17 Ιουνίου 2020

Mετά την πανδημία: Μια καινούρια αρχή για την Ευρώπη;

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του «Ιδρύματος Heinrich Böll» (Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020).

«Μην ακούτε μεγάλα λόγια: μετά την πανδημία του κορωνοϊού, σύντομα όλα θα είναι πάλι όπως πριν» ισχυρίζονται ορισμένοι. Έτσι είναι; Στην πραγματικότητα, κανείς δεν το ξέρει. Ζούμε σε συνθήκες ριζικής αβεβαιότητας. Κάθε πρόγνωση φαίνεται παρακινδυνευμένη. Μπορώ όμως να σκεφτώ τουλάχιστον τρεις λόγους για τους οποίους κάτι τέτοιο θα μπορούσε πράγματι να ισχύει.

Ο πρώτος είναι ότι μετά το τέλος ενός εφιάλτη, κανείς δεν θέλει να τον σκέφτεται. Όλοι ξέρουμε τι επακολούθησε μετά την προηγούμενη πανδημία, την Ισπανική Γρίππη του 1918 – η οποία με τη σειρά της είχε διαδεχθεί τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (τον οποίο μάλιστα είχε συναγωνιστεί σε αριθμό θυμάτων): η «βρυχώμενη» δεκαετία του ’20. Ξέφρενα πάρτυ, «Anything goes», δίψα για ζωή. Στην Ευρώπη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, Κόκκινη Βιέννη, Πορεία στη Ρώμη. Στις ΗΠΑ ποτοαπαγόρευση και Αλ Καπόνε. Ξέρουμε και τι επακολούθησε μετά: πυρετός της κερδοσκοπίας, Κραχ της Γουώλ Στρητ, Μεγάλη Ύφεση. Και στη συνέχεια Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, είκοσι μόλις χρόνια από το τέλος του προηγούμενου, του Μεγάλου Πολέμου «που θα τελείωνε όλους τους πολέμους». Εάν ξαναγυρίσουμε στην προηγούμενη «κανονικότητα» δεν θα είναι πρώτη φορά. Έχουμε και στο παρελθόν αποδειχθεί ανήμποροι να μάθουμε από τις εμπειρίες μας.

Ο δεύτερος λόγος είναι η δύναμη της πεπατημένης. Είμαστε δέσμιοι των εμπειριών μας. Κοιτάζουμε το μέλλον με τους φακούς του παρελθόντος. Οι προηγούμενες επιλογές μας δεσμεύουν τις επόμενες. Ένα από τα διδάγματα της ελληνικής κρίσης (2010-18) είναι ότι η χώρα βρέθηκε παγιδευμένη σε μια ισορροπία που ήταν απίστευτα βλαπτική για το κοινό συμφέρον, και ταυτόχρονα απίστευτα σταθερή. Η έλλειψη εμπιστοσύνης και η δυσκολία συντονισμού αντιτιθέμενων (ή αποκλινουσών) επιδιώξεων δυσχέραναν την έξοδο από την κρίση. Επί πλέον, το κοινό συμφέρον είναι στην πραγματικότητα η συνισταμένη πολλών επιμέρους συμφερόντων. Κάποια από τα επιμέρους συμφέροντα ωφελούνται από την διαιώνιση της σημερινής ισορροπίας, και περιθωριοποιούν τους υποστηρικτές μιας καλύτερης εναλλακτικής. Τέλος, συχνά στερούμαστε ακόμη και τη γλώσσα για να φανταστούμε κάτι διαφορετικό από αυτό με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι. Το άγνωστο μας φοβίζει. Δυσκολευόμαστε να διανοηθούμε το αδιανόητο. Οι επιλογές μας καθοδηγούνται από βεβαιότητες του παρελθόντος που έχουν στο μεταξύ ξεπεραστεί. Για παράδειγμα, οι δηλώσεις κάποιων Ευρωπαίων υπουργών οικονομικών στην αρχή της πανδημίας έφερναν στον νου αυτό που έγραφε ο Κέυνς το 1936: «Πρακτικοί άνθρωποι, που θεωρούν εαυτούς απαλλαγμένους από διανοητικές επιρροές, είναι συνήθως σκλάβοι κάποιου αποδημήσαντος οικονομολόγου».

Ο τρίτος λόγος είναι ότι μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης κάνει μερικούς ικανούς για το καλύτερο, και άλλους ικανούς για το χειρότερο. Οι αρχικές αντιδράσεις, τον περασμένο Μάρτιο, ορισμένων Ευρωπαίων πολιτικών στην τραγωδία που ξεδιπλωνόταν στην Ιταλία υπήρξαν θλιβερά άστοχες. (Θα πρέπει να έτριβαν τα χέρια τους οι εχθροί της Ευρώπης, μέσα και έξω από αυτήν!) Και όμως, δεν ήταν δύσκολο να βρει κανείς τα σωστά λόγια αυτήν τη σκοτεινή ώρα. Οι Ευρωπαίοι Πράσινοι το έκαναν, και ο συντάκτης αυτού του άρθρου τους ευγνωμονεί για αυτό. Η διακήρυξή τους της 27ης Μαρτίου 2020 άρχιζε ως εξής: «Εκφράζουμε την ειλικρινή μας συμπάθεια σε όλους όσους έχουν μολυνθεί από τον ιό και αγωνίζονται για τη ζωή τους, καθώς και στις οικογένειες και τους φίλους τους. Μοιραζόμαστε τη θλίψη και τον πόνο όσων έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα από την ασθένεια. Επιβεβαιώνουμε την αλληλεγγύη μας και την βαθιά μας εκτίμηση για όσους διακινδυνεύουν τη ζωή τους για την φροντίδα των ασθενών που έχουν προσβληθεί από τον ιό. Η προσφορά τους είναι πραγματικά ανεκτίμητη. Αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί.» Δεν ήταν δύσκολο, αλλά παρά λίγο να μην συμβεί καθόλου.

Ο δρόμος για την ανάκαμψη

Τελικά βέβαια συνέβη. Έστω με καθυστέρηση, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανταποκρίθηκαν σε αυτό που απαιτούσε η κρισιμότητα της στιγμής. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συγκρότηση Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, η υιοθέτισή της από την Άγκελα Μέρκελ και τον Εμμανουέλ Μακρόν, μαζί με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δίνουν το περίγραμμα μιας απάντησης στο ύψος των περιστάσεων. Μένει να αποδειχθεί ότι η Σύνοδος Κορυφής θα επισφραγίσει τη συμφωνία, και ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα φανούν ικανές να διαχειριστούν την πρωτοφανή οικονομική ενίσχυση με αποτελεσματικότητα και ακεραιότητα.

Το μέγεθος της αλληλεγγύης των κρατών μελών του Βορρά, και η ποιότητα της διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων στο Νότο, συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Η απορροφητικότητα των πόρων των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων που είχαν τεθεί στη διάθεση της Ιταλίας (της χώρας όπου ζω και εργάζομαι) για την περίοδο 2014-2020 βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο 29%: το υπόλοιπο 71% (38 δις ευρώ) κινδυνεύει να χαθεί, ή έχει ήδη χαθεί οριστικά. Φυσικά, το ζήτημα δεν είναι η «απορροφητικότητα πάση θυσία» - έχουμε δει και στην Ελλάδα σε τι εξευτελιστικές καταστάσεις οδηγεί αυτή η λογική. Το ζήτημα είναι η ικανότητα της δημόσιας διοίκησης και των πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν επενδυτικά προγράμματα μακράς πνοής. Η ικανότητα αυτή (στην Ιταλία όπως και στην Ελλάδα) παραμένει σήμερα χαμηλή. Πρέπει να ενισχυθεί με κάθε τρόπο.

Όμως, ισχύει επίσης ότι η βασική αιτία για την άνοδο του λαϊκιστικού ευρωσκεπτικισμού στην Ιταλία είναι ότι η χώρα δεν έχει ωφεληθεί όσο θα έπρεπε από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Μετά από τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό των δεκαετιών του ’70 και του ’80, που διόγκωσε απερίσκεπτα το εθνικό χρέος, οι ιταλικές κυβερνήσεις από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 έχουν διαχειριστεί με αξιοθαύμαστη υπευθυνότητα το δημόσιο χρήμα, επιτυγχάνοντας πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού (αφού δηλ. αφαιρεθούν οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους) κάθε χρόνο, με μοναδική εξαίρεση το 2009. Καμμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα – ούτε καν η Γερμανία! – δεν έχει να επιδείξει τέτοια συνεπή επίδοση. Το τίμημα της επί ένα τέταρτο του αιώνα συνεχούς λιτότητας είναι μπροστά στα μάτια μας: χρόνια παραμέληση της δημόσιας υποδομής (δρόμοι και αεροδρόμια, αλλά και σχολεία και νοσοκομεία), με αποτέλεσμα μια ασθμαίνουσα οικονομία. Η κρίση της Ευρωζώνης δεν είχε στην Ιταλία τις δραματικές συνέπειες που είχε στην Ελλάδα, αλλά επιβράδυνε και άλλο την οικονομική δραστηριότητα: την περίοδο 2009-2019 το μέσο ετήσιο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ ήταν +0,2% στην Ιταλία, έναντι +2,0% στη Γερμανία. Είναι φανερό ότι η αρχιτεκτονική του ευρώ απέχει πολύ ακόμη από το να παρέχει ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης σε όλες τις χώρες.

Για αυτό είναι τόσο εξοργιστικό που τόσο πολλοί στη Γερμανία (και στην Ολλανδία, και αλλού) εξακολουθούν να σκέφτονται την Ιταλία (και την Ελλάδα, και άλλες χώρες του Νότου) με τα γνωστά στερεότυπα: ο τζίτζιγκας και ο μέρμηγκας. Η αλήθεια είναι λίγο πιο σύνθετη.

Επιτάχυνση τάσεων και νέες προκλήσεις

Εν τω μεταξύ, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη των προτεραιοτήτων και το σχεδιασμό των πολιτικών ανάκαμψης βρίσκονται αντιμέτωποι με καινούριες προκλήσεις. Η πανδημία και ο περιορισμός των μετακινήσεων (καθώς και η σταδιακή, αργή και ασύμμετρη επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας) έχουν διαμορφώσει ένα νέο τοπίο, με το οποίο είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αναμετρηθούμε.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι νέες προκλήσεις επιταχύνουν τάσεις που είχαν ήδη εκδηλωθεί νωρίτερα. Τα δεδομένα από την Ιταλία, τις ΗΠΑ και αλλού δείχνουν ότι το κλείσιμο των σχολείων διεύρυνε το ψηφιακό χάσμα ανάμεσα σε εκείνα τα παιδιά που διαθέτουν δικό τους υπολογιστή, καλή σύνδεση ίντερνετ, δικό τους δωμάτιο, και βιβλία στο σπίτι, και σε όσα δεν έχουν τίποτε από όλα αυτά. Όταν τα σχολεία ξανανοίξουν, και όλα τα παιδιά επιστρέψουν στις τάξεις, οι λιγότερο προνομιούχοι/ες μαθητές και μαθήτριες θα έχουν μείνει πολύ πίσω από τους/τις πιο τυχερούς/ες συμμαθητές/τριες τους.

Επίσης, ο περιορισμός των μετακινήσεων φανέρωσε ένα άλλο χάσμα, μεταξύ εκείνων που συνέχισαν να εργάζονται από το σπίτι, και όσων απασχολούνται σε δραστηριότητες που δεν προσφέρονται για τηλεργασία, και για αυτό επλήγησαν περισσότερο. Οι πρώτοι τείνουν να έχουν υψηλότερη μόρφωση, σταθερές δουλειές και καλύτερες αποδοχές. Οι δεύτεροι ανήκαν από πριν σε πιο ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, και τώρα αντιμετωπίζουν υψηλότερη ανεργία και μεγαλύτερη απώλεια αμοιβών. Με άλλα λόγια, η πανδημία κινδυνεύει να αυξήσει και άλλο τις εισοδηματικές ανισότητες.

Κάποιες άλλες εξελίξεις παρεκκλίνουν από προηγούμενες τάσεις, άγνωστο εάν παροδικά ή μόνιμα. Για παράδειγμα, η οικονομική έρευνα έχει από καιρό δείξει ότι η τεχνολογική μεταβολή αντικαθιστά επαναλαμβανόμενες διαδικασίες ρουτίνας, καταστρέφοντας θέσεις εργασίας μέσης ειδίκευσης (π.χ. βιομηχανικοί εργάτες). Παράλληλα, δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας οι οποίες κατατάσσονται χονδρικά σε δύο κατηγορίες: από τη μια, καλοπληρωμένες δουλειές για επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης, με δεξιότητες συμπληρωματικές με την τεχνολογία (π.χ. στην έρευνα, τον προγραμματσμό), και από την άλλη κακοπληρωμένες δουλειές για επαγγέλματα χαμηλής ειδίκευσης, με δεξιότητες που δεν μπορεί (ακόμη;) να υποκαταστήσει η τεχνολογία (π.χ. φροντίδα ηλικιωμένων ή βρεφών). Μέχρι πρόσφατα, οι εργαζόμενοι σε τομείς των προσωπικών υπηρεσιών είχαν μεν χαμηλές αποδοχές, αλλά τουλάχιστον αντιμετώπιζαν ευνοϊκές προοπτικές απασχόλησης. Ο περιορισμός των μετακινήσεων εξαιτίας της πανδημίας έπληξε δυσανάλογα τόσο τις αμοιβές τους όσο και την πιθανότητα να κρατήσουν τη δουλειά τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις, η μαζικής κλίμακας τηλεργασία απέδειξε ότι η πρόοδος που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, παρότι αναμφισβήτητη, δεν έχει ακόμη εξαλείψει εντελώς απηρχαιωμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, τα δεδομένα των «ερευνών χρήσης χρόνου» στην Ευρώπη και αλλού δείχνουν ότι νεώτερα, πιο μορφωμένα ζευγάρια μοιράζονται πιο δίκαια τη φροντίδα των παιδιών και άλλες οικιακές εργασίες. Παρόλα αυτά, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο σπίτι λόγω κορωνοϊού ανέδειξε το πόσο άνιση εξακολουθεί να είναι η κατανομή του χρόνου απλήρωτης εργασίας μεταξυ ανδρών και γυναικών – ακόμη και σε υπεράνω υποψίας κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι νεαροί επιστήμονες. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι τους τελευταίους μήνες η παραγωγικότητα των γυναικών επιστημόνων μειώθηκε, όπως προκύπτει από τον αριθμό επιστημονικών δημοσιεύσεων. Αντίθετα, εκείνη των ανδρών αυξήθηκε.

Κάποιες άλλες αλλαγές υπήρξαν ακόμη πιο απρόσμενες. Εάν όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι συνεχίσουν να εργάζονται κυρίως από το σπίτι, πηγαίνοντας στο γραφείο π.χ. μόνο μία ή δύο μέρες την εβδομάδα, τότε στο δίλημμα «μικρότερο σπίτι στο κέντρο της πόλης και ολιγόλεπτη διαδρομή μέχρι τη δουλειά, ή μεγαλύτερο σπίτι έξω από την πόλη και πολύωρη μετακίνηση» η πλάστιγγα θα γείρει προς τη δεύτερη επιλογή, επηρεάζοντας την αγορά κατοικίας. Από τη σκοπιά των επιχειρήσεων, η ίδια εξέλιξη θα κάνει λιγότερο απαραίτητη την ενοικίαση μεγάλων χώρων για γραφεία στο κέντρο της πόλης, επιδρώντας έτσι στην αγορά επαγγελματικής στέγης. Κάποιες από τις εξελίξεις θα είναι αρνητικές: οι πόλεις που αγαπάμε (και στις οποίες ζουν οι περισσότεροι Ευρωπαίοι) είναι πολυάνθρωπες, με καλές δημόσιες συγκοινωνίες, καλά μπαρ και εστιατόρια, θέατρα και μουσικές σκηνές. Κανείς δεν ξέρει τι θα απογίνουν όλα αυτά. Μήπως έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι η πανδημία έχει θέσει σε κίνηση εξελίξεις που είναι προορισμένες να οδηγήσουν σε παρακμή τις πόλεις;

Europa felix σε έναν ασταθή κόσμο

Πάντως, οι ίδιες εξελίξεις έχουν και θετικές πλευρές. Δεν πρόκειται ασφαλώς να νοσταλγήσουμε τον κατ’ οίκον περιορισμό των τελευταίων μηνών. Μερικές εμπειρίες όμως θα μείνουν στη μνήμη μας. Ο καθαρός αέρας στο κέντρο της πόλης. Η γαλήνη. Το κελάιδισμα των πουλιών. Το πράσινο της χλόης, πιο λαμπερό τη φετινή άνοιξη. Όλα αυτά αφήνουν να διαφανεί το θολό περίγραμμα μιας άλλης ζωής, ενός άλλου τρόπου οργάνωσης της καθημερινότητας – ενός άλλου κόσμου. Είναι εφικτός αυτός ο άλλος κόσμος; Εξαρτάται. Κάθε αστική ανάπλαση (π.χ. η πεζοδρόμηση του ιστορικού κέντρου) γίνεται αρχικά δεκτή με γκρίνια. Όταν όμως η ανάπλαση αυτή ολοκληρωθεί, κανείς πλέον δεν διανοείται την επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς. Οι πόλεις με ποδήλατα, με πιτσιρίκια που παίζουν μπάλα στο δρόμο, με νεαρούς που τρέχουν, με παρέες που βολτάρουν, με ηλικιωμένους που περπατάνε χωρίς να φοβούνται ότι θα τους πατήσει αυτοκίνητο, είναι πιο πολιτισμένες, πιο ευχάριστες, πιο ελκυστικές – και τελικά πιο πλούσιες – από όσες έχουν παραδοθεί στα ΙΧ. Οι πιο φωτισμένες δημοτικές αρχές θα αναγνωρίσουν ότι οι κάτοικοι των πόλεων δεν ενδιαφέρονται να επιστρέψουν στην κανονικότητα του μποτιλιαρίσματος, και θα επενδύσουν στην «έξυπνη πυκνότητα».

Η (συγκρατημένη) αισιοδοξία για τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται αντισταθμίζεται από το αναντίρρητο γεγονός ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον είναι για την Ευρώπη το δυσμενέστερο των τελευταίων δεκαετιών. Η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Η επιθετικότητα αυταρχικών κρατών στα σύνορά της, όπως είναι η Ρωσία και η Τουρκία. Η άνοδος της επιρροής της Κίνας, μιας υπερδύναμης που περιφρονεί (και καταπατά, όπου μπορεί) τις δημοκρατικές ελευθερίες που οι πολίτες της Δύσης έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε δεδομένες. Η θλιβερή παρακμή των ΗΠΑ, που ανάλογα με το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου 2020 μπορεί να ανακοπεί ή να εδραιωθεί.

Σε αυτό το ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον, το διακύβευμα για την Ευρώπη είναι πώς θα γίνει ισχυρότερη, πολιτικά και στρατιωτικά, ώστε να υπερασπιστεί καλύτερα τον εαυτό της. Και ταυτόχρονα, πώς θα ηγηθεί της παγκόσμιας συνεργασίας για την αντιμετώπιση των πλανητικών προκλήσεων: της καταπολέμησης της φτώχειας, της ψηφιακής επανάστασης, και της κλιματικής αλλαγής. Παραμένοντας η πιο ειρηνική, πιο ελεύθερη, πιο ασφαλής, πιο προηγμένη, πιο ευτυχισμένη ήπειρος του κόσμου.

1 Μαΐου 2020

Η επιστροφή των ΙΧ και τα διλήμματα της επόμενης μέρας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Παρασκευή 1 Μαΐου 2020).

Ο ανταποκριτής σας παρακολούθησε από το μαρτυρικό Μιλάνο την υποδειγματική παρουσίαση της σταδιακής άρσης των μέτρων περιορισμού από τον Άκη Σκέρτσο, υφυπουργό αρμόδιο για τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου, και μετά από πάρα πολύ καιρό (για την ακρίβεια: μετά από 16 χρόνια) αισθάνθηκε ότι είναι πολίτης χώρας που κυβερνάται από σοβαρούς ανθρώπους.

Ότι θα είναι αργή και βασανιστική η επιστροφή στην καθημερινότητα το έχουμε πλέον καταλάβει όλοι (ελπίζω). Η πανδημία έχει κοπάσει αλλά δεν έχει περάσει. Η προοπτική μιας δεύτερης βαθιάς ύφεσης, μετά από τη μεγάλη οικονομική συρρίκνωση της προηγούμενης δεκαετίας, είναι ζοφερή. Η αναστολή της εκπαιδευτικής διαδικασίας βολεύει τους πάντες (μαθητές και δασκάλους), ή σχεδόν (όχι τους γονείς), αλλά μεγαλώνει την απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και τους μαθητές των καλών σχολείων από τους υπόλοιπους.

Δεν είναι μόνο δικά μας αυτά τα προβλήματα: συμβαίνουν και εις Μεδιολάνους. Όπως ανέφερε σε πρόσφατο άρθρο της η Chiara Saraceno, 1 στους 8 ιταλούς μαθητές (1 στους 5 στη Νότια Ιταλία) δεν έχουν υπολογιστή ή τάμπλετ στο σπίτι. Από όσους έχουν, 57% το μοιράζονται με κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Για την αποτροπή του ψηφιακού αποκλεισμού και της υστέρησης δεξιοτήτων, η Συμμαχία για τα Παιδιά προτείνει ενεργοποίηση της εκπαιδευτικής τηλεόρασης (η υποδομή υπάρχει), επιλεγμένη παροχή χαμηλού κόστους συσκευών και συνδέσεων, κινητοποίηση του Δημοσίου και της κοινωνίας των πολιτών για την επιμόρφωση των δασκάλων και την υποστήριξη των μαθητών με ενισχυτική διδασκαλία.

Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσοι σχεδιάζουν την επόμενη μέρα (που και στην Ιταλία αρχίζει τη Δευτέρα 4 Μαΐου) αφορά τις συγκοινωνίες. Μέσα στον καταιγισμό δυσκολιών, το πώς θα μετακινούμαστε μπορεί να φαίνεται δευτερεύουσας σημασίας. Σε πολλούς αρκεί που θα επιτραπεί επιτέλους να μετακινούμαστε. Εδώ στο Μιλάνο, όπου η αρμοδιότητα για τη συγκοινωνιακή πολιτική ανήκει στο Δήμο, η προοπτική να επιστρέψουμε σε μια πιο πρωτόγονη κατάσταση, που νομίζαμε ότι έχουμε αφήσει οριστικά πίσω, έχει σημάνει συναγερμό.

Έως τη δεκαετία του ’80, η ατμοσφαιρική ρύπανση στο Μιλάνο ήταν χειρότερη από ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Δεν βοηθούσε το κλίμα: παροιμιωδώς υγρό και ψυχρό, νηνεμία (δεν φύσαγε), ομίχλη (συχνά αιθαλομίχλη). Ούτε η γεωγραφία: πεδινό τοπίο, κανάλια, ποτάμια, λίμνες. Συνέβαλε όμως και ο άνθρωπος: η βιομηχανική πυκνότητα της Κοιλάδας του Πάδου, και η ερωτική σχέση των Ιταλών με το αυτοκίνητο. Όταν ο ανταποκριτής σας άρχισε να επισκέφτεται το Μιλάνο, στην Piazza Duomo επιτρεπόταν ακόμη το παρκάρισμα. Όταν πεζοδρομήθηκε πολλοί Μιλανέζοι δυσανασχέτησαν.

Έκτοτε τα πράγματα βελτιώθηκαν. Η γεωγραφία και το κλίμα παρέμειναν ίδια (αν και τώρα φυσάει περισσότερο). Βοήθησε η αποβιομηχανοποίηση. Το ίδιο και η αμόλυβδη βενζίνη. Αλλά αυτό που άλλαξε τη ζωή στην πόλη ήταν η στροφή 180 μοιρών στη συγκοινωνιακή πολιτική. Δακτύλιος (και, από το 2008: διόδια για την είσοδο των ΙΧ στο κέντρο), εκτεταμένες πεζοδρομήσεις, αναβάθμιση των μετρό, τραμ, λεωφορείων. Όλα αυτά με τη συναίνεση των πολιτών: στο δημοτικό δημοψήφισμα του 2011, η πρόταση για τη γενίκευση του «διωγμού των ΙΧ», με επέκταση του συστήματος διοδίων για την είσοδο στο κέντρο, εγκρίθηκε πανηγυρικά με 79% των ψήφων.

Χάρη και στη συγκοινωνιακή πολιτική της δημοτικής αρχής, σήμερα το Μιλάνο είναι μια από τις πιο ευχάριστες πόλεις στον κόσμο.

Ή ήταν, μέχρι την πανδημία του κορωνοϊού. Στο εξής, έως την εξάλειψή του, όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα πρέπει για λόγους ασφαλείας να κυκλοφορούν μισοάδεια (για τους αισιόδοξους: μισογεμάτα). Μετά από δεκαετίες «διωγμού», τα ΙΧ επιστρέφουν θριαμβευτικά: τα αστικά διόδια για είσοδο στο κέντρο αναστέλλονται, το παρκάρισμα διευκολύνεται.

Πίσω στη δεκαετία του ’80 λοιπόν; Όχι ακριβώς. Μπορεί ο πραγματισμός να επιβάλλει στροφή στην «ιδιωτική κινητικότητα», αλλά κανείς δεν θέλει μποτιλιαρίσματα και καυσαέρια στους δρόμους του κέντρου. Εξ άλλου, η καθαρότερη ατμόσφαιρα των τελευταίων δεκαετίων έγινε πεντακάθαρη τους τελευταίους μήνες, και τώρα που ήρθε η άνοιξη το πράσινο στα πάρκα και στα παρτέρια είναι πιο λαμπερό από ποτέ.

Συνεπώς; Δέσμη μέτρων. Ανοχή στα ΙΧ ναι, αλλά και έμφαση στα ποδήλατα (δημοτικά και ιδιωτικά), στα σκούτερ, και στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα κοινής χρήσης. Κάποιοι δρόμοι ή λωρίδες κυκλοφορίας θα αφιερωθούν στα ποδήλατα ή θα γίνουν πεζόδρομοι. Αλλού θα αφαιρεθεί χώρος από τα ΙΧ για να παραχωρηθεί σε μπαρ και ρεστωράν που θα βγάλουν τραπεζάκια έξω. Όριο ταχύτητας 30 χμ/ώρα στο κέντρο της πόλης. Επί πλέον, κλιμακωτό ωράριο – για να χαμηλώσει η άλλη καμπύλη (flatten the curve): της κίνησης στις ώρες αιχμής. Και κυρίως, ενθάρρυνση της τηλεργασίας. Όπως φάνηκε τις μέρες της απομόνωσης, και όπως επεσήμανε το περιοδικό Economist, πολλοί εργαζόμενοι είναι εξίσου ή περισσότερο παραγωγικοί όταν εργάζονται στο σπίτι, και ο λόγος που πολλά διευθυντικά στελέχη δυσπιστούν στην τηλεργασία είναι ότι τους ενδιαφέρει λιγότερο το αποτέλεσμα και περισσότερο ο έλεγχος πάνω στους υπαλλήλους.

Για να επανέλθουμε στην εξαιρετική παρουσίαση από τον Άκη Σκέρτσο του κυβερνητικού σχεδίου για την επόμενη μέρα: Πώς θα υλοποιηθεί η ρύθμιση για «χρήση των ΙΧ αυτοκινήτων αντί των ΜΜΜ και προσωρινή αναστολή του δακτυλίου»; Ως γενική έφοδος των ΙΧ στις ελληνικές πόλεις (από όπου στην πραγματικότητα δεν «διώχθηκαν» ποτέ); Και άλλο μποτιλιάρισμα, και άλλα καυσαέρια, και άλλο παρκάρισμα στα πεζοδρόμια, και άλλη ντε φάκτο κατάργηση των πεζοδρόμων, υπό το ως συνήθως γεμάτο κατανόηση βλέμμα της Τροχαίας και της (ξεδοντιασμένης) Δημοτικής Αστυνομίας;

Εάν όχι, θα πρέπει η κυβέρνηση να ανακοινώσει συνοδευτικά μέτρα εγκαίρως.

Εάν ναι, θα είναι κρίμα.

Ένα βασικό εισόδημα για όλους: Μπορεί να υπάρξει; Πρέπει να υπάρξει;

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Μάιος 2020).

Σε ένα σημείο της πρόσφατης συνέντευξής του στην Καθημερινή (19/4/2020), σχολιάζοντας τα μέτρα στήριξης της οικονομίας εν μέσω πανδημίας, ο πρωθυπουργός είπε: «Η πολιτεία στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Έδωσε πολλά χρήματα κυρίως για να τονώσει την εργασία και το εισόδημα. Και το έκανε με τρόπο θα έλεγα – και μη σας αιφνιδιάσω εδώ – σχεδόν σοσιαλιστικό: οριζοντίως 800 ευρώ σε όλους, ασχέτως του εισοδήματος!»

Στην πραγματικότητα, η πολιτική προέλευση αυτής της μάλλον απλής ιδέας (της οριζόντιας χορήγησης από το κράτος κάποιου ποσού, ασχέτως εισοδήματος) είναι πιο σύνθετη και νομίζω πιο ενδιαφέρουσα. Όσο για την ιστορική καταγωγή της, χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Να τι έγραφε σχετικά ο Sir Thomas More στην περίφημη «Ουτοπία» του (1516) – ή μάλλον, τι έβαζε στο στόμα του πρωταγωνιστή του Ραφαήλ Υθλοδαίου (!), Πορτογάλου περιηγητή που περπατά στην κεντρική πλατεία της Αμβέρσας, αφηγούμενος παλαιότερη συζήτησή του με τον Αρχιεπίσκοπο του Canterbury και με Άγγλο δικηγόρο, οι οποίοι του μιλούν με ενθουσιασμό για την αγγλική μέθοδο τιμωρίας των κλεφτών («τους κρεμάμε παντού»). Ο Υθλοδαίος διαφωνεί: «Η μέθοδος αυτή είναι άδικη και ανεπιθύμητη. Ως τιμωρία είναι υπερβολικά αυστηρή. Ως μέτρο αποθάρρυνσης είναι ανεπαρκές. Αντί να επιβάλλονται τέτοιες απαίσιες ποινές, είναι προτιμότερο να παρέχονται στους πάντες κάποια μέσα διαβίωσης, ώστε κανείς να μην αντιμετωπίζει την τρομερή ανάγκη να γίνει πρώτα κλέφτης, και μετά πτώμα.»

Στη συναρπαστική ομιλία του στην Αμβέρσα για τα 500 χρόνια από την έκδοση της «Ουτοπίας», ο Philippe Van Parijs, καθηγητής οικονομικής και κοινωνικής ηθικής στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain-la-Neuve, υποστήριξε ότι στη φράση «είναι προτιμότερο να παρέχονται στους πάντες κάποια μέσα διαβίωσης» ανάγεται η σύλληψη της ιδέας ενός βασικού εισοδήματος για όλους. Ο ίδιος ο Van Parijs, με τα βιβλία του, τις ομιλίες του, και επίσης με την ευφυΐα του και το χιούμορ του, έχει κάνει όσα κανείς για την διάδοση αυτής της απλής ιδέας που «πρέπει και μπορεί να διαμορφώσει πρώτα τη συζήτηση, και μετά την πραγματικότητα».

Όπως έχει εξηγήσει ο Van Parijs, οι ρίζες του βασικού εισοδήματος εντοπίζονται σε τρεις ιστορικές παραδόσεις. Η πρώτη ξεκινά στις αρχές του 16ου αιώνα και στοχεύει στην εγγύηση από τη δημόσια αρχή (το κράτος ή την πόλη) ενός ελάχιστου εισοδήματος. Το 1526, ο Juan Luis Vives, Ισπανός ανθρωπιστής, υποβάλλει προς τον δήμαρχο της Μπρουζ (οι Κάτω Χώρες ανήκαν στο ισπανικό στέμμα τότε) υπόμνημα «Περί επιδότησης των απόρων». Την ίδια περίπου εποχή, στην Αγγλία, εγκρίνονται οι πρώτοι «Νόμοι περί Πτωχών».

Η δεύτερη ιστορική παράδοση ξεκινά στα τέλη του 18ου αιώνα και αφορά την ιδέα της χορήγησης σε όλους τους πολίτες ενός περιουσιακού κεφαλαίου τη στιγμή της ενηλικίωσής τους. Ο Μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, γνωστός μας Εγκυκλοπαιδιστής, στο «Ανθρώπινο Πνεύμα» του (1795) προτείνει «να δίνεται σε εκείνα τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει αρκετά ώστε να μπορούν να εργαστούν και να δημιουργήσουν οικογένεια το πλεονέκτημα ενός κεφαλαίου για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους». Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Thomas Paine, Αμερικανός φιλόσοφος επαναστάτης, καταθέτει υπόμνημα προς το Διευθυντήριο (1796) το οποίο αναφέρει: «Η γη ανήκει σε όλους. Κάθε ιδιοκτήτης οφείλει στην κοινότητα μια γαιοπρόσοδο. Τα έσοδά της να κατατίθενται σε ένα ταμείο, και κάθε άτομο που φτάνει στην ηλικία των 21 ετών να λαμβάνει 15 στερλίνες (και άλλες 10 στερλίνες στην ηλικία των 50 ετών). Όλοι να ωφελούνται, πλούσιοι και φτωχοί.»

Δύο αιώνες μετά, ο Bruce Ackerman και η Anne Alstott, καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Yale, στο βιβλίο τους «The Stakeholder Society» (2000), προτείνουν να χορηγείται κεφάλαιο 80.000 δολαρίων σε κάθε Αμερικανό που συμπληρώνει τα 21 έτη. Παραλλαγή αυτής της ιδέας είναι τα Child Trust Funds που (από το 2005) εισάγει η Βρετανική κυβέρνηση των Νέων Εργατικών, ανοίγοντας έναν προθεσμιακό λογαριασμό για κάθε παιδί και πιστώνοντάς το με ένα ποσό 250 στερλίνων (500 για παιδιά από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος). Γονείς και παππούδες μπορούν να προσθέτουν στο λογαριασμό, αλλά όχι να αφαιρούν. Το πρόγραμμα έχει απρόσμενη επιτυχία – για πρώτη φορά παιδιά από φτωχότερες οικογένειες «εθίζονται» στην αποταμίευση και συσσωρεύουν μια μικρή περιουσία. Όμως η επόμενη κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελεύθερων το καταργεί στο όνομα της λιτότητας (2011). Σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian, ο Julian Le Grand – ο οποίος, εκτός από καθηγητής στη London School of Economics και σύμβουλος του Tony Blair όταν ήταν πρωθυπουργός, έχει διακριθεί και ως επιβλέπων καθηγητής της διδακτορικής διατριβής μου επικρίνει με δριμύτητα την πρόταση των Συντηρητικών να θεσπιστούν εισοδηματικά κριτήρια: «Ο περιορισμός των Child Trust Funds στα φτωχά παιδιά και μόνο θα είναι διχαστικός, και θα έχει ως αποτέλεσμα χαμηλή συμμετοχή και στίγμα. Αντίθετα, ένα καθολικό κληροδότημα είναι σήμα της ιδιότητας του πολίτη».

Η τρίτη ιστορική παράδοση ξεκινά στα μέσα του 19ου αιώνα και αναφέρεται στη σύγχρονη πρόταση για ένα βασικό εισόδημα για όλους χωρίς προϋποθέσεις. Στο βιβλίο του για τη Βιομηχανία (1836), ο Charles Fourier, Γάλλος ουτοπικός σοσιαλιστής, υποστηρίζει ότι «ο πολιτισμός παραβιάζει το θεμελιώδες φυσικό δικαίωμα κάθε ατόμου να ζει από τη γη», και για αυτό οφείλει σε κάθε άτομο ένα ελάχιστο διαβίωσης ισοδύναμο με το κόστος «ενός δωματίου σε ξενοδοχείο έκτης κατηγορίας και τριών λιτών γευμάτων την ημέρα». Όπως γράφει ο John Stuart Mill, Βρετανός φιλόσοφος στις «Αρχές πολιτικής οικονομίας» (2η έκδοση 1849): «Ο πιο επιδέξιος συνδυασμός όλων των μορφών Σοσιαλισμού είναι ο Φουριερισμός. Κατά τη διανομή, ένα ορισμένο ελάχιστο χορηγείται σε όλα τα μέλη της κοινότητας, είτε είναι ικανά για εργασία είτε όχι. Το υπόλοιπο προϊόν διανέμεται σε προκαθορισμένες αναλογίες μεταξύ των τριών στοιχείων, της Εργασίας, του Κεφαλαίου και του Ταλέντου.»

Έκτοτε, διάφοροι στοχαστές από ευρύ φάσμα απόψεων υιοθετούν το βασικό εισόδημα. Από τον Bertrand Russell, που στο βιβλίο του «Roads to Freedom» (1918) προτείνει «ένα μικρό εισόδημα, επαρκές για τα αναγκαία, σε όλους, είτε εργάζονται είτε όχι – και ένα μεγαλύτερο εισόδημα σε όσους είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν κάποια εργασία που η κοινότητα αναγνωρίζει ως χρήσιμη». Έως τον Milton Friedman, που στο «Καπιταλισμός και ελευθερία» (1962), Βίβλο των απανταχού νεοφιλελεύθερων, συνηγορεί υπέρ ενός «αρνητικού φόρου εισοδήματος» ως λιγότερο στρεβλωτική εναλλακτική λύση στο υπάρχον μωσαϊκό κοινωνικών προγραμμάτων. Λίγα χρόνια μετά, το σωτήριον έτος 1968, ο James Tobin (κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ, όπως και ο Friedman), μαζί με τον John Kenneth Galbraith και άλλους 1200 οικονομολόγους, καλούν με διακήρυξή τους το Κογκρέσο να υιοθετήσει πρόγραμμα εισοδηματικών παροχών σε όλους τους Αμερικανούς μέσω του φορολογικού συστήματος. Η πρότασή τους (που ονομάστηκε «demogrant»), διαφέρει από αυτή του Friedman, ο οποίος αρνείται να υπογράψει τη διακήρυξη. Το demogrant δεν θα υποκαθιστούσε το σύστημα κοινωνικής προστασίας, αλλά θα ενίσχυε τα καθαρά εισοδήματα των περισσότερων Αμερικανών, διευκολύνοντας την ένταξη στην αγορά εργασίας των πιο φτωχών.

Τελικά το demogrant δεν εγκρίθηκε από το Κογκρέσο, ενώ όπως είδαμε και τα Child Trust Funds της Βρετανίας καταργήθηκαν και αυτά. Από τις τρεις ιστορικές παραδόσεις που αναφέραμε, η μόνη που ευδοκίμησε ήταν η πρώτη. Πράγματι, πολλές ανεπτυγμένες χώρες και όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με τελευταίες προσθήκες την Ελλάδα το 2017 και την Ιταλία το 2018) εφαρμόζουν σήμερα κάποιο πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Όμως, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα απευθύνεται στους φτωχούς, με στόχο να συμπληρώσει τους πενιχρούς πόρους τους μέχρι κάποιο χαμηλό εγγυημένο όριο. Αντίθετα, το βασικό εισόδημα για το οποίο μιλούσε ο Van Parijs καταβάλλεται από μια πολιτική κοινότητα σε όλα τα μέλη της, σε ατομική βάση, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια ή υποχρέωση εργασίας. Με άλλα λόγια, το βασικό εισόδημα πηγαίνει ένα (μεγάλο) βήμα πέρα από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το απορροφά και το υπερβαίνει.

Επειδή είναι και αυτό εγγυημένο, το βασικό εισόδημα συμβάλλει στην καταπολέμηση της φτώχειας – και μάλιστα ακόμη πιο αποτελεσματικά, αφού ως «σήμα της ιδιότητας του πολίτη» είναι απαλλαγμένο από οποιοδήποτε στίγμα, και για αυτό εισπράττεται από όλους. Είναι γνωστό ότι σήμερα πολλοί δικαιούχοι των προνοιακών επιδομάτων δεν τα λαμβάνουν παρότι πληρούν τις προϋποθέσεις, συνήθως επειδή βιώνουν ως εξουθενωτική και εξευτελιστική τη διαδικασία συγκέντρωσης και υποβολής δικαιολογητικών. Στη Γερμανία, δύο διαφορετικές μελέτες, του Joachim Frick και της Regina Riphahn, υπολόγισαν ότι μόνο το 33% των δικαιούχων όντως ελάμβαναν Sozialhilfe, όπως λεγόταν στο παρελθόν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Αντίθετα, το ποσοστό ανάληψης καθολικών επιδομάτων, όπως το Child Benefit στη Βρετανία, είναι 100%.

Επί πλέον, επειδή καταβάλλεται σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις, το βασικό εισόδημα αποφεύγει τις συνήθεις «παγίδες της φτώχειας» και έτσι αφήνει άθικτα τα κίνητρα για απασχόληση. Κάθε πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ορίζει ότι η επιδότηση που προσφέρει μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημα των δικαιούχων (π.χ. επειδή βρήκαν δουλειά). Στο παρελθόν, στη Βρετανία, οι κανόνες του προγράμματος Supplementary Benefit συνεπάγονταν ότι για κάθε 100 στερλίνες που κέρδιζε από τη δουλειά του ένας δικαιούχος έχανε από επιδόματα έως 140 στερλίνες! Αυτό αργότερα διορθώθηκε. Σήμερα τα περισσότερα προγράμματα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ευρώπη επιτρέπουν στους δικαιούχους να κρατούν το 20% του εισοδήματος που αποκτούν από εργασία. Πάλι καλά. Όμως, τις τελευταίες δεκαετίες οι απανταχού νεοφιλελεύθεροι έχουν προτείνει – και πετύχει – τη μείωση των ανώτατων φορολογικών συντελεστών: στις ΗΠΑ από 70% (που ήταν επί Ronald Reagan) σε 37%, στη Βρετανία από 90% (έως το 1971) σε 45%. Το επιχείρημα ήταν ότι έτσι προστατεύεται το κίνητρο για απασχόληση (των πλουσίων). Εν τω μεταξύ, ο υποδηλούμενος φορολογικός συντελεστής που αντιμετωπίζουν οι δικαιούχοι των προγραμμάτων ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος παραμένει 80% ή και παραπάνω. Σε αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένο ότι για να εργαστεί κάποιος πρέπει να υποστεί κάποια έξοδα (π.χ. για ρούχα, εισιτήρια λεωφορείου, baby sitter), είναι παράξενο που πολλοί φτωχοί καταλήγουν ότι τους συμφέρει να μην εργάζονται καθόλου και να εισπράττουν το επίδομα; Αυτή είναι η παγίδα της φτώχειας: τα προνοιακά επιδόματα προστατεύουν μεν τους δικαιούχους από την απόλυτη ανέχεια, τους παγιδεύουν δε σε ένα λίγο υψηλότερο επίπεδο χαμηλού εισοδήματος, από το οποίο δυσκολεύονται να ξεφύγουν. Δεν θα έπρεπε με την ίδια λογική να προστατεύεται το κίνητρο για απασχόληση των φτωχών;

Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί βρίσκουν ελκυστική την ιδέα του Philippe Van Parijs («Ας δώσουμε σε όλους τους πολίτες ένα μέτριο αλλά άνευ όρων εισόδημα, και ας τους αφήσουμε να το συμπληρώσουν κατά βούληση με εισοδήματα από άλλες πηγές»). Δεν είναι όλοι τους σοσιαλιστές – εξ άλλου, πολλοί συνδικαλιστές σε διάφορες χώρες φρικάρουν με τη σκέψη ότι «θα δίνουμε λεφτά σε κάποιους για να κάθονται». Μερικοί υποστηρικτές του βασικού εισοδήματος είναι φιλελεύθεροι, όπως ο Samuel Britten, επί σειρά ετών editor της εφημερίδας Financial Times (ο αδελφός του Leon υπήρξε υπουργός εσωτερικών της Margaret Thatcher), στον οποίο μάλιστα ανήκει το απόφθεγμα: «το πρόβλημα δεν είναι ότι το βασικό εισόδημα δεν έχει αποκτηθεί με την εργασία – είναι ότι υπερβολικά λίγοι από εμάς διαθέτουν τέτοιο εισόδημα σήμερα» (π.χ. η τάξη των πλούσιων κληρονόμων στην οποία και ο ίδιος ανήκει).

Γενικά, αυτό που ο καθένας βρίσκει ελκυστικό στο βασικό εισόδημα ποικίλλει. Πολλοί σημειώνουν τις ανυπέρβλητες δυσκολίες των εναλλακτικών στρατηγικών για την αντιμετώπιση του «νέου κοινωνικού ζητήματος»: τόσο οι παραδοσιακές κοινωνικές πολιτικές όσο και οι πρόσφατες προσεγγίσεις τύπου workfare αποτυγχάνουν ακριβώς στο κρίσιμο σημείο της ταυτόχρονης καταπολέμησης και της ανεργίας και της φτώχειας. Άλλοι τονίζουν τα πλεονεκτήματα μιας ορθολογικότερης ενοποίησης του συστήματος κοινωνικών παροχών με το σύστημα φορολογίας εισοδήματος, χωρίς τα αντικίνητρα, τις ανωμαλίες, τη γραφειοκρατία και το διοικητικό κόστος του σημερινού καθεστώτος. Μερικοί θεωρούν την απλότητα, αμεσότητα και ευελιξία μιας δίχως όρους εισοδηματικής μεταβίβασης ιδεώδες προσόν στις συνθήκες ρευστότητας και κινητικότητας που έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε με την παγκοσμιοποίηση. Κάποιοι τέλος το εντάσσουν στο πλαίσιο μιας οικολογικής κριτικής του παραγωγισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να μετατραπεί η μείωση (λόγω τεχνολογικής προόδου) του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας σε μείωση του χρόνου εργασίας όλων, παρά σε αλόγιστη ανάπτυξη και μαζική ανεργία.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο σήμερα στις ΗΠΑ οι θιασώτες του βασικού εισοδήματος να εκτείνονται από την Alexandria Ocasio-Cortez, Αντιπρόσωπο στο Κογκρέσο και ελπίδα της αμερικανικής αριστεράς, έως τον Elon Musk, ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας ηλεκτρικών αυτοκινήτων Tesla – ενώ από τον περασμένο μήνα εκατομμύρια Αμερικανοί εισπράττουν 1.200 δολάρια ανά άτομο το μήνα (συν 500 δολάρια για κάθε παιδί), στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης της οικονομίας που πλήττεται από την πανδημία. Ή στο βοήθημα των 800 ευρώ στην Ελλάδα (που δίνεται χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, αλλά μόνο σε εργαζόμενους υπό αναστολή σύμβασης εργασίας και μόνο σε κλάδους που πλήττονται). Ή σε αντίστοιχα μέτρα σε άλλες χώρες. Η στήριξη του εισοδήματος όλων, χωρίς προϋποθέσεις, με ένα ενιαίο ποσό, είναι γρήγορη και αποτελεσματική. Αυτό το καθιστά ιδεώδες για καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης όπως η σημερινή.

Και όταν η πανδημία περάσει; Μπορεί να υπάρξει ένα βασικό εισόδημα για όλους; Ή, ακόμη και αν μπορεί να υπάρξει, πρέπει; Και, ακόμη και αν μπορεί και πρέπει, θα υπάρξει ποτέ;

Σύμφωνα με τη γνωστή ρήση, οι οικονομολόγοι είναι καλοί στο να προβλέπουν το παρελθόν (και αυτό όχι πάντα). Οπότε ας περιοριστούμε στα δύο πρώτα ερωτήματα. Η μεγαλύτερη ένσταση κατά της υιοθέτισης ενός βασικού εισοδήματος είναι ότι οι δικαιούχοι θα μείωναν την εργασιακή τους προσπάθεια και θα ζούσαν με το επίδομα. Αυτό θεωρείται από πολλούς ηθικά καταδικαστέο. (Όχι από όλους: το απολαυστικότερο ίσως άρθρο του Philippe Van Parijs έχει τίτλο: «Γιατί το κοινωνικό σύνολο θα πρέπει να τρέφει όσους κάνουν σερφ», και υπότιτλο: «Το φιλελεύθερο επιχείρημα υπέρ ενός βασικού εισοδήματος χωρίς προϋποθέσεις».) Σε κάθε περίπτωση, η μείωση της εργασιακής προσπάθειας θα μείωνε τα φορολογικά έσοδα, και συνεπώς τη δυνατότητα του κράτους να χρηματοδοτεί το βασικό εισόδημα.

Έχει βάση η ένσταση; Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε: το βασικό εισόδημα δεν υφίσταται ακόμη σε καμιά χώρα. (Μια εξαίρεση, μερική, είναι η Πολιτεία της Αλάσκας, που πληρώνει 1.000 με 2.000 δολάρια το χρόνο σε κάθε κάτοικο, ενώ μια άλλη, ακόμη πιο εξωτική, είναι το Καζίνο που διαχειρίζεται μια φυλή Ινδιάνων στη Β. Καρολίνα, που τα τελευταία χρόνια έχει πληρώσει έως και 12.000 δολάρια το χρόνο σε κάθε μέλος της φυλής.) Στην Ευρώπη, το 2004, δύο ερευνητές του Καθολικού Πανεπιστημίου της Leuven είχαν μια καταπληκτική ιδέα για το πώς θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πώς συμπεριφέρονται τα άτομα που κάθε μήνα εισπράττουν ένα σταθερό («βασικό») εισόδημα. Σκέφτηκαν ότι μια τέτοια ομάδα είναι οι νικητές του πρώτου λαχνού στο «Win for Life», το λαχείο που αντί να δίνει π.χ. 1 εκατομμύριο ευρώ, δίνει 1.000 ευρώ το μήνα εφ’ όρου ζωής. (Σήμερα στο Βέλγιο το «Win for Life» δίνει 2.000 ευρώ το μήνα, εφ’ όρου ζωής. Στην Ιταλία, έως 3.000 ευρώ το μήνα επί 20 χρόνια. Έχω παίξει δύο φορές. Δεν έχω κερδίσει ποτέ.) Στο ωραίο άρθρο τους, οι δύο Βέλγοι ερευνητές περιγράφουν πώς από τα 66 άτομα που εργάζονταν τη στιγμή που κέρδισαν το λαχείο, μόνο ένας 44χρονος μηχανικός αυτοκινήτων σταμάτησε εντελώς, ενώ μια 45χρονη νοσοκόμα άρχισε να δουλεύει part-time.

Παρόμοιες ενδείξεις ότι το βασικό εισόδημα ασκεί ελάχιστη επίδραση στην εργασιακή συμπεριφορά παρείχε το φινλανδικό πείραμα (Νοέμβριος 2017 – Οκτώβριος 2018), το τελικό πόρισμα του οποίου δόθηκε στη δημοσιότητα πριν λίγες μέρες (6 Μαΐου 2020). Στο διάστημα αυτό, περισσότεροι δικαιούχοι βασικού εισοδήματος εργάστηκαν από ό,τι στην ομάδα ελέγχου όσων εισέπρατταν προνοιακά επιδόματα και συμμετείχαν σε προγράμματα απασχόλησης (28% έναντι 25%, επί 78 ημέρες έναντι 73). Πρόκειται για μικρή βελτίωση – απογοητευτικά μικρή, για τους υποστηρικτές της ιδέας.

Η βασικότερη επίδραση του βασικού εισοδήματος στη Φινλανδία σημειώθηκε στην ψυχική υγεία (22% ανέφεραν κατάθλιψη έναντι 32% στην ομάδα ελέγχου), καθώς και στην ικανοποίηση από τη ζωή (μέσο σκορ 7,3 με άριστα το 10 έναντι 6,8). Δεν είναι και λίγο αυτό. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2013 στο περιοδικό Science, οικονομολόγοι και ψυχολόγοι από τέσσερα πανεπιστήμια – Warwick (ΗΒ), Harvard, Princeton (ΗΠΑ) και British Columbia (Καναδάς) – διαπίστωσαν ότι η φτώχεια δεν κάνει τους ανθρώπους απλώς δυστυχείς, αλλά τους ωθεί επίσης να κάνουν λάθη, τα οποία φυσικά τους βυθίζουν περισσότερο στη φτώχεια. Αντιστρόφως, η οικονομική ασφάλεια (ακόμη και υποτυπώδης) βελτιώνει την διανοητική τους λειτουργία. Δεν είναι εντυπωσιακό;

Κατά τα άλλα, σε μια ανεπτυγμένη οικονομία, το κράτος ήδη δαπανά τεράστια ποσά για επιδόματα και άλλες παροχές (για τους φτωχούς και όχι μόνο), ενώ ταυτόχρονα χορηγεί φορολογικές απαλλαγές αμφιβόλου σκοπιμότητας (για τους πλούσιους κυρίως). Ο ούτως ή άλλως ευεργετικός εξορθολογισμός της φορολογίας και των κοινωνικών παροχών θα επέτρεπε από σήμερα κιόλας τη θεσμοθέτηση ενός χαμηλού βασικού εισοδήματος. Η επίσης ευεργετική καταπολέμηση της φοροαποφυγής των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, καθώς και της φοροδιαφυγής των μικρών, θα τροφοδοτούσε τον κουμπαρά από τον οποίο χρηματοδοτείται το βασικό εισόδημα. Το ίδιο και η ορθολογικότερη φορολόγηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, των ρυπογόνων δραστηριοτήτων κτλ. Συνεπώς, κάποιο βασικό εισόδημα είναι ήδη εφικτό, και νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να κινηθούμε προς τα εκεί.

Βέβαια, κάποιες από τις σημερινές κοινωνικές παροχές δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντικατασταθούν από ένα βασικό εισόδημα. Π.χ. η περίθαλψη, η σχολική εκπαίδευση, η κοινωνική φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων πρέπει να εξακολουθήσουν παρέχονται «σε είδος», δωρεάν ή σχεδόν. Και αυτό για λόγους οικονομικής αποδοτικότητας, όχι μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η σταδιακή θεσμοθέτηση ενός βασικού εισοδήματος για όλους θα μπορούσε να γίνει κατά ηλικίες. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα παιδιών, δηλ. το καθολικό επίδομα παιδιού, όπως ισχύει σε 18 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Ένα δεύτερο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα ηλικιωμένων, δηλ. η καθολική βασική σύνταξη, όπως εφαρμόζεται στη Δανία, στην Ολλανδία, στον Καναδά και αλλού.

Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση για το βασικό εισόδημα έχει αναζωπυρωθεί εξαιτίας της απρόσμενης υποστήριξής του από τον Elon Musk και άλλους επιχειρηματίες της Silicon Valley, οι οποίοι το φαντάζονται ως αναγκαία λύση σε έναν κόσμο όπου τα ρομπότ έχουν αχρηστεύσει δισεκατομμύρια θέσεις εργασίας. Η προοπτική αυτή μου φαίνεται υπερβολικά ζοφερή, και ταυτόχρονα υπερβολικά απαισιόδοξη. Ζοφερή, επειδή ένα εγγυημένο εισόδημα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο δυστυχισμένους, αλλά από μόνο του δεν αρκεί για να τους κάνει ευτυχισμένους. Μια καλή δουλειά προσφέρει πολύ περισσότερα από ένα καλό εισόδημα: ικανοποίηση, αυτοπεποίθηση, νόημα ύπαρξης. Απαισιόδοξη, επειδή η μαζική ανεργία δεν είναι αναπόφευκτη, ούτε καν ιδιαίτερα πιθανή. Προς το παρόν, η τεχνολογική εξέλιξη δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες καταστρέφει. Άλλο είναι το πρόβλημα: υπερβολικά πολλές από τις νέες θέσεις εργασίας είναι επισφαλείς και κακοπληρωμένες. Όμως αυτό το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, είναι πολιτικό και κοινωνικό. Άρα είναι στο χέρι της ανθρωπότητας να το αντιμετωπίσει.

Να ένας ωραίος στόχος για την περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας μετά την πανδημία.

15 Απριλίου 2020

Η πεπατημένη και η θωράκιση της υγείας

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Απρίλιος 2020).

Είναι αλήθεια ότι μέχρι τώρα τα νοσοκομεία μας τα έχουν πάει ανέλπιστα καλά. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει βγάλει στην επιφάνεια αποθέματα επαγγελματισμού, επινοητικότητας, αυταπάρνησης. Είναι πολύτιμα αυτά, πρέπει να τα διαφυλάξουμε, να επενδύσουμε πάνω τους στο μέλλον. Αλλά δεν φτάνουν. Ο ηρωισμός, ακόμη και η αυτοθυσία, των γιατρών και των νοσηλευτών της Λομβαρδίας δεν εμπόδισε τον αριθμό των θυμάτων να γίνει πενταψήφιος.

Τι πήγε στραβά στη Λομβαρδία; Προφανώς έγιναν λάθη, αλλά όχι περισότερα από ό,τι π.χ. στη Γαλλία ή στη Βρετανία. Είναι πολλά αυτά που ακόμη δεν γνωρίζουμε: π.χ. γιατί ο κορωνοϊός πλήττει τις γυναίκες λιγότερο από τους άνδρες, τα παιδιά λιγότερο από τους ηλικιωμένους κτλ. Ενδέχεται η Λομβαρδία να ήταν απλώς άτυχη, ή να έφταιξε το κλίμα, ή να πλήρωσε το τίμημα του οικονομικού δυναμισμού της, και των πυκνών συναλλαγών της με την Κίνα, εμπορικών αλλά όχι μόνο: το πανεπιστήμιο στο οποίο διδάσκω, το Πολυτεχνείο του Μιλάνου, έχει στενή συνεργασία («διπλό πτυχίο») με ένα από τα πανεπιστήμια της Σαγκάης, ενώ το ένα τέταρτο περίπου των φοιτητών μου είναι Κινέζοι. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά για την τύχη ή για το κλίμα, ενώ δεν θα ήταν έξυπνο να εμποδίσουμε τον οικονομικό δυναμισμό (αν και οι εθνικιστές ή λαϊκιστές κάθε είδους αυτό ακριβώς απεργάζονται).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σύστημα υγείας της Λομβαρδίας, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες γιατρών και νοσηλευτών, νικήθηκε από τον κορωνοϊό. Κάποιες τρομερές μέρες του Μαρτίου έφταναν στα νοσοκομεία περισσότεροι ασθενείς που χρειάζονταν εντατική θεραπεία από ό,τι κλίνες στις ΜΕΘ. Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν οι γιατροί από το να επιλέγουν ποιος θα παλέψει για να ζήσει και ποιος θα αφεθεί να πεθάνει;

Σε εθνικό επίπεδο, το ιταλικό σύστημα είναι (από το 1978) οργανωμένο ως ΕΣΥ, με ενιαία δομή, χωρίς διακρίσεις ανάλογα με την επαγγελματική κατηγορία, και με χρηματοδότηση από φόρους (και όχι από εισφορές). Τα επίσημα δεδομένα δείχνουν ότι σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ιταλία έχει περισσότερους γιατρούς (4,0 έναντι 3,6 ανά 1.000 κατοίκους) και λιγότερους νοσηλευτές (5,8 έναντι 8,5 ανά 1.000 κατοίκους). Η συνολική δαπάνη είναι χαμηλότερη από ό,τι στην υπόλοιπη ΕΕ (8,8% έναντι 9,8% του ΑΕΠ). Εξαιτίας της λιτότητας, η δημόσια δαπάνη υποχώρησε την τελευταία δεκαετία (-9% σε σταθερές τιμές την περίοδο 2009-2013). Περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής δαπάνης είναι ιδιωτική, και επειδή η ιδιωτική ασφάλιση δεν έχει μεγάλη διείσδυση, βαραίνει σχεδόν εξ ολοκλήρου τους ίδιους τους ασθενείς. Αναπόφευκτα, κάποιοι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν. Το ποσοστό των φτωχών Ιταλών που ανέφεραν ότι δεν μπόρεσαν να πάρουν την περίθαλψη που χρειάζονταν «για οικονομικούς λόγους» είναι διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (4,3% έναντι 2,2% το 2018). Βέβαια, σε σύγκριση π.χ. με τις ΗΠΑ των 28,5 εκατομμυρίων ανασφαλίστων, τα μεγέθη αυτά είναι χαμηλά: για τη συντριπτική πλειονότητα των Ιταλών, ακόμη και των φτωχών, η πρόσβαση στην περίθαλψη είναι ανεμπόδιστη.

Η ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα του ιταλικού συστήματος είναι ότι η ευθύνη για την πολιτική υγείας ανήκει στην τοπική αυτοδιοίκηση, και συγκεκριμένα στις περιφέρειες, όχι στην κεντρική κυβέρνηση. Αυτό συν τω χρόνω έχει οδηγήσει σε σημαντικές αποκλίσεις. Γενικά, οι πλούσιες περιφέρειες του Βορρά (Λομβαρδία, Βένετο, Εμίλια-Ρομάνια) διαθέτουν περισσότερα και καλύτερα νοσοκομεία, και εκεί συρρέουν αρκετοί ασθενείς από το Νότο (8,5% του συνόλου των ασθενών νοσηλεύονται σε διαφορετική περιφέρεια από εκείνη όπου διαμένουν). Κατά κοινή ομολογία, το επίπεδο της περίθαλψης στο Βορρά δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τα καλύτερα συστήματα παγκοσμίως.

Και ανάμεσα στις πλούσιες περιφέρειες του Βορρά, οι διαφορές στην πολιτική υγείας είναι σημαντικές. Οι λόγοι συχνά είναι πολιτικοί. Η κεντροδεξιά ηγεμονία στην Λομβαρδία ευνόησε ένα μεικτό μοντέλο: οι πολίτες μπορούν εάν θέλουν, με χαμηλή επιβάρυνση, να απευθυνθούν σε κάποια ιδιωτική κλινική – τη διαφορά την πληρώνει η περιφέρεια. Όπως πάντα, η παροχέτευση δημόσιου χρήματος σε ιδιωτικές επιχειρήσεις προσφέρει ευκαιρίες αθέμιτου πλουτισμού σε επιχειρηματίες και πολιτικούς: ο Ρομπέρτο Φορμιγκόνι, πάλαι ποτέ ισχυρός ανήρ της Λομβαρδίας, ηγέτης του καθολικού κινήματος «Κοινωνία και Απελευθέρωση», περιφερειάρχης για 18 ολόκληρα χρόνια (1995-2013) με τη στήριξη του κεντροδεξιού συνασπισμού, εκτίει από το Φεβρουάριο του 2019 ποινή φυλάκισης για διαφθορά, και συγκεκριμένα για βλαπτικές για το δημόσιο συμφέρον συμβάσεις με δύο ομίλους ιδιωτικών νοσοκομείων. Κατά τα άλλα, το μοντέλο είναι δημοφιλές. Τα νοσοκομεία είναι καλά, η εξυπηρέτηση γρήγορη, η επιβάρυνση χαμηλή, το «φακελάκι» (με την έννοια της αθέμιτης συναλλαγής γιατρού και ασθενή) άγνωστο.

Στους αντίποδες του μεικτού μοντέλου της Λομβαρδίας, άλλες περιφέρειες – η «κόκκινη» Εμίλια-Ρομάνια αλλά και το εξίσου συντηρητικό Βένετο – έχουν επενδύσει στις δημόσιες μονάδες υγείας, με έμφαση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη.

Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε εκ των υστέρων σοφή. Μια επιδημία αντιμετωπίζεται καλύτερα με έγκαιρο εντοπισμό των κρουσμάτων, ιατρική παρακολούθηση στο σπίτι, και έλεγχο της ροής των ασθενών στα νοσοκομεία. Εάν το δίκτυο οικογενειακών γιατρών είναι αδύναμο, τα νοσοκομεία δέχονται κατακλυσμό περιστατικών και απειλούνται με υπερφόρτωση. Από το σημείο αυτό, η αυτοθυσία των γιατρών και των νοσηλευτών παύει να είναι αρκετή. Όπως συνέβη στη Λομβαρδία.

Αυτά είναι τα πρώτα – προσωρινά ακόμη – διδάγματα από την ιταλική υγειονομική κρίση. Τι συνεπάγονται για την πολιτική υγείας στην Ελλάδα;

Δεν θα ήταν υπερβολή να παρατηρήσουμε ότι η υγεία στη χώρα μας έχει όλα τα προβλήματα του συστήματος της Ιταλίας (και ειδικά της Λομβαρδίας), αλλά σε υπερθετικό βαθμό. Τα επίσημα δεδομένα, καθώς και πληθώρα ερευνών, όπως η πρόσφατη του Γιάννη Τούντα και της ομάδας του για λογαριασμό της διαΝΕΟσις, το επιβεβαιώνουν. Η αναλογία γιατρών είναι υπερβολικά υψηλή: 6,1 ανά 1.000 κατοίκους (3,6 στην ΕΕ). Η αναλογία νοσηλευτών είναι υπερβολικά χαμηλή: 3,3 ανά 1.000 κατοίκους (8,5 στην ΕΕ). Η υποχώρηση της δημόσιας δαπάνης λόγω λιτότητας υπήρξε θεαματική (-46% σε σταθερές τιμές την περίοδο 2009-2014). Είναι δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι το επίπεδο της δημόσιας περίθαλψης δεν υποβαθμίστηκε, αν και σημαντικά ποσά εξοικονομήθηκαν από τον εξορθολογισμό της οργάνωσης και τον περιορισμό της σπατάλης (π.χ. στα φάρμακα). Το μερίδιο της ιδιωτικής δαπάνης είναι πολύ μεγάλο (39%), και βαρύνει σχεδόν εξ ολοκλήρου (35%) τους ίδιους τους ασθενείς. Το 2018, το ποσοστό των φτωχών Ελλήνων που δεν μπόρεσαν «για οικονομικούς λόγους» να πάρουν την περίθαλψη που είχαν ανάγκη ήταν 20,1%, δεκαπλάσιο σχεδόν του ευρωπαϊκού μέσου όρου (2,2%). Παρά τα πρόσφατα βήματα, ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού δεν έχει ακόμη ριζώσει στη χώρα μας. Για αθέμιτες συναλλαγές (φακελάκι κτλ.), ας μην μιλήσουμε καλύτερα. (Είχαμε μιλήσει παλαιότερα.)

Επιστρέφοντας στο μοτίβο της πεπατημένης, τα πρώτα 25 χρόνια της ζωής του ΕΣΥ (από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως το Μνημόνιο του 2010) η διόγκωση του αριθμού των γιατρών και η εδραίωση επιχειρηματικών συμφερόντων υπέσκαψαν όλες τις απόπειρες επέκτασης της δημόσιας παροχής στον τομέα της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης, καθώς και ενσωμάτωσης του ιδιωτικού «οικοσυστήματος» σε κάποιον υποτυπώδη υγειονομικό σχεδιασμό. Πολύ απλά, οι συνθήκες που επικρατούσαν προ Μνημονίων, (επίπλαστης, όπως αποδείχθηκε) ευημερίας και συνεχούς βελτίωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, μαζί με τη σταδιακή απαξίωση των δημόσιων μονάδων υγείας, ευνόησαν τη ντε φάκτο ιδιωτικοποίηση των πιο επικερδών τμημάτων της αγοράς, από τις εργαστηριακές εξετάσεις έως τις μαιευτικές υπηρεσίες. Η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ γιατρών και ασθενών, και η ικανότητα των πρώτων να προκαλούν ζήτηση για τις υπηρεσίες που παρέχουν, φρόντισε τα υπόλοιπα.

Το μοντέλο αυτό, προσοδοφόρο για όσους δραστηριοποιούνται στον κλάδο, ήταν προβληματικό για τους ασθενείς που κάποια στιγμή στη ζωή τους διαπίστωναν ότι οι φόροι και οι εισφορές που είχαν πληρώσει δεν τους προστάτευαν από τον κίνδυνο των καταστροφικών δαπανών περίθαλψης. Όταν ξέσπασε η κρίση του 2010, το μοντέλο έπαψε να είναι βιώσιμο: η λιτότητα έκανε ακόμη πιο προβληματική την περίθαλψη για τους ασθενείς, και πολύ λιγότερο προσοδοφόρα για κλινικάρχες και γιατρούς – μερικές χιλιάδες από τους οποίους μετανάστευσαν στο εξωτερικό.

Αυτή λίγο-πολύ ήταν η κατάσταση της υγείας στη χώρα μας στις αρχές Μαρτίου 2020, όταν ξέσπασε η επιδημία του κορωνοϊού. Όταν αυτή περάσει, θα μας διακατέχει έντονη επιθυμία να ξεχάσουμε και να προχωρήσουμε. Θα πρέπει να κατανικήσουμε αυτό τον πειρασμό, και να θωρακίσουμε το σύστημα υγείας για μια επόμενη επιδημία, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τα χρόνια προβλήματα που έχουν συσσωρεύσει καθυστερήσεις δεκαετιών.

Το θέμα είναι πώς. Μπορούμε να ξεφύγουμε από την πεπατημένη; Και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης και διόγκωσης του εθνικού χρέους; Ας δούμε τι μπορεί ρεαλιστικά να γίνει, και σε ποιες δυνάμεις μπορεί να στηριχτεί.

Η καλύτερη αντιμετώπιση των επιδημιών απαιτεί καλά εξοπλισμένα κρεβάτια σε ΜΕΘ, ή ευέλικτους μηχανισμούς γρήγορης αναβάθμισής τους σε περίπτωση ανάγκης. Αλλά όχι μόνο, και ίσως ούτε καν κυρίως: η επιδημία πρέπει να αναχαιτιστεί προτού φτάσει στις ΜΕΘ. Αυτό συνεπάγεται μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων, σε συνδυασμό με ένα δίκτυο γιατρών και νοσηλευτών που παρακολουθεί την εξέλιξη της επιδημίας στο χώρο, εντοπίζει κρούσματα, και φιλτράρει εκείνα που χρειάζονται νοσηλεία, κρατώντας τα υπόλοιπα στο σπίτι.

Ένα τέτοιο δίκτυο προς το παρόν δεν υπάρχει. Όμως τα κυριότερα συστατικά του ναι. Το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ) έχει ήδη νομοθετηθεί. Η εμπειρία από το «Βοήθεια στο Σπίτι» δείχνει ότι μια ελαφριά και ευέλικτη δομή είναι ικανή να παρέχει υπηρεσίες υψηλής χρησιμότητας με χαμηλό κόστος. Διαθέτουμε χιλιάδες γιατρούς που υποαπασχολούνται στην Ελλάδα, και πολύ περισσότερους που έχουν μεταναστεύσει σε χώρες με προηγμένα συστήματα υγείας. Πολλοί θα έβρισκαν ελκυστική την προοπτική να στελεχώσουν μια καινούργια προσπάθεια και να αφήσουν έτσι το σημάδι τους. Θα είναι φορείς νέων γνώσεων, φρέσκων ιδεών, και μιας πιο απαιτητικής ηθικής της εργασίας.

Θα χρειαστούν πρόσθετοι πόροι; Προφανώς. Σε όλο τον κόσμο, η τραυματική εμπειρία του κορωνοϊού ωθεί τους πολίτες (και τους πολιτικούς) να επανεξετάσουν το πώς ιεραρχούν τις προτεραιότητές τους. Η αύξηση της δημόσιας δαπάνης για την υγεία έχει ήδη ανακοινωθεί σε πολλές χώρες. Αυτό σημαίνει καλύτερο εξοπλισμό, περισσότερες προσλήψεις, ικανοποιητικότερες αμοιβές. Η κοινή γνώμη θα το υποστηρίξει. Οι αναγκαίοι πόροι θα βρεθούν από εξοικονομήσεις (στις συντάξεις;), από φορολόγηση (του πλούτου;), ή από δανεισμό (με εγγύηση της ΕΕ;). Οι νέες δυνατότητες έχουν κινδύνους, και ενεργοποιούν αντιστάσεις, όμως ανοίγουν προοπτικές.

Είναι ουτοπικό να περιμένει κανείς από τη σημερινή κυβέρνηση να θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα θωράκισης της δημόσιας υγείας; Ίσως όχι και τόσο. Πριν από 40 χρόνια, μια άλλη κυβέρνηση του ίδιου κόμματος, με υπουργό υγείας έναν φωτισμένο αστό (τον Σπύρο Δοξιάδη), παρουσίασε ένα επεξεργασμένο σχέδιο για τη δημιουργία ενός «εθνικού συστήματος υγείας». Εκείνο το σχέδιο πολεμήθηκε από «φίλιες δυνάμεις» και έμεινε στα χαρτιά. Η θωράκιση της υγείας σήμερα θα δικαίωνε την προσπάθεια που έμεινε μετέωρη τότε.

1 Απριλίου 2020

Ξεφεύγοντας από την πεπατημένη

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Απρίλιος 2020).

Εάν η πανδημία του κορωνοϊού είναι μια δοκιμασία για όλους, εμείς δικαιούμαστε να αισθανόμαστε ικανοποίηση. Πολιτική ηγεσία, ειδικοί, επαγγελματίες υγείας και πολίτες αντέδρασαν στην απειλή με αποφασιστικότητα, υπευθυνότητα και ωριμότητα. Ένα από τα θύματα των τελευταίων εβδομάδων ήταν το γνωστό στερεότυπο περί Μεσογειακών λαών αθεράπευτα ατομιστών, παρορμητικών και αναξιόπιστων, ανήμπορων να αξιολογήσουν με ψυχραιμία τα προβλήματά τους, και να συνεργαστούν μεταξύ τους για να τα αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα. Το διέψευσαν οι γιατροί του Μπέργκαμο και της Μπρέσια, που δεν δίστασαν να διακόψουν την άνεση και την ασφάλεια της συνταξιοδότησης για να ριχτούν εθελοντές στη μάχη (και αρκετοί από αυτούς να αφήσουν την τελευταία τους πνοή δίπλα στους ασθενείς τους). Όπως έκαναν και οι συνάδελφοί τους στη Μαδρίτη, ή στην Αθήνα. Η πανδημία μας θύμισε κάτι που είχαμε ξεχάσει μέσα στο τοξικό κλίμα της τελευταίας δεκαετίας. Δεν είμαστε μόνο ικανοί για το χειρότερο. Παραμένουμε ικανοί για το καλύτερο. Ας το κρατήσουμε αυτό, θα μας χρησιμεύσει.

Όμως τώρα δεν είναι ώρα για εφησυχασμό. Όχι μόνο γιατί εάν ξεχυθούμε πρόωρα στις εξοχές και στις παραλίες θα μηδενίσουμε τις προσπάθειες και τις θυσίες των τελευταίων εβδομάδων. Αλλά και επειδή από την υπερηφάνεια στον εφησυχασμό, και από εκεί στην επόμενη καταστροφή, η απόσταση είναι μικρή. Αυτή δεν ήταν η διαδρομή που διανύσαμε υπνοβατώντας από το μαγικό 2004 στο ταπεινωτικό 2010 (τηρουμένων των αναλογιών);

Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για μια ανελέητη ματιά σε όσα μας κάνουν ευάλωτους σε δοκιμασίες σαν αυτή που περνάμε τώρα. Χωρίς αυταπάτες μεγαλείου, αλλά και χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας. Γιατί δεν χρειάζεται να είναι κανείς Κασσάνδρα για να διακινδυνεύσει την πρόβλεψη ότι έχουμε πλέον μπει σε μια ιστορική φάση μεγάλης αβεβαιότητας. Η Ελλάδα δεν πρόλαβε να συνέλθει από την οικονομική ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας και βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με μια νέα ύφεση, άγνωστων ακόμη διαστάσεων. Ελπίζουμε ότι, όταν περάσει και αυτή, η μοίρα θα μας χαρίσει μερικά χρόνια οικονομικής προόδου, κοινωνικής ειρήνης, και πολιτικής σταθερότητας. Αλλά για να συμβεί αυτό θα πρέπει – τώρα – να εντοπίσουμε τις ρωγμές στο οικοδόμημα, τις δομικές αδυναμίες που μας καθιστούν ευάλωτους στον επόμενο κλυδωνισμό. Και να προετοιμαστούμε.

Ένα παράδειγμα. Παρά τις εξαγγελίες (και κάποιες αξιόλογες επεξεργασίες) για την ανάγκη να περάσουμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, προς το παρόν είμαστε σταθερά προσκολλημένοι στο παλιό. Όμως αυτό το παλιό παραγωγικό μοντέλο, βασισμένο στον τουρισμό και στη ναυτιλία, κλάδους ευπαθείς, ευάλωτους στις διακυμάνσεις της γεωπολιτικής (και, όπως ανακαλύψαμε πρόσφατα, της επιδημιολογίας), συμβαίνει να είναι το περισσότερο εκτεθειμένο στην τωρινή ύφεση. Οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας εξαιτίας της καραντίνας σε 47 χώρες τοποθετούν την Ελλάδα στην 47η και τελευταία θέση (μείωση ΑΕΠ σχεδόν 35%, ανάλογα με τη διάρκεια του λουκέτου στη οικονομία). Άλλες μελέτες, όπως αυτή του Oxford Economics, εξηγούν ότι οικονομίες που εξειδικεύονται στις προσωπικές υπηρεσίες, με χαμηλή ικανότητα είσπραξης φόρων, μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχόλησης, και κενά στο σύστημα υγείας, είναι πιο ευάλωτες τόσο στην ίδια την πανδημία όσο και στις οικονομικές της συνέπειες. Σε παγκόσμια κλίμακα, τα θλιβερά πρωτεία σε αυτό το διαγωνισμό ευπάθειας κατέχουν αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα πλασάρεται στις πρώτες θέσεις.

Το θέμα είναι πώς μπορούμε ρεαλιστικά να θωρακίσουμε τη χώρα. Δύσκολα, είναι η γρήγορη απάντηση. Και οπωσδήποτε όχι ανώδυνα. Όμως, τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Εάν δεν τα καταφέρουμε, το μόνο που μας απομένει είναι να προσευχηθούμε ότι η επόμενη δοκιμασία θα φανεί το ίδιο επιεικής μαζί μας όσο μέχρι τώρα ο κορωνοϊός.

Ο λόγος που είναι δύσκολο να θωρακιστούμε απέναντι στην επόμενη δοκιμασία είναι ότι είμαστε όλοι δέσμιοι των εμπειριών μας, κοιτάζουμε το μέλλον με τους φακούς του παρελθόντος, οι προηγούμενες επιλογές μας δεσμεύουν τις επόμενες.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τις επιχειρήσεις, τους κλάδους της οικονομίας, τα κοινωνικά συστήματα, τα μοντέλα ανάπτυξης. Είναι σαν σιδηρόδρομοι: κινούνται πάνω σε ράγες. Εάν κάποια στιγμή διαπιστώσουν ότι απαιτείται στροφή, αναγκάζονται να περιμένουν μέχρι τον επόμενο κόμβο, αλλιώς εκτροχιάζονται.

Για να περιγράψουν το φαινόμενο, οι ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο της «πεπατημένης» (path dependency). Σε κρίσιμες συγκυρίες, όταν η έκβαση μιας αναμέτρησης ή ενός διλήμματος είναι αβέβαιη, προς ποια μεριά θα γείρει η πλάστιγγα μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις μακροπρόθεσμα. Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι η παράδοξη επικράτηση του πληκτρολογίου «QWERTY», στους υπολογιστές που χρησιμοποιούμε σήμερα, και νωρίτερα στις γραφομηχανές. Πράγματι, το σύστημα QWERTY επικράτησε όχι επειδή ήταν καλύτερο, αλλά παρότι ήταν χειρότερο. Εναλλακτικά πληκτρολόγια που επέτρεπαν στους χρήστες να δακτυλογραφούν γρηγορότερα και με λιγότερα λάθη ήταν από καιρό διαθέσιμα. Το σύστημα «DSK» πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1932, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να εκτοπίσει το QWERTY, αν και υπερείχε κατά κράτος (σύμφωνα και με τις μετρήσεις του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ). Παρότι υποδεέστερο, το σύστημα QWERTY επικράτησε επειδή προηγήθηκε, και έτσι ευνοήθηκε από τρεις παράγοντες: τεχνικές συνέργειες (σε αυτό βασίστηκε η τεχνολογία πληκτρολόγησης αφής της Remington), οικονομίες κλίμακος (το χαμηλό μέσο κόστος το προστάτευσε από τον ανταγωνισμό εναλλακτικών συστημάτων), και αναντιστρεψιμότητα (το κόστος εκμάθησης ενός καλύτερου συστήματος αποδείχθηκε απαγορευτικό για όσους είχαν επενδύσει στο σύστημα που επικρατούσε). Η επικράτηση του QWERTY, που έδειχνε εξαιρετικά αβέβαιη το 1873, ολοκληρώθηκε το 1984. Όταν η Apple ενσωμάτωσε στο μοντέλο IIC τη δυνατότητα του χρήστη να επιλέγει μεταξύ QWERTY και DSK, διαφημίζοντας μάλιστα το τελευταίο ως «20-40% ταχύτερο» από το πρώτο, διαπίστωσε ότι ελάχιστοι το υιοθετούσαν.

Το «κλείδωμα» υποδεέστερων ρυθμίσεων φαίνεται παράδοξο αλλά είναι στην πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένο. Σε πολλές κοινωνίες, η ισορροπία που επικρατεί στον ένα ή στον άλλο τομέα δημόσιας πολιτικής είναι ταυτόχρονα αντιπαραγωγική και εξαιρετικά σταθερή. Ας πάρουμε το επίκαιρο παράδειγμα του τομέα υγείας στις ΗΠΑ. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τους Ιδρυτικούς Πατέρες ή οποιουσδήποτε εχέφρονες ανθρώπους να σχεδιάζουν ένα σύστημα με τόσο δυσβάσταχτο κόστος για τις επιχειρήσεις και τόσο τρομακτικά κενά πρόσβασης για δεκάδες εκατομμύρια πολίτες. Όμως τα κοινωνικά συστήματα δεν σχεδιάζονται, τουλάχιστον όχι απόλυτα: μοιάζουν περισσότερο με ζωντανούς οργανισμούς, εξελίσσονται, καταλήγοντας συχνά πολύ διαφορετικά από ό,τι φαντάζονταν όσοι συνέβαλαν στη δημιουργία τους.

Το πρόβλημα με την πεπατημένη είναι ότι ενισχύει τις δυνάμεις που ωφελούνται από την διαιώνιση της σημερινής δομής, περιθωριοποιώντας όσες έχουν συμφέρον να υποστηρίξουν εναλλακτικές ρυθμίσεις (επωφελέστερες από τη σκοπιά του συλλογικού συμφέροντος). Στο παράδειγμα του τομέα υγείας των ΗΠΑ, μπορεί το σύστημα να είναι ελαττωματικό (οικονομικά ασύμφορο και κοινωνικά άδικο), αλλά τρέφει – αρκετά πλουσιοπάροχα – ένα οικοσύστημα επιχειρήσεων και επαγγελματιών που ανθίσταται με νύχια και με δόντια σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης, ακόμη και τις πιο δειλές. Κάπως έτσι ματαιώθηκε η μεταρρύθμιση Κλίντον στη δεκαετία του 1990, και τώρα υπονομεύεται η μεταρρύθμιση Ομπάμα.

Το παράδειγμα μας αφορά. Η χώρα μας έχει τον πιο «αμερικανικό» τομέα υγείας στην Ευρώπη. Με υποχώρηση της δημόσιας παροχής, ντε φάκτο ιδιωτικοποίηση της εξωνοσοκομειακής περίθαλψης (και των επικερδέστερων τμημάτων της νοσοκομειακής), σοβαρή οικονομική επιβάρυνση των ασθενών όταν χρειαστούν νοσηλεία, αδυναμία πολλών πολιτών να λάβουν τις υπηρεσίες υγείας που έχουν ανάγκη. Ένα σύστημα ανήμπορο να σχεδιάσει και να εφαρμόσει οποιαδήποτε πολιτική υγείας. Και που στον «πόλεμο» κατά του κορωνοϊού μοιάζει λιγότερο με οργανωμένο στρατό, ιεραρχικά οργανωμένο, με σαφείς γραμμές μεταβίβασης εντολών, και περισσότερο με ασκέρι οπλαρχηγών που αναγκάζονται να συμμαχήσουν ενώ εχθρεύονται ο ένας τον άλλον. Ο ηρωισμός και η αυτοθυσία δεν αρκούν. Εάν τελικά αποφύγουμε τη μοίρα της Ιταλίας ή της Ισπανίας θα είναι αποκλειστικά εξαιτίας της έγκαιρης λήψης μέτρων περιορισμού των μετακινήσεων. Στην επόμενη επιδημία ίσως να μην είμαστε τόσο τυχεροί.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα παραδείγματα. Παρά τη φιλοτιμία πολλών δασκάλων και καθηγητών που αγνόησαν τη γκρίνια των συνδικαλιστών για να διατηρήσουν ζωντανή την εκπαιδευτική διαδικασία, έστω και από απόσταση, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός των μαθητών λόγω επιδημίας διευρύνει τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Το χάσμα μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων σχολείων, μεταξύ οικογενειών υψηλού και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, και σε τελευταία ανάλυση μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι ήδη μεγάλο, και κινδυνεύει να μεγαλώσει και άλλο. Σε μια χώρα που διεθνώς υστερεί δραματικά στις δεξιότητες των μαθητών (βλ. στοιχεία PISA) και των ενηλίκων (βλ. στοιχεία PIAAC), η διεύρυνση του μορφωτικού χάσματος μας καθιστά ακόμη πιο ευάλωτους στην τεχνολογική μεταβολή, που επιταχύνει την ψηφιοποίηση της οικονομίας, αχρηστεύοντας παλιές συνήθειες και καθιερωμένες πρακτικές. Επί πλέον, η υστέρηση της εκπαίδευσης – και η χρόνια παραμέληση της έρευνας – υπονομεύουν τον εθνικό στόχο της αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου: χωρίς αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων (και των επιχειρηματιών), είμαστε καταδικασμένοι να πορευόμαστε με το παλιό μοντέλο, αυτό που μας εκθέτει σε κινδύνους.

Το ίδιο ισχύει με τους φορολογικούς κανόνες και τις ασφαλιστικές εισφορές. Η ευνοϊκή μεταχείριση της αυτοαπασχόλησης, και τα αντικίνητρα για την πρόσληψη μισθωτών (που ενισχύθηκαν και άλλο με την τελευταία ασφαλιστική μεταρρύθμιση της σημερινής κυβέρνησης), βαθαίνουν το «αόρατο ρήγμα»: δίνουν το φιλί της ζωής στο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης που μας οδήγησε στη χρεωκοπία του 2010, με ατομικές ή μικροσκοπικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται σε «μη εμπορεύσιμους» κλάδους, και παράγουν αγαθά και υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η χώρα φαίνεται να είναι εγκλωβισμένη σε μια ισορροπία εξόφθαλμα αντιπαραγωγική αλλά εξαιρετικά σταθερή. Η πεπατημένη αυξάνει την οικονομική και πολιτική ισχύ των κοινωνικών ομάδων τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετούνται από την προσκόλληση στις σημερινές (αντιπαραγωγικές) ρυθμίσεις. Αντιστρόφως, εμποδίζει την ανάδειξη υγιέστερων δυνάμεων, οι οποίες θα ωφελούνταν από ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης, και για αυτό θα το υποστήριζαν. Η κεκτημένη ταχύτητα δυσκολεύει την «αλλαγή παραδείγματος».

Συνεπώς; Το μέλλον μας είναι προκαθορισμένο από τις επιλογές του παρελθόντος; Τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε; (Αυτό φέρεται να ρώτησε αποκαρδιωμένος ένας Ιταλός περιφερειάρχης τους συγγραφείς του διάσημου βιβλίου που εξηγούσε ότι οι εμφανείς διαφορές στην οικονομική επίδοση και στην κοινωνική συμπεριφορά μεταξύ π.χ. Βένετο και Καλαβρίας ανάγονται στον Ύστερο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση.)

Ευτυχώς για όλους μας, τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο. Γράφουμε την ιστορία μας, αν και (όπως έλεγε και κάποιος) τη γράφουμε μέσα σε συνθήκες που δεν διαλέγουμε οι ίδιοι αλλά μας κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Οι προηγούμενες επιλογές μπορεί να περιορίζουν τις επόμενες, δεν τις προκαταλαμβάνουν όμως. Η έξοδος από την πεπατημένη είναι δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη. Οι κρίσεις επιταχύνουν τον ιστορικό χρόνο, εκθέτουν ανεπανόρθωτα τις επικρατούσες ρυθμίσεις αποκαλύπτοντας την χρεωκοπία τους, ωριμάζουν τις αλλαγές καθιστώντας αναπόφευκτο ό,τι μέχρι χθες φαινόταν ουτοπικό.

Αυτό δείχνει η ενδιαφέρουσα συζήτηση που έχει ανοίξει για τον κόσμο στον οποίο θα βρεθούμε όταν βγούμε από την απομόνωση. Πληθαίνουν οι φωνές, κάποιες μάλλον απρόσμενες, υπέρ ενός ριζικά ανανεωμένου κοινωνικού συμβολαίου, που να αξιοποιεί τον δυναμισμό της οικονομίας της αγοράς για το κοινό συμφέρον, προστατεύοντας τα συλλογικά αγαθά, και προσφέροντας προοπτικές σε όλους, ακόμη και στους πιο αδύναμους.

Έτσι, αν και η επέκταση της δημόσιας ασφάλισης υγείας στις ΗΠΑ απέχει ακόμη από το να θεωρείται πιθανή, η πανδημία του κορωνοϊού την έχει κάνει πολύ λιγότερο απίθανη. Θα ξέρουμε το Νοέμβριο.

Εν τω μεταξύ, η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε με συνοπτικές διαδικασίες να παραβιάσει το ταμπού του «Μαύρου Μηδέν», και να δεσμεύσει ιλιγγιώδη ποσά (πάνω από 1 τρις ευρώ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ) για την καταπολέμηση του κορωνοϊού και των οικονομικών του επιπτώσεων.

Αυτό μας φέρνει πίσω στο αρχικό ερώτημα: μπορούμε ρεαλιστικά να ξεφύγουμε από την πεπατημένη, για να θωρακίσουμε τη χώρα για τις δοκιμασίες που μας περιμένουν, σε έναν κόσμο όλο και πιο αβέβαιο; Και εάν ναι, πώς;