17 Ιουλίου 2022

Η Ιταλία στους μαιάνδρους της αβεβαιότητας









Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Ιουλίου 2022).

Ότι πίσω από τη στιβαρή πρόσοψη μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας (όλα τα κόμματα εκτός από το μετανεοφασιστικό της Τζόρτζια Μελλόνι), με επικεφαλής έναν από τους τελευταίους εναπομείναντες Ευρωπαίους ηγέτες, κρύβονταν όλες οι ιστορικές αδυναμίες του ιταλικού πολιτικού συστήματος ήταν γνωστό σε όλους. Ότι αυτές οι αδυναμίες – το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ο επαρχιωτισμός, η αδυναμία άρθρωσης ενός πολιτικού λόγου που να αφορά τους πολίτες και τις έγνοιές τους, η απουσία ενδοιασμών για το τι επιτρέπεται και τι όχι, το προβάδισμα στο κόμμα σε βάρος της χώρας, και στο σήμερα σε βάρος του αύριο – θα έφταναν σε βαθμό παροξυσμού τώρα, που η Ιταλία και η Ευρώπη παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό, και τον πόλεμο στην Ουκρανία, αφήνει άναυδο και τον πιο κυνικό παρατηρητή.

Υπό μια έννοια, πρόκειται για τον τελευταίο σπασμό του Κοινοβουλίου που αναδείχθηκε από τις κάλπες του Μαρτίου 2018, με νικητές τον κεντροδεξιό συνασπισμό (37%) και μεγαλύτερο κόμμα το Κίνημα Πέντε Αστέρων (33%). Η κυβέρνηση που σχηματίστηκε τότε στηριζόταν από τη Λέγκα του Ματτέο Σαλβίνι και το Κ5Α, με πρωθυπουργό τον Τζουζέπε Κόντε. Στη συνέχεια η Λέγκα αποχώρησε από την κυβέρνηση για να προκαλέσει εκλογές, με στόχο την αυτοδυναμία, αλλά αντί για αυτό το Κοινοβούλιο έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης σε νέα κυβέρνηση, με τον ίδιο πρωθυπουργό, από το Κ5Α και το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο σχηματισμός κυβέρνησης από τον Μάριο Ντράγκι τον Φεβρουάριο 2021 ήταν η απάντηση του Σέρτζιο Ματαρέλλα, Προέδρου της Δημοκρατίας (με αυξημένες εξουσίες στην Ιταλία) στην πολιτική παράλυση που οφείλεται στη δυσαρμονία του Κοινοβουλίου με τη νέα εκλογική γεωγραφία της χώρας: το Κ5Α βρίσκεται σε διάλυση, η Λέγκα βρίσκεται σε πτώση, πολλοί ψηφοφόροι και των δύο έχουν μεταναστεύσει στο μετανεοφασιστικό κόμμα που προηγείται στις δημοσκοπήσεις με 22%, όσο περίπου και το Δημοκρατικό Κόμμα.

Η μαεστρία του Ντράγκι ήταν να δώσει στην Ιταλία μια δυναμική κυβέρνηση που εργάστηκε πυρετωδώς για την ανοικοδόμηση (αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο τα 200 δις ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης), αποκατέστησε το διεθνές κύρος της χώρας, και ανέλαβε ηγετικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη, ορθώνοντας αποφασιστικά το ανάστημά της στη ρωσική επιθετικότητα. Και όλα αυτά παρά την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας από τη Ρωσία, και παρά τον αντιευρωπαϊσμό και φιλοπουτινισμό, κρυφό ή φανερό, των δύο μεγαλύτερων κομμάτων (Λέγκα και Κ5Α) του Κοινοβουλίου και της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Η αφορμή για την κυβερνητική κρίση είναι το ίδιο καταγέλαστη όσο και ο πανικός των Πέντε Αστέρων, που ποντάρουν σε μερικούς μήνες ανερμάτιστης αντιπολίτευσης μήπως και περισώσουν μια ή δυο ποσοστιαίες μονάδες. Ο υπολογισμός τους διατυπώθηκε με σαφήνεια από έναν γερουσιαστή του Κινήματος: «Τι πρόβλημα υπάρχει; Αποχωρήσαμε από την αίθουσα την ώρα της ψήφου εμπιστοσύνης. Δεν αποσύραμε τους υπουργούς μας, δεν ζητάμε ανασχηματισμό, παραμένουμε στην κυβέρνηση.» Με άλλα λόγια: αφήστε μας να είμαστε με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω, εκλογές έρχονται.

Λογικό, και έχει ξαναγίνει (στα χρόνια της Χριστιανικής Δημοκρατίας). Όχι όμως με τον Ντράγκι, που όπως φαίνεται καμμιά όρεξη δεν έχει να παίξει θέατρο σκιών, και μάλιστα κακής ποιότητας. «Η πλειοψηφία εθνικής ενότητας που υποστήριζε αυτή την κυβέρνηση δεν υφίσταται πια. Παραβιἀστηκε το σύμφωνο εμπιστοσύνης στο οποίο βασιζόταν.»

Τι θα γίνει τώρα; Ο Πρωθυπουργός υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος την απέρριψε. Μέχρι την Τετἀρτη, που ο Ντράγκι θα απευθύνει ομιλία στο Κοινοβούλιο, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Να ζητήσει νέα ψήφο εμπιστοσύνης. Να επιμείνει στην παραίτησή του. Να σχηματιστεί νέα μεταβατική κυβέρνηση. Να προκηρυχθούν εκλογές.

Εάν το μέλλον ξαναγίνεται αβέβαιο για την Ιταλία, αντίθετα το παρόν έχει γίνει εντελώς προβλέψιμο: τα σπρεντ ανεβαίνουν, τα ειρωνικά πρωτοσέλιδα του ξένου Τύπου επιστρέφουν, οι Ευρωπαίοι εταίροι δυσκολεύονται να καταλάβουν τι συνέβη, και γιατί ήταν τόσο σημαντικό. Δεν είναι οι μόνοι.

20 Ιουνίου 2022

«Μάθαμε να ρίχνουμε, και χτυπάμε στα ίσια»

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στο σεμινάριο «Η γενοκτονία των Εβραίων (1942-1945): Ιστορία, μνήμη, αναπαραστάσεις» (επιμέλεια: Οντέτ Βαρών-Βασάρ). Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος (Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Μάρτιος 2022).

Όταν στις αρχές του μακρινού 1995, πρότεινα στον Θόδωρο Μαλικιώση (1932-2019), ψυχή των εκδόσεων «Θεμέλιο», να εκδώσει στα ελληνικά το «Αν όχι τώρα, πότε;» του Πρίμο Λέβι, για να τον πείσω εκθείασα το βιβλίο και τον συγγραφέα. Όπως απεδείχθη, υπήρξα πιο πειστικός από όσο περίμενα: δέχθηκε να το εκδώσει εάν αναλάμβανα εγώ τη μετάφρασή του. Εκείνη την εποχή εκτός από νέος και άμυαλος ήμουν επιπλέον και άνεργος: δέχθηκα χωρίς να το πολυσκεφτώ, και αμέσως άρχισα να μεταφράζω, με τη βοήθεια της Κιάρα Μορόνι.

Το 1995 ο Πρίμο Λέβι ήταν ακόμη άγνωστος στην Ελλάδα. Είχαν μεταφραστεί στη γλώσσα μας δύο μόνο βιβλία του: το «Περιοδικό σύστημα» (Καστανιώτης) και το «Λίλιθ και άλλες ιστορίες» (Ροδαμός). Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» και η «Ανακωχή», τα αριστουργήματα που χάρισαν στον Πρίμο Λέβι εξέχουσα θέση στο πάνθεον της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, κυκλοφόρησαν λίγο μετά, το 1997 και το 1998 αντιστοίχως.

Από όλα τα βιβλία του Πρίμο Λέβι που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, το «Αν όχι τώρα, πότε;» είναι το μόνο που έχει εξαντληθεί. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι απόδειξη της μεγάλης του απήχησης, αλλά αντίθετα της χλιαρής υποδοχής του.

Μόνο εικασίες μπορεί να κάνει κανείς για τις αιτίες αυτής της χλιαρής υποδοχής. Υποψιάζομαι, όμως, ότι ίσως συνέβαλε σε αυτό η ιδιαιτερότητα του ίδιου του βιβλίου. Το «Αν όχι τώρα, πότε;» δεν μοιάζει με τα άλλα βιβλία του Πρίμο Λέβι: είναι fiction – επινοημένη μυθιστορία (βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα), αντί για αυτοβιογραφικό βίωμα (μετουσιωμένο σε υψηλή λογοτεχνία). Από εκεί και πέρα, έχοντας βγει από την ίδια πέννα, είναι γραμμένο με την ίδια «μαστοριά» όπως τα άλλα βιβλία του, και με το ίδιο ανεπιτήδευτο ύφος, που σχεδόν αφήνει να μιλήσουν μόνα τους τα γεγονότα που περιγράφει, απορρίπτοντας τη ρητορική, τη μεγαλοστομία, το συναισθηματισμό, τον εύκολο εντυπωσιασμό.

Γράφει ο ίδιος ο Λέβι στο «Επίμετρο» του «Αν όχι τώρα, πότε;»:

Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από όσα μου διηγήθηκε πριν πολλά χρόνια ένας φίλος μου, που το καλοκαίρι του 1945 στο Μιλάνο είχε εργαστεί εθελοντικά στο γραφείο βοηθείας που περιγράφεται στο τελευταίο κεφάλαιο. Εκείνη την εποχή κατέφθαναν πραγματικά στην Ιταλία, μαζί με ένα τεράστιο κύμα επαναπατριζομένων και προσφύγων, ομάδες μαχητών παρόμοιες με αυτήν που επιχείρησα να περιγράψω: άντρες και γυναίκες που τους είχαν σκληρύνει μα όχι ταπεινώσει δοκιμασίες χρόνων, επιζήσαντες ενός πολιτισμού που ο ναζισμός είχε καταστρέψει μέχρι τις ρίζες, εξαντλημένοι μα με πλήρη συνείδηση της αξιοπρέπειάς τους. (σελ. 351)

Όπως έγραφα στον «Πρόλογο»:

Αντίθετα από ό,τι στα περισσότερα βιβλία του, στο «Αν όχι τώρα, πότε;» ο Πρίμο Λέβι εξιστορεί όχι τις – ευθέως ή εμμέσως – προσωπικές του εμπειρίες, αλλά τις σχεδόν απίστευτες περιπέτειες μιας ομάδας εβραίων παρτιζάνων, Ρώσων και Πολωνών, που βαδίζουν πολεμώντας από τα βαλτοτόπια της Λευκορωσίας μέχρι την ελεύθερη πια Ιταλία, σε μια περίοδο που εκτείνεται από τον Ιούλιο του 1943 ως τον Αύγουστο του 1945. Πρόκειται για μια ιστορία επινοημένη αλλά βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, μέρος της σχεδόν ξεχασμένης εποποιίας των δεκάδων χιλιάδων εβραίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που, αντί να υποταχθούν στην φριχτή τους μοίρα της εξόντωσης, βρήκαν τη δύναμη να αντισταθούν και να ανταποδώσουν τα πλήγματα ενός εχθρού που είχε θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο ολοκληρωτικής εξολόθρευσης. (σελ. 12–13)

Ο ίδιος ο συγγραφέας, σε μια συνομιλία του με τον Φίλιπ Ροθ που αναδημοσιεύτηκε από το περιοδικό The New York Review of Books στην εφημερίδα La Stampa (26–27 Νοεμβρίου 1986), μίλησε ως εξής για το βιβλίο του:

Το «Αν όχι τώρα, πότε;» είναι ένα βιβλίο με απρόσμενη μοίρα. Διάφορα κίνητρα με ώθησαν να το γράψω. Τα απαριθμώ εδώ κατά σειρά σπουδαιότητας.

Είχα βάλει ένα είδος στοιχήματος με τον εαυτό μου. Μετά από τόση αυτοβιογραφία, ανοιχτή ή μεταμφιεσμένη, είσαι ή δεν είσαι συγγραφέας με πλήρη δικαιώματα, ικανός να οικοδομήσεις ένα μυθιστόρημα, να δημιουργήσεις πρόσωπα, να περιγράψεις τοπία στα οποία δεν έχεις βρεθεί ποτέ; Απόδειξέ το!

Ήθελα να διασκεδάσω γράφοντας ένα «γουέστερν» προσαρμοσμένο σε ένα ασυνήθιστο σενάριο. Ήθελα να διασκεδάσω τους αναγνώστες μου διηγούμενος μια ιστορία ουσιαστικά αισιόδοξη, γεμάτη ελπίδα, εύθυμη κατά διαστήματα, αν και με υπόβαθρο τις σφαγές.

Ήθελα να διαλύσω έναν κοινό τόπο ακόμη διαδεδομένο στην Ιταλία: ότι οι Εβραίοι είναι πράοι, άνθρωποι των βιβλίων (θρήσκοι ή κοσμικοί), άτομα ταπεινωμένα που έχουν υποστεί αιώνες διώξεων χωρίς ποτέ να εξεγερθούν. Αισθάνθηκα υποχρεωμένος να αποτίσω φόρο τιμής σε εκείνους τους Εβραίους που σε συνθήκες απελπιστικές βρήκαν τη δύναμη και την ευφυΐα να αντισταθούν στους Ναζί.

Έτρεφα επίσης τη φιλοδοξία να γίνω ο πρώτος ιταλός συγγραφέας που περιγράφει τον κόσμο των γίντις. Ήθελα με άλλα λόγια να «χρησιμοποιήσω» τη δημοτικότητά μου στην Ιταλία για να βάλω στα χέρια πολλών αναγνωστών ένα βιβλίο που να έχει ως αντικείμενό του την κουλτούρα, τη γλώσσα, τη νοοτροπία και την ιστορία του ασκεναζικού εβραϊσμού, που στην Ιταλία είναι ουσιαστικά άγνωστος.

Η εγκυρότητα αυτών των κινήτρων αναγνωρίστηκε σε διαφορετικό βαθμό στις διάφορες χώρες στις οποίες εκδόθηκε το βιβλίο. Στην Ιταλία γνώρισε πλήρη επιτυχία σε όλους τους τομείς. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την Αγγλία και τη Γερμανία, κρίνοντας τουλάχιστον από τις πρώτες αντιδράσεις κοινού και κριτικών. Στη Γαλλία πέρασε ουσιαστικά απαρατήρητο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε μέτρια επιτυχία: η Yiddishkeit του κρίθηκε ήδη πασίγνωστη – θέμα, με άλλα λόγια, υπερβολικά οικείο ώστε να μιλά κανείς ακόμη για αυτό. Εξ άλλου, ο αμερικανός αναγνώστης συνειδητοποίησε ένα πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή επρόκειτο για ένα βιβλίο «γιντ» γραμμένο από έναν συγγραφέα που δεν είναι «γιντ», μα που προσπάθησε να γίνει μελετώντας κείμενα και ακούγοντας αφηγήσεις.

Προσωπικά είμαι ικανοποιημένος από αυτό το βιβλίο, κυρίως επειδή διασκέδασα πολύ σχεδιάζοντας και γράφοντάς το. Για πρώτη και μοναδική φορά στη συγγραφική μου καριέρα είχα την εντύπωση ότι τα πρόσωπα του βιβλίου μου ήταν ζωντανά, ότι βρίσκονταν γύρω μου, και ότι μου υποδείκνυαν τα ίδια τις περιπέτειες τους και τους διαλόγους τους. Ο ένας χρόνος που είχα αφιερώσει στο γράψιμό του υπήρξε χρόνος ευτυχισμένος. Για αυτό, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, για μένα το βιβλίο αυτό υπήρξε απελευθερωτικό.

Δεν είναι μόνο το θέμα του βιβλίου συναρπαστικό: είναι και οι χαρακτήρες του γοητευτικοί. Όχι επειδή είναι ήρωες (αν και το να πολεμάς ένας εναντίον εκατό είναι οπωσδήποτε ηρωικό), αλλά επειδή είναι γεμάτοι ατέλειες, σέρνουν πίσω τους φριχτές μνήμες, και όμως καταφέρνουν να διατηρήσουν μέσα στις πιο εφιαλτικές συνθήκες τον αυτοσεβασμό τους και την ανθρωπιά τους.

Ας αρχίσουμε με τον Γκένταλε, τον ιδιόρρυθμο ηγέτη της ομάδας των εβραίων παρτιζάνων:

Μερικοί κοιμούνταν ήδη όταν ο Γκένταλε πήρε το βιολί και άρχισε να τραγουδά. Μα δεν τραγουδούσε για να τον χειροκροτήσουν. Τραγουδούσε χαμηλόφωνα, αυτός που ήταν τόσο φωνακλάς όταν μιλούσε. Άλλοι γκενταλιστές άρχισαν και αυτοί να τραγουδούν. Κάποιες από τις φωνές της χορωδίας ήταν αρμονικές και άλλες λιγότερο, μα όλοι τραγουδούσαν με πεποίθηση και συγκίνηση. Ο Μέντελ και οι δικοί του άκουγαν κατάπληκτοι τον ρυθμό, που ήταν γοργός, σχεδόν μαρς, και τα λόγια, που ήταν αυτά:

Μας αναγνωρίζετε; Είμαστε τα πρόβατα του γκέττο
Κουρεμένα για χίλια χρόνια, παραιτημένα στην προσβολή.
Είμαστε οι ράφτες, οι γραφιάδες, και οι ψάλτες
Μαραμένοι στον ίσκιο του Σταυρού.

Τώρα μάθαμε τα μονοπάτια του δάσους
Μάθαμε να ρίχνουμε, και χτυπάμε στα ίσια.

Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι για μένα;
Αν όχι έτσι πώς; Κι αν όχι τώρα, πότε;

Τα αδέλφια μας ανέβηκαν στον ουρανό
Μέσα από τις καμινάδες του Σομπιμπόρ και της Τρεμπλίνκα
Σκάψανε οι ίδιοι έναν τάφο στον αέρα.
Μόνο εμείς οι λίγοι επιζήσαμε
Για την τιμή του καταποντισμένου μας λαού
Για την εκδίκηση και τη μαρτυρία.

Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι για μένα;
Αν όχι έτσι πώς; Κι αν όχι τώρα, πότε;

Είμαστε οι γιοι του Δαυίδ, οι πεισματάρηδες της Μακηδά
Ο καθένας από μας κουβαλά στην τσέπη του την πέτρα
Που κομμάτιασε το μέτωπο του Γολιάθ.
Αδέλφια, μακριά από την Ευρώπη των μνημάτων:
Ας κατεβούμε μαζί προς τη γη εκείνη
Όπου θα είμαστε άνθρωποι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι για μένα;
Αν όχι έτσι πώς; Κι αν όχι τώρα, πότε;

Μόλις σταμάτησαν να τραγουδάνε, αποκοιμήθηκαν όλοι τυλιγμένοι στις κουβέρτες. Ξαγρυπνούσαν μόνο οι σκοποί, σκαρφαλωμένοι στα δέντρα στις τέσσερις γωνίες του στρατοπέδου. Το άλλο πρωί ο Μέντελ ρώτησε τον Γκένταλε:

«Τι τραγουδούσατε χθες το βράδυ; Είναι ο ύμνος σας;»

«Πες το έτσι αν θέλεις. Αλλά δεν είναι ύμνος, είναι απλώς ένα τραγούδι.»

«Εσύ το έχεις συνθέσει;»

«Η μουσική είναι δική μου, αλλά αλλάζει λίγο από μήνα σε μήνα, γιατί δεν είναι γραμμένη πουθενά. Τα λόγια, αντίθετα, δεν είναι δικά μου. Να τα, κοίτα, είναι γραμμένα εδώ.»

Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης του ο Γκένταλε ανέσυρε έναν φάκελο από μουσαμά δεμένο με σπάγκο. Τον έλυσε και έβγαλε ένα φύλλο χαρτί, διπλωμένο, τσαλακωμένο, με την επικεφαλίδα 13 Juni Samstag. Ήταν σκισμένο άγαρμπα από μια ατζέντα, και ήταν όλο σκεπασμένο με γίντις χαρακτήρες γραμμένους με μολύβι. Ο Μέντελ το πήρε, το κοίταξε με προσοχή, και μετά το έδωσε πίσω στον Γκένταλε.

«Με δυσκολία διαβάζω τυπωμένα γράμματα, χειρόγραφα δεν διαβάζω καθόλου. Έχω ξεχάσει.»

 Ο Γκένταλε είπε: «Εγώ έμαθα να διαβάζω αργά, το ’42, στο γκέττο του Κοσσόβου. Εκεί ήταν μαζί μας ο Μαρτίν Φοντάς. Στο επάγγελμα ήταν ξυλουργός, και έτσι κέρδιζε το ψωμί του μέχρι το τέλος, αλλά το πάθος του ήταν να συνθέτει τραγούδια. Τα έγραφε όλα μόνος του, λόγια και μουσική, και ήταν γνωστός σε όλη τη Γαλικία. Τα συνόδευε με την κιθάρα, και τραγουδούσε τα τραγούδια του σε γάμους και γιορτές της υπαίθρου, καμιά φορά και σε καφέ με ζωντανή μουσική. Ήταν ειρηνικός άνθρωπος, και είχε τέσσερις γιους, αλλά ήταν μαζί μας στην εξέγερση του γκέττο, το έσκασε μαζί μας και ήρθε στο δάσος, μόνος και όχι πια νέος: όλοι οι δικοί του είχαν σκοτωθεί. Τον επόμενο χρόνο, την άνοιξη, στα μέρη του Νοβογκρουντόκ, έγινε μια άσχημη εκκαθαριστική επιχείρηση. Οι μισοί από εμάς πέθαναν πολεμώντας, ο Μαρτίν τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Γερμανός που του έκανε σωματική έρευνα βρήκε στην τσέπη του ένα φλάουτο. Ήταν περισσότερο φλογέρα παρά φλάουτο, ένα παιγνιδάκι της πεντάρας που ο Μαρτίν είχε φτιάξει μόνος του λαξεύοντας ένα κλαδί. Λοιπόν, εκείνος ο Γερμανός ήταν φλαουτίστας, και είπε του Μαρτίν ότι οι παρτιζάνοι απαγχονίζονται και οι Εβραίοι τουφεκίζονται, αλλά αφού εκείνος ήταν και Εβραίος και παρτιζάνος μπορούσε να διαλέξει. Αλλά ήταν και μουσικός, και έτσι, σαν Γερμανός που αγαπούσε τη μουσική, του επέτρεπε να εκφράσει μια τελευταία επιθυμία – αρκεί να ήταν λογική.

»Ο Μαρτίν ζήτησε να συνθέσει ένα τελευταίο τραγούδι, κι ο Γερμανός του παραχώρησε μισή ώρα καιρό, του έδωσε αυτό το φύλλο χαρτί, και τον έκλεισε σε ένα κελί. Πέρασε η μισή ώρα, γύρισε, τον έβαλε να του δώσει το τραγούδι, και τον σκότωσε. Ένας Ρώσος μας τη διηγήθηκε αυτή την ιστορία: στην αρχή συνεργαζόταν με τους Γερμανούς, μετά οι Γερμανοί τον υποπτεύθηκαν ότι παίζει διπλό παιγνίδι και τον έκλεισαν στο διπλανό κελί από του Μαρτίν, αλλά κατάφερε να αποδράσει και έμεινε μερικούς μήνες μαζί μας. Φαίνεται ότι ο Γερμανός ήταν υπερήφανος για το τραγούδι του Μαρτίν, το έδειχνε σε όλους σαν αξιοπερίεργο, σχεδίαζε να το δώσει να του το μεταφράσουν με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά δεν πρόλαβε. Δεν τον αφήναμε από τα μάτια μας, τον ακολουθήσαμε, τον ξεμοναχιάσαμε, και μια νύχτα μπήκαμε ξυπόλυτοι στην επιταγμένη ίσμπα όπου έμενε. Σε εμένα αρέσει η δικαιοσύνη, και ήθελα να τον ρωτήσω ποια είναι η τελευταία του επιθυμία, μα ο Μόττελ με πίεζε να βιαστώ, και έτσι τον στραγγάλισα στο κρεβάτι του. Βρήκαμε πάνω του το φλάουτο του Μαρτίν και το τραγούδι: σε εκείνον δεν έφερε τύχη, αλλά για μας είναι σαν φυλαχτό. Να, κοίτα εδώ: μέχρι εδώ κάτω είναι οι στίχοι που μας άκουσες να τραγουδάμε, κι αυτά τα λόγια στο τέλος λένε τα εξής: «Γραμμένο από εμένα, τον Μαρτίν Φοντάς, που πρόκειται να πεθάνει. Σάββατο 13 Ιουνίου 1943.» Η τελευταία φράση δεν είναι στα γίντις αλλά στα εβραϊκά, λόγια που γνωρίζεις: «Άκουε Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών Κύριος είς εστί.»

»Είχε συνθέσει κι άλλα πολλά τραγούδια, χαρούμενα και λυπητερά. Το πιο διάσημο το είχε γράψει πολλά χρόνια πριν φτάσουν οι Γερμανοί στην Πολωνία, με αφορμή ένα πογκρόμ: εκείνο τον καιρό τα πογκρόμ φρόντιζαν να τα κάνουν οι χωρικοί. Όλοι οι Πολωνοί το γνωρίζουν, όχι μόνο οι Εβραίοι, μα κανείς δεν ξέρει ότι το έχει συνθέσει ο Μαρτίν ο ξυλουργός.»

Ο Γκένταλε τακτοποίησε τον φάκελο και τον ξανάβαλε στην τσέπη. «Φτάνει τώρα: σκέψεις σαν κι αυτές δεν είναι για όλες τις μέρες. Είναι καλές για μια στο τόσο, αλλά αν τις αφήνεις μέσα σου σε δηλητηριάζουν, και μετά δεν είσαι πια παρτιζάνος. Και κράτα το καλά στο μυαλό σου ότι εγώ σε τρία πράγματα πιστεύω μόνο: στη βότκα, στις γυναίκες, και στο οπλοπολυβόλο. Κάποτε πίστευα και στη λογική, αλλά τώρα πια όχι.» (σελ. 165–169)

Να πώς γράφει ο συγγραφέας για τον Μέντελ τον ωρολογοποιό, τον εξαντλημένο και απρόθυμο πολεμιστή, που έχει χάσει τα πάντα εκτός από την αξιοπρέπεια και την αίσθηση του δικαίου. Σε μια από τις πιο ελεγειακές σελίδες του βιβλίου, η ομάδα των Εβραίων παρτιζάνων, μαζί με μια ομάδα Πολωνών πατριωτών (παραδόξως, λιγότερο αντισημιτική), κατευθύνονται προς μια περιοχή όπου Πολωνοί και Ρώσοι μαχητές βρίσκονται περικυκλωμένοι από υπέρτερες δυνάμεις της Βέρμαχτ. Φτάνουν όταν η μάχη έχει μόλις τελειώσει, με νίκη των Γερμανών.

Ο βόμβος των οχημάτων των Γερμανών έγινε πιο ακαθόριστος, μέχρι που έσβησε. Ο Έντεκ διέταξε να προχωρήσουν αθόρυβα. Από δέντρο σε δέντρο, οι άντρες άρχισαν να ανεβαίνουν, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, ούτε κάποιο σημείο ζωής. Λίγο ψηλότερα τα δέντρα αραίωσαν, και μετά εξαφανίστηκαν: η ομίχλη είχε σηκωθεί, κι έγινε ορατό το πεδίο της μάχης. Η κορυφή του λόφου ήταν ένας χερσότοπος, αυλακωμένος από ίχνη μονοπατιών κι από έναν μοναδικό χωματόδρομο που έβγαζε σε ένα ογκώδες κτίσμα, ίσως κάποιο παλιό φρούριο. Το έδαφος ήταν γεμάτο νεκρούς, μερικοί ήταν ήδη παγωμένοι και αλύγιστοι, πολλοί ακρωτηριασμένοι ή κατακρεουργημένοι από τραύματα φριχτά. Δεν ήταν όλοι Πολωνοί της Armia Krajowa: μια συμπαγής ομάδα, που πρέπει να κράτησε μέχρι το τέλος, απαρτιζόταν από ρώσους παρτιζάνους. Άλλοι, στα όρια του πεδίου, ήταν της Βέρμαχτ.

«Είναι όλοι νεκροί. Δεν καταλαβαίνω από ποιον ζητούσαν να παραδοθεί», είπε ο Γκένταλε: χωρίς να το συνειδητοποιεί μιλούσε χαμηλόφωνα, σαν να ήταν σε εκκλησία.

«Δεν ξέρω», απάντησε ο Έντεκ. «Ίσως οι πυροβολισμοί που ακούσαμε φτάνοντας να ήταν των τελευταίων που είχαν εναπομείνει.»

Ο Μέντελ είπε: «Η ομίχλη προηγουμένως ήταν πολύ πυκνή, κι έτσι ζητούσαν από τους νεκρούς να παραδοθούν».

«Ίσως», είπε ο Μαριάν, «ο λόγος του μεγαφώνου να ήταν χαραγμένος σε δίσκο: οι Γερμανοί το έχουν κάνει κι άλλες φορές».

Εξερεύνησαν το έδαφος, εξετάζοντας τα σώματα ένα προς ένα: ίσως κάποιος να ήταν ακόμη ζωντανός. Κανείς δεν ήταν ζωντανός, μερικοί είχαν στον αυχένα ή στον κρόταφο το σημάδι της χαριστικής βολής. Ακόμη και στο φρούριο δεν υπήρχαν παρά νεκροί, Ρώσοι και Πολωνοί, κατά μεγάλο μέρος κλεισμένοι σε ένα πυργίσκο που τον είχε κάνει συντρίμμια μια βολή πυροβολικού. Πρόσεξαν ότι μερικοί από τους πεσόντες ήταν υπερβολικά αδύνατοι. Γιατί; 

«Άρα είναι αληθινή η φήμη που κυκλοφορεί», είπε ο Μαριάν.

«Ποια φήμη;» ρώτησε ο Μέντελ.

«Ότι στα Όρη του Αγίου Σταυρού υπήρχε μια φυλακή, κι ότι οι Γερμανοί άφηναν τους φυλακισμένους να πεθάνουν από την πείνα».

Πράγματι, στα υπόγεια του φρουρίου βρήκαν διαδρόμους και κελιά, οι ξύλινες πόρτες των οποίων είχαν παραβιαστεί. Ο Μέντελ βρήκε δυσανάγνωστες λέξεις γραμμένες με κάρβουνο πάνω σε έναν τοίχο, και φώναξε τον Έντεκ να τις αποκρυπτογραφήσει.

«Είναι τρεις στίχοι ενός ποιητή μας» είπε ο Έντεκ. «Λένε τα εξής»:

Μαρία, μην γεννάς στην Πολωνία
Αν δεν θέλεις να δεις το γιο σου
Καρφωμένο στο σταυρό μόλις γεννηθεί.
«Πότε τους έγραψε αυτούς τους στίχους ο ποιητής σας;» ρώτησε ο Γκένταλε.

«Δεν ξέρω. Αλλά για τη χώρα μου, οποιοσδήποτε αιώνας θα ταίριαζε».

Ο Μέντελ σιωπούσε, κι ένιωθε να κυριεύεται από σκέψεις πελώριες και μπερδεμένες. Όχι μόνο εμείς. Η θάλασσα της οδύνης δεν έχει πέρατα, δεν έχει βυθό, δεν μπορεί κανείς να την μετρήσει. Ορίστε, οι Πολωνοί, οι φανατικοί του Σταυρού, εκείνοι που μαχαίρωναν τους πατεράδες μας και εισέβαλλαν στη Ρωσία για να καταπνίξουν την επανάσταση. Και ο Έντεκ Πολωνός είναι. Και τώρα πεθαίνουν σαν κι εμάς, μαζί με εμάς. Πληρώνουν, δεν χαίρεσαι; Όχι, δεν χαίρομαι, το χρέος δεν μειώθηκε, αυξήθηκε, κανείς πια δεν μπορεί να το ξεπληρώσει. Μακάρι να μην πέθαινε κανένας πια. Ούτε κι οι Γερμανοί; Δεν ξέρω. Θα το σκεφτώ μετά, όταν θα έχουν όλα τελειώσει. Ίσως το να σκοτώνεις Γερμανούς είναι όπως όταν ο χειρουργός κάνει μια εγχείρηση: το να κόβεις ένα χέρι είναι φριχτό, αλλά πρέπει να γίνει και γίνεται. Ας τελειώσει ο πόλεμος Θεέ μου, που σε σένα δεν πιστεύω. Αν υπάρχεις, κάνε να τελειώσει ο πόλεμος. Γρήγορα και παντού. Ο Χίτλερ έχει ήδη ηττηθεί, αυτοί οι νεκροί δεν εξυπηρετούν πια κανέναν.

Δίπλα του, με τα πόδια όπως κι εκείνος μέσα στα ρείκια που ήταν λεκιασμένα από το αίμα και μουσκεμένα από τη βροχή, ο Έντεκ τον κοίταζε με πρόσωπο ωχρό.

«Προσεύχεσαι, Εβραίε;» τον ρώτησε. Μα στο στόμα του Έντεκ η λέξη «Εβραίος» δεν έσταζε φαρμάκι. Γιατί; Γιατί όλοι είναι Εβραίοι για κάποιον άλλον, γιατί και οι Πολωνοί είναι Εβραίοι για τους Γερμανούς και τους Ρώσους. Γιατί ο Έντεκ είναι άνθρωπος πράος, που έμαθε να πολεμάει. Διάλεξε το ίδιο με μένα κι είναι αδελφός μου, ακόμη κι αν εκείνος είναι Πολωνός και μορφωμένος, κι εγώ είμαι Ρώσος από χωριό και εβραίος ωρολογοποιός.» (σελ. 253–255)

Δεν βασανίζονται όλοι οι ήρωες του βιβλίου από αμφιβολίες και από τύψεις, όπως ο Μέντελ. Η Λίνε, για παράδειγμα, η υπερήφανη και γενναία πολεμίστρια, είναι γεμάτη βεβαιότητες. Να πώς φιλοτεχνεί το πορτραίτο της ο συγγραφέας:

«Η Λίνε μιλούσε λίγο, και ποτέ χωρίς λόγο: λίγες λέξεις μετά από σκέψη και χωρίς έμφαση, ειπωμένες με φωνή χαμηλή και ελαφρά ακατάληπτη, με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπο του συνομιλητή. Είχε τρόπους διαφορετικούς από εκείνους των γυναικών που είχε συναντήσει ο Μέντελ μέχρι τότε, Εβραίες ή όχι. Δεν ήταν ανάποδη, ούτε έκανε ψευτοντροπές, δεν έπαιζε θέατρο και δεν έκανε καπρίτσια. Όμως, όταν μιλούσε με κάποιον, πλησίαζε πρόσωπο με πρόσωπο, σαν να ήθελε να παρατηρήσει από κοντά τις αντιδράσεις του, συχνά ακουμπούσε και το χέρι της, μικρό και δυνατό, με τα νύχια μασημένα, στον ώμο ή στο μπράτσο του συνομιλητή της. Είχε άραγε συναίσθηση της θηλυκής φόρτισης αυτής της χειρονομίας; Ο Μέντελ την αντιλαμβανόταν έντονα, και δεν του έκανε έκπληξη που ο Λεονίντ ακολουθούσε τη Λίνε όπως ένας σκύλος ακολουθεί τον αφέντη του. Ήταν ίσως αποτέλεσμα της μακρόχρονης αποχής, αλλά του Μέντελ, όταν παρατηρούσε τη Λίνε, του ερχόταν στο μυαλό η Ραάβ, η πλανεύτρα της Ιεριχούς, και οι άλλες σαγηνεύτρες του ταλμουδικού θρύλου. Είχε βρει τα ίχνη τους σε ένα παλιό βιβλίο του ραββίνου δασκάλου του: ένα βιβλίο απαγορευμένο, μα ο Μέντελ ήξερε που ήταν κρυμμένο, και το είχε ξεφυλλίσει στα κρυφά αρκετές φορές, με όλη την περιέργεια ενός δεκατριάχρονου, ενώ ο ραββίνος κοιμόταν στην πνιγηρή ζέστη του μεσημεριού στην πολυθρόνα με την ψηλή πλάτη. Η Μελχόλ, που γοήτευε όποιον την έβλεπε. Η Ιαήλ, η θανατηφόρα παρτιζάνα του καιρού της, που είχε τρυπήσει το μέτωπο ενός στρατηγού με ένα καρφί, και που όμως πλάνευε όλους τους άντρες μόνο και μόνο με τον ήχο της φωνής της. Η Αβιγαία, η συνετή βασίλισσα, που μάγευε όποιον τη σκεφτόταν. Μα η Ραάβ ήταν ανώτερη όλων: όποιος άντρας πρόφερε απλώς το όνομά της έχυνε αμέσως το σπέρμα του.

Όχι, το όνομα της Λίνε δεν είχε αυτή την ιδιότητα. Όλοι στο Νοβοσέλσκι ήξεραν την ιστορία της Λίνε και του ονόματός της, που δεν είναι ούτε ρωσικό, ούτε γίντις, ούτε εβραϊκό. Οι γονείς της Λίνε, Ρωσοεβραίοι φοιτητές φιλοσοφίας, την είχαν φέρει στον κόσμο χωρίς να το πολυσκεφτούν μέσα στα πύρινα χρόνια της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου. Ο πατέρας της είχε καταταγεί εθελοντής και είχε χαθεί στη Βολίνια, σε μάχη εναντίον των Πολωνών. Η μητέρα της είχε βρει δουλειά ως εργάτρια σε ένα υφαντουργείο. Νωρίτερα είχε πάρει μέρος στην οκτωβριανή επανάσταση επειδή είχε δει σε αυτήν τη δική της απελευθέρωση, ως Εβραία και ως γυναίκα. Είχε οργανώσει συγκεντρώσεις στις πλατείες, και είχε βγάλει λόγους στα Σοβιέτ: ήταν οπαδός και θαυμάστρια της Έμμελιν Πάνκχερστ, της ευγενικής και αδάμαστης κυρίας που το 1918 είχε κατακτήσει το δικαίωμα της ψήφου για τις Αγγλίδες, και ήταν ευτυχής που είχε φέρει στον κόσμο ένα κοριτσάκι μερικούς μήνες αργότερα, γιατί έτσι είχε μπορέσει να της δώσει το όνομα Έμμελιν, που όλοι από το νηπιαγωγείο ακόμη είχαν συντομεύσει σε Λίνε. Αλλά ούτε κι η γιαγιά της Λίνε από τη μητέρα της, η Άννα Καμίνσκαγια, ήταν γυναίκα για κουζίνα, μωρά, και εκκλησία. Είχε γεννηθεί το 1858, τον ίδιο χρόνο, μήνα και μέρα με την Πάνκχερστ, το είχε σκάσει από το σπίτι για να σπουδάσει οικονομικά στη Ζυρίχη, και είχε γυρίσει μετά στη Ρωσία για να κηρύξει την παραίτηση από όλα τα γήινα αγαθά, την καταγγελία του γάμου, και την ισότητα όλων των εργατών, χριστιανών ή εβραίων, αντρών ή γυναικών. Για αυτό την είχαν εκτοπίσει στο Ομσκ, όπου είχε γεννηθεί η μητέρα της Λίνε. Στη μικροσκοπική κάμαρα όπου κατοικούσαν, στο Τσέρνικωβ, η Λίνε θυμόταν να κρέμεται κορνιζαρισμένη στον τοίχο πίσω από τη σόμπα η φωτογραφία της Πάνκχερστ που η μητέρα της είχε κόψει από ένα περιοδικό: στη σύλληψή της το 1914, η μικροσκοπική επαναστάτρια με τη μακριά φούστα και το καπελάκι με φτερά στρουθοκάμηλου ήταν μετέωρη στον αέρα, δυο πιθαμές από το λονδρέζικο πλακόστρωτο που γυάλιζε στη βροχή, αξιοπρεπής και απαθής μέσα στα χέρια ενός βρετανού αστυνομικού που έσφιγγε την ισχνή της πλάτη πάνω στην τεράστια κοιλιά του.

Στο Τσέρνικωβ, και μετά στο Κίεβο όπου είχε μετακομίσει για να σπουδάσει δασκάλα, η Λίνε σύχναζε σε σιωνιστικούς κύκλους και ταυτόχρονα στην τοπική Κομσομόλ. Δεν έβλεπε καμιά αντίφαση ανάμεσα στον σοβιετικό κομμουνισμό και στον αγροτικό κολλεκτιβισμό που κήρυτταν οι σιωνιστές. Όμως μετά το 1932 η ζωή των σιωνιστικών οργανώσεων έγινε όλο και πιο δύσκολη, μέχρι που διαλύθηκαν επίσημα. Στους Εβραίους που επιθυμούσαν μια γη δική τους, στην οποία να οργανωθούν και να ζήσουν σύμφωνα με τις δικές τους παραδόσεις, ο Στάλιν είχε προσφέρει μια άθλια περιοχή στην ανατολική Σιβηρία, το Μπιρομπιτζάν: όποιος ήθελε να ζήσει ως Εβραίος ας πήγαινε στη Σιβηρία, αν κάποιος απέρριπτε τη Σιβηρία πάει να πει ότι προτιμούσε να είναι Ρώσος. Τρίτος δρόμος δεν υπήρχε. Αλλά τι μπορεί να κάνει ένας Εβραίος που θέλει να είναι Ρώσος, όταν ο Ρώσος τον αποκλείει από το πανεπιστήμιο, τον φωνάζει «Γιντ», παρακινεί εναντίον του τους οργανωτές των πογκρόμ, και συνάπτει συμμαχία με τον Χίτλερ; Τίποτε δεν μπορεί να κάνει, ειδικά αν είναι γυναίκα. Η Λίνε είχε μείνει στο Τσέρνικωβ, όταν ήρθαν οι Γερμανοί έκλεισαν τους Εβραίους στο γκέττο, εκεί είχε ξαναβρεί μερικούς από τους φίλους της, σιωνιστές του Κιέβου. Μαζί, κι αυτή τη φορά με τη βοήθεια των σοβιετικών παρτιζάνων, είχαν αγοράσει λιγοστά όπλα, και είχαν μάθει να τα χρησιμοποιούν. Η Λίνε δεν είχε κλίση στις θεωρίες: στο γκέττο είχε υποφέρει από την πείνα, το κρύο και την κούραση, αλλά είχε αισθανθεί τις πολλές ψυχές της να ενώνονται. Η γυναίκα, η Εβραία, η σιωνίστρια και η κομμουνίστρια είχαν συμπυκνωθεί σε μια μόνο Λίνε, που είχε έναν και μόνο εχθρό.» (σελ. 127–129)

Έχει περάσει πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα από την έκδοση του βιβλίου, έκτοτε έγραψα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις για διάφορα θέματα, και για όλα τα γραπτά μου είμαι υπερήφανος. Για κανένα όμως δεν είμαι τόσο περήφανος όσο για αυτή τη μετάφραση.

26 Απριλίου 2022

Resilience depends on a dynamic, competitive economy









Interview with Wolfgang Landmesser on Politikum, Westdeutscher Rundfunk Köln, (Tuesday 26 April 2022).


Q. Greece paid back its debts to the IMF by end of March, the fiscal surveillance by the EU will end in summer, the country can refinance its liabilities: Is this the point when the Greek debt crisis is finally over and the problem is resolved?

A. Not really: Greece today has the highest debt-to-GDP ratio in the EU (206%). We should perhaps remind listeners that Greece entered its debt crisis when debt was 127% of GDP (in 2009), that ratio climbed to 180% in 2014 in spite (or, arguably, because) of austerity, it fluctuated at that level for the next five years, and rose further because of Covid-19.

Now, debt servicing is not a real issue for the next few years, since the country’s debt is held by institutional investors, and carries a low interest rate. The key question is not the numerator (debt) but the denominator (GDP): the average standard of living in Greece has declined by 30% over the last fifteen years or so. Unless the national economy finds a way to grow faster, Greece will face a range of pressing problems, of which debt is one.

 

Q. Central piece of all restructuring programs was the fiscal deficit. This was also the starting point of the crisis in 2009. How do you assess the state of the Greek public finances? Have they become more resilient?

A. Greek governments have become more sensible with public finances, which is good (even though bad habits have not been entirely uprooted). But resilience does not merely depend on sound tax and spending policies. It crucially depends on a dynamic, competitive economy. We are from that, and the relentless focus on the fiscal deficit has not been very helpful.


Q. The bailout programs came with massive structural reforms. To which extent this was successful. Where do you see progress? Where are still weaknesses?

A. I have long argued in favour of reforms – in pensions, health and other policy areas. But the structural reforms that went with the bailout programmes were often of the wrong kind, more concerned with fiscal savings than with improving the performance of public administration, the welfare state, the economy in general.

Mind you, I wouldn’t like to come across as an opponent of austerity. It is just that I believe Keynes was right when he urged in 1937: “The boom, not the slump, is the right time for austerity at the Treasury.” During the Greek boom, pre-crisis, those of us who called for austerity were lone voices. During the slump, excess austerity did lots of lasting damage.

To give you just one example: in 2010-2014, public investment in Greece was reduced by 47% in real terms. Greece was of course an extreme case, but not an isolated one: public investment also fell by around 30% in Portugal (and Ireland), and by around 20% in Spain and Italy. (In Germany it increased by 10%). I let your listeners work out for themselves what this means for the prosperity of future generations of South Europeans. No wonder so many of them have left their country.


Q. You criticised the Tsipras government because they did (too) well in meeting the fiscal targets of the lenders, but didn’t proceed with the necessary reforms. Did this change with Nea Dimokratia back in power?

A. New Democracy is a mixture of centrist reformers and old-style conservatives. The good news is that reformers include the PM and his closest allies. The bad news is that the PM is tolerated, not fully accepted, by the majority of the rank-and-file, and of voters.


Q. During the pandemic Greece was launching rescue programs like other European countries, the war in Ukraine will afford additional money. Can the country afford this?

Well, can we afford our freedom? As Mario Draghi said the other day, we face a choice between lasting peace and air conditioners. Unwillingness to sacrifice even a small part of our prosperity today usually leads to greater losses in freedom tomorrow. In the recent past, we Greeks have proved that we are perfectly capable of making sacrifices to preserve a greater good – in that case, membership of the Euro Area (and the EU). I am sure we can do it again. I hope other Europeans will, too.

19 Απριλίου 2022

Γιατί φεύγουν από την Ελλάδα οι νέοι;

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τρίτη 19 Απριλίου 2022).

Πώς εξηγείται ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων της χώρας μας (77% στις ηλικίες 17-24, και το 72% στις ηλικίες 25-39) λένε ότι θα μετανάστευαν στο εξωτερικό αν έβρισκαν δουλειά με καλύτερες αποδοχές και καλύτερες συνθήκες;

Οι οικονομολόγοι αναλύουν τις αποφάσεις μετανάστευσης κάνοντας διάκριση μεταξύ κινήτρων έλξης και ώθησης. Το «εξωτερικό» δεν είναι αυτό που ήταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν χιλιάδες Έλληνες έφευγαν για την Αμερική, ή ακόμη και τη δεκαετία του ’60 όταν πήγαιναν στη Γερμανία. Τώρα έχουμε φτηνά αεροπορικά εισιτήρια, φτηνά τηλεφωνήματα και βιντεοκλήσεις – και στην Ευρώπη, ελεύθερες μετακινήσεις και πρόγραμμα Erasmus. Το «εξωτερικό» έχει έρθει πολύ πιο κοντά, και μοιάζει περισσότερο με το «εσωτερικό». Επιπλέον, τα σημερινά Ελληνόπουλα μιλάνε καλύτερα αγγλικά (ίσως και άλλες ξένες γλώσσες), έχουν καλύτερα εφόδια, στέκονται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση δίπλα στους άλλους Ευρωπαίους. Τέλος, παρά τη γκρίνια της εγχώριας μιζέριας, οι νέοι μας διαισθάνονται τη μοναδικότητα της δυτικής Ευρώπης και έλκονται από αυτήν: ποια άλλη περιοχή του πλανήτη προσφέρει έναν τέτοιο συνδυασμό υψηλού βιοτικού επιπέδου, ατομικών ελευθεριών, και κοινωνικής συνοχής;

Όσο για τα κίνητρα ώθησης, δεν είναι δύσκολο να τα μαντέψει κανείς (και η έρευνα της διαΝΕΟσις δίνει στοιχεία και για αυτά). Με εξαιρέσεις που μετριούνται στα δάχτυλα, οι επαγγελματικές προοπτικές των περισσότερων νέων στην Ελλάδα περιορίζονται σε δουλειές κακοπληρωμένες, αγχωτικές, χωρίς μέλλον. Αυτή η μεγάλη και διαχρονική παθογένεια του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, αντί να διορθωθεί, έχει επιδεινωθεί και άλλο τα τελευταία χρόνια, καθώς η υψηλή ανεργία εκμηδένισε την διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, ενώ οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας έφεραν μεγαλύτερη ευελιξία (για τους εργοδότες) χωρίς να την συνοδεύουν με περισσότερη ασφάλεια (για τους εργαζομένους). Όσο για την πολυπόθητη – και πολυδιακηρυγμένη – αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου, που θα φέρει τις καλύτερες θέσεις εργασίας που θα κρατήσουν τους νέους στη χώρα, την περιμένουμε με ανυπομονησία.

22 Μαρτίου 2022

Πάλι ξεχάσαμε τους ανέργους;

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Τρίτη 22 Μαρτίου 2022). 

Ήταν αρκετά καλοσχεδιασμένα τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Η κοινωνική πολιτική στη χώρα έχει γυρίσει σελίδα από τα χρόνια του «κοινωνικού μερίσματος» που μοίραζαν οι κυβερνήσεις Σαμαρά τα χρόνια της κρίσης, σε συνταξιούχους αδιακρίτως, αλλά και σε αστυνομικούς. Τώρα η ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων γίνεται με κριτήρια εισοδηματικά και περιουσίας, όπως είναι απαραίτητο για να βελτιώνεται η στόχευση και να αξιοποιούνται καλύτερα οι περιορισμένοι πόροι. Ταυτόχρονα, ενισχύονται οι ανασφάλιστοι υπερήλικες, καθώς και οι δικαιούχοι αναπηρικών επιδομάτων, ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, και επιδόματος παιδιού.

Βέβαια, η αρχή της στόχευσης των ενισχύσεων θα ξεχάστηκε μάλλον όταν σχεδιάστηκαν οι «επιστρεπτέες προκαταβολές», πολλές από τις οποίες δεν θα επιστραφούν ποτέ, ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις που τις εισέπραξαν δεν είχαν πληγεί από τα περιοριστικά μέτρα κατά του κορωνοϊού, ή το πρόβλημά τους ήταν άλλο, και η στήριξή τους έρχεται σε αντίθεση με την διακηρυγμένη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας – πολύ περισσότερο τώρα που η δημοσιονομική ισορροπία έχει διαταραχθεί, λόγω αντικειμενικών παραγόντων (πανδημία) αλλά και υποκειμενικών επιλογών (προεκλογική χαλάρωση). Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Το περίεργο με τα μέτρα στήριξης είναι η εξαίρεση των ανέργων από τις ευάλωτες ομάδες. Αμφιβάλλω ότι ήταν εσκεμμένη. Μου φαίνεται πιθανότερο ότι απλώς τους ξέχασαν. Ανεξαρτήτως της αιτίας, πρόκειται για παράλειψη με ιστορικό βάθος.

Ενδεικτικά, τα πρώτα χρόνια της κρίσης, καθώς η ανεργία ανέβαινε στα ύψη, το ποσοστό των ανέργων που εισέπρατταν το τακτικό επίδομα ανεργίας των 360 ευρώ το μήνα έπεσε σε απίστευτα χαμηλά για ευρωπαϊκή χώρα επίπεδα: από 35% το 2010 σε 9% το 2014. Στη θεωρία, όσοι άνεργοι δεν είχαν τα ένσημα για το τακτικό επίδομα ήταν υποψήφιοι για το προνοιακό βοήθημα μακροχρόνια ανέργων, εάν βέβαια πληρούσαν τα εισοδηματικά κριτήρια. Στην πράξη, πρόσθετα εμπόδια, ενίοτε ασυνάρτητα, όπως π.χ. η απαίτηση ότι για να εισπράξει κανείς το προνοιακό βοήθημα θα πρέπει να έχει προηγουμένως εισπράξει το τακτικό επίδομα επί 12 μήνες (δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ), συνέβαλαν στο να μείνει το 90% σχεδόν των ανέργων χωρίς καθόλου εισοδηματική στήριξη.

Θα περίμενε κανείς, ακούγοντας την τότε (αλλά και τώρα) ρητορική περί κοινωνικής ευαισθησίας ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, και ιδίως το μόνιμο θρήνο της αντιμνημονιακής παράταξης περί «κοινωνικού μεσαίωνα», και μην ξεχνώντας την επί τετραετία διακυβέρνηση της χώρας από αυτήν ακριβώς την παράταξη, ότι αυτή η κραυγαλέα αποτυχία διορθώθηκε, ή εάν δεν διορθώθηκε τουλάχιστον έγινε θέμα αντιπαράθεσης, ότι τα εργατικά συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα (ιδίως της Αριστεράς), τα μέσα ενημέρωσης, οι διανοούμενοι (ιδίως οι στρατευμένοι στην Αριστερά), έκαναν φασαρία για αυτή την απαράδεκτη και ντροπιαστική παράλειψη. Θα περίμενε μάταια. Δεν κουνήθηκε φύλλο. Στη χώρα μας η (έμπρακτη) αλληλεγγύη στους ανέργους ωχριά μπροστά στην αλληλεγγύη π.χ. στους δοκιμαζόμενους 50χρονους συνταξιούχους της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ.

Φυσικά, και η ίδια η εισοδηματική στήριξη των ανέργων είναι αρκετά προβληματική. Εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως κρατική επιδότηση της εποχικής απασχόλησης στον κλάδο του τουρισμού ή της φροντιστηριακής εκπαίδευσης (και πάλι: σε πείσμα των διακηρύξεων περί αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου), και πολύ λιγότερο ως θεμελιώδες και εμβληματικό πρόγραμμα του κοινωνικού κράτους. Εξακολουθούν να επιδοτούνται κάποιοι (λίγοι) που δεν θα έπρεπε, τη στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα των ανέργων δεν εισπράττουν ούτε ευρώ από την Πολιτεία.
Όμως αυτός είναι ο λόγος που ξεχάστηκαν οι άνεργοι όταν σχεδιάζονταν τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων της περασμένης εβδομάδας; Ή μήπως η κοινωνική ευαισθησία του συνόλου των πολιτικών, στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, των δημοσιολογούντων, και σε τελευταία ανάλυση των ψηφοφόρων, είναι επιλεκτική; Και από αυτή την επιλογή, οι άνεργοι βγαίνουν χαμένοι;

16 Μαρτίου 2022

20 μέρες πολέμου, 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα




Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022).

Η Corriere della sera, η ιστορική εφημερίδα του Μιλάνου, πρώτη σε πωλήσεις σε όλη τη χώρα, προσφέρει στους συνδρομητές της μια σειρά από θεματικά newsletter. Ένα από αυτά, Rassegna stampa (Επισκόπηση Τύπου), ομαδοποιεί άρθρα για κάποιο θέμα σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, συνήθως διεθνή, καμιά φορά ιταλικά. Οι συντάκτες του newsletter δεν αποδελτιώνουν απλώς: επιλέγουν, συνοψίζουν, συγκρίνουν, σχολιάζουν, διαφωνούν, παίρνουν θέση, με παρρησία και γενναιοδωρία (δεν διστάζουν να επαινέσουν τους «ανταγωνιστές» τους, άλλες εφημερίδες, περιοδικά, και συντάκτες, στην Ιταλία και στο εξωτερικό).

Η Rassegna stampa της Δευτέρας 14 Μαρτίου 2022 ήταν διαφορετική: συνόψιζε την πρόσφατη αρθογραφία όχι του διεθνούς Τύπου αλλά της ίδιας της Corriere della sera. Οι συντάκτες της (Luca Angelini, Gianluca Mercuri, Alessandro Trocino) έγραψαν για τα 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα τις πρώτες 20 μέρες του πολέμου.

1. Το NATO είναι πάλι στη μόδα. Επί προεδρίας Τραμπ, η Βορειοατλαντική Συμμαχία είχε φτάσει στο ναδίρ («κλινικά νεκρή», κατά Μακρόν). Χάρη στον Πούτιν, το ΝΑΤΟ ξαναβρίσκει τον λόγο ύπαρξής του.

2. Η Ρωσία έγινε παρίας. Ότι ο Πούτιν ήταν αυταρχικός ηγέτης, δεσποτικός και (συχνά) αιμοσταγής, ήταν γνωστό, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να συμμετέχει σε συναντήσεις κορυφής με τη Δύση (π.χ. G20). Σήμερα είναι αδιανόητο ότι κάτι τέτοιο θα ξανασυμβεί.

3. Ο πόλεμος τόνωσε την εθνική συνείδηση των Ουκρανών. Προτιμώντας την αντίσταση από την παράδοση, οι Ουκρανοί (ακόμη και οι ρωσόφωνοι) απέδειξαν στον Πούτιν ότι η χώρα τους δεν είναι επαρχία της δικής του.

4. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βγαίνει πιο ενωμένη. Η κρίση του Ευρώ απείλησε την ενότητα της ΕΕ, το Brexit έπληξε την ακεραιότητά της. Η ευρωπαϊκή απάντηση στην πανδημία πέρυσι, και στον πόλεμο της Ουκρανίας φέτος, βγάζουν αληθινή την προφητεία του Ζαν Μοννέ από το 1954: «Η Ευρώπη θα χτιστεί στις κρίσεις, ως το άθροισμα των λύσεων που θα δοθούν σε αυτές τις κρίσεις».

5. Η ενεργειακή μετάβαση θα αναβληθεί ή θα επιταχυνθεί; Η εξάρτηση της Ιταλίας από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι μεγάλη. Όμως οι ειδικοί επιμένουν ότι μέσα σε ένα χρόνο μπορεί να μειωθεί κατά τουλάχιστον ένα τρίτο, με ένα μείγμα που περιλαμβάνει (προσωρινή) προσφυγή στο κάρβουνο, επιτάχυνση της στροφής προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και επανεξέταση του ρόλου της πυρηνικής ενέργειας.

6. Η Ιταλία έγινε πιο ατλαντική. Οι θαυμαστές της Ρωσίας (και της Κίνας), πολυάριθμοι στη Λέγκα και στο Κίνημα 5 Αστέρων, έχουν τώρα να διαλέξουν ανάμεσα στη σιωπή και στον εξευτελισμό. Ο Μπερλουσκόνι, φίλος του Πούτιν και οικοδεσπότης του στη Σαρδηνία, επέλεξε τη σιωπή. Ο Σαλβίνι, με την πρόσφατη επίσκεψή του στα σύνορα Πολωνίας-Ουκρανίας, τον εξευτελισμό.

7. Οι οικονομικές κυρώσεις πνίγουν τη Ρωσία. Το ερώτημα είναι αν η οικονομική απομόνωση της Ρωσίας θα συντομεύσει τον πόλεμο, ή αντίθετα θα κάνει πιθανότερη την διαίρεση της παγκόσμιας οικονομίας σε ανταγωνιστικά μπλοκ: Ρωσία-Κίνα (και Ινδία;) εναντίον της Δύσης.

8. Η Κίνα σε σταυροδρόμι. Η κινεζική ηγεσία συμμερίζεται την πεποίθηση του Πούτιν ότι η Δύση είναι αδύναμη και παρηκμασμένη. Όμως η παγκοσμιοποίηση έβγαλε εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζους από την εξαθλίωση. Θα ρισκάρει το καθεστώς την οικονομική στασιμότητα (ή οπισθοδρόμηση);

9. Παγκοσμιοποίηση: το τέλος του τέλους της ιστορίας. Η ιδέα του εξευγενισμού των ηθών μέσω του εμπορίου (Doux commerce κατά Μοντεσκιέ, Wandel durch Handel στη μεταπολεμική Γερμανία) διαψεύσθηκε πρώτα από την Κίνα, ήδη με τη σφαγή στην Πλατεία Τιάνανμεν, και μετά από τη Ρωσία. Όμως, όπως δείχνει το ιστορικό προηγούμενο (1914-1945), το τέλος της παγκοσμιοποίησης απειλεί να κάνει τον κόσμο όχι μόνο φτωχότερο, αλλά και πιο επικίνδυνο.

10. Μια νέα προσφυγική κρίση; Όλοι οι αυταρχικοί ηγέτες (Πούτιν, Λουκασένκο, Ερντογάν) έμαθαν να χρησιμοποιούν τους πρόσφυγες ως όπλο για την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης. Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν μπορεί να μετατρέψει την προσφυγική κρίση σε ελιξήριο οικονομικού δυναμισμού (και πολιτικής αίγλης). Κάποιοι πιστεύουν πως όχι. Η θερμή υποδοχή των Ουκρανών προσφύγων στην Πολωνία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και αλλού δείχνει πως ναι.

1 Φεβρουαρίου 2022

Για την τηλεοπτική σειρά «Καταστροφές και θρίαμβοι»




Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022).

Ήμουν ένας από τους συνομιλητές του Στάθη Καλύβα στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς “Καταστροφές και θρίαμβοι” που προβλήθηκε χθες, οπότε ό,τι και να πω κινδυνεύει να παρεξηγηθεί (ή μάλλον, είναι βέβαιο ότι θα παρεξηγηθεί). Ας είναι.

Να τι έχω να πω για τη σειρά:

1. Η ιστορική ύλη είναι απέραντη και ζωντανή (μερικές φορές “το παρελθόν δεν παρέρχεται”), άρα είναι φυσιολογικό διαφορετικοί άνθρωποι, σε διαφορετικές εποχές, ή και στην ίδια εποχή, να επιλέγουν να φωτίσουν διαφορετικές πτυχές της, ακόμη και όταν δεν διαφωνούν για το “τι πραγματικά συνέβη”. Πολύ περισσότερο που ο τηλεοπτικός χρόνος είναι περιορισμένος. Συνεπώς, ο καθένας μας μπορεί να πει “το τάδε συμβάν ή η δείνα εποχή άξιζε περισσότερη εμβάθυνση”. Προσωπικά μου φαίνεται πιο γόνιμο - και πιο ακριβοδίκαιο - να δούμε τη σειρά ως αυτό που ήταν: μια πρωτότυπη πρόταση ανάγνωσης της ιστορίας μας, με σεβασμό στα ιστορικά γεγονότα, με την ιδιαίτερη ματιά του εμπνευστή της.

2. Όμως, η ανάγνωση της ιστορίας των 200 χρόνων που προτείνει η σειρά δεν είναι μόνο πρωτότυπη: είναι επίσης εμψυχωτική. Όχι με τον συνηθισμένο υπερφίαλο και συμπλεγματικό τρόπο (“περιούσιος λαός”), και για αυτό οι κάθε λογής υπερπατριώτες - στους ομοϊδεάτες των οποίων χρεώνονται άλλωστε όλες σχεδόν οι καταστροφές των τελευταίων δύο αιώνων - έμειναν δυσαρεστημένοι. Η σειρά ήταν εμψυχωτική με έναν ψύχραιμο και ώριμο τρόπο: αυτοί είμαστε, ικανοί για το χειρότερο, αλλά και για το καλύτερο. Το πρώτο το έχουμε πια μάθει καλά. Το δεύτερο το ξεχνάμε. Η σειρά μας το θυμίζει. Πολύτιμο μου φαίνεται αυτό. Τα επόμενα χρόνια θα μας χρειαστεί λίγη (προσγειωμένη) αυτοπεποίθηση.

3. Κάθε φορά που ένας καλός καθηγητής, αντί να κάνει αυτό που κάνουν όλοι οι καλοί καθηγητές του κόσμου, δηλαδή να γράφει για άλλους καλούς καθηγητές, σε ένα κλειστό και κάπως αυτοαναφορικό κύκλωμα, απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ανεβαίνει πολύ στην εκτίμηση μου. Ο Καλύβας δεν έμεινε εκεί. Πέρασε σε άλλη διάσταση - από τις λέξεις στις εικόνες: έγινε τηλεοπτικός παραγωγός, έπεισε ένα κανάλι, βρήκε χρηματοδότηση, δούλεψε ατελείωτες ώρες, ρίσκαρε τη φήμη του, εκτέθηκε στην εύκολη κριτική (και στη δύσκολη) - για να φτιάξει μια επτάωρη εκπομπή που είδαν (υποθέτω) μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, οι οποίοι κατά σειρά (1) πληροφορήθηκαν (έμαθαν πράγματα που δεν ήξεραν), (2) διαπαιδαγωγήθηκαν (είδαν την ιστορία της χώρας τους αλλιώς), και (3) ψυχαγωγήθηκαν (πέρασαν ωραία, και βγήκαν με αναπτερωμένο ηθικό).

Με αυτή την έννοια, η σειρά “Καταστροφές και θρίαμβοι” εκπλήρωσε αυτό που το μακρινό 1922 (άλλη επέτειος και αυτή) όρισε ως αποστολή του BBC ο John Reith, πρώτος γενικός διευθυντής του: inform, educate, entertain. Η σειρά του Καλύβα ήταν συναρπαστική τηλεόραση σε ένα τηλεοπτικό τοπίο που δεν διακρίνεται για το υψηλό του επίπεδο (για να το πω ήπια).

Και αυτό ήταν, νομίζω, το μεγαλύτερο επίτευγμα όλων.


30 Δεκεμβρίου 2021

Η οικονομία το 2022 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021) στο ένθετο του ΕΛΙΑΜΕΠ για τις προοπτικές της νέας χρονιάς.

Μετά από δύο δύσκολα χρόνια, η διεθνής οικονομία φαίνεται να βρίσκει ξανά το βηματισμό της και να ανακτά το χαμένο έδαφος. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών, ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να φτάσει ή να ξεπεράσει το 4,5% το 2022. Παρόμοια προβλέπεται να είναι η επίδοση και της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία βέβαια είχε πληγεί περισσότερο από τους περιορισμούς για την αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει συγκρατημένη αισιοδοξία. Από τη μια, η πανδημική κρίση κατάφερε νέο ισχυρό πλήγμα σε μια οικονομία ήδη εξασθενημένη. Από την άλλη, τα τελευταία δεδομένα αποκαλύπτουν αξιοσημείωτο δυναμισμό, με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάπτυξη το 2022 λίγο πάνω από 7% (δεύτερη υψηλότερη στην ζώνη του ευρώ μετά την Ιρλανδία).

Το εάν οι ευνοϊκές αυτές προβλέψεις επιβεβαιωθούν θα εξαρτηθεί μεταξύ άλλων από το πώς η πολιτική και η κοινωνία (στον κόσμο, στην Ευρώπη, και στην Ελλάδα) θα αντιμετωπίσουν τις διάφορες απειλές για την οικονομία.

Η πανδημία είναι μια από αυτές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ (Οκτώβριος 2021), το ποσοστό των πλήρως εμβολιασμένων στο σύνολο του πληθυσμού ήταν 58% στις «ανεπτυγμένες», 36% στις «αναδυόμενες», και μόλις 4% στις «αναπτυσσόμενες» οικονομίες. Η εμφάνιση νέων μεταλλάξεων δείχνει ότι ο πόλεμος κατά του κορωνοϊού δεν θα κερδηθεί πουθενά προτού κερδηθεί παντού.

Η ταχύτατη ανάπτυξη αποτελεσματικών και ακίνδυνων εμβολίων υπήρξε θρίαμβος της επιστήμης και απόδειξη του δυναμισμού και της δημιουργικότητας των δυτικών δημοκρατιών. Στο εσωτερικό της Ευρώπης, η μεταβαλλόμενη γεωγραφία των εμβολιασμών ανέτρεψε κάποια στερεότυπα, και ενίσχυσε άλλα. Το υποτιθέμενο χάσμα αντιλήψεων και συμπεριφορών μεταξύ Βορρά και Νότου ανατρέπεται. Η Πορτογαλία και η Ισπανία βρίσκονται στην κορυφή της κατάταξης του ποσοστού πλήρως εμβολιασμένων. Η εμβολιαστική εκστρατεία προχωρά ταχύτερα και ομαλότερα στην Ιταλία παρά στη Γερμανία. Οι αντιδράσεις στις (επιβεβλημένες για την προστασία του κοινωνικού συνόλου) διακρίσεις εναντίον όσων αρνούνται να εμβολιαστούν είναι βιαιότερες στην Ολλανδία από ό,τι στην Ελλάδα.

Ταυτόχρονα, η γεωγραφία των εμβολιασμών φαίνεται να επιβεβαιώνει το πολιτισμικό χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Σε όλες σχεδόν τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης το ποσοστό πλήρως εμβολιασμένων είναι χαμηλότερο από ό,τι σε όλες σχεδόν τις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Η Ελλάδα, η οποία υστερεί έναντι των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, υπερέχει καθαρά έναντι όλων των ανατολικοευρωπαϊκών πλην Λιθουανίας και Λετονίας.

Εν τω μεταξύ, η γοργή πρόοδος της επιστήμης στην κατεύθυνση της προσαρμογής των εμβολίων στις νέες μεταλλάξεις, και της ανάπτυξης φαρμάκων για την προστασία όσων νοσούν, δημιουργεί βάσιμες ελπίδες ότι ο κορωνοϊός μπορεί αν όχι να εξαφανιστεί ξαφνικά, να ξεθωριάσει σταδιακά, και να γίνει από πανδημικός ενδημικός, όπως π.χ. η γρίππη. Αυτό θα εξαρτηθεί και από την ωριμότητα των πολιτών. Η διαφαινόμενη ευρεία συναίνεσή τους, στην Ελλάδα και αλλού, σε μέτρα άσκησης πίεσης σε βάρος όσων δεν έχουν εμβολιαστεί ακόμη, ώστε να το κάνουν και αυτοί, δημιουργεί την εύλογη προσδοκία ότι οι νέες μεταλλάξεις θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Όσο μαζικότερη είναι η προσέλευση στα εμβολιαστικά κέντρα τόσο μικρότερο θα είναι το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, και για την οικονομία.

Κληρονομιά της πανδημίας είναι και η απότομη διόγκωση του δημοσίου χρέους σε 99% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη συνολικά (206% του ΑΕΠ στην Ελλάδα). Όσο τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, η εξυπηρέτησή του θα είναι άνετη. Μεσοπρόθεσμα, το ερώτημα είναι πώς θα επιτευχθεί η αναγκαία μείωση του δείκτη δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ χωρίς αυτό να υποσκάψει την ανάκαμψη. Πάντως, το 2022, χάρη και στην τόνωση των δημοσίων επενδύσεων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει επεκτατική. Βέβαια, η επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας και η σταδιακή απόσυρση των μέτρων στήριξης θα περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Οι διεθνείς οργανισμοί και οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι στην Ευρώπη η άνοδος του πληθωρισμού θα είναι σε μεγάλο βαθμό παροδική. Εάν οι προβλέψεις τους επιβεβαιωθούν, και αν οι κεντρικές τράπεζες κρατήσουν την ψυχραιμία τους (όπως φαίνεται ότι συμβαίνει), η ανάκαμψη της οικονομίας δεν θα υπονομευθεί από τυχόν πρόωρες και απότομες αλλαγές στη νομισματική πολιτική.

Οι αναστατώσεις που προκάλεσε η πανδημία στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες θα επιβραδύνουν την ανάκαμψη βραχυπρόθεσμα, αναλογικά με την εξάρτηση κάθε οικονομίας από τις εισαγόμενες εισροές που υπολείπονται. Για παράδειγμα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι οι καθυστερήσεις στην τροφοδοσία της αυτοκινητοβιομηχανίας με τις απαιτούμενες ποσότητες ημιαγωγών (κυρίως από την Ταϊβάν) κόστισε στη γερμανική οικονομία πάνω από 1,5% του ΑΕΠ το 2021.

Το 2022 βρίσκει την Ελλάδα 25% φτωχότερη από ό,τι ήταν το 2007, ενώ στα χρόνια που μεσολάβησαν η ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της έγινε 11% πλουσιότερη. Για να καλύψει το χάσμα, η χώρα μας θα πρέπει να παίξει τα χαρτιά που διαθέτει όσο πιο επιδέξια μπορεί. Οι πόροι που θα εισρεύσουν μετά την ιστορική απόφαση των κρατών μελών της ΕΕ να χρηματοδοτήσουν με γενναιοδωρία ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επούλωσης των πληγών της πανδημίας (και της κρίσης του ευρώ), αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, και προετοιμασίας της ψηφιακής επανάστασης, είναι το καλύτερο από τα χαρτιά μας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλήσουμε ούτε ευρώ. 

Economic prospects in 2022: in the world, Europe, and Greece

Part of 2022 Outlook: Special Edition – New Year Projections by the ELIAMEP experts. A Greek version was published in the daily «TA ΝΕΑ» (Thursday 30 December 2021).


After two difficult years, the international economy seems to be finding its feet again and making up for lost ground. According to the latest estimates by international organisations, the global economy is expected to grow by at least 4.5% in 2022. The European economy, which was hit hardest by the first wave of the pandemic, and by the lockdowns introduced to deal with it, is projected to grow almost as fast.

In this context, the outlook for the Greek economy is modestly optimistic. On the one hand, the pandemic crisis has dealt another severe blow to an economy already weakened by a deep and prolonged recession. On the other hand, the latest evidence reveals remarkable dynamism: European Commission forecasts put the growth rate in 2022 at just over 7% (the second highest rate in the euro area after Ireland).

Whether these favourable forecasts prove correct will depend, among other things, on how political and social actors (in the world, Europe, and Greece) deal with the various threats to the economy.

The pandemic is one of these threats. According to IMF estimates (October 2021), the percentage of the fully vaccinated as a share of total population was 58% in developed countries, 36% in emerging ones, and just 4% in developing economies. The spread of new mutations is a reminder that the war against the coronavirus will not be won anywhere before it is won everywhere.

The rapid development of effective and safe vaccines has been a triumph for science and a testament to the dynamism and creativity of Western democracies. Within Europe, the changing geography of vaccinations has rebutted some stereotypes and reinforced others. The alleged North-South gap in cultural beliefs and social attitudes has been turned upside down. Portugal and Spain top the vaccination league in Europe (and the world). The campaign to give everyone a jab is proceeding considerably more rapidly and more smoothly in Italy than it is in Germany. Reactions to the restrictions imposed on those who refuse to be vaccinated in order to protect society as a whole have been far more violent in the Netherlands than in Greece.

At the same time, the geography of vaccinations seems to confirm the political chasm separating East from West. In almost all Eastern European countries the share of fully vaccinated citizens is lower than it is in almost all Western European countries. Greece, even though lagging behind other Western European countries in this respect, does better than all Eastern European countries except Lithuania and Latvia.

Meanwhile, the rapid progress made by science in adapting the vaccines to new mutations, and in developing drugs to treat effectively those who have been infected, makes it reasonable to expect that the coronavirus will soon become endemic: not vanish, but gradually fade away — like, for instance, the flu. This will also depend on the maturity of the citizenry. The apparently broad consensus in Greece and elsewhere on measures to nudge those who have not yet had the jab to do so soon is ground for optimism that the new mutations will be dealt with effectively. The more people get vaccinated, the lower the cost in human lives, and for the economy.

Another legacy of the pandemic is the sharp increase in public debt, to 99% of GDP in the Euro Area as a whole (and to 206% of GDP in Greece). As long as interest rates remain low, debt service will be affordable. In the medium term, the question is how to achieve the necessary reduction in the debt-to-GDP ratio without fatally undermining the recovery. In 2022, fiscal policy will remain expansionary, while EU funds will boost public investment. In the meantime, the resumption of economic activity and the gradual withdrawal of relief measures will bring budget deficits down.

International organisations and most analysts agree that rising inflation in Europe will probably turn out to be temporary, largely caused by hikes in energy costs. If forecasts are confirmed, and if central banks retain their composure (as they seem to be doing), the economic recovery will not be undermined by premature and abrupt changes in monetary policy.

The disruption wrought by the pandemic on global supply chains will slow recovery down in the short term, in proportion to each economy's dependence on imported scarce inputs. For example, the OECD has estimated that delays in supplying the automotive industry with semiconductors (mainly from Taiwan) cost the German economy more than 1.5% of its GDP in 2021.

The new year finds Greece 25% poorer than it was in 2007; by comparison, the European economy has grown by 11% over the same period. To make up for lost ground, Greece needs to play its hand as skilfully as it can. The EU funds flowing into the economy, following the historic decision to launch an ambitious programme to heal the wounds left by the pandemic (and the Euro crisis), to tackle climate change, and to prepare for the digital revolution, are our best cards. The country cannot afford to waste a single euro.

18 Δεκεμβρίου 2021

Η Ιταλία από την αποθάρρυνση στην ανάταση

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021). 

Παράξενη χρονιά για την Ιταλία το 2021. Έχοντας αφήσει πίσω της ένα ζοφερό 2020 (πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που κλυδωνίστηκε από την πανδημία), εγκαινίασε το νέο χρόνο με μια κυβερνητική κρίση. Μέχρι εδώ τίποτε το αξιοσημείωτο: η πολιτική αστάθεια είναι το στερεοτυπικό χαρακτηριστικό της γειτονικής χώρας (67 κυβερνήσεις στα 75 τελευταία χρόνια). Όσα όμως ακολούθησαν ξάφνιασαν τους πάντες, με πρώτους τους ίδιους τους Ιταλούς.

Κατ’ αρχάς, η νέα κυβέρνηση που ανέλαβε στα μέσα Φεβρουαρίου, με πρωθυπουργό τον Μάριο Ντράγκι και πολιτική στήριξη από όλα σχεδόν τα κόμματα, εμφύσησε αμέσως ένα πνεύμα επαγγελματισμού και αποτελεσματικότητας στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, αρχίζοντας από την αποφασιστική αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι νέοι περιορισμοί απέσπασαν τη συναίνεση μιας ευρείας πλειοψηφίας βουλευτών (παρά την απρόθυμη συγκατάθεση του Ματτέο Σαλβίνι, ηγέτη της κεντροδεξιάς Λέγκας), και έπεισαν την κοινή γνώμη, προκαλώντας λιγότερες αντιδράσεις από ό,τι σε άλλες χώρες. Η εμβολιαστική εκστρατεία, που μέχρι τότε παρέπαιε, ανέβασε ταχύτητα υπό νέα διεύθυνση: μέχρι το τέλος του χρόνου η Ιταλία είχε ανέβει στις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών σύμφωνα με το ποσοστό του πληθυσμού που είναι πλήρως εμβολιασμένοι, πίσω από την Πορτογαλία και την Ισπανία, και μπροστά από τη Γερμανία και την Γαλλία. Οι δηλώσεις της Άνγκελα Μέρκελ και των υπουργών της για την ανάγκη υιοθέτησης του «ιταλικού μοντέλου» αντιμετώπισης της πανδημίας προκάλεσαν χαμόγελα ικανοποίησης.

Το ίδιο απρόσμενη ήταν η ζωτικότητα της ιταλικής οικονομίας. Παρά την εικοσιπενταετή στασιμότητα των δεικτών, την καθήλωση της παραγωγικότητας και των αμοιβών, και την οπισθοχώρηση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις του δυναμικού τριγώνου Μιλάνο-Μπολόνια-Βενετία διέψευσαν τις προβλέψεις, διατηρώντας τη θέση τους στις διεθνείς «αλυσίδες αξίας», και βελτιώνοντας τις εξαγωγικές τους επιδόσεις. Θα έλεγε κανείς ότι το σοκ της πανδημίας έβγαλε την οικονομία από το λήθαργό της, φέρνοντας στην επιφάνεια ξεχασμένα αποθέματα εργατικότητας και επιχειρηματικότητας.

Όπως συμβαίνει συχνά, το ηθικό των Ιταλών αναπτερώθηκε και άλλο από μια σειρά επιτυχιών στο πεδίο της μαζικής κουλτούρας. Οι Måneskin παρουσιάστηκαν στον τελικό της Eurovision με ένα τραγούδι ροκ - γκλαμ ροκ, και όχι ιδιαίτερα μελωδικό ίσως, αλλά πάντως εμπνευσμένο, και παιγμένο με όλο το πείσμα μιας παρέας πιτσιρικάδων από τις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Η νίκη τους πανηγυρίστηκε από (σχεδόν) όλους, ακόμη και από όσους δεν τους είχαν μέχρι τότε ακουστά. Ακολούθησε ο θρίαμβος της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στο Euro, που κέρδισε στον τελικό την Αγγλία μέσα στο Γουέμπλεϋ, παίζοντας επιθετικά και φινετσάτα. Τέλος, στους Ολυμπιακούς του Τόκιο, μια νέα πολύχρωμη γενιά Ιταλών, που «φοράνε» τη φυλετική ή τη σεξουαλική τους διαφορετικότητα με υπερηφάνεια, ενσάρκωσαν έναν νέο πατριωτισμό, ακομπλεξάριστο και κοσμοπολίτικο, κερδίζοντας το ένα χρυσό μετάλλιο μετά το άλλο, αφήνοντας πίσω τα φαβορί στα 100μ, στο ύψος, στην σκυταλοδρομία 4x100 και αλλού.

Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς. Οι δομικές αδυναμίες δεν έχουν εξουδετερωθεί οριστικά, έχουν απλώς κατασταλεί προσωρινά, αρχίζοντας από την πολιτική αστάθεια. Η προεδρική εκλογή (Ιανουάριος 2022), και οι βουλευτικές εκλογές (άνοιξη 2023 το αργότερο), δεν απειλούν να βάλουν τέλος μόνο στην τεχνοκρατική παρένθεση, όπως είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατία, αλλά και στην σπάνια έξαρση δημιουργικότητας που τόσο ευεργετική αποδείχθηκε για τη χώρα. Παρά τα σύννεφα στον ορίζοντα, μετά από πολύ καιρό οι Ιταλοί ατενίζουν ξανά το μέλλον με αισιοδοξία.