11 Νοεμβρίου 2018

Ο δρόμος προς τη χρεωκοπία περνά από την αλλοίωση του πολιτεύματος

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018).

Οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας φέρνουν τη χώρα ένα βήμα από την χρεωκοπία. Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου: σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ακύρωση των «μνημονιακών περικοπών» στις συντάξεις και στους μισθούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού από 9 έως 15 δις ευρώ. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: 9 δις είναι όλη η δημόσια δαπάνη για την υγεία (του κράτους και των ταμείων), ενώ η δαπάνη για υγεία και παιδεία μαζί δεν φτάνει τα 15 δις. Είναι προφανές ότι η υλοποίηση των αποφάσεων αυτών είναι εφικτή μόνο εάν χρεωκοπήσουμε επισήμως, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος (σε ένα κατεστραμμένο κράτος) να μπορεί να τυπώνει όσα χαρτονομίσματα θέλει, με πολλά μηδενικά και αξία κουρελόχαρτων, όπως στην Κατοχή. Πώς απαντά η κυβέρνηση σε αυτή την εξέλιξη; Με έναν κουτοπόνηρο ελιγμό («τα αναδρομικά θα επιστραφούν σε όσους κάνουν προσφυγή»), ο οποίος επί πλέον είναι προορισμένος να πέσει στο κενό (προσφυγή κάνουν σχεδόν όλοι).

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Οκτώμισι χρόνια μετά από το πρώτο Μνημόνιο, η αντίληψη που έχει σχηματίσει η κοινή γνώμη για τις αιτίες της δυσπραγίας μας είναι αυτή που έχει επιβάλει ο πανίσχυρος «συνασπισμός της χρεωκοπίας» που μας έφερε στην κρίση και που έκτοτε κρατά την χώρα καθηλωμένη. Στην πολιτική εκπροσωπείται από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, αλλά και από τη «λαϊκή δεξιά» του Σαμαρά και των καραμανλικών, από το παλιό ΠΑΣΟΚ, και φυσικά από το ΚΚΕ και την Χρυσή Αυγή. Στα μέσα ενημέρωσης, από τις λιγότερο σοβαρές εφημερίδες, και κυρίως από τους τηλεοπτικούς αστέρες των πρωινών εκπομπών και των βραδινών δελτίων. Στην οικονομία, από τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις και τα εμπορικά επιμελητήρια, που αναπολούν τις παλιές καλές εποχές και απαιτούν από τις κυβερνήσεις «να ρίξουν χρήμα στην αγορά».

Για όλους αυτούς – και για πολλούς άλλους – για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που έφερε την Τρόικα φταίει ο Παπακωνσταντίνου και ο Παπαντωνίου, παρότι η ενοχή του πρώτου δεν αποδείχθηκε ποτέ, ενώ του δεύτερου δεν έχει αποδειχθεί ακόμη. Φταίνε οι πολιτικοί που «τα φάγανε», δεν φταίνε ούτε οι 800.000 προσλήψεις συμβασιούχων το 2004-2009, ούτε οι επιχορηγήσεις του κράτους στα ασφαλιστικά ταμεία, συνολικού ύψους 200 δις – δύο τρίτα του συνολικού δημόσιου χρέους! – την περίοδο 2000-2015. Για αυτό άλλωστε ο τότε υπουργός εσωτερικών ανταμείφθηκε για τις υπηρεσίες του από τη σημερινή κυβέρνηση με το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όσο για τις συντάξεις της ΔΕΗ και της Εθνικής Τράπεζας, και των δικαστικών και των στρατιωτικών και πολλών άλλων, που μειώθηκαν με τους μνημονιακούς νόμους, αυτές «πληρώθηκαν με τις εισφορές των συνταξιούχων», συνεπώς είναι ιερές.

Το δικαστικό σώμα έχει αναδειχθεί σε στυλοβάτη του αντιμνημονιακού «αφηγήματος», αυτού του χοντροκομμένου παραμυθιού που έχει επικρατήσει επειδή χαϊδεύει τις εθνικές μας αυταπάτες, και ας μην περιέχει ίχνος αλήθειας. Με τα δακρύβρεχτα διαβήματα προς τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γεμάτα από αναφορές στα αρχαία κλέη μας, και στα πνευματικά δικαιώματα που μας οφείλει η υπόλοιπη ανθρωπότητα ως απογόνους του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Με την απίστευτη δίωξη του πρώην προέδρου της ΕλΣτατ επειδή έκανε τη δουλειά του, αντί να στέλνει στις Βρυξέλλες ψεύτικα νούμερα όπως επέβαλλε το εθνικό φρόνημα. Και με το συστηματικό σαμποτάζ στις απεγνωσμένες (όσο και απρόθυμες) προσπάθειες των κυβερνήσεων να συμμαζέψουν κάπως τα δημοσιονομικά της χώρας.

Με το αζημίωτο εννοείται. Η παγερή αδιαφορία των δικαστικών για το πού θα βρούμε τα χρήματα να εφαρμόσουμε τις αποφάσεις τους ξεκινά από τους μισθούς τους, τους οποίους πρακτικά απονέμουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους, και που σύμφωνα με στοιχεία που είχαν διαρρεύσει από το Υπουργείο Οικονομικών το 2012 (δηλαδή μετά τις μνημονιακές περικοπές) έφταναν τα 6.500 ευρώ μεικτά το μήνα - κατά μέσο όρο, δηλαδή συνυπολογίζοντας τις αποδοχές όλων των δικαστικών, από έναν πρωτοδιορισμένο ειρηνοδίκη έως τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Δύομιση φορές πάνω από τις αντίστοιχες αποδοχές π.χ. των ερευνητών, από τους οποίους περιμένουμε την καινοτομία που θα βγάλει την οικονομία μας από το τέλμα.

Ο ένας στους δύο εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα παίρνει μισθούς κάτω από 800 ευρώ το μήνα, αλλά για τους δικαστικούς μας δεν υπάρχει πρόβλημα – ή δεν είναι δικό τους πρόβλημα. Ας φρόντιζαν και αυτοί να ενταχθούν στα «ειδικά μισθολόγια», μαζί με τους υπαλλήλους ΔΕΚΟ, τους στρατιωτικούς, τους κληρικούς, και φυσικά τους ίδιους τους δικαστικούς. Οι περικοπές των ειδικών μισθολογίων κρίθηκαν παράνομες, αντίθετα των απλών εργαζομένων εξακολουθούν να είναι νόμιμες.

Το αξιοσημείωτο δεν είναι η ιδιοτέλεια των δικαστικών. Παρά τους πομπώδεις τόνους, αυτή δεν διαφέρει από την ιδιοτέλεια όλων των άλλων συντεχνιών που βούλιαξαν τη χώρα, με τη συναίνεση των περισσότερων πολιτικών, και υπό τις ενθουσιώδεις επευφημίες των περισσότερων δημοσιογράφων. Είναι ο αντιμνημονιακός ακτιβισμός της κορυφής της ιεραρχίας, από τον πρώην πρόεδρο του ΣτΕ (που κρατούσε στο συρτάρι τις αιτήσεις ακύρωσης που δεν βόλευαν την σημερινή κυβέρνηση) έως την πρώην πρόεδρο του Αρείου Πάγου και σημερινή σύμβουλο του πρωθυπουργού (αναρωτιέται κανείς εάν οι αρμοδιότητες της αφορούν την παροχή τεχνογνωσίας σε θέματα διώξεων πολιτικών αντιπάλων). 

Το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που μέχρι νεωτέρας ισχύει στη χώρα μας, προβλέπει τη διάκριση των εξουσιών: η Βουλή νομοθετεί, η κυβέρνηση κυβερνά, τα δικαστήρια ελέγχουν. Με τις πρόσφατες αποφάσεις τους οι δικαστές διεκδικούν το προνόμιο να νομοθετούν και να χαράζουν οικονομική πολιτική. Ο δρόμος προς τη χρεωκοπία περνά από την αλλοίωση του πολιτεύματος.

1 Νοεμβρίου 2018

Η ακραία φτώχεια

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στην εκδήλωση της Κίνησης Πολιτών για μια Ανοικτή Κοινωνία με θέμα «Οι νέες ανισότητες» (Αθήνα 18 Οκτωβρίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Νοέμβριος 2018).

1.

Μου ζητήθηκε να παρουσιάσω εν συντομία τα βασικά ευρήματα της μελέτης μας για την ακραία φτώχεια. Η μελέτη εκπονήθηκε για λογαριασμό της διαΝΕΟσις, με τη συνεργασία τριών νεαρών ερευνητριών: Χρύσα Λεβέντη (Πανεπιστήμιο Essex), Μαρία Φλεβοτόμου (Τράπεζα της Ελλάδος), Ελένη Καναβιτσά (Οικονομικό Πανεπιστήμιο). Οι δύο πρώτες εκπόνησαν τη διδακτορική τους διατριβή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, η τρίτη την εκπονεί τώρα.

Πώς εκτιμήσαμε το ποσοστό ακραίας φτώχειας; Θεωρήσαμε ότι το σχετικό όριο είναι ίσο με το κόστος απόκτησης του καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών που αντιστοιχεί στις ελάχιστες ανάγκες διαβίωσης μιας οικογένειας. Υπολογίσαμε το κόστος αυτό χωριστά για κάθε τύπο οικογένειας και για διαφορετικές τοποθεσίες. Για παράδειγμα, για μια τετραμελή οικογένεια που διέμενε στην Αθήνα και δεν βαρυνόταν με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου: €622 το μήνα (το 2016). Στη συνέχεια εκτιμήσαμε το ποσοστό του πληθυσμού που σύμφωνα με τα δεδομένα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (EU-SILC) εμφανίζει εισόδημα κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας (ανάλογα φυσικά με την τοποθεσία και τον τύπο οικογένειας). Το ποσοστό ακραίας φτώχειας είναι απλώς το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το κόστος απόκτησης του βασικού καλαθιού με τα απολύτως αναγκαία προς το ζην.

Πόσο ήταν αυτό το ποσοστό; Εκτιμήσαμε ότι ήταν χαμηλό προ κρίσης (2,2% το 2009), μετά αυξήθηκε απότομα (σε 17,1% το 2013), για να υποχωρήσει στη συνέχεια (σε 13,6% το 2016).

Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί σε σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο άτομα. Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν – με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία – να διατηρούν ακόμη ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες, είτε απλώς συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας απλήρωτους άλλους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια, κοινόχρηστα κτλ).

Ποιοι είναι οι «ακραία φτωχοί»; Οι ομάδες που πλήττονται μακράν περισσότερο είναι οι οικογένειες με αρχηγό άνεργο, καθώς και τα νοικοκυριά χαμηλής έντασης εργασίας. Κατά τα άλλα, οι οικογένειες με παιδιά αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ακραίας φτώχειας από ό,τι τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά. Επίσης από αυξημένο κίνδυνο ακραίας φτώχειας χαρακτηρίζονται οι οικογένειες που κατοικούν στις βόρειες ηπειρωτικές περιφέρειες, στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις, καθώς και τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Αντίθετα, σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική κατανομή, η ακραία φτώχεια κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα στην Κρήτη, στις νησιωτικές περιφέρειες, καθώς και στις αγροτικές περιοχές. Στον αντίποδα επίσης βρίσκονται επαγγελματικές ομάδες που εμφανίζονται ανεπηρέαστες από την παρατεταμένη οικονομική ύφεση και τα μέτρα λιτότητας, εξακολουθώντας να καταγράφουν πολύ χαμηλά ποσοστά ακραίας φτώχειας. Πρόκειται για τους υπαλλήλους Δημοσίου, ΔΕΚΟ και Τραπεζών, καθώς και τους ελεύθερους επαγγελματίες (ειδικά ιατρούς, νομικούς, μηχανικούς και δημοσιογράφους). Το ίδιο ισχύει για τα νοικοκυριά με δύο εργαζόμενους (ιδίως όταν είναι και οι δύο πλήρους απασχόλησης). Τέλος, πολύ χαμηλά εμφανίζονται τα ποσοστά ακραίας φτώχειας για τους συνταξιούχους και τους ηλικιωμένους.


2.

Πώς εξηγείται η εκτίμησή μας για το χαμηλό ποσοστό ακραίας φτώχειας των ηλικιωμένων (2,4% το 2016), καθώς και των συνταξιούχων ανεξαρτήτως ηλικίας (2,9%, έναντι 13,6% για το σύνολο του πληθυσμού); Πολύ απλά, επειδή ακόμη και η χαμηλότερη σύνταξη αρκεί για να καλύψει το κόστος απόκτησης των βασικών αγαθών που θεωρήσαμε απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα εισοδήματα των ηλικιωμένων έχουν υποστεί σημαντικές μειώσεις τα τελευταία χρόνια. Όμως, η θέση τους στην κατανομή εισοδήματος έχει βελτιωθεί. Γιατί συνέβη αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις περικόπηκαν λιγότερο από τους μισθούς. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις άλλες συντάξεις (και λιγότερο από τους κατώτατους μισθούς). Τρίτον, επειδή οι συντάξεις – έστω και μειωμένες - συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ βέβαια κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τους μισθούς όσων έχασαν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι συνταξιούχοι που βγήκαν πρόσφατα στη σύνταξη λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις από όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί στο πιο μακρινό παρελθόν.

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, το βασικό πρόβλημα των ηλικιωμένων δεν είναι το χαμηλό εισόδημα αυτό καθεαυτό. Είναι η υποβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης, που έχει αυξήσει το κόστος των φαρμάκων και της νοσηλείας, καθιστώντας το απαγορευτικό για τους οικονομικά αδύναμους. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το ποσοστό των ηλικιωμένων στο φτωχότερο 20% της κατανομής εισοδήματος οι οποίοι παρότι είχαν ανάγκη περίθαλψης δεν έκαναν χρήση των υπηρεσιών υγείας για οικονομικούς λόγους έφτανε το 30,0% το 2017 (έναντι 11,4% το 2010). Το ποσοστό αυτό ήταν μακράν το χειρότερο στην ΕΕ, ενώ ήταν υπερδεκαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (2,8%).


3.

Ενώ η θέση των ηλικιωμένων και των συνταξιούχων στην εισοδηματική πυραμίδα βελτιώθηκε, η θέση των ανέργων, των χαμηλομίσθων και των οικογενειών τους επιδεινώθηκε. Κατά συνέπεια, τα τελευταία χρόνια η σύνθεση του πληθυσμού των φτωχών έχει αλλάξει δραματικά.

Πώς ανταποκρίθηκε σε αυτή τη μεταβολή η πολιτική κατά της φτώχειας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν σημαντικά (αν και καθυστερημένα) βήματα εκσυγχρονισμού του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, και ευθυγράμμισης του εγχώριου κοινωνικού κράτους με τον ευρωπαϊκό κανόνα. Ενδεικτικά αναφέρω (α) τη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013, και την αύξησή του με αυστηρότερα εισοδηματικά κριτήρια από το 2018, (γ) την πιλοτική εφαρμογή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος το 2014 και ξανά το 2016, με γενικευμένη εφαρμογή του σε εθνική κλίμακα από το 2017, και (γ) τη νομοθετική πρόβλεψη για εισαγωγή επιδόματος στέγης για τους δανειολήπτες και ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος από το 2019.

Από την άλλη, διατηρούνται δραματικά κενά κοινωνικής προστασίας, με σημαντικότερο από όλα την απίστευτα χαμηλή κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας. Το 2010, όταν ο αριθμός των ανέργων ήταν ακόμη 639.000, οι δικαιούχοι του τακτικού επιδόματος ανεργίας ήταν 224.000 (ποσοστό κάλυψης 35%). Πέρυσι, οι άνεργοι έφταναν σε 1.030.000, αλλά ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας είχε μειωθεί σε 121.000 (ποσοστό κάλυψης 12%). Με άλλα λόγια, καθώς η ανάγκη για κοινωνική προστασία αυξανόταν, η εισοδηματική στήριξη των ανέργων υποχωρούσε. Η παρακμή των επιδομάτων ανεργίας – την εποχή που η ανάγκη για αυτά ήταν μεγαλύτερη παρά ποτέ – υπήρξε το χειρότερο παράδειγμα αταραξίας της κοινωνικής πολιτικής στις έκτακτες συνθήκες της κρίσης. Εν μέσω της εκκωφαντικής σιωπής των εγχώριων πολιτικών ελίτ, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, της δημόσιας διοίκησης, των εργατικών συνδικάτων, των εργοδοτικών οργανώσεων, των επιστημόνων, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης του Τύπου, ολόκληρης της κοινωνίας.


4.

Η παραπάνω ανάλυση υποδεικνύει τις κατευθύνσεις μιας κοινωνικής πολιτικής άξιας του ονόματός της:

- Κάλυψη των κενών του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, με προτεραιότητα στην εισοδηματική ενίσχυση των ανέργων και στην εφαρμογή του νόμου για τη θεσμοθέτηση επιδόματος στέγης.

- Προστασία των συντάξεων των φτωχών ηλικιωμένων, αλλά όχι αδιακρίτως όλων των παλαιών συνταξιούχων.

- Αναβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης των φτωχών ηλικιωμένων (και όλων όσων έχουν ανάγκη) σε φάρμακα και νοσηλεία.

- Προετοιμασία ενός πλέγματος κοινωνικών παροχών και υπηρεσιών που να συμβάλλει στην ανάκαμψη της οικονομίας αντί να τη δυσχεραίνει.

Όπως είναι προφανές, η δημόσια συζήτηση στη χώρα μας δεν ασχολείται με αυτά. Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τους πάντες είναι πώς δεν θα εφαρμοστεί η πρόβλεψη (νομοθετημένη από την κυβέρνηση) για την περικοπή της διαβόητης «προσωπικής διαφοράς», που επιτρέπει σε όσους πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη μέχρι το 2016 (προτού ψηφιστεί ο «Νόμος Κατρούγκαλου») να εξακολουθούν να εισπράττουν ποσά πολύ υψηλότερα από τις εισφορές που είχαν καταβάλει, και φυσικά πολύ υψηλότερα από τις συντάξεις όσων πρόκειται να βγουν στη σύνταξη από εδώ και πέρα.

Για αυτό άλλωστε, το προσχέδιο προϋπολογισμού που κατατέθηκε πρόσφατα προβλέπει δύο σενάρια. Το πρώτο είναι το «εθνικά υπερήφανο»: αφήνει όλες τις παλιές συντάξεις στην ησυχία τους, παραβαίνοντας τη δέσμευση για κατάργηση της προσωπικής διαφοράς που η ίδια η κυβερνητική πλειοψηφία ψήφισε. Βέβαια, επειδή η εθνική υπερηφάνεια έχει κόστος, μετά δεν θα περισσεύουν χρήματα για άλλα μέτρα, όπως π.χ. είναι το επίδομα στέγης που επίσης ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία. Το δεύτερο σενάριο είναι αυτό που θέλουν οι κακοί ξένοι και τα εγχώρια φερέφωνά τους: εφαρμογή των δεσμεύσεων που έχουν νομοθετηθεί, δηλ. μερική κατάργηση της προσωπικής διαφοράς (με πλαφόν μείωση 18%) και χορήγηση επιδόματος στέγης.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το προσχέδιο προϋπολογισμού περιλαμβάνει μια υποδειγματική ανάλυση των διανεμητικών επιπτώσεων των δύο σεναρίων. Το «εθνικά υπερήφανο» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο πλούσιους: όσους βρίσκονται στο πάνω μέρος της κατανομής εισοδήματος. Το «προδοτικό» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο φτωχούς: όσους βρίσκονται στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κατανομής. 

Σε μια νορμάλ χώρα, η συζήτηση για το ποιο από τα δύο σενάρια πρέπει να εφαρμοστεί θα σταματούσε κάπου εδώ. Στη χώρα μας, τίποτε δεν φαίνεται να ταράζει την εθνική ομοψυχία – για τη λάθος επιλογή.

Αναγνώσεις

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018).

Κυριακή, ημέρα ανάγνωσης. Ο ανταποκριτής σας περπάτησε υπό καταρρακτώδη βροχή μέχρι το περίπτερο για να αγοράσει την Corriere della sera και τη Lettura, το κυριακάτικο ένθετο, και στη συνέχεια πάνω από τη γέφυρα, δίπλα στο κανάλι, μέχρι το Mag, το αγαπημένο του καφέ. Πάνε τα τραπέζια έξω, πάει και ο ήλιος: συνωστισμός στον κλειστό χώρο, βρεγμένα πανωφόρια, ομπρέλες που στάζουν, μυρωδιά μούχλας στην ατμόσφαιρα. Αλλά και ωραία μουσική, θαμώνες Ιταλοί και ξένοι, με την παρέα τους ή μοναχικοί, νεαρά ζευγάρια, γυναίκες με τα παιδιά τους, άνδρες με τα σκυλιά τους, μιλάνε, γελάνε, διαβάζουν. Αισθάνομαι πάντα πολύ οικεία σε τέτοιο πλήθος. Ο σερβιτόρος με το λεπτό μουστάκι και τις τιράντες με υποδέχεται με θερμό χαιρετισμό: "Καλημέρα αγαπητέ. Το συνηθισμένο κρουασάν με φυστίκια;" Δίπλα μου μια νεαρή γυναίκα με γυαλιά μου ζητά την άδεια να ρίξει μια ματιά στο κύριο σώμα της εφημερίδας. "Δεν θα σας τη λερώσω!" Την κοιτάζω λίγο παραξενεμένος: "Τόσο πολύ φαίνεται ότι με ενοχλούν κάτι τέτοια;" Γελάει - "Όχι, αλλά η ανάγνωση της κυριακάτικης εφημερίδας είναι και για μένα ιερή."

Είχα αρκετό καιρό να διαβάσω τη Lettura. Είχα ξεχάσει πόσο απολαυστική είναι. Μέσα στις 64 σελίδες βρήκα τουλάχιστον μια ντουζίνα (μεγάλα) άρθρα με ενδιαφέροντα θέματα και συναρπαστική γραφή. Τα πιο σημαντικά (κατά σειρά εμφάνισης): Παρουσίαση της ιταλικής έκδοσης του βιβλίου του E.O. Wilson "The origins of creativity" (προ ετών είχα κάνει δώρο στη Ρ. το "Letters to a Young Scientist", αφού πρώτα το διάβασα εγώ). Ο Wilson, καθηγητής εντομολογίας στο Harvard, δημοφιλής εκλαϊκευτής της επιστήμης, στοχάζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και ποντάρει σε έναν "Διαφωτισμό 4.0" (μετά τον αρχαιοελληνικό του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τον αραβικό του Αβερρόη και του Αβικέννα, και τον Διαφωτισμό της Αναγέννησης), όπου η φιλοσοφία και οι ανθρωπιστικές επιστήμες συνδιαλέγονται με την τεχνολογία και τις θετικές επιστήμες, αντί να γυρίζουν την πλάτη τους σε αυτές.

Γυρίζω σελίδα και πέφτω πάνω στο άρθρο του Maurizio Ferrera, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, για το αποτέλεσμα των εκλογών της Βαυαρίας. Γνώστης της γερμανικής, μελετητής του Max Weber, φιλελεύθερος από το Τορίνο, κοιτίδα του ιταλικού φιλελευθερισμού, μαθητής του Norberto Bobbio, ο Ferrera χαιρετίζει τη νίκη των Πρασίνων ως προάγγελο ενός πανευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης στον εθνολαϊκισμό. Στο διπλανό άρθρο μια συντάκτης της εφημερίδας γράφει για ένα άλλο είδος Γερμανών οικολόγων: Völkische Siedler, Umwelt und Aktiv, αλλά στην πραγματικότητα Blut und Boden. Από όλα έχει ο μπαχτσές, μερικές φορές κυριολεκτικά: τα βιολογικά προϊόντα των νέων εποίκων που επέστρεψαν στη φύση καταλήγουν στα ράφια των καταστημάτων του Βερολίνου και του Μονάχου, όπου αγοράζονται από ανυποψίαστους κοσμοπολίτες καταναλωτές που αγνοούν την τοξική ιδεολογία των παραγωγών τους.

Ξαναγυρίζω σελίδα: "Το γέλιο απελευθερώνει, ακόμη και τους ερωτευμένους". Η συντάκτρια, Ilaria Gaspari, (άγνωστή μου) νεαρή συγγραφέας, με πτυχίο φιλοσοφικής από τη φημισμένη Normale της Pisa, αντιπαραθέτει στον "Ρωμαίο και Ιουλιέττα" του Βάρδου το "Much ado about nothing" του ιδίου, όπου - αντί για τραγικούς έρωτες, αυτοκτονίες και άλλες συμφορές - ο μισογύνης Benedick και η πνευματώδης Beatrice πειράζονται, καυγαδίζουν, εκνευρίζουν ο ένας τον άλλο, προτού τελικά αγαπηθούν. Η Gaspari (προβλέψιμα) εξαίρει την αξία του γέλιου στον έρωτα, και (απρόσμενα) προσθέτει μερικές σοφές γραμμές: η ζωή συχνά μας κάνει να υποφέρουμε, και κάθε νίκη του χιούμορ είναι αναγκαστικά προσωρινή - αλλά μας βοηθά να γίνουμε λίγο πιο ελεύθεροι, λίγο λιγότερο δούλοι των παθών μας. Καταλήγει με τον Βοκκάκιο, που στο "Δεκαήμερο" έγραψε σελίδες φαρσοκωμωδίας για να παρωδήσει τα υποκριτικά ήθη της εποχής, αλλά στην ιστορία του Gian di Procida πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Ο νεαρός συλλαμβάνεται να ερωτοτροπεί με τη μέλλουσα σύζυγο του βασιλιά. Ο τελευταίος δίνει εντολή να εκτελεστούν και οι δύο, αφού πρώτα διαπομπευθούν στην πλατεία της πόλης. Οι δύο εραστές, αλυσοδεμένοι, προσπαθούν μάταια να καλύψουν τη γύμνια τους. Αλλά ο όχλος που έχει συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει την εκτέλεση και να εξευτελίσει τους καταδικασμένους, χάνει κάθε όρεξη για κοροϊδίες όταν αντικρίζει τους δύο εραστές, "γυμνούς, όμορφους, και αθώους": σιωπά γεμάτο σεβασμό, και απαιτεί από τον βασιλιά να τους δώσει χάρη. Εκείνος συμμορφώνεται.

Ξαναγυρίζω σελίδα (είμαστε ακόμη στις πρώτες σελίδες της Lettura): O Loris Zanatta, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Bologna, ειδικός στα πολιτικά συστήματα της Λατινικής Αμερικής, ειρωνεύεται τον Noam Chomsky (ο οποίος κάθεται και σε μένα στο στομάχι) που στο νέο του βιβλίο δηλώνει απογοητευμένος από τον Μαδούρο και τους Κίρχνερ. Μήπως κατά τύχη αισθάνεται την ανάγκη να κάνει αυτοκριτική για τους ενθουσιώδεις επαίνους του μόλις πριν λίγα χρόνια; "Όχι βέβαια! Τι φταίει εκείνος που πίστεψε σε αυτούς; Αυτοί φταίνε που αποδείχθηκαν διεφθαρμένοι" γράφει ο Zanatta - και συνεχίζει: "Δεν ξέρω αν νιώθω πιο πολύ θυμό ή οίκτο για τους Αγγλοσάξονες ριζοσπάστες τύπου Chomsky, Michael Moore, Oliver Stone, Ken Loach κ.ά., αφελή εξαπτέρυγα του κάθε Fidel Castro, Rafael Correa, Hugo Chavez: είναι προφανές ότι δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε." Με αφορμή την ιταλική έκδοση του τελευταίου βιβλίου του (90χρονου) Chomsky, o Zanatta γράφει ένα μικρό δοκίμιο για την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική της Λατινικής Αμερικής. Το πρόβλημα της τελευταίας δεν είναι ο καπιταλισμός, που πουθενά αλλού δεν έχει τόσους εχθρούς ("εθνικιστές, σοσιαλιστές, καθολικούς, τριτοκοσμικούς"), αλλά η επικράτηση μιας κουλτούρας αυταρχικής, κρατιστικής και κορπορατιβιστικής, με ρίζες στην ισπανική αποικιοκρατία. Στη Λατινική Αμερική οι περισσότεροι επιχειρηματίες "δεν ζητούν ανταγωνισμό αλλά προστασία, δεν θέλουν κανόνες αλλά προνόμια, δεν αναζητούν αγορές αλλά εργολαβίες". "Αξιοκρατία, διαφάνεια, νομιμότητα; Κενές λέξεις." (Θα μπορούσε να μιλάει για την Ελλάδα.) Καταλήγει με μια πιο αισιόδοξη νότα, χαιρετίζοντας την πρόσφατη εμφάνιση νέων μεσοαστικών στρωμάτων με υγιέστερες αξίες. "Ποιος ξέρει αν πρόκειται για φαινόμενα επιφανειακά ή βαθύτερα, παροδικά ή μονιμότερα. Λίγο το ένα και λίγο το άλλο, υποθέτω. Όμως ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο αντικαπιταλισμός του Chomsky χαρίζει μια επίστρωση αξιοπιστίας στους χειρότερους κληρονόμους της αποικιοκρατικής παράδοσης. Τίποτε σήμερα δεν είναι προοδευτικότερο από την επιδίωξη ενός υγιούς καπιταλισμού στη Λατινική Αμερική."

21 Οκτωβρίου 2018

Οι λαοί είναι λιγότερο ανόητοι απ' ό,τι οι λαϊκιστές νομίζουν

Συνέντευξη στην Αγγελική Σπανού. Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα «news 247» (Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018).

-Η σύγκρουση Ρώμης-Βρυξελλών τρομάζει ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν θα έπρεπε;

Τα πράγματα είναι πράγματι ανησυχητικά. Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας είναι θεόρατο: 2,3 τρις ευρώ (12 φορές όσο το ΑΕΠ της Ελλάδας). Χωρίς την Ιταλία, είναι δύσκολο να επιβιώσει το κοινό νόμισμα. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που έχει απέναντί της η Ρώμη δεν είναι τόσο οι Βρυξέλλες όσο οι αγορές. Εάν η Ιταλία κατέθετε ένα σχέδιο προϋπολογισμού με τις ίδιες προβλέψεις για το έλλειμμα (2,4% του ΑΕΠ αντί του 0,8% που είχε συμφωνηθεί με την προηγούμενη κυβέρνηση), αλλά πειστικό με την έννοια της βελτίωσης των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάκαμψης της οικονομίας, είναι πιθανό οι αγορές να αντιδρούσαν θετικά. Αλλά η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Σαλβίνι – Ντι Μάιο δεν ενδιαφέρεται τόσο για την οικονομία όσο για τις ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου 2019. Οπότε οι αγορές – δηλ. οι καταθέτες, άτομα και οι οργανισμοί – δικαίως δυσπιστούν, και ζητούν ασφάλιση κινδύνου για να αγοράσουν ομόλογα του ιταλικού κράτους. Αυτή η ασφάλιση κινδύνου είναι το spread. Όσο αυτό ανεβαίνει, τόσο αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους, τόσο εξανεμίζονται οι πόροι που συνεισφέρουν οι Ιταλοί φορολογούμενοι, και τόσο στενεύουν τα περιθώρια άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής.

 

-Σαλβίνι και ντι Μάιο κερδίζουν απ αυτή την κόντρα;

Βραχυπρόθεσμα, ίσως. Η γνωστή παντομίμα «εμείς διαπραγματευόμαστε σκληρά, αντίθετα με τους προηγούμενους που ήταν πεσμένοι στα τέσσερα» δεν έχει ακροατήριο μόνο στην Ελλάδα. Φυσικά, αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα εκδικείται. Η ελπίδα των Σαλβίνι και Ντι Μάιο είναι η εκδίκηση της πραγματικότητας να μην έρθει πριν από τον επόμενο Μάιο. Πράγμα όχι απίθανο.

 

-Ο ευρωσκεπτικισμός έχει διαβρώσει και την ιταλική κοινωνία πέρα από το πολιτικό σύστημα;

Η Ιταλία είναι ιδρυτικό μέλος της Ενωμένης Ευρώπης (άλλωστε η ιδρυτική Συνθήκη υπογράφηκε στη Ρώμη). Επί πλέον, όπως έδειχναν όλες οι έρευνες γνώμης, οι Ιταλοί για ολόκληρες δεκαετίες εμπιστεύονταν τις Βρυξέλλες περισσότερο από τη Ρώμη. Αυτό τα τελευταία χρόνια άλλαξε. Όχι τόσο εξαιτίας των καταστροφικών επιπτώσεων της πρόσφατης κρίσης (σε σύγκριση με την Ελλάδα ή την Ισπανία, η Ιταλία έπεσε στα μαλακά). Το πρόβλημα είναι ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 η ιταλική οικονομία έχει πάψει να αναπτύσσεται, με αποτέλεσμα να πνέει ένας άνεμος απαισιοδοξίας, ιδίως μεταξύ των νεότερων γενιών. Επίσης, παραμένουν άλυτες οι ιστορικές παθογένειες της Ιταλίας από την εποχή της Ενοποίησης πριν ενάμιση αιώνα (το χάσμα Βορρά-Νότου, το οργανωμένο έγκλημα, η πολιτική αστάθεια, το χαμηλό επίπεδο δημόσιας διοίκησης, η μυωπία του επιχειρηματικού κόσμου). Όλα αυτά βεβαίως μικρή σχέση έχουν με την Ευρώπη ή με το κοινό νόμισμα.

 

-Μήπως ο λαϊκισμός κυριάρχησε στην Ιταλία επειδή ήταν πολύ αντιλαϊκός ο αντιλαϊκισμός;

Για πολλά πράγματα μπορεί να κατηγορήσει κανείς τις μετριοπαθείς φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις της Ιταλίας, και ιδίως το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά η κατηγορία του «αντιλαϊκού» δύσκολα στέκει. Η αδυναμία τους να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας, αυτό ναι.

 

-Υπάρχουν αναλογίες μεταξύ ελληνικής και ιταλικής πραγματικότητας

Για μια ακόμη φορά εμείς οι Έλληνες είμαστε μπροστά από την εποχή μας. Η νίκη των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, με τη Βαρουφάκειο διαπραγμάτευση στο ενδιάμεσο, την οποία θα πληρώνουμε για πολλές δεκαετίες, ήταν η πρώτη πράξη της επιθεώρησης «Τσαρλατάνοι στην κυβέρνηση». Η νίκη της Λέγκα και του Κινήματος Πέντε Αστέρων τον περασμένο Μάρτιο ήταν η τελευταία (μέχρι στιγμής). Η παταγώδης αποτυχία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μέσα σε ένα κρεσέντο ανικανότητας, κυνισμού και αναξιοκρατίας, δίνει μια γεύση για το τι μπορεί να επακολουθήσει στην Ιταλία. Ήδη τα δείγματα γραφής πληθαίνουν: από τη νέα υπουργό υγείας, που πιστεύει ότι οι εμβολιασμοί βλάπτουν την υγεία, έως τον εκπρόσωπο τύπου του πρωθυπουργού, που γκρίνιαζε στους δημοσιογράφους ότι η κατάρρευση της γέφυρας στη Τζένοβα με δεκάδες νεκρών του χάλασε την αργία του Δεκαπενταύγουστου, όλα φαίνονται τόσο οικεία. Αντιστρόφως, η διαφαινόμενη ήττα των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στις επόμενες εκλογές θα δείξει ότι οι λαοί είναι λιγότερο ανόητοι από ό,τι νομίζουν οι λαϊκιστές.

4 Οκτωβρίου 2018

Είναι δίκαιο να μην περικοπούν οι συντάξεις;

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018).

Μετά τις περικοπές της περιόδου 2010-2014, είναι άχαρο να υποστηρίζει κανείς ότι οι συντάξεις πρέπει να μειωθούν και άλλο. Ιδίως εάν λάβει κανείς υπόψη ότι οι συνταξιούχοι δεν έχουν περιθώρια προσαρμογής: δεν μπορούν να εργαστούν, ή να εργαστούν περισσότερο, ή να ψάξουν για άλλη δουλειά, δεν μπορούν καν να μεταναστεύσουν. Ίσως αυτό να εξηγεί - εν μέρει - την ομοφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (για να μην αναφερθώ στην απόλυτη συναίνεση των εντύπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης) για το απαράδεκτο της κατάργησης της «προσωπικής διαφοράς».

Εν μέρει όμως. Εάν κάτι δείχνει η συζήτηση για τις συντάξεις είναι ότι μετά από μια δεκαετία σχεδόν κρίσης δεν μάθαμε τίποτε (ούτε ξεχάσαμε τίποτε, όπως οι Βουρβώνοι μετά το 1814). Ας δούμε γιατί.

1. Η «προσωπική διαφορά» επινοήθηκε για να εξασφαλίζει ότι όσοι πρόλαβαν να συνταξιοδοτηθούν πριν από την ψήφιση του Νόμου Κατρούγκαλου θα εξακολουθήσουν να εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις από εκείνες που ο ίδιος νόμος θεσμοθέτησε για τους νέους συνταξιούχους.

2. Ανάμεσα στους παλαιούς συνταξιούχους, πολλοί συνταξιοδοτήθηκαν σε νεαρή ηλικία. Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, το 17% όσων βγήκαν στη σύνταξη τον Δεκέμβριο 2016 (λίγο προτού τεθεί σε ισχύ ο Νόμος Κατρούγκαλου) ήταν έως 55 ετών, ενώ το 41% έως 60 ετών. Στις συντάξεις γήρατος τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 13% και 40%.

3. Απίστευτα μεγάλος αριθμός συνταξιούχων (424 χιλιάδες άνθρωποι σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου) εξακολουθεί να λαμβάνει 3 ή περισσότερες συντάξεις.

4. Παρά τις περικοπές, οι συντάξεις δεν είναι τόσο χαμηλές όσο νομίζεται. Η μέση σύνταξη γήρατος τον Δεκέμβριο 2016 ήταν €972 το μήνα. Οι χαμηλότερες ηλικίες εισπράττουν υψηλότερη σύνταξη: €1.198 κατά μέσο όρο για τους συνταξιούχους κάτω των 55 (και €1.241 για τους κάτω των 60).

5. Σύμφωνα με προηγούμενη μελέτη μας, για τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων του ΙΚΑ (98,5% μετά τις μνημονιακές περικοπές) οι συντάξεις είναι υπερ-ανταποδοτικές, δηλ. υπερβαίνουν τις εισφορές που κατέβαλαν οι ίδιοι οι συνταξιούχοι και οι εργοδότες τους (κατά €63.600 σε διά βίου βάση). Για το Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, αυτό ισχύει στο πολλαπλάσιο.

6. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το 66% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα εισπράττουν μισθούς κάτω από €1.000 το μήνα (50% κάτω από €800).

7. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΑΕΔ και της ΕλΣτατ, το ποσοστό των ανέργων που εισπράττουν επίδομα ανεργίας (€360 το μήνα) ήταν 12,8%.

Να μην περικοπούν λοιπόν οι συντάξεις; Κανενός; Ούτε όσων πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη σε ηλικία που οι περισσότεροι δουλεύουν; Ούτε όσων παίρνουν σύνταξη πάνω από το μέσο μισθό των εργαζομένων που τους συντηρούν με τις εισφορές τους; Σύνταξη πολύ υψηλότερη από τις εισφορές που πλήρωσαν οι ίδιοι; Και οπωσδήποτε πολύ υψηλότερη από τις συντάξεις όσων βγαίνουν στη σύνταξη σήμερα;

Είναι θέμα επιλογής. Σε μια χώρα που γερνά, και όπου η ανεργία παραμένει στα ύψη, μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε – όλες! – τις συντάξεις «ιερές αγελάδες». Εναλλακτικά, μπορούμε να δώσουμε προτεραιότητα στο μέλλον, στην απασχόληση και στην ανάπτυξη, προστατεύοντας το εισόδημα (και την περίθαλψη) όσων ηλικιωμένων έχουν ανάγκη. Ποια επιλογή είναι δικαιότερη;

Ένας έρωτας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018).

Κάνει ακόμη αρκετή ζέστη στο Μιλάνο, αλλά κανείς εδώ δεν αμφιβάλλει ότι το φθινόπωρο ήρθε οριστικά. Κιτρινισμένα φύλλα δεν φαίνονται πουθενά, ούτε πρωτοβρόχια, αλλά μερικά πράγματα δεν επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή. Για όσους δεν έχουν (ή δεν είναι οι ίδιοι) παιδιά σχολικής ηλικίας, η καλύτερη απόδειξη είναι η παρουσία εκατοντάδων φωτομοντέλων στους δρόμους της πόλης, που όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή αναπνέει στους ρυθμούς της «Εβδομάδας της μόδας». Ο ανταποκριτής σας κοιτάζει τα νεαρά κορίτσια με το ανέκφραστο βλέμμα και το υπερβολικά αδύνατο σώμα όπως κοιτάζει ο εντομολόγος τους ανωφελείς κώνωπες, συμφωνώντας με τον Έ., που αναγνωρίζει ως μοναδικό προσόν των μοντέλων τα ψηλά ζυγωματικά («δεν είναι και λίγο» απαντά ο πατέρας του, μόνιμο πνεύμα αντιλογίας), και με τη Ρ. που υποψιάζεται ότι η ζωή τους «πρέπει να είναι λίγο θλιβερή».

Χθες, καθισμένος σε ένα παγκάκι στο πάρκο, δίπλα σε μαμάδες που πασάλειβαν μεθοδικά τα πιτσιρίκια τους με αντικουνουπικές κρέμες, παρακολουθώντας με ανησυχία τις φουσκάλες από τα τσιμπήματα να αυξάνονται και να πληθύνονται στο μπράτσο μου, κατάφερα επιτέλους να τελειώσω το «Un amore», το ερωτικό μυθιστόρημα του Dino Buzzati που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 προκαλώντας πλήθος αντιδράσεων. Ο πρωταγωνιστής, ένας 50χρονος αρχιτέκτονας στο Μιλάνο, ερωτεύεται ένα λαϊκό κορίτσι με τα μισά του χρόνια ή λιγότερα, που πουλάει το κορμί της σε όποιον δίνει περισσότερα, με την ώρα ή με το μήνα. Ο έρωτάς του γίνεται εμμονικός, παρασύροντάς τον σε ένα σπιράλ εξευτελισμού και ταπείνωσης.

Πρόκειται για ένα είδος «Γαλάζιου Άγγελου» αλά ιταλικά. Στην ταινία του Josef von Sternberg (βασισμένη στο μυθιστόρημα του Heinrich Mann), ο Rath, αξιοσέβαστος καθηγητής Γυμνασίου, ερωτεύεται τη Λόλα, αρτίστα καμπαρέ (την υποδύεται η Marlene Dietrich), στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Όλο και λιγότερο αξιοσέβαστος, ο καθηγητής Rath έχει άσχημο τέλος. Ο Antonio πάλι, ο πρωταγωνιστής του Buzzati, όχι ακριβώς – αν και εδώ οι γνώμες διίστανται. Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.

Δυστυχώς οι μόνες πόρνες και καμπαρετζούδες που έχει γνωρίσει ο ανταποκριτής σας, επίσης καθηγητής, επίσης αξιοσέβαστος (μέχρι αποδείξεως τουναντίον), ήταν στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Ειδικά στην Ιταλία, αυτό σχετίζεται εν μέρει με την ψήφιση του «Νόμου Μέρλιν», από το όνομα της σοσιαλίστριας γερουσιαστού που τον εισηγήθηκε, ο οποίος απαγόρευσε τους οίκους ανοχής («case di tolleranza»). Εν μέσω σφοδρής διαμάχης, το νομοσχέδιο εγκρίθηκε το 1958, με τις ψήφους των χριστιανοδημοκρατών, των κομμουνιστών, των ρεπουμπλικάνων, των περισσότερων σοσιαλιστών, και λίγων σοσιαλδημοκρατών. Καταψήφισαν οι φιλελεύθεροι, οι ριζοσπάστες, οι νεοφασίστες, οι μοναρχικοί, πολλοί σοσιαλδημοκράτες, και κάποιοι διαφωνούντες από το σοσιαλιστικό και άλλα κόμματα.

Ο Dino Buzzati, δημοσιογράφος της Corriere della sera από το 1928 έως τον θάνατό του το 1972 (είχε δηλώσει ότι εμπνεύστηκε το αριστούργημά του «Η έρημος των Ταρτάρων» παρακολουθώντας την ρουτίνα των συναδέλφων του στην εφημερίδα), στο θέμα του Νόμου Μέρλιν δεν είχε δίλημμα. Το άρθρο του, την επομένη της ψήφισης του νόμου, ήταν μια μεθοδική και αδιάλλακτη υπεράσπιση των οίκων ανοχής και του επαγγέλματος της «δημόσιας γυναίκας». Ήδη από τη δεύτερη γραμμή του άρθρου ο Buzzati προειδοποιεί τους αναγνώστες ότι δεν πρόκειται να λάβει υπόψη του την «τελετουργική υποκρισία που ευρέως θεωρείται υποχρεωτική κάθε φορά που θίγεται το θέμα». Φτάνει να συγκρίνει τη γερουσιαστή Μέρλιν με τον Ηρόστρατο «που διέταξε να καεί η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, καταστρέφοντας ένα τεράστιο πολιτισμικό κεφάλαιο που χάθηκε για πάντα». Θρηνεί την ανεκτίμητη απώλεια του «ερωτικού πολιτισμού που με λόγια και με έργα μετέδιδαν από γενιά σε γενιά οι οίκοι ανοχής». Και προς αποφυγή παρεξηγήσεων διευκρινίζει: «Δεν έχω καμμία πρόθεση να αστειευτώ».

Ο ανταποκριτής σας, όπως του συμβαίνει συχνά, δεν ξέρει τι ακριβώς να σκεφτεί πάνω στο θέμα. Από τη μια αντιτίθεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, και δεν αμφιβάλλει ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η πορνεία είναι μια θλιβερή συναλλαγή χωρίς ίχνος glamour. Από την άλλη, έχει σχηματίσει την εικόνα - διαβάζοντας μελέτες και συνεντεύξεις, τι άλλο; - ότι για ορισμένες γυναίκες, σε ορισμένες ευνομούμενες χώρες, για μια σύντομη περίοδο ενδεχομένως (όσο διαρκεί η νεότητα), είναι επίσης μια εμπειρία ενδυνάμωσης, όπου ο συσχετισμός ισχύος ευνοεί τη «δημόσια γυναίκα». Οι νόμιμοι οίκοι ανοχής έγερναν την πλάστιγγα υπέρ της ενδυνάμωσης και κατά της εκμετάλλευσης, αντίθετα π.χ. με τα παράνομα σπίτια ή τους σκοτεινούς δρόμους. Και δεδομένου ότι η απαγόρευση των οίκων ανοχής δεν εξάλειψε την πορνεία, αναρωτιέται κανείς πού ακριβώς έγκειται το δημόσιο συμφέρον, και ποια πολιτική θα το διασφάλιζε, ταυτόχρονα με την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των «δημόσιων γυναικών».

Καλύτερα να σταματήσω εδώ. Εάν το πανεπιστήμιο όπου διδάσκω βρισκόταν στις ΗΠΑ, το κίνημα #metoo θα φρόντιζε να απολυθώ. Στη μεσογειακή Ευρώπη ακόμη όχι – αν και ποτέ κανείς δεν ξέρει.

26 Αυγούστου 2018

Το πολιτικό δίλημμα της μεταμνημονιακής εποχής

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 26 Αυγούστου 2018).

Όσοι αμφέβαλλαν για την παρακμή του «ενδιάμεσου χώρου», το θέαμα των τελευταίων μηνών θα πρέπει να τους έπεισε. Από τη μια, η άρνηση των οργανωμένων δυνάμεων της κεντροαριστεράς να βαδίσουν γρήγορα και αποφασιστικά στο δρόμο της ανανέωσης και της ενότητας (που είναι ο μόνος που οδηγεί στην ανασυγκρότηση). Από την άλλη, ο αποδεκατισμός του χώρου, η εγκατάλειψή του υπέρ της ιδιώτευσης, ή υπέρ της δημόσιας υποστήριξης στη Νέα Δημοκρατία ή ακόμη και στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η απόδοση ιδιοτελών κινήτρων στους τελευταίους είναι επίσης ένδειξη παρακμής: του δημόσιου διαλόγου. Τα επιχειρήματα πρέπει να απαντώνται με επιχειρήματα, όποια και να είναι τα πραγματικά - αλλά άγνωστα - κίνητρα όσων τα προβάλλουν. Στο κάτω-κάτω, χωρίς ιδιοτελή κίνητρα (π.χ. δόξα και υστεροφημία) δεν γίνεται πολιτική – ίσως μάλιστα να μην γίνεται τίποτε απολύτως. Το ζήτημα είναι άλλο: εάν η ιδιοτέλεια είναι απόλυτη ή αντίθετα εάν υπηρετεί ευγενέστερες επιδιώξεις συλλογικού συμφέροντος.

Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να μην ανησυχεί για το ενδεχόμενο μελλοντικής επικράτησης μιας ρεβανσιστικής δεξιάς, που θα δικαιώνει π.χ. όσους με περισσή γενναιότητα (εκατό εναντίον ενός) θεώρησαν επιβεβλημένο να ξυλοκοπήσουν έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, επειδή δεν συμμερίζεται τις εθνικιστικές τους φαντασιώσεις. Έχουν άδικο όμως όσοι σήμερα προσεγγίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ να θεωρούν ότι η ενίσχυσή του είναι ο κατάλληλος τρόπος για να αποτραπεί αυτό που απεύχονται.

Αν κάτι έδειξε το διάγγελμα του πρωθυπουργού στην Ιθάκη, που λοιδωρώντας «τον τραπεζίτη που έγινε πρωθυπουργός» έδωσε πολιτική κάλυψη στα διαταραγμένα άτομα που επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν, ήταν ότι ο διχαστικός λόγος και η συκοφάντηση του αντιπάλου είναι η μόνη γλώσσα που γνωρίζει καλά ο κ. Τσίπρας και οι γύρω του: αυτή τους έφερε από το πολιτικό περιθώριο στα σαλόνια της Ευρώπης, την ίδια γλώσσα θα επιστρατεύσουν – σε ένα κρεσέντο μίσους – για να γραπωθούν στην εξουσία μέχρι την τελευταία στιγμή. Και τι άλλο ανέδειξε τη Χρυσή Αυγή σε υπολογίσιμη δύναμη, εάν όχι ο εξευτελισμός των θεσμών, η καταρράκωση του κοινοβουλευτισμού, και η νομιμοποίηση της βίας, αυτό το βρώμικο σπορ στο οποίο τόσο εξαιρετικές επιδόσεις σημείωσε το αντιμνημονιακό στρατόπεδο από το «καλοκαίρι των αγανακτισμένων» μέχρι τις μέρες μας;

Επί πλέον, τι νόημα έχει να επικαλείται κανείς την πολιτική γεωγραφία, που τοποθετεί την κεντροαριστερά πλησιέστερα στην αριστερά παρά στη δεξιά, όταν αυτή η αριστερά δεν δίστασε να συμπορευθεί – σε έναν αρραβώνα έρωτα και συναντίληψης, όχι απλώς συμφέροντος – επισήμως με την πιο ψεκασμένη δεξιά, και ανεπισήμως με την άλλη «δεξιά συνιστώσα», ακόμη περισσότερο επικίνδυνη λόγω της επιρροής της στο βαθύ κράτος;

Κανείς κεντροαριστερός δεν επιθυμεί την «εξόντωση του ΣΥΡΙΖΑ». Εάν ήταν στο χέρι μας, η χώρα θα είχε μια αριστερά (και ένα κέντρο, και μια δεξιά) που σέβεται τους κανόνες του δημοκρατικού παιγνιδιού και αναγνωρίζει στους αντιπάλους το δικαίωμα να σκέφτονται διαφορετικά. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι στο χέρι μας, και η αριστερά που έχουμε κινείται εδώ και πολύ καιρό στην αντίθετη κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες εκλογές θα κρίνουν το έργο μιας κυβέρνησης που εξαπάτησε τους ψηφοφόρους, εφάρμοσε σχέδια άλωσης της δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης, ξεχαρβάλωσε το κράτος (από την αστυνομία έως τις δημόσιες συγκοινωνίες, και από την πολιτική προστασία έως την ανώτατη εκπαίδευση), και καθήλωσε την οικονομία καθυστερώντας και επιβραδύνοντας την ανάκαμψη. Η κατηγορηματική ήττα στις κάλπες του ιδιαίτερου μείγματος ανικανότητας και χυδαιότητας με το οποίο πολιτεύεται αυτή η κυβέρνηση δεν είναι εκδικητικότητα: είναι αναγκαία συνθήκη για να ορθοποδήσει ο τόπος.

Αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι ικανή. Η διαμάχη για το «Μακεδονικό» έχει δώσει το φιλί της ζωής στις πιο καθυστερημένες δυνάμεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας που είχαν ηττηθεί με την εκλογή του κ. Μητσοτάκη. Οι δυνάμεις αυτές υλοποίησαν τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας την περίοδο 2005-2009, απέρριψαν την εθνική συνεννόηση με πρόσχημα τις ανύπαρκτες εναλλακτικές των Ζαππείων το 2010-2011, δεν έμαθαν τίποτε από την τραυματική εμπειρία της κρίσης, και σήμερα ονειρεύονται διορισμούς και ρουσφέτια. Όλοι αυτοί έχουν περισσότερα κοινά με τον ΣΥΡΙΖΑ (και ιδίως με τους ΑΝΕΛ) από ό,τι οι ίδιοι θέλουν να παραδεχθούν. Η υπερσυντηρητική, εθνικιστική δεξιά που εκπροσωπούν είναι ο αντίπαλος που ονειρεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Μια τυχόν επικράτησή της θα ήταν για τον κ. Τσίπρα ο ασφαλέστερος τρόπος για να επιστρέψει στην εξουσία στις μεθεπόμενες εκλογές.

Και το αντίστροφο: ο διχαστικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ ενισχύει τις ακραίες συντηρητικές δυνάμεις, μέσα και έξω από τη Νέα Δημοκρατία. Για αυτό κάνουν τραγικό λάθος όσοι θεωρούν ότι η σύμπυξη ενός δήθεν «προοδευτικού μετώπου» είναι ο καλύτερος τρόπος για την αναχαίτισή τους. Θα είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: εμφυλιοπολεμική πόλωση που θα εξασφάλιζε την καθήλωση της χώρας για πολλές δεκαετίες.

Έχοντας βγει από τα Μνημόνια (χωρίς να βγούμε από τη διεθνή οικονομική επιτήρηση), βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι με το φάσμα της στασιμότητας. Για να την αποφύγουμε, στις επόμενες εκλογές θα πρέπει όχι απλώς να αλλάξουμε κυβέρνηση αλλά να γυρίσουμε σελίδα. Ο τόπος διαθέτει ακόμη ζωντανές δυνάμεις, παρά τη μετανάστευση μερικών εκατοντάδων χιλιάδων νέων, και παρά την περιθωριοποίηση πολλών από όσους έμειναν στην Ελλάδα. Όσοι ονειρεύονται να ζήσουν σε μια χώρα ευνομούμενη, που προστατεύει όσους έχουν ανάγκη, και που δίνει ευκαιρίες σε όσους (και είναι πολλοί) εργάζονται έντιμα και σκληρά, θα απαιτήσουν από την επόμενη κυβέρνηση να τους εκπροσωπήσει. Άλλα περιθώρια αποτυχίας δεν υπάρχουν.

27 Μαΐου 2018

Φτου ξελεφτερία για όλους;

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 27 Μαΐου 2018).

Όλες οι πολιτικές δυνάμεις ενδιαφέρονται για την εκλογική τους επιρροή – ή δεν είναι πολιτικές δυνάμεις. Και δεν είναι λίγοι όσοι, όταν το βραχυπρόθεσμο συμφέρον της παράταξης συγκρούεται με το πιο μακροπρόθεσμο συμφέρον του τόπου, δεν διστάζουν να επιλέξουν το πρώτο. Αυτό, άλλωστε, δεν έκανε η κυβέρνηση Καραμανλή, 2004-2009; Μετά από έναν παροξυσμό σπατάλης και κακοδιαχείρισης, χρεωκόπησε τη χώρα και έφυγε νωρίς, παραδίδοντας την καυτή πατάτα στους επόμενους. Κάπως έτσι η ΝΔ διατήρησε τις δυνάμεις της καλύτερα από ό,τι το ΠΑΣΟΚ, κάπως έτσι διατηρεί την επιρροή του το ίδιο το καραμανλικό μπλοκ, με το ένα πόδι στο βαθύ κράτος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, και με το άλλο έτοιμο να βάλει τρικλοποδιά στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Συχνά ο κυνισμός ανταμείβεται στις κάλπες από τον κυρίαρχο λαό.

Αυτό είναι το καλούπι πάνω στο οποίο υφαίνεται σήμερα η προεκλογική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Έξοδος από τα Μνημόνια (έστω με τρία χρόνια καθυστέρηση από την υπόσχεση της άμεσης κατάργησής τους «με ένα άρθρο και έναν νόμο»), απαλλαγή από τον ξένο ζυγό, επιστροφή στη λεωφόρο της ανάπτυξης. Αυτό θα είναι το τρίπτυχο πάνω στο οποίο θα βασιστεί η προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ, διανθισμένη με δύσοσμους και ατεκμηρίωτους υπαινιγμούς για τη διαφθορά των αντιπάλων. Με στόχο όχι τη νίκη, αλλά την «διατήρηση του κύριου όγκου των δυνάμεων», έτσι ώστε τα επόμενα δύο χρόνια η χώρα να μην μπορεί να κυβερνηθεί από κανέναν. Με την ελπίδα το εκλογικό σώμα, μέσα στην παραζάλη του, να τους δώσει άλλη μια ευκαιρία στις μεθεπόμενες εκλογές, ει δυνατόν το 2020. Σε ένα σκηνικό γεμάτο συντρίμμια, ποιος νοιάζεται; Σημασία έχει να έρθουν ξανά στα πράγματα.

Το ίδιο το τρίπτυχο είναι σαθρό. Αντί για «καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια», η σημερινή κυβέρνηση έχει υπογράψει περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων για πολλά ακόμη χρόνια, δεσμεύοντας τις επόμενες κυβερνήσεις. Η αντίθεση στην προληπτική πιστωτική γραμμή που ζητά ανήσυχος ο Διοικητής της ΤτΕ θα έχει μοιραίες συνέπειες: οι αγορές θα μας δανείζουν με πολύ επαχθέστερους όρους από ό,τι τα Μνημόνια, ιδίως όσο η ιταλική κρίση απειλεί να δυνατιμίσει την Ευρωζώνη. Αλλά για τους εγκεφάλους του ΣΥΡΙΖΑ, πολιτικούς και οικονομικούς, όλα αυτά θα συμπέσουν χρονικά με τη «δεξιά παρένθεση», άρα εξυπηρετούν το σχέδιό τους.

Όσο για την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, που στο μυαλό του Τσίπρα και του Τσακαλώτου σημαίνει επιστροφή στη χρυσή εποχή της κυβέρνησης Καραμανλή, των ανεξέλεγκτων πελατειακών διορισμών και των θηριωδών ελλειμμάτων, θα παραμείνει φαντασίωση. Το 2004-2009 οι αγορές νόμιζαν ότι τα ελληνικά ομόλογα είναι περίπου το ίδιο ασφαλή όσο και τα γερμανικά. Τώρα πλέον κανείς δεν πιστεύει κάτι τέτοιο. Η εθνική μας κυριαρχία θα είναι πιο περιορισμένη μετά την «καθαρή έξοδο» από όσο ήταν με τα Μνημόνια. Και εάν διαλυθεί η Ευρωζώνη, όπως εύχονται διάφοροι ανόητοι, τα περιθώρια για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής θα είναι αντίστοιχα με εκείνα της Αργεντινής ή της Τουρκίας.

Κακά τα ψέματα, εθνική κυριαρχία χωρίς ισχυρή οικονομία δεν γίνεται. Και «ισχυρή» σημαίνει «βιώσιμη», χωρίς το ντόπινγκ του υπερδανεισμού ή της εκτύπωσης χρήματος. Όμως ποιος σοβαρός άνθρωπος θέλει να επενδύσει σε μια χώρα όπου η βασική αγωνία της κυβέρνησης είναι το πώς θα χειραγωγήσει τους δήθεν ανεξάρτητους θεσμούς (τη Δικαιοσύνη, τον Τύπο), όπου όσοι έχουν καλές διασυνδέσεις αναρριχώνται σε θέσεις ευθύνης όσο άχρηστοι και εάν είναι, όπου η αριστεία υπονομεύεται και η μετριότητα επιβραβεύεται, όπου η ανομία και η βία κυριαρχούν; Κανείς σοβαρός άνθρωπος. Μόνο το είδος των επενδυτών που ευδοκιμούν στα αποτυχημένα κράτη όλου του κόσμου: τυχοδιώκτες και μαφιόζοι.

Μπορεί να ματαιωθεί το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ; Ναι, αλλά όχι εύκολα. Μια υπερσυντηρητική και εθνικιστική δεξιά θα είναι το ίδιο βλαβερή για τον τόπο (και, παρεμπιπτόντως, ο αντίπαλος που ονειρεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ). Το ίδιο και μια κεντροαριστερά αγχωμένη για την εκλογική της επιβίωση, που ανακαλύπτει τις αρετές των ίσων αποστάσεων, και – γιατί όχι; - της υποταγής σε όσους την συκοφάντησαν και την εξευτέλισαν τα τελευταία χρόνια. Όμως η κυβέρνηση που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση και θα στείλει τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση για πολλά χρόνια δεν αρκεί να στηρίζεται σε αυτές τις δύο παρατάξεις, την κεντροαριστερά και την κεντροδεξιά. Θα πρέπει ταυτόχρονα να τις υπερβαίνει, ενώνοντας όλες τις ζωντανές δυνάμεις, της δουλειάς και της προκοπής, της προόδου και της επινοητικότητας, της συνεννόησης και της μετριοπάθειας. Μια τέτοια Ελλάδα υπάρχει – και απαιτεί εκπροσώπηση.

23 Μαΐου 2018

Η κανονικότητα του ΣΥΡΙΖΑ

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 23 Μαΐου 2018).

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη ζωηρή συζήτηση των ημερών αναφορικά με το μελλοντικό μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι αυτή η συζήτηση εκπορεύεται περισσότερο από διανοητές της κεντροαριστεράς και δεν αποτελεί ένα διακηρυγμένο στόχο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που υπονοείται είναι η αναγκαιότητα να συμβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ στην επιστροφή της χώρας σε μία μορφή κανονικότητας. Διότι αν η διαφαινόμενη ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής σηματοδοτεί υπό προϋποθέσεις την έξοδο της χώρας από μία επώδυνη «κατάσταση εξαίρεσης» στο πεδίο της οικονομίας, στο πολιτικό πεδίο συνεχίζουν να κυριαρχούν με σχεδόν αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης, η πολιτική αβεβαιότητα, η κακοποίηση των θεσμών, ο συγκρουσιακός λόγος. Επ’ αυτού λοιπόν του ερωτήματος η απάντησή μας είναι αρνητική, κύρια για τους παρακάτω τρεις λόγους:

Πρώτον, ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ γιγαντώθηκε σε συνθήκες «μη κανονικότητας» της περιόδου της σφοδρής οικονομικής κρίσης, με κορύφωση το τραγικό δημοψήφισμα του 2015. Αγκάλιασε πρόθυμα ιδεοληψίες, νομιμοποίησε αντιδημοκρατικές συμπεριφορές και πρόσφερε φιλόξενο καταφύγιο σε κάθε λογής ανορθολογικά οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Η αρμονική συμπόρευση με το εθνικο-λαϊκιστικό κόμμα των ΑΝΕΛ, καθώς και με εκπροσώπους της καραμανλικής δεξιάς, είναι η πλέον ορατή απόδειξη της απόστασης που χωρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ από την ευρωπαϊκή κανονικότητα. Η μετέπειτα (αναγκαστική) προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ όταν οι «αυταπάτες» του συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα οδήγησε σε ταχεία δημοσκοπική συρρίκνωση της απήχησής του. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι στην ενδεχόμενη απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιστρέψει τάχιστα στην εμπρηστική ρητορική του πρόσφατου παρελθόντος του. 

Δεύτερον, oι ιδέες και τα πρόσωπα ασκούν τη δική τους καταλυτική επίδραση στις πολιτικές επιλογές και τα πολιτικά κόμματα εξελίσσονται βαθμιαία και οι οβιδιακές μεταμορφώσεις σπανίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο κάθε σύγκριση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 είναι ατυχής. Αν στο ΠΑΣΟΚ χρειάστηκαν δύο δεκαετίες για να εγκαταλείψει το ριζοσπαστικό παρελθόν του σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο, πόσος χρόνος άραγε θα απαιτηθεί για  το μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού του ΣΥΡΙΖΑ που αγκάλιασε ηγέτες αυταρχικών και νεοκομμουνιστικών καθεστώτων τριάντα χρόνια έπειτα από την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος;

Τρίτον, η καθημερινή άσκηση της διακυβέρνησης της χώρας δείχνει το πώς αντιλαμβάνεται η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ την κανονικότητα. Σε κάθε τομέα όπου η κυβέρνηση διατηρεί ελευθερία κινήσεων και οι οποίοι δεν ρυθμίζονται από το ακολουθούμενο πλαίσιο οικονομικής προσαρμογής (Μνημόνιο), αναπαράγονται ορισμένες από τις χειρότερες όψεις της μεταπολίτευσης (πελατειακές λογικές, οπισθοδρομικές επιλογές, αφόρητος λαϊκισμός). Ακόμη χειρότερα, όπως καταδεικνύεται από τη διαρκή υποβάθμιση των θεσμών του κράτους δικαίου (βλ. παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη), η κυβέρνηση δεν δείχνει να συμμερίζεται το πλαίσιο του πολιτικού φιλελευθερισμού που συνιστά τον πυρήνα του ευρωπαϊκού μοντέλου διακυβέρνησης.

Συμπερασματικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε θέλει ούτε μπορεί να μετεξελιχθεί σε ένα σύγχρονο πολιτικό φορέα που να αποδέχεται τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τις θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προέχει είναι η επιστροφή της χώρας στην πολιτική κανονικότητα – και αυτό προϋποθέτει την άμεση επιστροφή και μακρόχρονη παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση.

17 Μαΐου 2018

Κυβέρνηση τσαρλατάνων

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 17 Μαΐου 2018).

Όπως όλα δείχνουν, πάμε προς σχηματισμό κυβέρνησης στην Ιταλία. Η Λέγκα (πρώην του Βορρά), αδελφό κόμμα του γαλλικού Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν, και το Κίνημα Πέντε Αστέρων, που ίδρυσε ο κωμικός Μπέππε Γκρίλλο, οι δύο νικητές των εκλογών του περασμένου Μαρτίου, θα ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τι κοινό έχουν τα δύο κόμματα; Όχι πολλά. Απέχθεια για το «κατεστημένο», για την κεντροαριστερά, για την Τράπεζα της Ιταλίας, για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, για την Ευρώπη. Συμπάθεια για τη Ρωσία του Πούτιν. Και δίψα για εξουσία: μεγάλη και απροσχημάτιστη.

Φυσικά, επειδή οι δύο μελλοντικοί εταίροι δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον, συμφώνησαν να συνάψουν γραπτό σύμφωνο συμβίωσης, με (αντισυνταγματικές) διαδικασίες επίλυσης διαφωνιών. Και με κυβερνητικό πρόγραμμα: κατάργηση του νόμου για τις συντάξεις, πιο αναλογική φορολογία (ιδέα της Λέγκα), επίδομα 780 ευρώ σε εκατομμύρια ανέργους και υποαπασχολούμενους (ιδέα του Κ5Α). Πώς θα χρηματοδοτηθούν όλα αυτά; Προσχηματική απάντηση: Από την περικοπή των βουλευτικών αποζημιώσεων και των «χρυσών συντάξεων» (άνω των 5.000 ευρώ το μήνα), και από την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αληθινή απάντηση: Δεν θα χρηματοδοτηθούν. Θα αυξηθεί το έλλειμμα. Και όταν οι Βρυξέλλες τους ρωτήσουν τι σκέπτονται να κάνουν για να επαναφέρουν τα δημοσιονομικά υπό έλεγχο, θα καταγγείλουν την ανάμειξη στα εσωτερικά της χώρας. Εξ άλλου και τα δύο κόμματα έχουν στο παρελθόν υποστηρίξει την έξοδο από το ευρώ. Ο δε Γκρίλλο προχθές επανήλθε ζητώντας άμεσο δημοψήφισμα και διπλό νόμισμα. Κατά τα άλλα, άμεση επαναδιαπραγμάτευση των Συνθηκών της ΕΕ (δεν πρόκειται να συμβεί), άμεση εκτόπιση μεταναστών χωρίς χαρτιά (ιδέα της Λέγκα), και φυσικά άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας (ιδέα και των δύο).

Ποιες θα είναι οι συνέπειες από μια κυβέρνηση Λέγκα-Κ5Α; Νέα πτώση του διεθνούς κύρους της Ιταλίας, προς επιβεβαίωση του στερεότυπου των φανφαρόνων που δεν έχουν καταλάβει πόσο ανήμποροι είναι. Άνοδος των spreads των κρατικών ομολόγων, που σε μια χώρα με θηριώδες δημόσιο χρέος (το οποίο είχε συσσωρευθεί κυρίως στις δεκαετίες του ‘70 και του ’80) απειλεί να τινάξει στον αέρα τα δημοσιονομικά του κράτους. Ενίσχυση των θέσεων του Πούτιν, ο οποίος αποκτά νέο προγεφύρωμα – πέρα από τη μικρή και ασήμαντη Ελλάδα, ή τις «ανελεύθερες δημοκρατίες» της ανατολικής Ευρώπης. Στην καρδιά της δυτικής Ευρώπης αυτή τη φορά, σε ένα ιδρυτικό μέλος της ενωμένης Ευρώπης, σε μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Δικαιολογημένη, συνεπώς, η ανησυχία των πολιτικών ελίτ στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι, στο Βερολίνο (και στην Ουάσινγκτον, στο βαθμό που έχουν απομείνει εχέφρονες άνθρωποι εκεί). Φυσικά, η αδιαφορία της Ευρώπης (πλην Γερμανίας και Σουηδίας) για την ισόρροπη κατανομή των προσφύγων και των μεταναστών, οι οποίοι φτάνουν στην Ιταλία και παγιδεύονται εκεί, ή για μια οικονομική διακυβέρνηση στην Ευρωζώνη που να δίνει ελπίδες και μέλλον σε όλες τις χώρες, όχι μόνο σε εκείνες του Βορρά, συνέβαλαν καθοριστικά στην διάβρωση του φιλοευρωπαϊσμού στην Ιταλία, και στην αποτυχία των μεταρρυθμιστικών κυβερνήσεων που – παρά τα ελαττώμματά τους  - προσπάθησαν να βρουν λύσεις στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων.

Και τώρα; Δεν είναι δύσκολο να απαριθμήσει κανείς τις πολιτικές προϋποθέσεις για την εξουδετέρωση της ισχυρής πρόκλησης στην ευρωπαϊκή ομαλότητα που εκπροσωπεί μια κυβέρνηση Λέγκα-Κ5Α στην Ιταλία. Αλλαγή πορείας της ίδιας της Ευρώπης: νέα πολιτική για το μεταναστευτικό, νέα οικονομική διακυβέρνηση, κυρώσεις σε όσες κυβερνήσεις δεν σέβονται το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και στην Ιταλία: ανασυγκρότηση του χώρου αριστερά από το κέντρο, για την προγραμματική αντιπολίτευση στη διαφαινόμενη κυβέρνηση τσαρλατάνων, και για την προετοιμασία της επανόδου στην εξουσία στις επόμενες εκλογές. Το δύσκολο είναι να εντοπίσει κανείς τις πολιτικές δυνάμεις, και τους πολιτικούς ηγέτες, που θα φανούν αντάξιοι των περιστάσεων.