22 Μαρτίου 2012

Ανάπτυξη χωρίς εξυγίανση;

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012).

Η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2011-2012 που δημοσιεύθηκε χθες επιβεβαίωσε αυτό που όλοι ξέραμε: το πόσο κρίσιμη είναι η κατάσταση της οικονομίας.
Η ύφεση είναι βαθιά και παρατεταμένη: το τελευταίο τρίμηνο του 2011 το ΑΕΠ ήταν κατά 17,2% χαμηλότερο από ό,τι 4 χρόνια νωρίτερα. Η αύξηση της ανεργίας δεν δείχνει σημεία επιβράδυνσης: έφτασε το 20,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2011 – πάνω από 1 εκατομμύριο άτομα βρίσκονται χωρίς δουλειά. Παρά την κάποια ανάκαμψη των εξαγωγών, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε ελάχιστα: σε 9,8% του ΑΕΠ το 2011 (από 10,1% το 2010).

Από την άλλη, η δημοσιονομική προσαρμογή – ο βασικός στόχος των Μνημονίων – φαίνεται να ανακόπτεται. Παρά τα μέτρα, το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκε το 2011 σε 10,6% του ΑΕΠ (έναντι 9,8% το 2010). Το πρωτογενές έλλειμμα (χωρίς τη δαπάνη εξυπηρέτησης του χρέους) μειώθηκε (από 4% σε 3% του ΑΕΠ), αλλά μόνο χάρη στη συρρίκνωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων: το πρωτογενές έλλειμμα του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκε (κατά 18 εκατ).

Είναι προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά. Τι ακριβώς όμως;

Αντιπαρέρχομαι την εύκολη απάντηση: «φταίνε τα Μνημόνια». Όχι επειδή τα συγκεκριμένα Μνημόνια με έχουν ενθουσιάσει. Αλλά επειδή η επιστροφή στην προ Μνημονίων εποχή μου φαίνεται εντελώς αδιανόητη.

Όταν μια οικονομία τρέχει ντοπαρισμένη, όπως έτρεχε η δική μας με φτηνά δανεικά μέχρι το 2008, η προσγείωση είναι αναπόφευκτη. Το μοναδικό άξιο λόγου ερώτημα είναι εάν η προσγείωση θα είναι ομαλή ή εάν αντίθετα θα μοιάζει περισσότερο με χαοτική κατάρρευση. Η διεθνής οικονομική βοήθεια απέτρεψε τον κίνδυνο χαοτικής κατάρρευσης. Επί πλέον, η δανειακή σύμβαση έκανε την εξυπηρέτηση του χρέους λιγότερο δυσβάσταχτη. Κάπου εκεί όμως εξαντλείται η υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας. Τα υπόλοιπα είναι δική μας δουλειά.

Ποια είναι τα υπόλοιπα; Η δίκαιη κατανομή των αναγκαίων θυσιών. Η προστασία των πιο αδύναμων από όλα τα θύματα της κρίσης. Η διάλυση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ πολιτικής εξουσίας και ομάδων συμφερόντων, συνδικαλιστικών ή επιχειρηματικών. Και, κυρίως, η ανασυγκρότηση του κράτους και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Χωρίς μια εθνική συμφωνία πάνω σε αυτά τα ζητήματα, χωρίς δηλ. ένα δικό μας Μνημόνιο, οι θυσίες κινδυνεύουν να πάνε χαμένες.

Αυτό μου φαίνεται ότι είναι το πραγματικό διακύβευμα της φάσης που άνοιξε με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης και την προσφυγή στις κάλπες. Όχι το πόσο ανιδιοτελής υπήρξε η διεθνής βοήθεια (εμάς πάντως μας ωφέλησε). Ούτε πόσο νεοφιλελεύθερα ήταν τα Μνημόνια (κανείς δεν μας εμποδίζει να φτιάξουμε ένα δικό μας).

Θα αντιτείνει κάποιος: «Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Το θέμα είναι η ανάπτυξη». Ίσως - αλλά εάν δεν αποφασίσουμε να ξεκολλήσουμε οριστικά από όλα όσα μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα, δηλ. από το μοντέλο της ντοπαρισμένης οικονομίας με δανεικά (τα οποία ούτως ή άλλως πια δεν υπάρχουν, παρά με το σταγονόμετρο), η ανάπτυξη δεν πρόκειται να έρθει. Ή, όταν έρθει, θα είναι μίζερη και αντιπαθητική: πάλι θα τρώμε από τα έτοιμα (ήλιος, θάλασσα, αρχαία), κι άλλο τσιμέντο, made in Greece χαμηλής ποιότητας ή/και σε ασύμφορες τιμές, επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, χαμηλοί μισθοί.

Χρήσιμο το ΕΣΠΑ. Όμως, χωρίς εξυγίανση οι πόροι του θα σπαταληθούν, όπως συνέβη με το Γ’ ΚΠΣ, τα πακέτα Σαντέρ και Ντελόρ, ή τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα. Πολύτιμη η αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω ενός προγράμματος δημοσίων επενδύσεων για πανευρωπαϊκά δίκτυα και υποδομές. Αλλά χωρίς ανασυγκρότηση του κράτους, τα οφέλη για εμάς θα είναι περιορισμένα.

Πόσο μάταιη είναι η προσδοκία της ανάπτυξης χωρίς εξυγίανση το έδειξε η είδηση της περασμένης εβδομάδας: «Εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ ζητούσαν εκβιαστικά, δύο υπάλληλοι του υπουργείου Ανάπτυξης, από τον ιδιοκτήτη ξενοδοχειακής μονάδας στην Αργολίδα, προκειμένου να προωθήσουν τον φάκελό του για επιχορήγηση επένδυσης ύψους 4,7 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία μάλιστα είχε εγκριθεί.» (Καθημερινή/ΑΠΕ, 13 Μαρτίου 2012).

Όταν οι κρατικοί υπάλληλοι καθυστερούν τις υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί, μέχρι να εισπράξουν γενναίες «μίζες». Όταν οι διευθυντές τους δεν τους ελέγχουν (ή ασχολούνται μόνο με το πώς θα μοιραστεί «σωστά» το μαύρο χρήμα). Όταν οι πολιτικοί προϊστάμενοι και των μεν και των δε κάνουν ότι δεν βλέπουν (είτε επειδή το πελατειακό σύστημα που δημιούργησαν έχει ξεφύγει από τον έλεγχό τους, είτε επειδή είναι διεφθαρμένοι οι ίδιοι). Τότε ποιος σοβαρός επιχειρηματίας θα θελήσει να κάνει μια υγιή επένδυση σε αυτή τη χώρα; Και αν δεν γίνουν επενδύσεις, και μάλιστα υγιείς, τότε για ποια ανάπτυξη μιλάμε;

4 Μαρτίου 2012

Αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές: β' μέρος

Συνέχεια της συζήτησης που άνοιξε με το άρθρο του Σωτήρη Βαλντέν (βλ. παρακάτω). Όλα τα κείμενα συγκεντρώθηκαν σε αφιέρωμα με τίτλο «Οικονομική κρίση και αριστερά». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Κυριακή 4 Μαρτίου 2012).

Είχα αποφασίσει να μην επανέλθω: αφενός το έχουμε κουράσει, αφετέρου ο Σωτήρης Βαλντέν που άνοιξε αυτή τη συζήτηση έχει το δικαίωμα να πει την τελευταία λέξη (προς το παρόν τουλάχιστον).

Μου έκανε όμως εντύπωση μια φράση του Δημήτρη Γιατζόγλου που «ερμηνεύει» τη δική μου άποψη (κάνοντάς την φυσικά αγνώριστη).

Λέει ο ΔΓ: "Αναγκαστικά λοιπόν οι «αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές» είναι υποχρεωμένοι να το αποδεχτούν [το Μνημόνιο] (και να το στηρίξουν;)"

Όχι αγαπητέ Δημήτρη: καθόλου υποχρεωμένοι δεν είναι οι «αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές» να στηρίξουν το Μνημόνιο.

Είναι όμως υποχρεωμένοι να μπουν στη συζήτηση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Έτσι ώστε να μην χρειαζόμαστε Μνημόνιο. Ποτέ πια. Διαφορετικά τι σόι μεταρρυθμιστές είναι;

Δεν θέλουν να μπουν στη συζήτηση αυτή, προτιμώντας να περιμένουν να αλλάξουν οι συσχετισμοί στην Ευρώπη, να ωριμάσουν οι συνθήκες, να συμβεί πρώτα κάτι άλλο (και τι ακριβώς); ΟΚ αλλά ας το πουν ανοιχτά.

Εν τω μεταξύ, κάποιοι από εμάς αντιλαμβάνονται τον αριστερό μεταρρυθμισμό κάπως διαφορετικά. Για αυτό επιλέγουν να παρεμβαίνουν με συγκεκριμένες (αριστερές και μεταρρυθμιστικές) προτάσεις στα συγκεκριμένα προβλήματα που τίθενται. Τώρα, όχι όταν έρθει η Δευτέρα Παρουσία.

Εγώ π.χ. με τις λιγοστές μου δυνάμεις αυτό προσπαθώ να κάνω εδώ και αρκετά χρόνια στα θέματα της κοινωνικής πολιτικής - ανέκαθεν προνομιακό πεδίο του αριστερού ρεφορμισμού. Και θα προτιμούσα αντί κανείς να με αποκαλεί «πρόθυμο», να μου έκανε ανελέητη κριτική στις συγκεκριμένες προτάσεις που έχω κάνει για το ασφαλιστικό, για τον κατώτατο μισθό, για το δίχτυ προστασίας.

Σε τελευταία ανάλυση, ας κάνει ο καθένας μας αυτό που νομίζει σωστό. Χωρίς όμως σταλινικής έμπνευσης δίκη προθέσεων, και χωρίς φρασεολογία αντάξια ενός Τσίπρα και ενός Καμμένου. Δεν τιμά κανέναν.

3 Μαρτίου 2012

Αριστεροί, ευρωπαϊστές, μεταρρυθμιστές

Ένα σύντομο σχόλιο στο άρθρο του Σωτήρη Βαλντέν «Η άλλη Ευρώπη ενεργοποιείται» (ηλεκτρονικό περιοδικό «Μεταρρύθμιση»). Δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό (Σάββατο 3 Μαρτίου 2012)

Ως γνωστόν, στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς έχουμε ακόμη απομείνει αρκετοί που και αριστεροί ευρωπαϊστές είμαστε και την αναγκαιότητα κάποιου είδους Μνημονίου αναγνωρίζουμε.

Επειδή θεωρούμε ότι μια οργανωμένη κοινωνία χρειάζεται ένα οργανωμένο σχέδιο εξόδου από την κρίση. Και επειδή φοβόμαστε ότι, ελλείψει τέτοιου σχεδίου, τα πρώτα θύματα μιας άτακτης υποχώρησης είναι τα αδύναμα στρώματα που θέλουμε να εκπροσωπούμε. Πώς αλλιώς θα γίνει συντεταγμένα και δίκαια η μείωση των ελλειμμάτων, η αναδιοργάνωση του κράτους και η προετοιμασία μιας καλύτερης (υγιούς, ακριβής, βιώσιμης) ανάπτυξης;

Κάπως έτσι εννοούμε τον αριστερό μεταρρυθμισμό. Ίσως κάνουμε λάθος. Εάν υπάρχει εναλλακτικός ορισμός, θα χαρώ να τον ακούσω.

Τα συγκεκριμένα Μνημόνια (της τρόικας) δεν είναι του γούστου μας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν έχουμε δει κανένα άλλο. Ούτε είδαμε μεγάλη ανταπόκριση των κομμάτων - συμπεριλαμβανομένης και της ΔΗΜΑΡ! - στην προτροπή (και στις συγκεκριμένες προτάσεις) μας να εκπονηθεί ένα τέτοιο άλλο Μνημόνιο από εμάς. Ώστε να βοηθήσουμε να παραμείνει η Ελλάδα μια ευρωπαϊκού τύπου κοινοβουλευτική δημοκρατία (δηλ. να μην γίνουμε μπανανία).

Βάσει των παραπάνω, θα ήθελα να διαβεβαιώσω τον αγαπητό Σωτήρη Βαλντέν ότι εμάς τους αριστερούς ευρωπαϊστές μεταρρυθμιστές μας ενθουσιάζει και μας παραενθουσιάζει το ότι αρκετοί στην Ευρώπη ενεργοποιούνται υπέρ μιας πιο αλληλέγγυας στάσης προς στην Ελλάδα. Ακριβώς για αυτό, αγωνιζόμαστε για να μην επιβεβαιώνονται τα ανθελληνικά στερεότυπα των αντιπάλων τους: ότι δηλ. στην Ελλάδα τα κόμματα δημαγωγούν, ότι δεν ενδιαφέρονται για το συμμάζεμα της χώρας τους, ότι ψάχνουν πώς θα βρουν και άλλα λεφτά για την "ανάπτυξη" (για να τα αξιοποιήσουν όπως ακριβώς αξιοποίησαν τα ΟΜΠ, Α ΚΠΣ, Β ΚΠΣ, Γ ΚΠΣ, ΕΣΠΑ κ.ο.κ.), έτσι ώστε να αναβάλλουν μια ακόμη φορά όλα αυτά που ακόμη και οι ίδιοι ξέρουν ότι πρέπει να γίνουν.

Για αυτό εξ άλλου έχουμε στρέψει την προσοχή μας στην αντιμετώπιση των εγχώριων παθογενειών. Όχι βέβαια επειδή παραγνωρίζουμε τη σημασία θετικών μεταβολών στην Ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Αλλά επειδή νομίζουμε ότι έτσι είμαστε πιο χρήσιμοι στη χώρα.

Προφανώς μπορεί να κάνουμε λάθος - και ο Σωτήρης Βαλντέν δικαιούται απολύτως να το νομίζει. Αλλά σε τι ακριβώς συμβάλλει η ανάγκη του να εκφράζει τη διαφωνία του αυτή με χαρακτηρισμούς τύπου "συμμαχία των προθύμων";

Συμβάλλει στον διάλογο μεταξύ των αριστερών ευρωπαϊστών; Ειλικρινά δεν βλέπω πώς αυτός εξυπηρετείται με συκοφαντίες. Στο κάτω-κάτω τη γνώμη μας λέμε, δεν είμαστε πράκτορες της τρόικας. (Ενημερώνω όσους ψάχνουν για τον κατάλληλο τριτοδιεθνιστικό όρο ότι αυτός είναι "χρήσιμοι ηλίθιοι".)

Εάν αντίθετα σε κάτι φαίνεται να συμβάλλει η καταγγελία του αριστερού μεταρρυθμισμού (και των εκπροσώπων του ως "προθύμων μνημονιακών") – ανεξαρτήτως ελπίζω των προθέσεων του Σωτήρη Βαλντέν – είναι η επαναπροσέγγιση σε "αντιμνημονιακή" βάση μέρους της ΔΗΜΑΡ και μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί ίσως με κάποιους που στέκονται αναποφάσιστοι στον ενδιάμεσο χώρο.

Προσωπικά δεν έχω αντίρρηση: περί ορέξεως κολοκυθόπιττες. Ο προφανής κίνδυνος για όσους έχουν τέτοια όρεξη είναι ότι οποιαδήποτε συμμαχία σε "αντιμνημονιακή" βάση εύκολα "καπελώνεται" από τους αντιπάλους των μεταρρυθμίσεων – όλων των μεταρρυθμίσεων. Οι οποίοι δεν διστάζουν καθόλου να σταματήσουν οποιαδήποτε μεταρρύθμιση δεν τους αρέσει (δηλ. όλες τις μεταρρυθμίσεις) με οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της βίας.

(Παρεμπιπτόντως: Κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύει η συλλογή υπογραφών κάτω από το κείμενο "Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας", την ίδια στιγμοί που οι μισοί από τους υπογράφοντες εργάζονταν - ή απλώς επέχαιραν - για τη βίαιη ακύρωση των εκλογών συμβουλίων διοίκησης στα πανεπιστήμια; Αυτή βέβαια είναι μια άλλη συζήτηση - εκτός και αν είναι η ίδια συζήτηση.)

Για να ανακεφαλαιώσω. Στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς δεν υπάρχουν ούτε "πρόθυμοι" ούτε πράκτορες της τρόικας (σε έμμισθη ή εθελοντική βάση). Υπάρχουν μόνο αριστεροί ευρωπαϊστές μεταρρυθμιστές.

Μέχρι τώρα νόμιζα ότι ο μόνος τρόπος για να είναι κανείς αριστερός ευρωπαϊστής είναι να είναι ταυτόχρονα και μεταρρυθμιστής. Διαφωνεί ο αγαπητός Σωτήρης Βαλντέν; Εάν όχι, τότε ας πει κάτι μεταρρυθμιστικό - ή τουλάχιστον ας επιτρέψει σε εμάς να το κάνουμε. Εάν ναι, εάν δηλ. πιστεύει ότι η λυσσαλέα αντίδραση σε κάθε μεταρρύθμιση, στην ανάγκη και με τη βία, χωράει στον αριστερό ευρωπαϊσμό, τότε – με όλο τον σεβασμό - φοβάμαι ότι μιλάμε για εντελώς διαφορετικά πράγματα.

26 Φεβρουαρίου 2012

Μετά τη δανειακή σύμβαση

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012).

Χωρίς ρύθμιση για το «κούρεμα» του χρέους και χωρίς δανειακή σύμβαση η Ελλάδα θα είχε οδηγηθεί στη χρεωκοπία, στην έξοδο από το ευρώ, και μετά στην έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση (πιθανότατα με κάποια ειδική συμφωνία σύνδεσης όπως αυτή που είχαμε από το 1962 έως το 1981).

Θα ήμαστε αναγκασμένοι να προσαρμοστούμε απότομα σε μια «αυτάρκη οικονομία», με ελλείψεις βασικών αγαθών και άγριες περικοπές, ώστε να βρεθούμε με μηδενικά ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό και στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών αμέσως.

Το «κούρεμα» και η δανειακή σύμβαση παρέχουν χρήματα και χρόνο ώστε η αναγκαία προσαρμογή να είναι ομαλότερη. Διαλέγοντας εμείς πώς θα μειώσουμε τα ελλείμματα. Περισσότερο ή λιγότερο δίκαια (και αποτελεσματικά).

Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα της πολιτικής και της οικονομίας. Όσο επιμένουμε να μην ασχολούμαστε με αυτό, τις αναγκαίες επιλογές θα τις κάνουν για λογαριασμό μας οι δανειστές.

Τότε όμως η Ελληνική Δημοκρατία θα έχει γίνει κανονική Μπανανία – και θα φταίμε εμείς.

22 Φεβρουαρίου 2012

Εγκληματικότητα, μετανάστευση και αριστερά

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook (Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012), ενώ στη συνέχεια ενσωματώθηκε σε άρθρο της Κικής Τριανταφύλλη με τίτλο «Για την υποβαθμισμένη Αθήνα» στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012).

Αυτοί που στρέφονται στη Χρυσή Αυγή δεν είναι ρατσιστές τύπου Ku Klux Klan, αλλά απλοί άνθρωποι, υπερβολικά φτωχοί για να μετακομίσουν από υποβαθμισμένες γειτονιές τύπου Άγιου Παντελεήμονα, οι οποίοι ζουν καθημερινά στον τρόμο (ή είναι οι ίδιοι θύματα) μιας άγριας εγκληματικότητας. Μιλάω με αριστερούς φίλους, πολυπολιτισμικούς φοιτητές και γενικώς με άτομα υπεράνω υποψίας (για ρατσισμό), που μένουν εκεί οι ίδιοι ή οι γονείς τους, και οι οποίοι έχουν φρικάρει εντελώς με όσα τους συμβαίνουν.

Η Χρυσή Αυγή προφανώς δεν είναι λύση. Είναι μέρος του προβλήματος. Με τη σειρά της τρομοκρατεί μετανάστες - και συχνά εγκληματεί σε βάρος τους. Σημειωτέον ότι συνήθως πρόκειται για μετανάστες που κατοικούν ή έχουν μαγαζιά στις γειτονιές αυτές (συνεπώς είναι απίθανο να κινδυνεύουν από αυτούς οι υπόλοιποι κάτοικοι). Όμως η Χρυσή Αυγή ταυτόχρονα περιπολεί στους δρόμους, κατά κάποιον τρόπο πουλάει προστασία, και γενικώς έχει ιδιοποιηθεί λειτουργίες του κράτους. Φυσικά σε στυλ vigilante αντί για κανονική αστυνομία.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Λίγα πράγματα.

Πρώτον, να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα όπως αυτό υφίσταται πραγματικά. Η υπεροπτική καταγγελία στο όνομα ενός ρηχού "αντιρατσισμού" - ιδίως όταν προέρχεται από εμάς που μένουμε σε καλύτερες γειτονιές - είναι ηθικά απαράδεκτος και πρακτικά αντιπαραγωγικός.

Δεύτερον, να το δούμε ως ακραία εκδοχή της διάχυτης ανομίας και της ακαταλληλότητας της αστυνομίας όπως αυτή λειτουργεί σήμερα. Εάν δεν φτιάξουμε ένα αποτελεσματικότερο κράτος δικαίου, εάν δεν βάλουμε στόχο να αποκαταστήσουμε τη νομιμότητα παντού (από τα πανεπιστήμια μέχρι τις συνοικίες γκέτο), δεν κάνουμε τίποτε.

Τρίτον, να δεχθούμε ότι παρότι μακροπρόθεσμα η λύση ενδεχομένως είναι η ανάπτυξη, εν τω μεταξύ θα χρειαστούμε καλύτερη αστυνόμευση, καλύτερη φύλαξη των συνόρων, καλύτερη μεταναστευτική πολιτική. Μια πολιτική που να συνδυάζει τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών με την ειλικρινέστερη προσπάθεια ένταξης όσων επιλέγουν (και επιλέγουμε και εμείς) να ενταχθούν στην κοινωνία μας.

12 Φεβρουαρίου 2012

Η ευθύνη της "αριστεράς της ευθύνης"

Η Δημοκρατική Αριστερά στην αποψινή ψηφοφορία θα καταψηφίσει τη δανειακή σύμβαση, όπως καταψήφισε το μεσοπρόθεσμο και το μνημόνιο. Μάλιστα, με δήλωση του προέδρου της, ακόμη και εάν η έγκριση της δανειακής σύμβασης εξαρτηθεί από τις ψήφους των βουλευτών της ΔΗΜΑΡ, το κόμμα θα πάρει την ευθύνη της απόρριψής της. Όπως όλοι ξέρουμε, εάν όντως συμβεί κάτι τέτοιο, η χώρα μας δεν θα γυρίσει ακριβώς στη νεολιθική εποχή, αλλά θα έχει κάνει μια καλή αρχή.

Επειδή παραμένω μέλος της ΔΗΜΑΡ, νοιώθω την ανάγκη να πω τα εξής.

Εάν απόψε η δανειακή σύμβαση εγκριθεί, θα αισθανθώ ανακούφιση. Το νέο μνημόνιο δεν με ενθουσιάζει. Αλλά θα μας δώσει λίγο ακόμη χρόνο (και λίγο ακόμη χρήμα) μήπως πετύχουμε όλα όσα δεν καταφέραμε μέχρι τώρα. Να μάθουμε να ζούμε μέσα στο όριο των δυνατοτήτων μας (αφού έτσι κι αλλοιώς εκτός από την τρόικα δεν μας δανείζει κανείς). Μοιράζοντας τις αναπόφευκτες θυσίες δίκαια (αρχίζοντας από τους ευνοημένους της προηγούμενης περιόδου). Δίνοντας προοπτική στους νέους ανθρώπους. Προστατεύοντας τους φτωχούς και τους αδύναμους. Κάνοντας αυτό που μας αναλογεί για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα με λιγότερη διαφθορά, λιγότερη ασυδοσία, λιγότερη βία.

Προς τιμήν της η ΔΗΜΑΡ μίλησε εγκαίρως για "ισοδύναμα" - δηλ. για μέτρα που μειώνουν τα ελλείμματα όσο αυτά που προτείνει η τρόικα, αλλά δικαιότερα. Μόνο που έκτοτε δεν υιοθέτισε ούτε ένα από όσα τέτοια μέτρα πρότειναν πολλοί από εμάς. Εν τω μεταξύ, σήμερα πλέον για "ισοδύναμα" μιλούν όλοι, από τον Καρατζαφέρη και το Σαμαρά έως τον Βενιζέλο και τον Παπανδρέου.

Ωραία λοιπόν: ας μιλήσουμε για ισοδύναμα. Ποιος φταίει που ακόμη και τώρα, ένα βήμα πριν την καταστροφή, υπουργοί και βουλευτές διορίζουν ψηφοφόρους τους και εξυπηρετούν πελάτες τους; Ποιος φταίει που παρά τις περικοπές οι δαπάνες μισθοδοσίας του κράτους δεν μειώνονται; Ποιος φταίει που οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται, ή αν γίνονται δεν εφαρμόζονται; Ποιος φταίει που η φοροδιαφυγή οργιάζει; Ποιος φταίει που χρήματα για επιδόματα ανεργίας δεν βρίσκουμε, αλλά 605 εκατ. ετησίως για τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ ναι. Ποιος φταίει που γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί και δημοσιογράφοι εξαιρούνται από το νέο ασφαλιστικό; Ποιος φταίει που τα επικουρικά ταμεία με 3%+3% εισφορά δίνουν σύνταξη 45% του μισθού (και μετά ζητάνε επιχορήγηση);

Όχι πάντως η τρόικα: όλα αυτά μας τα πρότεινε από την αρχή. Τα απορρίψαμε εμείς - δηλ. τα κόμματα που ψηφίζουμε, τα συνδικάτα που φτιάξαμε, οι συντεχνίες που ανεχθήκαμε, τα κανάλια που βλέπουμε. Και τώρα μας φταίνε πάλι οι ξένοι.

Τι θα γίνει εάν απόψε η δανειακή σύμβαση απορριφθεί; Κάποιοι θα τρίβουν τα χέρια τους. Θα αγοράσουν τη χώρα στις εκπτώσεις, με μαύρα χρήματα που πρόλαβαν να βγάλουν στο εξωτερικό. Θα κάνουν μπίζνες με το ίδιο πολιτικό προσωπικό, πάνω στα ερείπια. Κάποιοι άλλοι θα σηκώσουν τις σημαίες τους (κόκκινες ή μαύρες) και θα ξαναπροβάρουν τη φαντασίωση της εξέγερσης. Όλοι οι υπόλοιποι - και είμαστε πολύ περισσότεροι - θα δυστυχήσουμε.

Και σε αυτό η "αριστερά της ευθύνης" θα είναι συνυπεύθυνη.

Όχι στο όνομά μου.

10 Φεβρουαρίου 2012

Il salario minimo nella Grecia in crisi

Δημοσιεύτηκε στον ιταλικό διαδικτυακό τόπο ανάλυσης της δημόσιας πολιτικής «lavoce.info» (Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012)

La saga della crisi greca va avanti ormai da due anni. Ultima puntata: senza mezzi termini la ‘troika’ di creditori (Fmi-Ce-Bce) pone come condizione, per sbloccare il pacchetto di aiuti internazionali, l’attuazione da parte del governo greco di nuove misure strutturali e di austerità. Fra esse spicca la proposta/pretesa di ridurre del 22% i salari minimi, per dare uno slancio alla competitività dei prodotti greci.

Le parti sociali (datori di lavoro inclusi) hanno bocciato la ‘ricetta neoliberale’ della svalutazione competitiva del costo del lavoro. I sindacati in particolare sono scesi sul sentiero di guerra. Il partito trasversale del ritorno alla dracma (destra nazionalista e sinistra radicale, con il sostegno sentito di intestatari di conti bancari svizzeri, imprenditori offshore, evasori fiscali e speculatori vari) ha gridato all’ennessima offesa all’orgoglio nazionale, parzialmente ripulita con la bruciatura rituale di una bandiera tedesca in Piazza della Costituzione (immagine che ovviamente ha fatto subito il giro dei media internazionali). Il governo invece pare disposto ad accettare, pur con una dose notevole di mal di pancia. Prossima puntata: la coalizione di governo avrà i numeri in parlamento? La Grecia si salverà? Restate con noi.

Cerchiamo di andare per ordine. Che l’economia greca fosse poco competitiva si sapeva già. Alla vigilia della crisi, in piena campagna elettorale per le politiche di ottobre 2009, ha fatto clamore la notizia che – secondo il rapporto annuale del World Economic Forum – la Grecia era scivolata al novantessimo posto della classifica mondiale di competitività, ultima in Europa, dietro al Botswana. Al di là della solita retorica, la reazione della classe politica e delle parti sociali è stata (come al solito) ai limiti dell’indifferenza – comunque, non all’altezza di questa emergenza.

Ha ragione dunque la ‘troika’ a voler ridurre i salari minimi? Si e no.

Si, perchè nonostante i tagli ai salari subiti negli ultimi due anni, il costo del lavoro rimane troppo alto. Secondo i dati della Banca di Grecia, il costo unitario del lavoro nel periodo 2004-2011 è cresciuto del 26% (+34% tra il 2004 ed il 2009, -6% dal 2009 al 2011); quasi il doppio rispetto alla media della zona euro (+14% negli anni 2004-2011).

E si ancora, perchè il salario minimo stabilito dalla legge (€877 mensili su base annuale) è nel 2012 più alto che in Spagna (+17%), molto più alto che in Portogallo (+55%) e sei volte più alto che in Bulgaria (dove si sono trasferiti molte imprese greche negli ultimi anni).

No, perchè in un mercato del lavoro come quello greco, tagliare i salari non garantisce che i prezzi calino. Come ha notato un ex-ministro dell’ economia in tempi migliori (attualmente mio collega), per molti datori di lavoro (sopratutto nelle imprese meno esposte alla concorrenza internazionale) affrontare la crisi non significa ridurre i prezzi per difendere le quote di mercato, ma mantenerli per difendere i margini di profitto. Senz’altro un’attitudine mentale di corte vedute, ma perfettamente coerente con il modello imprenditoriale diffuso nel paese.

No, anche perchè, visto che molti imprenditori hanno adottato una visione piuttosto disinibita della legalità, molti lavoratori precari ricevono già salari sotto il minimo (e senza contributi). Ancora no perchè puntare sui costi bassi, come strategia per la ripresa, mi sembra poco lungimirante: come hanno imparato gli albergatori della Calcidica a loro spese, assumere impiegati bulgari o polacchi e pagarli una miseria non fa altro che incoraggiare i tour operators a offrire contratti a prezzi stracciati: un vero e proprio circolo vizioso.

E no, infine, perchè nonostante una spesa sociale complessivamente vicina alla media europea, lo stato sociale greco si distingue per la mancanza quasi totale di ammortizzatori sociali, adesso che se ne ha più bisogno che mai.

Cosa si può fare? Pretendere che il governo riduca i salari minimi per decreto quando le parti sociali hanno appena deciso il contrario (di non aumentarli) è sicuramente da repubblica delle banane. Dall’altra parte, in questa battaglia c’è molta ipocrisia. Per la confindustria greca non ha senso sprecarsi per ridurre i costi del lavoro quando si può tranquillamente ignorare la legge. Per i sindacati, assenti dalle imprese potenzialmente interessate, si tratta di un gesto meramente simbolico e ad alto contenuto ideologico. In questo contesto, trovare una soluzione non è semplice.

La mia proposta, per quanto possa valere, rivolta ai sindacati e ai partiti del centrosinistra, è di accettare una riduzione del salario minimo, ma inferiore al 22% attualmente in discussione, e di pretendere in cambio da governo e imprenditori il loro impegno su quattro punti: (1) ammortizzatori sociali per le famiglie di disoccupati e di lavoratori poveri; (2) ripristino della legalità dappertutto: nessun lavoratore in nero; (3) riduzione subito dei prezzi da parte delle imprese coinvolte; (4) aumento graduale del salario minimo nel futuro prossimo, man mano che l’economia cresce.

Attendiamo qualche risposta. Ma senza trattenere il fiato.

8 Φεβρουαρίου 2012

Οι κατώτατοι μισθοί στην Ελλάδα της κρίσης

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «Protagon» (Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012)

Όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες του protagon, η δημοσιοποίηση το φθινόπωρο του 2009 της ετήσιας έκθεσης του Παγκόσμιου Oικονομικού Φόρουμ – σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είχε υποχωρήσει στη διεθνή κατάταξη ανταγωνιστικότητας πίσω από την συμπαθή Μποτσουάνα – αντιμετωπίστηκε με το συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο συζητώνται όλα τα σοβαρά προβλήματα στη χώρα μας: η είδηση σχολιάστηκε για λίγες μέρες, με απαξιωτικά (και δικαίως) σχόλια για τις επιδόσεις της κυβέρνησης Καραμανλή που παρέδιδε τότε την εξουσία, και μετά ξεχάστηκε.

«Ξεχάστηκε» τρόπος του λέγειν βέβαια. Από τότε μεσολάβησε η κρίση δανεισμού, η υπογραφή του Μνημονίου, η ύφεση της οικονομίας. Χιλιάδες ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν, πολλές άλλες μετέφεραν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες εκτός συνόρων. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους, πολλοί (ίσως οι περισσότεροι) από τους υπόλοιπους είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται.

Πόσο άσχετα μεταξύ τους είναι αυτά τα δύο; Καθόλου. Όσο και αν μερικοί ονειρεύονται «άλλες πολιτικές» και «διαφορετικά μείγματα» (κάποιο κόλπο τέλος πάντων που θα μας επιτρέψει να πορευόμαστε όπως είχαμε μάθει τόσα χρόνια), η απώλεια ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι η βαθύτερη αιτία της ύφεσης. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού και το έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών συνδέονται και τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Τώρα που η εποχή της υπερκατανάλωσης με δανεικά έχει τελειώσει, το συνολικό εισόδημα αναγκαστικά θα διαμορφώνεται στο ύψος λίγο-πολύ της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που πουλάμε (ο ένας στον άλλον, και κυρίως σε αγοραστές από άλλες χώρες). Μπορούμε να το μοιράσουμε μεταξύ μας όσο δίκαια θέλουμε, και μπορούμε να το αυξήσουμε φτιάχνοντας ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές. Και, φυσικά, «να φτιάξουμε ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές» είναι αυτό που σκέφτεται ένας οικονομολόγος όταν λέει «να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».

Τώρα, λίγο μετά τη συμφωνία των πολιτικών αρχηγών για τα νέα μέτρα της κυβέρνησης, και λίγο πριν από τη συνεδρίαση της Βουλής για την έγκριση των μέτρων αυτών, το ενδιαφέρον φαίνεται να επιστρέφει στο θέμα της ανταγωνιστικότητας. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι καθαρά χαραγμένες. Από τη μια, οι εκπρόσωποι των δανειστών ζητούν νέες θυσίες. Από την άλλη, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, οι κοινωνικοί εταίροι, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η Εκκλησία, χαράζουν «κόκκινες γραμμές». Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η μείωση των μισθών (ιδίως των κατώτατων). Πόσο δίκιο έχει η ελληνική πλευρά; Και τι μπορεί να γίνει τώρα;

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (πίνακας ΙΙΙ.8, σελίδα 90), οι μέσες αποδοχές αρχικά (το 2004-2009) βελτιώθηκαν κατά 16% σε πραγματικές τιμές, ενώ στη συνέχεια (το 2009-2011) υποχώρησαν κατά 15%. Με άλλα λόγια, η μείωσή τους στη διετία της κρίσης υπερακόντισε την αύξησή τους στην πενταετία της μεταολυμπιακής ευφορίας (και της καραμανλικής διακυβέρνησης). Συνεπώς, ακόμη και εάν δεχθεί κανείς ότι η βασική αιτία για την απώλεια ανταγωνιστικότητας ήταν οι υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις στην προηγούμενη περίοδο (μεγάλο «εάν»), θα μπορούσε και πάλι να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διόρθωση της τελευταίας διετίας έχει εξαλείψει το πρόβλημα.

Είναι έτσι; Όχι ακριβώς. Για να δει κανείς αν όντως η ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε θα πρέπει να λάβει υπόψη το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (μέγεθος που ενσωματώνει την παραγωγικότητα). Σύμφωνα και πάλι με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το μοναδιαίο κόστος εργασίας στο σύνολο της οικονομίας την τελευταία διετία μειώθηκε κατά 6%, ενώ την προηγούμενη πενταετία είχε αυξηθεί κατά 34%. Συνολικά, η μεταβολή του από το 2004 έως σήμερα ήταν +26% στην Ελλάδα έναντι +14% στη ζώνη του Ευρώ. Ας σημειωθεί ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος υπολογίζεται σε ονομαστικές τιμές, δηλ. περιέχει και τον πληθωρισμό (ο οποίος, σε τελευταία ανάλυση, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα). Με άλλα λόγια, η μείωση των μισθών τη διετία της κρίσης δεν εξάλειψε την απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Θα λυθεί το πρόβλημα με νέα μείωση των μισθών, και ιδίως των κατώτατων; Το επιχείρημα υπέρ μιας τέτοιας μείωσης βασίζεται στα παραπάνω στοιχεία συν ένα ακόμη. Ενώ η μείωση των μέσων αποδοχών την τελευταία διετία ήταν όση σχεδόν και η αύξησή τους την προηγούμενη πενταετία (σε πραγματικές τιμές πάντοτε), οι κατώτατες αποδοχές μειώθηκαν λιγότερο: -5% το 2009-2011 έναντι +16% το 2004-2009. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (διάγραμμα 86, σελίδα 217), ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα το 2011 παρέμενε σαφώς υψηλότερος από ό,τι στην Ισπανία (+15%) και στην Πορτογαλία (+52%), ενώ ήταν 7πλάσιος από ό,τι στη γειτονική Βουλγαρία (όπου έχουν μεταφερθεί πολλές ελληνικές επιχειρήσεις). Συνεπώς, θα πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι η εμμονή της τρόικας με τους κατώτατους μισθούς δεν στερείται λογικής βάσης.

Τι αντιπαραθέτει σε αυτό η ΓΣΕΕ – αλλά και ο ΣΕΒ, ο αρχηγός της ΝΔ, ο αρχιεπίσκοπος, τα κανάλια; Τη συνηθισμένη ρητορεία περί κοινωνικής συνοχής. Εάν, όμως, το πρόβλημα με την πρόταση της τρόικας ήταν ότι είναι άδικη κοινωνικά, παρότι αποδοτική οικονομικά, η λύση θα ήταν απλή: μέτρα για την εισοδηματική στήριξη των ανέργων και των φτωχών. Αυτά θα είχαν βέβαια κάποιο κόστος, αλλά το όφελος από την αναπτυξιακή ώθηση και τη μείωση της ανεργίας (λόγω μείωσης των κατώτατων αποδοχών) θα ήταν πολύ υψηλότερο.

Πού σκοντάφτει η πρόταση της τρόικας; Κατ’ αρχήν, στο ότι ένα τέτοιο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας σήμερα απλώς δεν υφίσταται. Ούτε η δημιουργία του συμπεριλαμβάνεται στις προτεραιότητες των οπαδών των «κόκκινων γραμμών» και της «εθνικής υπερηφάνειας». Όπως έχω προσπαθήσει να επιχειρηματολογήσω αλλού, η προστασία όσων σήμερα πλήττονται από την κρίση απαιτεί ριζικό αναπροσανατολισμό της κοινωνικής πολιτικής, με δραστική αναδιανομή των σχετικών πόρων. Ακόμη και στην Ελλάδα της κρίσης, και παρά την δεδηλωμένη «ψυχοπονιά» των αστέρων της πολιτικής, του συνδικαλισμού και της δημοσιογραφίας, ο αναπροσανατολισμός αυτός δεν διαθέτει πολλούς υπερασπιστές.

Πέρα από την έλλειψη κοινωνικών προγραμμάτων που να παίζουν ρόλο αμορτισέρ, απορροφώντας τους κραδασμούς από τη μείωση των κατώτατων μισθών, η πρόταση της τρόικας προσκρούει σε άλλα δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι η μείωση του κόστους εργασίας δεν εγγυάται τη μείωση των τιμών. Σε συνθήκες μεγάλης ανεργίας και σχεδόν ολοκληρωτικής απουσίας των συνδικάτων από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις (ιδίως τις μικρότερες), τίποτε δεν εμποδίζει κάποιον εργοδότη να καρπωθεί τη μείωση του κόστους διατηρώντας τις τιμές στο ίδιο ύψος και αυξάνοντας το περιθώριο κέρδους. Μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν ασφαλώς μυωπική, αλλά απολύτως συνεπής με το μοντέλο επιχειρηματικότητας (της «αρπαχτής») που δείχνει να έχει επικρατήσει.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους μισθούς. Σύμφωνα με τη ρητορική του συρμού, ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» μας, όπου διαθέτουμε αναμφισβήτητα συγκριτικά πλεονεκτήματα (που μας κληρονόμησε η γεωγραφία, η γεωλογία, και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι). Ακόμη και εκεί, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν στους επισκέπτες «φτηνές» υπηρεσίες, θέτοντας σε κίνηση έναν αυτοκαταστροφικό φαύλο κύκλο: η αδιαφορία για το ανθρώπινο δυναμικό ρίχνει την ποιότητα, η χαμηλή ποιότητα ρίχνει τις τιμές, τα πακέτα των tour operators ρίχνουν τα περιθώρια κέρδους, η αναζήτηση κερδοφορίας ρίχνει και άλλο τους μισθούς – αν χρειαστεί μεταμφιέζοντας τους εργαζόμενους σε «μαθητευόμενους» ή προσλαμβάνοντας μετανάστες με μεροκάματα κάτω από τα κατώτατα. Σε μια τέτοια νοοτροπία «φτηνής ανάπτυξης» και εκτεταμένης παραβατικότητας, η μείωση των κατώτατων μισθών δεν μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, οι «κόκκινες γραμμές» βοηθάνε τον ΣΕΒ, τη ΝΔ, την Εκκλησία της Ελλάδος και κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης να κάνουν δωρεάν επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά δεν προσφέρουν καμμιά απολύτως υπηρεσία στους εργαζόμενους που απειλούνται από την ανεργία ή υφίστανται την εργοδοτική αυθαιρεσία (ή και τα δύο).

Φοβάμαι πως κάτι παρόμοιο ισχύει και για τη ΓΣΕΕ. Η περιχαράκωση των συνδικάτων στα τελευταία φρούρια των προνομίων και της μονιμότητας (Δημόσιο, ΔΕΚΟ, όλο και λιγότερο Τράπεζες), και η ταυτόχρονη αποξένωσή τους από τις επιχειρήσεις όπου εργάζεται η συντριπτική πλειονότητα της εργατικής τάξης, τα καταδικάζει στην αργή παρακμή.

Εάν τα συνδικάτα μας θέλουν να προσφέρουν στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα ελπίδα και προοπτική, ας αναλάβουν μια γενναία πρωτοβουλία (με όλο το ρίσκο που της αναλογεί): ας προτείνουν στην τρόικα, στην κυβέρνηση και στον ΣΕΒ μια μικρότερη μείωση του κατώτατου μισθού, με αντάλλαγμα τη δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για (α) αυστηρή εφαρμογή της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας σε όλες τις επιχειρήσεις, (β) σταδιακή βελτίωση του κατώτατου μισθού καθώς ανακάμπτει η οικονομία, και (γ) ανάλογη μείωση των τιμών από σήμερα.

16 Ιανουαρίου 2012

Τα διλήμματα της οικονομίας και της πολιτικής

Ομιλία σε εκδήλωση της οργάνωσης Νέου Κόσμου – Κουκακίου της Δημοκρατικής Αριστεράς (Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012)

Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (κάτω από τις Άλπεις) έχουν προβλήματα (μερικές σοβαρά). Καμμιά χώρα όμως δεν έχει τα δικά μας προβλήματα: μεγάλο χρέος (το μεγαλύτερο στην ΕΕ), μεγάλα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού (10% του ΑΕΠ, μετά από οδυνηρή λιτότητα δύο ετών), και ταυτόχρονα μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών (εμπορικό + υπηρεσιών). Τα ελλείμματα αλληλοσυνδέονται: η πλαστή ευημερία (με δανεικά) δεν επιβάρυνε μόνο το δημόσιο έλλειμμα, διόγκωνε επίσης (τεχνητά) τη ζήτηση, αυξάνοντας τις εισαγωγές και αφαιρώντας από τις επιχειρήσεις το κίνητρο για εξαγωγές.

Μια χώρα που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση δεν έχει παρά δύο (και μόνο δύο) επιλογές. Η μια είναι η κανονική υποτίμηση, ενδεχομένως με στάση πληρωμών, τύπου Αργεντινής το 2001 – αν και η Αργεντινή είχε εμπορικό πλεόνασμα (άρα είχε τρόφιμα και καύσιμα όσο διαρκούσε ο αποκλεισμός της από τις διεθνείς αγορές), καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού (άρα μπορούσε να πληρώνει μισθούς ή συντάξεις και να εγγυάται τη λειτουργία του κράτους). Η άλλη είναι η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση»: λιτότητα αλλά και μείωση των τιμών, ώστε να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη των (μειωμένων) μισθών και ταυτόχρονα να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Ο Daniel Gros σε παλαιότερη ομιλία του στην Αθήνα είχε υπολογίσει το μέγεθος της απαιτούμενης μείωσης (κατ’ αρχήν των μισθών) σε 25%. Μια εξαγωγική ώθηση θα μείωνε το μέγεθος αυτό, μια υστέρηση θα το αύξανε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, η μείωση των μέσων ακαθάριστων αποδοχών την διετία 2009-2011 (σε πραγματικές τιμές) ήταν 12%, δηλ. το μισό περίπου της απαιτούμενης προσαρμογής (κατά Gros).

Η «εσωτερική υποτίμηση», για να αποδώσει, έχει ορισμένες (απαιτητικές) προϋποθέσεις. Πρώτον, δίκαιη κατανομή των βαρών της προσαρμογής + κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Δεύτερον, συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, ώστε οι μειώσεις μισθών αφενός να μεταφραστούν σε μειώσεις τιμών και αφετέρου να είναι πρόσκαιρες (όσο διαρκεί η κρίση) και να αναπληρωθούν από ανάλογες αυξήσεις στο μέλλον (ώστε δηλ. να πιάσουν τόπο οι θυσίες των εργαζομένων). Τρίτον, εξυγίανση των θεσμών: καταπολέμηση της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής, της κακοδιοίκησης, της στρέβλωσης της αγοράς – ώστε η επιχειρηματικότητα να πάψει να βασίζεται στη διαπλοκή με πολιτικούς, στη συμπίεση των μισθών, στην παραβίαση της (εργατικής, ασφαλιστικής, φορολογικής, περιβαλλοντικής, πολεοδομικής κ.ά.) νομοθεσίας.

Ήταν το Μνημόνιο μονόδρομος; Και ναι και όχι. Ναι – επειδή με δεδομένο τον αποκλεισμό μας από τις διεθνείς χρηματαγορές ήταν ο μοναδικός τρόπος εξασφάλισης των δανειακών αναγκών της χώρας. Όχι – επειδή ούτε οι αγορές, ούτε το ΔΝΤ, ούτε η ΕΕ, ούτε κάποιος άλλος νοιάζεται πολύ για το πώς μια χώρα τηρεί τις δανειακές υποχρεώσεις της, ούτε για το πώς μειώνει τα ελλείμματά της (για αυτό άλλωστε κανείς δεν εμποδίζει τη Δανία να έχει υψηλή φορολογία, υψηλή κοινωνική δαπάνη κτλ). Συνεπώς, παρότι κάποιο Μνημόνιο ήταν αναγκαίο, κανείς δεν μας εμπόδιζε να προτείνουμε ένα άλλο Μνημόνιο, όπως το θέλαμε εμείς, με τα δικά μας «ισοδύναμα μέτρα» μείωσης των ελλειμμάτων.

«Καλά όλα αυτά – το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα». Η δημόσια συζήτηση για την τακτική της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για το PSI και τη δανειακή σύμβαση στα κανάλια και στα blogs μοιάζει λίγο με τη συζήτηση για την πορεία της Εθνικής ομάδας του μπάσκετ το 1987: ξαφνικά γίναμε όλοι ειδικοί για το εύρος του κουρέματος, για το επιτόκιο των ομολόγων ή για το βρετανικό δίκαιο, όπως τότε όλοι ανέλυαν σε βάθος (και με πάθος) τα σχετικά πλεονεκτήματα του συστήματος ζώνης έναντι του man-to-man. Και το Eurobasket και οι διαπραγματεύσεις για το PSI είναι παιγνίδια (το ένα πήγε υπέροχα, το άλλο θα δούμε) στα οποία είμαστε θεατές, δεν παίζουμε οι ίδιοι. Η ελληνική αντιπροσωπεία παίζει το ρόλο ενός κομπάρσου, που παραμένει μεν ικανός για κάποια αυτοκαταστροφική κίνηση (ιδίως όταν επικεφαλής είναι ο σημερινός υπουργός οικονομικών) αλλά δεν είναι σε θέση να καθορίσει θετικά την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για μας. Από τη μια, τα γεγονότα των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει ασφυκτικά την αξιοπιστία (και, συνεπώς, τα περιθώρια) των δικών μας χειρισμών. Από την άλλη, τα όρια μεταξύ της «συντεταγμένης» χρεωκοπίας και της άτακτης είναι δυσδιάκριτα: κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή με μια στραβοτιμονιά να τα διασχίσουμε (ιδίως όταν βλ. παραπάνω).

Για αυτό η συζήτηση για το εύρος του κουρέματος, για το επιτόκιο των ομολόγων ή για το βρετανικό δίκαιο προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα: σε λίγες μέρες θα ξέρουμε αν χρεωκοπήσαμε και πώς ακριβώς. Εν τω μεταξύ, θα ήταν προτιμότερο να ξοδεύουμε λιγότερο χρόνο και ενέργεια για ζητήματα όπου είμαστε απλώς θεατές: ας κρατήσουμε τις δυνάμεις μας για όσα μπορούμε να επηρεάσουμε.

Αυτό μας φέρνει στο τελευταίο θέμα: το «διακύβευμα» της επόμενης περιόδου. Θα έλεγα ότι η κατάσταση έχει συνοπτικά ως εξής. Το βραχυπρόθεσμο διακύβευμα είναι να παραμείνουμε στην Α' Κατηγορία. Η άτακτη χρεωκοπία ή/και επιστροφή στη δραχμή δεν θα είναι το τέλος του κόσμου (η ζωή συνεχίζεται, πάντοτε). Θα σημάνει όμως τον υποβιβασμό μας: δηλ. την συντριπτική ήττα όσων ονειρεύτηκαν μια ευρωπαϊκή Ελλάδα, και την θριαμβευτική νίκη όσων (στα αριστερά και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος) πάντα κατά βάθος προτιμούσαν μια Ελλάδα βαλκανική και μεσανατολική. Επίσης, θα θέσει σε κίνηση έναν πολύ επικίνδυνο μηχανισμό, όπου ο εθνικισμός (με ή χωρίς αντιιμπεριαλιστική προβιά) θα έχει πάρει το πάνω χέρι, και – σε συνδυασμό με τη γρήγορη διάψευση των φρούδων ελπίδων που ήδη καλλιεργεί η παράταξη της δραχμής – θα είναι έτοιμος να μας φέρει στα πρόθυρα μιας καταστροφικής πολεμικής εμπλοκής. Φοβάμαι ότι ο αρχηγός της ΝΔ είναι απόλυτα ικανός για κάτι τέτοιο.

Το μεσοπρόθεσμο διακύβευμα, όσον αφορά την οικονομία, είναι κατ’ αρχήν να μάθουμε να ζούμε χωρίς ελλείμματα, ώστε να περιορίσουμε την έκθεσή μας στις αγορές. Μέσα σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης και ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, η δημοσιονομική σταθερότητα είναι ασφάλεια – και η κύρια προϋπόθεση για να μπορούμε να επιλέγουμε τις πολιτικές που προτιμάμε με όσο περισσότερη αυτονομία γίνεται. Με κίνδυνο να γίνω κουραστικός: οι επάρατες αγορές δεν εμποδίζουν τη μικρή (πλην όμως πλεονασματική) Δανία να επιβάλλει – και να εισπράττει! – φόρους ίσους με το μισό περίπου ΑΕΠ της χώρας, ούτε να χρηματοδοτεί με αυτούς το ισχυρότερο ίσως σύστημα κοινωνικής προστασίας στον κόσμο.

Στη συνέχεια, το ζητούμενο είναι, ασφαλώς, η ανάπτυξη. Σήμερα έχουμε γίνει όλοι κεϋνσιανοί - και διαβάζουμε μανιωδώς τα άρθρα του Krugman, επικροτώντας με ενθουσιασμό την προειδοποίησή του ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα να προσπαθείς να μειώνεις τα ελλείμματα στη διάρκεια της ύφεσης. Σωστά: τα ελλείμματα πρέπει να τα μειώνεις στη διάρκεια της ανόδου της οικονομίας. Κρίμα που στην προ κρίσης περίοδο, όταν επί 10-12 χρόνια είχαμε από τους υψηλότερους ρυθμούς (όπως αποδείχθηκε, σαθρής) ανάπτυξης στην ΕΕ (+4% ετησίως), αντί να μειώσουμε τα ελλείμματα τα αφήσαμε να αυξάνονται ανεξέλεγκτα. (Τότε βέβαια οι σημερινοί κεϋνσιανοί απλώς σιωπούσαν, ή μάλλον επικροτούσαν ενθουσιωδώς τις πολιτικές που παρήγαγαν ελλείμματα και ζητούσαν ακόμη μεγαλύτερα.)

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχω γράψει αλλού (Καθημερινή 7 Μαρτίου 2009), η κλασική κεϋνσιανή συνταγή της ώθησης της παραγωγής και της απασχόλησης μέσω της τόνωσης της αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε μια χώρα με αναιμική παραγωγική βάση, όπως είναι πλέον η Ελλάδα. Όπως είδαμε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, τα πρόσθετα εισοδήματα αγοράζουν προϊόντα που εισάγουμε από αλλού. Αυτό μπορεί να είναι καλό για τους εργαζόμενους στην Κίνα και στη Ν. Κορέα (ή στη Γερμανία και τη Γαλλία) – πάντως ως στρατηγική για την ανάπτυξη με αύξηση της απασχόλησης στην Ελλάδα δεν μου φαίνεται πειστική. Συνεπώς, φοβάμαι ότι ο νεοκεϋνσιανισμός à la grecque λίγα έχει να προσφέρει: δεν μένουν παρά οι διαρθρωτικές αλλαγές (στην πλευρά της προσφοράς).

Το μεσοπρόθεσμο διακύβευμα δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και την πολιτική. Μια μεταρρυθμιστική δύναμη της αριστεράς, ιδίως εάν έχει (απολύτως θεμιτές) κυβερνητικές φιλοδοξίες, δεν διαθέτει την πολυτέλεια να επιτρέψει τη διάβρωση του κύρους των θεσμών από τους οποίους το πολιτικό της εγχείρημα εξαρτάται. Ο αριστερός ρεφορμισμός είναι απλώς αδιανόητος όσο εντείνεται η ανυποληψία των εργατικών συνδικάτων, ή της Βουλής, ή του δημόσιου τομέα.

Φυσικά, αυτό σε κάποιο βαθμό είναι πέρα από τον έλεγχο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς. Δείχνει όμως το αναγκαίο περιεχόμενο της πολιτικής της παρέμβασης:
- Αναπροσανατολισμός του κέντρου βάρους της πολιτικής των συνδικάτων (και όχι μόνο) προς τα συμφέροντα των outsiders (των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, ιδίως όσων εργάζονται υπό επισφαλείς συνθήκες).
- Δραστική μείωση του κόστους της πολιτικής, με μείωση του αριθμού των βουλευτών και άλλα μέτρα «ταπείνωσης» (κατά Α. Μανιτάκη) του πολιτικού προσωπικού που μας οδήγησε – υπό τις επευφημίες, βέβαια, της κοινής γνώμης – στην χρεωκοπία.
- Αλλαγή παραδείγματος στο δημόσιο τομέα, με ενθάρρυνση και στήριξη όσων από τους γιατρούς, νοσοκόμους, δασκάλους, καθηγητές, πυροσβέστες, εφοριακούς κ.ά. είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν με εντιμότητα και αφοσίωση στο δημόσιο συμφέρον, (εξ)υπηρετώντας τους πολίτες-χρήστες των υπηρεσιών τους, την ώρα που τα πάντα γύρω τους καταρρέουν.

Το μακροπρόθεσμο διακύβευμα παραμένει αυτό που ήταν πάντοτε: να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα προκοπής και δημιουργίας, με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερες ανισότητες, ένας τόπος στον οποίο νέοι άνθρωποι θα θέλουν να ζουν και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους.

Θα τα καταφέρουμε; Ειλικρινά δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι από αυτό θα κριθούμε όλοι.

...

Απαντήσεις σε ερωτήσεις

Ε: Είναι αναγκαία μέτρα η μείωση των κατώτατων αποδοχών και η περικοπή του 13ου / 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα;
Α: Δεν είμαι απόλυτα πεισμένος, παρότι οικονομολόγοι που τους εκτιμώ ισχυρίζονται πως ναι. Είναι αλήθεια ότι οι μισθοί (και το κόστος εργασίας) στην Ελλάδα τα τελευταία 10-12 χρόνια πριν την κρίση αυξήθηκαν περισσότερο από ό,τι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι κατώτατες αποδοχές στη χώρα μας είναι υψηλότερες από ό,τι στην Ισπανία και στην Πορτογαλία (για να μην αναφέρω τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία – όπου όμως μεταφέρονται οι ελληνικές επιχειρήσεις). Από την άλλη, η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους μισθούς, ούτε η μείωση των μισθών εγγυάται τη μείωση των τιμών: μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί απλώς ευκαιρία αύξησης της κερδοφορίας με διατήρηση (και ενίσχυση) του σημερινού μοντέλου επιχειρηματικότητας (της «αρπαχτής»). Θα προτιμούσα η μείωση των μισθών να είναι συμφωνημένη, πρόσκαιρη, και με ανταλλάγματα (βραχυπρόθεσμα: μείωση των τιμών – μεσοπρόθεσμα: δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για προσλήψεις και μισθολογικές βελτιώσεις όταν περάσει η κρίση). Θα προτιμούσα επίσης η συναίνεση των συνδικάτων στη (λελογισμένη) μείωση των κατώτατων αποδοχών να συνδυαστεί με τη δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για πιστή εφαρμογή της νομοθεσίας για τις κατώτατες αποδοχές (και την ασφάλιση, και όσα άλλα σήμερα καταστρατηγούνται) από όλες τις επιχειρήσεις. (Οι προγραμματικές συμφωνίες δεν προϋποθέτουν μόνο υπεύθυνα συνδικάτα, αλλά και υπεύθυνη εργοδοσία.)

Ε: Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη δύσκολα θα έρθει από αλλού, επιτρέπεται μια προοδευτική πολιτική να δαιμονοποιεί τις ξένες επενδύσεις;
Α: Προφανώς όχι. Από την άλλη, μια προοδευτική πολιτική δεν μπορεί να επικροτεί όλες τις ξένες επενδύσεις: κάποιες μπορεί να επιδεινώνουν τις εργασιακές σχέσεις, άλλες μπορεί να βλάπτουν το περιβάλλον – παρότι αυτά κατά κανόνα προβάλλονται ως προσχήματα από όσους φαντασιώνονται τον κρατικομονοπωλιακό σοσιαλισμό. Επί πλέον, η εμπειρία δείχνει ότι σε οικονομίες με υποδομές που υστερούν, εργατικό δυναμικό χαμηλών δεξιοτήτων, γραφειοκρατικά εμπόδια κτλ. οι ξένες επενδύσεις δεν είναι παραγωγικές αλλά συγκεντρώνονται σε τομείς τύπου real estate. Συνεπώς, θα έλεγα «ξένες επενδύσεις ναι, αλλά με προσοχή και χωρίς μεγάλες αυταπάτες».

Ε: Το ΕΣΠΑ θα δώσει λύση;
Α: Το ΕΣΠΑ είναι προφανώς μια ευκαιρία - αλλά αντίστοιχες ευκαιρίες στο παρελθόν τις χάσαμε. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο πολλαπλασιαστής (κατά Keynes) των δημόσιων επενδύσεων στην Ελλάδα που χρηματοδοτήθηκαν από τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα, τα πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ, τα απανωτά Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης κτλ. ήταν κοντά στο 1. Με άλλα λόγια, τα σχετικά κονδύλια «απορροφήθηκαν» αλλά δεν έδωσαν αναπτυξιακή ώθηση. Απλώς κάποιοι τα εισέπραξαν (και μετά έσπευσαν να αγοράσουν ακίνητα ή εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα), χωρίς να τεθεί σε κίνηση ο κύκλος της ανάπτυξης. Ακόμη χειρότερα, η απόδοσή τους ήταν απελπιστικά χαμηλή. Ένα παράδειγμα που γνωρίζω καλά: την περίοδο 2000-2008 υλοποιήθηκαν ευρωπαϊκά προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης συνολικού κόστους 1 δις. ευρώ – τα οποία όμως δεν φαίνεται να οδήγησαν στη δημιουργία ούτε 1 (μίας) θέσης εργασίας (λέω «δεν φαίνεται» επειδή τα ΚΕΚ αρνούνται να συμμορφωθούν με την υποχρέωση του follow up, δηλ. της παρακολούθησης της πορείας όσων επιμορφώνουν στην αγορά εργασίας). Συνεπώς, το ΕΣΠΑ μπορεί να προσφέρει, όμως η εμμονή (και του σημερινού υπουργού ανάπτυξης) στην «απορροφητικότητα» κινδυνεύει απλώς να αναπαράγει την παραοικονομία και τις άλλες γνωστές παθογένειες.

Ε: Γιατί επιμένουμε στα μεγάλα έργα και όχι στα μικρά (σε τοπική κλίμακα);
Α: Πολλοί οικονομολόγοι (και άνθρωποι της αγοράς) προτιμούν τα μεγάλα έργα επειδή εγγυώνται ταχύτερη απορροφητικότητα και μεγαλύτερη απόδοση. Δεν είμαι απόλυτα πεισμένος. Κάποια από τα μεγάλα έργα (π.χ. επέκταση του Μετρό) θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμα, άλλα απλώς γεμίζουν τη χώρα με περισσότερο τσιμέντο (απασχολώντας λίγους μηχανικούς και μελετητές και πολλούς μετανάστες με χαμηλά μεροκάματα και χωρίς ασφάλιση). Φυσικά, συχνά και τα μικρά έργα σε τοπική κλίμακα πάσχουν από τα ίδια ακριβώς προβλήματα. Αυτό μας φέρνει στην προηγούμενη συζήτηση περί τόνωσης της ζήτησης χωρίς αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Εάν η μηχανή έχει χαλάσει, δεν ωφελεί να της ρίχνεις καύσιμο: πρέπει να την επιδιορθώσεις!

Ε: Η ΑΟΖ θα ήταν λύση;
Α: Ίσως (ο γιος μου που παρακολουθεί το θέμα λέει ναι). Έχω, όμως, την εντύπωση ότι για τους περισσότερους η ΑΟΖ είναι το λαχείο που θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να ζούμε όπως είχαμε μάθει όλα αυτά τα χρόνια. Ένα τέτοιο λαχείο θα προτιμούσα να μην το κερδίσουμε.

Ε: Οι εξοπλισμοί δεν μπορούν να μειωθούν;
Α: Έχουν μειωθεί, αλλά ελάχιστα. Η χώρα μας δαπανά για άμυνα περισσότερα από κάθε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ (πλην ΗΠΑ). Φυσικά, η μείωση των εξοπλισμών πρέπει να συνοδεύεται από μια εξωτερική πολιτική που κλείνει ανοιχτά ζητήματα με τους γείτονες: ονομασία FYROM, Κυπριακό, Αιγαίο κτλ. Με Σαμαρά πρωθυπουργό κάτι τέτοιο θα ήταν λίγο δύσκολο.

Ε: Υπάρχουν άλλα «ισοδύναμα» μέτρα μείωσης των ελλειμμάτων;
Α. Φυσικά: αυτό εννοούσα όταν έλεγα προηγουμένως ότι χρειαζόμαστε ένα δικό μας Μνημόνιο. Εντελώς πρόχειρα, μερικά από τα κρίσιμα διλήμματα:
- Να καταργήσουμε την (εντελώς σκανδαλώδη) επιχορήγηση του ασφαλιστικού της ΔΕΗ ή να μειώσουμε τις συντάξεις;
- Να εξακολουθήσουμε να επιχορηγούμε τα χωριστά ασφαλιστικά ταμεία των άλλων εύπορων ομάδων (μηχανικών, νομικών, γιατρών, δημοσιογράφων, υπαλλήλων ΤτΕ) ή να ενισχύσουμε το εισόδημα των ανέργων και των φτωχών;
- Πώς να αυξήσουμε τα έσοδα, με αύξηση του ΦΠΑ που αποδίδει αμέσως αλλά είναι άδικος, ή με φόρο ακίνητης περιουσίας που είναι πολύ δικαιότερος και παραμένει χαμηλός στην Ελλάδα (παρά το «χαράτσι της ΔΕΗ» που θέλει φυσικά καλύτερο σχεδιασμό);
- Πώς μειώνουμε τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, με την προσυνταξιοδότηση έμπειρων (και ενίοτε πολύτιμων) στελεχών, ή ξεκινώντας την εφαρμογή της εφεδρείας από τους αργόμισθους και τους προσληφθέντες εκτός ΑΣΕΠ;
Και πολλά άλλα.

Μια δύναμη της μεταρρυθμιστικής αριστεράς θα πρέπει να μπορεί να απαντά σε τέτοια διλήμματα, και να θέτει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης συγκεκριμένες προτάσεις ισοδύναμων μέτρων. Αυτό μέχρι τώρα δεν έχει γίνει.

19 Δεκεμβρίου 2011

Η κεντροαριστερά: χθες, σήμερα και αύριο (;)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Δεκέμβριος 2011)

Μου φαίνεται αδύνατο να συζητήσουμε παραγωγικά την κεντροαριστερά χωρίς να έχουμε προηγουμένως αποτιμήσει την εμπειρία της κεντροαριστεράς στην εξουσία: τις επιτυχίες και τις αποτυχίες των κυβερνήσεων Σημίτη. Φοβάμαι ότι αυτή η αποτίμηση εκκρεμμεί. Στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, πρωταγωνιστή της κεντροαριστεράς, λόγω κυβερνητικής ιστορίας και θέσης στο πολιτικό φάσμα, η διακυβέρνηση Σημίτη στην πραγματικότητα δεν ενσωματώθηκε ποτέ στην κουλτούρα και στην ταυτότητα του κόμματος. Στο χώρο της δημοκρατικής αριστεράς, στον οποίο η σχετική συζήτηση φαίνεται (όπως άλλωστε φαινόταν και τότε) να απευθύνεται, επικρατούν το ίδιο αντιφατικές θεωρήσεις: από το «η καλύτερη κυβέρνηση που είχαμε ποτέ» έως «Σημίτης = αρχιερέας της διαπλοκής».

Σε ό,τι με αφορά, η 8ετία Σημίτη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Διευκρινίζω (ή υπενθυμίζω) ότι έζησα το μισό της περιόδου αυτής, 1997-2001, από τη θέση του «Ειδικού Συμβούλου του Πρωθυπουργού». Ας μην φανταστεί κανείς ότι είχα αποφασιστική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική. Η κύρια συμβολή μου (η επεξεργασία μιας σχετικά ολοκληρωμένης πρότασης για ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα) πετάχτηκε στην κάλαθο των αχρήστων μετά πολλών επαίνων, και μερικών ψόγων. Η απογοήτευσή μου για τον τρόπο που χειρίστηκε η κυβέρνηση τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, από την Έκθεση Σπράου έως τις προτάσεις Γιαννίτση, στέρησε την παρουσία μου από κάθε περιεχόμενο και έκανε εύκολη την επανενεργοποίηση του αρχικού σχεδίου (επιστροφή στο πανεπιστήμιο). Από την άλλη, αισθάνομαι πολύ τυχερός που συνδέθηκα με ένα φιλόδοξο και συναρπαστικό κυβερνητικό εγχείρημα (την απόπειρα προοδευτικού εκσυγχρονισμού της χώρας), καθώς και που εργάστηκα για ανθρώπους με έντονη συνείδηση του δημοσίου (εθνικού) συμφέροντος, για την ακεραιότητα των οποίων δεν αμφέβαλα ποτέ – και δεν αμφιβάλλω ούτε τώρα: τον διευθυντή του Γραφείου Σχεδιασμού Στρατηγικής Νίκο Θέμελη, και φυσικά τον ίδιο τον Κώστα Σημίτη.

Δεν είναι ανάγκη να υπενθυμίσω στους αναγνώστες της Μεταρρύθμισης τα επιτεύγματα της 8ετίας Σημίτη – εκτός ίσως για να παρατηρήσω ότι, παρότι ιστορικά, τα επιτεύγματα αυτά ήταν λιγότερο αναντίστρεπτα από όσο νομίζαμε τότε. Η οικονομική μεγέθυνση (με σημαντική αύξηση των πραγματικών μισθών) κάλυψε τις βαθειές αδυναμίες της παραγωγικής δομής, χωρίς να τις αντιμετωπίσει. Η δημοσιονομική σταθερότητα ανατράπηκε εύκολα. Η δραστήρια ευρωπαϊκή πολιτική έδωσε πάλι τη θέση της στον επαρχιωτισμό, καθώς και στην παραδοσιακή αντιμετώπιση της Ευρώπης ως αγελάδας για άρμεγμα. Η «πολιτική» βία επανήλθε μετά την εξάρθρωση της 17Ν. Η ίδρυση των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών συνόδευσε την εντεινόμενη παρακμή της δημόσιας διοίκησης, δεν τη σταμάτησε. Η διαφθορά στις ΔΟΥ, στις Πολεοδομίες, στα κρατικά νοσοκομεία και σχολεία, στη δικαιοσύνη, στις συναλλαγές με τις επιχειρήσεις που προμηθεύουν το κράτος με αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και φυσικά στην ίδια την πολιτική, παραμένει μόνιμο χαρακτηριστικό του πολιτικού τοπίου. Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε δεκάδες άλλες αποτυχίες, μικρές ή μεγάλες: στο Κτηματολόγιο, στο Χρηματιστήριο κ.ο.κ.

Ο βαθμός κατά τον οποίο οι παραπάνω αποτυχίες ήταν αντικειμενικές («ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν») ή αντίθετα υποκειμενικές («δεν ήθελαν, για αυτό δεν μπορούσαν») είναι ερώτημα κλειδί. Φοβάμαι, όμως, ότι είναι δύσκολο να απαντηθεί, πολύ περισσότερο που οι πρωταγωνιστές του «κατά Σημίτη εκσυγχρονισμού» έχουν μέχρι σήμερα αποφύγει να αναμετρηθούν ουσιαστικά με την κρίσιμη εμπειρία της κεντροαριστεράς στην εξουσία.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτό οφείλεται στο ότι η διακυβέρνηση Σημίτη είναι εξαιρετικά «κακοχωνεμένη» από το ίδιο το πολιτικό υποκείμενο από το οποίο προήλθε. Δεν θα αναφερθώ στο πασιφανές ότι ο τότε πρωθυπουργός ανήκε στη μειοψηφία του ΠΑΣΟΚ, ότι στην πρώτη ψηφοφορία του Ιανουαρίου 1996 πήρε μόλις το ένα τρίτο των ψήφων της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος, ή ότι στο συνέδριο του Ιουλίου του ίδιου έτους χρειάστηκε να εκβιάσει τα στελέχη του για να πάρει μια εντελώς απρόθυμη συγκατάθεση. (Άλλωστε, και η δική μου παρουσία εκεί οφείλεται στο ότι το 1996 δεν υπήρχαν αρκετά μέλη του ΠΑΣΟΚ με τα απαιτούμενα προσόντα, και μια στοιχειωδώς ευμενή στάση για το εγχείρημα, ώστε να στελεχώσουν το Γραφείο Πρωθυπουργού). Αυτό που είναι λιγότερο πασιφανές είναι το πώς στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ το λεγόμενο «εκσυγχρονιστικό μπλοκ» διασπάστηκε, φυλλορόησε και εν τέλει μεταλλάχθηκε σε (συχνά) κάθε άλλο παρά εκσυγχρονιστικές θέσεις αμέσως μετά την αποχώρηση του Κ. Σημίτη από την πρωθυπουργία.

Όπως το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κράξι πριν από 20 χρόνια, το ΠΑΣΟΚ φαίνεται σήμερα να πνέει τα λοίσθια, υπό το βάρος μιας κρίσης που (όπως και τότε) αφορά όλο το πολιτικό σύστημα, και που επί πλέον είναι όχι μόνο ηθική αλλά και οικονομική – και μάλιστα κυριολεκτικά συγκλονιστικών διαστάσεων. Παρότι δεν ανήκα ποτέ σε αυτό το κόμμα, ενώ θεωρούσα πάντοτε (και θεωρώ ακόμη) ορισμένες διαστάσεις του «φαινομένου ΠΑΣΟΚ» καταστροφικές για τη χώρα, ελπίζω ειλικρινά η κατάρρευσή του να μην παρασύρει ανθρώπους και ιδέες που άξιζαν καλύτερη τύχη, και κυρίως να μην οδηγήσει σε μια ερήμωση του αχανούς χώρου που εκτείνεται από την αριστερά έως την κεντροδεξιά, που το κόμμα αυτό μέχρι πρότινος κάλυπτε.

Εάν τα παραπάνω έχουν κάποιο νόημα, τότε η συζήτηση περί κεντροαριστεράς (όπως αυτή που διεξάγεται από τις στήλες της Μεταρρύθμισης, των Νέων, της Αυγής και αλλού) είναι απελπιστικά καθυστερημένη και ταυτόχρονα υπερβολικά πρόωρη. Το πολιτικό διακύβευμα της «συγκυρίας» είναι διαφορετικό: η παραμονή της Ελλάδας στην Α’ Κατηγορία, έστω και στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας, δηλαδή η επιβίωσή της ως Ευρωπαϊκής χώρας – και, αντιστρόφως, η αποφυγή του υποβιβασμού της στην κατηγορία της Μέσης Ανατολής ή των Βαλκανίων.

Αντιμέτωποι με το φάσμα ενός τέτοιου υποβιβασμού, όσοι τον απεύχονται δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια της περιχαράκωσης, ακόμη και σε ευρύτερες ομαδοποιήσεις όπως είναι αυτή της κεντροαριστεράς. Σε μια ευρωπαϊκή Ελλάδα, η δημοκρατική αριστερά, η ανασυνταγμένη σοσιαλδημοκρατία και η φιλελεύθερη κεντροδεξιά θα έχουν την ευκαιρία να αντιπαρατίθενται με την ησυχία τους για το ύψος της φορολογίας ή για το επίπεδο της δημόσιας δαπάνης. Μέχρι τότε, καλά θα έκαναν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, ώστε να αποφύγουμε την καταστροφή. Εν τω μεταξύ, ένα πράγμα είναι βέβαιο: σε μια μεσανατολική ή βαλκανική Ελλάδα, τα περιθώρια για μια εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά θα είναι απείρως ασφυκτικότερα από ό,τι ήταν το 1974, το 1996 ή το 2010.