16 Ιανουαρίου 2012

Τα διλήμματα της οικονομίας και της πολιτικής

Ομιλία σε εκδήλωση της οργάνωσης Νέου Κόσμου – Κουκακίου της Δημοκρατικής Αριστεράς (Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012)

Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (κάτω από τις Άλπεις) έχουν προβλήματα (μερικές σοβαρά). Καμμιά χώρα όμως δεν έχει τα δικά μας προβλήματα: μεγάλο χρέος (το μεγαλύτερο στην ΕΕ), μεγάλα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού (10% του ΑΕΠ, μετά από οδυνηρή λιτότητα δύο ετών), και ταυτόχρονα μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών (εμπορικό + υπηρεσιών). Τα ελλείμματα αλληλοσυνδέονται: η πλαστή ευημερία (με δανεικά) δεν επιβάρυνε μόνο το δημόσιο έλλειμμα, διόγκωνε επίσης (τεχνητά) τη ζήτηση, αυξάνοντας τις εισαγωγές και αφαιρώντας από τις επιχειρήσεις το κίνητρο για εξαγωγές.

Μια χώρα που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση δεν έχει παρά δύο (και μόνο δύο) επιλογές. Η μια είναι η κανονική υποτίμηση, ενδεχομένως με στάση πληρωμών, τύπου Αργεντινής το 2001 – αν και η Αργεντινή είχε εμπορικό πλεόνασμα (άρα είχε τρόφιμα και καύσιμα όσο διαρκούσε ο αποκλεισμός της από τις διεθνείς αγορές), καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού (άρα μπορούσε να πληρώνει μισθούς ή συντάξεις και να εγγυάται τη λειτουργία του κράτους). Η άλλη είναι η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση»: λιτότητα αλλά και μείωση των τιμών, ώστε να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη των (μειωμένων) μισθών και ταυτόχρονα να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Ο Daniel Gros σε παλαιότερη ομιλία του στην Αθήνα είχε υπολογίσει το μέγεθος της απαιτούμενης μείωσης (κατ’ αρχήν των μισθών) σε 25%. Μια εξαγωγική ώθηση θα μείωνε το μέγεθος αυτό, μια υστέρηση θα το αύξανε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, η μείωση των μέσων ακαθάριστων αποδοχών την διετία 2009-2011 (σε πραγματικές τιμές) ήταν 12%, δηλ. το μισό περίπου της απαιτούμενης προσαρμογής (κατά Gros).

Η «εσωτερική υποτίμηση», για να αποδώσει, έχει ορισμένες (απαιτητικές) προϋποθέσεις. Πρώτον, δίκαιη κατανομή των βαρών της προσαρμογής + κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Δεύτερον, συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, ώστε οι μειώσεις μισθών αφενός να μεταφραστούν σε μειώσεις τιμών και αφετέρου να είναι πρόσκαιρες (όσο διαρκεί η κρίση) και να αναπληρωθούν από ανάλογες αυξήσεις στο μέλλον (ώστε δηλ. να πιάσουν τόπο οι θυσίες των εργαζομένων). Τρίτον, εξυγίανση των θεσμών: καταπολέμηση της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής, της κακοδιοίκησης, της στρέβλωσης της αγοράς – ώστε η επιχειρηματικότητα να πάψει να βασίζεται στη διαπλοκή με πολιτικούς, στη συμπίεση των μισθών, στην παραβίαση της (εργατικής, ασφαλιστικής, φορολογικής, περιβαλλοντικής, πολεοδομικής κ.ά.) νομοθεσίας.

Ήταν το Μνημόνιο μονόδρομος; Και ναι και όχι. Ναι – επειδή με δεδομένο τον αποκλεισμό μας από τις διεθνείς χρηματαγορές ήταν ο μοναδικός τρόπος εξασφάλισης των δανειακών αναγκών της χώρας. Όχι – επειδή ούτε οι αγορές, ούτε το ΔΝΤ, ούτε η ΕΕ, ούτε κάποιος άλλος νοιάζεται πολύ για το πώς μια χώρα τηρεί τις δανειακές υποχρεώσεις της, ούτε για το πώς μειώνει τα ελλείμματά της (για αυτό άλλωστε κανείς δεν εμποδίζει τη Δανία να έχει υψηλή φορολογία, υψηλή κοινωνική δαπάνη κτλ). Συνεπώς, παρότι κάποιο Μνημόνιο ήταν αναγκαίο, κανείς δεν μας εμπόδιζε να προτείνουμε ένα άλλο Μνημόνιο, όπως το θέλαμε εμείς, με τα δικά μας «ισοδύναμα μέτρα» μείωσης των ελλειμμάτων.

«Καλά όλα αυτά – το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα». Η δημόσια συζήτηση για την τακτική της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για το PSI και τη δανειακή σύμβαση στα κανάλια και στα blogs μοιάζει λίγο με τη συζήτηση για την πορεία της Εθνικής ομάδας του μπάσκετ το 1987: ξαφνικά γίναμε όλοι ειδικοί για το εύρος του κουρέματος, για το επιτόκιο των ομολόγων ή για το βρετανικό δίκαιο, όπως τότε όλοι ανέλυαν σε βάθος (και με πάθος) τα σχετικά πλεονεκτήματα του συστήματος ζώνης έναντι του man-to-man. Και το Eurobasket και οι διαπραγματεύσεις για το PSI είναι παιγνίδια (το ένα πήγε υπέροχα, το άλλο θα δούμε) στα οποία είμαστε θεατές, δεν παίζουμε οι ίδιοι. Η ελληνική αντιπροσωπεία παίζει το ρόλο ενός κομπάρσου, που παραμένει μεν ικανός για κάποια αυτοκαταστροφική κίνηση (ιδίως όταν επικεφαλής είναι ο σημερινός υπουργός οικονομικών) αλλά δεν είναι σε θέση να καθορίσει θετικά την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για μας. Από τη μια, τα γεγονότα των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει ασφυκτικά την αξιοπιστία (και, συνεπώς, τα περιθώρια) των δικών μας χειρισμών. Από την άλλη, τα όρια μεταξύ της «συντεταγμένης» χρεωκοπίας και της άτακτης είναι δυσδιάκριτα: κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή με μια στραβοτιμονιά να τα διασχίσουμε (ιδίως όταν βλ. παραπάνω).

Για αυτό η συζήτηση για το εύρος του κουρέματος, για το επιτόκιο των ομολόγων ή για το βρετανικό δίκαιο προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα: σε λίγες μέρες θα ξέρουμε αν χρεωκοπήσαμε και πώς ακριβώς. Εν τω μεταξύ, θα ήταν προτιμότερο να ξοδεύουμε λιγότερο χρόνο και ενέργεια για ζητήματα όπου είμαστε απλώς θεατές: ας κρατήσουμε τις δυνάμεις μας για όσα μπορούμε να επηρεάσουμε.

Αυτό μας φέρνει στο τελευταίο θέμα: το «διακύβευμα» της επόμενης περιόδου. Θα έλεγα ότι η κατάσταση έχει συνοπτικά ως εξής. Το βραχυπρόθεσμο διακύβευμα είναι να παραμείνουμε στην Α' Κατηγορία. Η άτακτη χρεωκοπία ή/και επιστροφή στη δραχμή δεν θα είναι το τέλος του κόσμου (η ζωή συνεχίζεται, πάντοτε). Θα σημάνει όμως τον υποβιβασμό μας: δηλ. την συντριπτική ήττα όσων ονειρεύτηκαν μια ευρωπαϊκή Ελλάδα, και την θριαμβευτική νίκη όσων (στα αριστερά και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος) πάντα κατά βάθος προτιμούσαν μια Ελλάδα βαλκανική και μεσανατολική. Επίσης, θα θέσει σε κίνηση έναν πολύ επικίνδυνο μηχανισμό, όπου ο εθνικισμός (με ή χωρίς αντιιμπεριαλιστική προβιά) θα έχει πάρει το πάνω χέρι, και – σε συνδυασμό με τη γρήγορη διάψευση των φρούδων ελπίδων που ήδη καλλιεργεί η παράταξη της δραχμής – θα είναι έτοιμος να μας φέρει στα πρόθυρα μιας καταστροφικής πολεμικής εμπλοκής. Φοβάμαι ότι ο αρχηγός της ΝΔ είναι απόλυτα ικανός για κάτι τέτοιο.

Το μεσοπρόθεσμο διακύβευμα, όσον αφορά την οικονομία, είναι κατ’ αρχήν να μάθουμε να ζούμε χωρίς ελλείμματα, ώστε να περιορίσουμε την έκθεσή μας στις αγορές. Μέσα σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης και ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, η δημοσιονομική σταθερότητα είναι ασφάλεια – και η κύρια προϋπόθεση για να μπορούμε να επιλέγουμε τις πολιτικές που προτιμάμε με όσο περισσότερη αυτονομία γίνεται. Με κίνδυνο να γίνω κουραστικός: οι επάρατες αγορές δεν εμποδίζουν τη μικρή (πλην όμως πλεονασματική) Δανία να επιβάλλει – και να εισπράττει! – φόρους ίσους με το μισό περίπου ΑΕΠ της χώρας, ούτε να χρηματοδοτεί με αυτούς το ισχυρότερο ίσως σύστημα κοινωνικής προστασίας στον κόσμο.

Στη συνέχεια, το ζητούμενο είναι, ασφαλώς, η ανάπτυξη. Σήμερα έχουμε γίνει όλοι κεϋνσιανοί - και διαβάζουμε μανιωδώς τα άρθρα του Krugman, επικροτώντας με ενθουσιασμό την προειδοποίησή του ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα να προσπαθείς να μειώνεις τα ελλείμματα στη διάρκεια της ύφεσης. Σωστά: τα ελλείμματα πρέπει να τα μειώνεις στη διάρκεια της ανόδου της οικονομίας. Κρίμα που στην προ κρίσης περίοδο, όταν επί 10-12 χρόνια είχαμε από τους υψηλότερους ρυθμούς (όπως αποδείχθηκε, σαθρής) ανάπτυξης στην ΕΕ (+4% ετησίως), αντί να μειώσουμε τα ελλείμματα τα αφήσαμε να αυξάνονται ανεξέλεγκτα. (Τότε βέβαια οι σημερινοί κεϋνσιανοί απλώς σιωπούσαν, ή μάλλον επικροτούσαν ενθουσιωδώς τις πολιτικές που παρήγαγαν ελλείμματα και ζητούσαν ακόμη μεγαλύτερα.)

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχω γράψει αλλού (Καθημερινή 7 Μαρτίου 2009), η κλασική κεϋνσιανή συνταγή της ώθησης της παραγωγής και της απασχόλησης μέσω της τόνωσης της αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε μια χώρα με αναιμική παραγωγική βάση, όπως είναι πλέον η Ελλάδα. Όπως είδαμε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, τα πρόσθετα εισοδήματα αγοράζουν προϊόντα που εισάγουμε από αλλού. Αυτό μπορεί να είναι καλό για τους εργαζόμενους στην Κίνα και στη Ν. Κορέα (ή στη Γερμανία και τη Γαλλία) – πάντως ως στρατηγική για την ανάπτυξη με αύξηση της απασχόλησης στην Ελλάδα δεν μου φαίνεται πειστική. Συνεπώς, φοβάμαι ότι ο νεοκεϋνσιανισμός à la grecque λίγα έχει να προσφέρει: δεν μένουν παρά οι διαρθρωτικές αλλαγές (στην πλευρά της προσφοράς).

Το μεσοπρόθεσμο διακύβευμα δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και την πολιτική. Μια μεταρρυθμιστική δύναμη της αριστεράς, ιδίως εάν έχει (απολύτως θεμιτές) κυβερνητικές φιλοδοξίες, δεν διαθέτει την πολυτέλεια να επιτρέψει τη διάβρωση του κύρους των θεσμών από τους οποίους το πολιτικό της εγχείρημα εξαρτάται. Ο αριστερός ρεφορμισμός είναι απλώς αδιανόητος όσο εντείνεται η ανυποληψία των εργατικών συνδικάτων, ή της Βουλής, ή του δημόσιου τομέα.

Φυσικά, αυτό σε κάποιο βαθμό είναι πέρα από τον έλεγχο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς. Δείχνει όμως το αναγκαίο περιεχόμενο της πολιτικής της παρέμβασης:
- Αναπροσανατολισμός του κέντρου βάρους της πολιτικής των συνδικάτων (και όχι μόνο) προς τα συμφέροντα των outsiders (των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, ιδίως όσων εργάζονται υπό επισφαλείς συνθήκες).
- Δραστική μείωση του κόστους της πολιτικής, με μείωση του αριθμού των βουλευτών και άλλα μέτρα «ταπείνωσης» (κατά Α. Μανιτάκη) του πολιτικού προσωπικού που μας οδήγησε – υπό τις επευφημίες, βέβαια, της κοινής γνώμης – στην χρεωκοπία.
- Αλλαγή παραδείγματος στο δημόσιο τομέα, με ενθάρρυνση και στήριξη όσων από τους γιατρούς, νοσοκόμους, δασκάλους, καθηγητές, πυροσβέστες, εφοριακούς κ.ά. είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν με εντιμότητα και αφοσίωση στο δημόσιο συμφέρον, (εξ)υπηρετώντας τους πολίτες-χρήστες των υπηρεσιών τους, την ώρα που τα πάντα γύρω τους καταρρέουν.

Το μακροπρόθεσμο διακύβευμα παραμένει αυτό που ήταν πάντοτε: να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα προκοπής και δημιουργίας, με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερες ανισότητες, ένας τόπος στον οποίο νέοι άνθρωποι θα θέλουν να ζουν και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους.

Θα τα καταφέρουμε; Ειλικρινά δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι από αυτό θα κριθούμε όλοι.

...

Απαντήσεις σε ερωτήσεις

Ε: Είναι αναγκαία μέτρα η μείωση των κατώτατων αποδοχών και η περικοπή του 13ου / 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα;
Α: Δεν είμαι απόλυτα πεισμένος, παρότι οικονομολόγοι που τους εκτιμώ ισχυρίζονται πως ναι. Είναι αλήθεια ότι οι μισθοί (και το κόστος εργασίας) στην Ελλάδα τα τελευταία 10-12 χρόνια πριν την κρίση αυξήθηκαν περισσότερο από ό,τι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι κατώτατες αποδοχές στη χώρα μας είναι υψηλότερες από ό,τι στην Ισπανία και στην Πορτογαλία (για να μην αναφέρω τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία – όπου όμως μεταφέρονται οι ελληνικές επιχειρήσεις). Από την άλλη, η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους μισθούς, ούτε η μείωση των μισθών εγγυάται τη μείωση των τιμών: μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί απλώς ευκαιρία αύξησης της κερδοφορίας με διατήρηση (και ενίσχυση) του σημερινού μοντέλου επιχειρηματικότητας (της «αρπαχτής»). Θα προτιμούσα η μείωση των μισθών να είναι συμφωνημένη, πρόσκαιρη, και με ανταλλάγματα (βραχυπρόθεσμα: μείωση των τιμών – μεσοπρόθεσμα: δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για προσλήψεις και μισθολογικές βελτιώσεις όταν περάσει η κρίση). Θα προτιμούσα επίσης η συναίνεση των συνδικάτων στη (λελογισμένη) μείωση των κατώτατων αποδοχών να συνδυαστεί με τη δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για πιστή εφαρμογή της νομοθεσίας για τις κατώτατες αποδοχές (και την ασφάλιση, και όσα άλλα σήμερα καταστρατηγούνται) από όλες τις επιχειρήσεις. (Οι προγραμματικές συμφωνίες δεν προϋποθέτουν μόνο υπεύθυνα συνδικάτα, αλλά και υπεύθυνη εργοδοσία.)

Ε: Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη δύσκολα θα έρθει από αλλού, επιτρέπεται μια προοδευτική πολιτική να δαιμονοποιεί τις ξένες επενδύσεις;
Α: Προφανώς όχι. Από την άλλη, μια προοδευτική πολιτική δεν μπορεί να επικροτεί όλες τις ξένες επενδύσεις: κάποιες μπορεί να επιδεινώνουν τις εργασιακές σχέσεις, άλλες μπορεί να βλάπτουν το περιβάλλον – παρότι αυτά κατά κανόνα προβάλλονται ως προσχήματα από όσους φαντασιώνονται τον κρατικομονοπωλιακό σοσιαλισμό. Επί πλέον, η εμπειρία δείχνει ότι σε οικονομίες με υποδομές που υστερούν, εργατικό δυναμικό χαμηλών δεξιοτήτων, γραφειοκρατικά εμπόδια κτλ. οι ξένες επενδύσεις δεν είναι παραγωγικές αλλά συγκεντρώνονται σε τομείς τύπου real estate. Συνεπώς, θα έλεγα «ξένες επενδύσεις ναι, αλλά με προσοχή και χωρίς μεγάλες αυταπάτες».

Ε: Το ΕΣΠΑ θα δώσει λύση;
Α: Το ΕΣΠΑ είναι προφανώς μια ευκαιρία - αλλά αντίστοιχες ευκαιρίες στο παρελθόν τις χάσαμε. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο πολλαπλασιαστής (κατά Keynes) των δημόσιων επενδύσεων στην Ελλάδα που χρηματοδοτήθηκαν από τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα, τα πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ, τα απανωτά Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης κτλ. ήταν κοντά στο 1. Με άλλα λόγια, τα σχετικά κονδύλια «απορροφήθηκαν» αλλά δεν έδωσαν αναπτυξιακή ώθηση. Απλώς κάποιοι τα εισέπραξαν (και μετά έσπευσαν να αγοράσουν ακίνητα ή εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα), χωρίς να τεθεί σε κίνηση ο κύκλος της ανάπτυξης. Ακόμη χειρότερα, η απόδοσή τους ήταν απελπιστικά χαμηλή. Ένα παράδειγμα που γνωρίζω καλά: την περίοδο 2000-2008 υλοποιήθηκαν ευρωπαϊκά προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης συνολικού κόστους 1 δις. ευρώ – τα οποία όμως δεν φαίνεται να οδήγησαν στη δημιουργία ούτε 1 (μίας) θέσης εργασίας (λέω «δεν φαίνεται» επειδή τα ΚΕΚ αρνούνται να συμμορφωθούν με την υποχρέωση του follow up, δηλ. της παρακολούθησης της πορείας όσων επιμορφώνουν στην αγορά εργασίας). Συνεπώς, το ΕΣΠΑ μπορεί να προσφέρει, όμως η εμμονή (και του σημερινού υπουργού ανάπτυξης) στην «απορροφητικότητα» κινδυνεύει απλώς να αναπαράγει την παραοικονομία και τις άλλες γνωστές παθογένειες.

Ε: Γιατί επιμένουμε στα μεγάλα έργα και όχι στα μικρά (σε τοπική κλίμακα);
Α: Πολλοί οικονομολόγοι (και άνθρωποι της αγοράς) προτιμούν τα μεγάλα έργα επειδή εγγυώνται ταχύτερη απορροφητικότητα και μεγαλύτερη απόδοση. Δεν είμαι απόλυτα πεισμένος. Κάποια από τα μεγάλα έργα (π.χ. επέκταση του Μετρό) θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμα, άλλα απλώς γεμίζουν τη χώρα με περισσότερο τσιμέντο (απασχολώντας λίγους μηχανικούς και μελετητές και πολλούς μετανάστες με χαμηλά μεροκάματα και χωρίς ασφάλιση). Φυσικά, συχνά και τα μικρά έργα σε τοπική κλίμακα πάσχουν από τα ίδια ακριβώς προβλήματα. Αυτό μας φέρνει στην προηγούμενη συζήτηση περί τόνωσης της ζήτησης χωρίς αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Εάν η μηχανή έχει χαλάσει, δεν ωφελεί να της ρίχνεις καύσιμο: πρέπει να την επιδιορθώσεις!

Ε: Η ΑΟΖ θα ήταν λύση;
Α: Ίσως (ο γιος μου που παρακολουθεί το θέμα λέει ναι). Έχω, όμως, την εντύπωση ότι για τους περισσότερους η ΑΟΖ είναι το λαχείο που θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να ζούμε όπως είχαμε μάθει όλα αυτά τα χρόνια. Ένα τέτοιο λαχείο θα προτιμούσα να μην το κερδίσουμε.

Ε: Οι εξοπλισμοί δεν μπορούν να μειωθούν;
Α: Έχουν μειωθεί, αλλά ελάχιστα. Η χώρα μας δαπανά για άμυνα περισσότερα από κάθε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ (πλην ΗΠΑ). Φυσικά, η μείωση των εξοπλισμών πρέπει να συνοδεύεται από μια εξωτερική πολιτική που κλείνει ανοιχτά ζητήματα με τους γείτονες: ονομασία FYROM, Κυπριακό, Αιγαίο κτλ. Με Σαμαρά πρωθυπουργό κάτι τέτοιο θα ήταν λίγο δύσκολο.

Ε: Υπάρχουν άλλα «ισοδύναμα» μέτρα μείωσης των ελλειμμάτων;
Α. Φυσικά: αυτό εννοούσα όταν έλεγα προηγουμένως ότι χρειαζόμαστε ένα δικό μας Μνημόνιο. Εντελώς πρόχειρα, μερικά από τα κρίσιμα διλήμματα:
- Να καταργήσουμε την (εντελώς σκανδαλώδη) επιχορήγηση του ασφαλιστικού της ΔΕΗ ή να μειώσουμε τις συντάξεις;
- Να εξακολουθήσουμε να επιχορηγούμε τα χωριστά ασφαλιστικά ταμεία των άλλων εύπορων ομάδων (μηχανικών, νομικών, γιατρών, δημοσιογράφων, υπαλλήλων ΤτΕ) ή να ενισχύσουμε το εισόδημα των ανέργων και των φτωχών;
- Πώς να αυξήσουμε τα έσοδα, με αύξηση του ΦΠΑ που αποδίδει αμέσως αλλά είναι άδικος, ή με φόρο ακίνητης περιουσίας που είναι πολύ δικαιότερος και παραμένει χαμηλός στην Ελλάδα (παρά το «χαράτσι της ΔΕΗ» που θέλει φυσικά καλύτερο σχεδιασμό);
- Πώς μειώνουμε τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, με την προσυνταξιοδότηση έμπειρων (και ενίοτε πολύτιμων) στελεχών, ή ξεκινώντας την εφαρμογή της εφεδρείας από τους αργόμισθους και τους προσληφθέντες εκτός ΑΣΕΠ;
Και πολλά άλλα.

Μια δύναμη της μεταρρυθμιστικής αριστεράς θα πρέπει να μπορεί να απαντά σε τέτοια διλήμματα, και να θέτει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης συγκεκριμένες προτάσεις ισοδύναμων μέτρων. Αυτό μέχρι τώρα δεν έχει γίνει.

19 Δεκεμβρίου 2011

Η κεντροαριστερά: χθες, σήμερα και αύριο (;)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Δεκέμβριος 2011)

Μου φαίνεται αδύνατο να συζητήσουμε παραγωγικά την κεντροαριστερά χωρίς να έχουμε προηγουμένως αποτιμήσει την εμπειρία της κεντροαριστεράς στην εξουσία: τις επιτυχίες και τις αποτυχίες των κυβερνήσεων Σημίτη. Φοβάμαι ότι αυτή η αποτίμηση εκκρεμμεί. Στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, πρωταγωνιστή της κεντροαριστεράς, λόγω κυβερνητικής ιστορίας και θέσης στο πολιτικό φάσμα, η διακυβέρνηση Σημίτη στην πραγματικότητα δεν ενσωματώθηκε ποτέ στην κουλτούρα και στην ταυτότητα του κόμματος. Στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς, στον οποίο η σχετική συζήτηση φαίνεται (όπως άλλωστε φαινόταν και τότε) να απευθύνεται, επικρατούν το ίδιο αντιφατικές θεωρήσεις: από το «η καλύτερη κυβέρνηση που είχαμε ποτέ» έως «Σημίτης = αρχιερέας της διαπλοκής».

Σε ό,τι με αφορά, η 8ετία Σημίτη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Διευκρινίζω (ή υπενθυμίζω) ότι έζησα το μισό της περιόδου αυτής, 1997-2001, από τη θέση του «Ειδικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού». Ας μην φανταστεί κανείς ότι είχα αποφασιστική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική. Η κύρια συμβολή μου (η επεξεργασία μιας σχετικά ολοκληρωμένης πρότασης για ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα) πετάχτηκε στην κάλαθο των αχρήστων μετά πολλών επαίνων, και μερικών ψόγων. Η απογοήτευσή μου για τον τρόπο που χειρίστηκε η κυβέρνηση τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, από την Έκθεση Σπράου έως τις προτάσεις Γιαννίτση, στέρησε την παρουσία μου από κάθε περιεχόμενο και έκανε εύκολη την επανενεργοποίηση του αρχικού σχεδίου (επιστροφή στο πανεπιστήμιο). Από την άλλη, αισθάνομαι πολύ τυχερός που συνδέθηκα με ένα φιλόδοξο και συναρπαστικό κυβερνητικό εγχείρημα (την απόπειρα προοδευτικού εκσυγχρονισμού της χώρας), καθώς και που εργάστηκα για ανθρώπους με έντονη συνείδηση του δημοσίου (εθνικού) συμφέροντος, για την ακεραιότητα των οποίων δεν αμφέβαλα ποτέ – και δεν αμφιβάλλω ούτε τώρα: τον διευθυντή του Γραφείου Σχεδιασμού Στρατηγικής Νίκο Θέμελη, και φυσικά τον ίδιο τον Κώστα Σημίτη.

Δεν είναι ανάγκη να υπενθυμίσω στους αναγνώστες της Μεταρρύθμισης τα επιτεύγματα της 8ετίας Σημίτη – εκτός ίσως για να παρατηρήσω ότι, παρότι ιστορικά, τα επιτεύγματα αυτά ήταν λιγότερο αναντίστρεπτα από όσο νομίζαμε τότε. Η οικονομική μεγέθυνση (με σημαντική αύξηση των πραγματικών μισθών) κάλυψε τις βαθειές αδυναμίες της παραγωγικής δομής, χωρίς να τις αντιμετωπίσει. Η δημοσιονομική σταθερότητα ανατράπηκε εύκολα. Η δραστήρια ευρωπαϊκή πολιτική έδωσε πάλι τη θέση της στον επαρχιωτισμό, καθώς και στην παραδοσιακή αντιμετώπιση της Ευρώπης ως αγελάδας για άρμεγμα. Η «πολιτική» βία επανήλθε μετά την εξάρθρωση της 17Ν. Η ίδρυση των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών συνόδευσε την εντεινόμενη παρακμή της δημόσιας διοίκησης, δεν τη σταμάτησε. Η διαφθορά στις ΔΟΥ, στις Πολεοδομίες, στα κρατικά νοσοκομεία και σχολεία, στη δικαιοσύνη, στις συναλλαγές με τις επιχειρήσεις που προμηθεύουν το κράτος με αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και φυσικά στην ίδια την πολιτική, παραμένει μόνιμο χαρακτηριστικό του πολιτικού τοπίου. Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε δεκάδες άλλες αποτυχίες, μικρές ή μεγάλες: στο Κτηματολόγιο, στο Χρηματιστήριο κ.ο.κ.

Ο βαθμός κατά τον οποίο οι παραπάνω αποτυχίες ήταν αντικειμενικές («ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν») ή αντίθετα υποκειμενικές («δεν ήθελαν, για αυτό δεν μπορούσαν») είναι ερώτημα κλειδί. Φοβάμαι, όμως, ότι είναι δύσκολο να απαντηθεί, πολύ περισσότερο που οι πρωταγωνιστές του «κατά Σημίτη εκσυγχρονισμού» έχουν μέχρι σήμερα αποφύγει να αναμετρηθούν ουσιαστικά με την κρίσιμη εμπειρία της κεντροαριστεράς στην εξουσία.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτό οφείλεται στο ότι η διακυβέρνηση Σημίτη είναι εξαιρετικά «κακοχωνεμένη» από το ίδιο το πολιτικό υποκείμενο από το οποίο προήλθε. Δεν θα αναφερθώ στο πασιφανές ότι ο τότε πρωθυπουργός ανήκε στη μειοψηφία του ΠΑΣΟΚ, ότι στην πρώτη ψηφοφορία του Ιανουαρίου 1996 πήρε μόλις το ένα τρίτο των ψήφων της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος, ή ότι στο συνέδριο του Ιουλίου του ίδιου έτους χρειάστηκε να εκβιάσει τα στελέχη του για να πάρει μια εντελώς απρόθυμη συγκατάθεση. (Άλλωστε, και η δική μου παρουσία εκεί οφείλεται στο ότι το 1996 δεν υπήρχαν αρκετά μέλη του ΠΑΣΟΚ με τα απαιτούμενα προσόντα, και μια στοιχειωδώς ευμενή στάση για το εγχείρημα, ώστε να στελεχώσουν το Γραφείο Πρωθυπουργού). Αυτό που είναι λιγότερο πασιφανές είναι το πώς στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ το λεγόμενο «εκσυγχρονιστικό μπλοκ» διασπάστηκε, φυλλορόησε και εν τέλει μεταλλάχθηκε σε (συχνά) κάθε άλλο παρά εκσυγχρονιστικές θέσεις αμέσως μετά την αποχώρηση του Κ. Σημίτη από την πρωθυπουργία.

Όπως το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κράξι πριν από 20 χρόνια, το ΠΑΣΟΚ φαίνεται σήμερα να πνέει τα λοίσθια, υπό το βάρος μιας κρίσης που (όπως και τότε) αφορά όλο το πολιτικό σύστημα, και που επί πλέον είναι όχι μόνο ηθική αλλά και οικονομική – και μάλιστα κυριολεκτικά συγκλονιστικών διαστάσεων. Παρότι δεν ανήκα ποτέ σε αυτό το κόμμα, ενώ θεωρούσα πάντοτε (και θεωρώ ακόμη) ορισμένες διαστάσεις του «φαινομένου ΠΑΣΟΚ» καταστροφικές για τη χώρα, ελπίζω ειλικρινά η κατάρρευσή του να μην παρασύρει ανθρώπους και ιδέες που άξιζαν καλύτερη τύχη, και κυρίως να μην οδηγήσει σε μια ερήμωση του αχανούς χώρου που εκτείνεται από την αριστερά έως την κεντροδεξιά, που το κόμμα αυτό μέχρι πρότινος κάλυπτε.

Εάν τα παραπάνω έχουν κάποιο νόημα, τότε η συζήτηση περί κεντροαριστεράς (όπως αυτή που διεξάγεται από τις στήλες της Μεταρρύθμισης, των Νέων, της Αυγής και αλλού) είναι απελπιστικά καθυστερημένη και ταυτόχρονα υπερβολικά πρόωρη. Το πολιτικό διακύβευμα της «συγκυρίας» είναι διαφορετικό: η παραμονή της Ελλάδας στην Α’ Κατηγορία, έστω και στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας, δηλαδή η επιβίωσή της ως Ευρωπαϊκής χώρας – και, αντιστρόφως, η αποφυγή του υποβιβασμού της στην κατηγορία της Μέσης Ανατολής ή των Βαλκανίων.

Αντιμέτωποι με το φάσμα ενός τέτοιου υποβιβασμού, όσοι τον απεύχονται δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια της περιχαράκωσης, ακόμη και σε ευρύτερες ομαδοποιήσεις όπως είναι αυτή της κεντροαριστεράς. Σε μια ευρωπαϊκή Ελλάδα, η δημοκρατική αριστερά, η ανασυνταγμένη σοσιαλδημοκρατία και η φιλελεύθερη κεντροδεξιά θα έχουν την ευκαιρία να αντιπαρατίθενται με την ησυχία τους για το ύψος της φορολογίας ή για το επίπεδο της δημόσιας δαπάνης. Μέχρι τότε, καλά θα έκαναν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, ώστε να αποφύγουμε την καταστροφή. Εν τω μεταξύ, ένα πράγμα είναι βέβαιο: σε μια μεσανατολική ή βαλκανική Ελλάδα, τα περιθώρια για μια εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά θα είναι απείρως ασφυκτικότερα από ό,τι ήταν το 1974, το 1996 ή το 2010.

11 Νοεμβρίου 2011

Επιστολή παραίτησης από την Κεντρική Επιτροπή της Δημοκρατικής Αριστεράς

Με τη χθεσινή απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής της (με ψήφους 40 έναντι 24, και 4 λευκών), η Δημοκρατική Αριστερά αποφάσισε τελικά να μην δώσει ψήφο ανοχής στην κυβέρνηση Παπαδήμου, ενώνοντας έτσι αντικειμενικά τις δυνάμεις της με τους υπονομευτές της δημοκρατικής ομαλότητας και τους εχθρούς του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.

Με τον τρόπο αυτό, η Δημοκρατική Αριστερά έχασε μια ακόμη ευκαιρία να τιμήσει τις ιδρυτικές της υποσχέσεις περί «Αριστεράς της ευθύνης» και να δικαιώσει τις προσδοκίες όσων πίστεψαν σε αυτές. Όπως προσπάθησα να εξηγήσω στην χθεσινή ομιλία μου, εκτιμώ ότι η ευκαιρία αυτή ήταν μάλλον η τελευταία.

Η Δημοκρατική Αριστερά έχει πλέον μπει σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο. Η αντίληψη της πολιτικής δράσης ως μιας σειράς τακτικών ελιγμών (τα περίφημα «σλάλομ») με μοναδικό στόχο τη διεύρυνση της εκλογικής επιρροής. Η άρνηση ή αδυναμία ανάληψης οποιασδήποτε πρωτοβουλίας που να παρεμβαίνει στις πολιτικές εξελίξεις. Ο αυτοπεριορισμός σε έναν ρόλο απόμακρου σχολιαστή των εξελίξεων αυτών. Η αναπαραγωγή (με ηπιότερο ύφος) όλων των λαϊκιστικών στερεοτύπων που οδήγησαν την αριστερά στην ανυποληψία και τη χώρα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Όλα αυτά είναι φυσικό να προσελκύουν έναν τύπο ανθρώπου, και να απομακρύνουν έναν άλλον.

Δεν αμφιβάλλω ότι η πορεία που επελέγη μπορεί να αποφέρει εκλογικά οφέλη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Όμως, δεν συμμετείχα στην ίδρυση της Δημοκρατικής Αριστεράς για να ανήκω σε ένα κόμμα που διαθέτει μερικούς βουλευτές παραπάνω στο κοινοβούλιο μιας διαλυμένης χώρας.

Θυμίζω σε όλους ότι η αρχική ιδέα ήταν διαφορετική: η συγκρότηση ενός υπεύθυνου κόμματος της αριστεράς, έτοιμου να συμβάλει με τις δυνάμεις του στην αποτροπή της διάλυσης της χώρας. Η Δημοκρατική Αριστερά έχει μέχρι τώρα επιλέξει να μην είναι ένα τέτοιο κόμμα. Θα μπορούσε βέβαια να γίνει στο μέλλον, αλλά ειλικρινά δεν βλέπω πώς - και ίσως να είναι ούτως ή άλλως αργά.

Εξ αιτίας των παραπάνω, η συμμετοχή μου στην Κεντρική Επιτροπή της Δημοκρατικής Αριστεράς δεν έχει πια νόημα. Υποβάλλω λοιπόν την παραίτησή μου, και εύχομαι στους υπόλοιπους καλή τύχη.

10 Νοεμβρίου 2011

Η κυβέρνηση Παπαδήμου και η Δημοκρατική Αριστερά

Ομιλία στην Κεντρική Επιτροπή της Δημοκρατικής Αριστεράς (10 Νοεμβρίου 2011)

Την ώρα που μιλάμε ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας αμφισβητείται, από τα αριστερά και από τα δεξιά - για πρώτη φορά τόσο έντονα από τη συμφωνία σύνδεσης του 1962. Και αυτό την ώρα που η πιθανότητα αποκοπής της χώρας από το «ευρωπαϊκό γίγνεσθαι» είναι πλέον μεγάλη. Αυτό και μόνο είναι το πολιτικό διακύβευμα της συγκυρίας.

Μέχρι νεωτέρας, η ΔΗΜΑΡ είναι υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Ελλάδας. Ας μην αρχίσουμε τώρα να συζητάμε για το εάν η Ευρώπη είναι νεοφιλελεύθερη ή όχι. Στην ΕΕ όντως κυριαρχούν οι συντηρητικές κυβερνήσεις – αλλά αυτό αν δεν κάνω λάθος ήταν γνωστό και πέρυσι που απεχώρησε από τον ΣΥΝ η Ανανεωτική Πτέρυγα. Και ας μην ξανακάνουμε τη συζήτηση που έκανε το ΚΚΕ εσωτ. (στο οποίο τότε ανήκα, μαζί με πολλούς άλλους – όχι όλους - από τους παρόντες) με το φιλοσοβιετικό ΚΚΕ και το τριτοκοσμικό ΠΑΣΟΚ.

Θυμίζω την κεντρική ιδέα για όσους την έχουν ξεχάσει (ή δεν την γνώρισαν ποτέ): «Η Ευρώπη δεν είναι ούτε Γη της Επαγγελίας ούτε λάκκος των λεόντων: είναι ένα ευνοϊκότερο πεδίο πάλης για τους εργαζόμενους». Αυτό ίσχυε τότε, ισχύει και σήμερα. Εάν υπάρχει κάποιος σε αυτήν την αίθουσα που να πιστεύει ότι οι εργαζόμενοι της χώρας, τους οποίους θέλουμε να εκπροσωπούμε, θα έχουν περισσότερα δικαιώματα και υψηλότερο βιοτικό επίπεδο σε μια τριτοκοσμική Ελλάδα, ας πάρει βαθιά αναπνοή και ας το δηλώσει.

Μέχρι τότε, το τι οφείλει να κάνει η ΔΗΜΑΡ θα έπρεπε να είναι σε όλους μας αυτονόητο: όλες οι πολιτικές δυνάμεις που υιοθετούν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας οφείλουν να συνεννοηθούν σε μια ύστατη προσπάθεια επαναφοράς της Ελλάδας στην τροχιά της ενωμένης Ευρώπης.

Η επαναφορά της Ελλάδας στην τροχιά της ενωμένης Ευρώπης δεν εξασφαλίζεται με τη βιαστική και επιφανειακή υπογραφή της δανειακής σύμβασης αναδιάρθρωσης του χρέους (παρότι την προϋποθέτει). Μια τέτοια δέσμευση θα εξασφαλίσει την 6η δόση, αλλά δεν θα μας βγάλει από το αδιέξοδο. Το μεγάλο ζήτημα παραμένει η δημοσιονομική εξυγίανση. Στο πεδίο αυτό απέτυχε η κυβέρνηση Παπανδρέου, και θα αποτύχει με μαθηματική ακρίβεια μια κυβέρνηση Σαμαρά. Γιατί τα ελλείμματα είναι προϊόν του πελατειακού κράτους και της διαπλοκής του με ιδιωτικά συμφέροντα, δηλ. αποτέλεσμα ενός ηθικά χρεωκοπημένου τρόπου άσκησης της πολιτικής, που είναι ο μοναδικός τρόπος άσκησης της πολιτικής που γνωρίζουν τα δύο μεγάλα κόμματα (αλλά, δυστυχώς, όχι μόνο αυτά).

Το πρόβλημα για αυτούς – αλλά και για εμάς – είναι ότι κάποια μορφή δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι αναπόφευκτη, αφού κανείς πια δεν μας δανείζει (εκτός από την τρόικα). Υπάρχουν όμως δύο δρόμοι προς τη δημοσιονομική εξυγίανση. Εκτός ευρώ, με αγριότητα. Και εντός ευρώ, με μεγαλύτερη άνεση χρόνου. Η κυβέρνηση Παπαδήμου είναι η τελευταία ευκαιρία που έχουμε για να παραμείνουμε εντός ευρώ, και η τελευταία ευκαιρία που έχουμε για να αξιοποιηθεί η άνεση χρόνου ώστε η δημοσιονομική εξυγίανση να γίνει με δικαιοσύνη, με σχέδιο, και πολιτικές υποστήριξης των ασθενέστερων στρωμάτων.

Αυτό εξαρτάται και από εμάς. Εάν ο Γεωργιάδης ή ο Βορίδης όντως τελικά αναλάβουν κάποιο υπουργείο, θα οφείλεται και στην απροθυμία της ΔΗΜΑΡ να «λερώσει τα χέρια» της συμμετέχοντας στην προσπάθεια εξεύρεσης μιας θετικής λύσης (ακόμη και με τον ανεπίσημο τρόπο που το έκανε η ΔΗΣΥ).

Η συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στη νέα κυβέρνηση προσφέρει και σε εμάς μια τελευταία ευκαιρία να αναλάβουμε κάποια πολιτική πρωτοβουλία. (Τα πολιτικά κόμματα, τουλάχιστον τα σοβαρά, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, δεν παριστάνουν τους παρατηρητές, ούτε αναλώνονται σε βυζαντινισμούς για το κρυφό νόημα του δικού μας «όχι» σε σχέση με το «όχι» των εχθρών της δημοκρατικής ομαλότητας και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.)

Προτείνω να δηλώσουμε εγκαίρως ότι η στάση της ΔΗΜΑΡ στη συζήτηση για ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή θα εξαρτηθεί από έναν – και μόνο έναν – όρο που το κόμμα μας θέτει δημοσίως: την άμεση λήψη μέτρων ανακούφισης των ανέργων, των οικογενειών χαμηλού εισοδήματος και όσων πλήττονται από την κρίση. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει βέβαια να είναι συμβατά με την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης, και μπορούν να κινούνται στο πνεύμα της επερώτησης των βουλευτών της ΔΗΜΑΡ (τέλη Ιουλίου 2011).

21 Οκτωβρίου 2011

Τελική αναμέτρηση (;)

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011)

Φαίνεται ότι η στήλη του Paul Krugman στους New York Times διαβάζεται ευρύτατα στη χώρα μας. Επιλεκτικά βέβαια: ο νομπελίστας οικονομολόγος, προοδευτική συνείδηση της φιλελεύθερης Αμερικής, είναι δημοφιλής στην Ελλάδα βασικά επειδή επιμένει ότι η – υπερβολική και μονομερής - έμφαση στη λιτότητα κινδυνεύει να βυθίσει την παγκόσμια οικονομία στην ύφεση. (Έχει δίκιο φυσικά: άλλωστε, στο σημείο αυτό φαίνεται ότι συμφωνεί πλέον και το ΔΝΤ!)

Όμως ο Krugman έχει πει και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα – κάποια μάλιστα μας αφορούν ευθέως. Για παράδειγμα, την ημέρα της διαδήλωσης κατά του Μνημονίου, στη διάρκεια της οποίας έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι, ο Αμερικανός οικονομολόγος δημοσίευε ένα post με τον εύγλωττο τίτλο «Greek end game» (5 Μαΐου 2010). Αντιγράφω ένα ενδεικτικό απόσπασμα:

«Ακόμη και με αναδιάρθρωση του χρέους, η Ελλάδα θα έχει μεγάλο πρόβλημα, αναγκασμένη να εφαρμόσει έντονη λιτότητα – προκαλώντας βαθειά ύφεση – μόνο και μόνο για να μειώσει το πρωτογενές έλλειμμα, χωρίς τους τόκους. Το μοναδικό πράγμα που θα περιόριζε την ανάγκη για λιτότητα θα ήταν κάτι που να βοηθά την οικονομία να επεκταθεί, ή να μην συρρικνωθεί τόσο πολύ. Κάτι τέτοιο θα μείωνε την οικονομική δυσπραγία, ενώ θα αύξανε τα φορολογικά έσοδα, ελαττώνοντας την απαραίτητη δόση δημοσιονομικής λιτότητας. Όμως, ο μόνος δρόμος για την ανάπτυξη είναι περισσότερες εξαγωγές, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν στην Ελλάδα πέσουν δραματικά τα κόστη και οι τιμές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Εάν η Ελλάδα ήταν μια εξαιρετικά συνεκτική κοινωνία, με συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των μισθών, ένα είδος Αυστρίας του Αιγαίου, ίσως να ήταν εφικτό να επιτευχθεί κάτι τέτοιο μέσω της συλλογικά συμφωνημένης οριζόντιας μείωσης των μισθών – δηλ. μέσω μιας 'εσωτερικής υποτίμησης'. Αλλά, όπως δείχνουν τα σημερινά αποτρόπαια γεγονότα, δεν είναι.»

Ότι η Ελλάδα δεν ήταν Αυστρία του Αιγαίου ασφαλώς το γνωρίζαμε. Όμως, όσα μεσολάβησαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έδειξαν πόσο πολύ απέχουμε από τις πιο συνεκτικές κοινωνίες της Ευρώπης. Αντί για οριζόντια μείωση των μισθών, και ενώ οι εργαζόμενοι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις δέχονταν μεγάλες μειώσεις των αποδοχών τους προκειμένου να κρατήσουν τη δουλειά τους, στις ΔΕΚΟ είχαμε απεργίες για να μην περάσει το πλαφόν των 4.000 ευρώ το μήνα. Αντί για μείωση των τιμών, είχαμε άνοδο του πληθωρισμού, πέρα και πάνω από την επίδραση της αύξησης του ΦΠΑ και της τιμής του πετρελαίου, καθώς οι επιχειρήσεις μείωναν τους μισθούς αλλά όχι τις τιμές των προϊόντων τους. Ενώ στον ιδιωτικό τομέα χάνονταν μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας, οι υπάλληλοι του Μετρό απεργούσαν για να μην εφαρμοστεί η εργασιακή εφεδρεία – παρότι σύμφωνα με το πόρισμα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, οι παράνομες προσλήψεις από το 2004 έως το 2009 είχαν διογκώσει τον αριθμό των εργαζομένων εκεί κατά 50%. Με δυο λόγια: αντί για κοινωνική συνοχή (και παρά τη ρητορική επίκλησή της, αριστερά και δεξιά), ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Το παράξενο δεν είναι ότι οι θιγόμενοι αντιδρούν: είναι ότι οι αντιδράσεις τους είναι εντελώς δυσανάλογες. Η φορολόγηση του πτητικού επιδόματος (στην κλίμακα και όχι αυτοτελώς) «νομιμοποιεί» τους πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας να αφήνουν τα αεροσκάφη στο έδαφος – και μάλιστα τις μέρες που υπογραφόταν το Μνημόνιο, και μάλιστα παρά τις διαβεβαιώσεις του τότε υπουργού άμυνας, τώρα υπουργού οικονομίας, ότι θα αποκαταστήσει την εισοδηματική απώλεια. Η ψήφιση της εργασιακής εφεδρείας «νομιμοποιεί» τους δημοσίους υπαλλήλους να καταλάβουν τα υπουργεία τους. Η προοπτική της απελευθέρωσης των ταξί «νομιμοποιεί» τον πρόεδρο του συνδικάτου ιδιοκτητών να απειλεί ότι «θα χυθεί αίμα». Η πώληση δημόσιας περιουσίας δεν είναι λανθασμένη πολιτική: είναι «έσχατη προδοσία».

Καθώς οι τόνοι ανεβαίνουν, η έλλειψη μέτρου γενικεύεται. Στις διαδηλώσεις οι συζητήσεις έχουν ξεφύγει: η «κατοχική κυβέρνηση» θα φύγει «με ελικόπτερο» και μετά θα στηθούν «κρεμάλες στο Σύνταγμα»: ένα κρεσέντο αμετροέπειας και λεκτικής βίας.

Η λεκτική βία διευκολύνει τη φυσική βία. Σε μια απολύτως προβλέψιμη – καθότι συνεχώς επαναλαμβανόμενη – χορογραφία μίσους και καταστροφής, κάθε ειρηνική (κατ’ αρχήν) διαδήλωση καταλήγει σε συγκρούσεις με ζημιές και (ενίοτε) θύματα. «Παράπλευρες απώλειες» για τους οργανωτές, που δεν δείχνουν να ανησυχούν ιδιαίτερα και ετοιμάζουν την επόμενη «ειρηνική διαδήλωση» (οι κουκουλοφόροι τη σημειώνουν στην ατζέντα τους).

Ίσως αυτό που ζούμε τον τελευταίο καιρό να είναι ένα αρχαίο δράμα: όχι μόνο με την έννοια ότι τα γεγονότα είναι δραματικά, αλλά με την έννοια ότι τα πρόσωπα του δράματος έχουν θέσει σε κίνηση έναν μηχανισμό που δεν ξέρουν ή δεν μπορούν να σταματήσουν, παρότι είναι φανερό ότι οδηγεί μαθηματικά στην καταστροφή.

Και όμως: από τα τέλη του 2009 καταλάβαμε (;) ότι δεν μπορούμε πια να ζούμε πάνω από τις δυνάμεις μας: αναγκαστικά, αφού απλούστατα κανείς δεν ήταν πια διατεθειμένος να μας δανείζει χωρίς να ζητά ιλιγγιώδη επιτόκια σε αντάλλαγμα. Η διεθνής οικονομική βοήθεια κάλυψε τις δανειακές ανάγκες μας μέχρι το 2013 (και έπειτα), δηλ. μας έδωσε χρόνο: είτε για να μάθουμε να παράγουμε αγαθά που να στέκονται διεθνώς, είτε για να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι θα ζούμε πιο λιτά από όσο είχαμε συνηθίσει.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ απέτυχε όχι επειδή επιχείρησε να μειώσει τα ελλείμματα, αλλά επειδή δεν κατάφερε – ή δεν προσπάθησε – να αναζωογονήσει την οικονομία με σταθερούς κανόνες και προγραμματικές συμφωνίες, και παράλληλα να επουλώσει τις κοινωνικές εντάσεις επιβάλλοντας μια δίκαιη λιτότητα. Η αποτυχία της να εκσυγχρονίσει τη δημόσια διοίκηση, να αξιοποιήσει τη δημόσια περιουσία, να περιορίσει τη φοροδιαφυγή και να ενθαρρύνει την υγιή επιχειρηματικότητα, οδήγησε την κυβέρνηση στο σημερινό αδιέξοδο της «φοροκαταιγίδας» και των αδιάκριτων περικοπών.

Και τώρα τι κάνουμε; Όπως έγραφε στο ίδιο post ο Krugman, εάν αποτύχει η εσωτερική υποτίμηση, δεν απομένει παρά μια και μόνο μια εναλλακτική λύση: η κανονική υποτίμηση, «που σημαίνει έξοδο από το ευρώ». Με άλλα λόγια, εάν αποτύχει η σταδιακή προσαρμογή (ναι, αυτή: του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου), δεν θα μας απομένει παρά η απότομη προσαρμογή στο βιοτικό επίπεδο της γενιάς των γονιών μας (αλλά με τις δικές μας «ανάγκες», και σε ένα λιγότερο αθώο περιβάλλον). Αυτό θέλουμε;

Παρά τις ονειροφαντασίες των διαφόρων επαγγελματιών της επανάστασης, η επόμενη μέρα δεν πρόκειται να σημάνει ριζοσπαστικοποίηση των μαζών «προς τα αριστερά», αλλά συντηρητική αναδίπλωση της κοινωνίας και αμφισβήτηση «από τα δεξιά» των θεσμών της μεταπολίτευσης: πολιτικών (κοινοβούλιο, κόμματα, συνδικάτα) και οικονομικών (δημόσιος τομέας, φορολογία).

Φυσικά, το κυβερνών κόμμα δείχνει να πνέει τα λοίσθια, μη διαθέτοντας εφεδρείες, και έχοντας χάσει τη μάχη με τον εαυτό του. Όμως, η παρακμή του ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να ανοίξει το δρόμο ούτε στο ΚΚΕ ούτε στο ΣΥΡΙΖΑ. Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου (όπως λένε οι αθλητικοί συντάκτες), η τελευταία πράξη του δράματος προβλέπεται να είναι μια κυβέρνηση Α. Σαμαρά (και Φ. Κρανιδιώτη ... και Χ. Λαζαρίδη). Κυβέρνηση θνησιγενής, αλλά ικανή να παρασύρει την διαλυμένη πλέον χώρα σε κάποια ακόμη τυχοδιωκτική περιπέτεια.

Λιγότερα από 4 χρόνια πέρασαν από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη έως τον πόλεμο του 1897. Καμμιά φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται: πρώτα ως τραγωδία, ύστερα ως τραγωδία.

1 Σεπτεμβρίου 2011

«Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς»

Εισαγωγή στο βιβλίο μου «Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς: οικονομική κρίση, δημοσιονομική λιτότητα και κοινωνική προστασία» (εκδόσεις Κριτική, Σεπτέμβριος 2011).


Η κεντρική ιδέα του βιβλίου συνοψίζεται εύκολα σε μερικές φράσεις. Παρά τη ρητορεία του συρμού, το κοινωνικό κράτος δεν είναι ένα απλό θύμα της οικονομικής κρίσης: η σχέση μεταξύ των δύο είναι πολύ πιο αμφίσημη. Κατ' αρχήν, η κατακόρυφη άνοδος της δαπάνης για κοινωνική προστασία μέχρι το 2009 συνέβαλε και αυτή στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας. Ακόμη χειρότερα, η διόγκωση της κοινωνικής δαπάνης (που πλέον προσεγγίζει ή και υπερβαίνει τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο) δεν συνοδεύτηκε από τον «εξευρωπαϊσμό» των κοινωνικών πολιτικών (που συνέχισαν να χαρακτηρίζονται από ένα «εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων» και τις υπόλοιπες παθογένειες ενός «κράτους πελατειακών παροχών»).

Στη συνέχεια, από το 2010, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός έδωσε τη θέση του στη λιτότητα για τη μείωση των ελλειμμάτων. Αυτό ήταν αναπόφευκτο – όπως ήταν επίσης αναπόφευκτο να οδηγήσει σε περικοπές δαπανών και σε μεταρρυθμίσεις προγραμμάτων. Δεν ήταν όμως καθόλου αναπόφευκτο οι περικοπές και οι μεταρρυθμίσεις να πάρουν τη μορφή που τελικά πήραν. Μεταξύ των περικοπών που διορθώνουν υπερβολές, εκλογικεύοντας την παραγωγή κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών, και των «περικοπών» που παραλύουν την παραγωγή αυτή, στερώντας ζωτικούς πόρους από τα άτομα και τις οικογένειες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, υπάρχει τεράστια απόσταση - όπως άλλωστε υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που ανεβάζουν τον δείκτη κοινωνικής προστασίας, εξοικονομώντας ταυτόχρονα πόρους που σήμερα σπαταλώνται, και των «μεταρρυθμίσεων» που σχεδιάζονται με κύριο στόχο να περισώσουν στις νέες συνθήκες όσο δυνατόν περισσότερα από τα παλαιά προνόμια.

Με αυτά και με αυτά, φτάσαμε σε ένα μεγάλο παράδοξο. Από τη μια, η οξύτατη οικονομική κρίση κλείνει επιχειρήσεις, καταστρέφει θέσεις εργασίας, μειώνει μισθούς και εισοδήματα. Η απότομη άνοδος της ανεργίας και η υποχώρηση των οικογενειακών εισοδημάτων απειλεί εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά με το φάσμα της φτώχειας. Με άλλα λόγια, ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας δεν είχαμε τόση ανάγκη για κοινωνική προστασία. Από την άλλη, ευνοώντας αποσπασματικές λύσεις, θέτοντας το μερικό συμφέρον (της ομάδας) πάνω από το γενικό (της κοινωνίας), εμποδίζοντας τις ώριμες μεταρρυθμίσεις, φροντίσαμε να έχουμε σήμερα ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των ισχυρών ομάδων, αλλά εντελώς ακατάλληλο και ανέτοιμο να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης (που είναι και το βασικό αντικείμενο του κοινωνικού κράτους). Η ζήτηση και η προσφορά κοινωνικής προστασίας είναι επικίνδυνα «εκτός συγχρονισμού».

Το παράδοξο αυτό δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιηθεί από την κυβέρνηση, ούτε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ούτε από τα συνδικάτα, ούτε από τον Τύπο και επομένως ούτε από την κοινή γνώμη – εκτός βέβαια από εκείνους τους συμπολίτες μας που πέφτουν οι ίδιοι θύματά του. Είναι επείγουσα ανάγκη το παράδοξο αυτό να τεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης – όχι τόσο για να επιμεριστούν ευθύνες, όσο κυρίως για να βρεθούν λύσεις.

Με την έννοια αυτή, η agenda εξισωτικής μεταρρύθμισης που ενδεικτικά σκιαγραφείται στο τέλος αυτού του βιβλίου δεν προτείνεται ως το κλειδί για όλες τις πόρτες και δεν πρόκειται να λύσει τα δεκάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα της κρίσης: είναι όμως μια συμβολή στην ανασυγκρότηση της κοινωνικής πολιτικής – που με τη σειρά της είναι ένα από τα συστατικά της (όχι και τόσο μυστικής) συνταγής που μπορεί να επιτρέψει σε μια χώρα να βγει από την οικονομική κρίση με την κοινωνία όρθια.

Οι επόμενες σελίδες αναπτύσσουν τα παραπάνω σημεία με εκτενέστερο τρόπο.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, με δύο κεφάλαια στο καθένα. Το πρώτο μέρος (Η κρίση και το κοινωνικό κράτος) ξεκινά με ένα σύντομο κεφάλαιο (Το κοινωνικό κράτος ως υποκείμενο της κρίσης) που εξηγεί γιατί το κοινωνικό κράτος ευθύνεται και αυτό για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό. Το Κεφάλαιο 2 (Το κοινωνικό κράτος ως αντικείμενο της κρίσης) δείχνει πώς το «ασφαλιστικό», ένα φαινομενικά άλυτο πρόβλημα, πέρασε μέσα σε λίγες εβδομάδες, από την άνοιξη έως το καλοκαίρι του 2010, από την εποχή της ακινησίας στην εποχή της καταιγιστικής μεταρρύθμισης.

Το δεύτερο μέρος (Η ζήτηση για κοινωνική προστασία) παρουσιάζει τις συνέπειες της κρίσης αφενός στην απασχόληση και στους μισθούς, και αφετέρου στην ανισότητα και στη φτώχεια. Το Κεφάλαιο 3 (Οι επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά εργασίας) ενσωματώνει στην ανάλυση τα πιο πρόσφατα δεδομένα των Ερευνών Εργατικού Δυναμικού. Για λόγους που είναι γνωστοί στους ειδικούς, αντίστοιχα δεδομένα για τις εξελίξεις στην κατανομή του εισοδήματος είναι διαθέσιμα με πολύ μεγάλη καθυστέρηση. Στη θέση τους, το Κεφάλαιο 4 (Οι επιπτώσεις της κρίσης στην κατανομή του εισοδήματος) παρουσιάζει τις εκτιμήσεις πρόσφατης έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών με βάση τη λεγόμενη μέθοδο «μικροπροσομοίωσης», εφαρμόζοντας το υπόδειγμα φορολογίας και κοινωνικών παροχών EUROMOD. Όταν δημοσιευτούν τα στοιχεία της Ελ.Στατ. και της Eurostat, οι εκτιμήσεις μας μπορεί ενδεχομένως να αποδειχθούν ανακριβείς. Όμως, τέτοιες αποκλίσεις υπήρξαν μέχρι τώρα στατιστικά μη σημαντικές. Εν τω μεταξύ, η εφαρμογή της «μικροπροσομοίωσης» επιτρέπει αφενός την έγκαιρη αποτίμηση των διανεμητικών επιδράσεων της ύφεσης και των μέτρων λιτότητας, αφετέρου τον διαχωρισμό των επιδράσεων που ανάγονται ευθέως στην πολιτική της κυβέρνησης από εκείνες που απορρέουν κυρίως από ευρύτερες εξελίξεις στην οικονομία ή στην αγορά εργασίας.

Το τρίτο μέρος (Η προσφορά κοινωνικής προστασίας) εξετάζει πώς το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ανταποκρίνεται στον ιστορικό ρόλο του – για να χρησιμοποιήσουμε μια μάλλον βαρύγδουπη αλλά ακριβή φράση. Το Κεφάλαιο 5 (Το κοινωνικό κράτος αντιμέτωπο με την κρίση) θέτει το ερώτημα εάν τις παραμονές της τρέχουσας κρίσης το σύστημα κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειές της – και απαντά με τη διαπίστωση ότι το δίχτυ ασφαλείας που είχαμε το 2009 ήταν ακατάλληλο για κάτι τέτοιο. Το Κεφάλαιο 6 (Το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας σε δύσκολους καιρούς), με το οποίο κλείνει το βιβλίο αυτό, επιχειρεί να απαντήσει σε μερικά ακόμη κρίσιμα ερωτήματα: Εάν το 2009 το δίχτυ ασφαλείας ήταν διάτρητο και αναποτελεσματικό, πώς αυτό επηρέασε την κοινωνική πολιτική που εφαρμόστηκε τα δύο τελευταία χρόνια; Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι «λίγο» ή «καθόλου», τι πρέπει (και, κυρίως, τι μπορεί) να γίνει τώρα; Και εάν η ενδυνάμωση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας είναι αναγκαία, πόσο εφικτή είναι σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας;

Όπως θα διαπιστώσει οποιοσδήποτε κάνει τον κόπο να ξεφυλλίσει έστω βιαστικά τις σελίδες που ακολουθούν, το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ειδικούς. Φυσικά αυτό δεν συνεπάγεται ότι η ανάπτυξη των διαφόρων θεμάτων γίνεται με «εκπτώσεις» επιστημονικότητας. Πάντως, για να μην διακόπτεται η ροή του κειμένου, οι βιβλιογραφικές αναφορές, πηγές και οδηγίες προς όσους θα ήθελαν να εμβαθύνουν στη μελέτη των σχετικών θεμάτων βρίσκονται στις σημειώσεις (οι οποίες είναι αρκετά εκτεταμένες, ιδίως σε μερικά κεφάλαια). Οι πίνακες και τα διαγράμματα υπηρετούν το κείμενο, ενώ αντιστρόφως διαβάζονται χωρίς η αναδρομή σε αυτό να είναι απαραίτητη για την κατανόηση του νόηματός τους. Σε δύο περιπτώσεις, πρόσθετα στοιχεία παρατίθενται σε ένα παράρτημα στο τέλος των αντίστοιχων κεφαλαίων.

Κατά τα άλλα, το βιβλίο γράφτηκε από έναν οικονομολόγο, αλλά για να διαβάζεται – ελπίζω όχι μόνο από υποχρέωση – από φοιτητές όλων των κοινωνικών (και άλλων) επιστημών, από συναδέλφους ερευνητές στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής με επιστημονικό υπόβαθρο κοινωνιολόγου ή πολιτικού επιστήμονα, από εργαζόμενους που ασχολούνται με τη χάραξη και την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών στα αρμόδια υπουργεία ή στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας, από δημοσιογράφους, καθώς και από όσους πολίτες ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της δημόσιας πολιτικής και θέλουν να είναι ενημερωμένοι για αυτά. Εύχομαι σε όλους καλό διάβασμα!

7 Ιουνίου 2011

Τι να κάνουμε; Η κρίση και η «φτηνή ανάπτυξη»



Ομιλία στην εκδήλωση του Κέντρου Πολιτικού Προβληματισμού «Μιχάλης Παπαγιαννάκης» με τίτλο «Τι να κάνουμε; Ελλάδα 2011: Διλήμματα και Προοπτικές» (Τρίτη 7 Ιουνίου 2011). Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 113, Απρίλιος-Ιούνιος 2011) σε άρθρο των Χ. Κανελλόπουλου, Κ. Λαμπρινού, Σ. Λιακάκη και Γ. Μπαλαμπανίδη με τίτλο «Μια συζήτηση για την κρίση στο Κέντρο Πολιτικού Προβληματισμού Μιχάλης Παπαγιαννάκης»

Ευχαριστώ και εγώ τους εκλεκτούς προσκεκλημένους μας για τις πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες τους, καθώς και τους υπεύθυνους του Κέντρου «Μιχάλης Παπαγιαννάκης» που με προσκάλεσαν να τις σχολιάσω.

Πολλά ζητήματα, λίγος χρόνος - μπαίνω κατ' ευθείαν στο θέμα.

Ο Γιάννης Βαρουφάκης επέλεξε, όπως είπε συνειδητά, να μην μιλήσει για το θέμα της σημερινής συνάντησης (το οποίο σας θυμίζω ότι είναι «τι να κάνουμε»). Ας μου επιτρέψει να τον ενθαρρύνω να το κάνει τουλάχιστον στην δευτερομιλία του. Για αυτό θα σχολιάσω όσα έχει γράψει σε δεκάδες άρθρα μεγάλης απήχησης – μόλις προχθές στο protagon.gr.

Όσον αφορά το «τι να κάνουμε», η πρόταση Βαρουφάκη περιληπτικά είναι να απειλήσουμε τους Ευρωπαίους με στάση πληρωμών, έτσι ώστε να τους αναγκάσουμε να αναλάβουν μεγάλο τμήμα του Ελληνικού χρέους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόταση έχει αρετές. Είναι «λυτρωτική», αφού καθιστά εντελώς περιττή όλη αυτή την καταθλιπτική συζήτηση για το πώς θα μειώσουμε τα ελλείμματα – δηλ. πώς θα μάθουμε να ζούμε χωρίς σπατάλες, χωρίς διαφθορά, χωρίς επιχειρηματικότητα της αρπαχτής, χωρίς συντεχνίες, χωρίς πελατειακό κράτος της συμφοράς. Μοιάζει σαν εμείς οι Έλληνες να μην χρειάζεται να κάνουμε παρά μόνο ένα πράγμα για να σωθούμε: να βρούμε έναν πρωθυπουργό πιο κιμπάρη και πιο τζογαδόρο από τον σημερινό - κάποιον π.χ. σαν τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού.

Έχω λοιπόν την εξής απορία: Εάν κάνουμε ό,τι προτείνει ο Βαρουφάκης, δεν θα ήταν σαν να ζητούσαμε από τους Ευρωπαίους μια λευκή επιταγή; Και εάν την υπέγραφαν, δεν θα ήταν σαν να έκλειναν το μάτι σε κάθε άλλη χώρα να πέσει και αυτή έξω (έτσι κι αλλοιώς πληρώνουν οι Γερμανοί). Γιατί λοιπόν να την υπογράψουν; Μήπως επειδή, εάν τολμήσουν να αρνηθούν, θα τους παρασύρουμε στην καταστροφή, ανακράζοντας ομαδικώς «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων»;

Μήπως τέτοιου είδους προτάσεις αναβιώνουν απλώς το στερεότυπο του Έλληνα ως μοχθηρού Βαλκάνιου και ως πονηρού Ανατολίτη; Μήπως για αυτό πείθουν περισσότερο όσους αναγνωρίζονται σε αυτό το στερεότυπο;

Ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου θεωρεί το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ευκαιρία εκσυγχρονισμού. Για να μην την σπαταλήσουμε, θα πρέπει οπωσδήποτε να αναδιοργανώσουμε την κρατική μηχανή (αυτή την «ανελέητη μηχανή παραγωγής δαπανών με ελάχιστο κοινωνικό αντίκρισμα για ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού»). Πρόκειται για μια προϋπόθεση περίπου «προ-πολιτική», αφού η μηχανή έχει πάψει να είναι λειτουργική, τόσο για τα συμφέροντα της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η αναδιοργάνωσή της «από τα θεμέλια» δεν θα σημάνει ασφαλώς το τέλος της πολιτικής: μια καλύτερη αριστερά θα συνεχίσει να συγκρούεται με μια καλύτερη δεξιά - αλλά με τρόπο πολύ πιο προωθητικό για το δημόσιο συμφέρον, όπως το ορίζει η κάθε μια.

Παραδέχομαι ότι η ανάλυση αυτή μου είναι συμπαθής. Η ανησυχία μου – και, φαντάζομαι, η ένσταση πολλών ακροατών – είναι η εξής. Πόσο πολιτικά ουδέτερη θα είναι η φιλελεύθερη αναδιοργάνωση του κράτους (και ολόκληρης της οικονομίας) που μας προτείνουν οι δανειστές μας; Και έστω ότι είναι απαραίτητη ή αναπόφευκτη: Μήπως η νέα Ελλάδα που θα αναδυθεί από τις στάχτες της παλαιάς θα έχει στο γενετικό της κώδικα την οριστική ήττα των αξιών της αριστεράς; Και όχι μόνο του αυταρχισμού και της αυθαιρεσίας (της κακής αριστεράς), αλλά επίσης της ισότητας και της δικαιοσύνης (της καλής αριστεράς);

Μπορούν οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς και της δημοκρατικής αριστεράς να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη – και πώς; Πώς μπορούν να εγγυηθούν ότι στη νέα Ελλάδα οι μισθοί θα είναι υψηλότεροι, η απασχόληση περισσότερη και καλύτερη, ότι τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων θα γίνονται σεβαστά περισσότερο από ό,τι σήμερα; Και αν δεν μπορούμε να τα εγγυηθούμε όλα αυτά, τι απαντάμε σε όσους μας λένε ότι είναι προτιμότερο να μείνουμε σε αυτά που ξέρουμε;

Ο Αρίστος Δοξιάδης προτείνει τη μετακίνηση 500 χιλιάδων εργαζομένων («10% με 15% του εργατικού δυναμικού») από ενδοστρεφείς, μη εμπορεύσιμους κλάδους (βασικά δημόσιες υπηρεσίες) προς εξωστρεφείς δραστηριότητες του εξαγωγικού τομέα. Δεν αμφισβητώ ότι κάτι τέτοιο είναι πράγματι αναγκαίο, εάν θέλουμε να αποφύγουμε μια σταδιακή ή απότομη καθίζηση του βιοτικού μας επιπέδου. Εάν αμφιβάλλω για κάτι, είναι τα εξής δύο πράγματα.

Πρώτον, πόσο συμβατός με την πολιτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή θα ήταν ένας τόσο ριζικός αναπρογραμματισμός ανθρώπων στο σχετικά μικρό χρονικό διάστημα που απαιτείται; Μήπως μιλάμε για κάτι σαν την κολλεκτιβοποίηση των κουλάκων στην ΕΣΣΔ του 1930, τηρουμένων των αναλογιών; Μήπως η προτεινόμενη στροφή απειλήσει την ομαλότητα, εάν επιχειρηθεί βιαστικά – ενώ, εάν επιτευχθεί «οργανικά» και αβίαστα, απλώς αργήσει να φέρει καρπούς;

Δεύτερον, όπως έχει γράψει πολύ ωραία ο Αρίστος Δοξιάδης: «Αυτές οι νέες εξωστρεφείς μικροεπιχειρήσεις [...] θα είναι αυτοσχέδιες, και θα φαίνονται πρόχειρες, μυστήριες, βαλκανικές [...] Ας μην τις υποτιμάμε οι υπόλοιποι. Γιατί αυτές θα μας ξελασπώσουν.»

Σύμφωνοι: δεν τις υποτιμάμε. Μήπως όμως αυτές οι «νέες εξωστρεφείς μικροεπιχειρήσεις» θα είναι βιώσιμες μόνο στο βαθμό που παραβιάζουν την εργατική, ασφαλιστική, πολεοδομική, περιβαλλοντική κτλ. νομοθεσία; Μήπως δηλ. απλώς θα αναπαράγουν το σημερινό (θα έλεγα: χρεωκοπημένο) παραγωγικό μοντέλο «φτηνής ανάπτυξης», στο οποίο μας έμαθε να δυσπιστούμε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης;

Η απορία μου αυτή με φέρνει στο τελευταίο σχόλιό μου. Η άρνηση του Γιώργου Σταθάκη να θίξει τη σπατάλη και τη χαμηλή αποδοτικότητα της δημόσιας δαπάνης (η οποία όντως αθροιστικά δεν είναι υπερβολικά υψηλή) δεν μπορεί να με βρει σύμφωνο. Αντίθετα, συμμερίζομαι απολύτως την επιμονή του στην ανάγκη καταπολέμησης της φοροδιαφυγής – η οποία του θυμίζω ότι αποτελεί μόνιμη επωδό και της τρόικας.

Η ένστασή μου είναι ότι η ανάλυσή του υπερτονίζει το «ταξικό» στοιχείο. Η φοροδιαφυγή των ευκατάστατων στρωμάτων είναι πράγματι εκτεταμένη, και μου είναι απολύτως απεχθής. Όμως, είναι διάχυτη και μεταξύ λιγότερο εύπορων στρωμάτων: αγρότες, καταστηματάρχες, μικροϊδιοκτήτες, μικροεπαγγελματίες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι κτλ. Δεν είναι επίσης καθόλου άγνωστη ούτε στους μισθωτούς: ο υπάλληλος της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ που κάνει ελεύθερο επάγγελμα το απόγευμα δεν κόβει ασφαλώς αποδείξεις, ούτε ο καθηγητής που παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα – για να μην αναφερθώ στον υπάλληλο της Πολεοδομίας ή της Εφορίας που χρηματίζεται.

Επί πλέον, η φοροδιαφυγή δεν στρεβλώνει απλώς την αναδιανεμητική λειτουργία του φορολογικού συστήματος, και κατ' επέκταση τη διανομή του εισοδήματος. Στρεβλώνει επίσης την κατανομή των πόρων, επιδοτώντας οικονομικές δραστηριότητες αντιπαραγωγικές αλλά ελκυστικές, επειδή υπόσχονται φορολογική ασυλία. Όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό μας φέρνει στο σημείο εκκίνησης: στο χρεωκοπημένο μοντέλο της «φτηνής ανάπτυξης».

Δεν εννοώ βέβαια ότι πρέπει να ξεχάσουμε την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Ακριβώς το αντίθετο εννοώ: ότι θα πρέπει να την κάνουμε «σημαία» μας. Έχοντας όμως πλήρη συναίσθηση ότι ο αγώνας κατά της φοροδιαφυγής είναι αγώνας κατά της «φτηνής ανάπτυξης» - και για αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μακρύς και δύσκολος.

4 Ιουνίου 2011

Η κρίση χωρίς ψευδαισθήσεις

Γράφτηκε από κοινού με τον Σταύρο Λιβαδά και τον Γιώργο Προκοπάκη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 4 Ιουνίου 2011).

Κρίση και παθογένειες

Η χώρα περνά μια από τις χειρότερες κρίσεις της ιστορίας της. Για αυτή την κατάσταση ευθύνονται πολλοί, κυρίως όμως όσοι κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο τις τελευταίες δεκαετίες. Ευθύνες έχουν και όσοι συνέβαλαν με τη στάση τους στην επικράτηση του σημερινού μοντέλου πολιτικής. Ενός μοντέλου βασισμένου στις πελατειακές σχέσεις, στη διαφθορά, στην ιδιοποίηση δημόσιου πλούτου, στην αδιαφανή διαχείριση των δημοσίων πόρων, της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών υπηρεσιών, του περιβάλλοντος.

Αναμφίβολα η κρίση της οικονομίας επιβαρύνεται από την παγκόσμια χρηματοοικονομική αστάθεια. Κυρίως όμως είναι επακόλουθο της εγχώριας πολιτικής κρίσης. Πίσω από κάθε πτυχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης κρύβεται κάποια από τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος:

  • Η εμπέδωση της αντίληψης ότι η κερδοφορία μιας επιχείρησης εξαρτάται από τις κατάλληλες διασυνδέσεις, και όχι την ανταγωνιστικότητά της.

  • Η συστηματική παραβίαση της εργατικής, ασφαλιστικής, φορολογικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

  • Η ανάδειξη του κράτους σε «μεγαλοεργοδότη», με κύριο μέλημα την «εξόφληση» κάθε μορφής και είδους «πελατειακών» οφειλών.

  • Η εύνοια προς μια κρατικοδίαιτη μεγάλη επιχειρηματικότητα, εις βάρος τόσο της υγιούς ανταγωνιστικότητας, όσο και του κοινωνικού συμφέροντος.

  • Η δημιουργία ενός συμπαγούς δικτύου σχέσεων, βασισμένου στη συναλλαγή, τη διαπλοκή και τη διαφθορά, ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό, την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα και τον ιδιοτελή συνδικαλισμό.

  • Η ανεύθυνη συσσώρευση ελλειμμάτων, που η μια κυβέρνηση κληροδοτούσε στην άλλη και όλες μαζί στις νεώτερες γενιές.


  • Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις

    Όποια και αν είναι η κατάληξη της σημερινής κρίσης, η χώρα θα βρεθεί υποχρεωτικά με πλεόνασμα στον κρατικό προϋπολογισμό και με μειωμένο δημόσιο χρέος. Το πραγματικό δίλημμα είναι εάν στην επόμενη μέρα θα οδηγηθούμε με τρόπο βίαιο και καταστροφικό, ή εάν θα προχωρήσουμε συντεταγμένα.

    Για την έξοδο από την κρίση δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Κάποιου είδους διακανονισμός του δημόσιου χρέους με τους πιστωτές μας, ιδιώτες και μηχανισμούς στήριξης, φαίνεται αναπόφευκτος. Θετική προοπτική για την Ελλάδα μπορεί να υπάρξει μόνον εάν προχωρήσουμε στο διακανονισμό με τα ελλείμματα υπό έλεγχο.

    Σε κάθε περίπτωση, μόνος ο λογιστικός διακανονισμός του χρέους δεν λύνει το πρόβλημα. Το «κούρεμα» των πιστωτών, παρά τη λογιστική μείωση του χρέους, μετατρέπει τις διευκολύνσεις της ΕΚΤ και τις εγγυήσεις του δημοσίου σε χρέος. Επί πλέον, κάνει απαγορευτική για μεγάλο χρονικό διάστημα την προσπέλαση στις αγορές και τη διαχείριση των δημοσιονομικών, στο πλαίσιο ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής. Οι ήπιες λύσεις, με τη συναίνεση των πιστωτών, είναι ευπρόσδεκτες. Όμως, μικρή μόνο βελτίωση μπορούν να επιφέρουν.

    Υποχρεωτικά, η έξοδος από την κρίση περνάει μέσα από την δημοσιονομική εξυγίανση, και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας με κάθε πρόσφορο τρόπο.


    Μεταρρύθμιση τώρα

    Η ραγδαία και ριζική αλλαγή του πλαισίου άσκησης των δραστηριοτήτων του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας είναι σήμερα πιο επείγουσα παρά ποτέ. Αφενός για την άμεση δρομολόγηση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, με ελαχιστοποίηση των κραδασμών για την κοινωνία και τη διατήρηση των ωφελημάτων μετά την κρίση προσφέροντας επαρκές πλεόνασμα για την υποστήριξη της ανάπτυξης. Αφετέρου για την απελευθέρωση των κοινωνικών δυνάμεων που ασφυκτιούν, κάτω από το βάρος του πελατειακού κράτους.

    Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι προσανατολισμένες προς την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, ώστε το κράτος να είναι λιγότερο εργοδότης και διαχειριστής του πλούτου και περισσότερο εγγυητής της νομιμότητας και της ισονομίας, καταλύτης της ανάπτυξης, ρυθμιστής της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης.

    Είναι απαραίτητη η διάλυση όλων των ειδών πελατειακών σχέσεων, η πάταξη της διαπλοκής και της διαφθοράς. Δεν μπορεί να αφορούν μόνον την οικονομία: πρέπει να καλύπτουν τη δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την υγεία, την κοινωνική προστασία, τη δικαιοσύνη, την πλήρη εξυγίανση της πολιτικής ζωής. Με κύριους στόχους ένα υγιέστερο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, ένα μικρότερο αλλά αποδοτικότερο κράτος, την ενίσχυση του κύρους των πολιτικών θεσμών, την αποκατάσταση του κράτους δικαίου, καθώς και ένα δικαιότερο και αποτελεσματικότερο σύστημα φορολογίας και κοινωνικής προστασίας. Είναι ο μόνος δρόμος για την επαναπροσέγγιση και σύμπλευση με τα κράτη και τους λαούς της Ευρώπης, έξω από το πλαίσιο της οποίας δεν υπάρχει καμιά προοπτική για τη χώρα.

    Είναι βέβαιο ότι όσοι κέρδισαν, όσοι βολεύτηκαν και όσοι απλώς συμβιβάστηκαν με όσα μας έφεραν στη σημερινή κρίση θα αντισταθούν στις μεταρρυθμίσεις μέχρι τέλους.Το κάνουν ήδη, καθώς η χώρα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη κατάσταση ακυβερνησίας.

    Ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την κυβέρνηση με τη μήτρα του παλαιοπασοκικού λαϊκισμού δεν αποκόπηκε ποτέ. Ήδη μετατρέπεται σε βρόχο, που κινδυνεύει να την πνίξει – μαζί και την κοινωνία. Σε παρόμοια θηλειά έχει εμπλακεί και το πολιτικό σύστημα της χώρας, παιδί του ίδιου πελατειακού κράτους, από το οποίο έχει μάθει να ζεί και από το οποίο δεν επιθυμεί να αποκοπεί. Η κοινωνία, κατακερματισμένη και αυτονομημένη, βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας. Το πελατειακό σύστημα που μέχρι χθες παρήγαγε κοινωνική συναίνεση, αδυνατεί πλέον να εγγυηθεί κοινωνική συνοχή. Το σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον, η μαζική διάψευση των ελπίδων, όσων πίστεψαν αλλά δεν έφταιγαν, παράγει αποστροφή, οργή, αγανάκτηση. Αντιδράσεις δικαιολογημένες, αλλά αδιέξοδες.

    Η εποχή της πλαστής ευδαιμονίας παρήλθε ανεπιστρεπτί. Μας μένει να διαχειριστούμε τις οδυνηρές συνέπειες της. Μπροστά μας δεν υπάρχει άλλη οδός, παρά αυτή των μεταρρυθμίσεων. Είναι καιρός να ενεργοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση όλες οι ζωντανές δυνάμεις της χώρας: όσοι αντιλάμβάνονται πως η ατομική πρόοδος ταυτίζεται με το συλλογικό αγώνα για το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική αλληλεγγύη.

    16 Μαΐου 2011

    Το έλλειμμα και το χρέος της δημοκρατικής αριστεράς


    Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 26 Μαΐου 2011). Η γελοιογραφία του Kipper Williams δημοσιεύτηκε στην Βρετανική εφημερίδα «The Guardian» (Τρίτη 4 Μαΐου 2010)

    Βρισκόμαστε σε διαδικασία μετάβασης: από μια εποχή πλαστής ευδαιμονίας με δανεικά σε μια νέα εποχή κατά την οποία θα πρέπει είτε να καταναλώνουμε λιγότερο είτε να παράγουμε περισσότερο (είτε κάποιον συνδυασμό των δύο).

    Αυτό ισχύει είτε μείνουμε στο ευρώ (οπότε θα περάσουμε στην επόμενη φάση με συντεταγμένο τρόπο) είτε βγούμε από το ευρώ (οπότε αυτό θα γίνει με χαοτικό τρόπο).

    Η νέα εποχή θέτει επί τάπητος μια σειρά θεμάτων (μια νέα agenda) που προκαλεί αμηχανία στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, πάνω στην agenda αυτή έχει πολλά να πει η δημοκρατική αριστερά: από τη ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη έως τους αρκετούς δημοκράτες αριστερούς πολίτες που βρίσκονται σήμερα διάσπαρτοι σε διάφορα άλλα κόμματα - ή σε κανένα.

    «Καταναλώνουμε λιγότερο» σημαίνει λιτότητα – αλλά πώς θα είναι αυτή; δίκαιη ή άδικη;

    «Παράγουμε περισσότερο» - αλλά πώς: μέσω μιας νέας παραγωγικής συμφωνίας που θα προστατεύει τους μισθούς, τις θέσεις εργασίας και το περιβάλλον; ή με περαιτέρω επιδείνωση του συσχετισμού ισχύος σε βάρος των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα;

    Το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα δεν θέλει να συζητά για αυτά. Είναι απασχολημένο με το να πασχίζει να περισώσει όσες περισσότερες μπορεί από τις «σταθερές» της προηγούμενες εποχής: ειδικές ρυθμίσεις, αφανείς επιδοτήσεις, εξαιρέσεις για τις ευνοημένες κατηγορίες, ετεροβαρείς συμβάσεις με τους προνομιακούς προμηθευτές.

    Με δυο λόγια, το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα πασχίζει να περισώσει το «νόμισμα» της αναπαραγωγής του την εποχή της πλαστής ευδαιμονίας: τις πάσης φύσεως προσόδους προς όσους διέθεταν (και διαθέτουν ακόμη) προσβάσεις σε αυτό.

    Για αυτό, οι περισσότεροι πολιτικοί (αλλά και άλλοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης) προτιμούν να συζητούν για πράγματα που δεν είναι στο χέρι τους. Όλοι έχουν κάτι να πουν για την περιβόητη αναδιάρθρωση του χρέους (ιδίως εκείνοι που καλά θα έκαναν να σιωπούν). Όμως αυτή - εάν ή όταν γίνει - θα είναι με τους όρους των δανειστών μας.

    Η Ελλάδα έχει ένα και μόνο ένα «διαπραγματευτικό χαρτί», και αυτό είναι η μείωση των ελλειμμάτων. Αυτό είναι στο χέρι μας, αλλά βέβαια οι περισσότεροι από όσους θα μπορούσαν να κάνουν κάτι για αυτό προτιμούν να μιλάνε για άλλα αντ’ άλλων: για το «επαχθές» χρέος, για το Μνημόνιο που «δεν βγαίνει» κ.ά.

    Με αυτά και με αυτά, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι «δεν θα τα καταφέρουμε», αυξάνεται η πιθανότητα να μην πάρουμε κάποια επόμενη δόση του δανείου, πληθαίνουν οι αστοχίες και οι ανεπάρκειες των κυβερνητικών χειρισμών, οι (λίγοι) υπουργοί που προσπαθούν δείχνουν φανερά σημεία κόπωσης, ενώ η αντιπολίτευση βυθίζεται και αυτή στην αφασία, στη σύγχυση και στην έξαρση του λαϊκισμού.

    Μέσα στη γενική κακοφωνία, είναι καιρός να δοθεί ο λόγος σε αυτούς που έχουν κάτι να πουν: στις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας, στην πολιτική και στην κοινωνία.

    Η δημοκρατική αριστερά πρέπει και αυτή να συμβάλει στη σωτηρία και στην ανόρθωση της χώρας. Αρκεί να το πάρει απόφαση ότι εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Ότι η αναδιάρθρωση του χρέους δεν είναι το κόλπο που θα μας επιτρέψει να βγούμε από τη δυσκολία χωρίς κόπο. Ότι τέτοια κόλπα απλώς δεν υφίστανται.

    Η πολυπόθητη «διεθνοποίηση» (δηλ. ο εξευρωπαϊσμός) του «ελληνικού ζητήματος» συμβαίνει ήδη: ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι πριν λίγο η Ευρώπη επέμενε στη «ρήτρα μη διάσωσης», την οποία άλλωστε είχε μόλις θεσμοθετήσει. Ο «αριστερός ευρωπαϊσμός» είναι μια καλή ιδέα, αλλά δεν μπορεί να μεταφράζεται στο «να πληρώσουν οι άλλοι τα δικά μας σπασμένα». Ο μεγαλύτερος οικονομικός συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. είναι επίσης καλή ιδέα – αλλά θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η θεσμοθέτησή του θα συνεπάγεται ακόμη αυστηρότερη επιτήρηση των δημοσίων οικονομικών της χώρας μας.

    Ό,τι και αν συμβεί με την αναδιάρθρωση του χρέους, μας περιμένουν πολλά χρόνια (ίσως 20+) σκληρότερης λιτότητας ή και σκληρότερης δουλειάς: όσο σκληρότερης δουλειάς τόσο λιγότερο σκληρής λιτότητας – και φυσικά αντιστρόφως.

    Για αυτό, η δημοκρατική αριστερά θα πρέπει να εγκαταλείψει τις τελευταίες αγκυλώσεις της. Κάθε νοικοκυριό που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, όταν φτάσει με την πλάτη στον τοίχο θα πουλήσει και τα ασημικά του, όσο καλύτερα μπορεί. Ας αφήσουμε τα εύκολα «όχι». Το δίλημμα «αξιοποίηση ή εκποίηση της δημόσιας περιουσίας» δεν έχει νόημα. Τα μόνα άξια λόγου ερωτήματα είναι ποια, πόσο, πότε. Όμως αυτά είναι τεχνικά ζητήματα, για τα οποία υπάρχουν ειδικοί. Δουλειά των πολιτικών είναι να ξεκαθαρίσουν το τοπίο από τις αγκυλώσεις.

    Θα πρέπει να εργαζόμαστε από σήμερα για την ανόρθωση της οικονομίας μας, αλλά αυτή - ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση - δεν πρόκειται να έρθει από τη μια μέρα στην άλλη. Εν τω μεταξύ, η κρίση δοκιμάζει τη συνοχή της κοινωνίας μας. Οι δυνάμεις της δημοκρατικής αριστεράς θα πρέπει να αναλάβουν μια μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία για τη δικαιότερη κατανομή των βαρών και για την ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας. Για την υπεράσπιση των εργαζομένων που παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με έναν χαμηλό μισθό που μειώνεται, και με το φόβο της ανεργίας. Για την ενίσχυση όσων τους εκπροσωπούν (που δεν είναι η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ).

    Σήμερα η Αθήνα και οι άλλες πόλεις βυθίζονται σε έναν αυτοκαταστροφικό κύκλο βίας και μισαλλοδοξίας. Είναι καιρός η δημοκρατική αριστερά και όλες οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας να στείλουν ένα καθαρό μήνυμα. Οι άνθρωποι - έστω και δύσκολα - μπορούν να ζουν και με λιγότερα χρήματα, αρκεί να έχουν περισσότερη αλληλεγγύη. Αυτό που δηλητηριάζει τη ζωή τους είναι η ανασφάλεια και ο φόβος για τη βία, κοινωνική ή «πολιτική».

    1 Μαΐου 2011

    Απροϋπόθετο πανεπιστήμιο στη Ρούμελη με έδρα τη Λαμία;

    Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Μάιος 2011). 
    Διαβάζω πάντοτε με πολύ ενδιαφέρον τα άρθρα του Δημήτρη Παπανικολάου. Η χωρίς περιστροφές επιχειρηματολογία και το ευθύ, ενίοτε πολεμικό ύφος του μου φαίνονται απολαυστικά – και απείρως προτιμότερα τόσο από τον δήθεν καθωσπρεπισμό, όσο και από τα υπονοούμενα για μυημένους, που συνήθως χαρακτηρίζουν την «πάλη των ιδεών» εν Ελλάδι. Με το ίδιο ενδιαφέρον, αλλά πιο ανάμικτα αισθήματα, διάβασα το πρόσφατο άρθρο του «Καλά κέρδη: μια ιστορία από τον κόσμο της 'πανεπιστημιακής αυτοτέλειας'» (The Books’ Journal, Απρίλιος 2011). Η υπόθεση της χορηγίας Καντάφι στη London School of Economics, και των αντισταθμιστικών οφελών που αυτή φαίνεται να εξασφάλισε στο λιβυκό καθεστώς, είναι πράγματι διδακτική: δείχνει τους κινδύνους που απειλούν ένα πανεπιστήμιο που αναγκάζεται να αναζητά πόρους για την επιβίωση (ή επέκταση) του. Όμως ο Δημήτρης Παπανικολάου φαίνεται να πιστεύει ότι το πραγματικό δίδαγμα της υπόθεσης Καντάφι-LSE για τον Έλληνα αναγνώστη είναι άλλο. Επειδή το «αγγλοσαξονικό μοντέλο ακολουθεί το πρότυπο που κάποιοι θέλουν να επιβάλουν και στην Ελλάδα», κάπου στα μισά του άρθρου ο αρθρογράφος αλλάζει στόχο: αφού πρώτα κατακεραυνώσει τον «νεο-εκσυγχρονιστικό λόγο», στη συνέχεια συνηγορεί υπέρ του «απροϋπόθετου πανεπιστημίου», και καταλήγει διαχωρίζοντας τη θέση του από την «προδιαγεγραμμένη πορεία» προς το «αυτόνομο πανεπιστήμιο» (εννοεί αυτό που άλλοι ονομάζουν «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο»), ευχόμενος στους υπόλοιπους «καλά και αυτόνομα κέρδη». Ελπίζω ότι δεν αδικώ το άρθρο συνοψίζοντας το νοητικό σχήμα του ως εξής: «Ο κόσμος εκεί έξω είναι νεοφιλελεύθερος, δηλαδή σκληρός και επικίνδυνος. Για αυτό, όποια και να είναι η κατάσταση του ελληνικού πανεπιστημίου, αφήστε κατά μέρος τις ανοησίες περί μεταρρύθμισης. Δεν βλέπετε πού μπορεί να οδηγήσει; Καλύτερα απροϋπόθετο πανεπιστήμιο στη Ρούμελη με έδρα τη Λαμία, παρά LSE με χορηγία Καντάφι». Προφανώς ο Δημήτρης Παπανικολάου θεωρεί αδιανόητο να ανησυχεί κανείς για τις ακραίες συνέπειες της πανεπιστημιακής επιχειρηματικότητας, και ταυτόχρονα να αναζητά μια διέξοδο από το σημερινό τέλμα του ελληνικού πανεπιστημίου. Πιστεύω ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό άξιο λόγου ζήτημα για τα πανεπιστήμια (σήμερα, στην Ελλάδα) είναι το πώς: (α) θα ξεφύγουμε από την απερίγραπτη παρακμή του ελληνικού πανεπιστημίου, (β) μαθαίνοντας από την εμπειρία άλλων χωρών (και φυσικά αποφεύγοντας τα λάθη τους), (γ) σε συνθήκες μιας άνευ προηγουμένου δημοσιονομικής στενότητας – και (δ) με την εκπαιδευτική πολιτική στον ασφυκτικό έλεγχο ενός ανθρώπου (του υφυπουργού κ. Πανάρετου) που συμβολίζει με το χειρότερο τρόπο τις τραγικές ανεπάρκειες της κυβέρνησης στην οποία ανήκει. Παραδέχομαι ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο. Αντίθετα, είναι πολύ ευκολότερο να γράφει κανείς ιερεμιάδες για τα προβλήματα των ευρωπαϊκών ή αμερικανικών πανεπιστημίων. Ή να ξεμπερδεύει με τα αδιέξοδα του ελληνικού πανεπιστημίου, και συνάμα με τα διλήμματα της δημόσιας χρηματοδότησης της μαζικοποιημένης ανώτατης εκπαίδευσης τον καιρό της λιτότητας, με τον περισπούδαστο όρο «απροϋπόθετο πανεπιστήμιο». Πολύ ευκολότερο – μα επίσης τόσο θλιβερά ανεπαρκές.