24 Φεβρουαρίου 2023

Οι οικονομικές επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» (Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023).

Η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία έβαλε τέλος στην διάχυτη αισιοδοξία για ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία. Το τι συνέβη μετά είναι γνωστό: οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομία σκοτείνιασαν, η ενέργεια ακρίβυνε, ο πληθωρισμός επανήλθε. Ο κύκλος έκλεισε με την απόφαση των κεντρικών τραπεζών να ανεβάσουν το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις (στην Ευρωζώνη κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες), με σκοπό ακριβώς την συγκράτηση των τιμών, και με κίνδυνο την περαιτέρω επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Νοέμβριο 2022 μιλούσαν για ύφεση μέσα στο 2023.

Αντίθετα, οι συνέπειες των κυρώσεων της Δύσης για τη ρωσική οικονομία υπήρξαν μέχρι τώρα λιγότερο καταστροφικές από ό,τι αναμενόταν: σε πρόσφατη ομιλία του στο οικονομικό επιτελείο, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εμφανίστηκε ικανοποιημένος για το γεγονός ότι η συρρίκνωση του ρωσικού ΑΕΠ δεν ήταν 20%, ούτε 10%, αλλά 2,1%. Πράγματι, παρά τη μεγάλη μείωση των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου (σε ποσότητες), ιδίως στην Ευρώπη, η άνοδος των τιμών της ενέργειας ήταν τόσο θεαματική που οι εισπράξεις της Ρωσίας έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ.

Ήταν λοιπόν μάταιες οι κυρώσεις; Ή, ακόμη χειρότερα, έπληξαν τη Δύση περισσότερο από ό,τι τη Ρωσία; Πολλές ενδείξεις μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις θα είναι τελικά «όχι». Ας δούμε τις πιο σημαντικές.

Η επιτάχυνση της απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, και η σταδιακή εφαρμογή του ευρωπαϊκού εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο (από τον Δεκέμβριο 2022), σημαίνουν ότι οι προοπτικές για τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας είναι τώρα λιγότερο ρόδινες. Η ρωσική κυβέρνηση αναμένει μείωση των εισπράξεων κατά 23% φέτος, ενώ ξένοι παρατηρητές εκτιμούν ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Η απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς για τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας αποδεικνύεται δυσαναπλήρωτη: αγωγοί για την διοχέτευση του φυσικού αερίου στις ασιατικές αγορές δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να κατασκευαστούν γρήγορα. Η Κίνα και η Ινδία δεν μπορούν να απορροφήσουν την ενέργεια που δεν αγοράζει η Ευρώπη.

Χάρη στον ήπιο χειμώνα και στην εξοικονόμηση ενέργειας, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει μειωθεί κατά 25% έναντι των προηγούμενων ετών. Η ευρωπαϊκή μεταποίηση έχει δείξει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα: παράγει περισσότερα προϊόντα με λιγότερη ενέργεια. Η μείωση της ζήτησης, η στροφή προς άλλους προμηθευτές ορυκτών καυσίμων, καθώς και η συνεχιζόμενη αύξηση του ειδικού βάρους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχουν φέρει μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.

Για τη Ρωσία οι σοβαρότερες συνέπειες της διεθνούς απομόνωσης είναι μακροπρόθεσμες. Η αποχώρηση πολλών ξένων επιχειρήσεων και η ακύρωση πολλών ξένων επενδύσεων έχουν στερήσει τη ρωσική οικονομία από πολύτιμους πόρους, τεχνογνωσία, δεξιότητες, και διασυνδέσεις. Η μαζική φυγή νεαρών Ρώσων επιστημόνων και τεχνικών πληροφορικής δεν θα αντιστραφεί όσο διαρκεί ο πόλεμος (και το καθεστώς Πούτιν). Οι εισαγωγές ανταλλακτικών και άλλων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας έχουν καταρρεύσει, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στη ρωσική μεταποίηση: η εγχώρια παραγωγή εκσκαφέων έχει υποχωρήσει κατά 69%, τηλεοράσεων κατά 44%, φορτηγών κατά 40%. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της ρωσικής οικονομίας δεν ξεπερνούν το 0,7% ετησίως (από 3,5% το 2013, πριν την προσάρτηση της Κριμαίας).

Αντίθετα, για την Ευρώπη οι προοπτικές έχουν γίνει πιο αισιόδοξες. Οι τελευταίες οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (δημοσιεύθηκαν την περασμένη εβδομάδα) μιλούν για υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (0,9% στην Ευρωζώνη) και αποφυγή της ύφεσης το 2023, χαμηλότερο πληθωρισμό (5,6%, από 8,4% το 2022), άνοδο των μισθών, και διατήρηση της ανεργίας στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαπενταετίας.

Παρά τον πόλεμο, η επίδοση της ελληνικής οικονομίας το 2022 (ρυθμός ανάπτυξης 5,5%) υπήρξε καλύτερη από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη (3,5%), και καλύτερη από τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λίγο πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (4,9%). Για το 2023, η ΕΕ προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης (1,2%), καθώς και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού (4,5%, από 9,3% το 2022).

Και πάλι, για την Ευρώπη και για την Ελλάδα, οι θετικές επιπτώσεις της στήριξης της Ουκρανίας θα φανούν καλύτερα σε βάθος χρόνου. Η εναντίωση μας στη Ρωσία του Πούτιν δεν ήταν μόνο ηθικά επιβεβλημένη, αλλά επίσης συμφέρουσα: η επιθετικότητα ενός απειλητικού γείτονα («Θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά») σπέρνει την απαισιοδοξία, αποθαρρύνει τις επενδύσεις, και συμπιέζει τις οικονομικές προοπτικές. Αντίθετα, η αναπτέρωση του ηθικού των Ευρωπαίων, και η περιχαράκωση όσων επιβουλεύονται την Ευρώπη, μπορεί να φέρει έναν νέο κύκλο ειρήνης, σταθερότητας, και ευημερίας.

22 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 6. Πέρα από την εσωτερική υποτίμηση

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023).

Στο τελευταίο άρθρο αυτής της μίνι σειράς υπογραμμίζουμε ότι δεν έχουμε ακόμη ξεφύγει από το μοντέλο της φθηνής ανάπτυξης, δείχνουμε ότι η εσωτερική υποτίμηση του 2012 δεν μας έβγαλε από το λαγούμι των χαμηλών επιδόσεων (και από πολλές πλευρές μας έβαλε βαθύτερα σε αυτό), ενώ τέλος περιγράφουμε συνοπτικά τι άλλο πρέπει να γίνει για να περάσουμε σε ένα αναβαθμισμένο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς.

Φθηνή ανάπτυξη

Όπως επισημάναμε στα προηγούμενα άρθρα μας, η επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας υπήρξε δυναμική μετά το πάγωμα της οικονομικής δραστηριότητας λόγω κορωνοϊού: το 2021 ανακτήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας του 2020, ενώ το 2022 η ανάκαμψη επιταχύνθηκε.

Όμως τα προβλήματα παραμένουν. Η οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα, έχοντας συρρικνωθεί απελπιστικά την περίοδο 2008-2020. Το ΑΕΠ της χώρας παραμένει 21% χαμηλότερο από ό,τι το 2007.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάκαμψης είναι επίσης προβληματικά. Το επενδυτικό κενό δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Οι παραγωγικές επενδύσεις (δηλ. εκτός κατασκευών) αυξάνονται αργά, ιδίως αν αφαιρεθεί η δαπάνη για εξοπλιστικά προγράμματα. Με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως αυτές που αναφέραμε στο πρώτο άρθρο της σειράς, οι ξένες άμεσες επενδύσεις επικεντρώνονται κυρίως στα ακίνητα, που φέρνουν πλούτο (στους πρώην ιδιοκτήτες τους, στους μεσίτες, και στους συμβολαιογράφους), αλλά όχι ανάπτυξη – μάλιστα κάποτε μειώνουν την κοινωνική ευημερία (π.χ. εξορύξεις υδρογονανθράκων, ή περισσότερο τσιμέντο στα νησιά).

Οι εξαγωγές αυξάνονται, αλλά λιγότερο από τις εισαγωγές, με αποτέλεσμα την επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου (του ενός από τα «δίδυμα ελλείμματα» που οδήγησαν στην κρίση χρέους). Εάν εξαιρεθούν οι τουριστικές υπηρεσίες, τα καύσιμα (που εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται), και τα πλοία (που ακολουθούν τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας), η αύξηση των εξαγωγών είναι λιγότερο θεαματική. Το μερίδιο των προϊόντων μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας στις εξαγωγές της ελληνικής μεταποίησης είναι χαμηλότερο σήμερα από ό,τι το 2007. Παρά την αύξηση της εξωστρέφειας, η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης.

Εσωτερική υποτίμηση

Ένδεκα χρόνια μετά τη μείωση των κατώτατων μισθών του Φεβρουαρίου 2012, που τη συνόδευσαν νομοθετικές ρυθμίσεις αποδυνάμωσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων (που με τη σειρά τους βοήθησαν να μονιμοποιηθεί η καθήλωση των μισθών), είναι καιρός να αναρωτηθούμε πόσο συνέβαλε η εσωτερική υποτίμηση στην πολυπόθητη στροφή προς ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο που να βασίζεται στις εξαγωγές.

Η δική μας ανάγνωση είναι ότι η υπόσχεση ότι η εσωτερική υποτίμηση θα έθετε σε κίνηση έναν «ενάρετο κύκλο» δεν έχει και δεν μπορεί να επαληθευθεί. Ας θυμίσουμε ότι σύμφωνα με τους εισηγητές της, (α) η μείωση των μισθών θα οδηγούσε σε μείωση των τιμών, (β) η μείωση των τιμών θα έδινε ώθηση στην ανταγωνιστικότητα και στην άνοδο των εξαγωγών, (γ) η άνοδος των εξαγωγών θα γινόταν ατμομηχανή της ανάπτυξης, και (δ) η ανάπτυξη θα έφερνε αύξηση της απασχόλησης και στη συνέχεια και των μισθών.

Η μείωση των τιμών δεν συνέβη ποτέ. Μάλιστα, οι προτεινόμενες (από την Τρόικα) μεταρρυθμίσεις για την τόνωση του ανταγωνισμού προσέκρουσαν στις αντιδράσεις των επιχειρηματικών συμφερόντων που κυριαρχούν στις αγορές προϊόντων, και ματαιώθηκαν. (Αντίθετα, οι αντιδράσεις των συνδικάτων δεν ματαίωσαν τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να μας κάνει όλους σοφότερους για το ποιες ακριβώς είναι «οι συντεχνίες που εμποδίζουν την ανάπτυξη».) Αποτέλεσμα: οι τιμές πολλών αγαθών στην Ελλάδα είναι υψηλότερες από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Η απασχόληση πράγματι αυξήθηκε. Το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ο συνολικός αριθμός απασχολουμένων ήταν 10,9% υψηλότερος από ό,τι το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2012. (Πάντως, η απασχόληση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από ό,τι το 2009: περίπου 420 χιλιάδες άτομα που χάθηκαν στην κρίση δεν έχουν ακόμη αναπληρωθεί. Συγκριτικά, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία η συνολική απασχόληση έχει εδώ και χρόνια ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα.)

Το ότι η αύξηση του ΑΕΠ (μόλις 3,3% την δεκαετία 2012-2022) ήταν τόσο χαμηλότερη από την άνοδο της απασχόλησης υποδηλώνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η μείωση των μισθών και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας έφεραν αναιμική ανάπτυξη. Δεύτερον, ότι κατά κανόνα οι νέες θέσεις εργασίας είναι χαμηλής παραγωγικότητας.

Όσο για τους μισθούς, η καθήλωσή τους – ύστερα από την τεράστια μείωση της περασμένης δεκαετίας – συνεχίζεται και μετά την επανεμφάνιση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το δεύτερο τρίμηνο του 2022 οι ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 0,8%, ενώ ο πληθωρισμός κατά 10,4% (σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2021). Αντίθετα στην Ευρωζώνη η αύξηση των μισθών ήταν μεγαλύτερη (4,1%), ενώ η αύξηση των τιμών μικρότερη (8,0%).

Επίσης, παρά την πρόσφατη αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, οι αμοιβές των μισθωτών παραμένουν απελπιστικά χαμηλές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος «Εργάνη», οι μέσες αποδοχές των μισθωτών το 2022 ήταν 1.176 ευρώ το μήνα (μεικτά).

Τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά; Καταρχάς, ότι η ελληνική οικονομία είναι εγκλωβισμένη σε μια νέα εκδοχή του παραγωγικού μοντέλου φθηνής ανάπτυξης και χαμηλών επιδόσεων που οδήγησε στην κρίση του 2010. Επί πλέον, ότι η υποτίμηση της εργασίας έχει εξαντλήσει τα όποια οφέλη της και έχει πλέον γίνει αντιπαραγωγική.

Στροφή πολιτικής

Η χρεωκοπία της κρατικοδίαιτης οικονομίας το 2010, και στη συνέχεια η διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019, κατέστησαν ανυπόληπτη την έννοια της συμβολής του κράτους στην οικονομική ανάπτυξη. Με αυτή την έννοια, η φιλελευθεροποίηση της οικονομικής πολιτικής την τελευταία τριετία ήταν φυσιολογική, και ως ένα βαθμό απαραίτητη.

Όμως, η βιώσιμη ανάκαμψη δεν θα έρθει με την απλή απελευθέρωση των δυνάμεων της αγοράς από τις ρυθμίσεις που τις περιορίζουν. Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας συνεπάγεται βαθιές τομές στην παραγωγή δεξιοτήτων, στη φορολογία, στην κοινωνική προστασία, και στις εργασιακές σχέσεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας, της απασχόλησης, και των μισθών προϋποθέτει τομές στη δημόσια πολιτική:
  • Συστηματική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο: στην προαγωγή της υγείας των πολιτών, και κυρίως στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, καθώς και στη βελτίωση των διαχειριστικών δεξιοτήτων των μάνατζερ και των επιχειρηματιών (που σήμερα είναι τραγικά χαμηλές)
  • Φορολογικό σύστημα δίκαιο και μη στρεβλωτικό: χωρίς διακρίσεις κατά της μισθωτής εργασίας, με μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία και την παραγωγή προς την κατανάλωση και τον πλούτο.
  • Νέα ρύθμιση της αγοράς εργασίας: εργασιακές σχέσεις που να διευκολύνουν τις απαραίτητες αναπροσαρμογές σε βάθος χρόνου για την αναβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
  • Κοινωνικό κράτος επιταχυντή της ανάπτυξης: με έμφαση στις κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και σε όλες τις άλλες πολιτικές «συμφιλίωσης» των εργασιακών και οικογενειακών υποχρεώσεων των νέων ζευγαριών, και ιδίως των γυναικών.

8 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 5. Κάτω από την επιφάνεια των επενδύσεων

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023).

Στα προηγούμενα άρθρα αυτής της μίνι σειράς επισημάναμε ότι η χώρα πλέον βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης, και αναφερθήκαμε στις πιο προβληματικές πτυχές αυτής της θετικής εξέλιξης: στη σύνθεση (και χαμηλή τεχνολογική στάθμη) των εξαγωγών, και στη διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος, που φανερώνουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Σε αυτό το άρθρο επικεντρωνόμαστε σε μια από τις μεγαλύτερες πληγές που άφησε πίσω της η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας: το επενδυτικό κενό, που καθηλώνει την εθνική οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις, και υποθηκεύει τις μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης.

Η κρισιμότητα των επενδύσεων 

Η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω των επενδύσεων είναι αποφασιστική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Χωρίς επενδύσεις, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός συρρικνώνεται. Για να διατηρηθεί το απόθεμα κεφαλαίου (σε κτίρια, μηχανήματα κτλ.) στα σημερινά επίπεδα, θα πρέπει ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (αυτό που ονομάζουμε «επενδύσεις») να φτάσει το επίπεδο που αντικαθιστά την απαξίωση του κεφαλαιακού αποθέματος λόγω της φθοράς του χρόνου («αποσβέσεις»). Κατ’ αναλογία, για να αυξηθεί το συνολικό απόθεμα κεφαλαίου, θα πρέπει οι επενδύσεις να ξεπερνούν τις αποσβέσεις.

Βέβαια, σημασία δεν έχει μόνο το ύψος των επενδύσεων, αλλά επίσης η σύνθεσή τους. Οι παραγωγικές επενδύσεις συμβάλλουν στην αναβάθμιση του κεφαλαιακού αποθέματος της οικονομίας, στον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης και των υποδομών, καθώς και στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Όλα αυτά οδηγούν στην άνοδο της παραγωγικότητας, από την οποία εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση η ευημερία κάθε χώρας.

Αντίθετα, οι μη παραγωγικές επενδύσεις, ενώ βραχυπρόθεσμα τονώνουν την οικονομική δραστηριότητα, δεν διευρύνουν τις μελλοντικές παραγωγικές δυνατότητες της εθνικής οικονομίας. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν π.χ. οι δημόσιες επενδύσεις σε σήραγγες που μένουν κλειστές, οι επιχειρηματικές επενδυτικές επιλογές που στη συνέχεια αποδεικνύονται άστοχες, ακόμη και οι επενδύσεις των νοικοκυριών σε εξοχικές κατοικίες που αυξάνουν την ευμάρεια των ιδιοκτητών τους αλλά οπωσδήποτε όχι την παραγωγή της επόμενης περιόδου.

Οι επενδύσεις από την υιοθέτηση του ευρώ έως την κρίση χρέους

Στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ο λόγος των επενδύσεων στο ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν υψηλότερος από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Συγκεκριμένα, έφτανε το 23,8% κατά μέσο όρο την περίοδο 2000-2009 (έναντι 22,5% στο σύνολο της Ευρωζώνης).

Ωστόσο, πολλές από αυτές τις επενδύσεις δεν αναβάθμιζαν τις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας μέσω της ενσωμάτωσης νέας γνώσης και τεχνολογίας. Έως και το 2013, πάνω από τις μισές επενδύσεις ετησίως αφορούσαν τις κατασκευές (ιδίως κατοικίες). Αντίθετα, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό περιορίζονταν στο 30% ή 40% των συνολικών επενδύσεων. Άλλωστε, οι περισσότερες επενδύσεις προέρχονταν από τα νοικοκυριά, και όχι από τις επιχειρήσεις.

Με άλλα λόγια, είχαμε μια οικονομία όπου το ύψος των επενδύσεων φαινομενικά κυμαινόταν σε ικανοποιητικό επίπεδο, αλλά η σύνθεσή τους υποδήλωνε κυριαρχία των αντιπαραγωγικών επενδύσεων.

Όμως ένα παραγωγικό μοντέλο με τέτοια χαρακτηριστικά δεν είναι διατηρήσιμο μακροπρόθεσμα. Το ξέσπασμα της κρίσης χρέους επιβεβαίωσε αυτή την πικρή αλήθεια.

Οι επενδύσεις από την κρίση χρέους έως την πανδημία

Εξαιτίας της κρίσης, οι επενδύσεις στην Ελλάδα χωρίς υπερβολή κατέρρευσαν. Οι συνολικές επενδύσεις το 2019 (τελευταίο έτος πριν τον κορωνοϊό) ήταν 70% χαμηλότερες από ό,τι το 2007 (τότε που η ελληνική οικονομία έφτασε το υψηλότερο σημείο της πριν από την κρίση χρέους). Κατά μέσο όρο, την περασμένη δεκαετία οι συνολικές επενδύσεις στη χώρα μας έπεσαν στο 11,8% του ΑΕΠ (έναντι 20,7% στο σύνολο της Ευρωζώνης).

Παραδόξως, η κρίση καταβαράθρωσε μεν τις επενδύσεις, αλλά διόρθωσε κάπως την ποιότητα τους. Αυτό συνέβη επειδή οι επενδύσεις σε ακίνητα εξανεμίστηκαν, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις (π.χ. σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό) υποχώρησαν σε μικρότερο βαθμό. Συγκεκριμένα, το 2007-2019 οι επενδύσεις των νοικοκυριών – κυρίως σε ακίνητα – μειώθηκαν κατά 89%, ενώ οι επενδύσεις των επιχειρήσεων κατά 44%. (Η μείωση των δημόσιων επενδύσεων ήταν 62%.)

Το πλήγμα στην ελληνική οικονομία ήταν βαθύ και παρατεταμένο. Η επενδυτική αποχή στέρησε πολύτιμους πόρους από τον παραγωγικό ιστό. Η μείωση των επενδύσεων ήταν τρομακτική. Μετά το 2010, το ύψος του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου δεν αρκούσε ούτε για την αντικατάσταση του εξοπλισμού που απαξιωνόταν. Για ένδεκα συνεχόμενα έτη ο συνολικός όγκος παγίου κεφαλαίου συρρικνωνόταν, καθώς οι νέες επενδύσεις υπολείπονταν των αποσβέσεων. Η σωρευτική διαφορά σε όλη την περίοδο έφτασε το ιλιγγιώδες ποσό των 100 δις. Αυτό είναι το επενδυτικό κενό που λέγαμε στην αρχή του άρθρου.

Οι επενδύσεις από την πανδημία έως σήμερα

Με το τέλος της πανδημίας, οι επενδύσεις στη χώρα μας σημείωσαν σημαντική άνοδο: το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν 30% υψηλότερες από ό,τι στην αντίστοιχη περίοδο του 2019. Είναι ικανοποιητική αυτή η άνοδος; Μας φέρνει πιο κοντά στο να κερδίσουμε το κρίσιμο στοίχημα για το μέλλον της οικονομίας, δηλαδή τη βιώσιμη ανάπτυξη;

Η πορεία των επενδύσεων είναι οπωσδήποτε ενθαρρυντική, αλλά δύσκολα δικαιολογεί πανηγυρισμούς. Παρά την πρόσφατη άνοδο, οι επενδύσεις παραμένουν κάτω από το μισό του επιπέδου στο οποίο είχαν φτάσει προ δεκαπενταετίας. Συγκεκριμένα, το συνολικό ύψος τους το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν 59% χαμηλότερο από ό,τι την αντίστοιχη περίοδο του 2007. Απέχουμε ακόμη απελπιστικά πολύ από το να έχουμε αναπληρώσει το μεγάλο επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας.

Επί πλέον, μια προσεκτική ματιά στο είδος των επενδυτικών δαπανών που αυξάνονται ταχύτερα δείχνει κυριαρχία των μη παραγωγικών επενδύσεων. Τα τελευταία τρία χρόνια οι επενδύσεις σε οπλικά συστήματα υπερ-εξαπλασιάστηκαν, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες σχεδόν διπλασιάστηκαν. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε τεχνολογικό, μεταφορικό ή μηχανικό εξοπλισμό (εκτός οπλικών συστημάτων) αυξήθηκαν ελάχιστα. Παράλληλα, παρότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις παρουσιάζουν επίσης σημάδια τόνωσης, ο τομέας που πρωταγωνιστεί στις σχετικές εισροές είναι τα ακίνητα.

Έχουμε βέβαια μια μοναδική ευκαιρία για να καλύψουμε το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας: το Ταμείο Ανάκαμψης και το νέο ΕΣΠΑ εξασφαλίζουν στη χώρα μας σημαντικό μέρος των πόρων που απαιτούνται. Όμως, η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων από μόνη της δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι οι διαθέσιμοι πόροι να διοχετευθούν σε παραγωγικές επενδύσεις που αυξάνουν το συνολικό απόθεμα κεφαλαίου, φυσικό και ανθρώπινο. (Τα προγράμματα κατάρτισης για να μπορούν να θεωρούνται παραγωγικές επενδύσεις θα πρέπει να αναβαθμίζουν τις πραγματικές δεξιότητες των εργαζομένων και των ανέργων.)

Εάν τα ευρωπαϊκά κονδύλια σπαταληθούν για μια ακόμη φορά σε άχρηστα έργα, ή σε προσχηματικά προγράμματα, η μοναδική αυτή ευκαιρία θα χαθεί. Και τότε, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να παραμένει καθηλωμένη για πολλές ακόμη δεκαετίες.

Θα είναι κρίμα.

1 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 4. Το (εξωτερικό) έλλειμμα ξανάρχεται;

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023).

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στο μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Η ελληνική οικονομία έχει γίνει πράγματι πιο εξωστρεφής: το 2021 οι εξαγωγές έφταναν το 37% του ΑΕΠ, από 24% το 2008 (σε απόλυτες αξίες η βελτίωση υπήρξε λιγότερο θεαματική).

Όμως, περιθώρια για εφησυχασμό δεν υπάρχουν. Η αναζωογόνηση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας έχει λιγότερο λαμπρές όψεις. Οι κυριότερες είναι 3+1: Πρώτον, όλα αυτά συνέβησαν σε περίοδο άνθησης του διεθνούς εμπορίου. Στην υπόλοιπη Ευρώπη οι εξαγωγές συνέχισαν να αυξάνονται ταχύτερα από ό,τι στην Ελλάδα. Για αυτό, το μερίδιο της χώρας μας στη συνολική εξαγωγική επίδοση της ΕΕ έχει συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια. Δεύτερον, παρά την κάποια αναζωογόνηση της μεταποίησης, το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών εξακολουθούν να αφορούν τουρισμό και καύσιμα (τα οποία εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται, αφήνοντας κέρδη μα λίγες θέσεις εργασίας, και μικρή διάχυση στην υπόλοιπη οικονομία). Τρίτον, παρότι οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί πολύ, ξεπερνώντας σε αξία τις εξαγωγές υπηρεσιών, το Made in Greece εξακολουθεί να αφορά κυρίως κλάδους και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.

Σε αυτό το τέταρτο άρθρο της μίνι σειράς επικεντρωνόμαστε στην πιο ανησυχητική όψη της εξωστρέφειας: τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών, και του εξωτερικού ελλείμματος.

Άνοδος των εισαγωγών

Τα τελευταία δεδομένα, για το πρώτο εννεάμηνο του 2022, δείχνουν θεαματική άνοδο των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών: +18% σε σχέση με το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2019. Κατά την ίδια περίοδο, η άνοδος των εξαγωγών υπήρξε πολύ μικρότερη: μόλις 2%.

(Αυτά σε σταθερές τιμές. Σε τρέχουσες τιμές, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 55%, ενώ οι εξαγωγές κατά 38%. Με απλά λόγια, και οι εισαγωγές και οι εξαγωγές ακριβαίνουν εξαιτίας του πληθωρισμού, όμως οι εξαγωγές ακριβαίνουν περισσότερο από τις εισαγωγές. Αυτό, υπό κανονικές συνθήκες, συνεπάγεται απώλεια ανταγωνιστικότητας – εκτός βέβαια εάν συνοδεύεται από σημαντική αναβάθμιση της ποιότητας των αγαθών και υπηρεσιών που εξάγουμε, για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις.)

Αξίζει να σημειωθεί ότι η άνοδος των εισαγωγών αγαθών μόνο ήταν μεγαλύτερη: +22% την τριετία 2019-2022 σε σταθερές τιμές (με βάση πάντοτε τα στοιχεία για το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου).

Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το πρώτο εννεάμηνο του 2022 οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών είχαν φτάσει το 44,3% (από 38,9% το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2019).

Σύνθεση των εισαγωγών

Τι ακριβώς εισάγουμε; Δύο μεγάλες κατηγορίες εμπορευμάτων που θολώνουν την εικόνα είναι τα καύσιμα και τα πλοία. Και οι δύο αυτές κατηγορίες υπόκεινται σε μεγάλες διακυμάνσεις, ενώ η σύνδεσή τους με την υπόλοιπη οικονομία είναι αμφίβολη. Για αυτό, άλλωστε, η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσιάζει τα δεδομένα για την εξέλιξη των εισαγωγών και των εξαγωγών με και χωρίς καύσιμα και πλοία.

Κάναμε και εμείς το ίδιο: διασταυρώσαμε τα δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος για τις εισαγωγές αγαθών (με και χωρίς καύσιμα και πλοία) με τα δεδομένα της Eurostat για την ταξινόμηση των εισαγωγών αγαθών ανά ευρεία οικονομική κατηγορία, δηλ. ανά καταναλωτικά, ενδιάμεσα, και κεφαλαιουχικά αγαθά. Αυτό είναι σημαντικό: Εάν οι εισαγωγές μας είναι κυρίως κεφαλαιουχικά αγαθά, αυτό δείχνει μεν υστέρηση στην παραγωγή τους, αλλά επίσης προετοιμασία μιας φάσης ανάκαμψης της μεταποίησης. Αντίθετα, εάν οι εισαγωγές μας είναι κυρίως καταναλωτικά αγαθά, αυτό σημαίνει ότι έχουμε επιστρέψει στην εποχή της αστακομακαρονάδας, με την επόμενη χρεωκοπία να είναι θέμα χρόνου.

Φαίνεται ότι τίποτε από τα δύο δεν ισχύει. Το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022, οι ελληνικές εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών (στα οποία η Eurostat συμπεριλαμβάνει τα επιβατικά αυτοκίνητα, ευλόγως) αποτελούσαν το 36% των συνολικών εισαγωγών αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων. Δεν είναι λίγο – αλλά το 2019 το μερίδιο των καταναλωτικών αγαθών στις εισαγωγές ήταν 41%, ενώ το 2009 ήταν 49%. Συνεπώς, δεν έχουμε επιστρέψει στην εποχή της αστακομακαρονάδας (ακόμη). Καλό αυτό.

Ούτε όμως αυξάνεται το μερίδιο των κεφαλαιουχικών αγαθών (πλην πλοίων) στις συνολικές εισαγωγές (πλην καυσίμων και πλοίων): το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022 ήταν 13%, όσο και το 2019, ενώ το 2009 ήταν 16%. Συνεπώς, τα στοιχεία δεν δείχνουν σοβαρή αύξηση των εισαγωγών μηχανημάτων που θα χρησιμοποιηθούν στη μεταποίηση ώστε μετά να ανακάμψει η βιομηχανική παραγωγή και οι εξαγωγές μεταποιητικών προϊόντων. Κακό αυτό.

Τι απομένει; Τα λεγόμενα ενδιάμεσα αγαθά, τα οποία αποτελούν τα δύο τρίτα των συνολικών εισαγωγών αγαθών. Οι μισές εισαγωγές ενδιάμεσων αγαθών αφορούν καύσιμα, οι άλλες μισές εμπορεύματα (πρώτες ύλες ή ανταλλακτικά, ή άλλα ημιτελή μεταποιημένα προϊόντα) που χρησιμοποιούνται ως εισροές στην παραγωγή.

Συνεχίζοντας όπως προηγουμένως, διαπιστώνουμε ότι το μερίδιο των ενδιάμεσων αγαθών (πλην πλοίων) στις συνολικές εισαγωγές (πλην καυσίμων και πλοίων) βρίσκεται σε ανοδική τροχιά: 50% το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022, έναντι 45% το 2019, και 39% το 2009.

Τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη, αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για μόνιμη αλλαγή; Δεν είμαστε σίγουροι: το θέμα χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση και πιο λεπτομερή δεδομένα. Η εικασία του Χρυσάφη Ιορδάνογλου (τον οποίο συμβουλευθήκαμε) είναι ότι η θέση των ελληνικών επιχειρήσεων στην παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να μετατοπίζεται προς τα τελικά στάδια των γραμμών παραγωγής (δηλαδή συναρμολογήσεις).

Ένα παράδειγμα από την (ισχνή) προσωπική εμπειρία του ενός από τους δύο συντάκτες του άρθρου: τα ποδήλατα Ideal προσφέρουν πολύ καλή ποιότητα σε προσιτές τιμές, χρησιμοποιώντας εισαγόμενα μέρη (αλυσίδες, ταχύτητες, φρένα κτλ.), τα οποία συναρμολογούνται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στην Πάτρα. Καλό αυτό; Φυσικά – πολύ περισσότερο που η Ideal εξάγει ποδήλατα στη Γερμανία, στη Σουηδία, και στη Βρετανία!

(Διευκρίνηση: Τα παραπάνω δεν συνιστούν «γκρίζα» διαφήμιση, ή εάν συνιστούν τα γράφουμε δωρεάν. Οι συντάκτες του άρθρου στερούνται εμπορικού δαιμονίου.)

Βέβαια, θα ήταν ακόμη καλύτερο εάν τα ανταλλακτικά που εισάγονται παράγονταν στη χώρα μας, από την ίδια την Ideal ή από άλλες μικρότερες εταιρείες που την προμηθεύουν. Αυτό θα σήμαινε αναβάθμιση της τεχνολογικής στάθμης της ελληνικής μεταποίησης, υψηλότερη προστιθέμενη αξία, περισσότερες θέσεις εργασίας, καλύτερες αποδοχές για τους εργαζόμενους του κλάδου. Από αυτό το σημείο, απέχουμε ακόμη πολύ.

Να σημειώσουμε ότι όλα τα στοιχεία της ενότητας αυτής αφορούν τις εισαγωγές αγαθών. Οι εισαγωγές υπηρεσιών αποτελούν μικρό μέρος των συνολικών εισαγωγών (κάτω από ένα τέταρτο), ενώ έχουν μείνει σταθερές στα επίπεδα του 2019.

Διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος

Σε κάθε περίπτωση, τα τελευταία χρόνια οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές. Αποτέλεσμα: το εξωτερικό έλλειμμα διογκώνεται. Γίνεται ακόμη πιο σαφές αυτό που ξέραμε ήδη: ότι η εξάλειψη του τα χρόνια της κρίσης (πλεόνασμα το 2014 και ξανά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 2019) έγινε χάρη στη συμπίεση των εισαγωγών, λόγω καθίζησης του εισοδήματος, και ότι η ανάκαμψη κινδυνεύει να τροφοδοτήσει εκτίναξη των εισαγωγών και του εξωτερικού ελλείμματος.

Αυτό γίνεται τώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου το τελευταίο δωδεκάμηνο για το οποίο έχουμε δεδομένα (Οκτώβριος 2021 – Σεπτέμβριος 2022) είχε φτάσει τα 16,1 δις ευρώ (6,1% του ΑΕΠ), έναντι 2,2 δις ευρώ (0,7% του ΑΕΠ) το αντίστοιχο δωδεκάμηνο Οκτωβρίου 2018 – Σεπτεμβρίου 2019 προ τριετίας. Όταν θα δημοσιευθούν τα δεδομένα για το τελευταίο τρίμηνο του 2022, το εμπορικό έλλειμμα θα φτάνει ή θα ξεπερνά τα 20 δις ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας μας το δωδεκάμηνο Οκτωβρίου 2021 – Σεπτεμβρίου 2022 ήταν σε απόλυτα μεγέθη το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη. Πρόκειται για αξιοσημείωτο κατόρθωμα, για τόσο μικρή οικονομία.

Ας διευκρινιστεί εδώ ότι το εμπορικό ισοζύγιο, ή ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, είναι ίσο με τις εξαγωγές μείον τις εισαγωγές. Αντίθετα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ευρύτερο μέγεθος: συμπεριλαμβάνει επίσης και το ισοζύγιο εισοδημάτων, των πρωτογενών (Ελλήνων από επενδύσεις και τοποθετήσεις στο εξωτερικό, και ξένων από τις αντίστοιχες στην Ελλάδα), καθώς και των δευτερογενών (μεταβιβάσεις, μεταναστευτικά εμβάσματα και τα λοιπά).

Εντάξει, απέχουμε ακόμη από τα δυσθεώρητα ύψη της προ κρίσης εποχής, όταν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας είχε ξεπεράσει το 15% του ΑΕΠ (το 2007 και το 2008). Τότε η προσοχή όλων εστιαζόταν στο δημοσιονομικό έλλειμμα, στο οποίο επίσης ήμαστε πρωταθλητές (15,2% του ΑΕΠ το 2009), αν και αργότερα καταλάβαμε ότι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των χωρών που επλήγησαν από την κρίση της Ευρωζώνης, από την Ελλάδα έως την Ισπανία (όπου το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν χαμηλό, όπως και το δημόσιο χρέος), δεν ήταν το δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά το εξωτερικό έλλειμμα. Αυτό δηλ. που αυξάνεται με γοργό ρυθμό στη χώρα μας σήμερα.

Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε (ή μήπως χρειάζεται;) ότι το θηριώδες εξωτερικό έλλειμμα ήταν το ένα από τα δύο «δίδυμα ελλείμματα» πριν το 2010 που καταδίκασαν τη χώρα στη διεθνή οικονομική επιτροπεία της προηγούμενης δεκαετίας. Το μάθημα αυτό ήταν πολύ σκληρό για τη χώρα και για τους ανθρώπους της. Θα ήταν κρίμα να το ξεχάσουμε τόσο γρήγορα.

28 Ιανουαρίου 2023

Το νησί που έφυγε


Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023).

Μόλις συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ (24 Ιανουαρίου 2020). Πλέον το διαζύγιο είναι οριστικό: όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, ακολουθεί μια περίοδος κατά την οποία οι δύο πρώην, εξουθενωμένοι από τον χωρισμό, δεν μπορούν καν να συνεννοηθούν για τα βασικά. Με λίγη τύχη, θα την διαδεχθεί μια άλλη περίοδος επανακαθορισμού της (λιγότερο στενής, πλέον) σχέσης τους σε νέες βάσεις. Για επανασύνδεση, ούτε λόγος. Και ας υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι, εξαιτίας αφενός της μετατόπισης μερίδας της κοινής γνώμης, και αφετέρου της φυσικής αντικατάστασης του πληθυσμού (οι νέοι τείνουν να είναι υπέρ της ΕΕ, οι ηλικιωμένοι κατά), η πλειοψηφία της κοινής γνώμης πιστεύει τώρα ότι το Brexit ήταν λάθος. Τα λάθη πληρώνονται, και οι Βρετανοί δεν θα πουν «έλα μωρέ, και τι έγινε που ψηφίσαμε έτσι στο δημοψήφισμα; το παίρνουμε πίσω και συνεχίζουμε όπως πρώτα».

Πριν το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, οι οπαδοί της παραμονής στην ΕΕ διεκτραγωδούσαν τις συνέπειες της αποχώρησης, και είχαν κατηγορηθεί από τους αντιπάλους τους (που αντίθετα υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια) ότι καλλιεργούσαν τον φόβο. Το πόσο δίκιο είχαν είναι δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια, καθότι από τον Ιανουάριο 2020 μέχρι τώρα έχουν μεσολαβήσει μία πανδημία και ένας πόλεμος. Η αρνητική πορεία της βρετανικής οικονομίας την τελευταία τριετία είναι γεγονός αναμφισβήτητο, αλλά οι οπαδοί της αποχώρησης ισχυρίζονται ότι οφείλεται στον κορωνοϊό και στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όχι στο Brexit. Ισχύει η ένσταση;

Δύο πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως όχι. Η πρώτη (του Centre for European Reform) σύγκρινε τις οικονομικές επιδόσεις της Βρετανίας με εκείνες 22 χωρών που έως το δημοψήφισμα του 2016 είχαν παρόμοιες επιδόσεις. Η μελέτη εκτίμησε ότι το Brexit συρρίκνωσε το ΑΕΠ (κατά 6%), τις επενδύσεις (κατά 11%), και το εξωτερικό εμπόριο αγαθών (κατά 7%) σε σχέση με το – εντελώς φανταστικό πλέον – σενάριο της μη αποχώρησης. Η δεύτερη (του Centre for Economic Performance) διαπίστωσε ότι οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 3% το 2020, και άλλο 3% το 2021, πέρα και πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα έφταναν εάν δεν είχε συμβεί το Brexit, παρότι η βρετανική κυβέρνηση δεν έχει (ακόμη;) θεσμοθετήσει τα μέτρα περιορισμού των ευρωπαϊκών εισαγωγών που έχει απειλήσει να εισάγει.

Φυσικά, οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις είναι πάντοτε σοβαρότερες από τις άμεσες. Το Brexit έχει κάνει την πάλαι ποτέ Cool Britannia πολύ πιο uncool. Λιγότεροι επιστήμονες, καλλιτέχνες, εφευρέτες, επιχειρηματίες εγκαθίστανται στο Λονδίνο από ό,τι πριν. Πολλοί Ευρωπαίοι των παραπάνω κατηγοριών, και άλλων, μέχρι πρόσφατα κάτοικοι Βρετανίας, την έχουν εγκαταλείψει, ή σκέφτονται να το κάνουν.

Επίσης, οι οικονομικές επιπτώσεις έχουν αποδειχθεί – προς το παρόν τουλάχιστον – λιγότερο οδυνηρές από τις πολιτικές. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε για αιώνες φάρος μετριοπάθειας, πραγματισμού, ορθολογικής αναζήτησης λύσεων, δυσπιστίας προς τις μεγάλες ιδεολογίες, απόρριψης των δημαγωγών κάθε είδους. Μέσα σε λίγα χρόνια δείχνει να έχει μετατραπεί σε μπανανία, με κυβερνήσεις που μένουν στην εξουσία μέρες, πρωθυπουργούς χαμηλού επιπέδου, και υπουργούς που γυαλίζει το μάτι τους.

Ο συντάκτης αυτού του άρθρου δεν είναι αντικειμενικός, αφού έζησε 6+ ευτυχισμένα χρόνια στην Αγγλία, αγάπησε (και εκείνη) τη θετή πατρίδα του, και βίωσε το Brexit ως προσωπική προσβολή. Εάν ήταν, θα παραδεχόταν ότι τα τελευταία τρία χρόνια δεν έχει γίνει φτωχότερη μόνο η Βρετανία, αλλά και η ίδια η Ευρώπη. Μας λείπει η μετριοπάθεια, ο πραγματισμός, και η ορθολογική αναζήτηση λύσεων, καθώς και το φιλελεύθερο πνεύμα που είχε συνεισφέρει στην ΕΕ η Βρετανία. Χωρίς αυτά, κινδυνεύουμε να μείνουμε με τον γερμανικό μοραλισμό, τη γαλλική τυπολατρεία, και όλα τα υπόλοιπα.

Come back Blighty. All is forgiven.

25 Ιανουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 3. Το μίνι εξαγωγικό θαύμα



Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023).


Στα προηγούμενα δύο άρθρα μας δείξαμε ότι η πρόσφατη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, παρότι (προφανώς) καλοδεχούμενη, είναι ακόμη υπερβολικά αδύναμη ώστε να αντισταθμίσει τη μεγάλη υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας την προηγούμενη δεκαπενταετία.

Σε αυτό το τρίτο άρθρο της μίνι σειράς εστιάζουμε στο μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Πράγματι, οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί τόσο που (για πρώτη φορά από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90) έχουν πλέον ξεπεράσει σε αξία τις εξαγωγές υπηρεσιών, που και αυτές βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.


Άνοδος των εξαγωγών

Συγκεκριμένα, η σύγκριση του πρώτου εννεάμηνου του 2022 με το αντίστοιχο του 2020 δείχνει ότι οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί κατά 17,5% (σε σταθερές τιμές). Σε σχέση με το πρώτο εννεάμηνο του 2019, η αύξηση είναι ακόμη μεγαλύτερη (18,8%), αφού το πρώτο έτος της πανδημίας οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν ελαφρά.

Αντίθετα, λόγω των περιορισμών στις μετακινήσεις, οι εξαγωγές υπηρεσιών – που στη χώρα μας είναι κυρίως τουριστικές – κατέρρευσαν το 2020 (πτώση 43% σε σχέση με το 2019). Ακολούθησε το πολύ καλό για τον ελληνικό τουρισμό καλοκαίρι του 2021, και το ακόμη καλύτερο του 2022. Και πάλι όμως, οι εξαγωγές υπηρεσιών παρέμεναν κάτω από το επίπεδο του 2019 (μείον 10,8%, συγκρίνοντας πάντα το εννεάμηνο από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους).

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ισχύουν σε σταθερές τιμές, δηλ. αφού αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές υπηρεσιών το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν κατά 20% υψηλότερες σε σχέση με το πρώτο εννεάμηνο του 2019. Αυτό προκαλεί κάποια σύγχυση, αλλά δείχνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι οι εισπράξεις των τουριστικών επιχειρήσεων είναι υψηλότερες παρά ποτέ, και δεύτερον, ότι οι τουριστικές υπηρεσίες στη χώρα μας έχουν γίνει ακριβές. Μάλιστα, εάν η στατιστική υπηρεσία υπολογίζει σωστά, αυτή η αύξηση των τιμών δεν συμβαδίζει με βελτίωση της ποιότητας. Στο βαθμό που κάτι τέτοιο όντως ισχύει, ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, το ειδικό βάρος των εξαγωγών στην ελληνική οικονομία έχει ανέβει πολύ: το 2008 αντιπροσώπευαν το 23,7% του ΑΕΠ, ενώ το 2021 το μερίδιο τους είχε φτάσει το 36,7%. Βέβαια, την τελευταία δεκαπενταετία ο παρονομαστής (το ΑΕΠ) κατέρρευσε. Σε απόλυτα μεγέθη, η άνοδος των εξαγωγών είναι λιγότερο εντυπωσιακή: από 56,6 δις το 2008 σε 66,4 δις το 2021 (σε σταθερές τιμές 2015).

Επίσης, η πύκνωση των εμπορικών συναλλαγών σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης είναι γενικό φαινόμενο, άρα καλό είναι να βλέπουμε πώς συγκρινόμαστε με τις άλλες χώρες. Η απάντηση είναι «όχι καλά». Το μερίδιο της Ελλάδας στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών της Ευρωζώνης είναι σήμερα μικρότερο από ό,τι ήταν στο παρελθόν (1,18% το 2021 έναντι 1,41% το 2008, και 1,48% το 2000).


Σύνθεση των εξαγομένων εμπορευμάτων

Οι εξαγωγές αγαθών, όπου εντοπίζεται το μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας, εμπεριέχουν τα καύσιμα, τα οποία εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται. Το 2021, τα καύσιμα συνεισέφεραν 26,0% του συνόλου της αξίας των ελληνικών εξαγωγών αγαθών. (Το 2008, η συμβολή των καυσίμων ήταν μόλις 15,3%.)

Όμως, οι εξαγωγές καυσίμων συνεπάγονται λιγότερο ευεργετικές επιδράσεις από ό,τι π.χ. οι εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων: λιγότερες διασυνδέσεις με άλλες εγχώριες επιχειρήσεις, που προμηθεύουν ενδιάμεσα προϊόντα ή τα ενσωματώνουν στη δική τους παραγωγική διαδικασία, λιγότερες θέσεις εργασίας κτλ. Επί πλέον, το διεθνές εμπόριο καυσίμων υπόκειται σε μεγαλύτερα σκαμπανεβάσματα, ανάλογα με τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας.

Το ίδιο ισχύει και με τα πλοία, το μερίδιο των οποίων όμως έχει μειωθεί πολύ την τελευταία δεκαπενταετία (από 11,0% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών το 2007, οπότε κορυφώθηκαν, σε μόλις 0,3% το 2021).

Εάν επικεντρωθούμε στις εξαγωγές εκτός καυσίμων και πλοίων, θα δούμε ότι άργησαν πολύ να ανακάμψουν: μέχρι και το 2016 παρέμεναν κάτω από το επίπεδο του 2008. Στη συνέχεια τα πράγματα καλυτέρευσαν: οι εξαγωγές (εκτός καυσίμων και πλοίων) αυξήθηκαν αισθητά τη διετία 2017-2019 (από 20,4 δις σε 24,9 δις), υποχώρησαν το 2020 (σε 21,1 δις), και εκτινάχθηκαν το 2021 (σε 31,8 δις). (Όλα τα μεγέθη σε σταθερές τιμές 2015.)

Την περίοδο 2008-2020, αυξήθηκε το μερίδιο των χημικών προϊόντων και της κατηγορίας «τρόφιμα, ποτά, καπνός» στις συνολικές εξαγωγές αγαθών, ενώ αντίστοιχα μειώθηκε το μερίδιο των μηχανημάτων και του υλικού μεταφορών, καθώς και της κατηγορίας «διάφορα βιομηχανικά είδη».


Τεχνολογική στάθμη των εξαγωγών

Όπως ήταν αναμενόμενο, η επικοινωνιακή αξία της ανόδου των εξαγωγών δεν έχει διαφύγει της προσοχής των κυβερνητικών αξιωματούχων. Αυτό είναι θεμιτό: σε μια ώριμη δημοκρατία, οι επιτυχίες πιστώνονται στην κυβέρνηση (και οι αποτυχίες χρεώνονται σε αυτήν). Το πρόβλημα είναι ότι ενίοτε είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς που τελειώνει η τεκμηριωμένη ανάδειξη μιας πραγματικής επιτυχίας, και πού αρχίζει η προπαγάνδα.

Για παράδειγμα, σε άρθρο του στην Καθημερινή (30 Αυγούστου 2022), ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων ισχυρίστηκε ότι «Η Ελλάδα έχει αυξήσει εντυπωσιακά τις εξαγωγές αγαθών υψηλής τεχνολογίας». Πόσο βάσιμος είναι αυτός ο ισχυρισμός;

Εάν ανατρέξουμε στα δεδομένα για την τεχνολογική στάθμη των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων, τα οποία επικαλείται το παραπάνω άρθρο, θα διαπιστώσουμε ότι δύσκολα δικαιολογούν τόση θριαμβολογία. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (για το 2019) δείχνουν ότι μόλις 28,4% των μεταποιημένων προϊόντων που εξάγουμε χαρακτηρίζονται ως «μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας». Η επίδοση αυτή υπολείπεται σαφώς από την αντίστοιχη του 2007, όταν 37,0% των ελληνικών εξαγωγών προϊόντων μεταποίησης ήταν μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας. Το 2019, η χώρα μας κατατασσόταν στην τελευταία θέση της ΕΕ, 84η σε σύνολο 151 χωρών από όλο τον κόσμο.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα στοιχεία του 2019 δεν καλύπτουν το μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Σωστό. Και πάλι όμως, εάν εστιάσουμε στις εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων «υψηλής τεχνολογίας» μόνο, θα δούμε ότι τα δεδομένα της Eurostat (τα οποία μετά αναλύει ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, και στη συνέχεια η Παγκόσμια Τράπεζα) δείχνουν ότι το μερίδιο τους στο σύνολο των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων βρίσκεται σε πτώση τα τελευταία χρόνια. Πράγματι, το 2021 μόλις 8,8% των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων ήταν υψηλής τεχνολογίας, ενώ το 2019 το αντίστοιχο μερίδιο ήταν 9,1%. Το 2009, όταν οι ελληνικές εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας κορυφώθηκαν, το μερίδιο τους έφτανε το 13,5%.


Συμπερασματικά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την τελευταία διετία οι εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας έχουν βελτιωθεί σημαντικά.

Όμως, σε απόλυτες αξίες η βελτίωση είναι λιγότερο θεαματική από ό,τι ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Επίσης, η άνοδος των ελληνικών εξαγωγών ήταν βραδύτερη από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, με αποτέλεσμα το μερίδιο της χώρας μας στην εξαγωγική επίδοση της ΕΕ να έχει συρρικνωθεί.

Επί πλέον, ο τουρισμός και τα καύσιμα εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών.

Τέλος, οι ελληνικές εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων εξακολουθούν να κυριαρχούνται από κλάδους και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.

Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας έχει ακόμη πολύ δρόμο.


18 Ιανουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 2. Το χαμένο έδαφος

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023).


Στο προηγούμενο άρθρο μας σχολιάσαμε τις θετικές εξελίξεις (επιτάχυνση της ανάπτυξης, άνοδος των εξαγωγών, διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες) που τεκμηριώνουν τη βάσιμη αισιοδοξία για την πορεία της οικονομίας. Στο δεύτερο άρθρο της μίνι σειράς περιγράφουμε το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο πρέπει να αξιολογηθούν αυτές οι θετικές εξελίξεις: χωρίς περιστροφές, πρόκειται για τη μεγάλη υστέρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε βάθος δεκαπενταετίας.

Πράγματι, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμη και εάν επιβεβαιωθούν οι θετικές προβλέψεις για την επόμενη διετία (βλ. προηγούμενο άρθρο), σε όρους αγοραστικής αξίας το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων το 2024 θα είναι 32% χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών μελών.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι λόγοι για τη μεγάλη υστέρηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας.

Πρώτον, η ύφεση της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2007-2014 ήταν ασυνήθιστα βαθιά και ασυνήθιστα παρατεταμένη. Αντίθετα, οι εθνικές οικονομίες των άλλων χωρών ανέκαμψαν συντομότερα μετά από μικρότερη υποχώρηση (ή συνέχισαν να αναπτύσσονται χωρίς διακοπή). Εάν συνυπολογίσουμε την αναιμική ανάπτυξη της περιόδου 2015-2019, και στη συνέχεια την κρίση του κορωνοϊού, θα διαπιστώσουμε ότι από το 2007 έως το 2021 η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά σχεδόν ένα τέταρτο (μείωση ΑΕΠ 24,4%). Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή οικονομία, παρά τα σκαμπανεβάσματα, συνέχισε να μεγαλώνει (αύξηση ΑΕΠ 11,9%). Η συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι το χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη έχει διευρυνθεί σημαντικά.

Δεύτερον, στη χώρα μας δεν κατέρρευσαν απλώς εξαιτίας της ύφεσης τα (ακαθάριστα) εισοδήματα. Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο των προγραμμάτων λιτότητας, αυξήθηκαν οι φόροι και οι εισφορές, ενώ επίσης μειώθηκαν οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συντάξεις και άλλα επιδόματα). Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι το διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα υποχώρησε περισσότερο από ό,τι το ΑΕΠ, μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο την απόκλιση από τα άλλα κράτη μέλη.

Τρίτον, παρότι τα Μνημόνια προέβλεπαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στις αγορές προϊόντων, με σκοπό την περίφημη «εσωτερική υποτίμηση», στην πράξη οι πρώτες προχώρησαν πολύ περισσότερο από τις δεύτερες. Έτσι, ενώ τα συνδικάτα και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποδυναμώθηκαν (διευκολύνοντας τη μείωση των μισθών), τα επιχειρηματικά λόμπυ αντιστάθηκαν με επιτυχία στις απόπειρες τόνωσης του ανταγωνισμού (εμποδίζοντας τη μείωση των τιμών), εξέλιξη που συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση της Τρόικας, μέχρι και στις μέρες μας.

Το συνδυαστικό αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων – εάν το μετρήσουμε με όρους αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, συνυπολογίζοντας τη μείωση των εισοδημάτων, την αύξηση των φόρων και την άνοδο των τιμών – έχει αποκλίνει πολύ από το βιοτικό επίπεδο των άλλων Ευρωπαίων.

Όπως λέγαμε παραπάνω, το 2024 το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων θα είναι στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. (Το 2009 ήταν στο 94%.) Εδώ και αρκετά χρόνια, με κριτήριο το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, η Ελλάδα είναι μια από τις φτωχότερες χώρες της ενωμένης Ευρώπης. Για την ακρίβεια: βρίσκεται στην 25η θέση, πάνω μόνο από τη Σλοβακία και από τη Βουλγαρία.

Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι η πρόσφατη επιτάχυνση δεν αρκεί. Η ανάπτυξη παραμένει υπερβολικά αναιμική ώστε να ανακληθεί το έδαφος που χάθηκε την προηγούμενη δεκαπενταετία. Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας απέχουν ακόμη πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικές.


11 Ιανουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 1. Οι καλές ειδήσεις

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023).


Είναι ορθή η εκτίμηση ότι «ανατάχθηκε μια βαλτωμένη οικονομία», όπως υποστήριξε ο πρωθυπουργός στη συζήτηση στη Βουλή για την κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού (Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022);

Σε κάποιο βαθμό, ναι. Πέρα από την προπαγάνδα, οι καλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας είναι πραγματικές, και αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Όχι μόνο επειδή αυτό επιβάλλει η εντιμότητα, και ο «πολιτικός πολιτισμός» στον οποίο ομνύουν (σχεδόν) οι πάντες. Αλλά επίσης επειδή σε μια οικονομία της αγοράς, όπου η συμπεριφορά των επενδυτών βασίζεται συχνά σε υποκειμενικές διαθέσεις, η αισιοδοξία μπορεί να έχει χειροπιαστά οφέλη – όπως, αντιστρόφως, η απαισιοδοξία πολλές φορές μεταφράζεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Οι αιτίες της αισιοδοξίας είναι συνοπτικά τρεις: η ταχεία ανάκαμψη μετά την πανδημία, η θεαματική μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, και η προσέλκυση διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας.


Επιτάχυνση της ανάπτυξης

Καταρχάς, μετά από μια πολύ δύσκολη διετία (όταν λόγω κορονοϊού η παγκόσμια οικονομία μπήκε στην κατάψυξη), η ελληνική οικονομία πέτυχε εντυπωσιακή επανεκκίνηση, καταγράφοντας ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα για το τρίτο τρίμηνο του 2022, το ΑΕΠ ξεπέρασε το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν την πανδημία (το ίδιο τρίμηνο του 2019) κατά 3,3% στην Ελλάδα. Δεν είναι πολύ – όμως η αντίστοιχη άνοδος στο σύνολο της Ευρωζώνης δεν ξεπέρασε το 2,2%, ενώ στην ΕΕ των 27 κρατών μελών έμεινε στο 2,8%.

Επίσης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον περασμένο Νοέμβριο, μέχρι το τέλος του 2022 η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί σε 6,0% στην Ελλάδα έναντι 3,3% στο σύνολο της ΕΕ. Η πρόβλεψη για το 2023 είναι σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης σε όλον τον κόσμο – αλλά και πάλι η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα (1,0%) από ό,τι στην ΕΕ (0,3%). Το ίδιο και για το 2024: 2,0% στην Ελλάδα έναντι 1,6% στην ΕΕ.

Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία ανέκαμψε ταχύτερα από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή την τελευταία διετία, και προβλέπεται να συνεχίσει να τρέχει γρηγορότερα από το μέσο όρο της ΕΕ την επόμενη διετία.


Άνοδος των εξαγωγών

Επί πλέον, η σύγκριση του πρώτου εννεάμηνου του 2022 με το αντίστοιχο του 2019 δείχνει σημαντική αύξηση των εξαγωγών αγαθών (+19%) και των επενδύσεων (+30%), κρίσιμα μεγέθη και τα δύο για τις μελλοντικές προοπτικές της χώρας.

Η μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές και πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο ακόμη καλύτερα αντιληπτός εάν συγκρίνουμε το πρώτο εννεάμηνο της φετινής χρονιάς με το αντίστοιχο του 2008 (τότε δηλ. που η ελληνική οικονομία έφτασε το μεγαλύτερο όριο διόγκωσης στην ιστορία της, για να αρχίσει αμέσως μετά να συρρικνώνεται).

Πράγματι, σε σύγκριση με την προ κρίσης χρέους εποχή, οι εξαγωγές είναι αυξημένες κατά 20%, ενώ οι εισαγωγές είναι μειωμένες κατά 8%. Η βελτίωση είναι ακόμη μεγαλύτερη στο ισοζύγιο αγαθών: οι εξαγωγές αγαθών τα τελευταία 14 χρόνια έχουν ανέβει κατά 45%, ενώ οι εισαγωγές αγαθών έχουν υποχωρήσει κατά 14%. Αυτή η εξισορρόπηση του ισοζυγίου αγαθών συνέβαλε στο να εξαλειφθεί πάνω από το μισό εμπορικό έλλειμμα της χώρας (αγαθά και υπηρεσίες), το οποίο πέρασε από το 12,6% του ΑΕΠ το 2008 στο 6,2% το 2022 (με βάση στοιχεία για το εννεάμηνο από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους).


Διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες

Τέλος, η πρόσφατη δημιουργία ερευνητικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη από την Pfizer, η ίδρυση κέντρου αριστείας στην τεχνητή νοημοσύνη από την εταιρεία συμβούλων EY σε συνεργασία με τον «Δημόκριτο», καθώς και οι επενδύσεις σε cloud computing («υπολογιστικό νέφος») από κολοσσούς της Silicon Valley όπως η Microsoft και η Google, δείχνουν πόσο θεαματική είναι η βελτίωση της διεθνούς φήμης της χώρας ως προορισμού επιχειρηματικών δραστηριοτήτων υψηλής τεχνολογίας.

Το ίδιο θεαματική είναι η ανάδειξη της Ελλάδας ως περιφερειακού κέντρου της διεθνούς κινηματογραφικής βιομηχανίας, χάρη στις δράσεις και στα χρηματοδοτικά κίνητρα του Εθνικού Κέντρου Οπτικoακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ) από το 2017, και την πολύ πρόσφατη συνεργασία του με την Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου (Enterprise Greece), που έχουν οδηγήσει στην επιλογή της χώρας μας ως σκηνικού δεκάδων ξένων και εγχώριων κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών.

Εύκολα γίνεται κατανοητό ότι εξωστρεφείς δραστηριότητες σαν αυτές που αναφέρονται παραπάνω δεν θα προσθέσουν απλώς μερικά δις ευρώ στο εθνικό εισόδημα, και μερικές χιλιάδες (καλοπληρωμένες) θέσεις εργασίας, αλλά θα προσφέρουν επίσης πολύτιμες δεξιότητες, διασυνδέσεις, εμπειρίες, ιδέες, και ανοιχτούς ορίζοντες σε πολλούς νέους που προηγουμένως υποαξιοποιούνταν, και συχνά φλέρταραν με το ενδεχόμενο μετανάστευσης στο εξωτερικό.


Συμπερασματικά

Και οι τρεις εξελίξεις που σχολιάζονται εδώ (επιτάχυνση της ανάπτυξης, άνοδος των εξαγωγών, διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες) είναι ευεργετικές για μια οικονομία που φτώχυνε πολύ την περασμένη δεκαπενταετία – και ως τέτοια πρέπει να χαιρετιστούν από όλους: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, μέσα ενημέρωσης, και κοινή γνώμη.

Το ερώτημα είναι: αρκούν αυτά; τι άλλο πρέπει να γίνει για να προχωρήσει ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές και πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο; Συνοπτικά, οι απαντήσεις μας σε αυτά τα δύο ερωτήματα είναι «όχι» και «πολλά». Για περισσότερες λεπτομέρειες, διαβάστε τα επόμενα άρθρα της μίνι σειράς.


30 Δεκεμβρίου 2022

Η οικονομία το 2023 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022) στο ένθετο του ΕΛΙΑΜΕΠ για τις προοπτικές της νέας χρονιάς, και ως ELIAMEP Policy Paper #121.

Στο περυσινό αφιέρωμα της εφημερίδας στις προβλέψεις του ΕΛΙΑΜΕΠ, κάναμε την εκτίμηση ότι «στην Ευρώπη η άνοδος του πληθωρισμού θα είναι σε μεγάλο βαθμό παροδική». Όπως όλοι γνωρίζουν, έναν χρόνο αργότερα ο πληθωρισμός είναι ακόμη εδώ και είναι ακόμη υψηλός, άρα δικαιολογημένα μπορεί οι αναγνώστες να αναλογιστούν το γνωστό ρητό, ότι οι οικονομολόγοι τα καταφέρνουν καλύτερα να προβλέπουν το παρελθόν παρά το μέλλον.

Παραδεχόμαστε την ενοχή μας, αλλά επικαλούμαστε τρία ελαφρυντικά. Το πρώτο είναι ότι δεν διαθέτουμε μαντικές ικανότητες: στην Ευρώπη ο πληθωρισμός οφείλεται κυρίως στη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία, που εκτίναξε τις τιμές της ενέργειας. Να θυμίσουμε ότι μέχρι και τις παραμονές της 24ης Φεβρουαρίου, οι αμερικανικές προειδοποιήσεις ότι ο Πούτιν ετοιμάζει πόλεμο γίνονταν δεκτές με δυσπιστία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Το δεύτερο ελαφρυντικό μας είναι ότι είχαμε καλή παρέα. Παρότι στις ΗΠΑ ο πληθωρισμός είχε εγχώριες αιτίες, ελάχιστοι οικονομολόγοι πριν από ένα χρόνο προέβλεψαν την κλιμάκωσή του. Η Janet Yellen, υπουργός οικονομικών, και πρώην διοικητής της ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας, δεν ήταν ανάμεσά τους. Όπως παραδέχθηκε σε συνέντευξή της στο CNN, «Νομίζω ότι είχα άδικο πέρυσι όσον αφορά την εξέλιξη του πληθωρισμού. Συνέβησαν απρόσμενα και μεγάλα σοκ στην οικονομία που δεν κατανόησα πλήρως τότε.» (Βλ. σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times 1 Ιουνίου 2022.)

Εκ των υστέρων, εύκολα μπορεί να δει κανείς ότι μέχρι πολύ πρόσφατα οι υπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική σε όλο τον κόσμο «πολεμούσαν τον προηγούμενο πόλεμο», σαν τους Γάλλους στρατηγούς τις παραμονές της γερμανικής εισβολής του Μαΐου 1940. Η τραυματική εμπειρία της λιτότητας και της ύφεσης πριν δέκα χρόνια, όταν ο Jean-Claude Trichet, διοικητής της ΕΚΤ, αύξησε τα επιτόκια δύο φορές εν μέσω ύφεσης «για να μην ξεφύγει ο πληθωρισμός», κάνοντας έτσι την ύφεση βαθύτερη, έκανε τους σημερινούς υπεύθυνους για την οικονομική πολιτική να κλείσουν τα αυτιά τους στα «γεράκια» που ζητούσαν μέτρα κατά του πληθωρισμού.

Βέβαια, στην προσπάθεια να αποφύγει κανείς ένα λάθος κινδυνεύει να διαπράξει το αντίθετο. Οι κεντρικές τράπεζες κατηγορούνται ότι άργησαν υπερβολικά να αυξήσουν τα επιτόκια. Σε κάθε περίπτωση, η «ανοχή» τους στον πληθωρισμό είναι μεγαλύτερη από ό,τι στο παρελθόν: λίγοι φαίνεται να έχουν το «στομάχι» για πάση θυσία μείωσή του στο 2%, εάν το τίμημα είναι ύφεση και άνοδος της ανεργίας. Εξ άλλου, τα νέα από το μέτωπο του πληθωρισμού είναι μάλλον θετικά. Οι προβλέψεις όλων των διεθνών οργανισμών δίνουν αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη το 2023. Το ΔΝΤ (τον Οκτώβριο) 3-6%. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (τον Νοέμβριο) 6,1%. Η ΕΚΤ (τον Δεκέμβριο) 5,5%. (Το 2022 ο πληθωρισμός φαίνεται ότι θα διαμορφωθεί σε 8,1% στην Ευρωζώνη.) Αυτό είναι το τρίτο και τελευταίο ελαφρυντικό της περυσινής πρόβλεψης: η άνοδος του πληθωρισμού μπορεί τελικά όντως να αποδειχθεί παροδική, απλώς λίγο λιγότερο παροδική από ό,τι νομίζαμε (σχεδόν όλοι).

Κατά τα άλλα, αν και η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, υπάρχει έδαφος για (συγκρατημένη) αισιοδοξία. Μέχρι τώρα η ευρωπαϊκή βιομηχανία έχει καταφέρει κάτι που μέχρι τώρα φάνταζε ανέφικτο: να μειώσει την κατανάλωση ενέργειας χωρίς να μειώσει την βιομηχανική παραγωγή. Φυσικά, οι πιο ενεργοβόροι κλάδοι ζορίζονται. Αλλά κατά μέσο όρο, οι ευρωπαϊκές βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα και επινοητικότητα.

Βέβαια, ο κίνδυνος της αποβιομηχανοποίησης είναι υπαρκτός, ιδίως στην Ευρώπη. Φυσικά, η υποχώρηση του μεριδίου της βιομηχανίας, με αύξηση του ειδικού βάρους των υπηρεσιών, είναι μακροχρόνια τάση, που σχετίζεται με την ανάδυση νέων κέντρων βιομηχανικής παραγωγής (κατά σειρά) στην Ιαπωνία, την Κορέα, την Ταϊβάν, την Κίνα και αλλού. Επιταχύνθηκε όμως από την επικράτηση ενός παραδείγματος οικονομικής πολιτικής που, στο όνομα της όντως τραυματικής εμπειρίας από τη σπάταλη και αποτυχημένη βιομηχανική πολιτική της δεκαετίας του ’70, που φόρτωσε την Ευρώπη με «προβληματικές επιχειρήσεις», κήρυττε την παραίτηση από οποιαδήποτε απόπειρα του κράτους να επηρεάσει την κατεύθυνση της οικονομικής μεταβολής. Τα αποτελέσματα είναι μπροστά μας: ολόκληροι παραγωγικοί κλάδοι έχουν αφεθεί να αποχωρήσουν από τα παλιά βιομηχανικά κέντρα και να μετεγκατασταθούν αλλού, ενώ στο πεδίο της εξασφάλισης κρίσιμων πόρων (ενέργεια, μικροεπεξεργαστές, σπάνιες γαίες), η Δύση αντιμετωπίζει το φάσμα της εξάρτησης από ξένες χώρες, ενίοτε με εχθρικά καθεστώτα.

Η αντίδραση των ΗΠΑ σε αυτό τον κίνδυνο ήταν η πρόσφατη ψήφιση του αμερικανικού Νόμου για τη Μείωση του Πληθωρισμού (IRA), που μεταξύ άλλων προσφέρει 369 δις δολάρια σε επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις σε εταιρείες που αναπτύσσουν πράσινες τεχνολογίες παράγοντας στις ΗΠΑ. Παρότι θα είναι προφανώς θετική η επίδραση του Νόμου στο ζωτικό μέτωπο της αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, μια ανησυχητική παρενέργειά του είναι η μεταφορά επενδύσεων και παραγωγικών δραστηριοτήτων από την Ευρώπη στις ΗΠΑ προκειμένου να επωφεληθούν από τις κρατικές επιδοτήσεις και άλλες ελαφρύνσεις. Ήδη ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η γερμανική BASF ή η ιταλική Enel έχουν ανακοινώσει πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση, ενώ αντιστρόφως τα σχέδια αμερικανικών εταιρειών όπως η Intel για επενδύσεις στην Ευρώπη φαίνεται να παγώνουν, τουλάχιστον εν μέρει. Όσα κράτη μέλη διαθέτουν τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο (με πρώτη την Γερμανία) θα επιχειρήσουν να απαντήσουν με αντίστοιχα μέτρα, ενώ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ανακοινώσει πρωτοβουλίες. Το εάν θα αρκούν για να αναζωογονήσουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία είναι κάτι που θα φανεί.

Χάρη στις καλές επιδόσεις των τελευταίων μηνών, η ελληνική οικονομία διάγει περίοδο αισιοδοξίας. Είναι ωφέλιμη η αισιοδοξία, αρκεί να μην μετατραπεί σε εφησυχασμό. Η εξάρτηση από τον τουρισμό παραμένει υπερβολική, η εξειδίκευση σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας παραμένει μεγάλη, η στροφή προς ένα δυναμικότερο και βιωσιμότερο παραγωγικό μοντέλο παραμένει ζητούμενο. Οι πόροι του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας είναι μοναδική ευκαιρία για την αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας. Η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να χαθεί.

Economic prospects in 2023: in the world, Europe, and Greece


Part of ELIAMEP Outlook, Predictions for 2023, published as ELIAMEP Policy Paper #121. A Greek version was published in the daily «TA ΝΕΑ» (Friday 30 December 2022).

In our December 2021 forecasts, we confidently predicted that “rising inflation in Europe will probably turn out to be temporary”. A year later, inflation is still with us, at its highest level since 1981. One can hardly fault readers for thinking that there may after all be some truth in the cliché that economists are better at predicting the past than the future.

In our defence, we would like to appeal to three extenuating circumstances.

The first is that we are not soothsayers. We did not predict that President Putin would unleash full-scale war on Ukraine – but, then, US warnings that Russia was going to invade were being dismissed by European leaders as late as 23 February 2022. It was Russian aggression that caused energy costs to skyrocket, causing the rest of the Consumer Price Index to climb with them.

Our second plea for mitigation is that we were hardly alone in underestimating inflationary pressures. Even though US inflation is higher, and unrelated to energy costs, few economists predicted its course. Janet Yellen, the US Treasury secretary, admitted as much in late May 2022. As she told reporters: “There have been unanticipated and large shocks to the economy that have boosted energy and food prices and supply bottlenecks that have affected our economy badly that I didn’t — at the time — didn’t fully understand, but we recognise that now”.

With hindsight, it is not difficult to see that economic policy makers around the world appeared to be fighting the last war until late in the day--not unlike the French generals on the eve of the Nazi invasion of May 1940. The trauma of the previous decade, when ECB President Jean-Claude Trichet raised interest rates twice in 2011 (“to nip inflation in the bud”), plunging the European economy into deeper recession, meant that today’s decision makers were unwilling to listen to the policy hawks calling for an early response to rising prices. In this context, erring on the side of caution posed a real risk.

As a matter of fact, central banks are now more tolerant of inflation than they were in the recent past: few seem to have the stomach for attempts to bring inflation down to 2% at the cost of engineering yet another recession and causing unemployment to soar. Moreover, international organisations think that inflation has now peaked and is about to de-escalate: the IMF forecast (in October) that prices in the Eurozone would rise by 3% to 6% in 2023; the European Commission (in November) came up with the conservative estimate of 6.1%; and the ECB (in December) put inflation in 2023 at 5.5%. (Inflation in the Eurozone in 2022 was expected to reach 8.1%.) This is the third and final point in our defence of last year’s prediction: rising inflation in Europe may well turn out to be temporary after all, albeit slightly less temporary than we all thought at first.

On another note, even though prospects for the European economy will also depend on what happens on the battlefields of Ukraine, recent developments leave room for (cautious) optimism. European manufacturers have recently achieved the rare feat of drastically reducing energy consumption while keeping industrial production at its previous level. Clearly, energy-intensive firms are struggling. But European manufacturing as a whole has to date proved remarkably flexible and inventive.

This is not to deny that the risk of deindustrialisation is real. To some extent, the fall in industry’s share of the economy and the rise of services are simply the continuation of a long-term trend associated with the emergence of new industrial powerhouses in Japan, Korea, Taiwan, China and elsewhere. This trend was reinforced by the laissez faire policy paradigm which viewed the failures of industrial policy in the 1970s as sufficient cause to abandon any ambitions of influencing the direction and pace of economic change through government action. The implications are now clear for all to see: entire industries have been allowed to desert old production centres and relocate elsewhere, while in terms of essential resources (energy, microprocessors, rare earths), the West is faced with dependence on foreign and often hostile regimes.

In the US, the quest for strategic autonomy was given a huge boost by the passing of the Inflation Reduction Act in August 2022, which provides for subsidies and tax relief worth $369 billion for firms investing in climate solutions. While clearly an impressive contribution to the fight against climate change, one side effect of the Act is that it radically changes the calculus by which firms weigh up investment decisions: European firms such as BASF and Enel have already announced that they will be investing in the US in order to take advantage of the very substantial public support made available by the Act, while US firms such as Intel have put investment projects in Europe on hold. In response, the European Commission, and those member states with the requisite fiscal space, are currently working on countermeasures. Whether these will be enough to stem the tide of relocation and give European manufacturing a new lease for life remains to be seen.

The Greek economy, though still nowhere near its 2007 peak, has outperformed expectations, bouncing back strongly from the Covid recession. The optimism of economic actors is a useful resource, provided it does not degenerate into complacency. Dependence on tourism remains excessive, too many activities remain low-tech and low-wage, and the turn to a more viable export-led growth model remains aspirational for now. The resources made available by the EU Recovery and Resilience Facility constitute a unique opportunity to modernise the economy, to upgrade skills and raise the game for Greek firms. We must not let it go to waste.