6 Μαΐου 2015

Η ώρα της εσωτερικής διαπραγμάτευσης

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 6 Μαΐου 2015).

Η στιγμή της συμφωνίας με τους θεσμούς φαίνεται πως είναι πλέον θέμα χρόνου. Θα πρόκειται σίγουρα για έναν επώδυνο συμβιβασμό καθώς θα συντρίψει τα τελευταία απομεινάρια των ανεδαφικών αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν τα χρόνια της κυριαρχίας του αριστερο-δεξιού εθνολαϊκισμού και εγκλώβισαν τον πολιτικό λόγο σε πλήρως μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις, οι συνέπειες των οποίων αντανακλώνται στη σημερινή δυσχερή μας θέση. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για άσκηση εύκολης κριτικής στην κυβέρνηση (αν και ο πειρασμός είναι δικαιολογημένος για όσους δέχτηκαν επιθέσεις και στιγματίστηκαν ως προδότες από τους ανέξοδα πλειοδοτούντες οπαδούς της «υπερήφανης διαπραγμάτευσης»), Αντίθετα, η κυβέρνηση θα έχει την ενεργό στήριξη όλων μόνο σε περίπτωση που έρθει σε κατηγορηματική ρήξη με την πολιτική ρήξης με τους εταίρους. Για να φτάσουμε όμως εκεί ο μόνος δρόμος είναι η συνέχιση και εμβάθυνση της κριτικής.

Ωστόσο, η (όποια) συμφωνία δεν συνιστά τη λύση του ελληνικού δράματος. Η χώρα μοιάζει να βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, θεσμικής κατάρρευσης και χαμηλών προσδοκιών, που απειλεί να την τροχοδρομήσει σε μια πολυετή περίοδο αναιμικής οικονομικής ανάπτυξης (και η οποία με τη σειρά της θα δυσχεραίνει τη δημοσιονομική προσαρμογή, θα μεγαλώνει την απόσταση από τους ευρωπαίους εταίρους μας και θα ανατροφοδοτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια). Γίνεται πλέον εμφανές πως το αντιμνημόνιο όχι μόνο δεν συνιστά προοδευτική πολιτική, αλλά δεν συνιστά καν πολιτική.

Προκειμένου να διαρρήξει κάποιος τον αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο της παρακμής απαιτείται μία συνολική «αλλαγή παραδείγματος» που θα διατρέχει κάθε τομέα της πολιτικής και οικονομικής ζωής και θα λειτουργήσει αφυπνιστικά για τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, οι οποίες παρά τη σημαντική φθορά που υπέστησαν στα χρόνια της κρίσης (αλλά και πρωτύτερα) παραμένουν ακόμη υπολογίσιμες.

* Στην οικονομία με την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα προσδώσουν δυναμισμό στην παραγωγική διαδικασία στηρίζοντας αποτελεσματικά την υγιή επιχειρηματικότητα και τον παραγωγικό δημόσιο τομέα. Και τον αναπροσανατολισμό της δημόσιας χρηματοδότησης σε εκείνους τους τομείς/κλάδους της παραγωγής που παρουσιάζουν υψηλή προστιθέμενη αξία και ενσωματώνουν καινοτομία.

* Στην κοινωνική πολιτική με την απόρριψη του συντεχνιακού και κρατικίστικου μοντέλου παροχής «πρόωρων συντάξεων και άλλων επιδομάτων, τα οποία τις περισσότερες φορές κατανέμονται σ’ όσους συνδέονται με την εξουσία και όχι στους ασθενέστερους. Αντιθέτως η κοινωνική πολιτική οφείλει πρώτιστα να στηρίζεται σ’ ένα κράτος παροχής υπηρεσιών με προτεραιότητα στα παιδιά και στους νέους, μοχλό ανάπτυξης για την κοινωνία και την οικονομία και όχι δίχτυ προστασίας.

* Στη θεσμική συγκρότηση του κράτους με τη βελτίωση των όρων της «καλής διακυβέρνησης» (λογοδοσία, διαφάνεια, κ.α.), της ποιότητας της δημοκρατίας (χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, πλαίσιο λειτουργίας των ΜΜΕ, ενίσχυση του ρόλου της κοινωνίας των πολιτών, διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία, αλλά και διαχωρισμό της κυβέρνησης από τα κυβερνώντα κόμματα).

Αναπόφευκτα λοιπόν, έπειτα από την ολοκλήρωση της εξωτερικής διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς (που- ας προετοιμαζόμαστε- θα περιλαμβάνει ακόμη ένα πρόγραμμα στήριξης) πλησιάζει, με καθυστέρηση χρόνων, η ώρα της εσωτερικής διαπραγμάτευσης με τους πολίτες. Για τη συμφωνία σε ένα εθνικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης, σε μία δέσμη συνεκτικών ριζοσπαστικών παρεμβάσεων η «ιδιοκτησία» των οποίων θα μας ανήκει, χωρίς την συνήθη καταγγελία και απόρριψη που συνοδεύει τα εξωτερικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων.

Είναι προφανές ότι η έκταση των αναγκαίων αλλαγών υπερβαίνει τις δυνατότητες αλλά και συχνά τη θέληση των υφιστάμενων πολιτικών δυνάμεων. Προϋποθέτει τη σύγκρουση με κατεστημένες νοοτροπίες και οργανωμένες πρακτικές. Απαιτεί ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις και νέες πολιτικές ισορροπίες που στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δεν φαίνεται να διαμορφώνονται.

Σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται απόλυτα καθοριστικός ο ρόλος των σοσιαλδημοκρατικών, δημοκρατικών αριστερών και φιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η μεταξύ τους συνεννόηση στη βάση μιας προγραμματικής σύγκλισης και με στόχο τη συγκρότηση ενός εκλογικού συνασπισμού για την Ελλάδα στην Ευρώπη της επόμενης μέρας. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

5 Απριλίου 2015

Η ιστορία θα τους κρίνει αυστηρά

Συνέντευξη στην Αγγελική Σπανού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Free Sunday» (Κυριακή 5 Απριλίου 2015)

Για ποιο λόγο βρίσκεστε στην Καλιφόρνια;

Βρίσκομαι στις ΗΠΑ από τα μέσα του περασμένου Σεπτεμβρίου, ως υπότροφος του ιδρύματος Fulbright, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μου άδειας από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου ήμουν επισκέπτης στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Harvard. Από τότε και μετά, στο Κέντρο Δίκαιης Ανάπτυξης του Berkeley.

Σας λείπει η πατρίδα;

Η πατρίδα, όχι. Οι πολλοί αγαπημένοι μου άνθρωποι που ζουν εκεί, ναι.

Βλέποντας την ελληνική κατάσταση από την απόσταση που υποβάλλει η φυσική απομάκρυνση, σε τι συμπέρασμα καταλήγετε για την πορεία μας;

Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι ότι βρισκόμαστε επικίνδυνα κοντά, όχι απλώς σε μια καταστροφική εξέλιξη (όπως θα ήταν η έξοδος από τη ζώνη του ευρώ και ενδεχομένως και από την ΕΕ), αλλά σε μια πορεία παρακμής που θα κρατήσει δεκαετίες, ίσως αιώνες. Η ιστορία είναι γεμάτη από χώρες που ήκμασαν, και μετά παρήκμασαν επειδή δεν μπόρεσαν να βρουν τον βηματισμό τους σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η Ελλάδα έχει ήδη περάσει από αυτή τη φάση. Η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δικαίως μας κάνει περήφανους, αλλά πολύ συχνά μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο με παραμορφωτικούς φακούς. Δεν πρόκειται να πάμε πολύ μακριά «τρώγοντας από τα έτοιμα», ως ραντιέρηδες περασμένων μεγαλείων, θεωρώντας ότι όλοι οι υπόλοιποι μας οφείλουν. Ήδη το ότι στα πρώτα 150 χρόνια της μοντέρνας ιστορίας μας ξεφύγαμε από την υπανάπτυξη, την πολιτική αστάθεια, τις αδελφοκτόνες συγκρούσεις, και πήραμε κάρτα μέλους ενός από τα πιο exclusive club του κόσμου (της ΕΟΚ/ΕΕ) είναι ένα θαύμα που πραγματοποιήθηκε με την επιμονή και τη σκληρή δουλειά πολιτικών ηγετών που έβλεπαν μακριά, και ευρωπαίων φίλων μας που ήταν διατεθειμένοι να μας στηρίξουν. Το ότι εξέχουσες προσωπικότητες της σημερινής κυβέρνησης περιφρονούν αυτό το μνημειώδες ιστορικό επίτευγμα μου προξενεί κατάπληξη (και τρομερή ανησυχία). Θα έπρεπε να αναλογιστούν ότι τέτοια θαύματα δεν συμβαίνουν συχνά.

Γράψατε ότι η ρήξη με την ΕΕ αυτή τη φορά μπορεί να είναι και οριστική. Το φοβάστε ή το βλέπετε να έρχεται;

Δεν ξέρω αν η οριστική ρήξη είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο. Αλλά βλέπω τις πιθανότητες να αυξάνονται επικίνδυνα. Ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα αμείλικτο δίλημμα. Ή να επιμείνουν στις ονειροφαντασίες ότι υπάρχει για την Ελλάδα ένας άλλος, καλύτερος δρόμος, εκτός Ευρώπης. Ή να παραδεχθούν – πρώτα πρώτα στους εαυτούς τους – ότι η εμπρηστική ρητορική των τελευταίων 5 ετών, αυτή η ίδια που τους έφερε στην εξουσία, βασίστηκε ουσιαστικά σε μια θεμελιωδώς εσφαλμένη ανάγνωση της ελληνικής κρίσης. Ότι τα προβλήματά μας δεν άρχισαν το 2010 αλλά πολύ νωρίτερα, όταν τέθηκαν τα θεμέλια του δημοσιονομικού εκτροχιασμού του 2009. Ότι η κυβέρνηση Καραμανλή, με τα στελέχη της οποίας η σημερινή κυβέρνηση διατηρεί τόσο τρυφερή σχέση, ήταν – μέχρι στιγμής – η καταστροφικότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης (με τις ευλογίες της αντιπολίτευσης που ζητούσε ακόμη περισσότερους διορισμούς στο Δημόσιο, ακόμη μεγαλύτερες αποζημιώσεις στους αγρότες,  ακόμη χαμηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, ακόμη χαμηλότερους φόρους). Ότι η κυβέρνηση ΓΑΠ έχει τεράστιες ευθύνες (κυρίως επειδή δεν θέλησε και δεν μπόρεσε να αναμετρηθεί με την άλωση του κράτους, που εξασφάλισε την τριακονταετή κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ, και που μετά έφερε την αναπόφευκτη πτώση του), αλλά ότι η υπογραφή του μνημονίου ήταν αναγκαστική. Και να χαράξουν, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους μας, ένα σχέδιο επανεκκίνησης της οικονομίας, αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής και επαναφοράς της πολιτικής σταθερότητας. Εάν κάνουν αυτή την δεύτερη επιλογή, οι σημερινοί πολιτικοί τους αντίπαλοι – ιδίως από τον προοδευτικό χώρο – θα πρέπει να είναι έτοιμοι να τους συγχωρήσουν τη δηλητηρίαση του πολιτικού κλίματος (και τις προσβολές) των τελευταίων χρόνων, και να συμβάλουν στην επιστροφή στην ομαλότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι η προσγείωση στην πραγματικότητα απαιτεί γενναιότητα. Το να παραδεχθείς ότι όσα έλεγες ήταν ασυναρτησίες (εκλογικά πολύ επικερδείς ασυναρτησίες), δεν είναι εύκολο. Εκεί εντοπίζεται ο μεγάλος κίνδυνος. Είμαι φανερό ότι πολλά στελέχη της σημερινής κυβέρνησης δυσκολεύονται να λύσουν δημιουργικά αυτή την ασυμβατότητα μεταξύ της πραγματικότητας και των αντιλήψεών τους. Προτιμούν λοιπόν να συνεχίσουν να φαντασιώνονται ηρωϊκές ρήξεις, πιστεύοντας ότι έτσι θα είναι συνεπείς με τους εαυτούς τους και τους ψηφοφόρους τους. Πλανώνται πλάνην οικτρά. Αρκετοί (από ιδιοτέλεια ή από ανοησία) θα τους χειροκροτήσουν. Όμως η ιστορία θα τους κρίνει με απέραντη αυστηρότητα.

Τι μας συμβαίνει; Γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να βγούμε από τον λάκκο στον οποίο πέσαμε;

Νομίζω ότι είμαστε παγιδευμένοι σε μια απόλυτα αντιπαραγωγική αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σταθερή ισορροπία. Από τη μια, σε στιγμές ειλικρίνειας, οι περισσότεροι από εμάς (εκτός από τους εντελώς ψεκασμένους) παραδεχόμαστε τα τόσα και τόσα στραβά που υπάρχουν στον τόπο μας, από το πώς λειτουργούν τα σχολεία και τα νοσοκομεία μας μέχρι τη διάχυτη διαφθορά στο κράτος και την αγορά. Μόνοι μας τα κάναμε όλα αυτά, είτε απευθείας, είτε μέσω εκπροσώπων: των πολιτικών που ψηφίζαμε, και που ψηφίζουμε ακόμη. Από την άλλη, φοβόμαστε τις αλλαγές, προτιμάμε να ρίχνουμε το φταίξιμο σε άλλους, δεν θέλουμε να ξεβολευτούμε, δεν πιστεύουμε ότι η θυσία μέρους «των κεκτημένων» μας μπορεί να φέρει ένα καλύτερο μέλλον για εμάς τους ίδιους και τα παιδιά μας.

Ούτε ο φόβος για το μέλλον και τις αλλαγές ούτε η βαθιά ριζωμένη δυσπιστία αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Και σίγουρα δεν θα αλλάξουν ποτέ, εάν πρώτα οι πολίτες δεν δουν μια αξιόπιστη πολιτική πρόταση, ένα ρεαλιστικό σχέδιο σαν αυτό που περιγράφω παραπάνω, με στόχο την επανεκκίνηση της οικονομίας, την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής και την επαναφορά της πολιτικής σταθερότητας, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους μας.

Υπάρχει τρόπος να αναστραφεί η δυναμική που έχει διαμορφωθεί;

Ναι, αλλά δεν είναι εύκολος. Επί 5 χρόνια η πλειοψηφία της κοινής γνώμης απέρριψε την επώδυνη αυτογνωσία (προϋπόθεση για να μπορέσουμε να λύσουμε τα προβλήματά μας), προτιμώντας αντίθετα να επιβραβεύσει όσους υπόσχονταν φύκια και μεταξωτές κορδέλες. Τώρα μας δίνεται μια νέα ευκαιρία να κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ο εύκολος δρόμος που μας υποσχέθηκαν («σκίζουμε τη μνημόνιο και συνεχίζουμε όπως πριν») είναι απατηλός, και οδηγεί σε αδιέξοδο. Και ότι εάν δεν το πάρουμε απόφαση να λύσουμε τα χρόνια προβλήματά μας (επειδή πρέπει, όχι επειδή μας υποχρεώνουν άλλοι), δεν υπάρχει σωτηρία.

Γιατί οι δυνάμεις που θέλουν τον εκσυγχρονισμό και τον ουσιαστικό εξευρωπαϊσμό δεν μπορούν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους;

Γιατί είναι λίγες και αδύναμες. Οι φυσικοί υπερασπιστές του εκσυγχρονισμού και του εξευρωπαϊσμού είναι οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλδημοκράτες και οι δημοκράτες αριστεροί. Τα στηρίγματά τους στην οικονομία και στην κοινωνία είναι οι δυναμικές επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, καθώς και οι μετριοπαθείς συνδικαλιστικές οργανώσεις που υπερασπίζονται το μερίδιο των εργαζομένων στους καρπούς της ανάπτυξης χωρίς να υπονομεύουν την ίδια την ανάπτυξη. Στη σημερινή Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες επιχειρήσεις και οργανώσεις.

Αυτό όμως είναι η μισή μόνο αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι φιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες και δημοκράτες αριστεροί δεν κατάφεραν να αλλάξουν τα κόμματα στα οποία πολιτεύτηκαν, ούτε να αφήσουν το αποτύπωμά τους στις εξελίξεις, και έτσι αναπόφευκτα απογοήτευσαν όσους πίστεψαν σε αυτούς.

Έχετε ασχοληθεί πολύ με το ζήτημα της φτώχειας. Με τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε η κυβέρνηση για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης να αισιοδοξούμε ότι θα υπάρξουν αποτελέσματα;

Τα μέχρι τώρα μέτρα είναι πίσω όχι μόνο από τις κοινωνικές ανάγκες, ούτε απλώς από τις προεκλογικές εξαγγελίες, αλλά πίσω ακόμη και από τα μέτρα που επίμονα ζητούσε η τρόικα εξαρχής, και (απρόθυμα) τελικά άρχισε να εφαρμόζει η προηγούμενη κυβέρνηση. Εάν κάτι μας δείχνει αυτό, είναι ότι και για τη σημερινή κυβέρνηση, παρά τη ρητορεία περί ανθρωπιστικής κρίσης, προτεραιότητα εξακολουθούν να έχουν οι πελάτες του πολιτικού συστήματος: δικαστές, στρατιωτικοί, φαρμακοποιοί, απολυμένοι Δημοσίου, υπάλληλοι ΔΕΚΟ και λοιποί αναξιοπαθούντες. Οι φτωχοί και οι άνεργοι έρχονται πολύ μετά. Συνεπώς, με την αντιμετώπιση των δικών τους αναγκών δεν ασχολείται στα σοβαρά κανένας υπουργός.

29 Μαρτίου 2015

Η ρήξη μπορεί αυτή τη φορά να είναι οριστική


Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Κυριακή 29 Μαρτίου 2015)


Εάν κρίνω από όσα βλέπω, και από όσα γράφουν άνθρωποι που εκτιμώ, ο κύβος έχει πλέον ριφθεί. Η ρήξη με τους Ευρωπαίους εταίρους μας φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη. Η ευρωπαϊκή βοήθεια στην Ελλάδα, η οποία στην αρχή δόθηκε κυρίως από ίδιο συμφέρον (δηλ. για να σωθούν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες που τόσο βλακωδώς μας είχαν δανείσει τόσο πολύ χρήμα τόσο εύκολα), και μετά συνέχισε να μας προσφέρεται λίγο από κεκτημένη ταχύτητα, λίγο από σύνεση, λίγο από αλληλεγγύη, φαίνεται όλο και περισσότερο άσκοπη στα μάτια των Ευρωπαίων πολιτικών και των ψηφοφόρων τους.

Ακόμη και εάν η ρήξη δεν συμβεί τη Δευτέρα (ακόμη δηλ. και εάν δοθεί και άλλος χρόνος στην ελληνική κυβέρνηση μήπως σοβαρευτεί), μπορεί να συμβεί κάποια επόμενη φορά. Ούτως ή άλλως, το γυαλί έχει σπάσει, και ο χρόνος που μας προσφέρεται σπαταλάται από την κυβέρνηση, που εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν. Όσο για την αντιπολίτευση, δείχνει να παρακολουθεί τις εξελίξεις ζαλισμένη, παγιδευμένη στις αντιφάσεις της ή και στις δικές της τεράστιες ευθύνες, ανήμπορη να επηρεάσει την πορεία των πραγμάτων, να σταματήσει την πορεία προς την καταστροφή, να εκπροσωπήσει όσους ανάμεσά μας θέλουν να ζουν σε ένα κράτος δικαίου, με δυναμική οικονομία και κοινωνική προστασία. Με δυο λόγια: σε μια χώρα ευρωπαϊκή.

Ζούμε λοιπόν τη σημαντικότερη κρίση στις σχέσεις μας με την Ευρώπη από τη συμφωνία σύνδεσης του 1961 (μετά φυσικά από την παρένθεση της δικτατορίας). Η ρήξη που τόσο χαρωπά προαναγγέλλεται από φανατικούς ιδεολόγους και «αγανακτισμένους οικονομολόγους» μπορεί αυτή τη φορά να είναι οριστική. Οι μαθητευόμενοι μάγοι με τη μεγαλοαστική ανατροφή που φαντασιώνονται ηρωισμούς και εμφυλίους που «δυστυχώς» δεν πρόλαβαν να ζήσουν, αλλά με back up έτοιμες δουλειές (και καταθέσεις) στο εξωτερικό, δεν πρόκειται να πάνε χαμένοι. Ο κόσμος είναι γεμάτος από ημιανισόρροπους με κάποια ιδιωτική θεωρία συνωμοσίας, και από αφελείς πρόθυμους να τους ακούν.

Το θέμα είναι τι θα γίνει με τους υπόλοιπους. Κάποιοι από εμάς, οπωσδήποτε οι πιο νέοι, οι πιο ταλαντούχοι, οι πιο ριψοκίνδυνοι, θα πάρουν τον δρόμο της μετανάστευσης, συνεχίζοντας μια ένδοξη εθνική παράδοση (αυτή ναι) με μεγάλο ιστορικό βάθος. Ας τους ευχηθούμε καλή τύχη, και να μας ξανάρθουν: θα τους έχουμε ανάγκη.

Όσο για τους ασύγκριτα περισσότερους, εκείνους που θα μείνουν στην Ελλάδα, ας προετοιμαστούν καλά. Και ας φροντίσουν να μην είναι άνεργοι, να μην είναι φτωχοί, να μην ηλικιωμένοι, και να μην έχουν ανάγκη από φάρμακα.

14 Μαρτίου 2015

The trouble with SYRIZA

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο «openDemocracy» (Σάββατο 14 Μαρτίου 2015). Το κείμενο βασίζεται σε ομιλία στην ημερίδα με τίτλο «The Political Consequence of the Eurozone Crisis in the Debtor States», στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard (Τρίτη 3 Μαρτίου 2015).


The topic of my talk is so bitterly contested that I feel I should start with a confession – which is also a health warning: I am not that excited by the rise of SYRIZA. In fact, there are several things about it that absolutely terrify me. And I am saying this in spite of the fact that I consider myself ‘a man of the Left’, and even though I have always been highly critical of the parties that ruled the country in coalition or in competition with each other since 1974.

This is hardly the place nor the time to go very deeply into why and how a defeated minority of Greek progressives (to which I belong) have come to feel alienated from the current ascendance of the radical left, or into the reasons for so much ‘bad blood’ between radicals and moderates within the Left. I really cannot see how anyone in the audience can possibly want to know more about the fine details of this quarrel between Mensheviks and Bolsheviks.

On the contrary, I believe it is important to acknowledge that recent developments in Greece cannot be fully made sense of as a straightforward triumph of leftists over conservatives. A move along a Left/Right axis, in this case brought about by an appalling economic and social crisis, has certainly taken place. But cutting across that familiar cleavage, there lies a very different one, crystalized around attitudes to Europe (and the ‘West’), national identity, the role of the Orthodox Church and so on and so forth. These are partly overlapping, seldom articulated, yet highly divisive questions that are steeped in history – the history of the unresolved conflicts that have accompanied Greece’s perennial, often half-hearted, always incomplete efforts to be a modern country.

I am not a historian, so I won’t go much further into all this. But it seems to me that, over the longue durée, the latter cleavage is about as equally deep as the former, and under certain circumstances it may actually dominate. I would argue that this is crucial to understanding the ‘present conjuncture’ in Greece.

The other introductory statement I would also like to make at the outset is that in my talk today I will not dwell on the brighter side of the rise of SYRIZA: the revitalization of democracy; the punishment of incumbents for failing to deliver; the renewal of political elites; the return of hope in place of despondency; a restored sense that ordinary people can take control of their fate. Not because I do not consider this brighter side to exist, or to be relevant to our theme: it does, and it is – and in fact goes a long way towards explaining the engagement of so many younger Greeks, their elation with the election result, and even their apparent satisfaction with the way the new government has so far handled the negotiations with Greece's European partners. I will only leave these positive aspects aside because I find them obvious, and because I expect this audience to be sufficiently familiar with them to render much further discussion superfluous.

Let me then turn to the first question I have been asked to address: What is my overall assessment of how the economic crisis has altered the political landscape/ electoral dynamics in Greece?

The answer to that can only be “very profoundly”. The combined vote of conservatives and socialists was 5.3 million (76.4%) in the October 2009 general election. In January 2015, the two parties received between them a mere 2 million votes (32.4%). The socialist party PASOK was nearly wiped out, going from 3 million votes to below 300 thousand, and from 44% to 4.7%. On the contrary, SYRIZA grew exponentially, from 4.6% to 36.3%.

What is the secret of SYRIZA’s success? Here answers diverge, depending on one’s reading of the situation. My one view is that the party flourished because it adopted a deliberately nationalist-populist strategy: one enemy (the Troika of foreign creditors and their domestic servants), one solution (end austerity by repealing the bailout agreement with a single act of parliament on day one). This simple message has enabled the party to tap into a vast reservoir of wounded pride. To some extent, that such a reservoir was created, and became vast, is rather understandable: it really is humiliating for any sovereign country to have the details of government policy dictated by unelected middle-ranking officials in Brussels, Frankfurt or Washington D.C. But in the case of Greece wounded pride went much further. To a very great extent, it resulted from a sort of cognitive dissonance: the incongruence between (i) the painful reality of near bankruptcy, and (ii) long-held, widely-shared beliefs about Greece’s proper place in the world (“cradle of civilization”, “birthplace of democracy” and all that).

Exploiting ‘the politics of resentment’ turned out to be a resounding success for SYRIZA. But it was achieved at a price. The social coalition assembled at grassroots level blended left-wing anti-imperialists with right-wing nationalists. The two groups suddenly discovered they were fighting on the same side, against the same enemies. The visual symbol of this new brotherhood became plain for all to see in the summer of 2011, during the protracted occupation of Athens’ Constitution Square by a multitude of ‘Indignados’: leftists waving red flags in the ‘lower square’ coexisted happily with nationalists (including neo-Nazis) waving Greek flags in the ‘upper square’, and occasionally joined forces to shout abuse at parliament (and mob the occasional MP). The political coalition emerging victorious from the recent general election mirrored that social coalition quite faithfully (minus the neo-Nazis of Golden Dawn).

Given the above, it should hardly come as a surprise that, on closer inspection, Greece’s ‘first Left government’ of young charismatic Alexis Tsipras is actually replete with reactionary/unsavoury personalities holding key cabinet portfolios. (Our new minister for defence, Panos Kammenos, is the rabidly nationalistic leader of Independent Greeks. Our new minister for foreign affairs, Nikos Kotzias, is the self-styled ideologue of the ‘patriotic Left’, whose latest book explains why Greece is a ‘debt colony’. Having emerged as the hardline instructor of the Communist Party of Greece in the 1980s, distinguishing himself as a staunch defender of martial law in Poland, he later reinvented himself as an apologist of Vladimir Putin[1].)

Now, some commentators at home and abroad have argued that one should not pay too much attention to such trivial details. All of this and more can be simply written off as an unfortunate necessity, to be archived under the label of political expediency. I am not so sure myself. The people of SYRIZA (leaders, rank-and-file, and voters) have in recent years grown fond of their anti-austerity allies, even when they are right-wing nationalists. This explains why the latest opinion polls show that as many as 70% of SYRIZA voters have a positive view of Kammenos. But there is plenty of other evidence, too, on the intellectual affinity between leftists and nationalists[2].

What is more, the last few years – and the January 2015 general election – have catapulted SYRIZA from backwater obscurity to the international limelight. Party leaders had long been accustomed to air their opinions with the license accorded to an irrelevant political force, by a public opinion inclined to lend an ear to conspiracy theories of all sorts. Now that these opinions are widely publicised the moment they are aired, the cultural identity of SYRIZA leaders and their allies is revealed for what it really is: a shallow, bitter, narrow, ugly ethnic nationalism, with racist overtones.

So, in the space of a single week, we have been officially informed that if Germany denies Greece a loan extension with no strings attached, Greece will retaliate by sending Third World migrants and jihadists to Germany (thus spoke minister of foreign affairs Kotzias); that if Germany fails to pay war reparations, Greece will confiscate German properties including the historic site of Goethe Institute (minister of justice Paraskevopoulos); that the ministry of defence will be involved in the history curriculum to ensure that Greek primary schools teach children a more extensive course in German WWII atrocities (minister of defence Kammenos and parliament chair Konstantopoulou); and that Poland’s sceptic attitude towards Greek demands in current bailout negotiations should not be surprising, given that the country had collaborated with Nazi Germany in WWII (coordination minister Flabouraris).

Summing up, to a great extent SYRIZA is a mutant Left: unfamiliar to western eyes (and hence poorly understood by many western observers), but all too terrifyingly familiar to those living in that unhappy corner of the world otherwise known as ‘the Balkans’. To stretch an analogy, the nationalistic left ruling Greece today is in many respects far more akin to the ethno-bolshevism of Slobodan Milošević than to Spain’s Podemos.

Now, it would be unfair to SYRIZA (and outright wrong) to claim that nationalistic, xenophobic, anti-western sentiments are confined to the current ruling coalition. As I have argued elsewhere, it goes far deeper than that. (It also incidentally explains why so many Greeks across the political spectrum are thrilled by the negotiating stance of the new government.) My point is rather that the recent election has been won not by “the Left” but by a broad nationalist-populist coalition, whose partners are not reluctant allies but comrades in arms.

Let me now briefly address the next question: How has the economic crisis been framed in the political arena (e.g. as emanating from internal vs. external causes)?

In Greece (as, I imagine, elsewhere), the soul-searching began as soon as the crisis erupted. Most people went into denial: ‘crisis, what crisis?’, ‘our fatherland has been betrayed’, ‘foreigners are trying to turn us into a colony’, ‘this is not our debt’, ‘can’t pay won’t pay’. Yanis Varoufakis himself famously suggested in 2011 that Greece bears as much responsibility for its woes as the State of Ohio had been responsible for the Great Depression in 1929. Hence, according to our current finance minister, the crisis was caused by the bailout agreement, rather the other way round.

Some (including myself) objected that a fiscal deficit of 15.4% (in 2009) and an external deficit of 14.9% (in 2008) suggested that something must have got seriously wrong with Greece’s political economy. For 12 long years preceding the bailout, GDP per capita had grown by almost 4% annually, resulting in a broadly shared improvement in living standards. At the same time, Greek firms continued to lose ground in international markets. In view of that, we argued that some austerity at least was inevitable. The task of domestic actors (including unions and the Left) should not be to resist it, but to make it as equitable as possible, fight corruption and clientelism, reform institutions, and renew the country’s growth model.

It must be clear by now that, while SYRIZA and its anti-austerity allies administered instant absolution (‘it’s not your fault’), the best we moderate progressives could offer was blood, sweat and tears. There was hardly a contest.

An added complication was that the austerity programme was implemented by the same conservative and socialist elites who had ruled Greece for 35 years, and therefore were most to blame for making a bailout necessary in the first place. Why should they fight corruption and clientelism, the secrets to their success? No reason at all. In fact, they didn’t.

A curious aspect of the anti-austerity narrative (‘the crisis was caused by the 2010 bailout’) was that it completely let off the hook the disastrous conservative rule of 2004-2009 (during which Greece’s twin deficits more than doubled). The anti-austerity bloc generally holds Kostas Karamanlis, then PM, in high esteem, while it treats with absolute contempt the hapless George Papandreou (whose arguably main fault was that he failed to see the hot potato that was handed to him until it was too late). This is part of the reason why Alexis Tsipras offered the post of President of the Republic to Prokopis Pavlopoulos, who as minister for home affairs under Karamanlis had authorised the creation of a staggering 865 thousand public sector jobs. (Later Pavlopoulos also reinvented himself as a fierce critic of austerity and the EU.)

Time is running out, so let me only make a brief comment on the last question. What are the implications of these developments for Europe as a whole?

In spite of everything I remain a European federalist, so it is my belief that the best way to relaunch the European project is to address its many imbalances, and explain to European citizens why a closer union is preferable to the status quo, and to no union.

What worries me is that the revival of the European project requires citizens who feel proud to be European as well as Greek, German etc. Instead, a key development of recent years is growing mutual incomprehension, at times verging on outright hostility, between Greeks and Germans (and other Europeans). It would have been nice if Greeks accepted responsibility for the disconnect between rising living standards and deteriorating economic performance pre-crisis, of which the fiscal deficit was only one manifestation. And it would also have been nice if other Europeans accepted that the Greek bailout was (at least partly) a bailout of German and French banks, who had been unwise enough to throw huge amounts of money into loans to Greeks (and other south Europeans). As we all know, none of this happened. Greeks went into denial, and Germans reverted to the moralistic finger-pointing which eventually proved so successful in paving the way for the rise of anti-establishment / anti-EU forces in Greece and elsewhere.

And this could well turn out to be the greatest political failure of all. 





[1] Sympathy towards the Soviet Union, and now Russia, runs deep and is especially strong among the far left and the far right. For a recent example, see the voting record of Greek MEPs at the European Parliament resolution of 23 October 2014, condemning the closing down of the Memorial NGO (Sakharov Prize 2009) in Russia. The resolution, calling on the Russian Government “to take concrete steps to address the deterioration of human rights, in particular by ceasing the campaign of harassment against civil-society organizations and activists”, had been sponsored by a broad coalition of political groups, including GUE-NGL. As it turned out, a vast majority of MEPs (529 or 85%) voted in favour. Only 57 (9%) voted against, while another 34 (5%) abstained. What was the voting record of the 21 Greek MEPs? Only 6 supported the resolution, 3 from the S&D group (out of 4), and 3 from EPP (out of 5). Independent Greeks voted against, together with the Communist Party and Golden Dawn deputies. As for the six SYRIZA MEPs, not one fell in line with their comrades in the GUE-NGL group: one voted against, three abstained, one failed to vote, another one was absent.

[2] See for instance the case of the notorious Rachil Makrì, until the recent general election an Independent Greek MP. Among her many antics stands out the recent vitriolic attack to Yannis Boutaris, mayor of Thessaloniki, for daring to wear the Star of David on the Day of the Shoa. (Almost 50,000 members of the city’s once-thriving Jewish community perished in the concentration camps.) “Shame on him!” shouted Ms Makrì on camera. None of this dissuaded Alexis Tsipras from signing her up on the SYRIZA list, nor the good citizens of Kozani, her constituency in northwest Greece, from sending her to Parliament with many more votes than before.

9 Μαρτίου 2015

Η αντιμετώπιση της «ανθρωπιστικής κρίσης» και άλλα παραμύθια ...

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015)

Το νέο επεισόδιο της δημοφιλούς σειράς «Λέμε και καμμιά σαχλαμάρα να περνάει ώρα», παραγωγής Μαξίμου, έχει ως θέμα τα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Πρόκειται δηλαδή εκτάκτως για συμπαραγωγή Μαξίμου-ΥπΟικ-ΥπΕργ.

Σύντομη περίληψη των προηγουμένων.

Μάρτιος 2012: Στην έκθεσή του για την αίτηση της ελληνικής κυβέρνησης για επέκταση του Μνημονίου, το ΔΝΤ μιλά για την ανάγκη θεσμοθέτησης ενιαίου προγράμματος ελάχιστου εισοδήματος «το οποίο θα λειτουργεί με εισοδηματικά κριτήρια και θα απευθύνεται στο χαμηλότερο 20% της κατανομής εισοδήματος (χρησιμοποιώντας αντικειμενικά κριτήρια για τον έλεγχο της φοροδιαφυγής και της απόκρυψης εισοδήματος)».

Ιούνιος 2012: Στο προεκλογικό του πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει «μέρος των πόρων του ΕΣΠΑ να διατεθεί για τη χρηματοδότηση ενός ειδικού προγράμματος καταπολέμησης της ακραίας φτώχειας, με τη θεσμοθέτηση ενός ελαχίστου εγγυημένου επιπέδου διαβίωσης».

Ιούνιος-Νοέμβριος 2012. Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (και ΔΗΜΑΡ, που προεκλογικώς είχε επίσης εξαγγείλει «σχεδιασμό και σταδιακή εφαρμογή του ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος μέχρι το τέλος του 2013») δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Ούτε να πιέζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η χώρα ασχολείται με πιο σοβαρά θέματα (όπως π.χ. με το επίδομα γάμου δημοσίων υπαλλήλων).

Νοέμβριος 2012. Το πακέτο μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής προβλέπει δαπάνη 20 εκατ. ευρώ για την πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε δύο περιοχές της χώρας από τον Ιανουάριο 2014. Άλλα 350 περίπου εκατ. ευρώ προβλέπεται να διατεθούν τη διετία 2013-2014 για το νέο ενιαίο επίδομα τέκνων, για το επίδομα ανεργίας αυτοαπασχολουμένων, και για την επέκταση του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας. Όπως γράφαμε αλλού, too little too late – αλλά τουλάχιστον έγινε μια αρχή.

Νοέμβριος 2012-Οκτώβριος 2014. Το αρμόδιο υπουργείο (εκτός από την ανάθεση μελετών σε «ημέτερους») δεν κάνει καμμιά απολύτως προετοιμασία για την πιλοτική εφαρμογή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιέζει για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η οποία κατά τα άλλα μαίνεται. Ο πανούργος υπολογισμός του Στρατούλη και των άλλων υπευθύνων (τρόπος του λέγειν) φαίνεται να είναι «Γιατί να καρπωθεί την επιτυχία ο Σαμαράς;». Ο οποίος Σαμαράς ασχολείται και αυτός με άλλα σοβαρότερα θέματα (βιάζεται να διώξει πρώτος την Τρόικα).

Οκτώβριος 2014. Απρόθυμα, μετά από μύριες παλινωδίες, χάρη στην πίεση της Τρόικας (κυρίως της ΕΕ), και με τεχνική βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζας (όπως συνηθίζεται στις αναπτυσσόμενες χώρες), ξεκινά επιτέλους η πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, σε 13 αντί για 2 περιοχές (να μην μείνουν παραπονεμένοι οι βουλευτές). Διά στόματος Στρατούλη, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει την κυβέρνηση που εφαρμόζει την προεκλογική πρότασή του: «Η τρόικα και η κυβέρνηση αδυνατούν να καταλάβουν ότι ο λαός και η νεολαία απαιτούν εργασία με αξιοπρεπείς μισθούς για όλους και, κυρίως, γενναίες κοινωνικές πολιτικές και όχι ψίχουλα κρατικής φιλανθρωπίας, για να αντιμετωπιστεί η ανθρωπιστική κρίση που προκάλεσαν οι ανθρωποκτόνες πολιτικές τους». Σπουδαία λόγια.

Ιανουάριος 2015. Ο πρώην μεγαλοσυνδικαλιστής του ΟΤΕ γίνεται υφυπουργός Εργασίας. Ενώ οι Τσίπρας και Βαρουφάκης, σε μια περήφανη επίδειξη αξιοπρέπειας, περιφέρονται στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με το χέρι απλωμένο για να μπορέσουμε επιτέλους να αντιμετωπίσουμε – τι άλλο; - την ανθρωπιστική κρίση, το υπουργείο αποφασίζει να σταματήσει την πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Λογικό. Να σκεφτούν λίγο οι άνθρωποι τι μέτρα θα πάρουν. «Δικαίωμα», που λέμε στην πόκα.

Φεβρουάριος 2015. Στο περίφημο email Βαρουφάκη προς το Eurogroup (23 Φεβρουαρίου 2015), «η ελληνική κυβέρνηση επιβεβαιώνει το σχέδιό της να αξιολογήσει το πιλοτικό πρόγραμμα για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα με στόχο την επέκτασή του σε πανελλαδική βάση». («Ποιο σχέδιο» θα μου πείτε, αλλά εκεί θα τα χαλάσουμε τώρα;)

Μάρτιος 2015. Κατατίθεται το νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση – ναι! – της ανθρωπιστικής κρίσης. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε άσχετες διατάξεις για διορισμούς «ημετέρων», διαβάζουμε επιτέλους τα φοβερά και τρομερά μέτρα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την επούλωση των πληγών του Μνημονίου.

Λοιπόν έχουμε και λέμε.

Δωρεάν ρεύμα έως 300Kw σε 150.000 νοικοκυριά που χρωστάνε στη ΔΕΗ.

Επίδομα ενοικίου από 70 έως 220 ευρώ για 30.000 νοικοκυριά (πληρωτέο κατευθείαν στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, ενδιαφέρον αυτό).

Επίδομα σίτισης για 300.000 νοικοκυριά (αξίας 100 ευρώ κατά Βαρουφάκη, από 70 έως 220 ευρώ κατά Φωτίου) μέσω κάρτας, αν ποτέ φτιαχτεί το σύστημα.

Συνολικό κόστος 200 εκατ. ευρώ.

«Wow!» που θα έλεγε και κάποιος. Αυτές είναι παροχές. Όχι τα ψίχουλα κρατικής φιλανθρωπίας των 400 ευρώ το μήνα ανά νοικοκυριό (ζευγάρι με δύο παιδιά) που έδινε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα της μισητής Τρόικας και της προσκυνημένης κυβέρνησης.

Για το ίδιο το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα κουβέντα. («Θα το σκεφτούμε, χαλαρά, μη μας πιέζετε τώρα.»)

Όσο για τα θύματα της ανθρωπιστικής κρίσης, όταν χορτάσουν αξιοπρέπεια, θα χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο που δεν φρόντισαν να βάλουν κι εκείνοι μέσο για να μπουν στη ΔΕΗ εγκαίρως ...

22 Φεβρουαρίου 2015

Πίσω στο 2010

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015)

Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, τα νέα από τις Βρυξέλλες δείχνουν ότι είμαστε ΟΚ για 4 μήνες.

Ίσως το διάστημα αυτό να φανεί αρκετό για να πειστεί το 40% που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ότι όχι - δεν είναι τα πάντα στη ζωή θέμα τσαμπουκά. Ότι οι Ευρωπαίοι - ακόμη και ο Dijsselbloem και ο Schäuble - είναι προτιμότεροι ως εταίροι μας από ό,τι ο Πούτιν ή οι Κινέζοι (ή οι Αζέροι). Ότι δεν γίνεται να φταίνε για όλα οι ξένοι. Ότι τα προβλήματά μας δεν ξεκίνησαν τον Μάιο του 2010. 'Οτι η ευθύνη των προηγουμένων κυβερνήσεων δεν είναι ότι υπέγραψαν τα μνημόνια, αλλά ότι άφησαν τα πράγματα να φτάσουν στη χρεωκοπία που έφερε τα μνημόνια. Και ότι στη συνέχεια δεν μπόρεσαν (ή μάλλον δεν θέλησαν) να αλλάξουν τα τόσα και τόσα στραβά αυτής της χώρας, ούτε να προστατεύσουν τους πιο αδύναμους. Ότι προτίμησαν να πορευθούν σαν να μη είχε συμβεί τίποτε, προστατεύοντας απλώς τις εκλογικές τους πελατείες: δικαστές, φαρμακοποιούς, αστυνομικούς, υπαλλήλους ΔΕΚΟ, αγρότες, και τις υπόλοιπες όχι και τόσο "ευπαθείς ομάδες".

Πίσω στο 2010 λοιπόν. Με τα ίδια ζητούμενα: δίκαιη λιτότητα (ή "λιτός βίος", δεν θα τα χαλάσουμε εκεί), συν μεταρρυθμίσεις παντού, μήπως καταφέρουμε να γίνει η Ελλάδα μια χώρα μοντέρνα, δημιουργική - με δυο λόγια, ευρωπαϊκή.

Ας ελπίσουμε ότι η νέα κυβέρνηση θα τα καταφέρει καλύτερα από τις προηγούμενες.

Θα μου επιτρέψετε να κρατήσω μερικές επιφυλάξεις, όμως. Οι περισσότεροι υπουργοί της νέας κυβέρνησης τη λέξη "μεταρρύθμιση" τη θυμούνται από την επίθεση του Λένιν στον Bernstein και στον Kautsky. Η Αναπληρώτρια Υπουργός που θα πρέπει τώρα να αυξήσει τα έσοδα είναι η μέχρι χθες πασιονάρια του κινήματος "Δεν πληρώνω". Ο Γενικός Γραμματέας Διοικητικής Μεταρρύθμισης (...) είναι ο συνδικαλιστής του 1 εκατομμυρίου εφάπαξ. Η αναγκαία επανεκκίνηση της εκπαίδευσης - να μην ξεχνάμε τις συστάσεις του ΟΟΣΑ! - προς το παρόν συνίσταται στην κατάργηση των προτύπων και στην επιστροφή των πανεπιστημίων στο 1982. Και τα μοναδικά μέχρι τώρα δείγματα αντιμετώπισης της "ανθρωπιστικής κρίσης" είναι η υπογραφή συλλογικής σύμβασης στη ΔΕΗ και η αναστολή της πιλοτικής εφαρμογής του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Εάν δεν ήταν για κλάματα, θα ήταν για γέλια.

29 Ιανουαρίου 2015

The Radical Left has won the Greek election. Now what?

Δημοσιεύτηκε στο «Berkeley Blog», διαδικτυακό τόπο σχολιασμού και ανάλυσης του Πανεπιστημίου Καλιφόρνιας στο Berkeley (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015)


The Greek people have spoken. The Radical Left Coalition SYRIZA of Alexis Tsipras has won the election with 36.3% of votes cast. Not exactly a landslide, but a clear victory over its main opponent, the conservative New Democracy (27.8%), senior partner in the outgoing government. And an impressive performance for a party whose share of the vote until five years ago was under 5%.
Under an electoral system of dubious rationality (not to say fairness), SYRIZA, with 149 MPs out of 300, has come within a whisker of winning an overall majority of seats in Parliament. The next government can count on the support of ‘Independent Greeks’, and secure a vote of confidence – at least for now.
So, what does this all mean, for Greece and for Europe?

Looking back in anger
SYRIZA’s meteoric rise to power is incomprehensible outside the context of the country’s 2009 debt crisis and 2010 bailout. The five years of misery that followed, with GDP shrinking by 24% and unemployment rising to 27%, transformed Greek politics beyond recognition. The sudden fall in living standards was a rude awakening from the euphoria of the previous decade, when the Greek economy grew faster than the EU average.
Moreover, the humiliation of having the details of government policy dictated by unelected officials in Brussels, Frankfurt or Washington DC, provoked a widespread sense of impotence and anger. SYRIZA deftly exploited popular feelings, becoming the leading force among anti-austerity forces, which included not only the communists and the extreme Left but also the nationalist Right, with the ‘external’ support of the neonazis of Golden Dawn.

Strange bedfellows
Inevitably, all this resulted in a fair degree of contamination.  ‘Independent Greeks’, the reactionary party of the xenophobic Right that emerged as SYRIZA’s main ally, has been rewarded for its loyalty to the anti-austerity cause with cabinet seats, with party leader Panos Kammenos at Defence. Even more alarmingly, Nikos Kotzias, an ex-communist (of the pro-Soviet anti-Gorbachev variety) who gradually reinvented himself as a strident nationalist (anti-western, pro-Putin), will be in charge of Foreign Affairs. Not surprisingly, the new government’s first move in Europe was to oppose EU sanctions against Russia over Ukraine.
The overlap between leftists and nationalists reached grotesque dimensions in the case of the notorious Rachil Makrì, ex-Independent Greek, now SYRIZA. Among her many antics, her recent vitriolic attack (“Shame on him!”) to Yannis Boutaris, mayor of Thessaloniki, for daring to wear the Star of David on the Day of the Shoa, a long-delayed gesture of honour to the memory of the almost 50,000 members of the city’s once thriving Jewish community who perished in the concentration camps. None of this prevented the good people of Kozani, in NW Greece, from sending her to Parliament on the SYRIZA list, with far more votes than any other candidate.

Deceptive narratives
Does this matter? It probably does. SYRIZA has framed Greece’s predicament over the last five years as a struggle for national liberation from the foreign yoke. It promised voters an easy and painless return to the good old days before the bailout. And delegitimized those who challenged that view as lackeys of Angela Merkel – including progressive commentators who had the temerity to point out that perhaps some austerity and a great deal of reform may be inevitable in an economy running a budget deficit at 15% of GDP, and a current account deficit at 16% of GDP, as Greece did in 2009. SYRIZA would have none of this: it interfered with the simple narrative (“We did so well until these bloody foreigners started to meddle in our affairs”) that proved so popular and eventually paved the party’s path to power.

Towards a debt deal?
It is in this frame of mind that the new PM and his ministers will meet their European (and German) counterparts in talks about the future of the ‘Greek programme’. In a certain sense, Greece may be closer to a successful resolution of its debt problem than ever before. The wave of sympathy to the country’s plight internationally is putting pressure on Germany and other creditors to accept a deal that will lighten the burden of debt on the Greek economy. The possible outlines of such a deal were sketched last week by celebrated economists Jeffrey Sachs in an article on ‘The Guardian’, and Nobel Laureates Joseph Stiglitz and Chris Pissarides, together with others, in a letter to ‘The Financial Times’. The deal would include a lower interest rate, an extended maturity, and a period of grace until the economy recovered.
To be sure, a large majority of German voters, and politicians, remain opposed to any debt relief for Greece, under the banner of Pacta sunt servanda. They resent what they see as ‘Greek blackmail’, and feel they can afford to call the Greeks’ bluff. After all, the 2010 bailout gave German banks the time they needed to reduce their exposure to Greek bonds, now mostly held by ‘institutional creditors’ such as the ECB. But the pressure is mounting. After all, as both Sachs and Stiglitz et al reminded readers, it was the 1953 debt relief of Germany that laid the groundwork for the country’s Wirtschaftswunder of the 1960s.
This is probably the best deal Greece can expect: some debt relief, plus fiscal space to engineer the recovery (and the new government’s social programme), in exchange of commitment to reform and balanced budgets, under a more benign international supervision regime.

U-turn if you want to!
Is this likely to happen? Not very. But it is not inconceivable that a watered-down version of such a deal might indeed be offered to the Greek government.
Will it be accepted? The question is less absurd than it seems. The fact is that SYRIZA negotiators will go to the talks with a mandate to demand comprehensive debt write-off and an end to austerity. The party is allergic to reforms: it has fought tooth and nail even the most innocuous of them, defending the ‘right’ of some workers to retire in their 50s on a handsome pension, or the ‘right’ of teachers not to be assessed for their performance (and not to be disciplined for not turning up at work at all).
The more sensible among SYRIZA negotiators probably recognise that their negotiating position is, to put it mildly, in urgent need of rethink. But their room for manoeuvre is limited. Their electorate and public opinion at home will expect no less. In the macho posturing of the last 5 years (and beyond), ‘compromise’ has become a dirty word. The very rhetoric that has made their political fortunes beyond their wildest expectations now risks painting them into a corner.

This is the situation we are in. On the one hand, a decisive U-turn on the part of SYRIZA would be difficult to sell to MPs, the rank and file, and the electorate. On the other hand, an ‘uncompromising’ stance would provide German ordoliberals the pretext they need to reject Greek claims outright, even at the cost of GREXIT. Watch this space.

27 Ιανουαρίου 2015

Syriza ha vinto. E adesso?

Δημοσιεύτηκε στον ιταλικό διαδικτυακό τόπο ανάλυσης της δημόσιας πολιτικής «lavoce.info» (Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015)

Dove nasce il successo di SYRIZA

Il popolo greco ha parlato: la coalizione della sinistra radicale Syriza ha vinto le elezioni con il 36,3 per cento dei voti. Non esattamente un trionfo schiacciante, ma una netta vittoria contro l’avversario principale, il partito conservatore Nuova Democrazia (27,8 per cento) alla guida del Governo uscente, e un’avanzata clamorosa per un partito che fino a cinque anni fa era sotto il 5 per cento. Grazie a un sistema elettorale poco razionale, se non addirittura ingiusto, Syriza, con 149 parlamentari su 300, è arrivata a un soffio dalla maggioranza assoluta, ma il prossimo Governo può contare sull’appoggio del partito Anel – Indipendenti greci. Cosa significa tutto ciò per la Grecia e per l’Europa? L’ascesa spettacolare di Syriza al potere è incomprensibile al di fuori del contesto della crisi di debito del 2009 e del salvataggio del 2010. I cinque anni di miseria che sono seguiti, con il Pil greco ridotto del 24 per cento e la disoccupazione al 27 per cento, e in crescita, hanno reso irriconoscibile il panorama politico greco. L’abbassamento improvviso degli standard di vita è stato un brusco risveglio dall’euforia del decennio precedente, quando l’economia greca cresceva più velocemente della media UE. Inoltre, l’umiliazione di dover sottoporre le azioni del governo all’approvazione dei burocrati non eletti di Bruxelles, Francoforte o Washington DC, ha provocato un diffuso senso di impotenza e di rabbia.

Syriza ha abilmente sfruttato i malumori popolari, diventando la forza principale tra tutti i partiti anti-austerità, che comprendono non solo i comunisti e l’estrema sinistra, ma anche la destra nazionalista appoggiata ‘esternamente’ dai neonazisti di Alba Dorata.

Gli alleati "impresentabili"

Inevitabilmente, tutto ciò finisce per portare a un buon grado di contaminazione. Gli Indipendenti greci, nazionalisti “soft” e normalmente classificabili come destra reazionaria e xenofoba, sono diventati i principali alleati di Syriza. Ora, la loro lealtà alla causa sta per essere ricambiata: Secondo le prime notizie, il loro leader diventerà ministro, probabilmente della Difesa, mentre altri esponenti saranno vicemiministri (tra cui uno a fantomatici Affari religiosi). La sovrapposizione tra sinistra e nazionalisti ha raggiunto dimensioni grottesche nel caso di Rachil Makrì, ex Indipendenti greci, ora Syriza. Tra le sue varie buffonate, merita di essere citato l’attacco al vetriolo (‘Vergognati!’) al sindaco di Salonicco, Yannis Butaris, per aver indossato la stella di Davide nel giorno della Shoah, in memoria dei 50mila membri della fiorente comunità ebraica della città che persero la vita nei campi di concentramento, un gesto arrivato con 70 anni di ritardo. Un attacco che tuttavia non ha impedito ai buoni cittadini di Kozani, nella Grecia nordoccidentale, di eleggerla con più voti di qualsiasi altro candidato.

Il problema di una narrazione semplicistica della crisi

Ha importanza tutto questo? Probabilmente sì.

La sinistra radicale ha grossolanamente reinterpretato la crisi degli ultimi cinque anni, facendola passare per una lotta di liberazione nazionale dal giogo straniero. Ha promesso agli elettori un ritorno facile e indolore ai bei vecchi tempi di prima del salvataggio. Ha delegittimato chi non condivide questa opinione come lacché di Fmi e Angela Merkel. Ha riservato gli attacchi più violenti ai commentatori progressisti che hanno osato sottolineare che forse un po’ di austerità e un bel po’ di riforme erano inevitabili per un paese con un rapporto Deficit/Pil del 15 per cento e un’economia con un disavanzo verso l’estero del 16 per cento del Pil, come la Grecia aveva nel 2009.

Per Syriza tutto ciò è un’eresia: interferisce con la narrazione semplicistica (“andava tutto così bene fino a quando questi stranieri maledetti non hanno cominciato a immischiarsi nei nostri affari”) e così popolare da spianare la strada al partito verso il potere. È con questo stato d’animo che il nuovo premier e i suoi ministri incontreranno i loro colleghi europei (e tedeschi) per discutere del futuro del ‘programma greco’.

In un certo senso, la Grecia potrebbe essere vicina come non mai a una soluzione del problema del debito. L’ondata di simpatia internazionale per la condizione critica del paese preme sulla Germania e sugli altri creditori perché accettino un accordo che riduca il peso del debito sull’economia greca. Le possibili linee guida dell’accordo sono state abbozzate la settimana scorsa dal celebre economista Jeffrey Sachs in un articolo sul Guardian, e dai premi Nobel Joseph Stiglitz e Chris Pissarides, insieme ad altri, in una lettera al Financial Times. L’accordo includerebbe un interesse più basso, un allungamento delle scadenze e un periodo di grazia fino a quando l’economia non si riprenderà.

In realtà, una grande maggioranza degli elettori e dei politici tedeschi rimangono contrari a qualsiasi riduzione del debito greco, all’insegna del motto pacta sunt servanda. Sono infastiditi da quello che percepiscono come un ‘ricatto greco’ e sentono che possono permettersi di scoprire le carte. Dopotutto, il salvataggio del 2010 ha dato il tempo alle banche tedesche di ridurre la loro esposizione al debito greco, ora per la maggior parte in mano a investitori istituzionali come la Bce. Ma la pressione aumenta. In fin dei conti, come hanno fatto notare in molti, compresi Sachs e Stinglitz, è stata la riduzione del debito tedesco nel 1953 a mettere le basi per il Wirtschaftswunder del paese negli anni Sessanta.

Questo è probabilmente il miglior accordo che la Grecia può aspettarsi: una riduzione del debito, più un certo spazio fiscale per aiutare la ripresa (e per finanziare il programma sociale del nuovo Governo), in cambio di nuove riforme e bilanci in pareggio, sotto una forma di supervisione internazionale meno dura. È probabile che accadrà? Non molto. Ma non è impensabile che una versione diluita di un simile accordo potrebbe essere offerta al Governo greco.

Verrebbe accettata? È una domanda meno assurda di quanto sembra. Il fatto è che i rappresentanti di Syriza andranno ai negoziati col mandato massimalista di pretendere una larga riduzione del debito e la fine dell’austerità. Poi, il partito è allergico alle riforme: ha combattuto aspramente anche contro quelle più innocue, difendendo il ‘diritto’ di certi lavoratori ad andare in pensione al di sotto dei 60 anni con una lauta pensione, il ‘diritto’ degli insegnanti a non essere valutati per la loro performance e a non essere sottoposti a misure disciplinari se non vanno a lavorare. I più sensibili tra i rappresentanti di Syriza probabilmente riconoscono che la loro posizione nei negoziati è, a dir poco, da ripensare. Ma il loro spazio di manovra è limitato: gli elettori e l’opinione pubblica non accetterebbero niente di meno. Nell’atteggiamento “macho” degli ultimi cinque anni (e oltre) la parola ‘compromesso’ è diventata un insulto. La stessa retorica che ha fatto la fortuna politica di Syriza oltre le più rosee aspettative, ora rischia di metterli con le spalle al muro.

Questa è la situazione in cui si trova la Grecia. Da una parte, una voltafaccia di Syriza sarebbe difficile da vendere ai parlamentari, ai membri del partito e all’elettorato. Dall’altra, una sua posizione ‘intransigente’ fornirebbe ai tedeschi ordo-liberali il pretesto per rifiutare in toto le richieste greche. Anche a costo dell’uscita della Grecia dall’euro.

24 Ιανουαρίου 2015

Διλήμματα της κάλπης

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015)

Οι φτωχοί και ο προστάτης τους

Στο πρόσφατο σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη στην «Καθημερινή», τρεις παπάδες συζητάνε την αγιοποίηση του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ.

«Είναι προστάτης της Εκκλησίας, φύλακας των φτωχών, έχει εκατομμύρια πιστούς, βλέπει οράματα, κάνει θαύματα ...» λέει ο ένας.

«Παναγιώτατε να τον αγιοποιήσουμε!» λέει ο άλλος.

Για την προσέγγιση Εκκλησίας-ΣΥΡΙΖΑ δεν έχω να πω τίποτε (ό,τι και να πω θα είναι λίγο). Ένα σύντομο σχόλιο μόνο για το «φύλακας των φτωχών».

Εάν μας έχει δείξει κάτι η εμπειρία των τελευταίων 5 χρόνων είναι ότι η αντιμετώπιση της φτώχειας δεν γίνεται με τα λόγια, ούτε με επίδειξη φιλευσπλαχνίας (από τέτοια χορτάσαμε). Για να είναι αποτελεσματική, προϋποθέτει αποφασιστική αναδιανομή της κοινωνικής δαπάνης. Ακόμη και εν μέσω κρίσης, ξοδεύουμε υπερβολικά για παροχές που αυξάνουν αντί να μειώνουν τις ανισότητες. Οι συντάξεις 50ρηδων (και 40ρηδων) και οι σπατάλες στην υγεία είναι τα πιο χτυπητά παραδείγματα – αλλά υπάρχουν πολλά άλλα.

Προϋποθέτει επίσης γενναία ενίσχυση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, με εισοδηματικές ενισχύσεις και πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες. Πουθενά αλλού στην Ευρώπη δεν μένει το 90% των ανέργων χωρίς επίδομα, πουθενά αλλού δεν απουσιάζει κάποιο συστηματικό πρόγραμμα στήριξης των φτωχών, σε τοπικό επίπεδο έστω. Εδώ εντοπίζεται η απόκλιση μας από τον ευρωπαϊκό κανόνα, όχι στο συνολικό ύψος της κοινωνικής δαπάνης.

Τι έχει να πει για αυτά ο «φύλακας των φτωχών»; Όχι πολλά. Τον εξορθολογισμό στο ασφαλιστικό και στην υγεία τον πολεμά εδώ και χρόνια, με μεγάλη συνέπεια και κάποιες επιτυχίες (όπως το 2001 με τις προτάσεις Γιαννίτση). Αυτές τις επιτυχίες πληρώνουμε τώρα.

«Εντάξει, αλλά αυτά που λέει για την ανακούφιση της ανθρωπιστικής κρίσης είναι σωστά, έτσι δεν είναι;» θα πει κάποιος. Δεν θέλω να κάνω τον δύσπιστο, αλλά η στάση του ΣΥΡΙΖΑ στις (λίγες, ανεπαρκείς) προσπάθειες αντιμετώπισης της φτώχειας τα χρόνια της κρίσης δεν εμπνέει πολλή εμπιστοσύνη. «Κανένα παιδί χωρίς ένα πιάτο φαγητό» – αλλά τότε γιατί δεν στηρίζει το Δήμο της Αθήνας, που χωρίς πολλά ταρατατζούμ (και χωρίς πολλά χρήματα) καταφέρνει να μοιράζει 1.500+ γεύματα κάθε μέρα στα σχολεία των υποβαθμισμένων συνοικιών; Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ήταν προεκλογική εξαγγελία του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 – αλλά τότε γιατί το συκοφάντησε όταν η κυβέρνηση (απρόθυμα, μετά από μύριες παλινωδίες, χάρη στην πίεση της ΕΕ) το θεσμοθέτησε το 2014;

Τα ερωτήματα είναι ρητορικά. Όλοι ξέρουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πολέμησε κάθε προσπάθεια ανακούφισης της φτώχειας επειδή στην πραγματικότητα η ανακούφιση της φτώχειας τον ενδιαφέρει λιγότερο από ό,τι η αναρρίχηση στην εξουσία. ΟΚ, αυτά έχει η (κακή) πολιτική. Αλλά «προστάτης των φτωχών»; Ας μην υπερβάλλουμε.

Φυσικά, η σημαντικότερη προϋπόθεση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φτώχειας δεν αφορά καν την στενώς εννοούμενη κοινωνική πολιτική. Με 25% ανεργία, οποιοδήποτε σύστημα κοινωνικής προστασίας θα δυσκολευόταν να αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή, πόσω μάλλον το δικό μας (που υπερασπίζεται και ο ΣΥΡΙΖΑ). Η αύξηση της απασχόλησης είναι το μεγάλο ζητούμενο. Πώς θα γίνει αυτό; Δεν ξέρουμε, αφού το θέμα δεν προσφέρεται για ρητορείες. Οι ξαναζεσταμένες κονσέρβες ομιλιών  του Ανδρέα Παπανδρέου που εκφωνεί ο επίδοξος πρωθυπουργός δεν είναι πολύ διαφωτιστικές σε αυτό το σημείο.

Αλλά και τα λίγα που ξέρουμε δεν είναι καθόλου καθησυχαστικά. Η Ελλάδα δεν είναι Μπανανία (όχι ακόμη τουλάχιστον). Ακόμη και αν μια μελλοντική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ (λέμε τώρα) δήμευε εντελώς την περιουσία του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού και μοίραζε τα χρήματα στο «99% που λεηλατήθηκε από το Μνημόνιο», δεν θα τους έφταναν ούτε για να πληρώσουν τον τελευταίο λογαριασμό του ρεύματος. Αυτά είναι καλά για να χαϊδεύουν τα αυτιά, όπως δίδαξε – πάλι – ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν κολάκευε τους μη προνομιούχους. Αλλά ως κυβερνητική πολιτική δεν βοηθάνε και πολύ.

Το κάδρο της ασυναρτησίας συμπληρώνεται από το υποτιθέμενο δυνατό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ: τη «σκληρή διαπραγμάτευση», που οι προηγούμενοι δεν τόλμησαν επειδή δεν ήταν αρκετά Έλληνες, ή αρκετά άντρες. Έχουν γραφτεί πολλά για αυτό το θέμα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η ιδέα μιας λελογισμένης χαλάρωσης της πολιτικής λιτότητας και μιας ευνοϊκότερης ρύθμισης του χρέους της Ελλάδας αρχίζει να ωριμάζει στην Ευρώπη. Υπό τον όρο βέβαια ότι παραμένουμε σε πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Διαφορετικά, μας περιμένει η διεθνής περιθωριοποίηση.

Αφήνω τους αναγνώστες να αναλογιστούν πόσο αντίξοο για την ελληνική οικονομία θα ήταν το περιβάλλον που θα διαμορφωνόταν μετά από μια τέτοια εξέλιξη. Σε ποια ύψη θα έφτανε η ανεργία. Και τι θα έλεγαν τότε οι φτωχοί για τον «προστάτη» τους.

Η λάθος εθνική ομοψυχία

Με αυτά και με αυτά, δεν είναι να απορεί κανείς που οι ίδιες δημοσκοπήσεις που δίνουν προβάδισμα στον ΣΥΡΙΖΑ, μας ενημερώνουν επίσης ότι το εκλογικό σώμα δεν θεωρεί τον αρχηγό του καταλληλότερο για πρωθυπουργό, ούτε πιστεύει ότι θα κάνει όσα υπόσχεται. Αυτό που νοιάζει τους ψηφοφόρους είναι να τιμωρήσουν αυτούς που μας κυβέρνησαν.

Αμφιβάλλω ότι θα νοσταλγήσει κανείς τη σημερινή κυβέρνηση. Το δίδυμο Σαμαράς-Βενιζέλος δεν φαίνεται να διδάχθηκε τίποτε από την πρόσφατη κρίση. (Ούτε, για να είμαστε δίκαιοι, το προηγούμενο τρίδυμο Σαμαράς-Βενιζέλος-Κουβέλης.) Λυσσαλέα αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις, υπεράσπιση των πελατών (όχι των αδυνάτων), διορισμοί ημετέρων. Και εθνικοφροσύνη, ανωτερότητα της φυλής, πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Με τέτοια μυαλά, του 19ου αιώνα, ψάχνουμε να βρούμε το βηματισμό μας στον 21ο αιώνα. Για όλα αυτά, και άλλα πολλά, η σημερινή κυβέρνηση δεν αξίζει να επανεκλεγεί. Τελεία.

Αλλά μισό λεπτό. Για αυτά θέλουν να τιμωρήσουν οι ψηφοφόροι τις «μνημονιακές κυβερνήσεις»; Όχι βέβαια. Τα ίδια πάνω-κάτω πιστεύει ο μισός ΣΥΡΙΖΑ (και βάλε), και όλος ο Καμμένος.

Πιστεύω ότι τα μέχρι πρότινος κυβερνητικά κόμματα αξίζουν όντως την τιμωρία που φαίνεται ότι τους επιφυλάσσουν οι κάλπες της Κυριακής – αλλά για τους αντίθετους λόγους από αυτούς που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ. Όχι επειδή εφάρμοσαν το Μνημόνιο. Αλλά επειδή υπερασπίστηκαν μέχρι τέλους όλες εκείνες τις παθογένειες που μας έσπρωξαν στη χρεωκοπία.

Τις ίδιες δηλαδή παθογένειες που υποστήριξε – και υποστηρίζει ακόμη – το «αντιμνημονιακό μπλοκ».

Και τώρα, τι κάνουμε;

Με μια τέτοια κυβέρνηση και μια τέτοια αντιπολίτευση (που για να της πάρει τη θέση παίζει τα ρέστα της, και μαζί με αυτά και τα δικά μας), δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί έχει πέσει τόσο πολύ το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όσοι από εμάς ονειρεύτηκαν μια Ελλάδα σύγχρονη και ανοιχτή, χώρα προόδου και δημιουργίας, σήμερα κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς εκπροσώπηση.



Οι θλιβερές παλινωδίες και το άδοξο τέλος της ΔΗΜΑΡ, η συνεχιζόμενη αφασία του ΠΑΣΟΚ, και οι ανεπάρκειες των φιλελεύθερων κινήσεων, δεν αφήνουν πολλές εναλλακτικές επιλογές. Όσες επιφυλάξεις και αν έχει κανείς για το Ποτάμι, η ενίσχυσή του σήμερα είναι η μόνη ευκαιρία που προσφέρεται για την επιβίωση του φιλευρωπαϊκού, μετριοπαθούς και προοδευτικού ρεύματος στην ελληνική πολιτική. Ας μην την χάσουμε.

29 Δεκεμβρίου 2014

Κρίση, ανάκαμψη, και Άγιος Βασίλης

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014)

Η χρονιά που πέρασε ίσως αποδειχθεί σημαδιακή. Το εθνικό εισόδημα, μετά από μια πτώση της τάξης του 24% (χωρίς ιστορικό προηγούμενο με εξαίρεση τη Μεγάλη Ύφεση του 1929-1932 στις ΗΠΑ), σταμάτησε να μειώνεται και μπορεί φέτος να σημειώσει ελαφρά άνοδο. Η ανεργία, αφού έφτασε το 28% το φθινόπωρο του 2013, φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί γύρω στο 26%. Ίσως λοιπόν τα χειρότερα να είναι πίσω μας. Εξ άλλου, όλες οι κρίσεις κάποτε τελειώνουν, μερικές φορές από καθαρή εξάντληση.

Ίσως όμως και όχι. Οι εισοδηματικές ανισότητες έχουν επιδεινωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν συνέβη επειδή οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι (για τα περισσότερα μέλη των εύπορων στρωμάτων ισχύει το αντίθετο), αλλά επειδή οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι. Για τα χαμηλά εισοδήματα, το σύστημα κοινωνικής προστασίας απέτυχε να μετριάσει τις συνέπειες της ανεργίας, των περικοπών των αποδοχών (ή της μείωσης των εσόδων για τους ελεύθερους επαγγελματίες). Πράγματι, το ελληνικό κράτος πρόνοιας, πανάκριβο και αναποτελεσματικό πριν την κρίση, έχει γίνει στο μεταξύ λιγότερο ακριβό και – παρά κάποιες βελτιώσεις – περισσότερο αναποτελεσματικό. Στο μεταξύ, ένα «νέο κοινωνικό ζήτημα» έχει κάνει την εμφάνισή του. Ένας μεγάλος αριθμός ανέργων, συχνά με οικογένεια και παιδιά, έχει πλέον μείνει χωρίς κανένα επίδομα, και χωρίς βιβλιάριο ασθένειας.

Σαν να μην ήταν αρκούντως ανησυχητικά όλα αυτά, φαίνεται ότι θα δυσκολευτούμε να απαλλαγούμε από τη βαριά κληρονομιά που αφήνει πίσω της η κρίση. Οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις κάνουν λόγο για αργή ανάκαμψη, με την ανεργία να παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα για τα επόμενα χρόνια. Με αυτά τα δεδομένα, κινδυνεύουμε να μπούμε σε έναν οδυνηρό φαύλο κύκλο, όπου οι κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης υπονομεύουν την πολιτική σταθερότητα, η πολιτική αστάθεια απειλεί τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης, η αναιμική ανάπτυξη – ή, ακόμη χειρότερα, μια νέα βουτιά της οικονομίας – παράγει και άλλη ανεργία και φτώχεια, συνεπώς μια νέα φάση πολιτικής αναταραχής κ.ο.κ.

Το ερώτημα είναι: μπορούμε να βγούμε από έναν τέτοιο φαύλο κύκλο; και αν ναι, πώς;

Ομολογώ ότι δεν πιστεύω στο «Θεό της Ελλάδας», ούτε μου φαίνεται τόσο καλή ιδέα να εμπιστευόμαστε το μέλλον μας σε αυτόν. Ίσως είναι προτιμότερο να ζητήσουμε ένα δώρο από τον Άγιο Βασίλη – αν και, μετά, θα πρέπει και εμείς να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πιάσει τόπο.

Το δώρο που θα ζητούσα λοιπόν από τον Άγιο Βασίλη για λογαριασμό της χώρας μου είναι να βάλει το χέρι του να δημιουργηθούν κάθε χρόνο (επί 10+ χρόνια) 100.000 θέσεις εργασίας. Και μάλιστα όχι οποιεσδήποτε: καλές δουλειές, με αξιοπρεπείς μισθούς, σε ένα περιβάλλον συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού – για ανθρώπους που έχουν όρεξη να δουλέψουν, όχι να οχυρωθούν πίσω από την ασφάλεια μιας σύμβασης.

Πώς θα γίνει αυτό; Μπορώ να σας πω πώς δεν θα γίνει. Η ανεργία δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να αντιμετωπιστεί με μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο. Όχι ότι δεν υπάρχουν ανάγκες και εκεί. Υπάρχουν – αλλά μπορούν και πρέπει να καλυφθούν από εσωτερικές μετακινήσεις, με τη μεταφορά θέσεων εργασίας από οργανισμούς χωρίς αντικείμενο σε επιλεγμένους τομείς του Δημοσίου (όπως είναι η φροντίδα ηλικιωμένων ή οι παιδικοί σταθμοί). Η δημιουργία άχρηστων θέσεων εργασίας (που αναπόφευκτα θα καλυφθούν κυρίως από όσους έχουν τις καλύτερες διασυνδέσεις με την όποια εξουσία) δεν είναι η λύση που θα μας βγάλει από την κρίση, είναι ένα από τα προβλήματα που μας οδήγησαν σε αυτήν.

Ούτε πρόκειται να βελτιωθούν οι αποδοχές των εργαζομένων επειδή απλώς κάποια κυβέρνηση θα αποφασίσει να ανακοινώσει αυξήσεις. (Εάν ήταν έτσι, θα το είχαν σκεφτεί όλες οι άλλες κυβερνήσεις.) Για να αυξηθούν οι μισθοί ταυτόχρονα με την απασχόληση θα πρέπει προηγουμένως να συμβούν δύο πράγματα. Πρώτον, θα πρέπει να βελτιωθούν οι εργασιακές σχέσεις στον επιχειρηματικό τομέα – δηλ. να αποκατασταθεί ένα κλίμα διαλόγου και εμπιστοσύνης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας. Και δεύτερον, θα πρέπει η οικονομία να μπει σε μια σταθερή διαδρομή διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Για αυτό, η μόνη μας ελπίδα είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν σε χιλιάδες επιχειρήσεις να ανθίσουν, να είναι κερδοφόρες, να παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες που οι καταναλωτές (ει δυνατόν στις διεθνείς αγορές) να θέλουν να αγοράσουν, να δημιουργούν θέσεις εργασίας, να σέβονται τους εργαζόμενους, να πληρώνουν καλούς μισθούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα θα το λύσει μόνη της η αγορά. Αντίθετα, η ανάδειξη ενός ισχυρού επιχειρηματικού τομέα, με εξαγωγικό προσανατολισμό, όπου η αύξηση της κερδοφορίας δεν θα είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων καλών θέσεων εργασίας τα επόμενα χρόνια, προϋποθέτει μεταρρυθμίσεις παντού. Για τη σύνδεση της έρευνας και της εκπαίδευσης με την παραγωγή. Για την εξάλειψη των μονοπωλίων στις αγορές προϊόντων. Για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Για την τραπεζική πίστη. Για τη φορολογία. Για τη δημόσια διοίκηση. Καθώς και για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής, που δεν προσβάλλουν απλώς την απαίτηση για ισονομία, αλλά καθηλώνουν επίσης την οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις.

Όλα αυτά δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη – και, φυσικά, δεν γίνονται καθόλου εάν κινούμαστε σε λάθος κατεύθυνση. Εν τω μεταξύ, θα πρέπει κάπως να αντιμετωπίσουμε το «νέο κοινωνικό ζήτημα» στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Αυτό είναι το δεύτερο δώρο που θα ζητούσα από τον Άγιο Βασίλη. Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με στόχο τη δημόσια εγγύηση μιας ελάχιστης δέσμης εισοδηματικών ενισχύσεων και κοινωνικών υπηρεσιών. Με ουσιώδη περίθαλψη, παιδική φροντίδα, σχολικά γεύματα, βασικές συντάξεις, ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, στήριξη εισοδήματος των ανέργων. Πράγμα που απαιτεί αλλαγή προτεραιοτήτων. Όχι στην πρόωρη συνταξιοδότηση των μητέρων ανηλίκων. Ναι σε θέσεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για όλα τα μικρά παιδιά. Λιγότερες συντάξεις (με καλύτερη περίθαλψη), περισσότερη βοήθεια στις οικογένειες με παιδιά, στις εργαζόμενες μητέρες, στους νέους άνεργους.

Δεν θέλω να καταχραστώ την καλοσύνη του Άγιου Βασίλη, για αυτό δεν θα του ζητήσω το μεγαλύτερο δώρο που έχουμε ανάγκη. Να αφήσουμε στην άκρη τα μίζερα πράγματα για τα οποία συνήθως μιλάμε όλοι μας – οι πολιτικοί, τα μέσα ενημέρωσης, η κοινή γνώμη. Και να αρχίσουμε να συζητάμε για το πιο σημαντικό από όλα: το πώς δηλ. θα γίνει η Ελλάδα ένας τόπος προκοπής και δημιουργίας, όπου νέοι άνθρωποι με ιδέες και όρεξη για σκληρή δουλειά να μπορούν να πάνε μπροστά, ακόμη και όταν δεν έχουν οικογενειακή περιουσία ή «τις κατάλληλες γνωριμίες». Και ταυτόχρονα, πώς θα γίνει μια γαλήνια χώρα, όπου πολίτες με αντίθετες ιδέες να μπορούν να συμβιώνουν ειρηνικά, παρά τις διαφορές τους.