέση με αυτήν. Ιστορικά προηγούμενα χωρών όπου το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 25% (και όπου τα νοικοκυριά απώλεσαν το 40% του μέσου εισοδήματός τους) χωρίς παρόλα αυτά να διαλυθούν είναι πολύ σπάνια. Ίσως μόνο οι ΗΠΑ το 1929-1932. Γνωρίζουμε αντίθετα πώς κατέληξε η ίδια ιστορία στη Γερμανία, στην Αυστρία και αλλού. Η Ελλάδα έδειξε ανησυχητικά σημεία διάλυσης το καλοκαίρι του 2011, με τους ναζί και τους ψεκασμένους στην πάνω πλατεία και τον Τσακαλώτο με το Σταθάκη στην κάτω πλατεία να μοιράζουν «μέτρα διαγραφής του χρέους». Μετά όλοι αυτοί έγιναν κυβέρνηση (εκτός από τους ναζί, οι οποίοι όμως προσμετρήθηκαν στο μέτωπο της «εθνικής αξιοπρέπειας» στο δημοψήφισμα του 2015). Και ύστερα από 4 δύσκολα χρόνια, η λαϊκή ετυμηγορία τους έστειλε πάλι στην αντιπολίτευση. Η ποιότητα των θεσμών υποβαθμίστηκε (γίναμε λίγο περισσότερο Αργεντινή), αλλά η δημοκρατία λειτούργησε.

Εάν η χώρα έμεινε όρθια, αυτό το οφείλουμε στους όχι και τόσο λίγους συμπατριώτες μας που συνέχισαν να κάνουν όσο γίνεται καλύτερα τη δουλειά τους σε συνθήκες αφάνταστα δυσκολότερες από πριν. Ο καθένας από εμάς μπορεί να σκεφτεί κάποιο σχετικό παράδειγμα. Εγώ έχω πρόχειρο το παράδειγμα των πρώην συναδέλφων μου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (και σε άλλα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα), που συνέχισαν να δημοσιεύουν στα καλύτερα περιοδικά, και να στέκονται με αξιώσεις στα διεθνή συνέδρια, όταν οι αμοιβές τους έπεφταν σε όλο και πιο ντροπιαστικά επίπεδα, ενώ το εργασιακό τους περιβάλλον γινόταν όλο και πιο τριτοκοσμικό (και στην περίπτωση του ΟΠΑ, επικίνδυνο). Να κάτι για το οποίο αξίζει να είμαστε υπερήφανοι.

12 Δεκεμβρίου 2019

Ποιότητα ζωής στην Κόκκινη Βιέννη

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019).

Σύμφωνα με τον ετήσιο δείκτη του περιοδικού Economist για την ποιότητα ζωής σε 140 πόλεις του κόσμου, την κορυφαία θέση της βαθμολογίας καταλαμβάνει – και μάλιστα για δεύτερη συνεχή χρονιά – η Βιέννη. Ο ανταποκριτής σας, ο οποίος τυχαίνει να βρίσκεται στην αυστριακή πρωτεύουσα για επίσκεψη εργασίας, είναι ικανοποιημένος με την τύχη του και αναρωτιέται ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας της πόλης που τον φιλοξενεί. Ο δείκτης του Economist λαμβάνει υπόψη 30 παράγοντες, από το κόστος διαβίωσης έως την εγκληματικότητα, και από το επίπεδο των δημόσιων συγκοινωνιών έως εκείνο των νοσοκομείων και των σχολείων, μαζί φυσικά με την ποιότητα και την ποικιλία της πολιτιστικής ζωής. Σε όλα αυτά, όπως διαπιστώνουν εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο (μεταξύ τους ασυνήθιστα πολλοί Έλληνες), η Βιέννη αριστεύει.

Το θέμα είναι πώς τα έχει καταφέρει. Η διαμόρφωση των χαρακτηριστικών που συνθέτουν την ποιότητα ζωής σε μια πόλη (ή σε μια χώρα) είναι μακρόχρονη διαδικασία που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τους θεσμούς και τις δημόσιες πολιτικές, που με τη σειρά τους επηρεάζουν τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κανείς ευλόγως να υποστηρίξει ότι η ελαφριά και πρόσχαρη διάθεση για την οποία φημίζονται οι Αυστριακοί δεν είναι άσχετη με την επιλογή της δυναστείας των Αψβούργων το 15ο και 16ο αιώνα να επεκτείνουν τα όρια της κυριαρχίας τους μέσω μιας σειράς στρατηγικά επιλεγμένων γάμων των γόνων τους με εκείνους άλλων βασιλικών οικογενειών από τη Βουργουνδία, από την Καστίλλη, από τη Βοημία και από την Ουγγαρία. Εξ ου και η γνωστή ρήση: «Ας κάνουν πολέμους οι άλλοι, εσύ ευτυχισμένη Αυστρία κάνε γάμους. Όσα στους άλλους δίνει ο Άρης, σε σένα τα δίνει η Αφροδίτη».

(Βέβαια, στο πέρασμα του χρόνου, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία έκανε και πολέμους, προσπαθώντας να αποτρέψει την ανεξαρτητοποίηση διαφόρων εθνοτήτων υπό την κυριαρχία της. Στο Μιλάνο, το Μάρτιο 1848, μετά από οδομαχίες πέντε ημερών, οι εξεγερμένοι πολίτες ανάγκασαν τους 13.000 στρατιώτες της φρουράς να αποσυρθούν από την πόλη, παρά την πεισματική – και αιματηρή – αντίσταση του βετεράνου διοικητή της στρατηγού Radetzky, του γνωστού εμβατηρίου. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.)

Ο ανταποκριτής σας είναι πιθανώς επηρεασμένος από το αντικείμενο της έρευνάς του εδώ στη Βιέννη: την πολιτική κατοικίας. Ο βασικός λόγος που το κόστος ζωής στην πόλη κυμαίνεται σε τόσο λογικά επίπεδα είναι ότι τα δύο τρίτα των κατοίκων ζούνε σε διαμερίσματα που είτε επιδοτούνται από τη δημοτική αρχή είτε ανήκουν σε αυτήν. Όχι μόνο οι φτωχοί, αλλά και μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. Πρόκειται για διαμερίσματα λιτά αλλά λειτουργικά, φωτεινά, σε κτίρια διάσπαρτα στο κέντρο της πόλης (αντί σε κάποιο υποβαθμισμένο προάστειο-γκέττο), σχεδιασμένα από τους καλύτερους αρχιτέκτονες.

Η ιστορία της κοινωνικής κατοικίας στη Βιέννη, μια ιστορία συναρπαστική, ξεκινά πριν από 100 ακριβώς χρόνια. Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σημαίνει το τέλος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Η ανεξαρτησία της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας, και η απώλεια εδαφών προς όφελος της Ιταλίας και της Γιουγκοσλαβίας, αφήνουν στη Αυστριακή Δημοκρατία μια συρρικνωμένη επικράτεια με δυσανάλογα μεγάλη πρωτεύουσα, κατεστραμμένη οικονομία και εξαθλιωμένη μάζα πολιτών. (Πριν το Μεγάλο Πόλεμο, η μέση διάρκεια ζωής ενός ανειδίκευτου εργάτη ήταν 33 χρόνια, ενώ η βρεφική θνησιμότητα έφτανε το 24%. Ο πόλεμος, οι στερήσεις και η ισπανική γρίππη του 1918 επιδεινώνουν και άλλο την κοινωνική κατάσταση.)

Στις εκλογές του 1919, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα φτάνει το 41% και σχηματίζει κυβέρνηση συνασπισμού με το Χριστιανοκοινωνικό Κόμμα (36%). Σε εθνικό επίπεδο, οι σοσιαλδημοκράτες θα βρεθούν σύντομα στην αντιπολίτευση. Αλλά στη Βιέννη, στις δημοτικές εκλογές του ίδιου έτους, κερδίζουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών με 54% των ψήφων. Με εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες να ζουν σε τρώγλες, και 75.000 άτομα να νοικιάζουν με την ώρα ένα διαφορετικό κάθε μέρα κρεβάτι, η πολιτική κατοικίας είναι απόλυτη προτεραιότητα. Ο αντιδήμαρχος Hugo Breitner, υπουργός οικονομικών της πόλης της Βιέννης, σχεδιάζει έναν προοδευτικό φόρο οικοδομής, και ένα φόρο πολυτελείας στον τρόπο ζωής των πλουσίων: υπηρετικό προσωπικό, αυτοκίνητα, ακριβά ρούχα, σαμπάνια κτλ. Με τα έσοδα αυτών των φόρων, και με την υποστήριξη και ενθουσιώδη συμμετοχή της αφρόκρεμας της βιεννέζικης διανόησης, ξεκινά ένα πρόγραμμα ανέγερσης δημοτικών κατοικιών, αλλά και σχολείων, σανατορίων, νοσοκομείων, βιβλιοθηκών.

Είναι η απαρχή της «Κόκκινης Βιέννης»: της 15ετούς ηγεμονίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που βελτιώνει ριζικά την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, ιδίως – αλλά όχι μόνο – των πιο φτωχών. Οι Βιεννέζοι ανταποδίδουν υπερψηφίζοντας μαζικά τους σοσιαλδημοκράτες: 56% το 1923, 60% το 1927, 59% το 1932. Εν τω μεταξύ, στην Ευρώπη ο ορίζοντας σκοτεινιάζει. Ο υπερσυντηρητικός Dollfuss το 1932 γίνεται καγκελάριος, το 1933 καταλύει το κοινοβούλιο, και το 1934 κηρύσσει πόλεμο στην «Κόκκινη Βιέννη». Ο στρατός δεν διστάζει να κανονιοβολίσει το μεγαλύτερο συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας, το θρυλικό Karl-Marx-Hof, όπου βρίσκονται κλεισμένοι οι μαχητές της σοσιαλδημοκρατικής πολιτοφυλακής. Η σύρραξη διαρκεί μόνο 4 ημέρες, αλλά αφήνει εκατοντάδες νεκρούς. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα τίθεται εκτός νόμου, οι ηγέτες του φυλακίζονται ή εξορίζονται. Λίγους μήνες αργότερα ο Dollfuss δολοφονείται από μέλη του ναζιστικού κόμματος. Το 1938 η Αυστρία θα προσαρτηθεί στη χιτλερική Γερμανία. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι σοσιαλδημοκράτες θα αναλάβουν ξανά τα ηνία της πόλης, και θα παραμείνουν μέχρι σήμερα στην πλειοψηφία της δημοτικής αρχής (σε συνασπισμό με τους Πράσινους, με αντιδήμαρχο από το 2010 έως τον Ιούνιο 2019 τη Μαρία Βασιλάκου). Στις τελευταίες δημοτικές εκλογές το ποσοστό του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος θα πέσει στο ιστορικά χαμηλό 39,6%.

Έχοντας μόλις επισκεφθεί την έκθεση «Η Κόκκινη Βιέννη: 1919-1934» στο Μουσείο της Πόλης, σκέφτομαι αυτή την ένδοξη ιστορία και το άδοξο τέλος της, καθώς και τα μόνιμα αποτελέσματα αυτής της γιγαντιαίας ειρηνικής προσπάθειας που σε τελευταία ανάλυση κατάφερε να κάνει πιο χαρούμενη τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, με μόνα όπλα τα εργαλεία της δημοκρατικής πολιτικής: την κίνηση των ιδεών, την προγραμματική αντιπαράθεση, την καθολική ψηφοφορία, τη φορολογική μεταρρύθμιση και τις δημόσιες πολιτικές.

Εκατό χρόνια μετά από τη γέννηση της «Κόκκινης Βιέννης», η συντριπτική πλειονότητα των Βιεννέζων μένουν ακόμη σε δημοτικά ή επιδοτούμενα διαμερίσματα, ενώ η πόλη τους ψηφίζεται από τον Economist (γνωστό ανατρεπτικό έντυπο) ως η πιο ευχάριστη πόλη στον κόσμο. Τυχαίο; Δεν νομίζω ...