1 Δεκεμβρίου 2006

«Η οικονομία της υγείας υπό επανεξέταση»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Thomas Rice «Η οικονομία της υγείας υπό επανεξέταση» (εκδόσεις «Κριτική», Δεκέμβριος 2006).

Σε τι χρησιμεύει ένα ακόμη βιβλίο; Γενικά, με την εκδοτική έκρηξη και την κυκλοφορία όλο και περισσοτέρων τίτλων (και επιστημονικών) κάθε χρόνο, το ερώτημα γίνεται συνεχώς δυσκολότερο. Ειδικά, δηλ. όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο, η απάντηση είναι, ευτυχώς, ευκολότερη. Χωρίς υπερβολή, «Η οικονομία της υγείας υπό επανεξέταση» του Thomas Rice, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες (UCLA), είναι αυτό που σε άλλους αιώνες θα ονομαζόταν ουσιώδες βιβλίο.

Αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου, η ιδιαίτερη αξία του, βρίσκεται σε τρία χαρακτηριστικά του: πρωτοτυπία προσέγγισης, αυστηρότητα ανάλυσης και απλότητα διατύπωσης. Ας δούμε τα στοιχεία αυτά με τη σειρά και αναλυτικότερα.

Τα κεφάλαια που αποτελούν τον κορμό του βιβλίου έχουν όλα την ίδια δομή. Κατ’ αρχήν, ο συγγραφέας παρουσιάζει το παραδοσιακό οικονομικό υπόδειγμα, όπως αυτό διδάσκεται στο πρώτο έτος όλων των οικονομικών τμημάτων παγκοσμίως, χωρίς καμμία σχεδόν εξαίρεση: ανταγωνισμός (κεφάλαιο 2), ζήτηση (κεφάλαιο 3), προσφορά (κεφάλαιο 4), αναδιανομή (κεφάλαιο 5). Στη συνέχεια, «ανατέμνει» τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται το παραδοσιακό οικονομικό υπόδειγμα, μη διστάζοντας να αντλήσει υλικό από τα ερευνητικά ευρήματα άλλων επιστημονικών κλάδων (π.χ. της κοινωνικής ψυχολογίας), υπογραμμίζοντας τους λόγους για τους οποίους οι παραδοχές αυτές μπορεί να μην ισχύουν, τουλάχιστον στην περίπτωση των υπηρεσιών υγείας. Τέλος, επανεξετάζει τα διδάγματα της οικονομικής θεωρίας για την άσκηση πολιτικής υγείας στην πράξη. Ίσως δεν εκπλήσσει το ότι τα συμπεράσματα είναι κατά κανόνα αντίθετα με την κυρίαρχη αντίληψη, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, περί πρωταγωνιστικού ρόλου της αγοράς στον τομέα της υγείας. Πρόκειται για ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθω.

Μέχρι εδώ, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, τίποτε το καινούριο. Πράγματι, στην Ευρώπη η ιδέα της (υπό όρους) υπεροχής της δημόσιας παρέμβασης έναντι της ελεύθερης αγοράς στην οργάνωση και διανομή υπηρεσιών υγείας εξακολουθεί να είναι ευρέως αποδεκτή. Μάλιστα, η συμμετοχή του κράτους στην χρηματοδότηση του τομέα της υγείας είναι, στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, από εκτεταμένη (πάνω από 70%) έως σχεδόν αποκλειστική (γύρω στο 90%) . Και αυτό παρά τις ιδεολογικές «τρικυμίες» των τελευταίων δεκαετιών, οι οποίες έθεσαν σε αμφισβήτηση τη μεταπολεμική συναίνεση των μεγάλων πολιτικών οικογενειών της ηπείρου, δηλ. της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, πάνω στην οποία βασίστηκε η οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους γενικά, και των συστημάτων υγείας και κοινωνικής ασφάλισης ειδικά. Μήπως, λοιπόν, το βιβλίο του αμερικανού καθηγητή Thomas Rice παραβιάζει ανοικτές θύρες;

Κάθε άλλο. Αυτό που κάνει την «επανεξέταση της οικονομίας της υγείας» την οποία προτείνει ο συγγραφέας τόσο εύστοχη είναι ακριβώς ότι γίνεται με τα ίδια τα εργαλεία της οικονομικής επιστήμης. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για τη συνήθη, μάλλον οκνηρή, κριτική προς τους «ψυχρούς» οικονομολόγους όπως συχνά ασκείται από (θερμούς;) κοινωνιολόγους ή ιατρούς. Ούτε πρόκειται για το «ανατρεπτικό» εγχείρημα κάποιου ετερόδοξου οικονομολόγου που έχει απογοητευθεί από τον τρόπο που εξελίσσεται η οικονομική επιστήμη και έχει μεταστραφεί σε πολέμιό της. Ο Thomas Rice δεν εγκαταλείπει την οικονομική ανάλυση, αλλά αντίθετα την εφαρμόζει – αφού πρώτα αναθεωρήσει τις παραδοχές της – για να δείξει ότι η υπερβολική εμπιστοσύνη στην αγορά οδηγεί μαθηματικά από τη μια σε κενά κάλυψης και ανισότητες στην πρόσβαση, από την άλλη σε υψηλότερο κόστος και χαμηλότερη «αποδοτικότητα» (νοούμενη ως σχέση χρησιμοποιούμενων πόρων και παραγόμενου αποτελέσματος υγείας). Και όχι μόνο αυτό: πάνω στα συμπεράσματα της οικονομικής θεωρίας, απαλλαγμένης βέβαια από τα αδιέξοδα του παραδοσιακού οικονομικού υποδείγματος, θεμελιώνει συμπεράσματα πολιτικής. Σε τελική ανάλυση, η «επανεξέταση της οικονομίας της υγείας» ανανεώνει επίσης την εμπιστοσύνη μας στην ικανότητα της οικονομικής επιστήμης να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των προβλημάτων της κοινωνικής οργάνωσης και να προτείνει λύσεις σε αυτά.

Οπωσδήποτε, τα παραπάνω ζητήματα είναι από τη φύση τους αρκετά περίπλοκα. Όχι όμως και δυσπρόσιτα, απαγορευτικά για όσους δεν ανήκουν σε ένα στενό κύκλο μυημένων. Εδώ, ο Thomas Rice συνεχίζει μια από τις ευγενέστερες αγγλοσαξονικές παραδόσεις, της εμμονής στην όσο το δυνατόν απλούστερη (όχι όμως απλουστευτική) διατύπωση που πηγάζει από την επιθυμία μετάδοσης ενός νοήματος, και απέχθειας για την ηθελημένη χρήση εξεζητημένων όρων που αντίθετα προέρχεται από την επιθυμία εντυπωσιασμού του αναγνώστη. Η πρώτη βοηθά τη δημόσια συζήτηση μεταξύ πληροφορημένων πολιτών, η τελευταία οδηγεί στη συσκότιση των θεμάτων και στον αποκλεισμό των μη ειδικών. Όλα αυτά είναι τόσο προφανή που θα μπορούσαν να μην αναφέρονται καθόλου – εάν η εκζήτηση των ειδικών και η ατελής κατανόηση των ζητημάτων εκ μέρους της κοινής γνώμης (δύο όψεις του ίδιου νομίσματος) δεν ήταν τόσο μόνιμες όψεις του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα βιβλίο ουσιώδες. Στο ερώτημα «πόσο κράτος και πόση αγορά;» απαντά αναδεικνύοντας τους κινδύνους μιας πολιτικής υγείας που εμπιστεύεται υπερβολικά την αγορά, όπως στις ΗΠΑ, και σχολιάζοντας ευνοϊκά την εμπειρία άλλων χωρών. Χωρίς να παραβλέπει τις αδυναμίες της κρατικής παρέμβασης, υποστηρίζει μια πραγματιστική πολιτική που να εξετάζει κάθε φορά ολόκληρο το φάσμα των δυνατών επιλογών, χωρίς τις παρωπίδες μιας ιδεολογικής πίστης στην «υποχρεωτική» υπεροχή της αγοράς – ή οποιασδήποτε άλλης πίστης. Πράγματι, παρακολουθώντας την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του βιβλίου, ο Έλληνας αναγνώστης θα έχει συχνά την ευκαιρία να αναλογιστεί τη σοφία μιας πολιτικής που ξεκίνησε με την πανηγυρική ψήφιση του νόμου για το ΕΣΥ, με διακηρυγμένο στόχο την «απο-εμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία», και κατέληξε ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα σε μια de facto ιδιωτικοποίηση που δεν συναντάται σε καμμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Προφανώς, η de facto ιδιωτικοποίηση, η οποία μπορεί κάλλιστα να βαθαίνει την ίδια στιγμή που όλοι ομνύουν πίστη στα υψηλά ιδεώδη του ΕΣΥ, σχετίζεται επίσης με ένα άλλο ερώτημα: «τι κράτος και τι αγορά;» Πόσο χρήσιμο μπορεί να είναι ένα τέτοιο βιβλίο σε μα χώρα όπου η κοινωνική ασφάλιση παραμένει κατακερματισμένη, όπου η δημόσια πρωτοβάθμια περίθαλψη είναι αναιμική, όπου τα κρατικά νοσοκομεία κακοδιοικούνται, όπου οι άνομες συναλλαγές στο εσωτερικό του ΕΣΥ είναι ο κανόνας, όπου ο ιδιωτικός τομέας δεν υπόκειται σε σοβαρή ρύθμιση και όπου η φοροδιαφυγή είναι ενδημική; Θα ήταν άδικο να περιμένουμε από ένα βιβλίο να δίνει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, σαν να ήταν η «κιβωτός της αλήθειας». Και όμως, ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι τα διδάγματα της οικονομικής θεωρίας για το ρόλο του κράτους στον τομέα της υγείας (κεφάλαιο 6) δεν είναι καθόλου άσχετα με την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων που μας είναι οικεία, ακόμη και όσων έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε «Ελληνικές ιδιαιτερότητες» .

Σε ποιους, λοιπόν, απευθύνεται το βιβλίο; Ασφαλώς, πρόκειται για επιστημονικό κείμενο, το οποίο γράφτηκε για να διαβαστεί πρώτα και κύρια από φοιτητές που σπουδάζουν οικονομικές επιστήμες. Άλλωστε, η αρχική ώθηση για την έκδοσή του στα ελληνικά προήλθε από την αναζήτηση ενός εγχειριδίου οικονομίας της υγείας που να καλύπτει τις διδακτικές ανάγκες του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου διδάσκεται το αντίστοιχο μάθημα. Η προσθήκη στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου  ενός Παραρτήματος όπου αναλύεται η εμπειρία 10 χωρών διέλυσε τις τελευταίες επιφυλάξεις σχετικά με τον «αμερικανοκεντρικό» χαρακτήρα του βιβλίου και την καταλληλότητά του σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.

Πάντως, η σοβαρότητα των θεμάτων που αναλύει το βιβλίο, η μόνιμη επικαιρότητά τους ως ζητήματα δημόσιας πολιτικής σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες και σε όλο και περισσότερες αναπτυσσόμενες, η επιστημονική αυστηρότητα στην πραγμάτευσή τους, και ταυτόχρονα η απλότητα στη διατύπωσή τους – όλα αυτά το κάνουν όχι μόνο διαφωτιστικό εγχειρίδιο αλλά και συναρπαστικό ανάγνωσμα. Όποιος θεωρεί ότι ένα επιστημονικό έργο δεν είναι δυνατόν να διαβάζεται με απόλαυση δεν έχει παρά να ξεφυλλίσει τις σελίδες που αναφέρονται στο ρόλο που παίζει το γόητρο και το κοινωνικό status στο σχηματισμό των προτιμήσεων, ή στη συζήτηση για την – κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη – σχέση μεταξύ εισοδήματος και ευτυχίας (κεφάλαιο 2).

Συνεπώς, το βιβλίο του Thomas Rice δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνων που διαβάζονται επειδή «πρέπει». Για αυτό δεν απευθύνεται μόνο σε φοιτητές και ειδικούς, αλλά και σε όλους όσους ενδιαφέρονται για την ανάλυση της πολιτικής υγείας: είτε επειδή εργάζονται στον τομέα της υγείας, είτε επειδή είναι υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων και μέτρων πολιτικής, είτε επειδή ασχολούνται με την αξιολόγηση ή τον σχολιασμό τέτοιων μέτρων, είτε επειδή επιθυμούν απλώς να αποκτήσουν την ειδική πληροφόρηση και γνώση που απαιτεί η ιδιότητα του ενεργού πολίτη.

Συνεπώς, ελπίζω ότι το βιβλίο θα βρει ανταπόκριση από ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Κατ’ αρχήν, από καθηγητές και φοιτητές άλλων τμημάτων και άλλων πανεπιστημίων, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, σε προγράμματα σπουδών κοινωνικής πολιτικής, διοίκησης μονάδων υγείας ή και ιατρικής επιστήμης. Έπειτα, από στελέχη του ΕΣΥ και των ασφαλιστικών ταμείων, καθώς και (γιατί όχι;) ιδιωτικών μονάδων και ασφαλιστικών εταιρειών. Επίσης, από τους υπεύθυνους για τη χάραξη και την ανάλυση της πολιτικής υγείας, στο υπουργείο υγείας αλλά και στο υπουργείο οικονομίας ή στην υπόλοιπη κυβέρνηση, στα πολιτικά κόμματα αλλά και στα εργατικά συνδικάτα ή τις επαγγελματικές ενώσεις, στα έντυπα αλλά και στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Τέλος, από κάθε πολίτη που ενδιαφέρεται να σχηματίσει γνώμη για «τεχνικά» και ίσως περίπλοκα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας, πέρα από τις συνήθεις γενικολογίες της τρέχουσας δημόσιας συζήτησης.

15 Οκτωβρίου 2006

Ο κρατικός συνδικαλισμός και οι παραμορφώσεις του

Δημοσιεύτηκε στον «Ελεύθερο Τύπο» (Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2006)

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στα ΕΛΤΑ και αλλού αναζωπύρωσαν τη συζήτηση περί «παρακράτους της Δεξιάς». Παρακράτος ή όχι, σίγουρα η όλη εικόνα είναι κάθε άλλο παρά κολακευτική για την κυβέρνηση και τον κομματικό μηχανισμό της ΝΔ. Πάντως, η συζήτηση περί «παρακράτους» κινδυνεύει να υποβαθμίσει μια άλλη διάσταση που θα άξιζε αντίθετα πολύ περισσότερης προσοχής.

Η διάσταση αυτή αφορά τα συνδικάτα τα ίδια, καθώς και τις σχέσεις τους με την κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και την εργοδοσία, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα. Πράγματι, δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς ότι το θέαμα συνδικαλιστικών στελεχών που δεν διστάζουν να καταφύγουν στη σωματική βία εναντίον των αντιπάλων τους (με τραγικά, κάποτε, αποτελέσματα) είναι απεχθές. Το πλήγμα στα συνδικάτα και στη δημόσια εικόνα τους θα ήταν περιορισμένο εάν το ίδιο περιορισμένο ήταν και το πρόβλημα. Είναι όμως;

Οι συμπλοκές μεταξύ αντιτιθέμενων συνδικαλιστών π.χ. στο συνέδριο της ομοσπονδίας των εργαζομένων στον ΟΤΕ πέρυσι, ή στη συνέλευση των εργαζομένων της Ιονικής Τράπεζας πριν από μερικά χρόνια, είναι απλώς τα πιο γνωστά επεισόδια, λόγω κυρίως της τηλεοπτικής κάλυψης τους. Εν μέρει, η σχετική όξυνση οφείλεται σε μια γενική κουλτούρα δυσανεξίας, συνηθισμένη και εκτός συνδικαλισμού, ενώ πυροδοτείται από αντιθέσεις ιδεολογικού τύπου. Εν μέρει, όμως, και αυτό είναι το στοιχείο που κυρίως θα έπρεπε να βάλει σε σκέψεις όσους ενδιαφέρονται για το μέλλον του συνδικαλισμού στην Ελλάδα, το διακύβευμα της διαμάχης λίγη σχέση έχει με διαφωνίες πολιτικού χαρακτήρα, και πολύ περισσότερη με έναν ανελέητο αγώνα για τα υλικά λάφυρα της επικράτησης της μιας ή της άλλης παράταξης.

Για παράδειγμα, αυτό που φαίνεται να χωρίζει την «ΔΑΚΕ 2005» από την «ΔΑΚΕ-Ενότητα» στα ΕΛΤΑ δεν φαίνεται να είναι κάποια διαφορά πολιτικής γραμμής. Ούτε απλώς κάποια από τις συχνές διαφορές, και εν πολλοίς ακατανόητες, μεταξύ κατηγοριών (π.χ. πτυχιούχοι εναντίον απλών διανομέων). Ούτε καν κάποια ακόμη λιγότερο «ευγενής» αλλά εν πάσει περιπτώσει συνηθισμένη διαφορά μεταξύ προσώπων. Αυτό που φαίνεται να βρίσκεται στη ρίζα της διαμάχης μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερίδων της ίδιας συνδικαλιστικής παράταξης βρίσκεται πέρα από όλα αυτά – και δείχνει να αφορά το «ποιος κάνει κουμάντο» στα ΕΛΤΑ.

«Προς τι τα μίση και ο αλληλοσπαραγμός;» θα σκεφτεί κανείς. Και όμως, παρά τη ρητορεία περί αγώνων κτλ., η λειτουργία του κρατικού συνδικαλισμού – σε συνεργασία με τη διοίκηση – συχνά εκτρέπεται στην προστασία του συναδέλφου που δεν παρουσιάζεται στο γραφείο του επί μήνες επειδή έχει άλλες δουλειές, στη διανομή προσοδοφόρων θέσεων σε ημέτερους, στον έλεγχο των προσλήψεων εποχικών υπαλλήλων, καθώς και σε άλλες, πασίγνωστες δραστηριότητες που ανακυκλώνουν τις παθολογίες του πελατειακού κράτους και της άλωσής του από ιδιωτικά συμφέροντα.

Και πάλι, το πρόβλημα θα ήταν περιορισμένο εάν αφορούσε μόνο τη ΔΑΚΕ. Είναι έτσι όμως; Και θα βρούν οι συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες στο εσωτερικό τους τις ηθικες δυνάμεις που θα τους επιτρέψουν να αντιστρέψουν όχι απλώς την αρνητική εικόνα των τελευταίων ημερών, αλλά την εκφυλιστική πορεία πολλών δεκαετιών;

7 Ιουνίου 2006

Ανισότητες και διακρίσεις στην κοινωνική πολιτική

Oμιλία σε συνάντηση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ) με θέμα «Ανισότητες και διακρίσεις στη δημόσια διοίκηση, στην εκπαίδευση και στην κοινωνική πολιτική» (Αθήνα 7 Ιουνίου 2006)

Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι η καταπολέμηση των ανισοτήτων είναι οπωσδήποτε βασικός στόχος της κοινωνικής πολιτικής. Για παράδειγμα, έχει υποστηριχθεί ότι στο «φιλελεύθερο» μοντέλο κοινωνικής προστασίας ο κύριος στόχος (στην καλύτερη περίπτωση) είναι η παροχή ενός διχτυού ασφαλείας για την ανακούφιση από την ακραία φτώχεια, ενώ στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης όπου η κοινωνική προστασία σχεδόν ταυτίζεται με την κοινωνική ασφάλιση (όπως άλλωστε συμβαίνει και στην Ελλάδα), ο κύριος στόχος είναι η προαγωγή της κοινωνικής συνοχής – στόχος ασύμβατος με μια ραγδαία επιδείνωση της ανισότητας, αλλά όχι κατ’ ανάγκην με τη διατήρησή της σε ένα σταθερό και ίσως σχετικά υψηλό επίπεδο.

Πράγματι, η καταπολέμηση των ανισοτήτων αποτελεί προγραμματικό στόχο της κοινωνικής (αλλά και της οικονομικής, φορολογικής, εκπαιδευτικής, καθώς και πολιτικής απασχόλησης) μόνο στο σκανδιναβικό μοντέλο κοινωνικής προστασίας. Ως γνωστόν, το μοντέλο αυτό διόλου τυχαία λέγεται και σοσιαλδημοκρατικό. Και για αυτόν το λόγο, παρότι δεν ζούσα σε άλλο πλανήτη την τελευταία δεκαετία, στο υπόλοιπο της ομιλίας μου θα υποθέσω ότι η κοινωνική πολιτική κάθε πολιτικής δύναμης που αυτοτοποθετείται αριστερά του κέντρου – πόσο μάλλον της εκσυγχρονιστικής κεντροαριστεράς – εμπνέεται από το ιδεώδες της καταπολέμησης των ανισοτήτων (και των διακρίσεων). Εάν κάνω λάθος θα μου το πείτε.

Θα αναφερθώ επί τροχάδην σε τρία θέματα: στην εικόνα της κατανομής του εισοδήματος στη χώρα μας σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ, σε όψεις ανισοτήτων (και διακρίσεων) στην κοινωνική πολιτική όπως παραδοσιακά ασκείται στην Ελλάδα, και τέλος στις αιτίες της επιβίωσης του παραδοσιακού μοντέλου πολύ μετά την ημερομηνία λήξης του.

1. Κατανομή του εισοδήματος

Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, η ανισότητα μειώθηκε σημαντικά κατά την περίοδο 1974-82 και παρέμεινε περίπου αμετάβλητη από τότε. Το ίδιο συμβαίνει και με τη (σχετική) φτώχεια – όμως, όταν η σχετική φτώχεια παραμένει σταθερή ενώ το μέσο εισόδημα αυξάνει, η απόλυτη φτώχεια κατά κανόνα μειώνεται.

Σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης (και μάλιστα των 25!), η ανισότητα στην Ελλάδα είναι σαφώς μεγαλύτερη. Μάλιστα, ενώ στην ΕΕ η εισοδηματική ανισότητα των ηλικιωμένων είναι χαμηλότερη από ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό, στη χώρα μας συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν και όσον αφορά τη φτώχεια, η οποία είναι υψηλότερη (μεγαλύτερο ποσοστό σχετικής φτώχειας), οξύτερη (μεγαλύτερο ποσοστό ακραίας φτώχειας), βαθύτερη (μεγαλύτερο χάσμα φτώχειας) και πιο επίμονη (μεγαλύτερο ποσοστό συνεχούς επί 3 έτη παραμονής κάτω από το όριο φτώχειας) στην Ελλάδα από ό,τι στην ΕΕ-25 κατά μέσο όρο.

Τα παραπάνω δεδομένα χαρακτηρίζονται και αυτά από μεγάλη σταθερότητα. Αυξομειώσεις στους διάφορους δείκτες υπάρχουν, αλλά βρίσκονται κατά κανόνα στα όρια του στατιστικού σφάλματος. Η ΕΣΥΕ πρόσφατα δημοσίευσε νεώτερα στοιχεία που δείχνουν ότι στην περίοδο 2001-03 η ανισότητα και η συνολική φτώχεια αυξήθηκαν, ενώ η φτώχεια των ηλικιωμένων μειώθηκε. Τα στοιχεία αυτά βασίζονται σε μια νέα στατιστική σειρά και θα πρέπει να ιδωθούν με κάποια επιφύλαξη. Πάντως, η γενική εικόνα σταθερότητας δεν φαίνεται να μεταβάλλεται.

Το ερώτημα είναι: γιατί; Η απάντηση του συρμού (φτωχό και μίζερο κοινωνικό κράτος κτλ.) δεν στέκει: η κοινωνική δαπάνη στη χώρα μας αυξήθηκε σημαντικά τη δεκαετία 1994-2004, σε απόλυτες τιμές και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Συνεπώς, ακόμη και αν λάβει υπόψη του κανείς τον υπερβάλλοντα ζήλο με τον οποίο συχνά υπολογίζονταν τα σχετικά μεγέθη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύγκλιση που επιτεύχθηκε προς τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο ήταν πραγματική.
Όμως, η σταθερότητα της ανισότητας και της φτώχειας σε συνθήκες αύξησης της κοινωνικής δαπάνης δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά: το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα χρηματοδοτείται πολύ καλύτερα σήμερα από ό,τι 10 ή 20 χρόνια πριν, αλλά παραμένει το ίδιο πελατειακό κράτος παροχών που γνωρίσαμε και δεν αγαπήσαμε. Είχαμε μεγέθυνση αλλά όχι ανάπτυξη. Η σύγκλιση με το Ευρωπαϊκό mainstream ήταν ποσοτική αλλά όχι ποιοτική.

2. Όψεις ανισοτήτων (και διακρίσεων)

«Το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα οικοδομήθηκε άναρχα. [Είναι] προϊόν συνεχών συμβιβασμών με ομάδες πίεσης ή περιστασιακής αντιμετώπισης κρίσεων». Χάρη σε αυτή την ιστορική διαδικασία, το σημερινό κοινωνικό κράτος δεν συνιστά συνεκτικό σύνολο αλλά «εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων» – τόσο που να δικαιολογεί το χαρακτηρισμό του ως «κράτους πελατειακών παροχών». Τάδε έφη Κωσταντίνος Σημίτης στο μακρινό 1989.

Από τότε μέχρι τώρα λίγα άλλαξαν, κάποια μάλιστα προς το χειρότερο. 90% των κοινωνικών επιδομάτων είναι συντάξεις (68% στην ΕΕ-15). Περίπου ένα τρίτο της συνολικής δαπάνης για συντάξεις, επιχορηγήσεις του κράτους στην κοινωνική ασφάλιση, κατανέμεται το ίδιο άδικα και ανορθολογικά όπως και πριν. Η κατάργηση του ΛΑΦΚΑ (σταγόνας στον ωκεανό, αλλά σταγόνας εξισωτικής αναδιανομής) λίγες επί της ουσίας διαμαρτυρίες προκάλεσε. 40% των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα (σε μια χώρα χωρίς βαρειά βιομηχανία) υπάγεται στο καθεστώς των ΒΑΕ – μάλιστα, με το νόμο Ρέππα το καθεστώς αυτό επεκτείνεται και στον δημόσιο τομέα. Όπως και τότε, εξακολουθούμε να έχουμε όχι ένα αλλά πολλά κοινωνικά κράτη: άλλο καθεστώς, με ευνοϊκούς κανόνες για άνδρες, μεσήλικες, ασφαλισμένους σε ευγενή ταμεία, εργαζόμενους στο Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες – και άλλο καθεστώς, με δυσμενείς κανόνες για τους νεότερους, τους εργαζόμενους στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα, τους ασφαλισμένους στα «λαϊκά» ταμεία, καθώς και τις (περισσότερες) γυναίκες. Το ΕΚΑΣ ήταν καινοτομία, αλλά δεν αντιστοιχεί σε πάνω από το 2-3% της συνολικής δαπάνης για συντάξεις. Πάντως, η συμβολή του (μαζί με την αναβάθμιση των αγροτικών συντάξεων) στην πραγματική βελτίωση των εισοδημάτων των χαμηλοσυνταξιούχων υπήρξε αξιοσημείωτη.

Και εκτός συντάξεων, λίγα πράγματα άλλαξαν. Τα επιδόματα ανεργίας εξακολουθούν να καλύπτουν περισσότερο τους εποχικά εργαζόμενους παρά τους μακροχρόνια ανέργους. Δεν έχουμε επιδόματα παιδιού αλλά πολυτεκνικά (μόνο καθ’ ημάς επιβιώνει αυτό το τυπικό δείγμα κοινωνικής πολιτικής των νοτιοευρωπαϊκών φασισμών της δεκαετίας του ’30). Τα επιδόματα ΑΜΕΑ ανέρχονται σε 23, με ειδικό επίδομα «τυφλών ασκούμενων δικηγόρων», τρεις φορές πιο γενναιόδωρο από το επίδομα των τυφλών που δεν είναι ασκούμενοι δικηγόροι. Για ένα φεγγάρι η «επιλεκτικότητα» και η «στόχευση» ήταν πολύ της μόδας – και όμως, το κατ’ εξοχήν επιλεκτικό και στοχευμένο πρόγραμμα, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που εφαρμόζεται στην Κύπρο και σε άλλες 22 χώρες μέλη της ΕΕ, παραμένει αντικείμενο μιας ανούσιας και ρηχής ρητορικής στην Ελλάδα.

Εν τω μεταξύ, νέες ανισότητες προστέθηκαν στις παλιές. Το 12% του εργατικού δυναμικού ήλθαν στη χώρα μας ως μετανάστες. Χάρη σε μύρια νομοθετικά και γραφειοκρατικά εμπόδια, πολλοί από αυτούς είναι «παράνομοι» – άρα χωρίς κοινωνικά δικαιώματα. Όσοι καταφέρουν να υπερβούν τα εμπόδια (και πείσουν τους εργοδότες τους να τους κολλάνε ένσημα), συχνά διαπιστώνουν ότι για τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ και άλλων υπηρεσιών εξακολουθούν να είναι πολίτες β’ κατηγορίας. Πρόκειται για την πιο κραυγαλέα περίπτωση διακρίσεων κατά την εφαρμογή μιας νομοθεσίας που ούτως ή άλλως προσβάλλει την έννοια της δικαιοσύνης.
Λίγα, λοιπόν, πράγματα άλλαξαν – κάποια μάλιστα προς το χειρότερο – στα χρόνια που μεσολάβησαν από τη δημοσίευση του «Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας», παρότι εν τω μεταξύ ο συγγραφέας του (αιρετικός βουλευτής της αντιπολίτευσης τότε) στα μισά από αυτά τα χρόνια κυβέρνησε τη χώρα ως πρωθυπουργός.

Έχω λόγους να πιστεύω (άλλοι, όμως, μπορεί να διαφωνούν) ότι αυτή η αναντιστοιχία λόγων και έργων δεν οφείλεται σε έλλειψη ειλικρίνειας. Αντίθετα, θεωρώ ότι η διάψευση των ελπίδων που γέννησε το 1996 θα πρέπει να αναζητηθεί αφενός στην αδυναμία των μεταρρυθμιστικών ιδεών, και αφετέρου στη δυσαρμονία τους με βαθύτατα ριζωμένες αντιλήψεις που (παρότι ανεδαφικές) καλλιεργήθηκαν επί δεκαετίες από ευρύτατο φάσμα της πολιτικής ελίτ και των υπόλοιπων διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

3. Αιτίες της επιβίωσης του παραδοσιακού μοντέλου

Η ιδέα ότι η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι κάτι που μας το ζητούν πιεστικά οι διεθνείς οργανισμοί και τα ντόπια φερέφωνά τους από ιδεολογική εχθρότητα στις κατακτήσεις του λαού μας (ίσως και του τόπου), καθώς και η συνακόλουθη ιδέα ότι κατά βάθος το μόνο που χρειάζεται η κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα είναι περισσότερα χρήματα, διαπερνούν το σύνολο του πολιτικού φάσματος: από τη λαϊκή δεξιά έως την παραδοσιακή αριστερά. Είναι περιττό να προσθέσω ότι οι δύο αυτές ιδέες αποτελούν επίσης βαθιές πεποιθήσεις σχεδόν του συνόλου των μελών και στελεχών του ΠΑΣΟΚ, με μερικές μάλλον δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις.

Θα έπρεπε να είναι επίσης περιττό να σημειώσω ότι οι δύο κεντρικές ιδέες του παραδοσιακού μοντέλου είναι βαθύτατα λαθεμένες. Η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι επειγόντως αναγκαία, για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας αλλά και για την εξάλειψη των αδικιών (και διακρίσεων) του σημερινού συστήματος. Και η αποκατάσταση της βιωσιμότητας θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι – έναντι της γενιάς των παιδιών μας ή των παιδιών των παιδιών μας. Για αυτά χρειάζεται η μεταρρύθμιση, όχι λόγω Μάαστριχτ ή ΟΝΕ ή Συμφώνου Σταθερότητας.

Έχει κατανοηθεί αυτό το κομβικό σημείο; Είναι μέρος της πολιτικής κουλτούρας μας; Φοβάμαι πως όχι – ούτε καν μεταξύ των πιο προωθημένων εκσυγχρονιστών. Εξ ου και η επιλογή του να δοθεί η μάχη για τη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους με τον άτολμο, σχεδόν «ένοχο» τρόπο που έγινε, εξ ου και η συνεχής επίκληση του Μάαστριχτ και της ΟΝΕ – σαν από εκεί να απέρρεε η πολιτική νομιμοποίηση της μεταρρύθμισης, όχι από τις παταγώδεις αποτυχίες του σημερινού συστήματος. Η τύχη των προτάσεων Γιαννίτση απέδειξε κυρίως αυτό: ότι οι μάχες που δεν δίνονται, τελικά χάνονται πιο εύκολα και με μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι τα περιθώρια χειρισμών ήταν ούτως ή άλλως στενά, λόγω της «κάθετης» αντίθεσης των συνδικάτων. Σωστό – αν και η κυριαρχία της ΠΑΣΚΕ εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια δείχνει ότι η αντίθεση των συνδικάτων θα πρέπει να θεωρείται μάλλον ενδογενής παρά εξωγενής περιορισμός.

Το κύριο πρόβλημα με τα συνδικάτα είναι η στρεβλή αντιπροσώπευση των εργαζομένων από αυτά. Η αναντιστοιχία έχει διάφορες διαστάσεις:

- Μεταξύ κλάδων της οικονομίας: η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ έχουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της ΓΣΕΕ, παρότι οι κλάδοι της κοινής ωφέλειας και των τραπεζών απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ).

- Μεταξύ των δύο φύλων: 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η αναλογία τους στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη.

- Μεταξύ ηλικιακών ομάδων: παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι κατά 5 φορές μικρότερη από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών.

- Μεταξύ εθνικών ομάδων: με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν κατάφερε (ή δεν προσπάθησε;) να οργανώσει τους ξένους εργάτες, ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.

- Τέλος, μεταξύ ασφαλιστικών ταμείων: παρότι ως γνωστόν το ΙΚΑ ασφαλίζει πάνω από 90% των μισθωτών εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, το ποσοστό των μελών της Διοικούσας Επιτροπής της ΓΣΕΕ που είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ κυμαίνεται γύρω στο 30%.

Όλα αυτά έχουν δύο κρίσιμες συνέπειες. Πρώτον, η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή όλο και λιγότερο μοιάζει με την εικόνα του μέσου μισθωτού. Δεύτερον, μια μεταρρυθμιστική πολιτική μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντα των μισθωτών, χωρίς παρόλα αυτά να αποσπά την έγκριση της ΓΣΕΕ.

Νομίζω ότι το ηθικό δίδαγμα των παραπάνω είναι προφανές. Μια μελλοντική σοσιαλιστική, κεντροαριστερή κτλ. κυβέρνηση δεν θα αξίζει να λέγεται σοσιαλιστική, κεντροαριστερή κτλ. εάν απλώς «κάνει καθυστέρηση» μέχρι να τελειώσει η θητεία της ώστε να κληροδοτήσει την «καυτή πατάτα του ασφαλιστικού» στην επόμενη κυβέρνηση.

Κάποια μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι αναπόφευκτη, όμως το περιεχόμενό της δεν είναι δεδομένο. Το σενάριο μιας γενικής, δραστικής περικοπής κοινωνικών δικαιωμάτων όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο ακόμη δεν είναι ρεαλιστικό, αλλά κάποτε μπορεί να είναι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το status quo δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ.

Καταλαβαίνω την απροθυμία των πολιτικών να θίξουν τα κακώς κείμενα του ασφαλιστικού. Είναι άχαρη δουλειά, που φθείρει όποιον την αναλάβει. Ο πειρασμός της φυγομαχίας είναι μεγάλος. Όμως, από κάτι τέτοια κρίνεται η συλλογική διορατικότητα των πολιτικών δυνάμεων. Και σε κάτι τέτοια φαίνεται η διαφορά μεταξύ πολιτικών που αγωνιούν για το τι θα γράφουν για αυτούς οι αυριανές εφημερίδες, και πολιτικών που αγωνιούν για το τι θα γράφουν για αυτούς τα μελλοντικά βιβλία ιστορίας.

1 Μαΐου 2006

Οι συνδικαλιστές και «εμείς οι άλλοι»

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Μάιος 2006)

Όταν πριν δύο χρόνια, και λίγες εβδομάδες μετά τις βουλευτικές εκλογές, γινόταν το τελευταίο συνέδριο της ΓΣΕΕ, το κύρος της ήταν το υψηλότερο από τη μεταπολίτευση. Ήταν άλλωστε ακόμη νωπή η εικόνα της «μάχης για το Ασφαλιστικό», εικόνα της μαχητικής συνομοσπονδίας που δεν δίστασε να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την κυβέρνηση – και μάλιστα να την αναγκάσει σε υποχώρηση – προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα των μελών της. Πολύ περισσότερο που ήταν μια κυβέρνηση κατά τεκμήριο «φιλική» προς τα συνδικάτα, στην οποία υποτίθεται ότι επρόσκειτο το 49% των μελών της διοίκησης της ΓΣΕΕ (αλλά και της άλλης συνομοσπονδίας, εξίσου αν όχι περισσότερο μαχητικής, της ΑΔΕΔΥ).

Σήμερα φυσά άλλος άνεμος. Η μεθόδευση της κυβέρνησης ΝΔ για την «εξυγίανση» του ΟΤΕ (χρυσοπληρωμένη εθελούσια έξοδος για την παλαιά φρουρά, όροι εργασίας και ασφάλισης όπως στον ιδιωτικό τομέα για τους νεοπροσληφθέντες) διέσπασε το συνδικάτο. Η «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» στις τράπεζες σε πείσμα των εκκλήσεων της ΟΤΟΕ για διάλογο και ενιαίο ταμείο ήταν σαφής ήττα για την ισχυρότερη ομοσπονδία εργαζομένων – ήττα που προσπαθεί τώρα να κεφαλαιοποιήσει η εργοδοσία με την πρόταση για διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης αντί κλάδου (και σε επίπεδο ατομικό αντί για συλλογικό στο μέλλον). Η επιχειρούμενη αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος στις ΔΕΚΟ μπορεί τελικά να βαλτώσει, όχι τόσο όμως επειδή η κυβέρνηση ανησυχεί για την αντίδραση των πάλαι ποτέ πανίσχυρων εκεί συνδικάτων, αλλά απλώς επειδή σκοντάφτει στο ένα εμπόδιο μετά το άλλο και χάνει γενικά τον βηματισμό της. Και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα σχετικής αδιαφορίας – αν όχι μερικής συναίνεσης – της κοινής γνώμης.

Τι πήγε στραβά; Απλώς, η αίσθηση ισχύος των συνδικάτων στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ψευδαίσθηση. Δυο μόλις χρόνια ήταν αρκετά για να φανεί ότι η πολιτική επιρροή τους δεν οφείλεται στην οργανωτική τους δύναμη, στην παρουσία τους στους χώρους δουλειάς και στην ικανότητά τους να υπερασπίζονται τους εργαζομένους απέναντι σε εργοδότες σκληρούς και άπληστους. Τίποτε από όλα αυτά – εξ άλλου, εκεί όπου οι εργοδότες είναι όντως σκληροί και άπληστοι, τα συνδικάτα απουσιάζουν. Η αλήθεια (και πρόκειται για μια αλήθεια γνωστή, όσο και πικρή) είναι ότι η πολιτική επιρροή των συνδικαλιστικών οργανώσεων εξαρτάται από την εμμονή της εκάστοτε κυβέρνησης στην εξασφάλιση της συναίνεσής τους – είτε για λόγους πεποίθησης όπως συχνά συνέβαινε επί κυβερνήσεων Σημίτη, είτε για λόγους ανάγκης όπως συμβαίνει επί κυβερνήσεων ΝΔ. Εάν για κάποιο λόγο η κυβέρνηση πάψει να αναζητά ή να χρειάζεται τη συναίνεσή τους, τα συνδικάτα αποκαλύπτονται στην πραγματικότητα αδύναμα.

Η αδυναμία των συνδικάτων οφείλεται πρώτα και κύρια στην ουσιαστική απουσία τους από τους περισσότερους χώρους δουλειάς. Ο συνδικαλισμός στη χώρα μας αναπτύχθηκε κυρίως στη σχετική ασφάλεια της δημόσιας απασχόλησης: όχι μόνο στο Δημόσιο αυτό καθεαυτό, αλλά και στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων και των τραπεζών (μέχρι πρόσφατα επίσης κρατικών). Οι δύο τελευταίοι κλάδοι απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ), όμως η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ έχουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της ΓΣΕΕ. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 15%.
Γενικά, η οργανωτική διείσδυση των συνδικάτων είναι χαμηλότερη στα πιο δυναμικά τμήματα της απασχόλησης. Η ισχνή παρουσία τους στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αναφέρθηκε. Το 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η «φυλετική» αναλογία στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι μικρότερη κατά 5 φορές από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Τέλος, με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει οργανώσει τους ξένους εργάτες ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.

Η συνέπεια όλων αυτών είναι φανερή: η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή (άνδρας, μεσήλικας, με μονιμότητα, 100% Έλληνας) μοιάζει όλο και λιγότερο με την εικόνα του μέσου μισθωτού (νεότερος, χωρίς μονιμότητα, με πιθανότητα 40% να είναι γυναίκα και 12% να είναι ξένος).
Προφανώς, δεν πρέπει να υποτιμά κανείς τις αντικειμενικές δυσκολίες. Όμως, φαίνεται ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έχουν δεχθεί αμαχητί την περιχαράκωσή τους στο σχετικά πολύ πιο προστατευμένο κομμάτι των μισθωτών. Το πρόβλημα για τα συνδικάτα είναι ότι το κομμάτι αυτό φθίνει, με αποτέλεσμα να είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να περιοριστούν σε μια χούφτα συρρικνούμενους κλάδους της αγοράς εργασίας και να εκλείψουν ως κοινωνική δύναμη. Το πρόβλημα για τους εργαζομένους είναι τα συνδικάτα απουσιάζουν ακριβώς από εκεί που τα χρειάζονται περισσότερο.

Είναι άσχετο αυτό με τη μείωση της επιρροής τους; Την ώρα που τα συνδικάτα δίνουν μάχες οπισθοφυλακής για την διατήρηση της μονιμότητας και του «κεκτημένου δικαιώματος» όσων εργάζονται στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες να συνταξιοδοτούνται 10 ή και 20 χρόνια νωρίτερα από όλους τους υπόλοιπους, η συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει μάλλον διαφορετικά προβλήματα: απλήρωτες υπερωρίες, ανασφάλιστη εργασία, χαμηλότερες αμοιβές, αβέβαιες προοπτικές. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Και όσο η πολιτική των συνδικάτων κυριαρχείται από την «ατζέντα» των εργαζομένων του προστατευμένου τομέα, τόσο δυσκολότερη θα είναι η αύξηση της επιρροής τους μεταξύ των γυναικών, των νέων, των ξένων εργατών.

Τι μπορεί να γίνει; Το ζήτημα για τις δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς είναι κατ’ αρχήν να αποφύγουν τον συνήθη πειρασμό της αυτόματης ταύτισης με οτιδήποτε τυχαίνει κατά καιρούς να υποστηρίζει η εκάστοτε συνδικαλιστική ηγεσία. Στη συνέχεια, να αποφύγουν τον άλλο πειρασμό (μόλις ορατό ακόμη, αλλά πάντως υπαρκτό) του να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τα συνδικάτα ως μια συντεχνιακή ομάδα πίεσης σαν όλες τις άλλες. Και οι δύο επιλογές είναι ελκυστικές, κυρίως γιατί δεν απαιτούν ούτε πολλή σκέψη ούτε πολλή δουλειά.

Όμως, η υπόθεση του συνδικαλισμού είναι εξαιρετικά σοβαρή για να την αφήνουμε στους συνδικαλιστές. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα πρόγραμμα που υπερασπίζεται τα σημερινά και μελλοντικά συμφέροντα όλων των εργαζομένων και που δίνει άμεση προτεραιότητα στην ισόρροπη ανάπτυξη των συνδικάτων σε όλους τους χώρους δουλειάς. Και φυσικά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί όσο συνδικαλιστές και πολιτικοί αναλώνονται σε ασήμαντες διαμάχες «χαμηλής» πολιτικής.

5 Ιανουαρίου 2005

Το ασφαλιστικό και τα διλήμματα της «δομικής αντιπολίτευσης»

Γράφτηκε για την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Ιανουάριος 2005) - δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.

Ένας ανυποψίαστος επισκέπτης της σημερινής Ελλάδας θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι το πρόβλημα με τη Νέα Δημοκρατία, σύμφωνα με τους αντιπάλους της, είναι ο νεοφιλελευθερισμός.

Είναι αλήθεια ότι ειδικά στην εκδοχή των κομμάτων της Αριστεράς, νεοφιλελεύθερη ήταν και η κυβέρνηση Σημίτη, άρα δεν πρέπει να αναμένονται μεγάλες αλλαγές. Πάντως, κατά ΚΚΕ-ΣΥΝ, μια συστηματικότερη επίθεση στις κατακτήσεις των εργαζομένων και συνεπέστερη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων συνταγών είναι μέσα στο πρόγραμμα. Στην εκδοχή του ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ απειλεί το κοινωνικό κράτος και την κοινωνική συνοχή, όπως στην περίοδο 1990-93.

Οπωσδήποτε, το γεγονός ότι ο αυθεντικότερος ίσως εκφραστής της οικονομικής πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ είναι σήμερα βουλευτής Επικρατείας με τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ μειώνει την πειστικότητα και τη λογική συνέπεια του επιχειρήματος της νεοφιλελεύθερης απειλής. Όμως, τουλάχιστον προς το παρόν, η διαπίστωση αυτή δεν δείχνει να επηρεάζει το είδος της αντιπολίτευσης που φαίνεται ότι θα ασκήσει το ΠΑΣΟΚ.

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι η αντιπολιτευτική τακτική του ΠΑΣΟΚ είναι ακόμη υπό διαμόρφωση. Σωστό. Άλλωστε, ήδη μεταξύ των επιφανών στελεχών του έχουν εκδηλωθεί διαφορές (ύφους, σε αυτή τη φάση) όσον αφορά την κατάλληλη δοσολογία μεταξύ δομικής αντιπολίτευσης και μηδενιστικής κριτικής εφ’ όλης της ύλης – ευγενές άθλημα στο οποίο είχε διακριθεί ιδιαιτέρως και η σημερινή κυβέρνηση. Και πάλι σωστό.

Υπάρχει, όμως, ένα σημείο στο οποίο συμπίπτουν όλοι όσοι έχουν πάρει μέρος στη συζήτηση για τα αίτια της ήττας, πολιτικοί αλλά και αναλυτές. Παρά τις όποιες επιτυχίες της (σπουδαίες; ασήμαντες; εδώ οι απόψεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ διαφέρουν), η κυβέρνηση Σημίτη ακολούθησε μια πορεία αποξένωσης από τα λαϊκά στρώματα. Η αντίστροφη μέτρηση υποτίθεται ότι άρχισε τον Απρίλιο 2001, με την κατάθεση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου Γιαννίτση. Όσα επακολούθησαν ήταν λίγο-πολύ μοιραία.

Δεν συμμερίζομαι καθόλου τη διάγνωση αυτή, όμως αυτό δεν είναι σημαντικό. Το σημαντικό είναι ότι αυτή η εμμονή σε παρωχημένες αντιλήψεις της δεκαετίας του ’70, αφού μπλόκαρε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και ακύρωσε τη μετεξέλιξη του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ Σημίτη σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Ευρωπαϊκού τύπου, δεν προοιωνίζει τίποτε θετικό ούτε για το αντιπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ Παπανδρέου, οποιαδήποτε μορφή αυτό τελικά πάρει.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την εξαιρετικά διαδεδομένη αντίληψη περί ασφαλιστικού (αλλά το ίδιο ισχύει για μια ολόκληρη σειρά άλλων δυσεπίλυτων κόμβων), κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος είναι εκ προοιμίου καταδικαστέα. Οι νόμοι της περιόδου 1990-92 πολεμήθηκαν ως «νεοφιλελεύθερη επίθεση στις κοινωνικές κατακτήσεις».

Όμως, το ότι οι μετέπειτα κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ δεν τους κατάργησαν αποτελεί έμμεση αναγνώριση της συμβολής τους στη βραχυπρόθεσμη, τουλάχιστον, βελτίωση της χρηματοδοτικής θέσης του συστήματος. Χωρίς αμφιβολία, ο διαχωρισμός σε «παλιούς» και «νέους» ασφαλισμένους υπήρξε κατάφωρη αδικία σε βάρος των νέων, ήταν όμως ένας πραγματιστικός και (όπως φάνηκε) επιτυχής τρόπος κατευνασμού των συνδικάτων του δημοσίου τομέα: αφού τα «κεκτημένα» των τελευταίων δεν γινόταν να θιγούν, δεν έμενε παρά να σταλεί ο λογαριασμός στις επερχόμενες γενεές. Όπερ και εγένετο.

Νεοφιλελεύθερες, λοιπόν, οι νομοθετικές πρωτοβουλίες Μάνου-Σιούφα, «νεοφιλελεύθερη» η Έκθεση του (παλιού ΕΠΟΝίτη και στελέχους του αντιδικτατορικού αγώνα) καθηγητή Σπράου, «νεοφιλελεύθερο» και το άτυχο νομοσχέδιο του (ει μη τι άλλο υπερβολικά παραδοσιακού σοσιαλδημοκράτη) Γιαννίτση – μόνη μη νεοφιλελεύθερη παρέμβαση ο νόμος Ρέππα, που εισάγει τα βαρέα και ανθυγιεινά στο Δημόσιο μειώνοντας (και άλλο!) τη μέση ηλικία συνταξιοδότησης.

Θα είχε άδικο ο ανυποψίαστος επισκέπτης της εισαγωγής να συμπεράνει ότι το ασφαλιστικό που έχουμε είναι το καλύτερο δυνατό; Και όμως, το σύστημα συντάξεων στην Ελλάδα είναι κατακερματισμένο (διαφορετικό σύστημα σε κάθε ταμείο), αναπαράγει και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις περιορίζει, δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τη φτώχεια των ηλικιωμένων. Όσον αφορά την οικονομική βιωσιμότητά του, τα πράγματα είναι μάλλον τραγικά: η μακροπρόθεσμη εξέλιξη του ελλείμματος προβλέπεται εκρηκτική, πιο εκρηκτική από ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη των 15.

Στο σημείο αυτό, ο πειρασμός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι προφανής. Πράγματι, το ΠΑΣΟΚ δεν έλυσε το ασφαλιστικό. Γιατί να μην προσπαθήσει να το κάνει η ΝΔ; Αφενός θα αναλάβει εκείνη τη βρώμικη δουλειά, αφετέρου θα φθαρεί, διευκολύνοντας την επάνοδο της «δημοκρατικής παράταξης» στην εξουσία.

Εύχομαι ειλικρινά στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ (και, θα πρόσθετα, του ΣΥΝ, εάν δεν είναι πολύ αργά) να μην ενδώσει. Από τη μια, ένα σοσιαλδημοκρατικό/ σοσιαλιστικό/ κεντροαριστερό κόμμα που αποστρέφεται τις μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αναρωτηθεί σε τι ακριβώς χρησιμεύει.

Από την άλλη, υπάρχει ένα πρακτικό πρόβλημα. Η σημερινή κυβέρνηση δεν δείχνει πρόθυμη να παίξει το ρόλο του «νεοφιλελεύθερου κακού» που προβλέπει το σενάριο, διαβεβαιώνοντας σε όλους τους τόνους ότι τα όρια ηλικίας κτλ. δεν πρόκειται να θιγούν. Ακριβώς επειδή η ΝΔ είναι περισσότερο συντηρητική παρά νεοφιλελεύθερη, η πρόθεσή της να ασχοληθεί όσο γίνεται λιγότερο με το ασφαλιστικό μου φαίνεται ειλικρινής. Και τότε «τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις».

1 Ιανουαρίου 2005

«La Macedonia greca è greca»

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Ιανουάριος 2005)

Senza dubbio, per gran parte degli italiani la parola «macedonia» ha (o almeno aveva, fino a pocchi anni fa) un significato culinario-gastronomico piuttosto che politico-storico. Ma non intendo adottare il solito atteggiamento del greco incompreso nei confronti dello straniero che non riesce proprio a comprendere («impara la storia», come dicevano i cartelloni appesi ai muri di tutti gli aeroporti greci nei primi anni ’90). Tutt’ altro. Anche perchè, se è vero che la storia dei Balcani è sempre stata incomprensibile al resto del mondo (con l’ eccezzione sporadica di qualche storico o quella ancora più rara di qualche politico), è altrettanto vero che la versione dei fatti che passa per «storia» ad Atene non è certo quella di Skopje, nè quella di Belgrado, nè quella di Sofia, nè quanto meno quella di Ankara. Allora come spiegare gli eventi del ultimo mese, quando la questione della Macedonia è tornata ad eccitare brevemente la classe politica greca?

Forse è più facile partire proprio dall’ equivoco gastronomico: se all’insalata di frutta è stato dato il nome di una fascia larga della penisola balcanica, è solo perchè la composizione etnica, linguistica e religiosa della Macedonia (intesa, appunto, nel senso geografico) è storicamente stata piuttosto complicata. Ma il mosaico culturale è stato anche un puzzle politico – e spesso, tragicamente, «la polveriera d’ Europa».

Ai tempi del Congresso di San Stefano (1877) che ha assegnato la Macedonia alla Bulgaria, e di quello di Berlino (1878) che ha ripristinato il dominio ottomano su gran parte di questa area, la questione della Macedonia sembrava alla diplomazia europea proprio insolubile. La Macedonia era un territorio strategico, abitato da slavi, greci, albanesi e turchi. Inoltre, il suo porto principale era patria di cinquantamila ebrei sefaraditi, la cosmopolita «ville juif» di Salonicco. Aromano vlacchi, Roma zingari e tante altre comunità nomadiche o minoritarie completavano il quadro. Era piuttosto ovvio che in un futuro non troppo distante l’ Impero ottomano perderebbe la Macedonia. Ma chi fra i nazionalismi emergenti dell’ area riuscirebbe a stabilire il proprio controllo?

Quello che è successo dopo è stato descritto «stato di conflitto continuo»: terrorismo dei nazionalisti macedoni del VMRO (1903), guerriglia greca (1905, molto simile nei metodi e negli effetti), prima guerra balcanica (1912, tutti contro i turchi), seconda guerra balcanica (1913, greci e serbi contro i bulgari), prima guerra mondiale, guerra greco-turca (1921-22), seconda guerra mondiale, guerra civile greca (1946-49). Un mare di sangue, spostamenti di popolazioni e «pulizia etnica» (tramite le armi, gli scambi di minoranze o tramite l’ istituzione moderna dell’ istruzione obbligatoria).

Alla fine degli anni ’40, i confini dei Balcani sembravano definiti una volta per sempre. Per i greci, oltre che patria storica di Filippo il Secondo e di Alessandro Magno, la Macedonia era semplicemente la regione della Grecia del Nord. Una area indubbiamente greca, con i greci arrivati dal Ponto o dall’ Asia Minore, e senza gli ebrei sterminati nei campi nazisti, senza i musulmani «restituiti» alla Turchia, senza gli slavi emigrati o assimilati a metà. Per gli altri macedoni, quelli slavi ma nè bulgari nè serbi, è rimasta la semi-autonomia della Repubblica federale iugoslava di Macedonia – ovvero, la coesistenza con i serbi e gli altri all’ interno di uno stato non sempre rispettoso nei confronti delle minoranze etniche, come per esempio quella italiana d’ Istria, ma che almeno riconosceva i macedoni slavi come sua parte costituente.

Negli ultimi anni ’80, mentre sloveni e soppratutto croati e serbi cominciavano la loro discesa verso il nazionalismo violento, la Macedonia iugoslava di Kiro Gligorov ha lavorato inutilmente fino alla fine per la soppravivenza della federazione. Era logico: la Jugoslavia federale offriva protezione ai macedoni slavi come l’ Austro-Ungheria imperiale di ottanta anni prima offriva protezione agli ebrei. Gli stati nazionali fanno paura alle nazioni troppo debole, alle communità senza nazione e senza stato. La dichiarazione d’ indipendenza da parte della Macedonia iugoslava nel 1992 fu una decisione quasi inevitabile, presa con molto timore e poco entusiasmo.

La reazione greca è ben nota. Prima l’ embargo contro quello stato indifeso e impoverito, voluto da quasi tutta la classe politica e accolto con entusiasmo dalla stragrande maggioranza dell’ opinione pubblica. Poi il rifiuto totale di discutere i termini di qualsiasi compromesso («Macedonia Slava»? «Macedonia del Nord»? «Macedonia del Vardar»?), come quello proposto dalla Presidenza portoghese dell’ Ue nel 1992. Solo qualche centinaia di intellettuali della sinistra democratica e del centrodestra liberale (tutte e due correnti politiche in via d’ estinzione) hanno osato opporsi pubblicamente all’ ondata nazionalista che avvelenava la vita politica. Era allora che lo storico Filippos Iliù, scomparso nel 2004, pronunciò la sua risposta allo slogan ufficiale «la Macedonia è greca» che serve da titolo di questo articolo.

Oggi, la nostra classe politica è ben consapevole di essere prigioniera del delirio nazionalista di dieci anni fa e dei luoghi comuni tanto cari a gran parte dell' elettorato, cresciuto sulla dieta quotidiana di semiverità ripetute ad nauseam da opinionisti ignoranti o dal partito virtuale del nostro arcivescovo. Riconoscere che la politica greca sulla «questione macedone» è stata moralmente difettosa e politicamente falimentare non è certo facile, ma è proprio quel che ci vuole per uscire da questa strada cieca. È troppo chiederlo?

1 Απριλίου 2004

L' alternanza greca

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Απρίλιος 2004)

Le elezioni politiche del 7 marzo hanno segnato una svolta. Il partito socialista Pasok, che ha governato il paese negli ultimi 11 anni (e complessivamente non meno di 20 anni dal 1981), ne è uscito sconfitto. Non è servita a nulla la sostituzione di Costas Simitis come leader del partito e candidato premier con Giorgio Papandreu, ex-ministro degli affari esteri e figlio del fondatore del Pasok Andreas Papandreu. Il partito conservatore Nea Democratia ha ottenuto il consenso del 46% degli elettori, una vittoria netta che sembra garantire una legislatura portata regolarmente a termine.

Come al solito, la campagna elettorale ha trascurato quasi tutti i nodi decisivi per il futuro della Grecia. Più sorpredente è stata la mancanza di una valutazione seria sepur critica del periodo appena concluso. Simitis è stato il grande assente, e un silenzio imbarazzato ha avvolto i successi e i fallimenti dei suoi 8 anni al governo. Al contrario, è proprio quello il punto di partenza obbligatorio per capire l’alternanza greca.

Non c’è dubbio che gli 8 anni di Simitis al governo hanno cambiato il volto del paese. Nei primi anni ’90 la Grecia emanava un aria di disorientamento, insicurezza, instabilità. Simitis riuscì ad invertire questa tendenza. A modo suo, cioè senza far troppo rumore ma lavorando metodicamente, ha fatto emergere una Grecia diversa: un paese più europeo, con un’economia più ordinata, e con una società più aperta. L’ingresso nella zona dell’euro, la prospettiva di un Cipro membro dell’Ue e la liquidazione del gruppo terrorista 17 Novembre furono successi di portata storica. Pure lo stile personale di Simitis, la sua avversione alla demagogia e alla retorica tipica di una certa politica, la sua prontezza a fare un passo indietro al momento giusto, hanno fissato gli standard con cui l’opinione pubblica giudicherà (magari inconsapevolmente) i leader politici che hanno preso il suo posto.

Le ombre non sono mancate. Le riforme necessarie e tante volte annunciate dello Stato e delle sue istituzioni (sanità, istruzione, pensioni, giustizia, amministrazione pubblica) hanno avuto un esito poco soddisfacente o addiritura deludente. La sfiducia reciproca fra Stato e cittadino continua ad essere la manifestazione più tipica dell’arretratezza greca e delle resistenze alla modernizzazione. Infine, l’integrità personale di Simitis, riconosciuta anche dai suoi avversari più accaniti, ha spesso stonato al confronto con la corruzione abituale di una parte della classe politica che sembrava convinta della sua permanenza al potere.

In questo senso, l’alternanza era inevitabile, forse anche un bene per la democrazia greca. Il declino morale della politica italiana e del suo partito dominante, la Dc, dall’ austerità di De Gasperi degli anni ’40 allo spettacolo decadente tutto “nani e ballerine” degli ultimi anni ’80 insegna i pericoli di qualsiasi sistema politico bloccato.

Sarà capace il nuovo governo di incidere meglio sui problemi ereditati?

Costas Caramanlis, il nuovo premier, si è dimostrato un leader intelligente ed abile. La sua moderazione è fuori discussione. Nel momento di vittoria, sia lui che i suoi collaboratori più fidati si sono comportati con correttezza e serietà. Ministeri chiave, come quello dell’economia, sono stati affidati a persone di alto livello. Tutti segni positivi.

È la composizione della coalizione sociale che ha portato Nea Democratia al potere a sollevare questioni inquietanti. La sconfitta del Pasok fu la vittoria della “Grecia profonda”: agricoltori, commercianti, pensionati, abitanti dei quartieri popolari, persone poco istruite, attaccate alle tradizioni e all’identità nazionale-ortodossa, timorose della globalizzazione, sospettose dell’Occidente, apertamente ostili nei confronti degli immigrati. Come stabilito recentemente da ricerche europee su attitudini sociali, queste opinioni sono condivise da una maggioranza netta, se non addiritura schiacciante.

Non c’è dubbio che la “Grecia profonda” condizionerà l’azione del nuovo governo. Esponenti della “destra popolare” sono ben rappresentati, soppratutto nei ministeri sociali, indicazione forte che il nuovo governo cercherà di evitare la patata bollente delle pensioni più che può. In generale, anche se personalmente più moderno del suo partito, Caramanlis ne ha imposto un’identità conservatrice e moderata piuttosto che liberale. La rottura dei rapporti con esponenti storici dell’ala liberale come Stefanos Manos ed Andreas Andrianopoulos, che successivamente si sono alleati col Pasok, è stata una scelta consapevole del leader di Nea Democratia. Forse il test decisivo sarà lo spazio politico concesso alla Chiesa. Per il momento, questo è da vedere, anche se il trionfalismo del nostro Arcivescovo per la sconfitta di chi come Simitis ha osato sfidarlo non augura bene.

1 Δεκεμβρίου 2003

La farsa dei «lavori logoranti»

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Δεκέμβριος 2003)

Chi abita o lavora ad Atene si ricorderà sicuramente dello sciopero degli «operatori ecologici» di fine ottobre e le montagne di immondizia -abbandonata sulle strade della città e diventate, per un paio di settimane, un aspetto sgradevole del paesaggio urbano. Chi scrive, probabilmente per perversione professionale - da studioso dello stato sociale - è rimasto particolarmente colpito da una tra le molte cause di questo sciopero. Coloro che raccolgono l’immondizia chiedevano, infatti, che la loro categoria fosse riconosciuta come una tra quelle che pratica «lavori pericolosi e logoranti», un riconoscimento tra l’altro già concesso dal governo e previsto da un apposito disegno di legge (anche se, incredibilmente, non comunicato in tempo agli scioperanti).
Ma perchè è così importante un tale riconoscimento? Che benefici porta alle categorie interessate? La risposta breve è: la possibilità di anticipare la pensione di cinque anni. Per una risposta più completa si dovrà leggere questo articolo fino alla fine.

L’origine dei «lavori pericolosi e logoranti» risale agli anni trenta, quando questa copertura fu estesa ai lavoratori nelle miniere sotterranee, un gruppo di operai che chiaramente lavoravano in condizioni pericolose e spesso addiritura mortali: oltre agli incidenti non rari, la durata media di vita di questo gruppo era sensibilmente inferiore rispetto alla media generale della popolazione. Dunque, offrire la possibilità di anticipare la pensione ai minatori era una decisione di pura equità oltre che di buon senso.

Ma ormai da tempo in Grecia non esistono più né miniere né industrie pesanti. Quella poca industria che c’è, è di tipo «leggero». Il settore agrario (che comunque non ha mai goduto di scorciatoie pensionistiche di questo genere) è in declino numerico. Infine, la maggior parte dei posti di lavoro si trovano nella vasta economia di servizi. Ciò nonostante, a causa dello sviluppo perverso del sistema pensionistico (e sopprattutto del suo carattere non a caso definito particolaristico-clientelare), il regime speciale dei «lavori pericolosi e logoranti» copre oggi nientemeno che 760 mila contribuenti dell’IKA (40% del numero totale degli iscritti a questa cassa pensioni).

La lista delle categorie coperte è piuttosto divertente: include i barbieri e le parrucchiere (ma non le manicuriste), i capi camerieri (ma non i semplici camerieri), i presentatori della TV (ma non della radio) e così via. È da dubitare che ci sia una sola persona tra le categorie interessate che creda veramente che praticare l’arte parrucchiera o seguire la vocazione dell’anchorman riduca la durata media della propria vita.

Ci si potrebbe aspettare da un governo dichiaratamente modernizzatore come quello ellenico, che il ripristino dell’equità di trattamento fra contribuenti sarebbe stata una delle priorità della sua politica sociale. Al contrario, la legge 3029/2002 prevede l’estensione del regime speciale dei «lavori pericolosi e logoranti» agli impiegati statali. Non sorprende dunque l’entusiasmo del sindacato interessato (ΑDEDY) di partecipare ai lavori della commissione ministeriale che ha il compito di definire la lista delle categorie interessate. La proposta di ΑDEDY prevede l’inclusione dei lavoratori delle carceri, dei restauratori di opere d’arte, dei veterinari, e di tantissimi altri gruppi.

Ma tutto questo comporta alcune considerazioni perché si tratta di un problema piuttosto serio. Se il 40% dei contribuenti può anticipare la pensione perché pratica «lavori pericolosi e logoranti», un altro 10% perchè ha figli minori (ormai 16-17enni), un altro ancora 10% per via di altri regimi speciali, allora chi va in pensione all’età prevista di 65 anni? Forse solo i docenti universitari, alcuni dei quali (secondo una leggenda metropolitana) arriverebbero anche a falsificare i certificati di nascita per poter rimanere alle loro cattedre oltre l’età prevista.
Invece, vie d’uscita dalla commedia dei «lavori pericolosi e logoranti» esistono. Prima di tutto c’è bisogno di un maggior impegno di tutte le parti sociali per rendere tutti i posti di lavoro più sicuri (compresi quelli veramente pericolosi soprattutto nei subappalti delle opere Olimpiche, dove decine di immigrati hanno finora perso la vita – ma di quello non si parla molto spesso). Poi l’esperienza internazionale insegna che piuttosto che offrire il prepensionamento si dovrebbe pensare a possibilità di trasferimento da lavori logoranti a posti meno faticosi. Qualche anno fa, il leader storico del sindacato italiano Bruno Trentin parlò ad Atene delle sue proposte di far fare agli ex-poliziotti ancora giovani il mestiere di vigile all’uscita delle scuole. Invece i nostri sindacalisti sembrano pensare che lavorare è sempre e comunque una cosa brutta, e che prima finisce meglio è.

1 Ιανουαρίου 2002

«Μερικές εφαρμογές του Μιμητή» του Primo Levi

Το διήγημα του Primo Levi «Alcune applicazioni del Mimete», από τη συλλογή «Storie Naturali», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Δέντρο» (τεύχος 116, Ιανουάριος-Μάρτιος 2002)

Το τελευταίο άτομο στον κόσμο που στα χέρια του ήταν ανάγκη να καταλήξει ένας τρισδιάστατος πανομοιοτυπωτής είναι ο Τζιλμπέρτο. Και όμως ο Μιμητής έπεσε στα χέρια του αμέσως, ένα μήνα μετά το εμπορικό του λανσάρισμα και τρεις μήνες προτού το γνωστό διάταγμα απαγορεύσει την κατασκευή και τη χρήση του - αρκετός χρόνος, δηλαδή, για να μπλεχτεί ο Τζιλμπέρτο σε μπελάδες. Του έπεσε στα χέρια χωρίς εγώ να μπορώ να κάνω τίποτε: ήμουν στο Σαν Βιττόρε, εκτίοντας ποινή για την πρωτοποριακή μου εργασία, και ούτε που φανταζόμουν ποιος, και με τι τρόπο, την συνέχιζε.

Ο Τζιλμπέρτο είναι παιδί του αιώνα. Τριαντατεσσάρων χρονών, καλός υπάλληλος, ανέκαθεν φίλος μου. Δεν πίνει, δεν καπνίζει και καλλιεργεί ένα μοναδικό πάθος: να βασανίζει την άψυχη ύλη. Έχει ένα δωματιάκι που το λέει εργαστήρι, κι εκεί λιμάρει, πριονίζει, συναρμολογεί, κολλά, λειαίνει. Επισκευάζει ρολόγια, ψυγεία, ξυριστικές μηχανές. Επινοεί μηχανισμούς για ν’ ανάβει το θερμοσίφωνα το πρωί, φωτοηλεκτρικές κλειδαριές, ιπτάμενα μοντέλα, ακουστικές βολίδες για παιγνίδια στη θάλασσα. Όσο για τ’ αυτοκίνητα, δεν του κρατάνε πάνω από μερικούς μήνες: τα διαλύει και τα ξαναμοντάρει συνεχώς, τα γυαλίζει, τα λαδώνει, τα τροποποιεί, τους βάζει άχρηστα αξεσουάρ - ύστερα βαριέται και τα πουλάει. Η Έμμα, η σύζυγός του (ένα γοητευτικό κορίτσι), ανέχεται αυτές του τις μανίες με αξιοθαύμαστη υπομονή.

Είχα μόλις επιστρέψει στο σπίτι από τη φυλακή, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Τζιλμπέρτο, και ήταν ενθουσιώδης όπως πάντα: είχε στην κατοχή του το Μιμητή εδώ και είκοσι μέρες, και του είχε αφιερώσει είκοσι μέρες κι είκοσι νύχτες. Μου διηγήθηκε απνευστί τα θαυμαστά πειράματα που είχε εκτελέσει, και εκείνα που είχε στο νου να κάνει. Είχε αγοράσει το κείμενο του Πελτιέ ‘Theorie generale de l’Imitation’, και τη διατριβή των Τσεχμάιστερ και Άιζενλορ ‘The Mimes and other duplicating devices’. Είχε γραφτεί σ’ ένα εντατικό πρόγραμμα στην κυβερνητική και την ηλεκτρονική. Τα πειράματα που είχε πραγματοποιήσει έμοιαζαν μελαγχολικά με τα δικά μου, που μου είχαν κοστίσει αρκετά ακριβά. Προσπάθησα να του το πω, μα ήταν μάταιο: είναι δύσκολο να διακόπτεις το συνομιλητή σου στο τηλέφωνο, και ειδικά το Τζιλμπέρτο. Τελικά, έκοψα απότομα τη σύνδεση, άφησα το ακουστικό ανοιχτό και αφοσιώθηκα στις υποθέσεις μου.

Δύο μέρες αργότερα το τηλέφωνο κουδούνισε πάλι: η φωνή του Τζιλμπέρτο ήταν φορτισμένη με συγκίνηση, αλλά είχε έναν αναμφίβολο τόνο υπερηφάνειας.

‘Είναι ανάγκη να σε δω αμέσως.’

‘Γιατί; Τι συνέβη;’

‘Πανομοιοτύπησα τη γυναίκα μου’, μου απάντησε.

Έφτασε δύο ώρες αργότερα, και μου διηγήθηκε το ανόητο εγχείρημά του. Είχε παραλάβει το Μιμητή, είχε εκτελέσει τα συνηθισμένα παιγνιδάκια όλων των αρχαρίων (το αυγό, το πακέτο με τα τσιγάρα, το βιβλίο κτλ.). Μετά κουράστηκε, πήγε το Μιμητή στο εργαστήρι και τον διέλυσε μέχρι και την τελευταία βιδίτσα. Το σκέφτηκε όλη νύχτα, συμβουλεύτηκε τις πραγματείες του, και κατέληξε ότι η μετατροπή του μοντέλου του ενός λίτρου σ’ ένα μεγαλύτερο δεν πρέπει να ήταν αδύνατη, ούτε και τόσο δύσκολη. Το ‘πε και το ‘κανε: κανόνισε και του στείλανε από τη ΝΑΤΚΑ, δεν ξέρω με ποια πρόφαση, 200 λίβρες ειδικό ‘πάμπουλουμ’, αγόρασε λαμαρίνες, μονωτικά και φλάντζες, και μέσα σ’ επτά μέρες το έργο είχε ολοκληρωθεί. Είχε κατασκευάσει ένα είδος τεχνητού πνεύμονα, είχε ρυθμίσει τον ‘τάιμερ’ του Μιμητή επιταχύνοντάς τον καμμιά σαρανταριά φορές, κι είχε συνδέσει τα δύο μέρη μεταξύ τους και με το δοχείο του ‘πάμπουλουμ’. Αυτός είναι ο Τζιλμπέρτο, ένας άνθρωπος επικίνδυνος, ένας μικρός επιζήμιος Προμηθέας: πολυμήχανος και ανεύθυνος, υπεροπτικός και ανόητος. Παιδί του αιώνα, όπως έλεγα προηγουμένως: ή μάλλον, σύμβολο του αιώνα μας. Πάντοτε πίστευα ότι θα ήταν ικανός, αν του δινόταν η ευκαιρία, να κατασκευάσει μια ατομική βόμβα και να την αφήσει να πέσει πάνω στο Μιλάνο ‘για να δει τι θα γίνει’.

Απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, ο Τζιλμπέρτο δεν είχε κάποια συγκεκριμένη ιδέα όταν αποφάσισε να μεγενθύνει τον πανομοιοτυπωτή: εκτός ίσως, όπως είναι χαρακτηριστικό του, από το να μαστορέψει ένα μεγαλύτερο πανομοιοτυπωτή, με τα ίδια του τα χέρια και μ’ ελάχιστα έξοδα - εξ άλλου είναι ικανότατος στην εξαφάνιση του ‘δούναι’ από την προσωπική του λογιστική μ’ ένα είδος νοητικής ταχυδακτυλουργίας. Η απεχθής ιδέα να πανομοιοτυπήσει τη γυναίκα του, μου είπε, του ήρθε αργότερα, όταν είδε την Έμμα να κοιμάται βαθιά. Φαίνεται ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο: ο Τζιλμπέρτο, που είναι γεροδεμένος και υπομονετικός, έσυρε το στρώμα με την Έμμα πάνω του, από το κρεβάτι μέχρι μέσα στο κασόνι του πανομοιοτυπητή. Του πήρε πάνω από μια ώρα, αλλά η Έμμα δεν ξύπνησε.

Το κίνητρο που ώθησε τον Τζιλμπέρτο να δημιουργήσει μια δεύτερη σύζυγο, και να παραβιάσει έτσι ένα μεγάλο αριθμό νόμων θεϊκών και ανθρώπινων, δεν μου είναι εντελώς σαφές. Μου εξήγησε, σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα, ότι με την Έμμα ήταν ερωτευμένος, ότι η Έμμα του ήταν απαραίτητη, και ότι γι’ αυτό του είχε φανεί καλή ιδέα να έχει δύο. Ίσως να μου το είπε καλόπιστα (ο Τζιλμπέρτο είναι πάντοτε καλόπιστος), και σίγουρα ήταν και είναι ερωτευμένος με την Έμμα, με τον τρόπο του, παιδαριωδώς, κι από κάτω προς τα πάνω που λένε. Μα είμαι πεισμένος ότι τελείως άλλοι λόγοι τον παρακίνησαν να την πανομοιοτυπήσει: ένα κακώς εννοούμενο πνεύμα περιπέτειας, μια νοσηρή Ηροστράτεια επιθυμία - έτσι ακριβώς, ‘για να δει τι θα γίνει’.

Τον ρώτησα πώς δεν του πέρασε από το μυαλό να συμβουλευτεί την Έμμα, να ζητήσει τη συγκατάθεσή της, προτού τη χρησιμοποιήσει με τόσο ασυνήθιστο τρόπο. Κοκκίνησε μέχρι το κόκκαλο: είχε κάνει κάτι χειρότερο, ο βαθύς ύπνος της Έμμας ήταν προμελετημένος, της είχε δώσει υπνωτικό.

‘Και τώρα σε ποιο σημείο είσαι, με τις δύο σου συζύγους;’

‘Δεν ξέρω, δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Κοιμούνται ακόμη και οι δύο. Θα δούμε αύριο.’

Την επομένη δεν επρόκειτο να δούμε τίποτε, ή τουλάχιστον εγώ. Μετά από ένα μήνα αναγκαστικής απραξίας χρειάστηκε να φύγω σε μακρινό ταξίδι, που με κράτησε μακριά από το Μιλάνο για δύο εβδομάδες. Ήξερα ήδη τι με περίμενε στο γυρισμό: θα έπρεπε να δώσω ένα χεράκι στον Τζιλμπέρτο για να ξεμπλέξει, όπως εκείνη τη φορά που είχε φτιάξει μια ηλεκτρική σκούπα ατμού και την είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του διευθυντή του.

Πράγματι, πριν καλά-καλά ακόμη μπω στο σπίτι με κάλεσε με τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση σε οικογενειακό συμβούλιο: ο Τζιλμπέρτο, εγώ και οι δύο Έμμες. Εκείνες είχαν την καλαισθησία να κάνουν αντίθεση: η δεύτερη, η καταχρηστική, φορούσε μια απλή άσπρη κορδέλλα στα μαλλιά, που της έδινε μια όψη ακαθόριστα μοναστική. Εκτός από αυτό, φορούσε τα ρούχα της Έμμας Ι με ανεπιτήδευση. Προφανώς, ήταν όμοια με την τιτλούχο από κάθε άποψη: πρόσωπο, δόντια, μαλλιά φωνή, προφορά, μια ελαφριά ουλή στο μέτωπο, περμανάντ, βάδισμα, το μαύρισμα από τις πρόσφατες διακοπές. Πρόσεξα όμως ότι είχε ένα γερό κρυολόγημα.

Αντίθετα με τις προβλέψεις μου, μου φάνηκαν και οι τρεις καλοδιάθετοι. Ο Τζιλμπέρτο έδειχνε βλακωδώς υπερήφανος, όχι τόσο για το κατόρθωμά του όσο για το γεγονός (στο οποίο αυτός δεν είχε καμμία συμβολή) ότι οι δύο γυναίκες τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Όσο γι’ αυτές, μου προκαλούσαν ειλικρινή θαυμασμό. Η Έμμα Ι εκδήλωνε προς την καινούρια της ‘αδελφή’ ένα ενδιαφέρον μητρικό. Η Έμμα ΙΙ ανταποκρινόταν με σεβασμό θυγατέρας, αξιοπρεπή και στοργικό. Το πείραμα του Τζιλμπέρτο, αποτρόπαιο από πολλές απόψεις, αποτελούσε πάνω απ’ όλα ισχυρή επιβεβαίωση της θεωρίας της Μίμησης: η καινούρια Έμμα, γεννημένη εικοσιοκτώ χρονών, είχε κληρονομήσει απαράλλακτη όχι μόνο τη θνητή μορφή του πρωτοτύπου, αλλά και ολόκληρη την πνευματική του παράδοση. Η Έμμα ΙΙ, με αξιοθαύμαστη απλότητα, μου διηγήθηκε ότι δύο ή τρεις μόνο μέρες από τη γέννησή της είχε πειστεί ότι ήταν η πρώτη συνθετική, ας πούμε, γυναίκα στην ιστορία του ανθρωπίνου είδους, ή ίσως ή δεύτερη, αν υπολογίσει κανείς την κατά προσέγγιση ανάλογη περίπτωση της Εύας.

Γεννήθηκε κοιμισμένη, αφού ο Μιμητής είχε πανομοιοτυπήσει ακόμη και το υπνωτικό που έρεε στις φλέβες της Έμμας Ι, και ξύπνησε ‘γνωρίζοντας’ ότι ήταν η Έμμα Περόζα-Γκάττι, μοναδική σύζυγος του λογιστή Τζιλμπέρτο Γκάττι, γεννηθείσα στη Μάντοβα την 7η Μαρτίου 1936. Θυμόταν καλά όσα θυμόταν καλά η Έμμα Ι, και άσχημα όσα η Έμμα Ι θυμόταν άσχημα. Θυμόταν σε βαθμό τελειότητας το γαμήλιο ταξίδι, τα ονόματα των συμμαθητών ‘της’ στο σχολείο, τις παιδικές κι απόκρυφες λεπτομέρειες μιας θρησκευτικής κρίσης που είχε περάσει η Έμμα Ι όταν ήταν δεκατριών χρονών, και που δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ σε κανέναν. Αλλά θυμόταν πολύ καλά και την άφιξη στο σπίτι του Μιμητή, τον ενθουσιασμό του Τζιλμπέρτο, τις διηγήσεις του και τις απόπειρές του, και γι’ αυτό δεν είχε εκπλαγεί υπερβολικά όταν πληροφορήθηκε την αυθαίρετη δημιουργική πράξη στην οποία χρωστούσε την ύπαρξή της.

Το γεγονός ότι η Έμμα ΙΙ είχε κρυολογήσει μ’ έκανε να αναλογιστώ ότι η ταύτισή τους, αρχικά τέλεια, ήταν προορισμένη να μη διαρκέσει: ακόμη κι εάν ο Τζιλμπέρτο αποδεικνυόταν ο πιο ακριβοδίκαιος απ’ όλους τους δίγαμους, ακόμη κι εάν εφάρμοζε αυστηρό σύστημα εναλλαγής, ακόμη κι εάν απείχε από κάθε εκδήλωση προτίμησης στη μία από τις δύο γυναίκες (υπόθεση παράλογη, αφού ο Τζιλμπέρτο είναι χαοτικός και ανοργάνωτος), ακόμη και στην περίπτωση αυτή οπωσδήποτε τελικά κάποια απόκλιση θα εκδηλωνόταν. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι δύο Έμμες δεν καταλάμβαναν υλικά το ίδιο μερίδιο χώρου: δεν ήταν δυνατόν να περάσουν ταυτόχρονα από μια στενή πόρτα, να παρουσιαστούν μαζί σε μια θυρίδα, να καταλάβουν την ίδια θέση στο τραπέζι: ήταν γι’ αυτό εκτεθειμένες σε διαφορετικά συμβάντα (το κρυολόγημα), διαφορετικές εμπειρίες. Ήταν μοιραίο να διαφοροποιηθούν, πνευματικά κι ύστερα σωματικά: και τότε θα κατάφερνε ο Τζιλμπέρτο να κρατήσει ίσες αποστάσεις; Σίγουρα όχι: και στην πρώτη προτίμηση, ακόμη και μικροσκοπική, η ευάλωτη ισορροπία ανάμεσα στους τρείς ήταν καταδικασμένη να καταλήξει σε ναυάγιο.

Εξέθεσα στον Τζιλμπέρτο αυτούς μου τους συλλογισμούς, και προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει ότι δεν επρόκειτο για αυθαίρετη δική μου απαισιόδοξη υπόθεση, αλλά αντίθετα για πρόβλεψη στέρεα θεμελιωμένη στην κοινή λογική, σχεδόν θεώρημα. Του υπενθύμισα ότι νομικώς η θέση του ήταν το λιγότερο αμφίβολη: ήταν νυμφευμένος με την Έμμα Περόζα, η Έμμα ΙΙ ήταν επίσης Έμμα Περόζα, μα αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Έμμες Περόζα ήταν δύο.

Αλλά ο Τζιλμπέρτο φάνηκε απρόσιτος: είχε μια ανόητη ευφορία, ήταν στη ψυχική κατάσταση του νιόπαντρου, και ενώ εγώ του μιλούσα εκείνος φανερά σκεφτόταν άλλα. Αντί να κυττάζει εμένα, παρατηρούσε απορροφημένος τις δύο γυναίκες, που ακριβώς εκείνη τη στιγμή μάλωναν στ’ αστεία για το ποια έπρεπε να καθήσει στην πολυθρόνα που και οι δύο προτιμούσαν. Αντί ν’ απαντήσει στα επιχειρήματά μου, μου ανακοίνωσε ότι του είχε έρθει μια περίφημη ιδέα: φεύγανε και οι τρεις για ταξίδι στην Ισπανία. ‘Τα έχω σκεφτεί όλα: η Έμμα Ι θα δηλώσει ότι έχει χάσει το διαβατήριο, θα της βγάλουν αντίγραφο και θα περάσει μ’ εκείνο. Ή μάλλον όχι, τι βλάκας! Θα το φτιάξω εγώ το αντίγραφο: με το Μιμητή, απόψε κιόλας.’ Ήταν πολύ υπερήφανος γι’ αυτό του το εύρημα, και υποψιάζομαι ότι είχε διαλέξει την Ισπανία ακριβώς επειδή ο έλεγχος διαβατηρίων στα ισπανικά σύνορα ήταν μάλλον αυστηρός.

Όταν επέστρεψαν, δύο μήνες μετά, ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Μπορούσε να το καταλάβει οποιοσδήποτε: οι σχέσεις μεταξύ των τριών διατηρούνταν σ’ ένα επίπεδο πολιτισμού και τυπικής ευγένειας, αλλά η ένταση ήταν προφανής. Ο Τζιλμπέρτο δεν με κάλεσε στο σπίτι του: ήρθε στο δικό μου, και δεν ήταν πλέον καθόλου ευφορικός.

Μου αφηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί. Μου το αφηγήθηκε με τρόπο πολύ αδέξιο, αφού ο Τζιλμπέρτο, που για μερικά πράγματα διαθέτει αναντίρρητο ταλέντο (είναι ικανός να σου γράψει σ’ ένα πακέτο τσιγάρα τον τύπο μιας διαφορικής εξίσωσης), είναι αντίθετα απελπιστικά ανίκανος να εκφράσει τα ίδια του τα συναισθήματα.

Το ταξίδι στην Ισπανία υπήρξε διασκεδαστικό και ταυτόχρονα κοπιαστικό. Στη Σεβίλλη, μετά από μια μέρα με βαρυφορτωμένο πρόγραμμα, είχε ξεκινήσει μια συζήτηση σε κλίμα εκνευρισμού και κούρασης. Είχε ξεκινήσει ανάμεσα στις δύο γυναίκες, πάνω στο μοναδικό θέμα στο οποίο οι γνώμες τους θα μπορούσαν να διχάζονται, και πράγματι διχάζονταν. Ήταν ενδεδειγμένο ή όχι, θεμιτό ή όχι, το εγχείρημα του Τζιλμπέρτο; Η Έμμα ΙΙ είχε πει ναι, η Έμμα Ι δεν είχε πει τίποτε. Είχε αρκέσει αυτή η σιωπή για να κάνει την πλάστιγγα να γείρει: από εκείνη τη στιγμή η επιλογή του Τζιλμπέρτο είχε κριθεί. Μπροστά στην Έμμα Ι δοκίμαζε μια αμηχανία που μεγάλωνε, μια αίσθηση ενοχής που επιδεινωνόταν μέρα με τη μέρα: παράλληλα, η στοργή του για την καινούρια του σύζυγο αυξανόταν και κατέτρωγε αναλογικά τη στοργή του για την νόμιμη σύζυγό του. Η ρήξη δεν είχε επέλθει ακόμη, αλλά ο Τζιλμπέρτο ένοιωθε ότι δεν θα αργούσε.

Η διάθεση κι ο χαρακτήρας των δύο γυναικών είχαν επίσης αρχίσει να διαφοροποιούνται. Η Έμμα ΙΙ γινόταν όλο και πιο νέα, περιποιητική, ανταποκρίσιμη, ανοιχτή. Η Έμμα Ι κλεινόταν προοδευτικά σε μια στάση αρνητική, προσβεβλημένης παραίτησης, απόρριψης. Τι να κάνει; Συνέστησα στον Τζιλμπέρτο να μην πάρει απερίσκεπτες πρωτοβουλίες και του υποσχέθηκα, όπως συνηθίζεται, ότι θα με απασχολούσε η περίπτωσή του - μα ενδόμυχα είχα σχεδόν αποφασίσει να μείνω μακριά απ’ αυτό το μελαγχολικό ανακάτεμα, και δεν μπορούσα να καταπνίξω μια αίσθηση μοχθηρής και θλιβερής ικανοποίησης μπροστά στην επιπόλαια προφητεία μου που είχε βγει αληθινή.

Ποτέ μου δεν περίμενα να δω να μπαίνει ουρανοκατέβατος στο γραφείο, ένα μήνα μετά, ένας Τζιλμπέρτο που ακτινοβολούσε. Ήταν στην καλύτερή του φόρμα, φλύαρος, θορυβώδης, φανερά παχύτερος. Μπήκε στο θέμα χωρίς περιστροφές, με τον εγωκεντρισμό που τον χαρακτηρίζει: για τον Τζιλμπέρτο, όταν κάτι πάει καλά για τον ίδιο, πάει καλά για όλο τον κόσμο. Είναι εκ φύσεως ανίκανος να ασχοληθεί με τον πλησίον του, ενώ αντίθετα προσβάλλεται και εκπλήσσεται όταν ο πλησίον του δεν ασχολείται μ’ αυτόν.

‘Ο Τζιλμπέρτο είναι άσσος’, είπε. ‘Τα τακτοποίησε όλα μέχρι να πεις κίμινο.’

‘Είμαι ευτυχής που το ακούω, και σε συγχαίρω για τη μετριοφροσύνη σου. Από την άλλη καιρός ήταν να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου.’

‘Όχι, κύτταξε, δεν με κατάλαβες. Δεν σου μιλώ για μένα: σου μιλώ για τον Τζιλμπέρτο Ι. Εκείνος είναι ο άσσος. Εγώ, για να μην περιαυτολογώ, του μοιάζω αρκετά, αλλά σ’ αυτή την ιστορία δεν είχα μεγάλη συμμετοχή: υπάρχω μόνο από την περασμένη Κυριακή. Τώρα όλα είναι εντάξει: δεν μου μένει παρά να κανονίσω με το ληξιαρχείο την κατάσταση της Έμμα ΙΙ και τη δική μου. Δεν αποκλείεται να χρειαστεί να κάνουμε κανένα μικρό κόλπο, για παράδειγμα να παντρευτούμε, εγώ και η Έμμα ΙΙ, και μετά να ταιριάσουμε ο καθένας με τη σύζυγο που προτιμά. Κι ύστερα, φυσικά, θα πρέπει να ψάξω για δουλειά: αλλά είμαι πεισμένος ότι η ΝΑΤΚΑ θα με δεχόταν ευχαρίστως ως προπαγανδιστή για το Μιμητή και τις άλλες της μηχανές γραφείου.’

13 Οκτωβρίου 2001

Πληρέστερη απασχόληση με ευελιξία στην εργασία και κοινωνική προστασία για όλους

Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2001)

1. “Αγορά εργασίας” δεν υπάρχει – αγορές εργασίες ναι. Η ίδια η λέξη “εργασία” έχει διαφορετικό νόημα για έναν υπάλληλο της ΔΕΗ, διαφορετικό για μια μοδίστρα που δουλεύει φασόν. Οι γενικεύσεις παραπλανούν. Αντιστρόφως, το υποχρεωτικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής ανάλυσης είναι η αναγνώριση της πόλωσης, του “δυϊσμού” της αγοράς εργασίας.

2. Στη μια όχθη βρίσκεται ο υπάλληλος της ΔΕΗ (ή της Εθνικής Τράπεζας, ή του Υπουργείου κ.ο.κ.): έχει σταθερή απασχόληση (αν όχι μονιμότητα), η αμοιβή που διεκδικεί (και συχνά κατακτά) είναι επιπέδου “οικογενειακού” μισθού, απολαμβάνει ικανοποιητικές κοινωνικές παροχές, συνταξιοδοτείται νωρίτερα και με καλύτερη σύνταξη από τους άλλους, συνήθως είναι συνδικαλισμένος. Στην άλλη όχθη βρίσκεται η μοδίστρα με φασόν (ή ο πιτσαδόρος, ή ο ωρομίσθιος κ.ο.κ.): δουλεύει κατά παραγγελία, αμείβεται με μισθούς πείνας, τα ένσημα πότε γράφονται και πότε όχι, για άδειες τοκετού ή ασθενείας ούτε λόγος, ο συνδικαλισμός είναι άγνωστος. Πρόκειται για δύο κόσμους, μεταξύ των οποίων υπάρχει χάσμα.

3. Στην “επίσημη” αγορά εργασίας συχνά βασιλεύει η πλήρης ακαμψία. Το ωράριο τηρείται με ευλάβεια (εάν δεν παραβιάζεται υπέρ του εργαζομένου), οι μισθοί καθορίζονται ανεξαρτήτως παραγωγικότητας με πολιτικά κριτήρια, τα καθήκοντα όλων περιγράφονται λεπτομερώς, οι απολύσεις είναι σπάνιες ή τελείως αδύνατες. Η εικόνα του υπαλλήλου που αρνείται να παραλάβει τον ασθενή που χαροπαλεύει αφού “εγώ δεν είμαι τραυματιοφορέας, εγώ είμαι νοσοκόμος” προέρχεται από ιταλική ταινία και τοποθετείται στη Νάπολι – θα μπορούσε κάλλιστα, όμως, να περιγράφει μια πραγματική σκηνή σε κάποιο νοσοκομείο του ΕΣΥ.

4. Αντίθετα, η “απορυθμισμένη” αγορά εργασίας είναι ελαστική όσο στα βιβλία οικονομικής θεωρίας πρώτου έτους (στα επόμενα έτη κάπως βελτιώνεται η κατάσταση). Προσλήψεις και απολύσεις κατά βούληση (του εργοδότη), μισθός με το κομμάτι, κατά συρροή παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για κινηματογραφικές εικόνες υπομονή μέχρι να προβληθεί η ταινία του Ken Loach που συμμετείχε στο φεστιβάλ της Βενετίας.

5. Οι δύο αυτοί κόσμοι είναι ξένοι: δεν συναντώνται στους χώρους δουλειάς, δεν συναντώνται ούτε στα συνδικάτα. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ, ενώ ισχυρή είναι και η ΑΔΕΔΥ (το συνδικάτο των υπαλλήλων του Δημοσίου). Η εκπροσώπηση όσων εργάζονται στις χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι χαμηλή ή ανύπαρκτη. Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική των συνδικάτων συχνά αντιπροσωπεύει όχι τόσο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά μόνο των (σχετικά ευνοημένων) τμημάτων της από όπου προέρχεται η πλειοψηφία των μελών τους.

6. Παραδόξως, οι δύο κόσμοι μπορεί να συναντώνται στο … σπίτι. Η ανεργία μεταξύ “αρχηγών νοικοκυριών” (ανδρών 30-55) είναι σχεδόν αμελητέα, ενώ πλήττει δυσανάλογα τους νέους και τις γυναίκες (ιδίως τις νέες γυναίκες). Με άλλα λόγια, η ακαμψία της επίσημης αγοράς εργασίας προστατεύει τις αμοιβές και τη θέση εργασίας του πατέρα. Δικαίως, θα μπορούσε να πει κανείς. Το πρόβλημα είναι η άλλη όψη του νομίσματος: η ακαμψία ανεβάζει τόσο πολύ το κόστος εργασίας (και μειώνει την παραγωγικότητα), ώστε τελικά ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες κανονικής απασχόλησης της μητέρας και των παιδιών τους.

Ακριβές θέσεις εργασίας + χαμηλή παραγωγικότητα = έλλειψη νέων θέσεων, δηλ. ανεργία.

7. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του 35ωρου αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Από τη μια, η μείωση του χρόνου εργασίας είναι μια μακρόχρονη τάση που ξεκίνησε την επαύριο της βιομηχανικής επανάστασης και μάλλον θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ καιρό. Συνεπώς, η κινδυνολογία για τις καταστροφικές συνέπειες του μέτρου είναι υπερβολική. Αλλού είναι το θέμα: ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου θα επηρεάσει μόνο τις ΔΕΚΟ, το Δημόσιο, και τις τράπεζες. Ούτε οι μοδίστρες φασόν, ούτε οι πιτσαδόροι, ούτε και οι ωρομίσθιοι δεν πρόκειται να καταλάβουν καμία διαφορά: για αυτούς δεν ισχύει ο νόμος του κράτους (ισχύει μόνο ο νόμος της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα). Το 35ωρο απλώς θα επέτεινε τη διαίρεση μεταξύ προνομιούχων εργαζομένων και μη, ενώ θα δυσκόλευε και άλλο την αναγκαία επέκταση της απασχόλησης στην επίσημη οικονομία.

8. Για την εκσυγχρονιστική αριστερά η διέξοδος βρίσκεται στην ταυτόχρονη μεταρρύθμιση τόσο της αγοράς εργασίας όσο και του κοινωνικού κράτους: μερική (και ελεγχόμενη) ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και αναπροσανατολισμός των θεσμών κοινωνικής προστασίας, με στόχο υψηλά επίπεδα απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλειας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται για μια στρατηγική επίπονη και γεμάτη κινδύνους: υπόσχεται, όμως, ταυτόχρονες βελτιώσεις στα πεδία της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

9. Αυτή, άλλωστε, είναι η στρατηγική της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς: στη Γαλλία (όπου το 35ωρο συνδυάστηκε με μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας), στη Γερμανία (όπου η Volkswagen και IG Metal συμφώνησαν για 5.000 προσλήψεις με αντάλλαγμα τον υπολογισμό του 35ωρου σε ετήσια βάση, από 28 έως 42 ώρες τη βδομάδα), στην Ολλανδία και στη Δανία (όπου τα συνδικάτα συμφώνησαν στη χαλάρωση της προστασίας κατά των απολύσεων που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι του “προστατευμένου” τομέα, με αντάλλαγμα την επέκταση της εργασιακής και κοινωνικής προστασίας σε όλους τους εργαζομένους).

10. Η επιτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας με ισότητα και προστασία σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται από τη σοφία των εντεύθεν της κεντροδεξιάς πολιτικών ελίτ. Για μια κυβέρνηση που θέλει να είναι και εκσυγχρονιστική και σοσιαλιστική, ο συνδυασμός μεταρρυθμιστικής τόλμης και εμμονής στη συναίνεση δια της πειθούς είναι υποχρεωτική. Από την πλευρά της, η συνδικαλιστική ηγεσία πρέπει να αποδείξει ότι εκπροσωπεί τους εργάτες της χώρας, όλους: εργαζομένους και άνεργους, με μονιμότητα ή χωρίς, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ασφαλισμένους και ανασφάλιστους, νόμιμους και παράνομους.