23 Απριλίου 2012

Φορολογική δημοκρατία;

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Δευτέρα 23 Απριλίου 2012).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αμοιβαία δυσπιστία που πάντοτε χαρακτήριζε τη σχέση κράτους-πολιτών στην Ελλάδα έχει ενταθεί και άλλο λόγω της κρίσης. Παρότι οι πολιτικοί δεν μιλούν για αυτό, το πρόβλημα είναι σοβαρό: δύσκολα θα βγούμε από την κρίση και δύσκολα θα μπούμε σε μια τροχιά (υγιέστερης) ανάπτυξης χωρίς πρώτα το κράτος να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Το ερώτημα είναι «πώς». Και εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν ούτε εδώ. Για να μετατραπεί η δυσπιστία σε εμπιστοσύνη χρειάζεται να φυσήξει ένας δυνατός άνεμος εξυγίανσης (της πολιτικής, της δικαιοσύνης, της δημόσιας διοίκησης), και αποκατάστασης του κράτους δικαίου (δηλ. σεβασμού των δικαιωμάτων και της νομιμότητας). Κάτι τέτοιο προφανώς δεν πρόκειται να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε από τώρα να αρχίσουμε να δουλεύουμε λύσεις προς μια τέτοια κατεύθυνση. Ήδη έχουμε αργήσει πολύ ...

Η φοροδιαφυγή είναι μια μόνο εκδήλωση αυτής της έλλειψης εμπιστοσύνης στη σχέση κράτους-πολιτών. Σημαντική όμως: η φοροδιαφυγή μας στοιχίζει ακριβά, αφού το κόστος της το πληρώνουμε σε μεγαλύτερες περικοπές στη δημόσια δαπάνη (δηλ. σε μισθούς, συντάξεις και χρηματοδότηση δημόσιων υπηρεσιών), και σε υψηλότερους φόρους (για όσους δεν μπορούν να τους αποφύγουν), από ό,τι θα ήταν αναγκαίο. Και για αυτό, μια ειλικρινής συζήτηση για το πώς μπορεί ρεαλιστικά να περιοριστεί η φοροδιαφυγή επείγει πολύ.

Μια πτυχή αυτού του προβλήματος είναι ότι ο φορολογούμενος πολίτης δεν έχει λόγο στο πώς το κράτος δαπανά τους φόρους που αυτός πληρώνει. Τι να κάνουμε; Μια ιδέα για αυτό μας έρχεται από τη γειτονική μας Ιταλία. Εδώ και λίγα χρόνια (από το 2006), στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων έχουν προστεθεί δύο κουτάκια. Σε αυτά ο φορολογούμενος μπορεί να δηλώσει σε ποια μη κερδοσκοπική οργάνωση επιθυμεί να αποδοθεί το 5 τοις χιλίοις του φόρου που του αναλογεί. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν οι οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα του εθελοντισμού, της ιατρικής έρευνας, τα ερευνητικά κέντρα και τα πανεπιστήμια. Με τον τρόπο αυτό κατανέμεται το συνολικό ποσό που το ιταλικό κράτος έχει αποφασίσει να μοιράσει στις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις: μέσω μιας ανοιχτής διαδικασίας φορολογικής δημοκρατίας, όχι με (ενίοτε, άγριο) λόμπυ στο παρασκήνιο.

Και το δεύτερο κουτάκι; Να θυμίσω κατ’ αρχήν ότι η Ιταλία είναι κοσμικό κράτος, πλήρως διαχωρισμένο από την καθολική εκκλησία (της οποίας η έδρα, στην καρδιά της Ρώμης, αναγνωρίζεται ώς άλλο κράτος: το Βατικανό). Για παράδειγμα στα σχολεία ή στα δικαστήρια δεν υπάρχει Εσταυρωμένος: μόνο η ιταλική σημαία (και η ευρωπαϊκή), καθώς και η φωτογραφία του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας. Φυσικά, το ιταλικό κράτος έχει επιλέξει να επιχορηγεί με ένα όχι ασήμαντο ποσό (περίπου 1 δις ευρώ ετησίως) την εκκλησία – ή μάλλον όλες τις εκκλησίες με σημαντική παρουσία στη χώρα: την καθολική, βέβαια, αλλά και τη μεθοδική, την ευαγγελική-λουθηρανική, καθώς επίσης και την εβραϊκή κοινότητα.

Ο μηχανισμός (γνωστός ως «8 τοις χιλίοις») με τον οποίο κατανέμεται το ποσό του 1 δις στις θρησκευτικές οργανώσεις είναι παρόμοιος αλλά όχι ακριβώς ίδιος με τον προηγούμενο. Κάθε φορολογούμενος μπορεί να συμπληρώσει το όνομα της εκκλησίας που προτιμά, ενώ στο τέλος οι προτιμήσεις αθροίζονται έχοντας όλες το ίδιο βάρος (όπως σε μια ψηφοφορία). Με άλλα λόγια, ο φορολογούμενος δεν δεσμεύει το 8 τοις χιλίοις του φόρου που αναλογεί στον ίδιο, αλλά επηρεάζει την κατανομή του 8 τοις χιλίοις του συνολικού φόρου όλων των φορολογουμένων (περίπου 1 δις ευρώ). Όπως αναμενόταν, πάνω από 80% των φορολογουμένων επιλέγουν την καθολική εκκλησία, ενώ 10% επιλέγουν την απάντηση «καμμιά θρησκευτική οργάνωση» (το ποσό παραμένει στο κράτος για να το δαπανήσει με άλλον τρόπο).

Θα μου πείτε: «Έτσι θα σωθούμε;» Όχι, όχι μόνο έτσι. Μια τέτοια ένεση φορολογικής δημοκρατίας θα ήταν (το πολύ) μια μικρή λύση στο μεγάλο πρόβλημα της αμοιβαίας δυσπιστίας στη σχέση κράτους-πολιτών. Θα ήταν όμως μια καλή – και τεχνικά εύκολη – αρχή.

21 Απριλίου 2012

Το πανεπιστήμιο της ανομίας

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 21 Απριλίου 2012)

Το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι βαριά άρρωστο: λειτουργεί σε ένα θεσμικό κενό, και σε μια ατμόσφαιρα διάχυτης ανομίας.

Το θεσμικό κενό προκύπτει από την απροθυμία των πολιτικών δυνάμεων να υποστηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις που (υποτίθεται ότι) προτείνουν, καθώς και από την αδυναμία του κράτους να εφαρμόσει τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή.

Ο νόμος Γιαννάκου προσέκρουσε στη λυσσαλέα αντίδραση των φοιτητικών παρατάξεων της αριστεράς, καθώς και όσων πανεπιστημιακών πρόσκεινται σε αυτές. Οι τελευταίοι όμως ηττήθηκαν όταν η πλειοψηφία των διδασκόντων, που τάσσονται υπέρ της μεταρρύθμισης, αποφάσισαν να ενεργοποιηθούν στους συλλόγους τους. Ο βασικός λόγος για τον οποίο ο νόμος Γιαννάκου δεν εφαρμόστηκε ήταν άλλος: η υπονόμευσή του εκ των ένδον, αφενός από τη φοιτητική παράταξη της ΝΔ και αφετέρου από την ίδια την κυβέρνηση Καραμανλή. Η πρώτη είδε τη μείωση της επιρροής των φοιτητών στους θεσμούς διοίκησης των πανεπιστημίων ως απειλή για το σύστημα πελατειακών σχέσεων στο οποίο (και αυτή) πρωταγωνιστεί. Η δεύτερη αποφάσισε ότι η υπόθεση του βιβλίου ιστορίας, καθώς και η άρνηση της κυρίας Γιαννάκου να υποκύψει στις πιέσεις του εθνικιστικού μπλοκ, είχαν κάνει την παραμονή της στο υπουργείο ασύμφορη.

Ο νόμος Διαμαντοπούλου ήταν θεωρητικά ισχυρότερος, αφού ψηφίστηκε από μια ευρύτερη πλειοψηφία βουλευτών. Όμως δεν κατάφερε να πείσει παρά μόνο ένα υποσύνολο των εν δυνάμει υποστηρικτών του μεταξύ των πανεπιστημιακών. Και πάλι, αυτό δεν αρκεί για να δικαιολογήσει (ούτε καν να εξηγήσει) τη μη εφαρμογή του: σε μια ευνομούμενη πολιτεία, υπάρχει περιθώριο για μια συντεταγμένη αναθεώρηση όσων πτυχών μιας μεταρρύθμισης κρίνονται ανεφάρμοστες ή ατελέσφορες. Όχι, το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις, που στα λόγια υποστήριξαν τη μεταρρύθμιση, έχασαν γρήγορα το ενδιαφέρον τους για αυτή. Και φαίνεται ότι αυτό ισχύει και για την ίδια την κυρία Διαμαντοπούλου.

Η βίαιη διάλυση των εκλογών για συμβούλια διοίκησης από τις γνωστές ομάδες της άκρας αριστεράς συνέβαλε φυσικά στην γενική παράλυση. Όμως, ο ρόλος των επεισοδίων θα ήταν λιγότερο καθοριστικός, εάν οι πολιτικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι αντιτάσσονται στη βία δεν την εκμεταλλεύονταν για την προώθηση της δικής τους αντιμεταρρυθμιστικής ατζέντας.

Με αυτά και με αυτά, το πανεπιστήμιο κινδυνεύει να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο εμβληματικούς θεσμούς της Ελλάδας της κρίσης. Ένας θεσμός όπου οι νόμοι όχι μόνο παραβιάζονται χωρίς συνέπειες από οποιονδήποτε νομίζει ότι θίγεται από αυτούς, αλλά επίσης περιφρονούνται τόσο από τη νομοθετική όσο και από την εκτελεστική εξουσία. Πώς αλλιώς εξηγείται η άρνηση των δύο μεγάλων κομμάτων να επιβάλλουν τη μεταρρύθμιση που ψήφισαν στη Βουλή; Πώς αλλιώς ερμηνεύεται η άνεση με την οποία ο νέος υπουργός παιδείας (και, ιδίως, θρησκευμάτων) επιλέγει ποιες διατάξεις εφαρμόζει και ποιες όχι;

Κάπως έτσι πορευόμαστε προς τις εκλογές. Με πολιτικούς που υπόσχονται να βγάλουν τη χώρα από την οξύτερη κρίση της πρόσφατης ιστορίας της, ενώ στην πραγματικότητα παραμένουν προσκολλημένοι στις πιο καθυστερημένες αντιλήψεις του 19ου αιώνα.

19 Απριλίου 2012

Οι εκλογές της επόμενης μέρας

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 19 Απριλίου 2012).

Πόσοι αναγνώστες της Athens Voice παρακολουθούν την προεκλογική εκστρατεία με κομμένη την ανάσα; Φαντάζομαι ελάχιστοι. Ακόμη και εγώ (που σε αυτές τις εκλογές υποδύομαι τον υποψήφιο βουλευτή) ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να δείξω πολύ ενδιαφέρον για τις μανούβρες του Α ή του Β κόμματος, ή για τις δηλώσεις του Χ ή του Υ πολιτικού.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι εκλογές της 6ης Μαΐου θα είναι κρίσιμες και το αποτέλεσμά τους καθοριστικό. Αυτό όμως που κυρίως με απασχολεί είναι τι θα γίνει στις 7 Μαΐου. Θα μπορέσει να μπει η χώρα μας σε μια νέα φάση, επούλωσης των πληγών της κρίσης, εξυγίανσης της πολιτικής και ανόρθωσης της οικονομίας; Ή θα ανοίξει μια παρατεταμένη περίοδος ακόμη μεγαλύτερης πολιτικής αστάθειας, οικονομικής αβεβαιότητας και κοινωνικής αναταραχής;
Οι δημοσκοπήσεις είναι αντιφατικές μεταξύ τους (και, ίσως, αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας). Συμπίπτουν όμως όλες στο ότι κανένα κόμμα δεν πρόκειται να εξασφαλίσει – ούτε καν να πλησιάσει – την πολυπόθητη αυτοδυναμία. Παρότι το εκλογικό σύστημα είναι φτιαγμένο για να μετατρέπει αδύναμες εκλογικές μειοψηφίες σε ισχυρές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.
Συνεπώς, την επομένη των εκλογών όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα δίλημμα. Ή θα στηρίξουν μια κυβέρνηση συνεργασίας, ή θα οδηγήσουν τη χώρα σε νέες εκλογές.
Η πρώτη επιλογή φαίνεται ότι υποστηρίζεται από τα δύο τρίτα της κοινής γνώμης, αν και δεν έχει πολλούς (φανερούς) θιασώτες μεταξύ των πολιτικών. Η δεύτερη επιλογή είναι εκείνη που προτιμά η ΝΔ, ίσως και άλλοι.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσω – ή μήπως χρειάζεται; - γιατί η δεύτερη επιλογή θα ήταν καταστροφική. Παρά τη δανειακή σύμβαση και το Μνημόνιο ΙΙ, δεν έχουμε ακόμη αποφύγει τη χρεοκοπία. Η διεθνής βοήθεια μας προσφέρει χρήμα και χρόνο (έναντι φυσικά οδυνηρών ανταλλαγμάτων) για να νοικοκυρέψουμε το κράτος και την οικονομία. Εάν σπαταλήσουμε το χρόνο (και το χρήμα) προκειμένου να γίνει ο κ. Σαμαράς πρωθυπουργός, τότε εκείνος μεν θα βρεθεί να κυβερνά μια διαλυμένη χώρα, εμείς δε οι υπόλοιποι να ζούμε σε αυτή.
Συνεπώς, εάν δεχθούμε ότι η ακυβερνησία θα ήταν καταστροφική (και κανείς δεν έχει καν προσπαθήσει να μας πείσει για το αντίθετο), κάποια κυβέρνηση συνεργασίας είναι απαραίτητη. Το θέμα είναι ποια κυβέρνηση, με ποιον επικεφαλής, και κυρίως με ποιο πρόγραμμα.
Η απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα των εκλογών. Το πρόγραμμα όμως της επόμενης κυβέρνησης μπορεί να συζητείται από σήμερα. Ή μάλλον, θα έπρεπε να είναι το βασικό θέμα συζήτησης αυτής της προεκλογικής περιόδου.
Δεν είναι, επειδή οι πολιτικοί μας σκέφτονται ακόμη με τα μυαλά της προηγούμενης φάσης: «εκλογές = κενές υποσχέσεις + θεαματικές κινήσεις + απαξίωση του αντιπάλου». Όσο για τα πραγματικά προβλήματα των πραγματικών ανθρώπων: «ε, ας εκλεγούμε πρώτα ... μετά όλο και κάτι θα σκεφτούμε».
Τι σκέφτομαι εγώ; Η Δημοκρατική Αριστερά (το κόμμα στο οποίο ανήκω) είναι η αριστερά της ευθύνης. Δεν μένει αδιάφορη μπροστά στον κίνδυνο της ακυβερνησίας. Ούτε όμως μπορεί να παίζει το ρόλο του αφελούς συνυπεύθυνου για πολιτικές επιλογές άλλων. Ούτε επείγεται για κυβερνητικά πόστα: δεν είναι σαν κάποια κόμματα που λειτουργούν ως γραφεία ευρέσεως εργασίας για τα στελέχη τους.
Τι απομένει; Ένας μόνος δρόμος, νομίζω. Η Δημοκρατική Αριστερά έχει καταθέσει μια σειρά από «ισοδύναμα»: μέτρα που μειώνουν το έλλειμμα όσο και τα μέτρα της τρόικας, αλλά με κοινωνικά δικαιότερο τρόπο. Επίσης, έχει επεξεργαστεί συγκεκριμένες προτάσεις για την προστασία των πιο αδύναμων από τα θύματα της κρίσης, μέσω της ενδυνάμωσης του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Οι βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς θα πρέπει λοιπόν να ζητήσουν από την επόμενη κυβέρνηση να συμπεριλάβει στις προγραμματικές της δηλώσεις (πειστικές) δεσμεύσεις εφαρμογής των πιο σημαντικών από τα μέτρα αυτά. Και, εάν αυτό γίνει αποδεκτό από τον εντολοδόχο πρωθυπουργό, να είναι έτοιμοι να προσφέρουν ψήφο ανοχής στη νέα κυβέρνηση.

7 Απριλίου 2012

Η «φιλολαϊκή πολιτική», το ΠΑΣΟΚ, και η δεκαετία του ‘80

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Σάββατο 7 Απριλίου 2012).

Μπορεί να είναι χρήσιμη και φιλολαϊκή η πολιτική; Εξαρτάται τι εννοεί ο καθένας. Όπως την εννοώ, χρήσιμη πολιτική είναι εκείνη που εγγυάται βιώσιμη ευημερία. Αυτό προϋποθέτει αποκατάσταση της νομιμότητας παντού (αρχίζοντας από την ασυδοσία των ισχυροτέρων), δίκαιη κατανομή των βαρών και προστασία των αδύνατων, μηδενική ανοχή στη φοροδιαφυγή-φοροκλοπή. Οδηγεί στην ανάπτυξη, με σταθερούς και δίκαιους κανόνες και δημόσιες υπηρεσίες που εργάζονται με επαγγελματισμό, αμεροληψία, ακεραιότητα. Σε μια οικονομία που αμείβει την υγιή επιχειρηματικότητα, επενδύει στους εργαζόμενους, σέβεται το περιβάλλον. Σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και ευθύνης, όπου γίνονται σεβαστοί οι κανόνες κοινής συμβίωσης.

Αντίθετα, η λέξη «φιλολαϊκή» δε μου λέει πολλά (και τα λίγα που μου λέει, μου είναι μάλλον απεχθή). «Φιλολαϊκή» για παράδειγμα ήταν η πολιτική των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80. Τόσο «φιλολαϊκή» μάλιστα, που ακόμη την πληρώνουμε. Στη διάρκειά της, το δημόσιο χρέος τριπλασιάστηκε. Αντίθετα, στην οκταετία Σημίτη τα ελλείμματα παρέμειναν χαμηλά και το χρέος σταθεροποιήθηκε. (Ίσως επειδή οι κυβερνήσεις Σημίτη δεν ήταν επαρκώς «φιλολαϊκές».)

Η δεκαετία του ’80 ήταν μια καλή δεκαετία για πολλούς. Ιδίως για όσους ήταν κοντά στα «κέντρα λήψης των αποφάσεων». Το τίμημα το πληρώνουν τα παιδιά που έχουν τώρα την ηλικία που είχαμε εμείς τότε. Σύμφωνα με την Eurostat, η ανεργία των νέων έχει φτάσει σήμερα το 50,4%. Εκεί καταλήγει η πολιτική που σκορπά αλόγιστα το δημόσιο χρήμα, στέλνοντας το λογαριασμό στο μέλλον.

Θα ήταν ίσως περιττό να μιλάμε σήμερα για τη δεκαετία του ’80, εάν ο πολιτικός χώρος που κυριάρχησε τότε (το ΠΑΣΟΚ) είχε διδαχθεί από τις σκοτεινές όψεις της εμπειρίας αυτής. Φοβάμαι όμως ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Η κυρίαρχη αντίληψη της διακυβέρνησης της εποχής εκείνης εξακολουθεί να καθοδηγεί το χώρο του ΠΑΣΟΚ – και δυστυχώς όχι μόνο αυτόν. Εννοώ την χωρίς αναστολές εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος ορισμένων ευνοημένων ομάδων σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος, και του μέλλοντος της χώρας.

Ας δούμε λ.χ. τι έγινε με το «ασφαλιστικό του Μνημονίου» τον Ιούλιο 2010. Ο τότε υπουργός εργασίας εμφανίστηκε ως ηρωϊκά μαχόμενος υπέρ των εθνικών συμφερόντων. Έπαιξε σκληρή άμυνα κατά της τρόικας, με μοναδικό στόχο την εξαίρεση των γνωστών «ευπαθών ομάδων»: μηχανικοί, δικηγόροι, γιατροί, εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, υπάλληλοι της ΤτΕ, δημοσιογράφοι, βουλευτές, κληρικοί, ένστολοι κ.ά.

Σήμερα που η ανάγκη για κοινωνική προστασία είναι μεγάλη, χρήσιμη πολιτική θα ήταν η μέριμνα για τα πιο αδύναμα στρώματα. Αλλά λεφτά δεν υπάρχουν για τους μακροχρόνια άνεργους ή για τις φτωχές οικογένειες με παιδιά. Αντίθετα, βρέθηκαν €605 εκατομμύρια το χρόνο για να μπορούν οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ να συνταξιοδοτούνται σε νεαρή ηλικία με πολύ υψηλότερες συντάξεις από ό,τι αντιστοιχεί στις εισφορές τους. Ας είναι καλά ο σημερινός αρχηγός του ΠΑΣΟΚ που φρόντισε το θέμα τους το 1999 και ο νυν υπουργός υγείας που τους άφησε εκτός ασφαλιστικού της τρόικας το 2010.

Το ΠΑΣΟΚ δεν θα συνέλθει ποτέ εάν προηγουμένως δεν λογαριαστεί με τη βαριά κληρονομιά της δεκαετίας του ’80. Δεν μπόρεσε να το κάνει στο παρελθόν, και δεν φαίνεται να μπορεί να το κάνει ούτε τώρα. Και το πληρώνει. Δυστυχώς το πληρώνουμε όλοι.

22 Μαρτίου 2012

Ανάπτυξη χωρίς εξυγίανση;

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012).

Η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2011-2012 που δημοσιεύθηκε χθες επιβεβαίωσε αυτό που όλοι ξέραμε: το πόσο κρίσιμη είναι η κατάσταση της οικονομίας.
Η ύφεση είναι βαθιά και παρατεταμένη: το τελευταίο τρίμηνο του 2011 το ΑΕΠ ήταν κατά 17,2% χαμηλότερο από ό,τι 4 χρόνια νωρίτερα. Η αύξηση της ανεργίας δεν δείχνει σημεία επιβράδυνσης: έφτασε το 20,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2011 – πάνω από 1 εκατομμύριο άτομα βρίσκονται χωρίς δουλειά. Παρά την κάποια ανάκαμψη των εξαγωγών, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε ελάχιστα: σε 9,8% του ΑΕΠ το 2011 (από 10,1% το 2010).

Από την άλλη, η δημοσιονομική προσαρμογή – ο βασικός στόχος των Μνημονίων – φαίνεται να ανακόπτεται. Παρά τα μέτρα, το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκε το 2011 σε 10,6% του ΑΕΠ (έναντι 9,8% το 2010). Το πρωτογενές έλλειμμα (χωρίς τη δαπάνη εξυπηρέτησης του χρέους) μειώθηκε (από 4% σε 3% του ΑΕΠ), αλλά μόνο χάρη στη συρρίκνωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων: το πρωτογενές έλλειμμα του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκε (κατά 18 εκατ).

Είναι προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά. Τι ακριβώς όμως;

Αντιπαρέρχομαι την εύκολη απάντηση: «φταίνε τα Μνημόνια». Όχι επειδή τα συγκεκριμένα Μνημόνια με έχουν ενθουσιάσει. Αλλά επειδή η επιστροφή στην προ Μνημονίων εποχή μου φαίνεται εντελώς αδιανόητη.

Όταν μια οικονομία τρέχει ντοπαρισμένη, όπως έτρεχε η δική μας με φτηνά δανεικά μέχρι το 2008, η προσγείωση είναι αναπόφευκτη. Το μοναδικό άξιο λόγου ερώτημα είναι εάν η προσγείωση θα είναι ομαλή ή εάν αντίθετα θα μοιάζει περισσότερο με χαοτική κατάρρευση. Η διεθνής οικονομική βοήθεια απέτρεψε τον κίνδυνο χαοτικής κατάρρευσης. Επί πλέον, η δανειακή σύμβαση έκανε την εξυπηρέτηση του χρέους λιγότερο δυσβάσταχτη. Κάπου εκεί όμως εξαντλείται η υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας. Τα υπόλοιπα είναι δική μας δουλειά.

Ποια είναι τα υπόλοιπα; Η δίκαιη κατανομή των αναγκαίων θυσιών. Η προστασία των πιο αδύναμων από όλα τα θύματα της κρίσης. Η διάλυση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και ομάδων συμφερόντων, συνδικαλιστικών ή επιχειρηματικών. Και, κυρίως, η ανασυγκρότηση του κράτους και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Χωρίς μια εθνική συμφωνία πάνω σε αυτά τα ζητήματα, χωρίς δηλ. ένα δικό μας Μνημόνιο, οι θυσίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες.

Αυτό μου φαίνεται ότι είναι το πραγματικό διακύβευμα της φάσης που άνοιξε με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης και την προσφυγή στις κάλπες. Όχι το πόσο ανιδιοτελής υπήρξε η διεθνής βοήθεια (εμάς πάντως μας ωφέλησε). Ούτε πόσο νεοφιλελεύθερα ήταν τα Μνημόνια (κανείς δεν μας εμποδίζει να φτιάξουμε ένα δικό μας).

Θα αντιτείνει κάποιος: «Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Το θέμα είναι η ανάπτυξη». Ίσως - αλλά εάν δεν αποφασίσουμε να ξεκολλήσουμε οριστικά από όλα όσα μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα, δηλ. από το μοντέλο της ντοπαρισμένης οικονομίας με δανεικά (τα οποία ούτως ή άλλως πια δεν υπάρχουν, παρά με το σταγονόμετρο), η ανάπτυξη δεν πρόκειται να έρθει. Ή, όταν έρθει, θα είναι μίζερη και αντιπαθητική: πάλι θα τρώμε από τα έτοιμα (ήλιος, θάλασσα, αρχαία), κι άλλο τσιμέντο, made in Greece χαμηλής ποιότητας ή/και σε ασύμφορες τιμές, επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, χαμηλοί μισθοί.

Χρήσιμο το ΕΣΠΑ. Όμως, χωρίς εξυγίανση οι πόροι του θα σπαταληθούν, όπως συνέβη με το Γ’ ΚΠΣ, τα πακέτα Σαντέρ και Ντελόρ, ή τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα. Πολύτιμη η αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω ενός προγράμματος δημοσίων επενδύσεων για πανευρωπαϊκά δίκτυα και υποδομές. Αλλά χωρίς ανασυγκρότηση του κράτους, τα οφέλη για εμάς θα είναι περιορισμένα.

Πόσο μάταιη είναι η προσδοκία της ανάπτυξης χωρίς εξυγίανση το έδειξε η είδηση της περασμένης εβδομάδας: «Εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ ζητούσαν εκβιαστικά, δύο υπάλληλοι του υπουργείου Ανάπτυξης, από τον ιδιοκτήτη ξενοδοχειακής μονάδας στην Αργολίδα, προκειμένου να προωθήσουν τον φάκελό του για επιχορήγηση επένδυσης ύψους 4,7 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία μάλιστα είχε εγκριθεί.» (Καθημερινή/ΑΠΕ, 13 Μαρτίου 2012).

Όταν οι κρατικοί υπάλληλοι καθυστερούν τις υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί, μέχρι να εισπράξουν γενναίες «μίζες». Όταν οι διευθυντές τους δεν τους ελέγχουν (ή ασχολούνται μόνο με το πώς θα μοιραστεί «σωστά» το μαύρο χρήμα). Όταν οι πολιτικοί προϊστάμενοι και των μεν και των δε κάνουν ότι δεν βλέπουν (είτε επειδή το πελατειακό σύστημα που δημιούργησαν έχει ξεφύγει από τον έλεγχό τους, είτε επειδή είναι διεφθαρμένοι οι ίδιοι). Τότε ποιος σοβαρός επιχειρηματίας θα θελήσει να κάνει μια υγιή επένδυση σε αυτή τη χώρα; Και αν δεν γίνουν επενδύσεις, και μάλιστα υγιείς, τότε για ποια ανάπτυξη μιλάμε;

4 Μαρτίου 2012

Αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές: β' μέρος

Συνέχεια της συζήτησης που άνοιξε με το άρθρο του Σωτήρη Βαλντέν (βλ. παρακάτω). Όλα τα κείμενα συγκεντρώθηκαν σε αφιέρωμα με τίτλο «Οικονομική κρίση και αριστερά». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Κυριακή 4 Μαρτίου 2012).

Είχα αποφασίσει να μην επανέλθω: αφενός το έχουμε κουράσει, αφετέρου ο Σωτήρης Βαλντέν που άνοιξε αυτή τη συζήτηση έχει το δικαίωμα να πει την τελευταία λέξη (προς το παρόν τουλάχιστον).

Μου έκανε όμως εντύπωση μια φράση του Δημήτρη Γιατζόγλου που «ερμηνεύει» τη δική μου άποψη (κάνοντάς την φυσικά αγνώριστη).

Λέει ο ΔΓ: "Αναγκαστικά λοιπόν οι «αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές» είναι υποχρεωμένοι να το αποδεχτούν [το Μνημόνιο] (και να το στηρίξουν;)"

Όχι αγαπητέ Δημήτρη: καθόλου υποχρεωμένοι δεν είναι οι «αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές» να στηρίξουν το Μνημόνιο.

Είναι όμως υποχρεωμένοι να μπουν στη συζήτηση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Έτσι ώστε να μην χρειαζόμαστε Μνημόνιο. Ποτέ πια. Διαφορετικά τι σόι μεταρρυθμιστές είναι;

Δεν θέλουν να μπουν στη συζήτηση αυτή, προτιμώντας να περιμένουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί στην Ευρώπη, να ωριμάσουν οι συνθήκες, να συμβεί πρώτα κάτι άλλο (και τι ακριβώς); ΟΚ αλλά ας το πουν ανοιχτά.

Εν τω μεταξύ, κάποιοι από εμάς αντιλαμβάνονται τον αριστερό μεταρρυθμισμό κάπως διαφορετικά. Για αυτό επιλέγουν να παρεμβαίνουν με συγκεκριμένες (αριστερές και μεταρρυθμιστικές) προτάσεις στα συγκεκριμένα προβλήματα που τίθενται. Τώρα, όχι όταν έρθει η Δευτέρα Παρουσία.

Εγώ π.χ. με τις λιγοστές μου δυνάμεις αυτό προσπαθώ να κάνω εδώ και αρκετά χρόνια στα θέματα της κοινωνικής πολιτικής - ανέκαθεν προνομιακό πεδίο του αριστερού ρεφορμισμού. Και θα προτιμούσα αντί κανείς να με αποκαλεί «πρόθυμο», να μου έκανε ανελέητη κριτική στις συγκεκριμένες προτάσεις που έχω κάνει για το ασφαλιστικό, για τον κατώτατο μισθό, για το δίχτυ προστασίας.

Σε τελευταία ανάλυση, ας κάνει ο καθένας μας αυτό που νομίζει σωστό. Χωρίς όμως σταλινικής έμπνευσης δίκη προθέσεων, και χωρίς φρασεολογία αντάξια ενός Τσίπρα και ενός Καμμένου. Δεν τιμά κανέναν.

3 Μαρτίου 2012

Αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές

Ένα σύντομο σχόλιο στο άρθρο του Σωτήρη Βαλντέν «Η άλλη Ευρώπη ενεργοποιείται» (ηλεκτρονικό περιοδικό «Μεταρρύθμιση»). Δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό (Σάββατο 3 Μαρτίου 2012)

Ως γνωστόν, στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς έχουμε ακόμη απομείνει αρκετοί που και αριστεροί ευρωπαϊστές είμαστε και την αναγκαιότητα κάποιου είδους Μνημονίου αναγνωρίζουμε.

Επειδή θεωρούμε ότι μια οργανωμένη κοινωνία χρειάζεται ένα οργανωμένο σχέδιο εξόδου από την κρίση. Και επειδή φοβόμαστε ότι, ελλείψει τέτοιου σχεδίου, τα πρώτα θύματα μιας άτακτης υποχώρησης είναι τα αδύναμα στρώματα που θέλουμε να εκπροσωπούμε. Πώς αλλιώς θα γίνει συντεταγμένα και δίκαια η μείωση των ελλειμμάτων, η αναδιοργάνωση του κράτους και η προετοιμασία μιας καλύτερης (υγιούς, ακριβής, βιώσιμης) ανάπτυξης;

Κάπως έτσι εννοούμε τον αριστερό μεταρρυθμισμό. Ίσως κάνουμε λάθος. Εάν υπάρχει εναλλακτικός ορισμός, θα χαρώ να τον ακούσω.

Τα συγκεκριμένα Μνημόνια (της τρόικας) δεν είναι του γούστου μας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν έχουμε δει κανένα άλλο. Ούτε είδαμε μεγάλη ανταπόκριση των κομμάτων - συμπεριλαμβανομένης και της ΔΗΜΑΡ! - στην προτροπή (και στις συγκεκριμένες προτάσεις) μας να εκπονηθεί ένα τέτοιο άλλο Μνημόνιο από εμάς. Ώστε να βοηθήσουμε να παραμείνει η Ελλάδα μια ευρωπαϊκού τύπου κοινοβουλευτική δημοκρατία (δηλ. να μην γίνουμε μπανανία).

Βάσει των παραπάνω, θα ήθελα να διαβεβαιώσω τον αγαπητό Σωτήρη Βαλντέν ότι εμάς τους αριστερούς ευρωπαϊστές μεταρρυθμιστές μας ενθουσιάζει και μας παραενθουσιάζει το ότι αρκετοί στην Ευρώπη ενεργοποιούνται υπέρ μιας πιο αλληλέγγυας στάσης προς στην Ελλάδα. Ακριβώς για αυτό, αγωνιζόμαστε για να μην επιβεβαιώνονται τα ανθελληνικά στερεότυπα των αντιπάλων τους: ότι δηλ. στην Ελλάδα τα κόμματα δημαγωγούν, ότι δεν ενδιαφέρονται για το συμμάζεμα της χώρας τους, ότι ψάχνουν πώς θα βρουν και άλλα λεφτά για την "ανάπτυξη" (για να τα αξιοποιήσουν όπως ακριβώς αξιοποίησαν τα ΟΜΠ, Α ΚΠΣ, Β ΚΠΣ, Γ ΚΠΣ, ΕΣΠΑ κ.ο.κ.), έτσι ώστε να αναβάλλουν μια ακόμη φορά όλα αυτά που ακόμη και οι ίδιοι ξέρουν ότι πρέπει να γίνουν.

Για αυτό εξ άλλου έχουμε στρέψει την προσοχή μας στην αντιμετώπιση των εγχώριων παθογενειών. Όχι βέβαια επειδή παραγνωρίζουμε τη σημασία θετικών μεταβολών στην Ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Αλλά επειδή νομίζουμε ότι έτσι είμαστε πιο χρήσιμοι στη χώρα.

Προφανώς μπορεί να κάνουμε λάθος - και ο Σωτήρης Βαλντέν δικαιούται απολύτως να το νομίζει. Αλλά σε τι ακριβώς συμβάλλει η ανάγκη του να εκφράζει τη διαφωνία του αυτή με χαρακτηρισμούς τύπου "συμμαχία των προθύμων";

Συμβάλλει στον διάλογο μεταξύ των αριστερών ευρωπαϊστών; Ειλικρινά δεν βλέπω πώς αυτός εξυπηρετείται με συκοφαντίες. Στο κάτω-κάτω τη γνώμη μας λέμε, δεν είμαστε πράκτορες της τρόικας. (Ενημερώνω όσους ψάχνουν για τον κατάλληλο τριτοδιεθνιστικό όρο ότι αυτός είναι "χρήσιμοι ηλίθιοι".)

Εάν αντίθετα σε κάτι φαίνεται να συμβάλλει η καταγγελία του αριστερού μεταρρυθμισμού (και των εκπροσώπων του ως "προθύμων μνημονιακών") – ανεξαρτήτως ελπίζω των προθέσεων του Σωτήρη Βαλντέν – είναι η επαναπροσέγγιση σε "αντιμνημονιακή" βάση μέρους της ΔΗΜΑΡ και μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί ίσως με κάποιους που στέκονται αναποφάσιστοι στον ενδιάμεσο χώρο.

Προσωπικά δεν έχω αντίρρηση: περί ορέξεως κολοκυθόπιττες. Ο προφανής κίνδυνος για όσους έχουν τέτοια όρεξη είναι ότι οποιαδήποτε συμμαχία σε "αντιμνημονιακή" βάση εύκολα "καπελώνεται" από τους αντιπάλους των μεταρρυθμίσεων – όλων των μεταρρυθμίσεων. Οι οποίοι δεν διστάζουν καθόλου να σταματήσουν οποιαδήποτε μεταρρύθμιση δεν τους αρέσει (δηλ. όλες τις μεταρρυθμίσεις) με οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της βίας.

(Παρεμπιπτόντως: Κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύει η συλλογή υπογραφών κάτω από το κείμενο "Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας", την ίδια στιγμοί που οι μισοί από τους υπογράφοντες εργάζονταν - ή απλώς επέχαιραν - για τη βίαιη ακύρωση των εκλογών συμβουλίων διοίκησης στα πανεπιστήμια; Αυτή βέβαια είναι μια άλλη συζήτηση - εκτός και αν είναι η ίδια συζήτηση.)

Για να ανακεφαλαιώσω. Στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς δεν υπάρχουν ούτε "πρόθυμοι" ούτε πράκτορες της τρόικας (σε έμμισθη ή εθελοντική βάση). Υπάρχουν μόνο αριστεροί ευρωπαϊστές μεταρρυθμιστές.

Μέχρι τώρα νόμιζα ότι ο μόνος τρόπος για να είναι κανείς αριστερός ευρωπαϊστής είναι να είναι ταυτόχρονα και μεταρρυθμιστής. Διαφωνεί ο αγαπητός Σωτήρης Βαλντέν; Εάν όχι, τότε ας πει κάτι μεταρρυθμιστικό - ή τουλάχιστον ας επιτρέψει σε εμάς να το κάνουμε. Εάν ναι, εάν δηλ. πιστεύει ότι η λυσσαλέα αντίδραση σε κάθε μεταρρύθμιση, στην ανάγκη και με τη βία, χωράει στον αριστερό ευρωπαϊσμό, τότε – με όλο τον σεβασμό - φοβάμαι ότι μιλάμε για εντελώς διαφορετικά πράγματα.

26 Φεβρουαρίου 2012

Μετά τη δανειακή σύμβαση

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012).

Χωρίς ρύθμιση για το «κούρεμα» του χρέους και χωρίς δανειακή σύμβαση η Ελλάδα θα είχε οδηγηθεί στη χρεωκοπία, στην έξοδο από το ευρώ, και μετά στην έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση (πιθανότατα με κάποια ειδική συμφωνία σύνδεσης όπως αυτή που είχαμε από το 1962 έως το 1981).

Θα ήμαστε αναγκασμένοι να προσαρμοστούμε απότομα σε μια «αυτάρκη οικονομία», με ελλείψεις βασικών αγαθών και άγριες περικοπές, ώστε να βρεθούμε με μηδενικά ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό και στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών αμέσως.

Το «κούρεμα» και η δανειακή σύμβαση παρέχουν χρήματα και χρόνο ώστε η αναγκαία προσαρμογή να είναι ομαλότερη. Διαλέγοντας εμείς πώς θα μειώσουμε τα ελλείμματα. Περισσότερο ή λιγότερο δίκαια (και αποτελεσματικά).

Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα της πολιτικής και της οικονομίας. Όσο επιμένουμε να μην ασχολούμαστε με αυτό, τις αναγκαίες επιλογές θα τις κάνουν για λογαριασμό μας οι δανειστές.

Τότε όμως η Ελληνική Δημοκρατία θα έχει γίνει κανονική Μπανανία – και θα φταίμε εμείς.

22 Φεβρουαρίου 2012

Εγκληματικότητα, μετανάστευση και αριστερά

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook (Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012), ενώ στη συνέχεια ενσωματώθηκε σε άρθρο της Κικής Τριανταφύλλη με τίτλο «Για την υποβαθμισμένη Αθήνα» στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012).

Αυτοί που στρέφονται στη Χρυσή Αυγή δεν είναι ρατσιστές τύπου Ku Klux Klan, αλλά απλοί άνθρωποι, υπερβολικά φτωχοί για να μετακομίσουν από υποβαθμισμένες γειτονιές τύπου Άγιου Παντελεήμονα, οι οποίοι ζουν καθημερινά στον τρόμο (ή είναι οι ίδιοι θύματα) μιας άγριας εγκληματικότητας. Μιλάω με αριστερούς φίλους, πολυπολιτισμικούς φοιτητές και γενικώς με άτομα υπεράνω υποψίας (για ρατσισμό), που μένουν εκεί οι ίδιοι ή οι γονείς τους, και οι οποίοι έχουν φρικάρει εντελώς με όσα τους συμβαίνουν.

Η Χρυσή Αυγή προφανώς δεν είναι λύση. Είναι μέρος του προβλήματος. Με τη σειρά της τρομοκρατεί μετανάστες - και συχνά εγκληματεί σε βάρος τους. Σημειωτέον ότι συνήθως πρόκειται για μετανάστες που κατοικούν ή έχουν μαγαζιά στις γειτονιές αυτές (συνεπώς είναι απίθανο να κινδυνεύουν από αυτούς οι υπόλοιποι κάτοικοι). Όμως η Χρυσή Αυγή ταυτόχρονα περιπολεί στους δρόμους, κατά κάποιον τρόπο πουλάει προστασία, και γενικώς έχει ιδιοποιηθεί λειτουργίες του κράτους. Φυσικά σε στυλ vigilante αντί για κανονική αστυνομία.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Λίγα πράγματα.

Πρώτον, να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα όπως αυτό υφίσταται πραγματικά. Η υπεροπτική καταγγελία στο όνομα ενός ρηχού "αντιρατσισμού" - ιδίως όταν προέρχεται από εμάς που μένουμε σε καλύτερες γειτονιές - είναι ηθικά απαράδεκτος και πρακτικά αντιπαραγωγικός.

Δεύτερον, να το δούμε ως ακραία εκδοχή της διάχυτης ανομίας και της ακαταλληλότητας της αστυνομίας όπως αυτή λειτουργεί σήμερα. Εάν δεν φτιάξουμε ένα αποτελεσματικότερο κράτος δικαίου, εάν δεν βάλουμε στόχο να αποκαταστήσουμε τη νομιμότητα παντού (από τα πανεπιστήμια μέχρι τις συνοικίες γκέτο), δεν κάνουμε τίποτε.

Τρίτον, να δεχθούμε ότι παρότι μακροπρόθεσμα η λύση ενδεχομένως είναι η ανάπτυξη, εν τω μεταξύ θα χρειαστούμε καλύτερη αστυνόμευση, καλύτερη φύλαξη των συνόρων, καλύτερη μεταναστευτική πολιτική. Μια πολιτική που να συνδυάζει τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών με την ειλικρινέστερη προσπάθεια ένταξης όσων επιλέγουν (και επιλέγουμε και εμείς) να ενταχθούν στην κοινωνία μας.

12 Φεβρουαρίου 2012

Η ευθύνη της "αριστεράς της ευθύνης"

Η Δημοκρατική Αριστερά στην αποψινή ψηφοφορία θα καταψηφίσει τη δανειακή σύμβαση, όπως καταψήφισε το μεσοπρόθεσμο και το μνημόνιο. Μάλιστα, με δήλωση του προέδρου της, ακόμη και εάν η έγκριση της δανειακής σύμβασης εξαρτηθεί από τις ψήφους των βουλευτών της ΔΗΜΑΡ, το κόμμα θα πάρει την ευθύνη της απόρριψής της. Όπως όλοι ξέρουμε, εάν όντως συμβεί κάτι τέτοιο, η χώρα μας δεν θα γυρίσει ακριβώς στη νεολιθική εποχή, αλλά θα έχει κάνει μια καλή αρχή.

Επειδή παραμένω μέλος της ΔΗΜΑΡ, νοιώθω την ανάγκη να πω τα εξής.

Εάν απόψε η δανειακή σύμβαση εγκριθεί, θα αισθανθώ ανακούφιση. Το νέο μνημόνιο δεν με ενθουσιάζει. Αλλά θα μας δώσει λίγο ακόμη χρόνο (και λίγο ακόμη χρήμα) μήπως πετύχουμε όλα όσα δεν καταφέραμε μέχρι τώρα. Να μάθουμε να ζούμε μέσα στο όριο των δυνατοτήτων μας (αφού έτσι κι αλλοιώς εκτός από την τρόικα δεν μας δανείζει κανείς). Μοιράζοντας τις αναπόφευκτες θυσίες δίκαια (αρχίζοντας από τους ευνοημένους της προηγούμενης περιόδου). Δίνοντας προοπτική στους νέους ανθρώπους. Προστατεύοντας τους φτωχούς και τους αδύναμους. Κάνοντας αυτό που μας αναλογεί για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα με λιγότερη διαφθορά, λιγότερη ασυδοσία, λιγότερη βία.

Προς τιμήν της η ΔΗΜΑΡ μίλησε εγκαίρως για "ισοδύναμα" - δηλ. για μέτρα που μειώνουν τα ελλείμματα όσο αυτά που προτείνει η τρόικα, αλλά δικαιότερα. Μόνο που έκτοτε δεν υιοθέτισε ούτε ένα από όσα τέτοια μέτρα πρότειναν πολλοί από εμάς. Εν τω μεταξύ, σήμερα πλέον για "ισοδύναμα" μιλούν όλοι, από τον Καρατζαφέρη και το Σαμαρά έως τον Βενιζέλο και τον Παπανδρέου.

Ωραία λοιπόν: ας μιλήσουμε για ισοδύναμα. Ποιος φταίει που ακόμη και τώρα, ένα βήμα πριν την καταστροφή, υπουργοί και βουλευτές διορίζουν ψηφοφόρους τους και εξυπηρετούν πελάτες τους; Ποιος φταίει που παρά τις περικοπές οι δαπάνες μισθοδοσίας του κράτους δεν μειώνονται; Ποιος φταίει που οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται, ή αν γίνονται δεν εφαρμόζονται; Ποιος φταίει που η φοροδιαφυγή οργιάζει; Ποιος φταίει που χρήματα για επιδόματα ανεργίας δεν βρίσκουμε, αλλά 605 εκατ. ετησίως για τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ ναι. Ποιος φταίει που γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί και δημοσιογράφοι εξαιρούνται από το νέο ασφαλιστικό; Ποιος φταίει που τα επικουρικά ταμεία με 3%+3% εισφορά δίνουν σύνταξη 45% του μισθού (και μετά ζητάνε επιχορήγηση);

Όχι πάντως η τρόικα: όλα αυτά μας τα πρότεινε από την αρχή. Τα απορρίψαμε εμείς - δηλ. τα κόμματα που ψηφίζουμε, τα συνδικάτα που φτιάξαμε, οι συντεχνίες που ανεχθήκαμε, τα κανάλια που βλέπουμε. Και τώρα μας φταίνε πάλι οι ξένοι.

Τι θα γίνει εάν απόψε η δανειακή σύμβαση απορριφθεί; Κάποιοι θα τρίβουν τα χέρια τους. Θα αγοράσουν τη χώρα στις εκπτώσεις, με μαύρα χρήματα που πρόλαβαν να βγάλουν στο εξωτερικό. Θα κάνουν μπίζνες με το ίδιο πολιτικό προσωπικό, πάνω στα ερείπια. Κάποιοι άλλοι θα σηκώσουν τις σημαίες τους (κόκκινες ή μαύρες) και θα ξαναπροβάρουν τη φαντασίωση της εξέγερσης. Όλοι οι υπόλοιποι - και είμαστε πολύ περισσότεροι - θα δυστυχήσουμε.

Και σε αυτό η "αριστερά της ευθύνης" θα είναι συνυπεύθυνη.

Όχι στο όνομά μου.