25 Φεβρουαρίου 2020

Από το Μιλάνο με ψυχραιμία

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020).

Η επιδημία ξέσπασε ξαφνικά στην Ιταλία: από 50 σε 150 κρούσματα μέσα σε μια μόνο μέρα (Κυριακή 23 Φεβρουαρίου), τα περισσότερα στη Λομβαρδία και στο Βένετο. Αυτές οι γραμμές γράφονται την επομένη από το Μιλάνο, μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Ιταλίας, ατμομηχανή της ιταλικής οικονομίας. Τι έχει αλλάξει στην καθημερινότητά μας; Προς το παρόν, όχι πολλά. Τα πανεπιστήμια έκλεισαν για μια εβδομάδα και βλέπουμε, το ίδιο και τα σχολεία. Για μερικούς από εμάς, μικρό το κακό: η ομάδα μας στο Πολυτεχνείο δουλεύει απερίσπαστη, ο καθένας στο σπίτι του, σε συνεχή επαφή με τους υπόλοιπους. Για άλλους, τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα, αν και πολλές εταιρείες ζήτησαν από τους εργαζομένους να συνεχίσουν τη δουλειά από το σπίτι. Αντίθετα με τους δυστυχείς κατοίκους της Wuhan, η πόλη μας δεν είναι απλώς οργανωμένη αλλά και ελεύθερη. Οι περιορισμοί στην ελευθερία μας (π.χ. στις μετακινήσεις) γίνονται δεκτές ως αναπόφευκτες. Οι αρχές (δήμαρχος και περιφερειάρχης, σε στενή συνεργασία παρότι προέρχονται από αντίθετες παρατάξεις) δείχνουν να έχουν συναίσθηση της ευθύνης τους, και αυτό εμπνέει εμπιστοσύνη. Η ενημέρωση είναι πλήρης, συνεχής και ψύχραιμη. Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια από τις πλουσιότερες γωνιές του πλανήτη, με νοσοκομεία υψηλού επιπέδου, στη διάθεση όλων των ασθενών, πλούσιων και φτωχών, με γιατρούς και νοσοκόμους που εργάζονται με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση, και με ερευνητικά κέντρα που βρίσκονται στην διεθνή πρωτοπορία. Στο «Περί τυφλότητος» του Ζοζέ Σαραμάγκου, η κοινωνία σιγά-σιγά αποσυντίθεται, ελάχιστοι διατηρούν μέχρι τέλους την ανθρωπιά τους (η γυναίκα του γιατρού, το κορίτσι με τα μαύρα γυαλιά). Με λίγη τύχη, θα τα καταφέρουμε καλύτερα.

9 Φεβρουαρίου 2020

Ασφαλιστικό: Επιστροφή στη λάθος κανονικότητα

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020).

Το σχέδιο νόμου για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που δόθηκε στη δημοσιότητα πριν λίγες μέρες, μαζί με την επικοινωνιακή παρουσίασή του («μειώνονται οι εισφορές, αυξάνονται οι συντάξεις»), δημιουργεί απορίες για το εάν η χώρα έμαθε κάτι, και τι ακριβώς, από την οδυνηρή περιπέτεια της περασμένης δεκαετίας.

Μια σύντομη περίληψη των προηγουμένων. Το 2010 είχαμε το χειρότερο σύστημα συντάξεων της Ευρώπης: το πιο άδικο και το πιο χρεωκοπημένο. Η κρατική επιχορήγηση των συντάξεων την περίοδο 2000-2014 έφτασε τα 200 δις ευρώ (πάνω από 2/3 του συνολικού δημόσιου χρέους). Οι προβολές των ανεδαφικών υποσχέσεων του συστήματος προς το μέλλον έδειχναν σε όποιον νοιαζόταν ότι η καταστροφή ήταν θέμα χρόνου: η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2009 υπολόγιζε τη συνταξιοδοτική δαπάνη το 2050 σε 24% του ΑΕΠ (έναντι 12,5% στην ΕΕ). Επειδή καμμιά χώρα δεν αντέχει να ξοδεύει το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος μόνο για συντάξεις, αυτό πρακτικά σήμαινε κατάρρευση του συστήματος πολύ νωρίτερα. Όπως ακριβώς συνέβη το 2010 – με τη διαφορά ότι δεν κατάρρευσε απλώς το σύστημα συντάξεων, αλλά η εθνική οικονομία.

Μετά μια μακρά περίοδο μεταρρυθμιστικής αφλογιστίας (1992-2010), ήρθαν 6 χρόνια καταιγιστικών αλλαγών (2010-2016). Οι συντάξεις περικόπηκαν από 16% για τους χαμηλοσυνταξιούχους έως 46% για εκείνους κάτω των 55 ετών με συντάξεις πάνω από 2.500 ευρώ το μήνα. Η τραγωδία είναι ότι ακόμη και αυτές οι μειώσεις, πρωτοφανείς παγκοσμίως, δεν «εξυγίαναν» το σύστημα: το 99% των συνταξιούχων του ΙΚΑ (100% των ειδικών ταμείων) εισπράττουν σε σύνταξη περισσότερα από όσα κατέβαλαν σε εισφορές οι ίδιοι και οι εργοδότες τους. Για αυτό άλλωστε η προσαρμογή του συστήματος (υπό την πίεση, φυσικά, των δανειστών) προέβλεπε πιο αυστηρούς κανόνες για όσους βγαίνουν στη σύνταξη από τώρα και στο εξής. Ακόμη και η προηγούμενη («αντιμνημονιακή») κυβέρνηση, έχοντας πρώτα ματαιώσει την εφαρμογή του «αντιλαϊκού» Ν3863/2010, υιοθέτησε τελικά χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης με το Ν4387/2016. Για παράδειγμα, το ποσοστό αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης του «νόμου Κατρούγκαλου» με 35 έτη ασφάλισης διαμορφώθηκε σε 33,81% (έναντι 45,85% της αναλογικής σύνταξης του «νόμου Λοβέρδου»). Επί πλέον, έγιναν σημαντικά βήματα ενοποίησης του συστήματος, με τη συγχώνευση των ασφαλιστικών ταμείων στον ΕΦΚΑ, και με την εξίσωση των εισφορών μεταξύ μισθωτών, ελεύθερων επαγγελματιών, αυταπασχολουμένων και αγροτών.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν μια μεγάλη διόρθωση. Η τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (του 2018) εκτίμησε τη συνταξιοδοτική δαπάνη το 2050 σε μόλις 12,5% του ΑΕΠ (έναντι 12,4% στην ΕΕ). Εάν η πρόβλεψη επαληθευθεί, το ασφαλιστικό δεν θα παρασύρει την οικονομία σε νέα χρεωκοπία, και τα παιδιά μας – που πλήρωσαν την κρίση με τεράστια ανεργία και πενιχρούς μισθούς ποιος ξέρει για πόσο ακόμη – δεν θα χρειαστεί να σηκώσουν το άδικο φορτίο που τους είχαν φορτώσει οι προηγούμενες γενιές.

Οι μετέπειτα εξελίξεις δείχνουν ότι η θετική αυτή πρόβλεψη κινδυνεύει να διαψευσθεί. Το ενδιαφέρον των δανειστών, και μαζί του η εξωτερική πίεση για την εξυγίανση του ασφαλιστικού, άρχισε να υποχωρεί αμέσως μετά την ψήφιση του Ν4472/2017, ο οποίος προέβλεπε εξίσωση των παλαιών με τους νέους συνταξιούχους, μέσω της σταδιακής κατάργησης της «προσωπικής διαφοράς» μεταξύ της σύνταξης που καταβάλλεται στους παλαιούς συνταξιούχους και εκείνης που αντιστοιχεί στο νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Η ίδια η «Ειδική έκθεση επιπτώσεων των ασφαλιστικών διατάξεων του Ν4472/2017» της προηγούμενης κυβέρνησης υπολόγισε ότι η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς (που θα οδηγούσε σε μειώσεις 15% κατά μέσο όρο για 1.000.000 συνταξιούχους, και αυξήσεις 1% για άλλους 200.000) προστάτευε τους χαμηλοσυνταξιούχους. Αλλά ποιος πολιτικός άντεχε νέες μειώσεις συντάξεων, και μάλιστα σε εκλογικό έτος; Στις αρχές του 2019, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (με την ανοχή των δανειστών, και με τη σιωπηρή συναίνεση της αντιπολίτευσης ΝΔ-ΚΙΝΑΛ) αποφάσισε να αφήσει άθικτες τις συντάξεις των παλαιών, και να παραπέμψει στο μακρινό μέλλον τη σύγκλιση με το νέο σύστημα. Το εκκρεμμές κινήθηκε προς τα πίσω, η επιβάρυνση της γενιάς των παιδιών μας αυξήθηκε και πάλι.

Εν τω μεταξύ, σειρά αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1880, 1888, 1889, 1890 και 1891/2019) έκρινε αντισυνταγματικές διάφορες διατάξεις του Ν4387/2016. Η πιο σημαντική ήταν αυτή που εξίσωνε τις εισφορές μισθωτών και αυταπασχολουμένων. Το ΣτΕ έκρινε ότι η ρύθμιση αυτή «αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας από της απόψεως της ενιαίας μεταχείρισης προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες». (Στη Σουηδία, στη Φινλανδία, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Τσεχία, στις ΗΠΑ, και αλλού, το ποσοστό εισφοράς των αυταπασχολουμένων ισούται με το άθροισμα της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη που αναλογεί στους μισθωτούς. Προφανώς σε αυτά τα υπανάπτυκτα κράτη τα συνταγματικά δικαστήρια νοιάζονται λιγότερο για την ίση μεταχείριση των πολιτών.)

Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε σπεύσει να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του ΣτΕ μειώνοντας το ποσοστό εισφοράς των ελεύθερων επαγγελματιών, των αυταπασχολουμένων και των αγροτών από 20% σε 13,33% (οι μισθωτοί πληρώνουν 6,67%, οι εργοδότες 13,33%). Με το σχέδιο νόμου της περασμένης εβδομάδας, η τωρινή κυβέρνηση πηγαίνει ένα – τεράστιο – βήμα παραπέρα: οι αυταπασχολούμενοι θα επιλέγουν οι ίδιοι εισφορά για σύνταξη, ανεξαρτήτως εισοδήματος, με κατώτατο όριο 155 ευρώ το μήνα. Σε αντάλλαγμα, θα εισπράξουν αναλόγως μειωμένη σύνταξη στο μέλλον. Ουσιαστικά η κυβερνητική πρόταση επιτρέπει σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού να αυτοεξαιρεθεί από τους κανόνες που ισχύουν για τους υπόλοιπους.

Δεν είναι σαφές πόσο υποχρεωτική ήταν η μεροληψία της κυβέρνησης υπέρ ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών (στη χώρα με το υψηλότερο ποσοστό αυταπασχόλησης στην ΕΕ: 33,5%, με δεύτερη την Ιταλία 22,9% και μέσο όρο 15,3%). Πάντως το ΣτΕ δεν φαίνεται να αμφισβήτησε την αρχή της σύνδεσης των εισφορών με το εισόδημα (μόνο το ύψος τους). Οπωσδήποτε, η κυβερνητική πρόταση έχει μοιραίες συνέπειες. Απομακρύνει για πολλές δεκαετίες την προοπτική ενιαίου ασφαλιστικού. Παραβιάζει στοιχειώδεις αρχές φορολογικής δικαιοσύνης, νομιμοποιώντας χαμηλότερες εισφορές για έναν μεγαλογιατρό από ό,τι για μια καθαρίστρια. Παρέχει ισχυρό κίνητρο στους εργοδότες να πληρώνουν τους υπαλλήλους τους με μπλοκάκι. Και παρά τις εξαγγελίες περί «αλλαγής παραγωγικού μοντέλου», δίνει το φιλί της ζωής στο μοντέλο που μας οδήγησε στη χρεωκοπία. Μια κανονικότητα στην οποία θα ήταν καλύτερα να μην επιστρέφαμε.

1 Ιανουαρίου 2020

Ακριβότερη ανάπτυξη ή νέα υποβάθμιση

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020).

Η δεκαετία που φεύγει θα μείνει στα βιβλία της ιστορίας ως η εποχή του υποβιβασμού. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η χώρα «έπεσε κατηγορία». Η απόσταση που τη χωρίζει από την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη μεγάλωσε κατά δυόμιση φορές. Το 2019 το μέσο εισόδημα στην Ελλάδα (λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στο κόστος ζωής) ήταν 36% χαμηλότερο από το μέσο εισόδημα της ΕΕ-15 (δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προ της διεύρυνσης του 2004). Το 2009 ήταν μόλις 15% χαμηλότερο. Η χώρα μας είναι πλέον φτωχότερη όχι μόνο από την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, αλλά και από την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τσεχία, την Σλοβακία, και τις Βαλτικές δημοκρατίες. Μόνο η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Κροατία είναι φτωχότερες από την Ελλάδα.

Πώς εξηγείται η μεγάλη υποβάθμιση; Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης απέχουμε πολύ από τη διαμόρφωση μιας κοινής συνείδησης για τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτή. Έχει επικρατήσει μια ψευδής συνείδηση, η οποία αναζητεί τις πηγές της κακοδαιμονίας στους «ατυχείς χειρισμούς» του 2010. Τέτοιοι υπήρξαν – αλλά το 2010 ήταν ήδη πολύ αργά. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα εξιστορήσει πώς η καταστροφική πενταετία Καραμανλή (2004-2009) επιτάχυνε τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, πώς η αδυναμία των προηγούμενων κυβερνήσεων να βάλουν φρένο στη σπατάλη (στις συντάξεις, στην υγεία, στις μεταφορές, στα δημόσια έργα, στους εξοπλισμούς) έκανε δυσκολότερη την έγκαιρη προσαρμογή, πώς η επικράτηση μιας αναχρονιστικής κουλτούρας σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα έκανε αδύνατη την διόρθωση πορείας όσο ακόμη υπήρχε καιρός.

Ίσως όμως εδώ που βρισκόμαστε να μην έχει νόημα να συνεχίσουμε να αντιδικούμε για το τι έγινε τότε, και να δούμε τι μπορεί να γίνει τώρα. Το χάσμα μεταξύ (ανεδαφικών) καταναλωτικών προσδοκιών από τη μια και (περιορισμένων) παραγωγικών δυνατοτήτων από την άλλη έχει σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί. Οι κραυγαλέες ανισορροπίες και τα διπλά ελλείμματα της προ κρίσης περιόδου έχουν εξαλειφθεί. Η οικονομία μας έχει πλέον ισορροπήσει – φυσικά, σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο. Το μαγικό φίλτρο της θεαματικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου από το 1974 έως το 2009 δεν είναι πια διαθέσιμο. Μπορεί οι δανειστές να συμφωνήσουν να χαμηλώσει ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα (όπως θα έπρεπε), μπορεί και όχι. Αλλά η ευκολία της προσφυγής σε εξωτερικό δανεισμό για τη χρηματοδότηση της δημόσιας δαπάνης έχει πάψει να υφίσταται. Εάν η κοινωνία και η πολιτική επιθυμούν υψηλότερη κατανάλωση, θα πρέπει η οικονομία να βελτιώσει τις παραγωγικές της δυνατότητες. Με άλλα λόγια, να παράγει προϊόντα (αγαθά και υπηρεσίες) ελκυστικά στους καταναλωτές στην Ελλάδα και κυρίως στο εξωτερικό.

Απλουστεύοντας, από εδώ και πέρα θα πρέπει να αποφασίσουμε προς τα πού θα κινηθούμε. Η μια επιλογή είναι να ποντάρουμε στην υποβάθμιση της τελευταίας δεκαετίας: να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες της νέας κατάστασης. Οι χαμηλοί μισθοί και οι ελαστικοί κανόνες στην αγορά εργασίας προσφέρουν ευκαιρίες κερδοφορίας και επιτρέπουν την επιβίωση επιχειρήσεων που διαφορετικά θα έκλειναν. Οι εξαγγελθείσες ρυθμίσεις για τη φορολογία και το ασφαλιστικό δίνουν ανάσα ζωής σε εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες (και αγρότες). Με λίγη τύχη, θα έρθουν κάποιες επενδύσεις, ιδίως στην αγορά ακινήτων – η χώρα μας είναι μια από τις ομορφότερες στον κόσμο.

Το πλεονέκτημα αυτής της επιλογής είναι ο ρεαλισμός. Βασίζεται στην παραδοχή ότι οι δυνατότητες αυτής της χώρας είναι χαμηλές, και θα παραμείνουν χαμηλές στο ορατό μέλλον. Αυτό είναι και το μειονέκτημά της: οι χαμηλοί μισθοί και η χαμηλή φορολογία κρατούν καλωδιωμένο στο κρεβάτι της Εντατικής ένα παραγωγικό σύστημα ατομικών και μικρο-επιχειρήσεων, που χρησιμοποιούν χαμηλή τεχνολογία, παράγουν προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας, με επιχειρηματίες χαμηλών διαχειριστικών ικανοτήτων, και με εργαζομένους χαμηλών δεξιοτήτων – σε ένα κράτος επίσης χαμηλής αποτελεσματικότητας, που παρέχει υπηρεσίες χαμηλού επιπέδου στις επιχειρήσεις και στους πολίτες, που δεν ξέρει ή δεν μπορεί να ρυθμίσει τις αγορές ώστε να εμποδίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό της υγιούς επιχειρηματικότητας από την επιχειρηματικότητα της αρπαχτής. Ουσιαστικά πρόκειται για επαναφορά του μοντέλου της φθηνής ανάπτυξης. Στο βαθμό που συμβαδίζει με μερική επαναφορά και των παθογενειών του παρελθόντος, δεν θα αργήσουν να ακολουθήσουν και τα ελλείμματα. Λόγω της διεθνούς επιτήρησης, η διόρθωση θα είναι άμεση, ενώ οι ψυχολογικές επιπτώσεις της θα πυροδοτήσουν ένα νέο κύκλο πολιτικής αστάθειας.

Η δεύτερη επιλογή είναι πιο φιλόδοξη και αναπόφευκτα πιο απαιτητική. Βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν είμαστε (γενετικά;) ανίκανοι να παρακολουθήσουμε την πορεία των πιο επιτυχημένων οικονομιών της Δύσης. Αξιοποιεί τη διόρθωση της τελευταίας δεκαετίας ως αφετηρία για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν βιάζεται να ακυρώσει τον εξορθολογισμό της φορολογικής δομής και του ασφαλιστικού συστήματος που επέβαλαν οι δανειστές. Αντιμετωπίζει τις (υπαρκτές) περιπτώσεις υπερφορολόγησης στοχευμένα, με στόχο να ενισχύσει τα κίνητρα των επιχειρήσεων να μεγαλώσουν, να προσλάβουν προσωπικό, να επενδύσουν στην έρευνα, στην τεχνολογία και στην κατάρτιση. Ρίχνει το βάρος στην δημόσια δαπάνη, δηλ. στον εκσυγχρονισμό του κράτους, ώστε η αξία των υπηρεσιών που παρέχει στις επιχειρήσεις και στους πολίτες να είναι η υψηλότερη δυνατή. Κινητοποιεί δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους για την αναβάθμιση των υποδομών και των δεξιοτήτων. Υποστηρίζει τη μετάβαση προς ένα παραγωγικό μοντέλο βιώσιμης κερδοφορίας (αναγκαία – αν και όχι ικανή – συνθήκη για την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση των μισθών). Δηλαδή: ένα μοντέλο ακριβότερης ανάπτυξης.

Σε μια δημοκρατία δεν αρκεί μια επιλογή να ωφελεί την πλειοψηφία για να επικρατήσει. Χρειάζονται κοινωνικές ομάδες και πολιτικές ηγεσίες ικανές να το αναγνωρίσουν, και πρόθυμες να επενδύσουν σε αυτή, αναλαμβάνοντας το σχετικό κόστος (και το σχετικό ρίσκο). Εάν αποδειχθεί ότι όλα αυτά μας ξεπερνούν, τότε η φθηνή ανάπτυξη θα είναι η αναπόφευκτη εναλλακτική. Εάν επικρατήσει, τη δεκαετία που έρχεται θα μεγαλώσει η απόκλιση της χώρας από τα δυναμικά τμήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας, και θα οριστικοποιηθεί η καθήλωσή της στη δεύτερη κατηγορία. Δεν θα είναι τραγικό. Θα είναι όμως κρίμα.

16 Δεκεμβρίου 2019

Ο Ταλλεϋράνδος στην Αθήνα

Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Liberal» (Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019).

«Δεν έμαθαν τίποτε και δεν ξέχασαν τίποτε» είναι η περίφημη φράση που αποδίδεται στον  Γάλλο πολιτικό και διπλωμάτη για τους Βουρβώνους μετά την εκδίωξη του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση της δυναστείας τους.

Μήπως ισχύει και για εμάς τους Έλληνες; Μήπως η τρομερή δεκαετία του 2010 μας έχει κάνει πιο μνησίκακους (για τα δεινά που μας μαστίζουν) χωρίς να μας κάνει σοφότερους (για τις αιτίες της κακοδαιμονίας μας);

Και ναι και όχι.

Ας αρχίσουμε από τους λόγους που έχουμε να είμαστε απαισιόδοξοι. Το βασικότερο μάθημα της ελληνικής κρίσης είναι ότι «δικαίωμα στην ευημερία» δεν υφίσταται. Για καμιά χώρα. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μια από τους πλουσιότερες χώρες του κόσμου ήταν η Αργεντινή. Το 1919, όταν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου η Αυστρία δοκιμαζόταν από την πείνα και την ανέχεια, η Αργεντινή έστειλε ανθρωπιστική βοήθεια, σε αναγνώριση της οποίας οι Βιεννέζοι ονόμασαν έναν δρόμο της πόλης «Argentinierstraße». Εκατό χρόνια αργότερα, η Αυστρία είναι τρεις φορές σχεδόν πλουσιότερη από την Αργεντινή. Σε τι οφείλεται αυτό; Όχι στους φυσικούς πόρους της Αυστρίας (η Αργεντινή έχει περισσότερους), ούτε στο εύκρατο κλίμα της (το αντίθετο ασφαλώς ισχύει), αλλά στους θεσμούς της: στην πολιτική σταθερότητα, στην αμεροληψία της δικαιοσύνης, στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, στην ποιότητα των σχολείων, των νοσοκομείων και των συγκοινωνιών. (Μια και το σημείωμα αυτό δημοσιεύεται στο Liberal, ας προσθέσω ότι οι φορολογικοί συντελεστές στην Αυστρία είναι πολύ υψηλότεροι από ό,τι στην Αργεντινή. Χωρίς σοβαρό κράτος δεν υπάρχει επιτυχημένη οικονομία, και σοβαρό κράτος με πενταροδεκάρες δεν φτιάχνεται.)

Στην Ελλάδα, αν ακούσει κανείς τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έως τον μέσο θαμώνα καφετέριας (περνώντας από τους περισσότερους πολιτικούς και δημοσιογράφους) θα νομίζει ότι η ευημερία για τη χώρα μας είναι περίπου κληρονομικό δικαίωμα (οι αρχαίοι ημών πρόγονοι) ή ίσως πνευματικό (για τον πολιτισμό που χαρίσαμε στην ανθρωπότητα πριν 2.500 χρόνια). Ακόμη και οι συνδικαλιστές βάζουν προς στιγμή στην άκρη τον προλεταριακό διεθνισμό και ξορκίζουν τους «μισθούς Βουλγαρίας» (οι οποίοι προφανώς είναι ΟΚ για τους Βούλγαρους, αλλά για εμάς όχι). Ε λοιπόν εάν κάτι θα έπρεπε να μας έχει μάθει – αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μας έχει μάθει – η δεκαετία του 2010 είναι ότι επίπεδο ζωής Βόρειας Αμερικής με οικονομία Βαλκανίων και θεσμούς Μέσης Ανατολής απλώς δεν γίνεται. Και εάν προς στιγμήν μας φάνηκε ότι γίνεται, είναι επειδή ζούσαμε σε μια φούσκα, και οι φούσκες έχουν την κακή συνήθεια μετά από λίγο να σκάνε. Η συνέχεια είναι γνωστή.

Έχουμε λόγους να είμαστε αισιόδοξοι; Ναι, και δεν σχετίζονται με την κυβερνητική αλλαγή του περασμένου Ιουλίου, ή μάλλον έχουν έμμεση σχέση με αυτήν. Ιστορικά προηγούμενα χωρών όπου το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 25% (και όπου τα νοικοκυριά απώλεσαν το 40% του μέσου εισοδήματός τους) χωρίς παρόλα αυτά να διαλυθούν είναι πολύ σπάνια. Ίσως μόνο οι ΗΠΑ το 1929-1932. Γνωρίζουμε αντίθετα πώς κατέληξε η ίδια ιστορία στη Γερμανία, στην Αυστρία και αλλού. Η Ελλάδα έδειξε ανησυχητικά σημεία διάλυσης το καλοκαίρι του 2011, με τους ναζί και τους ψεκασμένους στην πάνω πλατεία και τον Τσακαλώτο με το Σταθάκη στην κάτω πλατεία να μοιράζουν «μέτρα διαγραφής του χρέους». Μετά όλοι αυτοί έγιναν κυβέρνηση (εκτός από τους ναζί, οι οποίοι όμως προσμετρήθηκαν στο μέτωπο της «εθνικής αξιοπρέπειας» στο δημοψήφισμα του 2015). Και ύστερα από 4 δύσκολα χρόνια, η λαϊκή ετυμηγορία τους έστειλε πάλι στην αντιπολίτευση. Η ποιότητα των θεσμών υποβαθμίστηκε (γίναμε λίγο περισσότερο Αργεντινή), αλλά η δημοκρατία λειτούργησε.

Εάν η χώρα έμεινε όρθια, αυτό το οφείλουμε στους όχι και τόσο λίγους συμπατριώτες μας που συνέχισαν να κάνουν όσο γίνεται καλύτερα τη δουλειά τους σε συνθήκες αφάνταστα δυσκολότερες από πριν. Ο καθένας από εμάς μπορεί να σκεφτεί κάποιο σχετικό παράδειγμα. Εγώ έχω πρόχειρο το παράδειγμα των πρώην συναδέλφων μου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (και σε άλλα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα), που συνέχισαν να δημοσιεύουν στα καλύτερα περιοδικά, και να στέκονται με αξιώσεις στα διεθνή συνέδρια, όταν οι αμοιβές τους έπεφταν σε όλο και πιο ντροπιαστικά επίπεδα, ενώ το εργασιακό τους περιβάλλον γινόταν όλο και πιο τριτοκοσμικό (και στην περίπτωση του ΟΠΑ, επικίνδυνο). Να κάτι για το οποίο αξίζει να είμαστε υπερήφανοι.

12 Δεκεμβρίου 2019

Ποιότητα ζωής στην Κόκκινη Βιέννη

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019).

Σύμφωνα με τον ετήσιο δείκτη του περιοδικού Economist για την ποιότητα ζωής σε 140 πόλεις του κόσμου, την κορυφαία θέση της βαθμολογίας καταλαμβάνει – και μάλιστα για δεύτερη συνεχή χρονιά – η Βιέννη. Ο ανταποκριτής σας, ο οποίος τυχαίνει να βρίσκεται στην αυστριακή πρωτεύουσα για επίσκεψη εργασίας, είναι ικανοποιημένος με την τύχη του και αναρωτιέται ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας της πόλης που τον φιλοξενεί. Ο δείκτης του Economist λαμβάνει υπόψη 30 παράγοντες, από το κόστος διαβίωσης έως την εγκληματικότητα, και από το επίπεδο των δημόσιων συγκοινωνιών έως εκείνο των νοσοκομείων και των σχολείων, μαζί φυσικά με την ποιότητα και την ποικιλία της πολιτιστικής ζωής. Σε όλα αυτά, όπως διαπιστώνουν εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο (μεταξύ τους ασυνήθιστα πολλοί Έλληνες), η Βιέννη αριστεύει.

Το θέμα είναι πώς τα έχει καταφέρει. Η διαμόρφωση των χαρακτηριστικών που συνθέτουν την ποιότητα ζωής σε μια πόλη (ή σε μια χώρα) είναι μακρόχρονη διαδικασία που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τους θεσμούς και τις δημόσιες πολιτικές, που με τη σειρά τους επηρεάζουν τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κανείς ευλόγως να υποστηρίξει ότι η ελαφριά και πρόσχαρη διάθεση για την οποία φημίζονται οι Αυστριακοί δεν είναι άσχετη με την επιλογή της δυναστείας των Αψβούργων το 15ο και 16ο αιώνα να επεκτείνουν τα όρια της κυριαρχίας τους μέσω μιας σειράς στρατηγικά επιλεγμένων γάμων των γόνων τους με εκείνους άλλων βασιλικών οικογενειών από τη Βουργουνδία, από την Καστίλλη, από τη Βοημία και από την Ουγγαρία. Εξ ου και η γνωστή ρήση: «Ας κάνουν πολέμους οι άλλοι, εσύ ευτυχισμένη Αυστρία κάνε γάμους. Όσα στους άλλους δίνει ο Άρης, σε σένα τα δίνει η Αφροδίτη».

(Βέβαια, στο πέρασμα του χρόνου, η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία έκανε και πολέμους, προσπαθώντας να αποτρέψει την ανεξαρτητοποίηση διαφόρων εθνοτήτων υπό την κυριαρχία της. Στο Μιλάνο, το Μάρτιο 1848, μετά από οδομαχίες πέντε ημερών, οι εξεγερμένοι πολίτες ανάγκασαν τους 13.000 στρατιώτες της φρουράς να αποσυρθούν από την πόλη, παρά την πεισματική – και αιματηρή – αντίσταση του βετεράνου διοικητή της στρατηγού Radetzky, του γνωστού εμβατηρίου. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.)

Ο ανταποκριτής σας είναι πιθανώς επηρεασμένος από το αντικείμενο της έρευνάς του εδώ στη Βιέννη: την πολιτική κατοικίας. Ο βασικός λόγος που το κόστος ζωής στην πόλη κυμαίνεται σε τόσο λογικά επίπεδα είναι ότι τα δύο τρίτα των κατοίκων ζούνε σε διαμερίσματα που είτε επιδοτούνται από τη δημοτική αρχή είτε ανήκουν σε αυτήν. Όχι μόνο οι φτωχοί, αλλά και μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. Πρόκειται για διαμερίσματα λιτά αλλά λειτουργικά, φωτεινά, σε κτίρια διάσπαρτα στο κέντρο της πόλης (αντί σε κάποιο υποβαθμισμένο προάστειο-γκέττο), σχεδιασμένα από τους καλύτερους αρχιτέκτονες.

Η ιστορία της κοινωνικής κατοικίας στη Βιέννη, μια ιστορία συναρπαστική, ξεκινά πριν από 100 ακριβώς χρόνια. Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σημαίνει το τέλος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Η ανεξαρτησία της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας, και η απώλεια εδαφών προς όφελος της Ιταλίας και της Γιουγκοσλαβίας, αφήνουν στη Αυστριακή Δημοκρατία μια συρρικνωμένη επικράτεια με δυσανάλογα μεγάλη πρωτεύουσα, κατεστραμμένη οικονομία και εξαθλιωμένη μάζα πολιτών. (Πριν το Μεγάλο Πόλεμο, η μέση διάρκεια ζωής ενός ανειδίκευτου εργάτη ήταν 33 χρόνια, ενώ η βρεφική θνησιμότητα έφτανε το 24%. Ο πόλεμος, οι στερήσεις και η ισπανική γρίππη του 1918 επιδεινώνουν και άλλο την κοινωνική κατάσταση.)

Στις εκλογές του 1919, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα φτάνει το 41% και σχηματίζει κυβέρνηση συνασπισμού με το Χριστιανοκοινωνικό Κόμμα (36%). Σε εθνικό επίπεδο, οι σοσιαλδημοκράτες θα βρεθούν σύντομα στην αντιπολίτευση. Αλλά στη Βιέννη, στις δημοτικές εκλογές του ίδιου έτους, κερδίζουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών με 54% των ψήφων. Με εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες να ζουν σε τρώγλες, και 75.000 άτομα να νοικιάζουν με την ώρα ένα διαφορετικό κάθε μέρα κρεβάτι, η πολιτική κατοικίας είναι απόλυτη προτεραιότητα. Ο αντιδήμαρχος Hugo Breitner, υπουργός οικονομικών της πόλης της Βιέννης, σχεδιάζει έναν προοδευτικό φόρο οικοδομής, και ένα φόρο πολυτελείας στον τρόπο ζωής των πλουσίων: υπηρετικό προσωπικό, αυτοκίνητα, ακριβά ρούχα, σαμπάνια κτλ. Με τα έσοδα αυτών των φόρων, και με την υποστήριξη και ενθουσιώδη συμμετοχή της αφρόκρεμας της βιεννέζικης διανόησης, ξεκινά ένα πρόγραμμα ανέγερσης δημοτικών κατοικιών, αλλά και σχολείων, σανατορίων, νοσοκομείων, βιβλιοθηκών.

Είναι η απαρχή της «Κόκκινης Βιέννης»: της 15ετούς ηγεμονίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που βελτιώνει ριζικά την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, ιδίως – αλλά όχι μόνο – των πιο φτωχών. Οι Βιεννέζοι ανταποδίδουν υπερψηφίζοντας μαζικά τους σοσιαλδημοκράτες: 56% το 1923, 60% το 1927, 59% το 1932. Εν τω μεταξύ, στην Ευρώπη ο ορίζοντας σκοτεινιάζει. Ο υπερσυντηρητικός Dollfuss το 1932 γίνεται καγκελάριος, το 1933 καταλύει το κοινοβούλιο, και το 1934 κηρύσσει πόλεμο στην «Κόκκινη Βιέννη». Ο στρατός δεν διστάζει να κανονιοβολίσει το μεγαλύτερο συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας, το θρυλικό Karl-Marx-Hof, όπου βρίσκονται κλεισμένοι οι μαχητές της σοσιαλδημοκρατικής πολιτοφυλακής. Η σύρραξη διαρκεί μόνο 4 ημέρες, αλλά αφήνει εκατοντάδες νεκρούς. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα τίθεται εκτός νόμου, οι ηγέτες του φυλακίζονται ή εξορίζονται. Λίγους μήνες αργότερα ο Dollfuss δολοφονείται από μέλη του ναζιστικού κόμματος. Το 1938 η Αυστρία θα προσαρτηθεί στη χιτλερική Γερμανία. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι σοσιαλδημοκράτες θα αναλάβουν ξανά τα ηνία της πόλης, και θα παραμείνουν μέχρι σήμερα στην πλειοψηφία της δημοτικής αρχής (σε συνασπισμό με τους Πράσινους, με αντιδήμαρχο από το 2010 έως τον Ιούνιο 2019 τη Μαρία Βασιλάκου). Στις τελευταίες δημοτικές εκλογές το ποσοστό του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος θα πέσει στο ιστορικά χαμηλό 39,6%.

Έχοντας μόλις επισκεφθεί την έκθεση «Η Κόκκινη Βιέννη: 1919-1934» στο Μουσείο της Πόλης, σκέφτομαι αυτή την ένδοξη ιστορία και το άδοξο τέλος της, καθώς και τα μόνιμα αποτελέσματα αυτής της γιγαντιαίας ειρηνικής προσπάθειας που σε τελευταία ανάλυση κατάφερε να κάνει πιο χαρούμενη τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, με μόνα όπλα τα εργαλεία της δημοκρατικής πολιτικής: την κίνηση των ιδεών, την προγραμματική αντιπαράθεση, την καθολική ψηφοφορία, τη φορολογική μεταρρύθμιση και τις δημόσιες πολιτικές.

Εκατό χρόνια μετά από τη γέννηση της «Κόκκινης Βιέννης», η συντριπτική πλειονότητα των Βιεννέζων μένουν ακόμη σε δημοτικά ή επιδοτούμενα διαμερίσματα, ενώ η πόλη τους ψηφίζεται από τον Economist (γνωστό ανατρεπτικό έντυπο) ως η πιο ευχάριστη πόλη στον κόσμο. Τυχαίο; Δεν νομίζω ...

24 Νοεμβρίου 2019

Όταν η «ζοφερή επιστήμη» γίνεται ταπεινή

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019).

Μερικά πράγματα δεν πηγαίνουν και τόσο άσχημα. Το 1990, ο αριθμός των ανθρώπων σε όλον τον κόσμο που ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας ήταν 1 δισεκατομμύριο 890 εκατομμύρια. Το 2015, είχε μειωθεί σε 735 εκατομμύρια. Πρόκειται για σπουδαίο επίτευγμα, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι σε αυτά τα 25 χρόνια ο πληθυσμός της γης αυξήθηκε σημαντικά: ως ποσοστό του συνόλου, ο αριθμός των ακραία φτωχών έπεσε από 36% σε 10%.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό οφείλεται στην παγκοσμιοποίηση: εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι στην Κίνα, στην Ινδία και αλλού άφησαν πίσω τους την ακραία φτώχεια. Η ζωή κάποιων από αυτούς έχει ίσως γίνει πιο κουραστική, πιο αγχώδης, πιο μολυσμένη. Αλλά επίσης, λιγότερο δέσμια των δεινών που παγιδεύουν τους φτωχούς ανθρώπους από καταβολής κόσμου: αρρώστεια, άγνοια, πείνα.

Σε κάποιο βαθμό, όμως, η μείωση της ακραίας φτώχειας – ακόμη και σε χώρες που δεν γνώρισαν ραγδαία ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες – οφείλεται στο ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται έχουν γίνει λιγότερο αφελείς, πιο προσγειωμένες, πιο ταπεινές. Γνωρίζουμε καλύτερα ότι κάποια μέτρα αποδίδουν και κάποια όχι. Γνωρίζουμε επίσης ότι κάποια άλλα μέτρα (ίσως περισσότερα) λειτουργούν καλά κάπου αλλά λιγότερο καλά κάπου αλλού. Και αυτό συμβαίνει επειδή οι φτωχοί δεν είναι στερεοτυπικές φιγούρες που αξίζουν τον οίκτο μας ή την συγκατάβασή μας, αλλά άνθρωποι όπως οι υπόλοιποι, που πασχίζουν να συμβιβάσουν σύνθετους στόχους όπως οι υπόλοιποι, σε συνθήκες αφάνταστα δυσκολότερες από τους υπόλοιπους. Εάν η δουλειά μας είναι να τους βοηθήσουμε, θεωρώντας ότι ξέρουμε καλύτερα από τους ίδιους τι χρειάζονται, και πώς να το αποκτήσουν, το πιθανότερο είναι να αποτύχουμε. Για να σχεδιάσουμε αποτελεσματικές πολιτικές κατά της φτώχειας, πρέπει να καταλάβουμε καλύτερα τους περιορισμούς και τις προσδοκίες των άμεσα ενδιαφερομένων.

Λίγοι έχουν συμβάλει σε αυτή την εμπειρική στροφή των οικονομικών της ανάπτυξης όσο οι τρεις νικητές του φετεινού βραβείου Νόμπελ οικονομίας. Η Εστέρ Ντυφλό, γεννημένη στο Παρίσι, είναι η δεύτερη γυναίκα που κερδίζει το βραβείο (μετά την Έλινορ Όστρομ το 2009), και – στα 46 της – η νεώτερη νικήτρια (ανεξαρτήτως φύλου). Ο Άμπιτζιτ Μπάνερτζη κατάγεται από την Καλκούττα. Η οικογένειά του κατοικούσε στα όρια μιας παραγκούπολης. Παρότι τα παιδιά από εκεί ήταν πιο αδύνατα και πιο ασθενικά από τον ίδιο, στα σπορ ήταν ανίκητα. Ο Μάικλ Κρέμερ σπούδασε στο Χάρβαρντ, αλλά μετά έγινε καθηγητής γυμνασίου στην Κένυα. Κάποια στιγμή ένας κενυάτης φίλος του είπε ότι η οργάνωσή του θα ήθελε να κάνει κάτι για να περιορίσει τη σχολική διαρροή, αλλά δεν ξέρει τι. Οπωσδήποτε, για να πηγαίνουν περισσότερα παιδιά στο σχολείο θα πρέπει το κόστος του να είναι χαμηλό. Ακόμη καλύτερα μηδενικό: δωρεάν. Και γιατί όχι αρνητικό: όχι ακριβώς να πληρώνονται οι μαθητές για να πηγαίνουν στα μαθήματα, αλλά να τους δίνεται κάποιο έξτρα κίνητρο. Αλλά τι; Μήπως να μοιράσουν δωρεάν στολές; Ή να προσφέρουν καθημερινά γεύματα; Ή μήπως εμβολιασμούς και θεραπείες;

Ο νεαρός Μάικλ Κρέμερ δεν είχε ιδέα τι από όλα αυτά θα απέδιδε καλύτερα. Είχε όμως μια άλλη ιδέα: γιατί να μην δοκιμάσουν και τα τρία; Δωρεάν στολές σε κάποια σχολεία, καθημερινά γεύματα σε κάποια άλλα, ιατρικές υπηρεσίες σε κάποια τρίτα. Ακόμη καλύτερα εάν κατανείμουν τυχαία τα σχολεία της περιοχής σε κάθε μια από τις τρεις ομάδες, και εάν αφήσουν μια τέταρτη ως «ομάδα ελέγχου». Όπως δηλαδή γίνεται στην βιοϊατρική έρευνα. (Όχι ανέκαθεν, αλλά σταδιακά από την δεκαετία του ’60, χάρη σε ένα κίνημα στο οποίο πρωταγωνίστησε ο θρυλικός Άρτσι Κόχραν, ο Σκωτσέζος γιατρός και επιδημιολόγος, που διέκοψε τις σπουδές του για να πολεμήσει με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον ισπανικό εμφύλιο, και μετά με τον βρετανικό στρατό στην Κρήτη, και τις συνέχισε ως αιχμάλωτος πολέμου στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Γερμανία – αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.)

Η έρευνα στα σχολεία της Κένυας δημιούργησε και αυτή κίνημα. Λιγότερο για τα ευρήματά της. (Στα συγκεκριμένα σχολεία, δύο επισκέψεις το χρόνο για την αντιμετώπιση της διάρροιας βελτίωσαν την υγεία των μαθητών και μείωσαν τη σχολική διαρροή, με κόστος 3,50 δολάρια ανά κερδισμένο σχολικό έτος, έναντι 36 δολαρίων ανά επιπλέον έτος για τα δωρεάν γεύματα, και 99 δολαρίων για τις δωρεάν στολές). Περισσότερο για τη μέθοδο.

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, η Εστέρ Ντυφλό και ο Άμπιτζιτ Μπάνερτζη, στο Εργαστήριο Ανάλυσης της Φτώχειας (J-PAL) που ίδρυσαν στο ΜΙΤ, σε συνεργασία με τον Μάικλ Κρέμερ στο Χάρβαρντ, μαζί με άλλους 180 καθηγητές και περισσότερους ερευνητές σε όλον τον κόσμο, έχουν εκπονήσει 978 «τυχαιοποιημένες μελέτες αξιολόγησης» σε 83 χώρες.

Η μελέτη για την οποία είναι περισσότερο περήφανοι αφορά τρόπους αύξησης των εμβολιασμών στην Ινδία (όπου 25 εκατομμύρια παιδιά κάθε χρόνο δεν εμβολιάζονται). Οι περισσότεροι πίστευαν ότι το πρόβλημα είναι η έλλειψη υποδομής, η (αδικαιολόγητη) απουσία των γιατρών και των νοσοκόμων από τα κέντρα υγείας κτλ. Η Ντυφλό και ο Μπάνερτζη συνεργάστηκαν με την τοπική κυβέρνηση, και μια ΜΚΟ που ανέλαβε την υποδειγματική παροχή εμβολιασμών σε 60 χωριά. Στα μισά από αυτά, η νοσοκόμος της ΜΚΟ εμφανιζόταν την προκαθορισμένη ώρα και μέρα έτοιμη να κάνει το εμβόλιο σε κάθε σπίτι. Στα άλλα 30 χωριά, εκτός από τον κατ’ οίκο εμβολιασμό, προσέφερε επίσης 1 κιλό φακές για κάθε εμβόλιο, και ένα σετ ανοξείδωτων πιάτων με τη συμπλήρωση όλου του κύκλου εμβολίων. Αποτέλεσμα: Στην ομάδα ελέγχου (άλλα 60 χωριά της περιοχής) το ποσοστό εμβολιασμών έμεινε στο 5%. Στα 30 χωριά με τον κατ’ οίκο εμβολιασμό ανέβηκε στο 12%. Στα 30 χωριά με κατ’ οίκο εμβολιασμό συν φακές συν πιάτα, έφτασε το 37%. Οι φακές και τα πιάτα κόστισαν πολύ λιγότερο από τα οφέλη των επιπλέον εμβολιασμών.

Είναι σημαντικό εύρημα αυτό; Ναι, επειδή οδηγεί στο σχεδιασμό πολιτικών που καλυτερεύουν τη ζωή των ανθρώπων, δίνοντας σε περισσότερους τη δυνατότητα να αποδράσουν από τη φτώχεια.

Στη συνέντευξη τύπου του ΜΙΤ τη μέρα της βράβευσης, κάποιος ρώτησε τη Ντυφλό και τον Μπάνερτζη: «Τι διαφορετικό θα κάνετε τώρα που πήρατε το Νόμπελ;» Αυτοί κοιτάχτηκαν και απάντησαν: «Διαφορετικό, τίποτε. Αγαπάμε αυτή τη δουλειά. Ελπίζουμε να συνεχίσουμε να την κάνουμε.»

14 Ιουλίου 2019

Η αντιπολίτευση αντιμέτωπη με τον εαυτό της

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 14 Ιουλίου 2019).

Μετά από μια δεκαετία εμφυλιοπολεμικού διχασμού, το εκλογικό αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής φαίνεται να ικανοποιεί τους πάντες. Εν μέρει αυτό είναι δικαιολογημένο. Συγκρίνοντας τις βουλευτικές εκλογές με τις ευρωεκλογές του Μαΐου βλέπει κανείς ότι και τα τρία πρώτα κόμματα κέρδισαν έδαφος. Η ΝΔ κέρδισε 378.000 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ 438.000, το ΚΙΝΑΛ 21.000. (Ο αριθμός εγκύρων ψηφοδελτίων έμεινε περίπου ίδιος.) Εάν για τη ΝΔ ήταν αναμενόμενο, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ ήταν έκπληξη ακόμη και για τα επιτελεία των δύο κομμάτων. Εξ ου και η πρόδηλη ανακούφιση των στελεχών τους.

Σε τι οφείλεται η ανθεκτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ (και δευτερευόντως του ΚΙΝΑΛ); Νομίζω εν πολλοίς στο ίδιο το εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Η οξύτητα της αντιπαράθεσης αντιμνημονιακών και μη, η αδυναμία επικοινωνίας των μεν με τους δε, η σταδιακή περιχαράκωση όλων σε δύο παράλληλες πραγματικότητες, διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους, έχει «σκληρύνει» τις πολιτικές ταυτότητες. Ούτως ή άλλως, σε όλες τις κοινωνίες, οι περισσότεροι άνθρωποι προσέχουν τις ειδήσεις που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις τους αγνοώντας όσες έρχονται σε σύγκρουση με αυτές («μεροληπτικό σφάλμα επιβεβαίωσης»). Στη δική μας κοινωνία, στα χρόνια της κρίσης, οι πολιτικές συμπεριφορές μοιάζουν με συμπεριφορές οπαδών που δεν αλλάζουν ομάδα ακόμη και όταν προσφέρει άθλιο θέαμα, οι παίκτες της παίζουν βρώμικα και αντιαθλητικά, ο πρόεδρος απειλεί ή εξαγοράζει τους διαιτητές – και παρόλα αυτά χάνει με αρκετά γκολ διαφορά. (Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα είναι εντελώς ηθελημένη.) Φυσικά, η τελική κατάληξη είναι να πηγαίνουν στο γήπεδο μόνο οι φανατικοί. Οι υπόλοιποι κάθονται στο σπίτι και παρακολουθούν αποκλειστικά ξένο ποδόσφαιρο.

Ίσως ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ να το διαισθάνεται αυτό. Το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, που τον εκτόξευσε από το περιθώριο της πολιτικής στα σαλόνια της Ευρώπης, έχει πλέον εξαντλήσει τη χρησιμότητά του. Όχι ότι θα διστάσει να δημαγωγήσει όταν του δοθεί η ευκαιρία. Αλλά μέχρι τότε, όσο πιο σοβαρή και αποτελεσματική είναι η κυβέρνηση, τόσο πιο παράταιρο θα φαντάζει το στυλ μαθητικού συνδικαλισμού στο οποίο ο ίδιος διαπρέπει. Εξ ού και η «ρεαλιστική στροφή», και η επιδίωξη μιας πλατειάς «προοδευτικής συμμαχίας» με κορμό τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν αποκλείεται να τα καταφέρει. Δεν θα πρόκειται ασφαλώς για «σοσιαλδημοκρατικοποίηση», ό,τι και αν λένε κάποιοι. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανιστόρητο, εξ άλλου η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε υποχώρηση σχεδόν παντού. Αυτό που έχει στο μυαλό του το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ είναι να επαναλάβει την τροχιά του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1996. Θολός ριζοσπαστισμός, ρητορικός αντιδυτικισμός, και σταδιακή απορρόφηση των ανταγωνιστών του στον χώρο της «δημοκρατικής παράταξης» σε πρώτη φάση. Σιωπηρή εγκατάλειψη των προηγούμενων θέσεων (χωρίς συζήτηση για την αναγκαιότητα αναθεώρησής τους), και οικοδόμηση προσωποπαγούς κόμματος στη συνέχεια. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο ότι ο Αλέξης δεν είναι Ανδρέας, και ότι λεφτά για μοίρασμα πλέον δεν υπάρχουν. Είναι επίσης η απερίγραπτη φτώχεια ιδεών, το χαμηλό επίπεδο των στελεχών, καθώς και το τέλος των ψευδαισθήσεων μετά από τεσσεράμιση χρόνια στην εξουσία.

Το σενάριο των επιτελών της Κουμουνδούρου επιφυλάσσει για το ΚΙΝΑΛ το ρόλο της ΕΔΗΚ το 1977-1981. Το εσωκομματικό ξεκαθάρισμα το διευκολύνει, καθώς οριστικοποιεί την επιλογή της ηγεσίας αυτού του κόμματος να παγιωθεί ως ένα είδος ΚΚΕ του κέντρου. Ένα κόμμα νοσταλγών του παρελθόντος, απίθανα ντεμοντέ, ανίκανο να επηρεάσει τις εξελίξεις, βολεμένο στο μονοψήφιο ποσοστό του, το οποίο εξασφαλίζει την αναπαραγωγή μιας μικρής ομάδας στελεχών, πιστών στην ηγεσία από την οποία εξαρτώνται. Με τη διαφορά ότι το ΚΙΝΑΛ δεν έχει εγκαταλείψει εντελώς τα εγκόσμια: παραμένει διαθέσιμο ως εταίρος κάποιας μελλοντικής κυβέρνησης συνεργασίας, όποτε το εκλογικό αποτέλεσμα (και ο εκλογικός νόμος) την καταστήσει αναγκαία.

Η μακροημέρευση της σημερινής αντιπολίτευσης σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από το εάν η χώρα μπορέσει να αφήσει πίσω της τη μιζέρια της τελευταίας περιόδου. Εάν όχι, το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του διαγράφεται αν όχι λαμπρό τουλάχιστον πολλά υποσχόμενο. Μια καχεκτική οικονομία λίγων και κακοπληρωμένων θέσεων εργασίας, μια φοβισμένη κοινωνία θυμωμένων και καχύποπτων ανθρώπων, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα αναξιοπιστίας θεσμών και προσώπων, θα ήταν ιδανικές συνθήκες για τη γρήγορη επάνοδό τους στην εξουσία. Αντίθετα, η ανόρθωση της χώρας θα άλλαζε τη θεματολογία της δημόσιας συζήτησης, και θα έφερνε στο προσκήνιο νέα δυναμικά στρώματα, που θα απαιτούσαν πολιτική εκπροσώπηση.

Είναι φανερό ότι ο νέος πρωθυπουργός θα επιχειρήσει την αναπτυξιακή ώθηση που χρειάζεται η οικονομία, προσδοκώντας στη συνέχεια να εκφράσει τους κερδισμένους της ανάκαμψης. Η μεσοπρόθεσμη κυριαρχία του στο πολιτικό σύστημα προϋποθέτει κάτι περισσότερο: ότι θα καταφέρει να υπερνικήσει την καχυποψία των χαμένων, να προσφέρει ελπίδα για το μέλλον στους ίδιους και στα παιδιά τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα καταλάγιαζε τα πάθη και θα εξευγένιζε τα ήθη. Αυτό και μόνο θα ήταν ιστορική επιτυχία.

6 Ιουλίου 2019

Μπροστά στις κάλπες: μια προσωπική τοποθέτηση

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook, ενώ στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Liberal» (Σάββατο 6 Ιουλίου 2019).

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών - η επίθεση των παρακρατικών στην Athens Voice, το σκίτσο "Δεν Ξεχνώ" του ανεπίσημου οργάνου του καθεστώτος, και κυρίως οι συνεντεύξεις και ομιλίες του Πρωθυπουργού, με τους χαρακτηρισμούς ("γιος του αποστάτη", "νύφη του Μπακογιάννη"), τις δικαιολογίες ("οι άλλοι ήταν πιο προετοιμασμένοι"), και την απίστευτη ακόμη και με τα δικά του standards έλλειψη στοιχειώδους σοβαρότητας απέναντι στις ανθρώπινες ζωές που χάνονται (αεροπορικό δυστύχημα στη Μαδρίτη), με την Πολιτεία της οποίας υποτίθεται ότι ηγείται σε πλήρη αποδιοργάνωση (πυρκαγιά στο Μάτι) - δείχνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ποιο είναι το καθήκον κάθε δημοκρατικού πολίτη στις κάλπες της Κυριακής: η αποφασιστική αποδοκιμασία της χειρότερης κυβέρνησης της Μεταπολίτευσης, η απομάκρυνση ενός ντροπιαστικού ανθρώπου από το πρωθυπουργικό μέγαρο, η εκδίωξη μιας αδίστακτης ηγετικής ομάδας από τις θέσεις ευθύνης που σήμερα κατέχει.

Μια κατ' ελάχιστον αξιοπρεπής κεντροαριστερά, στο ύψος των περιστάσεων, με συναίσθηση του πολιτικού διλήμματος της συγκυρίας, σταθερά προσανατολισμένη στη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, έτοιμη να συνεισφέρει στην αλλαγή σελίδας, να δράσει ως αντίβαρο στις πιθανές ακρότητες της εθνικιστικής "λαϊκής δεξιάς" (που παρά την περιθωριοποίησή της είναι ακόμη ζωντανή), να προτάξει τις εθνικές προτεραιότητες (αποκατάσταση του κύρους των δημοκρατικών θεσμών, επανεκκίνηση της οικονομίας, επούλωση των πληγών της κρίσης), θα μπορούσε να είναι μια ελκυστική επιλογή για τους δημοκρατικούς πολίτες που έχουν αποφασίσει να τιμωρήσουν στις κάλπες το απερχόμενο καθεστώς, χωρίς ωστόσο να εκφράζονται από τη ΝΔ. Οι πρόσφατες επιλογές της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ δείχνουν ότι μια τέτοια κατ' ελάχιστον αξιοπρεπής κεντροαριστερά σήμερα δεν υπάρχει. Η αποδοκιμασία του ΚΙΝΑΛ στην κάλπη είναι προϋπόθεση για να υπάρξει.

Για τον δημοκρατικό πολίτη που δεν θέλει να ρισκάρει ένα μετεκλογικό τοπίο με το ΣΥΡΙΖΑ ρυθμιστή των εξελίξεων, η ψήφος στη ΝΔ είναι αναπόφευκτη. Για όσους από εμάς προέρχονται από την εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, και αισθάνονται ότι ανήκουν ακόμη σε αυτήν (παρά τις άοκνες προσπάθειες της ηγεσίας της), η επιλογή αυτή είναι ομολογουμένως κάπως παράξενη. Η σημερινή ηγεσία της ΝΔ - η πιο φιλελεύθερη, μετριοπαθής, κοσμοπολίτικη και προοδευτική από την ίδρυση αυτού του κόμματος - διευκολύνει την επιλογή μας. Οι ανοιχτόμυαλοι και δημιουργικοί άνθρωποι, με χιούμορ και φρέσκες ιδέες (θα αναφέρω μόνο τον Χρήστο Ταραντίλη στο ψηφοδέλτιο Επικράτειας, την Αλεξάνδρα Χαριτάτου στην Α' Αθηνών, τη Νιόβη Παυλίδου στην Α' Θεσσαλονίκης, ελπίζοντας ότι δεν αδικώ δεκάδες άλλους αντίστοιχου επιπέδου), που σήμερα κοσμούν τα ψηφοδέλτια της ΝΔ, και αύριο ας ελπίσουμε τη Βουλή των Ελλήνων, κάνουν την επιλογή μας αυτή ακόμη πιο ελκυστική.

Με το ξέσπασμα της κρίσης, μερικές εκατοντάδες άνθρωποι της γενιάς μου και μεγαλύτεροι, παλιοί αριστεροί (Ρηγάδες και άλλοι) που με την ολοκλήρωση της οκταετίας Σημίτη είχαν βρεθεί χωρίς εκπροσώπηση, αποφάσισαν να ασχοληθούν ξανά με την ενεργό πολιτική για να σταματήσουν την επέλαση του αντιμνημονιακού συρφετού που απειλούσε να μετατρέψει την Ελλάδα σε Βενεζουέλα. Οι κομματικές επιλογές μας - ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, ΚΙΝΑΛ - δεν δικαιώθηκαν (για να το πω ήπια). Αλλά το μείζον επιτεύχθηκε: η Ελλάδα παρέμεινε ευρωπαϊκή χώρα, και σήμερα που ο λαϊκισμός απειλεί τις δημοκρατικές κατακτήσεις και αλλού, είναι έτοιμη να ηγηθεί μιας πανηπειρωτικής επιστροφής στην κανονικότητα, αναγκαία αν και όχι ικανή συνθήκη για την ανανέωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Όλα αυτά δεν συνέβησαν βέβαια μόνο χάρη σε μας, ούτε καν κυρίως χάρη σε μας. Αλλά συμβάλαμε και εμείς, με τις μικροσκοπικές δυνάμεις μας. Ας είμαστε υπερήφανοι για αυτό.

Το όνειρο μιας Ελλάδας ευρωπαϊκής, σύγχρονης και δυναμικής, χώρας ήρεμης και ασφαλούς, μαγνήτη για τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανθρώπους που την εγκατέλειψαν τα τελευταία χρόνια, αυτό το όνειρο-καύσιμο της πολιτικής μας δράσης από την αρχή, είναι ακόμη ζωντανό. Η ψήφος αύριο στη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ένα υπολογισμένο ρίσκο, αλλά παραμένει το πιο ορθολογικό στοίχημα στο οποίο μπορούμε να ποντάρουμε για να το φέρουμε ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματικότητα. Ας έχουμε τη γενναιότητα να το παραδεχθούμε, και ας πράξουμε αναλόγως. Όχι οι άλλοι: εμείς οι ίδιοι.

31 Μαΐου 2019

Το δίλημμα του ΚΙΝΑΛ

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Παρασκευή 31 Μαΐου 2019).

Έχει μέλλον ο ενδιάμεσος χώρος στην Ελλάδα; Υπό μια έννοια, πάντοτε θα υπάρχει κάποιο κόμμα ανάμεσα στη ΝΔ και στο ΣΥΡΙΖΑ (ή τους επιγόνους τους). Για παράδειγμα, η Ένωση Κεντρώων του κ. Λεβέντη τέτοιο κόμμα είναι. Εάν εννοούμε πολιτικές δυνάμεις με φιλευρωπαϊκό προσανατολισμό, συγκροτημένο λόγο και μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που φιλοδοξούν να εκφράσουν όσους πολίτες επιθυμούν να ζουν σε ένα κράτος δικαίου με δυναμική οικονομία και κοινωνική ειρήνη, τότε η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, τέτοια δύναμη υπήρξε το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη: χωρίς να χάσει τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους, κατάφερε να εκφράσει τη διάχυτη απαίτηση για «εκσυγχρονισμό». Σήμερα, κάτι παρόμοιο επιχειρεί να κάνει η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη: να κρατήσει τους συντηρητικούς πολίτες που απαιτούν ασφάλεια και προστασία (απαιτήσεις απόλυτα θεμιτές καθεαυτές), και ταυτόχρονα να εκφράσει τα δυναμικά μεσοστρώματα που δεν αναγνωρίζονται στη μιζέρια και στο διχασμό της τελευταίας τετραετίας. Το αν θα τα καταφέρει η ΝΔ θα φανεί τους επόμενους μήνες. Εν τω μεταξύ, το ερώτημα για το μέλλον του ενδιάμεσου χώρου παραμένει.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της περασμένης Κυριακής έδειξε ότι για να ενισχυθεί η κεντροαριστερά δεν αρκεί να ξεφουσκώσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Η εξέλιξη της εκλογικής επιρροής των δύο χωρών χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία. Ενώ την περίοδο 2010-2015 η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη μεγάλη δεξαμενή του ΠΑΣΟΚ, τώρα η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ δεν φέρνει εκλογικά κέρδη στο ΚΙΝΑΛ – το οποίο μάλιστα δεν κατορθώνει να επωφεληθεί ούτε από τη συρρίκνωση του Ποταμιού, που διεκδικούσε τον ίδιο χώρο. Παρά τη δικαιολογημένη ικανοποίηση για την τρίτη θέση, η επίδοση του ΚΙΝΑΛ ήταν μέτρια: το 7,7% είναι λίγο πάνω από το 6,3% της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, αλλά υπολείπεται του 8% της Ελιάς στις αντίξοες ευρωεκλογές του Μαΐου 2014.

Αντίθετα με το Ποτάμι ή την ΔΗΜΑΡ, το ΚΙΝΑΛ απέδειξε ότι μπορεί να υπολογίζει σε ένα σκληρό πυρήνα ψηφοφόρων. Όπως δείχνει το παράδειγμα του ΚΚΕ, αυτό μπορεί να εξασφαλίσει την εκλογική επιβίωσή του - δεν αρκεί όμως για να εμποδίσει την πολιτική περιθωριοποίησή του.

Εν όψει των εκλογών του Ιουλίου, το δίλημμα που αντιμετωπίζει τώρα το ΚΙΝΑΛ είναι πώς θα τοποθετηθεί ανάμεσα στον ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ και στην ανερχόμενη ΝΔ. Έχει δύο επιλογές. Η πρώτη είναι η πεπατημένη: ίσες αποστάσεις, κριτική της κυβέρνησης Τσίπρα, καταδίκη του «νεοφιλελευθερισμού». Με δεδομένη την ανθρωπογεωγραφία του ΚΙΝΑΛ και τον περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο, αυτή είναι η πιο πιθανή επιλογή. Είναι πιθανό να αποδειχθεί λαθεμένη: είναι άστοχη πολιτικά (υποτιμά την ευρεία απαίτηση για επιστροφή στην κανονικότητα) και καταστροφική εκλογικά (θα στείλει στην κάλπη της ΝΔ και άλλους πολίτες που χωρίς να είναι «δεξιοί» θεωρούν ζωτικής σημασίας για τη χώρα την αποφασιστική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ).

Η εναλλακτική επιλογή για το ΚΙΝΑΛ είναι να προσχωρήσει στο ρεύμα αλλαγής που έχει διαμορφωθεί, και που είναι πιθανό να δυναμώσει τις επόμενες εβδομάδες. Να εκπροσωπήσει όσους διψούν για καταλλαγή των παθών, επούλωση των πληγών της κρίσης, αποκατάσταση της νομιμότητας. Και να συμβάλει με τις διακριτές του θέσεις στην οικονομική ανόρθωση και την εθνική συμφιλίωση που έχει ανάγκη η χώρα.

23 Μαΐου 2019

Η Ευρώπη και εμείς

Ομιλία στην εκδήλωση του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» με θέμα «Η Ευρώπη σε κρίσιμο σταυροδρόμι» (Αθήνα 23 Μαΐου 2019).

Μια ομάδα ερευνητών από την Τσεχία ανέλυσε πρόσφατα τις πλημμύρες των τελευταίων 900 ετών και τις επιπτώσεις τους σε 1.300 πόλεις και χωριά στην κοιλάδα του Μολδάβα. Το ερώτημα που τους απασχόλησε ήταν σε τι υψόμετρο πάνω από την κανονική στάθμη του ποταμού έχτιζαν οι κάτοικοι της κοιλάδας αμέσως μετά από κάθε μια από τις επτά καταστροφικές πλημμύρες (ροή νερού πάνω από 4.000 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο) που σημειώθηκαν από το έτος 1118 έως το 1845.

Οι ερευνητές υπέθεταν ότι μετά από κάθε καταστροφική πλημμύρα τα νέα κτίρια θα χτίζονταν σε σημαντικά υψηλότερο σημείο (παρότι, εάν δεν υπήρχαν οι πλημμύρες, τα πιο περιζήτητα οικόπεδα είναι χαμηλότερα, στην κοίτη του ποταμού). Επί πλέον, περίμεναν ότι η μνήμη της καταστροφής – και η συνετή επιλογή τοποθεσίας για τα νέα κτίρια – σταδιακά θα εξασθενούσε, και ότι μετά από κάποιο διάστημα (ίσως έναν αιώνα) οι κάτοικοι θα λησμονούσαν τα διδάγματα του παρελθόντος και θα άρχιζαν πάλι να χτίζουν χαμηλά.

Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαίωσαν την πρώτη υπόθεση: οι κάτοικοι της κοιλάδας του Μολδάβα όντως μετά από κάθε καταστροφική πλημμύρα έχτιζαν ψηλά. Αλλά δεν επιβεβαίωσαν την δεύτερη υπόθεση: κάθε φορά, η σύνεση στην επιλογή τοποθεσίας για τα νέα κτίρια κρατούσε μόνο μια γενιά (περίπου 25 χρόνια). Ήδη οι εγγονοί όσων είχαν ζήσει κάποια καταστροφική πλημμύρα άρχιζαν πάλι να χτίζουν χαμηλά στην κοίτη του ποταμού.

Νομίζω ότι αυτό που παρατηρούμε γύρω μας εν όψει των εκλογών της Κυριακής, στην Ελλάδα, στην Ιταλία και σε πολλές άλλες χώρες, η επιθετική και γενικευμένη αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, είναι απόρροια αυτού του ίδιου φαινομένου ελαττωματικής λειτουργίας της ιστορικής μνήμης.

Πριν από τρία τέταρτα του αιώνα (Ιανουάριος 1944), ενώ ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μαινόταν ακόμη, δύο νεαροί αντιφασίστες, ο Αλτιέρο Σπινέλλι και ο Ερνέστο Ρόσσι, έγραφαν το Μανιφέστο της Βεντοτένε («Για μια ελεύθερη και ενωμένη Ευρώπη»), από το ομώνυμο ξερονήσι στο οποίο είχαν εξοριστεί από το καθεστώς του Μουσσολίνι, για λογαριασμό του Ιταλικού Κινήματος για μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία.

Το Μανιφέστο ισχυριζόταν ότι «Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα προοδευτικά και στα αντιδραστικά κόμματα δεν είναι εκείνη που χωρίζει όσους υποστηρίζουν περισσότερη ή λιγότερη δημοκρατία, ή περισσότερο ή λιγότερο σοσιαλισμό, αλλά όσους θεωρούν σκοπό της πολιτικής πάλης την κατάκτηση της εξουσίας σε εθνικό επίπεδο […] και εκείνους που θεωρούν κεντρικό καθήκον τους τη δημιουργία ενός ρωμαλέου υπερεθνικού κράτους, που θα στρέψουν προς αυτό τον σκοπό τις λαϊκές μάζες, και που όταν κατακτήσουν την εθνική εξουσία θα την χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο για να πραγματοποιήσουν την διεθνή ενότητα.» Απαραίτητη προϋπόθεση για αυτό, η δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης».

Η ενωμένη Ευρώπη που οικοδομήθηκε μετά το τέλος του πολέμου ήταν πολύ λιγότερο υψιπετής, και πολύ περισσότερο επιρρεπής στην εξισορρόπηση των εθνικών ανταγωνισμών και στην αξιοποίηση των ρωγμών ανάμεσα τους που επέτρεπαν την κίνηση προς τα εμπρός. Όπως άλλωστε ήταν αναπόφευκτο. Όμως, η θεμελιώδης φιλοδοξία του Μανιφέστου της Βεντοτέν, ο τερματισμός του Ευρωπαϊκού Εμφυλίου Πολέμου (1914-1945), με ρίζες που πήγαιναν πίσω άλλα τρία τέταρτα του αιώνα (τουλάχιστον στον γαλλοπρωσσικό πόλεμο του 1871), πραγματοποιήθηκε. Γάλλοι και Γερμανοί (και Ισπανοί, και Πολωνοί, και όλοι οι υπόλοιποι) δεν συγκρούονται για αμφισβητούμενα εδάφη παρατάσσοντας στρατεύματα, αλλά για το ύψος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού αντιπαραθέτοντας επιχειρήματα.

Όλα καλά λοιπόν; Κάθε άλλο. Η τελευταία οικονομική κρίση μεγάλωσε την ψαλίδα μεταξύ «επιτυχημένων» και «προβληματικών» χωρών, και την ψυχική απόσταση που τους χωρίζει. Δεν έχει ακόμη βρεθεί (και ακόμη λιγότερο: συμφωνηθεί) εκείνο το πλαίσιο κανόνων και πολιτικών που θα επιτρέψει σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, όχι μόνο τις εξαγωγικές του Βορρά, να αναπτύσσονται ικανοποιητικά.

Αλλά οι λαϊκιστές κάθε χρώματος που διατείνονται ότι «παλιά ήταν καλύτερα» (προ ΕΕ και προ ευρώ) δεν έχουν ούτε μισό επιχείρημα να παρουσιάσουν. Ποια ευρωπαϊκή χώρα μπορεί στα σοβαρά να περιμένει ότι θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή, τις αιτίες και τις συνέπειες της μετανάστευσης, την πρόκληση της αυτοματοποίησης, τον κινεζικό συστημικό ανταγωνισμό κτλ. κτλ. πιο αποτελεσματικά μόνη της παρά μαζί με τα άλλα κράτη μέλη; Το μόνο που προτείνουν οι λαϊκιστές είναι η επιστροφή στο ένδοξο παρελθόν – τότε που «τα διαβατήρια ήταν μπλε, τα πρόσωπα λευκά, και ο χάρτης ροζ» (όπως είπε ο Vince Cable, ηγέτης των φιλελεύθερων δημοκρατών στη Βρετανία και υπέρμαχος της παραμονής της χώρας του στην ΕΕ), τότε που το Παρίσι ήταν το κέντρο του κόσμου, ή τότε που το limes, εξωτερικό σύνορο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ταυτιζόταν με το όριο του πολιτισμένου κόσμου.

Παρά την ασυναρτησία του λαϊκιστικού επιχειρήματος (ή την απουσία λαϊκιστικού επιχειρήματος), η αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης προχωρά – την Κυριακή το βράδυ θα ξέρουμε πόσο. Τρέφεται από τις αποτυχίες και τις καθυστερήσεις αυτή η αμφισβήτηση. Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει απλώς τεράστιες προκλήσεις (κλιματική αλλαγή, μετανάστευση, αυτοματοποίηση, κινεζικός ανταγωνισμός), αλλά και τη δική της περιθωριοποίηση και σχετική παρακμή, καθώς άλλες περιοχές του πλανήτη αναδύονται και αναπτύσσονται ταχύτερα. Σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο εκδηλώνεται η επίθεση των λαϊκιστών.

Η αντιμετώπιση της επίθεσης τους διχάζει τις δυνάμεις που στήριξαν και καθοδήγησαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση από τη Συνθήκη της Ρώμης μέχρι σήμερα. Η πολιτική πρόταση της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς για την ανάσχεση των λαϊκιστών φαίνεται να είναι ο κατευνασμός τους: νέοι περιορισμοί στη μετανάστευση, εμμονή στην οικονομική ορθοδοξία, συμβολικές κυρώσεις στην ουγγρική κυβέρνηση, αναστολή της ιδιότητας μέλους αλλά όχι διαγραφή του κόμματος του Ορμπάν, που παραμένει στους κόλπους της κεντροδεξιάς οικογένειας, έστω και σε αναστολή. Η αποφυγή της ρήξης με τους λαϊκιστές είναι η κεντρική ιδέα του Μάνφρεντ Βέμπερ, εκλεκτού του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν αυτό μεταφραστεί σε ανοιχτή συμμαχία μαζί τους (όπως επιδιώκει ο άξονας Ορμπάν-Σαλβίνι), ή απλώς σε υιοθέτιση και άλλων «ιδεών» τους (για να περιοριστεί η αιμορραγία ψήφων προς τα δεξιά): θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.

Αλλά και οι σοσιαλδημοκράτες δεν βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση, ούτε (το κυριότερο) φαίνεται να έχουν ξεκαθαρίσει πώς θα αποκρουστεί η λαϊκιστική επίθεση. Η επίσημη γραμμή είναι «πλατύ μέτωπο από τον Τσίπρα έως τον Μακρόν». (Εδώ μου έρχεται στο μυαλό η απάντηση του Κάρλο Καλέντα, υπουργού βιομηχανίας στην τελευταία κυβέρνηση Ρέντσι, στην παρότρυνση του Πιέρ Μοσκοβισί προς το Δημοκρατικό Κόμμα «να συμμαχήσει με το Κίνημα 5 Αστέρων», το οποίο ο Καλέντα – και δικαίως – απεχθάνεται: «Γιατί να μην συμμαχήσει το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με τα κίτρινα γιλέκα;») Όσο για την πρόσφατη απόπειρα της Mette Frederiksen, επικεφαλής των Δανών σοσιαλδημοκρατών, να εξουδετερώσει την ξενόφοβη ακροδεξιά πλειοδοτώντας σε αντιμεταναστευτική υστερία (που φτάνει μέχρι τον εξαναγκασμό των προσφύγων να παραδίδουν τα χρυσαφικά τους στην Υπηρεσία Μετανάστευσης), πολύ φοβάμαι ότι θα βρει μιμητές ή κρυφούς θαυμαστές εντός και εκτός σοσιαλιστικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ας μην κλείσω με αυτή την κριτική νότα όμως. Άλλωστε, είμαι βέβαιος ότι κανείς από τους υποψηφίους του ΚΙΝΑΛ που βρίσκονται σε αυτό το πάνελ (Τάκης Ιωακειμίδης, Αντώνης Τριφύλλης, Γιάννης Μεϊμάρογλου) δεν συμμερίζεται αυτή την – καταδικασμένη να αποτύχει – απόπειρα σοσιαλδημοκρατικής παλινόρθωσης διά της προσχώρησης σε έναν «σωβινισμό κράτους πρόνοιας». Για αυτό άλλωστε βρισκόμαστε εδώ σήμερα, για να στηρίξουμε την προσπάθειά τους, και για να τους ευχηθούμε καλή επιτυχία.