3 Μαρτίου 2016

Ανισότητες και μεταρρυθμίσεις

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016).

Από την εποχή του γάλλου στοχαστή Αλέξις ντε Τοκβίλ έχουν επισημανθεί οι κοινωνικές επιπτώσεις των ανισοτήτων. Οι ανισότητες υπονομεύουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ισότητα των συνθηκών που προάγει το αναγκαίο «δημόσιο πνεύμα». Σήμερα, γνωρίζουμε επιπρόσθετα την αρνητική συσχέτιση ανισοτήτων και οικονομικής ανάπτυξης- οι οικονομικές ανισότητες επιβραδύνουν τις επιδόσεις μιας οικονομίας, ενισχύουν την χρηματοπιστωτική αστάθεια, ενώ αδυνατίζουν την κοινωνική υποστήριξη σε πολιτικές φιλελευθεροποίησης του εξωτερικού εμπορίου. Οι ανισότητες όμως επιδρούν και στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Έτσι, έχει παρατηρηθεί ότι η αυξημένη οικονομική και κοινωνική ανισότητα συσχετίζονται με αυξημένη δυσπιστία του κοινωνικού σώματος για τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές. 

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Ακόμη και στις εποχές της απρόσκοπτης οικονομικής μεγέθυνσης ο εγχώριος δείκτης Gini (δείκτης που μετρά την ανισοκατανομή εισοδήματος) ήταν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι καταγεγραμμένες ανισότητες δεν υπήρξαν αποτέλεσμα απορρύθμισης των αγορών της (αν και οι αγορές συχνά διευρύνουν τις ανισότητες), αλλά περισσότερο συνέπεια θεσμοθετημένων διακρίσεων που ευνοούσαν ένα πλήθος ομάδων και κοινωνικών κατηγοριών, οι οποίες λειτουργούσαν προσοδοθηρικά χάριν της αυξημένης διαπραγματευτικής ισχύος που απολάμβαναν στο πολιτικό παίγνιο.

Η σφοδρή οικονομική κρίση δεν διόρθωσε την κατάσταση. Αντίθετα, στη μακρά περίοδο της επώδυνης δημοσιονομικής προσαρμογής, ο επιμερισμός του κόστους στις διάφορες κοινωνικές ομάδες υπήρξε ανισοβαρής και κοινωνικά άδικος, αντανακλώντας τις προτεραιότητες του πελατειακού κράτους και την επικυριαρχία των ειδικών συμφερόντων. Οι «εντός των τειχών» κοινωνικές ομάδες προστατεύτηκαν συγκριτικά με τους υπολοίπους. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή συγκεκριμένων ομάδων διεύρυνε τις ανισότητες σε σχέση με όσους συνέχισαν σε δύσκολες συνθήκες να τηρούν τις υποχρεώσεις τους. Και το αναποτελεσματικό σύστημα κοινωνικής προστασίας παγίωσε τις ανισότητες δημιουργώντας ένα νέο κοινωνικό ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος εφαρμογής των Μνημονίων τα προηγούμενα χρόνια παραβίαζε την (κατά τον Ρωλς θεμελιώδη για την ακριβοδικία) αρχή της διαφοράς, σύμφωνα με την οποία οι θεσμοί πρέπει να συναρθρώνονται κατά τρόπο που οι ανισότητες να λειτουργούν υπέρ των ασθενέστερων πολιτών. Αυτή η ανισοκατανομή των βαρών της προσαρμογής υποσκάπτει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς αλλά και ανάμεσά τους, αυξάνει την πολιτική αβεβαιότητα, ενθαρρύνει τον «πόλεμο φθοράς» ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και τελικά αποτρέπει την εφαρμογή των προωθούμενων αλλαγών.   

Η πρόσφατη εμπλοκή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης αποτελεί ακόμη ένα  επιφαινόμενο των εμπεδωμένων κοινωνικών ανισοτήτων. Πίσω από τις δυναμικές και ταυτόχρονα υποκριτικές αντιδράσεις διαφόρων επαγγελματικών ομάδων κρύβεται περισσότερο η σπουδή τους να διατηρήσουν τις ευνοϊκές ρυθμίσεις που απολάμβαναν μέχρι σήμερα (πχ. ορισμένες κατηγορίες αγροτών και ελεύθερων επαγγελματιών) παρά η δίκαιη κριτική ενός νομοσχεδίου που αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό τις προηγούμενες στρεβλώσεις μεταφέροντας το κόστος στις νεότερες γενιές ασφαλισμένων.

Τελικά και παρά την αμείλικτη πραγματικότητα των αριθμών, το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι στενά λογιστικό, αλλά κύρια πολιτικό ζήτημα. Αφορά στην ικανότητα του πολιτικού μας συστήματος να αποκαταστήσει την αρχή της αμοιβαιότητας στις σχέσεις των πολιτών, να οικοδομήσει τις απαιτούμενες κοινωνικές συναινέσεις για τις βέλτιστες μεταρρυθμίσεις και τελικά να θέσει τις βάσεις για την υπέρβαση του σημερινού αδιεξόδου. Άραγε ποιές πολιτικές δυνάμεις θα αρθρώσουν μεταρρυθμιστικό λόγο με άξονα τις υφιστάμενες ανισότητες;

1 Μαρτίου 2016

«Γράμματα από την Αμερική»

Εισαγωγή στο βιβλίο μου «Γράμματα από την Αμερική» (εκδόσεις Κριτική, Μάρτιος 2016).

Το βιβλίο αυτό προέκυψε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Μια ωραία μέρα του Σεπτεμβρίου 2014 έλαβα μήνυμα από τον Ηλία Κανέλλη, εκδότη του Books Journal: ρωτούσε αν θα με ενδιέφερε να γράψω κάποιο κείμενο για το επόμενο τεύχος του περιοδικού. Συνήθως δέχομαι αμέσως τέτοιου είδους προτάσεις. Αυτή τη φορά δίστασα.

Είχα μόλις φτάσει στη Βοστώνη, όπου επρόκειτο να περάσω το πρώτο μέρος της επτάμηνης επίσκεψής μου στις ΗΠΑ. Μετά από 4 χρόνια έντονης ανάμειξης στη δημόσια συζήτηση και στην ενεργό πολιτική της εποχής των Μνημονίων, αισθανόμουν την ανάγκη να αποστασιοποιηθώ – ή, μάλλον, να ξαναδώ τη θλιβερή ιστορία της ελληνικής κρίσης πιο «επιστημονικά»: με πιο ψυχρό βλέμμα, σε διεθνές πλαίσιο (δηλ. σε σύγκριση με τις άλλες χώρες που βρέθηκαν στη δίνη της κρίσης της Ευρωζώνης), και κυρίως από απόσταση. Δεν ήθελα να γράψω άλλο ένα άρθρο για την ελληνική κρίση, επαναλαμβάνοντας εν πολλοίς τα επιχειρήματα που είχα αναπτύξει σε δεκάδες άρθρα της προηγούμενης περιόδου. Δίχως αμφιβολία, κάποια στιγμή θα ξαναέγραφα για το θέμα – αλλά μόνο όταν είχα κάτι πρωτότυπο να πω. Και για να συμβεί κάτι τέτοιο, έπρεπε πρώτα να κάνω αυτό για το οποίο είχα ταξιδέψει στην Αμερική: να μελετήσω.

Μήπως τότε να έγραφα κάτι για την αμερικανική πολιτική; Δεν ήταν κακή ιδέα, το είχα σκεφτεί και εγώ. Άλλωστε, δεν θα ήταν η πρώτη φορά: προ αμνημονεύτων χρόνων, την περίοδο 1988-1993, ως πάρεργο των σπουδών μου στην Αγγλία, ως ανεπίσημος ανταποκριτής της «Αυγής», είχα στείλει αρκετά άρθρα για τις βρετανικές εκλογές, τα συνέδρια των Εργατικών, την παραίτηση της Μάργκαρετ Θάτσερ κτλ. Όμως για την αμερικανική πολιτική ήξερα όσα περίπου γράφουν οι εφημερίδες, ούτε είχα ακόμη προλάβει να μάθω κάτι περισσότερο.

Είχα πάντως μια ιδέα, που πρότεινα δειλά στον Ηλία Κανέλλη. «Γράμματα από την Αμερική»: ένα κείμενο το μήνα, 600-1.000 λέξεις, με ό,τι τραβά την προσοχή μου «εδώ στα ξένα». Θα τον ενδιέφερε; Ναι, τον ενδιέφερε.

Η συνέχεια εκτυλίχθηκε στις σελίδες του Books Journal. Σε κάθε τεύχος από το Νοέμβριο 2014 μέχρι τον Ιούνιο 2015, το περιοδικό δημοσίευσε οκτώ τέτοια «Γράμματα» - και μάλιστα σε ειδική ρουμπρίκα, εξαιρετικά εικονογραφημένη με φωτογραφίες και σχέδια. Η έκταση τους ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό,τι είχα αρχικά σχεδιάσει: από 3.000 έως 5.000 λέξεις, ανάλογα με τα συμβάντα του μήνα (και με τον οίστρο μου). Κάθε «Γράμμα» είχε μορφή ημερολογίου, όπου πράγματι κατέγραφα ό,τι τραβούσε την προσοχή μου: τις εκδηλώσεις που παρακολουθούσα, για θέματα σχετικά με την έρευνά μου (ή και όχι, βλ. τις ημερίδες, τα συνέδρια και τις εκθέσεις με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου), αλλά και τις εντυπώσεις μου από την καθημερινή ζωή (τους πρώτους τέσσερις μήνες στη Βοστώνη, τους υπόλοιπους τρεις στο Σαν Φρανσίσκο), καθώς και από τις κοινωνικές δραστηριότητες στις οποίες συμμετείχα, υπό τον όρο ότι είχαν κάποιο ευρύτερο ενδιαφέρον. Από σεβασμό στους συνομιλητές μου, αλλά και προκειμένου να αποφύγω ένα ανιαρό name dropping, δεν αποκάλυπτα την ταυτότητά τους στις ιδιωτικές συζητήσεις τους μαζί μου: τους ανέφερα απλώς με τα αρχικά του ονόματός τους – με την ελπίδα ότι αυτό δεν έκανε τα «Γράμματα» να μοιάζουν με roman à clef.

Εν τω μεταξύ, οι ειδήσεις από την πατρίδα άρχισαν να επισκιάζουν την ανεμελιά της επίσκεψής μου στην Αμερική: αδιέξοδο στην προεδρική εκλογή, διάλυση της Βουλής, προκήρυξη εκλογών, νίκη του «αντιμνημονιακού μετώπου», κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας με τους δανειστές, η Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού. Αναπόφευκτα, οι ανταποκρίσεις μου σημαδεύτηκαν από τις (μαύρες, κατά κανόνα) σκέψεις μου, καθώς παρακολουθούσα με αγωνία τις εξελίξεις από την οθόνη του υπολογιστή.

Κάπως έτσι προέκυψαν τα «Γράμματα από την Αμερική». Και πάλι, δεν θα είχαν πάρει ποτέ τη μορφή βιβλίου χωρίς την ενθάρρυνση πολλών ανθρώπων – κατ’ αρχάς, των αναγνωστών τους (γνωστών και αγνώστων μου) που μου τα περιέγραφαν ως μια εισαγόμενη πνοή φρέσκου αέρα, από ένα δυναμικό και αισιόδοξο περιβάλλον, σε μια αποπνικτική εποχή. Νομίζω ότι υπερέβαλλαν, αλλά τους ευχαριστώ. Ούτε θα είχαν τυπωθεί χωρίς την υποστήριξη του Ηλία Κανέλλη, καθώς και της Μάγγης Μίνογλου, ψυχής των εκδόσεων «Κριτική». Ελπίζω να μην θεωρηθεί φιλοφρόνηση εάν σημειώσω ότι η φτωχή χώρα μας θα ήταν πνευματικά ακόμη φτωχότερη – και σαφώς πιο μίζερη – χωρίς τον ενθουσιασμό τους, την θετική ενέργειά τους, το μεράκι τους.

Φυσικά, τα «Γράμματα» δεν θα είχαν καν γραφτεί εάν δεν είχα βρεθεί στην Αμερική. Για αυτό, χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη σε όσους μου έδωσαν την ευκαιρία να κάνω αυτό το συναρπαστικό ταξίδι: στους συναδέλφους μου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών που ενέκριναν την εκπαιδευτική μου άδεια, στο Ίδρυμα Fulbright που μου χορήγησε υποτροφία, στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Harvard και στο Κέντρο Δίκαιης Ανάπτυξης του Berkeley που με δέχθηκαν ως επισκέπτη ερευνητή, προσφέροντάς μου το ιδανικότερο περιβάλλον για μελέτη, αναστοχασμό, ανταλλαγή απόψεων.

Ελπίζω μόνο τα «Γράμματα από την Αμερική» να σας διασκεδάσουν διαβάζοντάς τα όσο διασκέδασαν εμένα γράφοντάς τα.



10 Ιανουαρίου 2016

Οι συντάξεις του σήμερα και του αύριο

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» (Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016).

Στον παράλληλο κόσμο όπου κατοικεί μεγάλο κομμάτι του πολιτικού κόσμου (και το σύνολο σχεδόν των τηλεαστέρων), το ασφαλιστικό μας είναι μια χαρά. Έχει βέβαια ελλείμματα, αλλά αυτά είναι λογιστικά πράγματα ανάξια σημασίας («οι άνθρωποι πάνω από τους αριθμούς»). Οι συντάξεις έχουν πληρωθεί με τον ιδρώτα των ασφαλισμένων, άρα κάθε περικοπή είναι απαράδεκτη (ή, σύμφωνα με την ορολογία που εισήγαγε η πρώην αντιμνημονιακή παράταξη που κυβερνά σήμερα: «κοινωνική γενοκτονία»). Οι μόνοι που τολμούν να «πειράξουν» τις συντάξεις είναι οι κακοί ξένοι, μαζί με ελάχιστους ανάλγητους τεχνοκράτες ή/και δοσίλογους. Χρέος κάθε κυβέρνησης είναι να αντισταθεί στις πιέσεις τους. Αυτό κάνουν Τσίπρας και Καμμένος σήμερα, αυτό έκαναν Σαμαράς και Βενιζέλος χθες.

Στον πραγματικό κόσμο, το σύστημα συντάξεων, προτού χρεωκοπήσει δημοσιονομικά, ήταν από καιρό χρεωκοπημένο ηθικά και κοινωνικά. Δεν είναι καν «σύστημα», αλλά ζούγκλα ειδικών ρυθμίσεων, πελατειακού χαρακτήρα, υπέρ ειδικών κατηγοριών, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, σε βάρος των φτωχών ηλικιωμένων, και σε βάρος της γενιάς των παιδιών μας και των παιδιών τους. Η συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων εισπράττει συντάξεις κατά πολύ υψηλότερες από την αξία των εισφορών που είχαν πληρώσει οι ίδιοι και οι εργοδότες τους. Στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ, στις Τράπεζες, στα ειδικά ταμεία ιατρών-νομικών-μηχανικών, στον ΟΓΑ και στο ΝΑΤ, η σχέση εισφορών-συντάξεων αντιστοιχεί σε αποδόσεις φούσκας χρηματιστηρίου. Το ίδιο ισχύει για μητέρες ανηλίκων (προστασία της μητρότητας Greek style, όταν τα παιδιά κοντεύουν τα 18), για βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα (40% των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, σε μια χώρα χωρίς βαριά βιομηχανία) κ.ο.κ.

Το τίμημα υπήρξε βαρύ. Η κρατική επιχορήγηση των συντάξεων την περίοδο 2000-2014 έφτασε το εξωφρενικό ποσό των 200 δις ευρώ (πάνω από 2/3 του συνολικού δημόσιου χρέους). Σε μερικές δεκαετίες, η δαπάνη για συντάξεις θα είναι 25% του ΑΕΠ, διπλάσια από το μέσο όρο της ΕΕ (αυτό πρακτικά σημαίνει κατάρρευση του συστήματος πολύ νωρίτερα). Η μεταρρύθμιση απαιτείται για τη συντεταγμένη υποχώρηση από ανεδαφικές δεσμεύσεις υπέρ των ευνοημένων του συστήματος. Κάθε αναβολή της σημαίνει απότομη προσαρμογή αργότερα, παρατεταμένη διαιώνιση των αδικιών, μονομερής μετάθεση του κόστους στις επόμενες γενιές.

Όλα αυτά είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες. Και όμως, ο πολιτικός κόσμος και τα μέσα ενημέρωσης συμπεριφέρονται στην πλειονότητά τους όπως τα δύο από τα τρία πιθηκάκια της γνωστής ιστορίας («Δεν ακούω» / «Δεν βλέπω»). Στη θέση του τρίτου («Δεν μιλάω») έχουμε τον συνηθισμένο διαγωνισμό αερολογίας. Τόνοι υστερικοί, γουρλωμένα μάτια και στομφώδες ύφος: «νέα πρόκληση», «προτάσεις-σοκ», «μεσαίωνας», «γενοκτονία».

Από τη δημοσίευση της Έκθεσης Σπράου (1998) και των προτάσεων Γιαννίτση (2001), ο συνασπισμός της χρεωκοπίας ενεργοποιείται μαζικά και συχνά καταφέρνει να ματαιώσει τις μεταρρυθμίσεις. Σε αυτό το σπορ διακρίθηκε η εκάστοτε αντιπολίτευση, οι επαγγελματικοί σύλλογοι και τα συνδικάτα των συντεχνιών – υπό τις επευφημίες των ΜΜΕ και με μπροστάρηδες τους «αντιμνημονιακούς αγωνιστές» που σήμερα μας κυβερνούν. Κάπως έτσι πορευόταν η Ελλάδα, ανήμπορη να λύσει τα προβλήματα του χθες, ανυποψίαστη ακόμη για τα προβλήματα του σήμερα.

Προφανώς, όλα εδώ πληρώνονται. Κυρίως για τη χώρα, που βρίσκεται από το 2007 σε ύφεση και από το 2010 σε κοινωνική κρίση και πολιτική αστάθεια. Αλλά και για τη σημερινή κυβέρνηση, την οποία κοσμούν πολιτευτές που σήμερα ζητούν τη συναίνεση που δυναμίτιζαν μέχρι χθες, με αρμόδιο υπουργό τον χθεσινό (ίσως και σημερινό) θεωρητικό της «κοινωνικής βίας» εναντίον όσων πολιτικών δεν είναι της αρεσκείας του.

Ωραίο θα ήταν να μπορούσε κανείς να τα παραβλέψει όλα αυτά, παραμερίζοντας το παρελθόν και ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία. Αλλά δεν μπορεί. Οι πρώτες αντιδράσεις στις προτάσεις που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα, αν και πολύ πιο συγκρατημένες από όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι σύμμαχοί του ήταν στην αντιπολίτευση, σημειώνουν αξιόλογες επιδόσεις στο πεδίο της αερολογίας. Η σημερινή αντιπολίτευση ψαρεύει στα ίδια θολά νερά της χθεσινής, οι εφημερίδες ανασύρουν τα δοκιμασμένα πρωτοσέλιδα του παρελθόντος, τα κανάλια φρεσκάρουν το ρεπερτόριο της εμβρόντητης καταγγελίας των νέων περικοπών. Εξαιρέσεις φυσικά υπάρχουν, αλλά είναι εξαιρέσεις.

Μετά από αυτή τη μακροσκελή (αλλά αναγκαία) εισαγωγή, ας περάσουμε στο κυρίως θέμα. Λύνουν το ασφαλιστικό οι προτάσεις της κυβέρνησης; Ή τουλάχιστον συμβάλλουν στην επίλυσή του;

Κατ’ αρχήν, η σωστή βάση σύγκρισης των προτάσεων της κυβέρνησης δεν είναι το ισχύον σύστημα αλλά οι νόμοι του 2010: το ασφαλιστικό που επέβαλε η Τρόικα, παρά το κατενάτσιο και τα δάκρυα του Λοβέρδου υπέρ του παλιού συστήματος. Το σύστημα δύο πυλώνων (με σχεδόν ενιαία Βασική Σύνταξη και σχεδόν ανταποδοτική Αναλογική Σύνταξη) που προέβλεπαν επρόκειτο να αρχίσει να εφαρμόζεται σταδιακά από το 2015, προτού δηλ. ανασταλεί από τη σημερινή κυβέρνηση.

Με τις τωρινές προτάσεις, η κυβέρνηση υιοθετεί το σύστημα δύο πυλώνων, προβάλλοντας επιμέρους αλλαγές. Ταυτόχρονα, προστατεύει τις συντάξεις των ήδη συνταξιούχων, μεταφέροντας το κόστος σε όσους πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν από φέτος, επιταχύνοντας τη μετάβαση στο νέο σύστημα.

Για όσους είναι ήδη συνταξιούχοι, οι συντάξεις διατηρούνται στο σημερινό τους ύψος μέχρι το τέλος του Μνημονίου. Στη συνέχεια, θα συγκλίνουν σταδιακά στο επίπεδο που θα ισχύει για τους νέους συνταξιούχους. Το πώς ακριβώς θα γίνει αυτό δεν διευκρινίζεται στην πρόταση, αλλά η πρόθεση της κυβέρνησης φαίνεται να είναι η εξαίρεση των ήδη συνταξιούχων από τις αυξήσεις που θα παίρνουν οι υπόλοιποι. Προφανώς, όσο πιο αργή είναι η ανάκαμψη της οικονομίας και όσο πιο χαμηλός ο πληθωρισμός, τόσο θα διαιωνίζεται η ευνοϊκή μεταχείριση των «παλαιών» σε βάρος των «νέων» συνταξιούχων.

Με το τέχνασμα αυτό η κυβέρνηση ετοιμάζεται να πανηγυρίσει ότι «έβαλε τέλος στις περικοπές». Το κόστος θα το πληρώσουν όσοι συνταξιοδοτηθούν από φέτος, ιδιαίτερα οι πιο αδύναμοι.

Για ηλικιωμένους με λιγότερα από 15 έτη εισφορών, η κυβέρνηση προτείνει ασθενέστερη προστασία κατά της φτώχειας. Αντί για Βασική Σύνταξη 360 ευρώ, θα δικαιούνται μόνο το συμπληρωματικό «Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερήλικων» (αξίας 20-360 ευρώ). Και αντί για (μειωμένη) Αναλογική Σύνταξη όπως προέβλεπαν οι νόμοι του 2010 για 5 ή 10 έτη εισφορών, δεν θα πάρουν ούτε ευρώ «Ανταποδοτικής Σύνταξης».

Για ασφαλισμένους με περισσότερα από 15 έτη ασφάλισης, οι προτάσεις της κυβερνησης συνεπάγονται χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης και άμεση μετάβαση στο νέο σύστημα (από 1 Ιανουαρίου 2016). Επί πλέον, η θεσμοθέτηση «πλαφόν» ανώτατης σύνταξης στρεβλώνει την ανταποδοτικότητα, ενώ η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών επιβαρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Χωρίς όμως ανταποδοτικότητα και χωρίς αυξημένη απασχόληση δεν μειώνονται τα ελλείμματα. Όσο για την «κατανόηση» των εργοδοτικών οργανώσεων, δείχνει ότι εκπροσωπούν όχι τις εξαγωγικές επιχειρήσεις από τις οποίες θα έλθει (αν έλθει) η πολυπόθητη ανάκαμψη, αλλά τις εισαγωγικές που ενδιαφέρονται «να πέφτει χρήμα στην αγορά».

Θετικά σημεία υπάρχουν. Η ενοποίηση του συστήματος, με άμεση ένταξη όλων των φορέων κύριας ασφάλισης στο ΙΚΑ (που μετονομάζεται σε «Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης»), θα έχει ιστορική εμβέλεια εάν προχωρήσει. Έχοντας επιχειρηματολογήσει υπέρ ενός ενιαίου συστήματος συντάξεων από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 (υπό τις αγανακτισμένες διαμαρτυρίες αρκετών από τους σημερινούς υπουργούς), θα είμαι ο τελευταίος που θα θρηνήσει για το τέλος των χωριστών ταμείων, αυτού του απίστευτα αποδοτικού μηχανισμού ιδιοποίησης του δημόσιου χρήματος.

Η καθιέρωση εισφοράς ανάλογης με το εισόδημα για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, όπως δηλ. ισχύει για τους μισθωτούς, είναι επίσης καλή ιδέα – παρά τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων. Πέραν του προφανούς σημερινού παραλογισμού πλούσιοι και φτωχοί να πληρώνουν το ίδιο ποσό εισφοράς, το μέτρο θα ανακουφίσει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες που δεν τα βγάζουν πέρα, και ίσως ενθαρρύνει κάποιους νέους να ανοίξουν επιχείρηση. Αναπόφευκτα, η εισφορά θα υπολογίζεται στα (συχνά ψευδή) δηλωθέντα εισοδήματα. Όμως, όσο πιο ανταποδοτικό είναι ένα σύστημα συντάξεων, τόσο «εσωτερικεύεται» η εισφοροδιαφυγή στους εισφοροδιαφεύγοντες.

Αλλά πόσο ανταποδοτικό είναι το σύστημα που προτείνει η κυβέρνηση; Όχι πολύ.

Κατ’ αρχήν, ένα ανταποδοτικό (και δίκαιο) σύστημα προϋποθέτει ενιαία ηλικία συνταξιοδότησης για όλους, με αναλογιστικές μειώσεις σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδότησης. Αντίθετα, πολλές κατηγορίες εξακολουθούν να δικαιούνται πλήρη σύνταξη πολύ νωρίτερα από το υποτιθέμενο γενικό όριο των 67 ετών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 75% όσων συνταξιοδοτήθηκαν το τρίμηνο Μαρτίου-Μαΐου 2015 είχαν ηλικία κάτω από 67 (στο Δημόσιο το 85%). Η πρόταση της κυβέρνησης για πλήρη Ανταποδοτική και Βασική Σύνταξη σε όσους πληρούν τις ισχύουσες προϋποθέσεις ανεξαρτήτως ηλικίας είναι απαράδεκτη: διαιωνίζει τις παθογένειες, παραβιάζει στοιχειώδεις αρχές δικαιοσύνης, αναπαράγει ελλείμματα, και μεταφέρει πόρους από τα χαμηλότερα εισοδήματα στα υψηλότερα.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση αρνείται την καταβολή (μειωμένης) Ανταποδοτικής Σύνταξης σε όσους δεν συμπληρώνουν 15 έτη ασφάλισης. Μια άδικη ρύθμιση που πλήττει τους αδύναμους, παραβιάζει την ανταποδοτικότητα και εξασθενίζει τα κίνητρα για καταβολή εισφορών.

Η πρόταση για «πλαφόν» στην κύρια σύνταξη  είναι εντελώς άστοχη. Είναι περιττή βραχυπρόθεσμα (αφορά το 1%-1,5% των σημερινών συνταξιούχων), και επιβλαβής μακροπρόθεσμα (στρεβλώνει την ανταποδοτικότητα, συμπιέζει τις προσδοκίες των ασφαλισμένων, ενθαρρύνει την εισφοροδιαφυγή).

Η προσαύξηση σύνταξης σε συνταξιούχους με παιδιά (ενδεικτικά: +30% για τρία παιδιά) στρεβλώνει την ανταποδοτικότητα και μεροληπτεί υπέρ όσων βγαίνουν στη σύνταξη σε νεώτερη ηλικία (όσο τα παιδιά είναι ακόμη ανήλικα). Εάν η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για τη στήριξη της οικογένειας, ας αναβαθμίσει το Ενιαίο Επίδομα Στήριξης Τέκνων του 2013.

Οι πρόσφατες ρυθμίσεις για τα όρια ηλικίας διατηρούνται. Η υπερβολικά σταδιακή αύξησή τους θα επιτρέψει στους ασφαλισμένους ευνοημένων ομάδων (π.χ. ΔΕΚΟ) και προστατευμένων κατηγοριών (π.χ. μητέρες ανηλίκων) να συνταξιοδοτούνται με πλήρη σύνταξη σε πολύ νεώτερη ηλικία από τους υπόλοιπους.

Συμπέρασμα: Η πρόταση της κυβέρνησης είναι προβληματική, συντηρητική, άδικη για τους νέους και τους αδύναμους. Αλλά λιγότερο ανεδαφική από την υστερική άρνηση της πραγματικότητας στην οποία με τόση επιτυχία θήτευσαν τα στελέχη της. Για αυτό αξίζει να συζητηθεί στην ουσία της. Βέβαια, το σημαντικότερο εμπόδιο για μια ουσιαστική συζήτηση είναι η τοξική δημαγωγία του παρελθόντος. Μια ειλικρινής αυτοκριτική εκ μέρους τους ίσως βοηθούσε. Όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Ετοιμαστείτε λοιπόν για περισσότερη αερολογία.

25 Δεκεμβρίου 2015

Από τις μεθυστικές αυταπάτες στην αμείλικτη πραγματικότητα

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015).

Το 2015 θα μείνει στην ιστορία της Ελλάδας ως μια από εκείνες τις χρονολογίες που σημαδεύουν την πορεία μιας χώρας – όχι μόνο στην κρίση των ιστορικών του μέλλοντος, αλλά και στη συνείδηση των ανθρώπων της εποχής. Πέντε χρόνια τοξικής δημαγωγίας (ότι τα προβλήματά μας θα λυθούν εύκολα όταν επιτέλους φύγουν από τη μέση οι υποτελείς που μας κυβερνούσαν μέχρις χθες) πέτυχαν το στόχο τους, φέρνοντας στην εξουσία το όχι-και-τόσο ετερόκλητο συνονθύλευμα που μας κυβερνά σήμερα. Θρησκόληπτοι εθνικιστές, διαχρονικοί οπαδοί του «Ρωσικού Κόμματος» (με τον Μπρέζνιεφ πριν, με τον Πούτιν τώρα), συνομιλητές «ένοπλων αγωνιστών», μικρομεσαία στελέχη προηγούμενων κυβερνήσεων με τεχνογνωσία στη διαχείριση της εξουσίας, ιδεολόγοι της ρήξης με τον καπιταλισμό.

Όλοι αυτοί συνυπάρχουν σε μια κυβέρνηση χωρίς πρόγραμμα – κανένα απολύτως: ούτε αντίθετο με το Μνημόνιο όπως ορκίζονταν στα μπαλκόνια και στα κανάλια, ούτε «παράλληλο» όπως ψελλίζουν στις συνεδρίασεις του Eurogroup, ούτε τίποτε. Με μόνη συγκολλητική ουσία τον βαθύ επαρχιωτισμό, με καταγωγή αντιϊμπεριαλιστική ή εθνικοφροσύνης, και με κοινό παρονομαστή τον πρωτόγονο αντιδυτικισμό. Και επειδή κυβερνητικό πρόγραμμα δεν διαθέτουν, ούτε καν κάποια ασαφή ιδέα προς τα πού περίπου πρέπει να κινηθεί η χώρα, αναδιπλώνονται στις παραδοσιακές συμπεριφορές των χειρότερων μεταπολεμικών κυβερνήσεων: κατάληψη του κράτους, με πρόσχημα τον πολιτικό έλεγχο και με λάφυρο θέσεις, αξιώματα, επιχειρηματικές συμφωνίες. Αντί για αξιοκρατία, αθρόοι διορισμοί ημετέρων, ακόμη και στη θέση επιτυχημένων στελεχών. Και αντί για εφαρμογή καθαρών κανόνων, μυστικές διευκολύνσεις σε ειδικά συμφέροντα κάθε λογής.

Εν τω μεταξύ, γύρω μας σιγά-σιγά ξυπνάει από το μεθύσι του ο αντιμνημονιακός λαός, το 65% των συμπατριωτών μας που ψήφισαν «Όχι» στο δημοψήφισμα: ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛ, της Χρυσής Αυγής, της Ένωσης Κεντρώων, αλλά και της Νέας Δημοκρατίας του Σαμαρά, του Φαήλου και του Μπαλτάκου. Ο περιούσιος λαός, που νομίζει ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε κληρονομικό δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο αντίστοιχα υψηλό με την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας. Ότι μπορούμε να έχουμε κατανάλωση επιπέδου Βόρειας Αμερικής ακόμη και όταν οι θεσμοί μας (πολιτικό σύστημα, δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση) είναι επιπέδου Μέσης Ανατολής, η παραγωγική δομή της οικονομίας επιπέδου Βαλκανίων. Ότι μπορούμε να συμβαδίζουμε με την υπόλοιπη Ευρώπη ακόμη και όταν τα σχολεία μας και τα πανεπιστήμια παραμένουν απολιθωμένα στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Δεν θέλησε να δεχθεί ο (πάλαι ποτέ) αντιμνημονιακός λαός ότι η προηγούμενη ευμάρεια ήταν πλαστή, προτίμησε να ψάχνει για προδότες. Και τώρα που έφυγαν οι προηγούμενοι και ήρθαν οι καινούργιοι, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο να γίνει μόνιμη η καθίζηση των τελευταίων χρόνων. Και απομένει να κυττά γύρω του ζαλισμένος, ανήμπορος να βγάλει νόημα, άβουλος και παραιτημένος.

Όπως μετά από όλα τα μεθύσια, γύρω μας παντού συντρίμμια. Και άλλες χώρες πέρασαν Μνημόνιο, μόνο σε εμάς ήταν τόσο αυτοκαταστροφική η αντίδραση σε αυτό. Πόσο χρόνο θα πάρει να κλείσουν οι πληγές; Να ανοίξουν νέες επιχειρήσεις στη θέση όσων έκλεισαν, και όσων ακόμη φυτοζωούν; Να βρουν δουλειά οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι; Κανείς δεν ξέρει. Όσο για την κυβέρνηση, δείχνει να μην έχει καν αντιληφθεί το πρόβλημα. Προκειμένου να συνεχίσουν οι πελάτες της να βγαίνουν στη σύνταξη στα 55 ή και νωρίτερα (1/4 όσων συνταξιοδοτήθηκαν φέτος), αυξάνει τις ασφαλιστικές εισφορές. Προκειμένου να συνεχίσουν τα λιγνιτωρυχεία μας να ρυπαίνουν ανενόχλητα, υπόσχεται επιδοτήσεις. Προκειμένου να μην αλλάξει τίποτε στο Δημόσιο, αναβαθμίζει τη μετριότητα σε επίσημη πολιτική του κράτους. Εξαγγέλλει αυξήσεις, επιβάλλει νέους φόρους. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Κάπως έτσι μπαίνει η χώρα στο 2016. Σε τροχιά απόκλισης από την υπόλοιπη Ευρώπη. Απόκλιση οικονομική: η Ελλάδα είναι πλέον το μοναδικό κράτος-μέλος της Ευρωζώνης που βρίσκεται ακόμη σε ύφεση. Απόκλιση πολιτική: ενώ στην Πορτογαλία και στην Ισπανία η αριστερά διαπραγματεύεται ή συνεργάζεται ήδη με τη «μνημονιακή» κεντροαριστερά, εδώ ο Τσίπρας βγάζει selfies με τον Καμμένο και φλερτάρει με τον Λεβέντη.

Υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε την παρακμή; Μπορούμε να συντονίσουμε και πάλι το βήμα μας με τις υπόλοιπες χώρες; Πάντοτε υπάρχει τρόπος. Ξέρουμε ακόμη και ποιος είναι: εκσυγχρονισμός και μεταρρυθμίσεις, παντού. Για κράτος δικαίου, δυναμική οικονομία, και κοινωνία συνοχής. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι ποιες πολιτικές δυνάμεις θα υιοθετήσουν αυτό το ανορθωτικό πρόγραμμα, θα το ενστερνιστούν με ειλικρίνεια και αυτοπεποίθηση, θα αγωνιστούν για να εφαρμοστεί. Ούτε ξέρουμε ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα το αποδεχθούν, θα πειστούν για αυτό, θα το υποστηρίξουν ενεργά.

Το μόνο που μας μένει είναι να ευχηθούμε ότι το 2016 θα φέρει στο προσκήνιο τις ζωντανές δυνάμεις που συνεχίζουν να εργάζονται με ακεραιότητα και ευσυνειδησία, τις ήρεμες φωνές που κάλυψαν οι οργισμένες κραυγές της τελευταίας πενταετίας. Είναι η μόνη μας ελπίδα. Άλλη δεν έχουμε.

6 Δεκεμβρίου 2015

The Eurozone crisis and the future of Europe as viewed from Greece

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο «openDemocracy» (Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015).

Having spent the best part of the last six years talking and writing about the Greek crisis, I often find myself wondering what else one might add to that subject. Then I realise that so many misconceptions still abound, even about basic facts, that to keep talking and writing (preferably with each other, rather than in parallel monologues), is our best bet for coming to terms with the crisis and its aftermath. After all, no successful resolution of any crisis is ever possible without a shared understanding of what went wrong and why – and without a common effort to ensure that next time we will know better.

Clearly, nowhere is this task more urgent than in Greece herself. On the one hand, because the country was far more affected by the European crisis than any other: in 2008-2014 the size of her economy shrank by an almost unprecedented 26%, compared to 8% in Italy and Portugal, and 6% in Spain. On the other hand, because since most Greeks like to think of ourselves as direct heirs of Socrates, they ought to feel especially bound by his imperative to “know ourselves”. Yet, looking at the current level of public debate in the country, a casual observer might be forgiven for thinking of Greeks what Talleyrand allegedly thought of the Bourbons: “They learned nothing, and forgot nothing”.

In fact, Greek have not forgotten the misery and humiliation of the last five years – and how could they? But neither do they appear to have collectively grasped that no country can live in perpetuity with a twin (i.e. government budget as well as current account) deficit at 15% of GDP apiece without something unpleasant happening next. Which explains why, as shown in the January and September general elections and the July referendum (all in the space of this year), the battle over the causes and implications of the Greek crisis has been decisively won by those who have managed to present it as a vast international conspiracy against a proud and blameless nation. No wonder that, as the country’s new rulers (and their voters) gradually come to realize that austerity cannot be simply voted out of existence, just like prosperity cannot be voted into existence, the prevailing mood is that of bad hangover, disbelief and resignation.

Of course, the retreat into comforting myths in the face of inconvenient truths is hardly confined to Greece. The spectacle of crowds occupying Constitution Square to shout “Not our debt”, their gross immaturity given pseudo-intellectual patina by university professors who should have known better (and who were later rewarded for their efforts with cabinet posts), had struck me as frankly embarrassing. But shouldn’t this also be said of politicians in northern member states shrugging off the Eurozone crisis as if it were a simple story of lazy and corrupt southerners living beyond their means? As if it were possible to have, in Kenneth Dyson’s words, “feckless debtors” without “reckless creditors”.

Be that as it may: faced with the dilemma of whether to acknowledge, and explain to their voters, that the European rescue of Greece was also, if not primarily, the rescue of over-exposed French and German banks by European taxpayers, politicians in creditor countries who should have known better consciously chose to keep quiet about that, and take instead the path of least resistance, reverting to the same tired (but so effective) clichés.

Does any of this matter? I think it does. Words matter: when they are uttered by influential politicians and opinion makers, they shape public perceptions; and when these perceptions become entrenched, they act as powerful constraints on politicians’ room for manoeuvre.

Looking back in order to look ahead: recognising past failures is painful, but also essential – if, that is, the deeper causes of the current crisis are to be addressed, systemic imbalances tackled, the costs of adjustment more broadly and fairly allocated, in the event of another crisis – perhaps inevitable, but hopefully less devastating.

My fellow economists, as we all know, have not been of great help in predicting the Great Recession, nor in preventing the Eurozone crisis – to put it very mildly. With the benefit of hindsight, many in the profession now accept that mainstream economics underestimated the destructive tendencies of unregulated finance. Closer to home, much damage has been done by ordoliberalism in Germany and elsewhere, with its narrow focus on fiscal deficits, its unshakeable faith on the magical properties of austerity, and its fixation on ‘beggar-thy-neighbour’ competitiveness. The ordoliberal toolkit has brought benefits to certain national economies – this much is true. But it has at the same time undermined European recovery.

Yet, the response to ordoliberalism has often been equally misguided. Take for instance the celebrated cases of Nobel laureates Joseph Stiglitz and Paul Krugman urging last summer the Greek government to exit the Euro and default . As even Mr Tsipras eventually came to realize, their advice, if heeded, would have had disastrous consequences. Reflating the economy via counter-cyclical demand management (i.e. an expansionary fiscal and incomes policy) might be a good way to engineer recovery in Europe. But as a recipe for Greece, following Grexit, it would merely set in motion the deadly spiral of economic decline: i.e. devaluation leading to inflation leading to erosion of real wages leading to lower living standards for all. The kind of thing we thought we had left behind for good when joining the Euro.

And this is the best scenario; the worst being the effective end of Greece’s ambition to be a European country for the foreseeable future, with all the implications this would have for Greek democracy in a context of economic decline and geopolitical anxiety. The fact that, after five long and miserable years of extreme austerity, closely associated in people’s minds with EU policies, support for the Euro within Greece  remains at around 70%, is a strong hint that ordinary Greeks intuitively understand the costs of Grexit better than most.

By the way, the sudden popularity of Keynesianism in Greece has always looked suspect to me. Yes: counter-cyclical demand management, an essential ingredient of the Keynesian economic doctrine, requiring an expansionary fiscal stance (higher spending and/or lower taxes), is often the appropriate response to a temporary downturn. But, by the same token, a restrictive fiscal stance (higher taxes and/or lower spending) is what counter-cyclical policy would imply during a boom. Not a trace of that in Greece, pre-crisis: amidst the euphoria of credit-driven prosperity, latter-day Keynesians were conspicuous by their absence.

At any rate, recent contributions by economists have changed the intellectual climate, and may even prove instrumental in bringing about a shift in policy as well, which is why they deserve the attention of a broader audience. Some have come out over the last few days. On 17 November, a team of IMF economists  explained why internal devaluation, i.e. “a boost to competitiveness not through an (external) devaluation of the currency but by internal means, such as wage cuts or wage moderation […] can only work well if supported by accommodative monetary policies. In the absence of such policies, wage moderation does not deliver much of a boost to output in the countries that are undertaking it, and also ends up lowering output in the Euro area as a whole”. Given that it was the IMF itself that, as part of the Troika, had urged internal devaluation upon Greece (via measures such as the 22% cut in the nominal rate of minimum wages in February 2012), the statement had the flavour of an explicit departure from, if not disavowal of, an earlier position.

On 20 November, “a dozen leading economists from across the spectrum” published a consensus narrative report , explaining that the main imbalances in the Eurozone were not fiscal but macroeconomic: as a matter of fact, all five GIIPS ran (sometimes large) current account deficits pre-crisis, while budget deficits were an issue only in Greece (and, to a far lesser extent, Portugal).

As the authors pointed out, the underlying causes of the Eurozone crisis were: (i) “Policy failures that allowed [fiscal and, especially, macroeconomic] imbalances to get so large”; (ii) “Lack of institutions to absorb shocks at the EZ level; and (iii) “Failings in real-time crisis mismanagement”. On the latter:

“It is worth breaking down this failure into three parts: Conceptual failures made it hard for EZ leaders to understand the consequences of their actions and inaction. In many ways, EZ policymakers developed their instincts when they were running small open economies. The Eurozone, as a large closed economy, requires quite a different mind-set. […] Political ‘conflicts of interest’ hindered collective action. By 2007, banks in EZ core nations were heavily invested in the debt of periphery nations. This inhibited some natural solutions, such as the writing down of Greek government debt in the early days of the Crisis […] Ill-adapted decision-making procedures produced half-measures that tended to fix short-run problems at the cost of stoking contagion.”

On 22 November, two Greek economists  teaching at Yale and London respectively, wrote a piece shifting attention to export under-performance as a neglected cause of the duration and depth of the recession in Greece (exports actually declined over much of the period). They also suggested that the focus of structural reforms was, at the very least, one-sided: while “labour markets have adjusted to the new economic environment, product markets have not adjusted, hindering the recovery of competitiveness”.

Structural reforms that were wrongly timed, or outright wrong, feature large in a discussion paper  published last week by the Centre for Economic Performance at LSE. The paper’s authors, Tito Boeri and Juan Francisco Jimeno, long-standing advocates of policies to tackle labour market segmentation in Italy and Spain, are highly critical of the reforms actually imposed on peripheral countries by European institutions (including the ECB), on the grounds that:

“Reforms were implemented: Under a pro-cyclical fiscal policy due to an ill-designed EU policy coordination framework; Giving too much weight to measures that promote wage moderation, implement reductions in severance pay, and increase the retirement age in the midst of a major recession; Ignoring other, potentially productivity-enhancing reforms, such as those eliminating contractual dualism; Not encouraging adjustment along the intensive margin via short-term work, working time accounts, and plant-level agreements; Not using actuarial reductions to pensions as a sustainable way to reduce labour market slack.”

Rather than the kind of ‘negative conditionality’ pursued over the last few years, the authors recommend the EU pursue ‘reforms under positive conditionality’ A good example of that would be the introduction of a European Unemployment Insurance Programme.

True, social insurance is best introduced when times are good, when the ‘veil of ignorance’ of who might in future benefit from its provisions encourages all to contribute. Too late for that now: with the veil of ignorance partially removed as a result of the Eurozone crisis, an EU-funded European Unemployment Insurance programme looks suspiciously like a Trojan horse for permanent fiscal transfers to Greece or Spain. But this need not be so: having a fiscal stabilizer in place when a region or a sector of the European economy is hit by an asymmetric shock is a sound idea, irrespective of who benefits. And – who knows? When China starts importing fewer goods manufactured in Germany, it could be workers in the Ruhrgebiet who suddenly become beneficiaries from such a programme.

On a related topic, in an article  published on 30 November, Peter Bofinger, a dissenting voice among German economists, argued that flat wages in his country actually exacerbated the structural imbalances at the roots of the Eurozone crisis:
“While the ‘consensus narrative’ is correct, it is also incomplete. With its focus on the deficit countries, it neglects the role of Germany, by far the largest member state, and its contribution to the imbalances in the years preceding the Crisis. A narrative that does not account for the effects of the German wage moderation is incomplete.”

According to Bofinger, the zero growth of real wages in Germany (with unit labour costs in manufacturing declining by 9% in 1999-2008) exacerbated the macroeconomic imbalances of the Eurozone in a variety of ways: (i) it caused stagnation in German domestic demand, which had a negative impact on the German demand for goods and services from the rest of EZ; (ii) it improved the price competitiveness of Germany gradually which led to a deterioration of the bilateral current account of the rest of the EZ; (iii) it complicated ECB efforts pre-crisis to bring inflation across the Eurozone closer to the 2% target; and (iv) it caused higher profits in the corporate sector, which led to a higher saving rate of this sector (the household saving rate in Germany has been more or less constant since 1999.

Where does all that leave us? In my view, to a more nuanced view of what went wrong in the run-up to, and the handling of, the Eurozone crisis; to a better understanding of the complex interactions at work; and to a glimpse of what needs to be done.

Make no mistake. What is at stake is not the creation of a transfer union to compensate member states like Greece, deemed to be inherently incapable of being ‘competitive’: such a union would not only be unrealistic in view of political realities in core countries, but also utterly humiliating in recipient countries themselves. What is at stake is our capacity to build a European economy that is dynamic as well as sustainable, whose success rests on complementarities between national economies not mutually destructive competitiveness.

Viewed from this angle, the assertion that ‘Greece will never be competitive’, quite popular in Germany and elsewhere, calls for a different response than Grexit, or the dismantling of the Eurozone tout court. Granted, Greek firms are rather unlikely to duplicate, let alone outperform, the successes of the German (or, for that matter, French or Italian) motor car industry. The crucial question is what Greece’s comparative advantages might be, how the country’s productive capacities can be upgraded (as these ultimately determine any nation’s living standards), and what Europe can do to help. The answer to that goes far beyond the usual call to ‘relax austerity’: it includes policies to improve institutions, modernize public administration, reform welfare, and invest in education – with the aim of helping Greece stop being a drag on Europe’s common resources, and win its place as a small but integral component of a dynamic and sustainable European economy.

Helping Greece and other peripheral member states to upgrade their productive capacities is not part of the EU agenda, but would be perfectly in line with the structural changes many in Europe have for a long time identified as absolutely crucial for the completion of monetary union: closer co-ordination of economic policies across the Eurozone (putting, as it were, the ‘E’ back to ‘EMU’); a larger EU budget to allow for fiscal stabilization in the event of asymmetric shocks; a Fed-style mandate for the ECB (adding employment growth to price stability as its key objectives). Less than a full fiscal union, let alone a federal state, to be sure – but a significant improvement on current arrangements all the same.

No prizes, then, for guessing where I stand relative to recent calls, by Wolfgang Streeck  among others, to dismantle the monetary union. Even though he argues his case with the elegance and erudition for which he is rightly renowned, I am not terribly persuaded by his conclusion – nor am I much reassured by his belief that Europe is more than the common currency, and hence is bound to survive its demise. Even if, for the sake of argument, we accepted that creating the Euro was a mistake, there is such a thing as momentum: should the Eurozone unravel, Europe would not return to 1999, but go back a lot more. Perhaps not all the way to 1939, but certainly back enough to reverse decades of progress towards ever closer union, which was our founding fathers’ way to put an end to the European civil war 1914-1945.

As for Greeks, having lived the first three quarters of last century either at war or under an authoritarian government (or both), they may be forgiven for showing little enthusiasm for the attractions of Grexit. In spite of Mr Schäuble’s and Mr Varoufakis’s valiant efforts, and notwithstanding five years of harsh austerity, an overwhelming majority of Greeks continue to support the Euro. This hardly makes sense at all, except as a reflection of their longing to share in the European dream of peace, stability and prosperity for all.

It is high time others in Europe and beyond acknowledged this, and stopped wondering why their advice for Greece to commit suicide is not so gratefully received by those actually living in the country.

14 Νοεμβρίου 2015

Συζητάμε για ανοησίες

Συνέντευξη στην Αγγελική Σπανού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Free Sunday» (Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2015)

- Η προσφυγική κρίση τα αλλάζει όλα - εδώ και στην Ευρώπη. Μήπως πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν λύνεται;

Οπωσδήποτε πρόκειται για πρόβλημα που δεν λύνεται εύκολα. Ει μη τι άλλο, δείχνει πόσο μάταιο είναι για την Ευρώπη – και για την Ελλάδα ανάμεσά της – να θεωρεί ότι μπορεί να παραμένει νησίδα ευημερίας και ασφάλειας σε έναν κόσμο πολέμων και διώξεων, χωρίς αυτό να προκαλεί μεγάλης κλίμακας μετακινήσεις πληθυσμών.

Ο Umberto Eco πριν αρκετά χρόνια, όταν άρχισαν να αποβιβάζονται οι πρώτες λέμβοι στην Lampedusa, είχε καλέσει τους Ιταλούς να το φιλοσοφήσουν. Στο κάτω-κάτω, αυτό που στα σχολικά βιβλία τους (και στα δικά μας) αποκαλείται «βαρβαρικές εισβολές» γερμανικών κυρίως φυλών, που σήμαναν το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στα γερμανικά σχολικά βιβλία ονομάζεται απλώς «μετακινήσεις πληθυσμών».

Στη μακρά περίοδο, η πληθυσμιακή σύνθεση των κατοίκων κάθε σχεδόν χώρας (ή και ηπείρου) αλλάζει συνεχώς. Φυσικά, για τη γενιά που βιώνει τέτοιου είδους αλλαγές, η εμπειρία μπορεί να είναι αρκετά ανησυχητική, αν όχι εντελώς τραυματική.

- Εχει νόημα να πιστεύουμε σε μια ΕΕ που αφήνει να πνίγονται παιδιά στο Αιγαίο;

Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες είναι ένοχες για τα παιδιά που πνίγονται – και η Ελλάδα ανάμεσα τους. Το τρομακτικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι είναι ότι η εγγύηση ασφαλούς διάβασης για τους εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένους ανθρώπους που συνωστίζονται στα παράλια της Τουρκίας (και της Λιβύης) θα διογκώσει και άλλο τις μεταναστευτικές ροές. Και αυτό η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη – και η ελληνική – δεν είναι έτοιμη να το δεχτεί.

Από την άλλη, η μεταχείριση των παράνομων μεταναστών είναι (συνολικά) απείρως πιο ανθρώπινη στην Ευρώπη – ειδικά στη Βόρεια Ευρώπη – από ό,τι οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, π.χ. στις ΗΠΑ. Το οποίο άλλωστε με τη σειρά του εξηγεί γιατί οι πρόσφυγες και οι υπόλοιποι μετανάστες θέλουν να φτάσουν με κάθε τρόπο σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Σουηδία.

- Στη χώρα μας, με το μεταναστευτικό ζήτημα να πέφτει πάνω στο οικονομικό, πάμε ολοταχώς σε αδιέξοδο. Ετσι δεν είναι;

Ναι και όχι.

Ο κρατικός μηχανισμός έδωσε για άλλη μια φορά εξετάσεις και απέτυχε: όπως με τις πυρκαγιές του 2007, έτσι και με τους πρόσφυγες το 2015, το Ελληνικό Κράτος απέδειξε ότι είναι τόσο διαβρωμένο που δεν είναι πλέον σε θέση να αντιμετωπίσει έκτακτες καταστάσεις (ίσως μάλιστα ούτε καν μη έκτακτες).

Από την άλλη, εκατοντάδες πολίτες στη Λέσβο και αλλού έδειξαν εντυπωσιακή ψυχραιμία, και κάποτε απλόχερη γενναιοδωρία, μέσα σε συνθήκες που θα δοκίμαζαν τις αντοχές οποιασδήποτε κοινωνίας. (Φαίνεται ότι τα γνωστά κρούσματα αισχροκέρδειας και κουτοπονηριάς ήταν μάλλον εξαίρεση παρά κανόνας.)

- Οκτώ χρόνια ύφεσης είναι πραγματικά κατάσταση πολέμου. Παλεύεται;

Θα προτιμούσα να αφήσουμε κατά μέρος τις πολεμοχαρείς μεταφορές. Η τοξική δημαγωγία του τύπου «Μνημόνιο = γενοκτονία» θόλωσε τα πνεύματα και εμπόδισε να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα. (Αν και βέβαια, απεδείχθη εκλογικό χρυσωρυχείο για τους εμπνευστές της.)

Θα έλεγα επιγραμματικά ότι η κατά το ένα τέταρτο υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου ευθυγράμμισε τις καταναλωτικές δυνατότητες με τις παραγωγικές επιδόσεις της χώρας. Από εδώ και πέρα, υπάρχουν δύο επιλογές, οι ίδιες που υπήρχαν εξ αρχής: μπορούμε είτε να αρκεστούμε στα λίγα, είτε να προσπαθήσουμε για κάτι παραπάνω. Εάν επιλέξουμε το δεύτερο, θα πρέπει να σοβαρευτούμε έστω και τώρα, να νοικοκυρευτούμε, και να στραφούμε προς την καινοτομία, την υγιή επιχειρηματικότητα, την εξυγίανση των θεσμών της οικονομίας (και όχι μόνο). Άλλος δρόμος φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

- Με τέτοια κοινωνική κόπωση και φοροδοτική εξάντληση της πλειοψηφίας, με τον πληθυσμό να μικραίνει και να γερνάει, τι μέλλον έχουμε;

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Ο κίνδυνος είναι να μπει σε μια πορεία αργής αλλά σταθερής παρακμής. Άλλωστε, η οικονομική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα χωρών που δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις αλλαγές του περιβάλλοντος και έτσι μοιραία έχασαν έδαφος. Ας μην ξεχνάμε ότι η δεύτερη πλουσιότερη χώρα στον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ήταν ... η Αργεντινή! Όπως και σε αυτή την περίπτωση, συχνά αυτό που προκαλεί την αρχική υποχώρηση και στη συνέχεια εμποδίζει την ανάκαμψη είναι η αστάθεια και ακαταλληλότητα των πολιτικών θεσμών.

Όσον αφορά τη γήρανση του πληθυσμού, πρόκειται για οξύτατο πρόβλημα που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη (και ιδίως τη Νότια Ευρώπη), όχι μόνο την Ελλάδα. Βραχυπρόθεσμα, η μόνη ρεαλιστική λύση είναι η – ενδεχομένως στοχευμένη – ενθάρρυνση της μετανάστευσης. Σκέφτομαι συχνά ότι η άφιξη στις ακτές μας δεκάδων χιλιάδων συχνά μορφωμένων ανθρώπων, διψασμένων για «δουλειά και προκοπή» όπως οι περισσότεροι μετανάστες, θα μπορούσε να είναι ευκαιρία για μια ισχυρή δημογραφική και ταυτόχρονα οικονομική τόνωση. Αλλά φαίνεται ότι θα παραμείνει χαμένη ευκαιρία.

- Εκτός από το μνημόνιο δεν υπάρχει  καμία άλλη πολιτική στη χώρα. Ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση έχουν πρόταση/σχέδιο/ιδέα για το τι να κάνουμε. Εχει καταργηθεί η σκέψη; Τι ακριβώς μας συμβαίνει;

Ίσως αυτό που μας συμβαίνει ότι για 5+ χρόνια αρνηθήκαμε να δεχθούμε την πραγματικότητα, πιστεύοντας ότι κάποια «έξυπνη» κίνηση ή θεαματικός χειρισμός θα μας ξαναφέρει εύκολα εκεί που ήμαστε πριν. Το γνωστό ρητό «δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο» θα μπορούσε να είναι το σύμβολο της εθνικής μας αυταπάτης. Καλώς ή κακώς, «θέλει κόπο», πολύ κόπο, και σκληρή δουλειά.

Όπως ανέφερα παραπάνω, μπορούμε να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο για «προδοσίες» και τα τοιαύτα, ή μπορούμε να σκεφτούμε πώς περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις θα παράγουν προϊόντα τέτοιας ποιότητας και τιμής που οι καταναλωτές στις διεθνείς αγορές να θέλουν να τα αγοράσουν. Και έτσι να μπορέσουν να μείνουν και να δημιουργήσουν στη χώρα οι χιλιάδες πιτσιρικάδες που μετανάστευσαν τα τελευταία χρόνια, και να δώσουν δουλειά σε εκατοντάδες χιλιάδες άλλους που σήμερα είναι άνεργοι. Η δημιουργία 100+ χιλιάδων θέσεων εργασίας για τα επόμενα 10+ χρόνια (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη φορολογική, ρυθμιστική, εκπαιδευτική κτλ. πολιτική) θα έπρεπε να είναι ο κοινός στόχος όλων των κομμάτων, και η κομματική αντιπαράθεση θα έπρεπε να εκδηλώνεται με προτάσεις για το πώς ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί. Αντ’ αυτού, συζητάμε για ανοησίες.

- Σερνόμαστε διαρκώς από τότε που ξέσπασε η κρίση. Πόσο ακόμη μπορεί να κρατήσει αυτό; Κάποια στιγμή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, δεν θα επέλθει μια κάθαρση στην ελληνική τραγωδία;

Η κάθαρση δεν είναι αναπόφευκτη: δυστυχώς η ζωή δεν αντιγράφει πάντοτε την τέχνη.

- Αν ξεκινούσατε τώρα την ακαδημαϊκή σας σταδιοδρομία θα ψάχνατε τρόπο να φύγετε από τη χώρα;

Παρεμπιπτόντως, ξεκίνησα την ακαδημαϊκή μου σταδιοδρομία σε άλλη χώρα (στην Αγγλία), και επέλεξα να επιστρέψω απολύτως συνειδητά. (Εκ των υστέρων κρίνοντας, δεν πήγε και πολύ καλά αυτή η επιλογή μου, αλλά οι άνθρωποι δεν έχουμε τέτοιες πολυτέλειες: κρίνουμε μόνο εκ των προτέρων.)

Η μετανάστευση δεν με τρομάζει – ούτε θα πρέπει να τρομάζει κανέναν. Για τα ίδια τα άτομα που παίρνουν τη μεγάλη απόφαση, είναι πάντοτε μια διέξοδος, με το αντίστοιχο βέβαια κόστος. Για τη χώρα, μπορεί να είναι αιμορραγία, αλλά μπορεί να είναι και επένδυση, ιδίως εάν όσοι φεύγουν σήμερα επιστρέψουν σύντομα, με φρέσκιες ιδέες στις αποσκευές τους. Φυσικά, για να συμβεί κάτι τέτοιο δεν αρκεί ο ήλιος, η θάλασσα, και η καλή νυχτερινή ζωή. Θα πρέπει η Ελλάδα να γίνει μια χώρα όπου νέοι άνθρωποι με όρεξη για δουλειά να μπορούν να προκόψουν χωρίς διασυνδέσεις. Απέχουμε πολύ από κάτι τέτοιο, και φοβάμαι μάλιστα ότι κινούμαστε προς την αντίθετη κατεύθυνση.

- Τι είναι αριστερό/προοδευτικό σήμερα;

Αυτό που ήταν πάντα: Η επιδίωξη της ισότητας και της δικαιοσύνης.

Το παλιό δίλημμα ήταν πώς η επιδίωξη αυτή μπορεί να είναι συμβατή με το σεβασμό των ελευθεριών – αλλά η ιστορία π.χ. της βορειοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας του εικοστού αιώνα διέψευσε τις σχετικές ανησυχίες. Το νέο δίλημμα είναι πώς η (θεμιτότατη) φιλοδοξία της βελτίωσης της θέσης των φτωχών ανθρώπων μπορεί να είναι συμβατή με τα κίνητρα υγιούς επιχειρηματικότητας. Η απάντηση εδώ δεν μπορεί παρά να είναι επίσης «σοσιαλδημοκρατικού» τύπου: η αναζήτηση λύσεων «θετικού αθροίσματος», όπου όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ωφελούνται.

Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: Επειδή δεν μπορούμε να προσλάβουμε 1,4 εκατομμύρια άτομα στο Δημόσιο, η απορρόφηση των ανέργων ή θα συνδυαστεί με πρωτοφανή άνθιση της δημιουργικότητας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας, ή δεν θα είναι βιώσιμη. Η «αριστερή/προοδευτική» θέση δεν μπορεί να είναι η άρνηση αυτής της απλής αλήθειας. Θα πρέπει να είναι η εξασφάλιση ότι τα κέρδη των επιχειρήσεων θα μεταφραστούν σε σταθερές θέσεις εργασίας, με ελκυστικούς μισθούς, καλές συνθήκες κτλ. Κάτι που φυσικά προϋποθέτει σημαντικές μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς.

23 Οκτωβρίου 2015

Γιατί βουλιάξαμε

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» (Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015).

Έχει κάτι σουρεαλιστικό το θέαμα του σημερινού υπουργού εργασίας όταν προσπαθεί να εξηγήσει γιατί είναι αναγκαία μια μεταρρύθμιση των συντάξεων. Ο κ. Κατρούγκαλος δεν αγνοεί το θέμα. Ως πανεπιστημιακός έχει στο παρελθόν δημοσιεύσει αξιόλογα άρθρα για την κοινωνική πολιτική, ενώ ως «μαχόμενος δικηγόρος» έχει αναλάβει σχετικές υποθέσεις (μεταξύ άλλων και την περιβόητη υπόθεση του ΤΑΠΙΛΤΑΤ, του ταμείου της πρώην Ιονικής Τράπεζας, όπου το 35% των μελών έχει ήδη εισπράξει σε σύνταξη το 25πλάσιο όσων είχε πληρώσει σε εισφορές). Η επιτυχία του οφείλεται μεταξύ άλλων στη συνεπή υπεράσπιση της βασικής θέσης του ευρύτατου συνασπισμού που επί 20 σχεδόν χρόνια εμπόδισε οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια νοικοκυρέματος του συστήματος συντάξεων. Ότι δηλαδή το μόνο πρόβλημα με τις συντάξεις είναι ότι το κράτος δεν δίνει αρκετά χρήματα στα ταμεία. Και ας έφτασε η σωρευτική κρατική επιχορήγηση στα ταμεία από το 2000 μέχρι πέρυσι σε 200 δις. ευρώ (δηλ. στα 2/3 περίπου του συνολικού δημόσιου χρέους της χώρας). Και μάλιστα χωρίς σε αυτό το ποσό να συμπεριλαμβάνεται η δαπάνη για συντάξεις Δημοσίου. Άλλωστε, όπως δείχνει και το παράδειγμα του ΤΑΛΠΙΤΑΤ, η μεταρρύθμιση θα ήταν αναγκαία ακόμη και αν λεφτά υπήρχαν. Γιατί το ασφαλιστικό μας δεν είναι μόνο το πιο χρεωκοπημένο στην Ευρώπη: είναι επίσης και το πιο άδικο.

Αυτή την απλή (και πικρή) αλήθεια, η συντριπτική πλειοψηφία των διαμορφωτών της κοινής γνώμης την αρνήθηκε πεισματικά και λυσσαλέα, επί δεκαετίες. Τα συνδικάτα, οι επαγγελματικοί σύλλογοι, το διαχρονικό ΠΑΣΟΚ πλην μιας μικρής ομάδας γύρω από τον Κώστα Σημίτη, η επίσης διαχρονική ΝΔ των Έβερτ-Καραμανλή-Σαμαρά. Αλλά και η αξιοθρήνητη δημοσιογραφία των πρωινάδικων και των δελτίων των οκτώ. Και φυσικά το ΚΚΕ. Και φυσικά ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος με την κινητοποίηση του κατά της έκθεσης Σπράου και των προτάσεων Γιαννίτση έβαλε παρακαταθήκη αγωνιστικότητας, που έφτασε στο ζενίθ (ή μάλλον στο ναδίρ) με την τοξική δημαγωγία της τελευταίας πενταετίας. Για να μην αναφερθούμε στους εθνικόφρονες κυβερνητικούς εταίρους, από τις τάξεις των οποίων προήλθε ο προηγούμενος υφυπουργός αρμόδιος για το ασφαλιστικό.

Αυτός ο αντιμεταρρυθμιστικός συνασπισμός, εμπόδιο σε κάθε απόπειρα εξυγίανσης του συστήματος συντάξεων, ποτέ δεν στερήθηκε προσβάσεων στα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης. Ιδίως σήμερα, που απολαμβάνει μια σχεδόν απόλυτη κυριαρχία. Ο δε σημερινός υπουργός εργασίας, λόγω και πολιτικής διαδρομής (από το ΚΚΕ στο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ και από εκεί, μαζί με τόσους άλλους, στον ΣΥΡΙΖΑ), συμβολίζει αυτόν τον αντιμεταρρυθμιστικό συνασπισμό όσο ελάχιστοι.

Μήπως τότε είναι παραδόξως ο κατάλληλος άνθρωπος; Οι μέχρι τώρα τοποθετήσεις του για το θέμα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Η ενοποίηση των ταμείων που προτείνει η Επιτροπή Σοφών θα αφορά όλους «με μόνη εξαίρεση κάποια επαγγελματικά και τον ΟΓΑ» (δηλ. τους πλέον ευνοημένους του συστήματος). Η βασική/εθνική σύνταξη δεν θα δίνεται σε όλους με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας αλλά «σε όποιον έχει συμπληρώσει 15 χρόνια εργάσιμου βίου» (δηλ. θα πρόκειται για απλή μετονομασία του σημερινού συστήματος). Οι επικουρικές συντάξεις – το χαοτικότερο τμήμα ενός ήδη απίστευτα χαοτικού συστήματος, όπου με εισφορά 3%+3% κάποιοι παίρνουν σύνταξη ίση με το 45% των αποδοχών τους – δεν θα εξορθολογιστούν αλλά απλώς θα καταργηθούν, ή μάλλον «θα ενσωματωθούν στην κύρια σύνταξη», με κάποιον αδιευκρίνιστο προς το παρόν τρόπο.

Η εναγώνια αναζήτηση λύσεων της τελευταίας στιγμής είναι πάντοτε κακή ιδέα – ειδικά όταν γίνεται από ανθρώπους που επί δεκαετίες αρνήθηκαν ότι υπάρχει καν πρόβλημα. Θα συμβούλευα την ηγεσία του υπουργείου εργασίας, εάν όντως θέλει να διαφοροποιηθεί από τους προηγούμενους, να εφαρμόσει απλώς τους νόμους που οι προηγούμενοι ψήφιζαν αλλά δεν εφάρμοζαν. Όπως π.χ. τον  Ν4052/2012, ο οποίος προβλέπει την ίδρυση ενιαίου ταμείου επικουρικής ασφάλισης που θα παρέχει πραγματικά ανταποδοτικές επικουρικές συντάξεις, χωρίς κρατική επιχορήγηση, με το σύστημα της οιονεί κεφαλαιοποίησης (δηλ. εξισώνοντας τις διά βίου συνταξιοδοτικές παροχές με τις διά βίου εισφορές). Ή τους Ν3863 και 3865/2010, απαλείφοντας όμως πρώτα τις εξαιρέσεις και τα προνόμια των ευνοημένων κατηγοριών (νομικοί, ιατροί, μηχανικοί, δημοσιογράφοι, αγρότες, υπάλληλοι ΔΕΗ και Τράπεζας Ελλάδος) που εξακολουθούν να ασφαλίζονται χωριστά με ευνοϊκότερους όρους. Άλλωστε, κάθε νέα μεταρρύθμιση προτού εφαρμοστεί το σύστημα που προέβλεψε η προηγούμενη απλώς πολλαπλασιάζει τη σύγχυση και διαβρώνει και άλλο την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης για το πώς θα υπολογίζονται οι συντάξεις στο μέλλον (ή ακόμη αν θα υπάρχουν συντάξεις στο μέλλον).

Όπως όμως λέγαμε πριν, ακόμη και χωρίς Στρατούλη και Χαϊκάλη, ο αντιμεταρρυθμιστικός συνασπισμός έχει γερά ερείσματα στην κυβέρνηση (αλλά και στην αντιπολίτευση). Οπότε το πιθανότερο σενάριο παραμένει μια ακόμη δήθεν μεταρρύθμιση που θα εξαιρεί τους συνήθεις ύποπτους και θα φορτώνει κυνικά τα βάρη στους νέους.

22 Σεπτεμβρίου 2015

Μετά τον κατακλυσμό

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015)

Το αποτέλεσμα των εκλογών – ιδίως εάν κανείς ανήκει στους ηττημένους, όπως ο υποφαινόμενος – δεν προσφέρεται για βιαστικές αναλύσεις.
Μου φαίνεται προφανές ότι ο προοδευτικός μεταρρυθμιστικός φιλευρωπαϊκός χώρος, που βρίσκεται ανάμεσα στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ, έχει χάσει την επαφή του με τους φόβους, τις αγωνίες και τις ελπίδες της μεγάλης μάζας των πολιτών: ειδικά όσων διατηρούν μια χαλαρή σχέση με την πολιτική, και ψηφίζουν διαισθητικά και ίσως συναισθηματικά.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πώς αποκαθίσταται μια τέτοια επαφή. Εκτός από τις γνωστές «υποκειμενικές» αδυναμίες (με οφθαλμοφανέστερη την αμοιβαία δυσπιστία που χωρίζει τα διάφορα κομμάτια του), ο χώρος αντιμετωπίζει επίσης «αντικειμενικές», αν όχι δομικές, δυσκολίες. Στις τελευταίες συγκαταλέγεται η αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης εξαιτίας της μαζικής ανεργίας, καθώς και του ότι η απώλεια θέσεων εργασίας έπληξε σχεδόν αποκλειστικά τον ιδιωτικό τομέα.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η Ελλάδα είναι όλο και περισσότερο – και οπωσδήποτε περισσότερο παρά ποτέ – μια χώρα ανθρώπων που εξαρτώνται από το κράτος. Έχουμε 2.656.000 συνταξιούχους και 640 χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους. Σε αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν και οι 423 χιλιάδες αγρότες (πλην μισθωτών γεωργών, δηλ. «αγρεργατών»), οι οποίοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν συνηθίσει να απευθύνονται στο κράτος σαν να είναι ο εργοδότης τους – και ίσως να είναι πράγματι, εάν λάβει κανείς υπόψη τις επιδοτήσεις, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τα ασφαλιστικά προνόμια κτλ.

[Εάν είχαμε ένα κοινωνικό κράτος δυτικού τύπου, ίσως θα έπρεπε να προσθέσουμε και τους δικαιούχους κοινωνικών παροχών, ιδίως σε μακρόχρονη βάση. Αλλά δεν έχουμε.]

Έχουμε λοιπόν ένα στιβαρό κοινωνικό μπλοκ 3,7 εκατομμυρίων συνταξιούχων, δημοσίων υπαλλήλων και αγροτών, τους οποίους η αβέβαιη (παρότι μόνη ρεαλιστική) προοπτική της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου μέσω του εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας τους φοβίζει, ή τουλάχιστον δεν τους συγκινεί – αν και τους αφορά, τους ίδιους και τα παιδιά τους.

Ως αντίβαρο σε αυτό το μπλοκ έχουμε μόλις 2,5 εκατομμύρια εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, εκ των οποίων τα δύο τρίτα είναι μισθωτοί και οι υπόλοιποι αυτοαπασχολούμενοι. Επί πλέον, η δυνατότητα προσαρμογής πολλών από αυτούς είναι επίσης περιορισμένη, αφού η μοίρα τους είναι συνδεδεμένη με οικονομικές δραστηριότητες που χωρίς βαθιές αλλαγές δεν έχουν μεγάλο μέλλον.

Δεν ισχυρίζομαι ότι η παραπάνω διάκριση συνιστά τον μοναδικό (ούτε ίσως τον κυριότερο) προσδιοριστικό παράγοντα της πολιτικής συμπεριφοράς. Υποψιάζομαι απλώς ότι συμβάλλει στην παγίωση ενός τοπίου περίκλειστου, φοβικού, χωρίς ελπίδα άλλη από την διάσωση των κεκτημένων, μικρών ή μεγάλων.

Βέβαια, οι μεγάλες μεταρρυθμιστικές δυνάμεις του εικοστού αιώνα έγιναν μεγάλες ακριβώς επειδή ήξεραν να συνταιριάζουν ένα δυναμικό εγχείρημα εθνικής εμβέλειας, με την προστασία των κοινωνικών στρωμάτων που δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσουν τις (αναγκαίες) αλλαγές. Αλλά οι πιθανότητες επιτυχούς αναβίωσης μιας σοσιαλδημοκρατικού τύπου στρατηγικής – μικρές πλέον στη Βόρεια Ευρώπη – μου φαίνονται αμελητέες σε μια χώρα όπως η Ελλάδα.

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί σε μια τέτοια μεγάλη μεταρρυθμιστική δύναμη; Νομίζω πως όχι. Το κόμμα αυτό απέδειξε ότι ξέρει να κάνει εκλογές, και να τις κερδίζει. Απέδειξε όμως επίσης ότι δεν πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις. Μπορεί να αντισταθεί στις αλλαγές που προβλέπει η συμφωνία που υπέγραψε. Μπορεί ίσως να τις υπονομεύσει ελληνοπρεπώς. Αλλά δύσκολα θα μπορέσει να τις συνδιαμορφώσει – πολύ περισσότερο να αναλάβει δικές του μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Δεν είναι μόνο ότι στερείται της απαραίτητης κουλτούρας. Δεν διαθέτει καν τις αναγκαίες πνευματικές δυνάμεις για μια ειλικρινή ενδοσκόπηση και αυτοκριτική, προϋπόθεση κάθε επιτυχούς αλλαγής προσανατολισμού. Μου φαίνεται πιθανότερο να μετεξελιχθεί σε ένα παραδοσιακό κυβερνητικό κόμμα, που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά εν τω μεταξύ απολαμβάνει τα όχι ευκαταφρόνητα οφέλη, νόμιμα ή όχι, που απορρέουν από τη νομή της εξουσίας.

Όσο για τον προοδευτικό μεταρρυθμιστικό φιλευρωπαϊκό χώρο, η ενίσχυσή του δεν φαίνεται να είναι ζήτημα τακτικών χειρισμών ή θεαματικών κινήσεων. Η παρτίδα θα είναι μακράς διάρκειας, για υπομονετικούς παίκτες, που θα εμπνεύσουν με το παράδειγμά τους όσους σήμερα είναι εκτός παιγνιδιού, κερδίζοντας τελικά την εμπιστοσύνη τους.

17 Σεπτεμβρίου 2015

Φλερτάροντας με την εκτροπή

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015)

Η πλήρης και άνευ όρων συνθηκολόγηση του Αλέξη Τσίπρα στις απαιτήσεις των δανειστών ήταν νίκη για τη χώρα και ήττα για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Νίκη για τη χώρα, αφού αποφύγαμε – προσωρινά, έστω – την οριστική απομάκρυνσή μας από την Ευρώπη, και τον μόνιμο υποβιβασμό μας στην κατηγορία των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.

Ήττα για το ΣΥΡΙΖΑ αφού με την υπογραφή της συμφωνίας έσκασε η «φούσκα» που έφερε το κόμμα αυτό από το περιθώριο της πολιτικής ζωής στην εξουσία (μαζί με τους ακροδεξιούς συμμάχους του). Η πρόσφατη διάσπαση είναι το πρώτο σύμπτωμα αυτής της ήττας. Έπονται άλλα.

Οι δημαγωγικές ανοησίες που τόσο πολύ άρεσαν σε τόσο πολύ κόσμο – ότι το Μνημόνιο σκίζεται από έναν πρωθυπουργό (αρκεί να μην είναι «δοσίλογος»), ότι η λιτότητα καταργείται με έναν και μόνο νόμο, ότι ο Schäuble τρέμει μην τυχόν και φύγει η Ελλάδα από το ευρώ, ότι ο Πούτιν (και οι Κινέζοι, και οι διάδοχοι του Τσάβες) είναι έτοιμοι να μας χαρίσουν δισεκατομμύρια ή έστω να μας δανείσουν με καλύτερους όρους – αποδείχθηκαν αυτό που ήταν από την αρχή: παραμύθια.

Επικίνδυνα παραμύθια όμως. Ως πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας δεν ευθύνεται μόνο για τις καταστροφικές επιλογές προσώπων, τύπου Βαρουφάκη ή Κωνσταντοπούλου, που σήμερα έχουν αποχωρήσει (όπως λέει το νέο βολικό παραμύθι που προσπαθεί να πουλήσει).

Ευθύνεται επίσης γιατί έκανε Υπουργό Άμυνας τον Καμμένο, ο οποίος λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι «Οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας διασφαλίζουν τη σταθερότητα στο εσωτερικό» χωρίς ο αριστερός μας πρωθυπουργός που στεκόταν δίπλα του να αισθανθεί την παραμικρή ενόχληση.

Ευθύνεται γιατί έκανε ΥΠΕΞ τον Κοτζιά, τον θεωρητικό της «πατριωτικής αριστεράς» και της δήθεν διεθνούς συνωμοσίας που δήθεν έκανε την χώρα μας «αποικία χρέους», που από υμνητής του Γιαρουζέλσκι και του Μπρέζνιεφ μεταλλάχθηκε σε υμνητή του Πούτιν, διατηρώντας ως κοινό παρονομαστή το μίσος για τις δυτικές δημοκρατίες.

Αλλά ο Τσίπρας ευθύνεται και για την περιφρόνησή του στους δημοκρατικούς κανόνες, με τα καθημερινά διαγγέλματά του και τις άλλες αλχημείες που έκαναν το Συμβούλιο της Ευρώπης 41 χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας να ξανασχοληθεί με τη δημοκρατία στην Ελλάδα.

Ευθύνεται, τέλος, για τον βαθύ αντιευρωπαϊσμό του, για τα δουλοπρεπή ανοίγματα στον Πούτιν, με αποκορύφωμα τη δήλωσή του «Είμαστε λαός της θάλασσας που δεν φοβάται να ανοιχτεί σε μεγάλα πελάγη, σε καινούργιες θάλασσες, προκειμένου να φτάσουμε σε νέα και πιο ασφαλή λιμάνια» στην Αγία Πετρούπολη λίγο προτού προκηρύξει το μοιραίο δημοψήφισμα.

Όλα αυτά οι δημοκρατικοί πολίτες δεν μπορούν να τα ξεχάσουν. Όπως δεν μπορούν να ξεχάσουν την εμπρηστική ρητορική της περιόδου 2010-2014, το κήρυγμα μίσους («δοσίλογοι», «προδότες», «γερμανοτσολιάδες»), το τοξικό δηλητήριο που χύθηκε με ψυχρό υπολογισμό και σε τεράστιες δόσεις από πάνω προς τα κάτω (από τα μπαλκόνια και από τα μικρόφωνα στις πλατείες και στους δρόμους). Το δηλητήριο αυτό εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να κυλά στις φλέβες της κοινωνίας και να την διχάζει.

Απλά «λάθη» είναι όλα αυτά; Ή μήπως ανοιχτά φλερτ με την εκτροπή, από το δημοκρατικό καθεστώς και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας – και μάλιστα φλερτ που παρά λίγο να ολοκληρωθούν; Φοβάμαι το δεύτερο. Πίσω από τον τρόπο που πολιτεύτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ένα ολόκληρο σύνολο αντιλήψεων και νοοτροπιών, οι οποίες συνιστούν τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ και της ηγετικής του ομάδας. Με ή χωρίς Λαφαζάνη.

Λένε μερικοί: «Ας τα αφήσουμε αυτά. Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε».

Συμφωνώ. Η χώρα δεν πρόκειται να βγει από την κρίση εάν πρώτα δεν αλλάξει σελίδα. Εάν δεν αποκατασταθεί η ομαλότητα. Εάν δεν καταλαγιάσουν τα πολιτικά πάθη, εάν δεν απομονωθούν οι ακραίες φωνές.

Μόνο που για να γυρίσουμε σελίδα θα πρέπει να διδαχθούμε από όσα συνέβησαν τα τελευταία 5 χρόνια, όχι απλώς να τα ξεχάσουμε. Θα πρέπει όσοι ευθύνονται για τον διχασμό να αναγνωρίσουν την ευθύνη τους. Και μετά να προσπαθήσουν να πείσουν τους πολίτες ότι έχουν αλλάξει μυαλά. Με πράξεις, όχι με λόγια.

Διαφορετικά, η συνεργασία στην οποία θα στηρίζεται η επόμενη κυβέρνηση δεν θα είναι ειλικρινής. Και για αυτό δεν θα μπορέσει να μακροημερεύσει, ούτε φυσικά να πετύχει κάτι αξιόλογο.
Και τότε βέβαια θα ξαναμπούμε στη δίνη από την οποία σήμερα προσπαθούμε να βγούμε: πολιτική αστάθεια, οικονομική παράλυση, κοινωνική τελμάτωση, σενάρια GREXIT.

Για αυτό λοιπόν: Συμφιλίωση, ναι. Λήθη, όχι.

16 Σεπτεμβρίου 2015

Οι πολιτικές προϋποθέσεις της οικονομικής ανάκαμψης

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο ενημέρωσης «Capital» (Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015)

Λίγες μέρες απομένουν για τις εκλογές, αλλά η δημόσια συζήτηση για το πρόγραμμα της επόμενης κυβέρνησης, και τις προτάσεις των κομμάτων που διεκδικούν να ηγηθούν σε αυτή, είναι απελπιστικά φτωχή. Από τη μια, αυτό είναι αναμενόμενο: το τι πρέπει να γίνει για να επιστρέψει η οικονομία σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας που έχουμε ανάγκη είναι μια συζήτηση που συνήθως προκαλεί αμηχανία σε πολιτικούς και δημοσιογράφους, αφού δεν ταιριάζει με τις φλύαρες και ανούσιες κουβέντες που μονοπωλούν την πολιτική αντιπαράθεση (και ενημέρωση) στην Ελλάδα. Από την άλλη, η φτώχεια της συζήτησης για την οικονομία είναι πραγματικά ανεπίτρεπτη σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια έχασε πάνω από 25% του ΑΕΠ, και σχεδόν ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας.

Τι πρέπει λοιπόν να γίνει για να επιστρέψουμε στην ανάπτυξη; Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευτεί αξιόλογες μελέτες για το θέμα αυτό – από το ΙΟΒΕ, το ΚΕΠΕ, την McKinsey, το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και άλλους οργανισμούς, καθώς και από μεμονωμένους οικονομολόγους. Ιδέες υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι η στοιχειώδης πολιτική συνεννόηση γύρω από αυτές (ή ενδεχομένως άλλες, αντίστοιχης αξίας).

Τρεις κατά τη γνώμη μου είναι οι πολιτικές προϋποθέσεις της οικονομικής ανάκαμψης.

1. Πολιτική ομαλότητα

Η πολιτική αστάθεια των τελευταίων 16 μηνών (από τις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014 έως τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, με αποκορύφωμα τους κυβερνητικούς χειρισμούς που οδήγησαν στα capital controls τον περασμένο Ιούνιο), έχει εξουθενώσει την οικονομία. Συνεπώς, η απόλυτη προτεραιότητα για την οικονομία είναι η αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας. Αυτό σημαίνει ότι μετά τις εκλογές τα κόμματα θα πρέπει να δώσουν κυβερνητική λύση με ευρεία συναίνεση, ορίζοντα τετραετίας, και έντιμη συνεννόηση το εσωτερικό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

2. Σταθεροί κανόνες

Η αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας και η προετοιμασία του αναπτυξιακού άλματος που απαιτείται ώστε να καλυφθεί η υποχώρηση της τελευταίας πενταετίας προϋποθέτουν ένα μονιμότερο και πιο φιλόδοξο πλαίσιο σταθερότητας. Ο νέος εθνικός στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία εκατό χιλιάδων θέσεων εργασίας, κάθε χρόνο, στα επόμενα δέκα και πλέον χρόνια. Η ελάχιστη προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι η θεσμοθέτηση σταθερών κανόνων: στη φορολογία, στη ρύθμιση των αγορών, στην κοινωνική ασφάλιση, στο εργατικό δίκαιο κτλ. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει χωρίς έναν ειλικρινή και αποτελεσματικό διάλογο μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, και των εμπειρογνωμόνων που αυτές θα επιλέξουν, σε συνεννόηση και με διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας.

3. Εξαγωγικός προσανατολισμός

Η σοβαρή υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων στο πρόσφατο παρελθόν ήταν μια από τις δύο σημαντικότερες αιτίες της σημερινής κρίσης – η άλλη ήταν ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Η ανάκτηση της δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να βασιστεί στα χαμηλά μεροκάματα. Η ελληνική οικονομία πρέπει να στραφεί προς ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, δυναμικό και εξωστρεφές, βασισμένο στην ποιότητα. Κάτι τέτοιο θα απαιτήσει μια συστηματική βελτίωση των δεξιοτήτων εργαζομένων και επιχειρήσεων. Οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο είναι: επένδυση στη γνώση, τεχνολογική ανανέωση, διαχειριστική αναβάθμιση και δικτύωση των επιχειρήσεων, εξαγωγικός προσανατολισμός.