Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Τετάρτη 12 Μαΐου 2010)
Το ασφαλιστικό νομοσχέδιο δέχεται αυτή την περίοδο μια ομοβροντία επιθέσεων εκ μέρους ενός ευρύτατου συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Συμμαχία για τη χρεωκοπία». Η συμμαχία αυτή απαρτίζεται από τα συνδικάτα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από τα κόμματα της αριστεράς, τη λαϊκή δεξιά και το βαθύ ΠΑΣΟΚ – συνεπικουρούμενοι από τηλεοπτικούς αστέρες και εκπροσώπους της μαχόμενης δημοσιογραφίας. Όλοι αυτοί υπερασπίζονται το χειρότερο και πιο άδικο ασφαλιστικό της Ευρώπης: ένα σύστημα από καιρό χρεωκοπημένο, οικονομικά και ηθικά.
Θα ήταν κρίμα οι φωνές τους να κρύψουν την αλήθεια. Ότι δηλ. με βάση το ασφαλιστικό που ισχύει, η γενιά των παιδιών μου δεν επρόκειτο να δει ποτέ σύνταξη – ενώ με ένα διαφορετικό ασφαλιστικό, ίσως. Και ότι «καλό» ασφαλιστικό δεν είναι αυτό που μοιράζει δανεικά σε ισχυρές ολιγάριθμες ομάδες, αλλά εκείνο που εγγυάται την αποτελεσματική προστασία των ηλικιωμένων, σημερινών και μελλοντικών.
Με αυτή την έννοια, η υποχρέωση που έχουμε αναλάβει έναντι της ΕΕ και του ΔΝΤ να μεταρρυθμίσουμε ριζικά τις συντάξεις, για να μειώσουμε τα βραχυπρόθεσμα και – ιδίως – τα μακροπρόθεσμα ελλείμματα, είναι μια μεγάλη ευκαιρία. Ηπιότερα μεταρρυθμιστικά σχέδια απέτυχαν στο παρελθόν παρά τον δειλό εξισωτισμό τους: οι προτάσεις Γιαννίτση του 2001 είναι το κλασσικό παράδειγμα. Στις σημερινές συνθήκες, μια δραστικότερη μεταρρύθμιση, με στόχο την αποκατάσταση όχι μόνο της βιωσιμότητας αλλά και της ισότητας, μεταξύ γενεών και μεταξύ ασφαλισμένων, είναι για πρώτη φορά εφικτή.
Μια μεγάλη ευκαιρία, λοιπόν – την οποία, όμως, το ασφαλιστικό νομοσχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Δευτέρα δεν αξιοποιεί. Ας δούμε γιατί, απομονώνοντας τρία (καίρια) σημεία.
Κατ’ αρχήν, το νομοσχέδιο είναι πολύ πιο μπερδεμένο από όσο χρειάζεται. Για να πετυχαίνει τον διπλό στόχο της βιωσιμότητας (να μην έχει δυσθεώρητα ελλείμματα) και της ισότητας (να μεταχειρίζεται όλους τους πολίτες το ίδιο), ένα σύστημα συντάξεων οφείλει να έχει απλούς και διαφανείς κανόνες. Αντίθετα, το νομοσχέδιο πρωτοτυπεί εκεί που δεν χρειάζεται. Χτυπητό παράδειγμα, η κλιμάκωση των ποσοστών απόδοσης των εισφορών (accrual rates) της Αναλογικής Σύνταξης, από 0,7% σε 3% για κάθε έτος ανάλογα με τον αριθμό των ετών ασφάλισης. Προφανώς, η κλιμάκωση αυτή αποπειράται να εισάγει κίνητρα κατά της πρόωρης συνταξιοδότησης και κατά της εισφοροδιαφυγής. Το πρόβλημα είναι ότι το κάνει εισάγοντας στρεβλώσεις, οι οποίες παραβιάζουν την ανταποδοτικότητα που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Σαν να μην έφτανε αυτό, τα ποσοστά απόδοσης των εισφορών κλιμακώνονται και ανάλογα με την «ασφαλιστική κλάση». Με άλλα λόγια, θεσμοθετούνται ευνοϊκότεροι όροι συνταξιοδότησης για τους υψηλόμισθους από ό,τι για τους χαμηλόμισθους. Πρόκειται για σοβαρό ατόπημα, που δεν παραβιάζει μόνο την ανταποδοτικότητα, αλλά και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Από την άλλη, η ρύθμιση για τη Βασική Σύνταξη αποτελεί σοβαρό λάθος. Ο διαχωρισμός σε ανταποδοτική Αναλογική Σύνταξη και μη ανταποδοτική Βασική Σύνταξη έχει νόημα μόνο εάν η δεύτερη (που χρηματοδοτείται από το κράτος) υπακούει σε κάποιον αναγνωρίσιμο κανόνα δικαιοσύνης. Ένας τέτοιος κανόνας θα ήταν η χορήγηση της Βασικής Σύνταξης με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Άλλος κανόνας θα ήταν να δίνεται σε όλους τους ηλικιωμένους εξίσου. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος, αλλά έχω εξηγήσει εκτενώς αλλού, και οι δύο κανόνες υποστηρίζονται από σοβαρά επιχειρήματα, αλλά κατά τη γνώμη μου προτιμότερη είναι η δεύτερη επιλογή, της καθολικής «σύνταξης του πολίτη» χωρίς άλλες προϋποθέσεις πέραν της ηλικίας και φυσικά της ιδιότητας του πολίτη. Αυτό που είναι τελείως άστοχο είναι να επιτρέπεται η χορήγηση της Βασικής Σύνταξης μαζί με την Αναλογική, δηλ. από οποιαδήποτε ηλικία συνταξιοδότησης επιλέγει κάθε ασφαλισμένος. Αυτό ακριβώς προβλέπει το νομοσχέδιο. Όπως (θα έπρεπε να) είναι προφανές στους συντάκτες του, μια τέτοια επιλογή αφενός εισάγει ισχυρά κίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης, αφετέρου παραβιάζει κατάφωρα την ισονομία των πολιτών.
Έπειτα, ένα δίκαιο σύστημα συντάξεων θα πρέπει να είναι ενιαίο, δηλ. να προβλέπει ίδιους κανόνες για όλους τους ασφαλισμένους, ανεξαρτήτως επαγγελματικής κατηγορίας ή κλάδου. Για το λόγο αυτό, η προαναγγελία μείωσης των ταμείων σε τρία δεν είχε πολύ νόημα. Η ένταξη όλων των πολιτών σε έναν ενιαίο ασφαλιστικό οργανισμό έχει ωριμάσει προ πολλού (για την ακρίβεια εδώ και 80 χρόνια, από τον ιδρυτικό νόμο του ΙΚΑ που προέβλεπε ακριβώς αυτό). Στο σχετικό σημείο (άρθρο 27) του νομοσχεδίου που κατατέθηκε, διαβάζουμε αρχικά (παράγραφος 1) ότι όλα τα ταμεία συγχωνεύονται σε τρεις φορείς μισθωτών, αγροτών και αυτοαπασχολουμένων, αλλά τελικά μαθαίνουμε (παράγραφος 7) ότι οι «επιστήμονες» (ιατροί -δικηγόροι-μηχανικοί) και οι δημοσιογράφοι θα κρατήσουν τα ταμεία τους. Τέλος, παρακάτω (στο άρθρο 65!) βλέπουμε ότι το ίδιο θα ισχύσει και για τους υπαλλήλους της Τράπεζας της Ελλάδος. Η λαθροχειρική αυτή «ενοποίηση» του συστήματος σε έξη ταμεία είναι βγαλμένη από τις χειρότερες παραδόσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Κάτι τέτοιες χαριστικές διατάξεις της τελευταίας στιγμής δημιούργησαν σταδιακά την προηγούμενη «ζούγκλα» των συντάξεων, η οποία μας έφερε εδώ που μας έφερε, και σε σχέση με την οποία υποτίθεται ότι κάνουμε τώρα μια νέα αρχή. Ωραία αρχή!
Φυσικά, η πολιτική ηγεσία θα προσπαθήσει να «πουλήσει» τις τρεις αυτές χαριστικές διατάξεις-δώρο στα διάφορα λόμπυ των ευνοημένων του προηγούμενου συστήματος (δηλ. στη ΓΣΕΕ, στον ΔΣΑ ή στο ΤΕΕ, στα ΜΜΕ κτλ.) ως «αντίσταση στο νεοφιλελεύθερο ΔΝΤ».
Ας είμαστε, λοιπόν, ειλικρινείς: πρόκειται για μια ακόμη επιτυχία του πελατειακού κράτους σε βάρος της πλειονότητας των εργαζομένων, σημερινών και αυριανών. Δεν μένει παρά να ευχηθούμε κάποιος (ο υπουργός οικονομικών; ο πρωθυπουργός; η τρόικα των επιτηρητών;) να προσέξει τι ακριβώς πάει να γίνει, και να το σταματήσει. Όχι άλλα δώρα στη «Συμμαχία για τη χρεωκοπία».
12 Μαΐου 2010
1 Απριλίου 2010
Μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού: το πόρισμα της επιτροπής ειδικών
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Απρίλιος 2010)
Το ασφαλιστικό νομοσχέδιο δεν έχει ακόμη κατατεθεί. Πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες αναφέρουν διχογνωμίες μεταξύ των υπουργών εργασίας και οικονομικών, αλλά και στο εσωτερικό του υπουργείου εργασίας, τόσο για το περιεχόμενό του όσο και για τον χρόνο κατάθεσής του. Προς το παρόν, υπάρχει μόνο το πόρισμα της επιτροπής ειδικών (με πρόεδρο τον Άγγελο Στεργίου, καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ), το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα στα μέσα Μαρτίου. Το σύντομο αυτό σημείωμα σχολιάζει το πόρισμα αυτό – θα επανέλθουμε στο θέμα μετά τη δημοσίευση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου.
Κατ’ αρχήν, να σημειώσουμε ότι η επιτροπή ειδικών εργάστηκε (και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;) μέσα στη μάλλον καταθλιπτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου στη χώρα μας.
Πρώτο πρόβλημα, η απίστευτα ανεπαρκής προετοιμασία των πιθανών λύσεων εκ μέρους των πολιτικών. Τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θα πρέπει να είχαν κάπου ακούσει ότι το ασφαλιστικό έχει πρόβλημα, αφού η αντιμετώπισή του είναι συνεχώς (αν και με διαλείψεις) στα ψηλά της πολιτικής ατζέντας και στις πολιτικές προτεραιότητες κάθε κυβέρνησης από το 1990 τουλάχιστον. Παρόλα αυτά, ακόμη και σήμερα η συμβολή των περισσοτέρων στελεχών του ΠΑΣΟΚ στη σχετική συζήτηση συνοψίζεται στη φράση «απελθέτω απ’εμού το ποτήριον τούτο». Όπως έδειξαν τα προηγούμενα χρόνια, παρόμοια στάση τηρούν τα στελέχη της ΝΔ, και φυσικά το σύνολο σχεδόν των στελεχών των κομμάτων της αριστεράς και (χωρίς σχεδόν) των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ας αφήσουμε τους αναγνώστες να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα σχετικά με την ωριμότητα του πολιτικού μας συστήματος, καθώς και με την ικανότητά του να λύνει τα προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε.
Δεύτερο πρόβλημα, η γενική έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Με το τετριμμένο επιχείρημα «προσχηματικός διάλογος, προειλημμένες αποφάσεις», η ΓΣΕΕ μετά από τις πρώτες συνεδριάσεις αποχώρησε, ενώ η πιο ασυμβίβαστη ΑΔΕΔΥ δεν συμμετείχε καθόλου από την αρχή – όπως άλλωστε δεν συμμετείχαν ούτε και τα κόμματα της αριστεράς. Φαίνεται ότι έχουμε εισέλθει (οριστικά;) σε μια νέα φάση, όπου κοινοβουλευτικά κόμματα και συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν μπαίνουν καν στον κόπο να σκεφτούν πώς θα λυθούν τα σοβαρά προβλήματα της χώρας, και προτιμούν να κατέβουν στους δρόμους ώστε να ξυλοκοπηθούν μεταξύ τους και με την αστυνομία. Το πρόβλημα είναι σοβαρό: η ελληνική αριστερά αποκλίνει από την ευρωπαϊκή αριστερά σαφώς ταχύτερα από ό,τι η Ελλάδα αποκλίνει γενικώς από την Ευρώπη. Με αυτό το ρυθμό, σε σύγκριση με τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΜΕ, η νέα ηγεσία της Χαμάς θα φαντάζει σε λίγο καιρό υπόδειγμα υπεύθυνης και εποικοδομητικής στάσης.
Τρίτο πρόβλημα, ο χαμηλός βαθμός αντιπροσωπευτικότητας του κοινωνικού διαλόγου. Είναι γνωστό ότι πέρα από τις Τράπεζες, τις ΔΕΚΟ και το Δημόσιο, η διείσδυση των συνδικάτων είναι αμελητέα εκεί όπου απασχολείται η συντριπτική πλειονοτήτα των εργαζομένων. Και πάλι το πρόβλημα είναι μεγάλο. Αφενός τα συνδικάτα απουσιάζουν από τους κλάδους και τις επιχειρήσεις όπου η ανάγκη προστασίας από την εργοδοτική αυθαιρεσία είναι μεγαλύτερη. Αφετέρου οι προτεραιότητες των συνδικάτων κυριαρχούνται από τις εμμονές για διατήρηση των κεκτημένων της προνομιούχου «εργατικής αριστοκρατίας» από την οποία προέρχονται τα στελέχη τους. Η θλιβερή αυτή εξέλιξη συμβάλλει στην καταστροφική μείωση του κύρους των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Όσον αφορά τον κοινωνικό διάλογο, με τέτοια δεδομένα λίγα πράγματα μπορεί να κάνει μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση – εκτός από δύο. Από τη μια, να θυμάται ότι οι συνδικαλιστές θα την καταγγέλλουν ακόμη και όταν οι αποφάσεις της εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, ιδίως τα μακροπρόθεσμα. Από την άλλη, να βρει συνομιλητές από τις τάξεις όσων δεν έχουν να χάσουν τίποτε (και έχουν να κερδίσουν πολλά) από μια εξισωτική μεταρρύθμιση των συντάξεων: γενιά των 700 ευρώ, γυναικείες κινήσεις, οργανώσεις μεταναστών κτλ. Λίγη φαντασία ποτέ δεν έβλαψε κανέναν (ούτε την εξουσία).
Τέταρτο πρόβλημα, η βλακώδης αντιμετώπιση του ασφαλιστικού (όπως και των υπόλοιπων σοβαρών προβλημάτων) από έναν πολύ μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων, στα έντυπα αλλά και στα ηλεκτρονικά μέσα. Αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν το πρόβλημα (το οποίο έχει μεν τεχνικές πλευρές, αλλά δεν είναι δα και πυρηνική φυσική), ώστε να παρουσιάσουν μετά στην κοινή γνώμη τα διλήμματα και τις επιλογές που αντιμετωπίζουμε, καταφεύγουν στον πιο φτηνό εντυπωσιασμό. «Τσουνάμι μέτρων», «Προτάσεις-σοκ», «Τσεκούρι στις συντάξεις» και άλλα τέτοια γλαφυρά, που χαϊδεύουν την άγνοια του αναγνωστικού (και φιλοθεάμονος) κοινού, και προδίδουν την χαμηλή πολιτισμική στάθμη των συντακτών τους – αλλά και την γενική ακαταλληλότητα και ανεπάρκεια του προσωπικού της 4ης εξουσίας, ακόμη και σε σύγκριση με τις άλλες τρεις. Εξαιρέσεις προφανώς υπάρχουν (ευτυχώς!), αλλά παραμένουν εξαιρέσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιτροπή ειδικών κατάφερε να συγκεντρώσει έναν εντυπωσιακό όγκο υλικών, και να παραδώσει ένα σύνολο αναλύσεων και προτάσεων που οπωσδήποτε αξίζει να προσεχτεί περισσότερο, τόσο από τους πολιτικούς όσο και από την κοινή γνώμη. Σε μια κανονική συγκυρία, το πόρισμα της επιτροπής θα ήταν πολύτιμο. Το πρόβλημα είναι ότι η τρέχουσα συγκυρία δεν είναι κανονική: την ώρα που η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα από 12,7% σε 3% του ΑΕΠ μέσα σε τρία χρόνια, το έλλειμμα μόνο των συντάξεων προβλέπεται να εκτιναχθεί σε 7,7% του ΑΕΠ το 2030, 13,1% το 2040 και 15,7% το 2050.
Η χρεωκοπία, ουσιαστικά, του ασφαλιστικού δυναμιτίζει τις προσπάθειες για διάσωση της οικονομίας και αυξάνει (δικαιολογημένα) τη δυσπιστία των αγορών για τις μελλοντικές της προοπτικές. Παρεμπιπτόντως, αυξάνει και τα spreads. Η σημερινή κατάσταση είναι ζοφερή, αλλά αποτελεί επίσης και μια ευκαιρία, ίσως την τελευταία, για να μπορέσουμε να πάρουμε τις αποφάσεις εκείνες που προτιμήσαμε να αναβάλλουμε παρότι ξέραμε ότι ήταν αναγκαίες. Η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού είναι μια από τις σημαντικότερες τέτοιες αποφάσεις.
Με το μέτρο αυτό, το πόρισμα της επιτροπής δεν μπορεί παρά να κριθεί ως κατώτερο των περιστάσεων. Από τις 12 προτάσεις του πορίσματος, οι 3 (έλεγχος των ιατρικών δαπανών, εντατικοποίηση του ελέγχου των φαρμακευτικών δαπανών, δημιουργία ενιαίου ταμείου ασφάλισης υγείας) δεν αφορούν καθόλου τις συντάξεις, οι 5 (ανάγκη διαρκούς αναλογιστικής επιτήρησης του συστήματος, καθιέρωση πάγιου τρόπου ρύθμισης των οφειλών προς τους ασφαλιστικούς φορείς, αξιοποίηση της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων, εκλογίκευση του συστήματος απονομής των αναπηρικών συντάξεων, βελτίωση της νομοθεσίας για τη διαδοχική ασφάλιση) δεν αποτελούν θέματα κοινωνικού διαλόγου αλλά αποτελεσματικής διοίκησης, ενώ άλλες 3 προτάσεις (περιορισμός της εισφοροδιαφυγής, ανεύρεση πρόσθετων πόρων για τη διασφάλιση της επαρκούς χρηματοδότησης του συστήματος, ενοποίηση των ταμείων) ανοίγουν μεν σοβαρά ζητήματα της πολιτικής για τις συντάξεις, τα οποία όμως δεν μπορούν να συζητηθούν παρά μόνο αφού καταλήξει η συζήτηση για τη νέα αρχιτεκτονική του συστήματος.
Στο κεντρικό αυτό ζήτημα, το πόρισμα αφιερώνει την πρόταση υπ. αρ. 9, με τίτλο «Μια νέα αρχιτεκτονική του συνταξιοδοτικού συστήματος: η αποσαφήνιση των ρόλων της ασφάλισης και της αλληλεγγύης». Στο σημείο αυτό, το πόρισμα εξηγεί ότι ενώ η επιτροπή συμφώνησε επί της αρχής για το χωρισμό του προνοιακού τμήματος από το «ανταποδοτικό», δεν κατέληξε σε ένα συγκεκριμένο σχήμα του δίπτυχου «βασική και αναλογική σύνταξη». Μια τέτοια κατάληξη σε ένα τέτοιο ζήτημα είναι απογοητευτική, όσο και αν ήταν αναμενόμενη.
Οι διαφορετικές απόψεις των μελών της επιτροπής παρουσιάζονται συνοπτικά στο πόρισμα και εκτενέστερα στο παράρτημα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συμβολή του Πάνου Τσακλόγλου (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), η οποία συμπίπτει σχεδόν με την παλαιότερη πρόταση της ΑΕΚΑ – που, υποθέτω, εξακολουθεί να υποστηρίζεται από τη «Μεταρρύθμιση». Η εθνική σύνταξη θα χορηγείται μετά την ηλικία των 65 ετών, ώστε να μη δημιουργούνται κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση. Πάνω από αυτή την ηλικία, δικαιούχοι θα είναι όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας και υπήκοοι κρατών-μελών της Ε.Ε. ή υπήκοοι άλλων χωρών με μακρόχρονη διαμονή στη χώρα. Το ηλικιακό όριο μπορεί αργότερα να αναπροσαρμοστεί, ανάλογα και με το «προσδόκιμο υγιούς διαβίωσης» του πληθυσμού. Το ύψος της (καθολικής) εθνικής σύνταξης θα είναι χαμηλό, επαρκές για την αποτροπή φαινομένων ακραίας ένδειας, πιθανότατα ίσο με αυτό της σημερινής σύνταξης ανασφαλίστων που παρέχει ο ΟΓΑ, ενώ θα προσαρμόζεται καθώς μεταβάλλεται το ΑΕΠ. Σε μια εναλλακτική εκδοχή, η εθνική σύνταξη θα μπορούσε να είναι ενιαία μόνο για όσους έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας και ταυτόχρονα διαθέτουν τις απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές, ενώ στους υπόλοιπους ηλικιωμένους θα χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια.
Όσον αφορά την ανταποδοτική σύνταξη, ο Τσακλόγλου προτείνει το λεγόμενο «οιονεί κεφαλαιοποιητικό» σύστημα. Στο σύστημα αυτό – παρόμοιο με εκείνο της Σουηδίας και της Ιταλίας – κάθε ασφαλισμένος έχει ένα (εικονικό) ατομικό ασφαλιστικό λογαριασμό όπου καταγράφονται οι ασφαλιστικές εισφορές του, τοκίζονται με ένα προσυμφωνημένο επιτόκιο και σχηματίζουν το ασφαλιστικό κεφάλαιό του. Το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης προσδιορίζεται τη στιγμή της συνταξιοδότησης ώστε να την καθιστά «αναλογιστικά δίκαιη», με βάση το κεφάλαιο που έχουν σχηματίσει οι συσσωρευμένες ασφαλιστικές εισφορές κάθε ασφαλισμένου.
Μια διαφορετική, επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση κατατέθηκε από την Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου (Νομική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών). Η πρόταση αυτή μοιάζει αρκετά με την προηγούμενη σε δύο κρίσιμα σημεία: στο χαρακτήρα της ανταποδοτικής σύνταξης, και στη χορήγηση χωριστής προνοιακής σύνταξης μετά από κάποια ηλικία (π.χ. 65 έτη). Διαφέρει στον τρόπο υπολογισμού της προνοιακής σύνταξης, το ύψος της οποίας θα διαφοροποιείται ανάλογα με τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Πιο συγκεκριμένα, η Παπαρρηγοπούλου προτείνει να μην χορηγείται καθόλου προνοιακή σύνταξη εάν η ανταποδοτική υπερβαίνει κάποιο καθορισμένο όριο, πέραν του οποίου παύει η κρατική συνεισφορά. Κάτω από αυτό, η προνοιακή σύνταξη είναι ίση με το γινόμενο του «συντελεστή αλληλεγγύης» επί το έλλειμμα της ανταποδοτικής σύνταξης από το καθορισμένο όριο.
Αριθμητικό παράδειγμα: με όριο τα 800 ευρώ το μήνα και συντελεστή 0,6 (60%), ένας ασφαλισμένος με εισφορές που αντιστοιχούν σε ανταποδοτική σύνταξη 200 ευρώ θα εισπράττει προνοιακή σύνταξη 360 ευρώ (σύνολο 560 ευρώ), ενώ με ανταποδοτική σύνταξη 600 ευρώ η προνοιακή σύνταξη θα είναι 120 ευρώ (σύνολο 720 ευρώ). Όσο υψηλότερος είναι ο συντελεστής και όσο υψηλότερο είναι το καθορισμένο όριο, τόσο υψηλότερες θα είναι οι συντάξεις – και κατ’επέκταση και η συνταξιοδοτική δαπάνη, η οποία όμως μάλλον θα διαμορφώνεται σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι στην προηγούμενη πρόταση.
Η πρόταση που κατατέθηκε από τον πρόεδρο της επιτροπής κινείται ως προς τη γενική δομή σε παρόμοια κατεύθυνση. Ο Στεργίου απορρίπτει αποφασιστικά την ιδέα της καθολικότητας: «Θα αποτελούσε ασυγχώρητη σπατάλη η χορήγηση της βασικής [σύνταξης] σε όλους, χωρίς εισοδηματικές προϋποθέσεις». Η βασική σύνταξη θα πρέπει να μειώνεται προοδευτικά, όχι μόνο όταν αυξάνει η αναλογική σύνταξη, αλλά και όταν αυξάνει το εισόδημα του δικαιούχου. Πάντως, ενώ ο πρόεδρος της επιτροπής δέχεται ότι η βασική σύνταξη θα χρηματοδοτείται από τη φορολογία και η αναλογική από εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών, δείχνει να δυσκολεύεται να αποδεχθεί τη λογική συνεπαγωγή αυτής της δομής: ότι δηλ. η κρατική χρηματοδότηση θα περιορίζεται στη βασική σύνταξη, αντί να επιδοτεί και τις συντάξεις των ταμείων όπως σήμερα. Για αυτό προτείνει επέκταση (όχι κατάργηση) του θεσμού των κατώτατων ορίων των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και αναλογική (όχι πλήρως ανταποδοτική) σύνταξη. Τέλος, συναρτά («άρρηκτα») τη διαμόρφωση σχήματος βασικής και αναλογικής σύνταξης με την ανεύρεση πρόσθετων πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος, καθώς και με «μια επαναδιαπραγμάτευση του συντονισμού των δύο μερών της σύνταξης για το πώς τελικά θα επιτευχθεί με καλύτερο τρόπο η αναδιανομή».
Όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω αλλού («Βιώσιµες και δίκαιες συντάξεις σε µια ανοιχτή κοινωνία», Athens Review of Books, Φεβρουάριος 2010), η εμμονή στην ανεύρεση πρόσθετων πόρων μπορεί να ακούγεται «προοδευτική» (και να ικανοποιεί όσους μάχονται για να μην αλλάξει τίποτε), προσκρούει όμως στο γεγονός ότι πρόσθετοι πόροι της τάξης του 15% του ΑΕΠ απλώς δεν υπάρχουν. Η θεσμοθέτηση ειδικού φόρου για τις συντάξεις (κατά το πρότυπο του γαλλικού CSG) που εισηγείται ο Στεργίου έχει νόημα μόνο στο πλαίσιο της επιλογής για κρατική επιδότηση των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης, όπως δηλ. στη Γαλλία ή (πολύ πιο άναρχα) στο σύστημα που ισχύει στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η επιλογή αυτή δεν συνιστά καθόλου «νέα αρχιτεκτονική», αλλά αναπαλαίωση της σημερινής. Ο πραγματικός διαχωρισμός αλληλεγγύης και ασφάλισης είναι ασύμβατος με τη διαιώνιση τέτοιου είδους επιδοτήσεων, ενώ επιβάλλει τη συγκέντρωση της κρατικής χρηματοδότησης στη βασική σύνταξη. Παρεμπιπτόντως, μια τέτοια ορθολογική δομή καθιστά περιττή την επιβολή ειδικού φόρου: 4% του ΑΕΠ – όσο περίπου το σύνολο της (άναρχα κατανεμημένης) κρατικής δαπάνης για συντάξεις σήμερα – είναι μάλλον επαρκές για τη χρηματοδότηση ακόμη και μιας καθολικής βασικής σύνταξης («ασυγχώρητη σπατάλη» κατά τον πρόεδρο της επιτροπής).
Τέλος, το παράρτημα περιγράφει άλλη μια πρόταση για την αρχιτεκτονική του συστήματος, από τον εκπρόσωπο της ΕΣΕΕ Δημήτρη Μπούρλο. Και εδώ παρατηρείται μια εμμονή στην πάση θυσία διατήρηση της σημερινής δομής. Η ΕΣΕΕ αποδέχεται μεν τον προτεινόμενο διαχωρισμό προνοιακών και ασφαλιστικών παροχών, αλλά «στο βαθμό που δεν περιορίζει και εξαντλεί τις υποχρεώσεις του Κράτους στην εξασφάλιση μόνο των πρώτων». Για αυτό, προτείνει η βασική σύνταξη να αποτελεί τη βάση υπολογισμού της σύνταξης, όχι προνοιακή προσθήκη σε αυτή, δηλ. να χορηγείται μόνο με τη χορήγηση αναλογικής σύνταξης και ανεξαρτήτως εισοδηματικών κριτηρίων. Μια (άλλη) προνοιακή σύνταξη θα χορηγείται στους ανασφάλιστους. Επί πλέον, η ΕΣΕΕ ζητά το αναλογικό τμήμα της σύνταξης να καταβάλλεται ακόμη και όταν δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης (σήμερα 15 έτη). Και πάλι, αυτό είναι μεν λογικό, αλλά μόνο εάν δεχθούμε την κατάργηση των κατώτατων ορίων, άρα την υπέρβαση του συστήματος, και τη συγκέντρωση της κρατικής συμμετοχής σε μια χωριστή βασική σύνταξη. Διαφορετικά, δεν πρόκειται παρά για έκκληση για βελτιωμένες συντάξεις των ταμείων, με διατήρηση (δηλ. αύξηση) της επιχορήγησης των τελευταίων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Προφανώς, κάτι τέτοιο θα ακύρωνε πλήρως τον διαχωρισμό προνοιακών και ασφαλιστικών παροχών, ενώ θα ανακύκλωνε τις αδικίες και τα ελλείμματα του σημερινού συστήματος.
Συμπερασματικά, τα δύο κείμενα (πόρισμα + παράρτημα) που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την επιτροπή ειδικών, παρότι εμπλουτίζουν σημαντικά τις διαθέσιμες επεξεργασίες για τη μεταρρύθμιση των συντάξεων, απέχουν αρκετά από το να υποστηρίζουν τις αναγκαίες λύσεις με την απαιτούμενη ένταση και σαφήνεια. Η συμβολή του προέδρου της επιτροπής, με όλο το βάρος της θέσης του, παρότι πολύτιμη σε πολλά σημεία, πάσχει σε κρίσιμα σημεία από αμφισημίες που αντί να διευκολύνουν τις πολιτικές επιλογές επιτείνουν τη γενική σύγχυση.
Αντίθετα, οι προτάσεις Τσακλόγλου και Παπαρρηγοπούλου αποτελούν άρτιες επεξεργασίες της «σύνταξης του πολίτη» και της «ελάχιστης εγγυημένης σύνταξης» αντιστοίχως, με όλα τα υπέρ και τα κατά του καθενός από τους δύο αυτούς τύπους βασικής σύνταξης. Η υιοθέτηση οποιασδήποτε από τις δύο επιλογές, σε συνδυασμό με την ανταποδοτική σύνταξη που και οι δύο προτείνουν, θα συνιστούσε θεαματική βελτίωση σε σχέση με το υπάρχον σύστημα, τόσο με όρους οικονομίας όσο και με όρους δικαιοσύνης.
Η σκυτάλη τώρα περνά στην κυβέρνηση. Η συνέχεια σε επόμενο τεύχος.
Το ασφαλιστικό νομοσχέδιο δεν έχει ακόμη κατατεθεί. Πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες αναφέρουν διχογνωμίες μεταξύ των υπουργών εργασίας και οικονομικών, αλλά και στο εσωτερικό του υπουργείου εργασίας, τόσο για το περιεχόμενό του όσο και για τον χρόνο κατάθεσής του. Προς το παρόν, υπάρχει μόνο το πόρισμα της επιτροπής ειδικών (με πρόεδρο τον Άγγελο Στεργίου, καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ), το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα στα μέσα Μαρτίου. Το σύντομο αυτό σημείωμα σχολιάζει το πόρισμα αυτό – θα επανέλθουμε στο θέμα μετά τη δημοσίευση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου.
Κατ’ αρχήν, να σημειώσουμε ότι η επιτροπή ειδικών εργάστηκε (και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;) μέσα στη μάλλον καταθλιπτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου στη χώρα μας.
Πρώτο πρόβλημα, η απίστευτα ανεπαρκής προετοιμασία των πιθανών λύσεων εκ μέρους των πολιτικών. Τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θα πρέπει να είχαν κάπου ακούσει ότι το ασφαλιστικό έχει πρόβλημα, αφού η αντιμετώπισή του είναι συνεχώς (αν και με διαλείψεις) στα ψηλά της πολιτικής ατζέντας και στις πολιτικές προτεραιότητες κάθε κυβέρνησης από το 1990 τουλάχιστον. Παρόλα αυτά, ακόμη και σήμερα η συμβολή των περισσοτέρων στελεχών του ΠΑΣΟΚ στη σχετική συζήτηση συνοψίζεται στη φράση «απελθέτω απ’εμού το ποτήριον τούτο». Όπως έδειξαν τα προηγούμενα χρόνια, παρόμοια στάση τηρούν τα στελέχη της ΝΔ, και φυσικά το σύνολο σχεδόν των στελεχών των κομμάτων της αριστεράς και (χωρίς σχεδόν) των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ας αφήσουμε τους αναγνώστες να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα σχετικά με την ωριμότητα του πολιτικού μας συστήματος, καθώς και με την ικανότητά του να λύνει τα προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε.
Δεύτερο πρόβλημα, η γενική έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Με το τετριμμένο επιχείρημα «προσχηματικός διάλογος, προειλημμένες αποφάσεις», η ΓΣΕΕ μετά από τις πρώτες συνεδριάσεις αποχώρησε, ενώ η πιο ασυμβίβαστη ΑΔΕΔΥ δεν συμμετείχε καθόλου από την αρχή – όπως άλλωστε δεν συμμετείχαν ούτε και τα κόμματα της αριστεράς. Φαίνεται ότι έχουμε εισέλθει (οριστικά;) σε μια νέα φάση, όπου κοινοβουλευτικά κόμματα και συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν μπαίνουν καν στον κόπο να σκεφτούν πώς θα λυθούν τα σοβαρά προβλήματα της χώρας, και προτιμούν να κατέβουν στους δρόμους ώστε να ξυλοκοπηθούν μεταξύ τους και με την αστυνομία. Το πρόβλημα είναι σοβαρό: η ελληνική αριστερά αποκλίνει από την ευρωπαϊκή αριστερά σαφώς ταχύτερα από ό,τι η Ελλάδα αποκλίνει γενικώς από την Ευρώπη. Με αυτό το ρυθμό, σε σύγκριση με τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΜΕ, η νέα ηγεσία της Χαμάς θα φαντάζει σε λίγο καιρό υπόδειγμα υπεύθυνης και εποικοδομητικής στάσης.
Τρίτο πρόβλημα, ο χαμηλός βαθμός αντιπροσωπευτικότητας του κοινωνικού διαλόγου. Είναι γνωστό ότι πέρα από τις Τράπεζες, τις ΔΕΚΟ και το Δημόσιο, η διείσδυση των συνδικάτων είναι αμελητέα εκεί όπου απασχολείται η συντριπτική πλειονοτήτα των εργαζομένων. Και πάλι το πρόβλημα είναι μεγάλο. Αφενός τα συνδικάτα απουσιάζουν από τους κλάδους και τις επιχειρήσεις όπου η ανάγκη προστασίας από την εργοδοτική αυθαιρεσία είναι μεγαλύτερη. Αφετέρου οι προτεραιότητες των συνδικάτων κυριαρχούνται από τις εμμονές για διατήρηση των κεκτημένων της προνομιούχου «εργατικής αριστοκρατίας» από την οποία προέρχονται τα στελέχη τους. Η θλιβερή αυτή εξέλιξη συμβάλλει στην καταστροφική μείωση του κύρους των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Όσον αφορά τον κοινωνικό διάλογο, με τέτοια δεδομένα λίγα πράγματα μπορεί να κάνει μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση – εκτός από δύο. Από τη μια, να θυμάται ότι οι συνδικαλιστές θα την καταγγέλλουν ακόμη και όταν οι αποφάσεις της εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, ιδίως τα μακροπρόθεσμα. Από την άλλη, να βρει συνομιλητές από τις τάξεις όσων δεν έχουν να χάσουν τίποτε (και έχουν να κερδίσουν πολλά) από μια εξισωτική μεταρρύθμιση των συντάξεων: γενιά των 700 ευρώ, γυναικείες κινήσεις, οργανώσεις μεταναστών κτλ. Λίγη φαντασία ποτέ δεν έβλαψε κανέναν (ούτε την εξουσία).
Τέταρτο πρόβλημα, η βλακώδης αντιμετώπιση του ασφαλιστικού (όπως και των υπόλοιπων σοβαρών προβλημάτων) από έναν πολύ μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων, στα έντυπα αλλά και στα ηλεκτρονικά μέσα. Αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν το πρόβλημα (το οποίο έχει μεν τεχνικές πλευρές, αλλά δεν είναι δα και πυρηνική φυσική), ώστε να παρουσιάσουν μετά στην κοινή γνώμη τα διλήμματα και τις επιλογές που αντιμετωπίζουμε, καταφεύγουν στον πιο φτηνό εντυπωσιασμό. «Τσουνάμι μέτρων», «Προτάσεις-σοκ», «Τσεκούρι στις συντάξεις» και άλλα τέτοια γλαφυρά, που χαϊδεύουν την άγνοια του αναγνωστικού (και φιλοθεάμονος) κοινού, και προδίδουν την χαμηλή πολιτισμική στάθμη των συντακτών τους – αλλά και την γενική ακαταλληλότητα και ανεπάρκεια του προσωπικού της 4ης εξουσίας, ακόμη και σε σύγκριση με τις άλλες τρεις. Εξαιρέσεις προφανώς υπάρχουν (ευτυχώς!), αλλά παραμένουν εξαιρέσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιτροπή ειδικών κατάφερε να συγκεντρώσει έναν εντυπωσιακό όγκο υλικών, και να παραδώσει ένα σύνολο αναλύσεων και προτάσεων που οπωσδήποτε αξίζει να προσεχτεί περισσότερο, τόσο από τους πολιτικούς όσο και από την κοινή γνώμη. Σε μια κανονική συγκυρία, το πόρισμα της επιτροπής θα ήταν πολύτιμο. Το πρόβλημα είναι ότι η τρέχουσα συγκυρία δεν είναι κανονική: την ώρα που η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα από 12,7% σε 3% του ΑΕΠ μέσα σε τρία χρόνια, το έλλειμμα μόνο των συντάξεων προβλέπεται να εκτιναχθεί σε 7,7% του ΑΕΠ το 2030, 13,1% το 2040 και 15,7% το 2050.
Η χρεωκοπία, ουσιαστικά, του ασφαλιστικού δυναμιτίζει τις προσπάθειες για διάσωση της οικονομίας και αυξάνει (δικαιολογημένα) τη δυσπιστία των αγορών για τις μελλοντικές της προοπτικές. Παρεμπιπτόντως, αυξάνει και τα spreads. Η σημερινή κατάσταση είναι ζοφερή, αλλά αποτελεί επίσης και μια ευκαιρία, ίσως την τελευταία, για να μπορέσουμε να πάρουμε τις αποφάσεις εκείνες που προτιμήσαμε να αναβάλλουμε παρότι ξέραμε ότι ήταν αναγκαίες. Η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού είναι μια από τις σημαντικότερες τέτοιες αποφάσεις.
Με το μέτρο αυτό, το πόρισμα της επιτροπής δεν μπορεί παρά να κριθεί ως κατώτερο των περιστάσεων. Από τις 12 προτάσεις του πορίσματος, οι 3 (έλεγχος των ιατρικών δαπανών, εντατικοποίηση του ελέγχου των φαρμακευτικών δαπανών, δημιουργία ενιαίου ταμείου ασφάλισης υγείας) δεν αφορούν καθόλου τις συντάξεις, οι 5 (ανάγκη διαρκούς αναλογιστικής επιτήρησης του συστήματος, καθιέρωση πάγιου τρόπου ρύθμισης των οφειλών προς τους ασφαλιστικούς φορείς, αξιοποίηση της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων, εκλογίκευση του συστήματος απονομής των αναπηρικών συντάξεων, βελτίωση της νομοθεσίας για τη διαδοχική ασφάλιση) δεν αποτελούν θέματα κοινωνικού διαλόγου αλλά αποτελεσματικής διοίκησης, ενώ άλλες 3 προτάσεις (περιορισμός της εισφοροδιαφυγής, ανεύρεση πρόσθετων πόρων για τη διασφάλιση της επαρκούς χρηματοδότησης του συστήματος, ενοποίηση των ταμείων) ανοίγουν μεν σοβαρά ζητήματα της πολιτικής για τις συντάξεις, τα οποία όμως δεν μπορούν να συζητηθούν παρά μόνο αφού καταλήξει η συζήτηση για τη νέα αρχιτεκτονική του συστήματος.
Στο κεντρικό αυτό ζήτημα, το πόρισμα αφιερώνει την πρόταση υπ. αρ. 9, με τίτλο «Μια νέα αρχιτεκτονική του συνταξιοδοτικού συστήματος: η αποσαφήνιση των ρόλων της ασφάλισης και της αλληλεγγύης». Στο σημείο αυτό, το πόρισμα εξηγεί ότι ενώ η επιτροπή συμφώνησε επί της αρχής για το χωρισμό του προνοιακού τμήματος από το «ανταποδοτικό», δεν κατέληξε σε ένα συγκεκριμένο σχήμα του δίπτυχου «βασική και αναλογική σύνταξη». Μια τέτοια κατάληξη σε ένα τέτοιο ζήτημα είναι απογοητευτική, όσο και αν ήταν αναμενόμενη.
Οι διαφορετικές απόψεις των μελών της επιτροπής παρουσιάζονται συνοπτικά στο πόρισμα και εκτενέστερα στο παράρτημα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συμβολή του Πάνου Τσακλόγλου (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), η οποία συμπίπτει σχεδόν με την παλαιότερη πρόταση της ΑΕΚΑ – που, υποθέτω, εξακολουθεί να υποστηρίζεται από τη «Μεταρρύθμιση». Η εθνική σύνταξη θα χορηγείται μετά την ηλικία των 65 ετών, ώστε να μη δημιουργούνται κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση. Πάνω από αυτή την ηλικία, δικαιούχοι θα είναι όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας και υπήκοοι κρατών-μελών της Ε.Ε. ή υπήκοοι άλλων χωρών με μακρόχρονη διαμονή στη χώρα. Το ηλικιακό όριο μπορεί αργότερα να αναπροσαρμοστεί, ανάλογα και με το «προσδόκιμο υγιούς διαβίωσης» του πληθυσμού. Το ύψος της (καθολικής) εθνικής σύνταξης θα είναι χαμηλό, επαρκές για την αποτροπή φαινομένων ακραίας ένδειας, πιθανότατα ίσο με αυτό της σημερινής σύνταξης ανασφαλίστων που παρέχει ο ΟΓΑ, ενώ θα προσαρμόζεται καθώς μεταβάλλεται το ΑΕΠ. Σε μια εναλλακτική εκδοχή, η εθνική σύνταξη θα μπορούσε να είναι ενιαία μόνο για όσους έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας και ταυτόχρονα διαθέτουν τις απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές, ενώ στους υπόλοιπους ηλικιωμένους θα χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια.
Όσον αφορά την ανταποδοτική σύνταξη, ο Τσακλόγλου προτείνει το λεγόμενο «οιονεί κεφαλαιοποιητικό» σύστημα. Στο σύστημα αυτό – παρόμοιο με εκείνο της Σουηδίας και της Ιταλίας – κάθε ασφαλισμένος έχει ένα (εικονικό) ατομικό ασφαλιστικό λογαριασμό όπου καταγράφονται οι ασφαλιστικές εισφορές του, τοκίζονται με ένα προσυμφωνημένο επιτόκιο και σχηματίζουν το ασφαλιστικό κεφάλαιό του. Το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης προσδιορίζεται τη στιγμή της συνταξιοδότησης ώστε να την καθιστά «αναλογιστικά δίκαιη», με βάση το κεφάλαιο που έχουν σχηματίσει οι συσσωρευμένες ασφαλιστικές εισφορές κάθε ασφαλισμένου.
Μια διαφορετική, επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση κατατέθηκε από την Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου (Νομική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών). Η πρόταση αυτή μοιάζει αρκετά με την προηγούμενη σε δύο κρίσιμα σημεία: στο χαρακτήρα της ανταποδοτικής σύνταξης, και στη χορήγηση χωριστής προνοιακής σύνταξης μετά από κάποια ηλικία (π.χ. 65 έτη). Διαφέρει στον τρόπο υπολογισμού της προνοιακής σύνταξης, το ύψος της οποίας θα διαφοροποιείται ανάλογα με τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Πιο συγκεκριμένα, η Παπαρρηγοπούλου προτείνει να μην χορηγείται καθόλου προνοιακή σύνταξη εάν η ανταποδοτική υπερβαίνει κάποιο καθορισμένο όριο, πέραν του οποίου παύει η κρατική συνεισφορά. Κάτω από αυτό, η προνοιακή σύνταξη είναι ίση με το γινόμενο του «συντελεστή αλληλεγγύης» επί το έλλειμμα της ανταποδοτικής σύνταξης από το καθορισμένο όριο.
Αριθμητικό παράδειγμα: με όριο τα 800 ευρώ το μήνα και συντελεστή 0,6 (60%), ένας ασφαλισμένος με εισφορές που αντιστοιχούν σε ανταποδοτική σύνταξη 200 ευρώ θα εισπράττει προνοιακή σύνταξη 360 ευρώ (σύνολο 560 ευρώ), ενώ με ανταποδοτική σύνταξη 600 ευρώ η προνοιακή σύνταξη θα είναι 120 ευρώ (σύνολο 720 ευρώ). Όσο υψηλότερος είναι ο συντελεστής και όσο υψηλότερο είναι το καθορισμένο όριο, τόσο υψηλότερες θα είναι οι συντάξεις – και κατ’επέκταση και η συνταξιοδοτική δαπάνη, η οποία όμως μάλλον θα διαμορφώνεται σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι στην προηγούμενη πρόταση.
Η πρόταση που κατατέθηκε από τον πρόεδρο της επιτροπής κινείται ως προς τη γενική δομή σε παρόμοια κατεύθυνση. Ο Στεργίου απορρίπτει αποφασιστικά την ιδέα της καθολικότητας: «Θα αποτελούσε ασυγχώρητη σπατάλη η χορήγηση της βασικής [σύνταξης] σε όλους, χωρίς εισοδηματικές προϋποθέσεις». Η βασική σύνταξη θα πρέπει να μειώνεται προοδευτικά, όχι μόνο όταν αυξάνει η αναλογική σύνταξη, αλλά και όταν αυξάνει το εισόδημα του δικαιούχου. Πάντως, ενώ ο πρόεδρος της επιτροπής δέχεται ότι η βασική σύνταξη θα χρηματοδοτείται από τη φορολογία και η αναλογική από εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών, δείχνει να δυσκολεύεται να αποδεχθεί τη λογική συνεπαγωγή αυτής της δομής: ότι δηλ. η κρατική χρηματοδότηση θα περιορίζεται στη βασική σύνταξη, αντί να επιδοτεί και τις συντάξεις των ταμείων όπως σήμερα. Για αυτό προτείνει επέκταση (όχι κατάργηση) του θεσμού των κατώτατων ορίων των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και αναλογική (όχι πλήρως ανταποδοτική) σύνταξη. Τέλος, συναρτά («άρρηκτα») τη διαμόρφωση σχήματος βασικής και αναλογικής σύνταξης με την ανεύρεση πρόσθετων πόρων για τη χρηματοδότηση του συστήματος, καθώς και με «μια επαναδιαπραγμάτευση του συντονισμού των δύο μερών της σύνταξης για το πώς τελικά θα επιτευχθεί με καλύτερο τρόπο η αναδιανομή».
Όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω αλλού («Βιώσιµες και δίκαιες συντάξεις σε µια ανοιχτή κοινωνία», Athens Review of Books, Φεβρουάριος 2010), η εμμονή στην ανεύρεση πρόσθετων πόρων μπορεί να ακούγεται «προοδευτική» (και να ικανοποιεί όσους μάχονται για να μην αλλάξει τίποτε), προσκρούει όμως στο γεγονός ότι πρόσθετοι πόροι της τάξης του 15% του ΑΕΠ απλώς δεν υπάρχουν. Η θεσμοθέτηση ειδικού φόρου για τις συντάξεις (κατά το πρότυπο του γαλλικού CSG) που εισηγείται ο Στεργίου έχει νόημα μόνο στο πλαίσιο της επιλογής για κρατική επιδότηση των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης, όπως δηλ. στη Γαλλία ή (πολύ πιο άναρχα) στο σύστημα που ισχύει στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η επιλογή αυτή δεν συνιστά καθόλου «νέα αρχιτεκτονική», αλλά αναπαλαίωση της σημερινής. Ο πραγματικός διαχωρισμός αλληλεγγύης και ασφάλισης είναι ασύμβατος με τη διαιώνιση τέτοιου είδους επιδοτήσεων, ενώ επιβάλλει τη συγκέντρωση της κρατικής χρηματοδότησης στη βασική σύνταξη. Παρεμπιπτόντως, μια τέτοια ορθολογική δομή καθιστά περιττή την επιβολή ειδικού φόρου: 4% του ΑΕΠ – όσο περίπου το σύνολο της (άναρχα κατανεμημένης) κρατικής δαπάνης για συντάξεις σήμερα – είναι μάλλον επαρκές για τη χρηματοδότηση ακόμη και μιας καθολικής βασικής σύνταξης («ασυγχώρητη σπατάλη» κατά τον πρόεδρο της επιτροπής).
Τέλος, το παράρτημα περιγράφει άλλη μια πρόταση για την αρχιτεκτονική του συστήματος, από τον εκπρόσωπο της ΕΣΕΕ Δημήτρη Μπούρλο. Και εδώ παρατηρείται μια εμμονή στην πάση θυσία διατήρηση της σημερινής δομής. Η ΕΣΕΕ αποδέχεται μεν τον προτεινόμενο διαχωρισμό προνοιακών και ασφαλιστικών παροχών, αλλά «στο βαθμό που δεν περιορίζει και εξαντλεί τις υποχρεώσεις του Κράτους στην εξασφάλιση μόνο των πρώτων». Για αυτό, προτείνει η βασική σύνταξη να αποτελεί τη βάση υπολογισμού της σύνταξης, όχι προνοιακή προσθήκη σε αυτή, δηλ. να χορηγείται μόνο με τη χορήγηση αναλογικής σύνταξης και ανεξαρτήτως εισοδηματικών κριτηρίων. Μια (άλλη) προνοιακή σύνταξη θα χορηγείται στους ανασφάλιστους. Επί πλέον, η ΕΣΕΕ ζητά το αναλογικό τμήμα της σύνταξης να καταβάλλεται ακόμη και όταν δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης (σήμερα 15 έτη). Και πάλι, αυτό είναι μεν λογικό, αλλά μόνο εάν δεχθούμε την κατάργηση των κατώτατων ορίων, άρα την υπέρβαση του συστήματος, και τη συγκέντρωση της κρατικής συμμετοχής σε μια χωριστή βασική σύνταξη. Διαφορετικά, δεν πρόκειται παρά για έκκληση για βελτιωμένες συντάξεις των ταμείων, με διατήρηση (δηλ. αύξηση) της επιχορήγησης των τελευταίων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Προφανώς, κάτι τέτοιο θα ακύρωνε πλήρως τον διαχωρισμό προνοιακών και ασφαλιστικών παροχών, ενώ θα ανακύκλωνε τις αδικίες και τα ελλείμματα του σημερινού συστήματος.
Συμπερασματικά, τα δύο κείμενα (πόρισμα + παράρτημα) που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την επιτροπή ειδικών, παρότι εμπλουτίζουν σημαντικά τις διαθέσιμες επεξεργασίες για τη μεταρρύθμιση των συντάξεων, απέχουν αρκετά από το να υποστηρίζουν τις αναγκαίες λύσεις με την απαιτούμενη ένταση και σαφήνεια. Η συμβολή του προέδρου της επιτροπής, με όλο το βάρος της θέσης του, παρότι πολύτιμη σε πολλά σημεία, πάσχει σε κρίσιμα σημεία από αμφισημίες που αντί να διευκολύνουν τις πολιτικές επιλογές επιτείνουν τη γενική σύγχυση.
Αντίθετα, οι προτάσεις Τσακλόγλου και Παπαρρηγοπούλου αποτελούν άρτιες επεξεργασίες της «σύνταξης του πολίτη» και της «ελάχιστης εγγυημένης σύνταξης» αντιστοίχως, με όλα τα υπέρ και τα κατά του καθενός από τους δύο αυτούς τύπους βασικής σύνταξης. Η υιοθέτηση οποιασδήποτε από τις δύο επιλογές, σε συνδυασμό με την ανταποδοτική σύνταξη που και οι δύο προτείνουν, θα συνιστούσε θεαματική βελτίωση σε σχέση με το υπάρχον σύστημα, τόσο με όρους οικονομίας όσο και με όρους δικαιοσύνης.
Η σκυτάλη τώρα περνά στην κυβέρνηση. Η συνέχεια σε επόμενο τεύχος.
La crisi greca – e quella europea
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Απρίλιος 2010)
La trattativa del governo greco con gli altri governi di “Eurolandia” (cioè degli stati membri della zona euro) nel vertice del 25 marzo si è ormai conclusa. Le decisioni prese dall’asse Berlino-Parigi, sottoscritte poi dagli altri governi, hanno consequenze importanti per il futuro dell’Europa, oltre a quello della Grecia. Vediamo un po’ perchè.
Il problema di fondo è ovviamente il deficit e il debito massicci della Grecia. La posizione ufficiale del governo greco dall’inizio della trattativa è stata che il paese non chiede aiuti diretti – e non è difficile immaginare come questa posizione fu influenzata dalla certezza che tali aiuti erano comunque poco probabili. Invece, la Grecia ha chiesto l’intervento dell’Europa affinchè essa possa rifinanziare il suo debito a tassi d’interesse meno proibitivi di quelli attuali.
Certo, se i mercati non sono disposti ad investire su titoli di stato greci se non al 6% (rispetto al 3% dei titoli tedeschi e al 4% di quelli italiani), questo è legato non tanto a una sorta di anti-ellenismo dei mercati finanziari, ma piuttosto alle prospettive non proprio brillanti dell’economia greca. Dall’altra parte, il governo greco ha già varato misure restrittive molto pesanti: deve essere la prima volta nella sua storia che lo stato greco taglia gli stipendi pubblici. Queste misure rischiano di rivelarsi inutili se il relativo risparmio viene usato non per ridurre il disavanzo dello stato e per promuovere il rilancio dell’economia, ma semplicimente per pagare gli interessi altissimi che stanno richiedendo i mercati per continuare a finanziare il debito greco.
Per evitare questo circolo vizioso, il governo greco ha agitato lo spauracchio di un ricorso al Fondo monetario internazionale, sperando che questa prospettiva – certamente imbarazzante per l’Europa – avrebbe accelererato la ricerca di un accordo sul piano europeo di assistenza alla Grecia. Il problema è che i principali destinatari di questo bluff, cioè i tedeschi, non hanno abboccato: “se la Grecia vuol chiedere l’intervento dell’Fmi, forse questa è la soluzione più idonea”, era la mossa d’apertura del governo tedesco alla vigilia del consiglio europeo del 25 marzo.
Come al solito, la posizione tedesca è stata letta in Grecia in chiave anti-ellenico. Ma dal punto di vista tedesco, come ha spiegato Guido Westerwelle (vicecancelliere, ministro degli affari esteri e capo del partito liberal-democratico), gli aiuti facili alla Grecia avrebbero semplicemente indotto all’abbandono delle riforme necessari da parte del governo greco – e, aggiungerei io, all’allegro rimesso in moto di tutti i circoli viziosi greci. Come dargli torto?
Dall’altra parte, la crisi greca assume un significato che va ben oltre il destino della Grecia. Di per se, questo destino ha un’importanza relativamente marginale (tranne ovviamente per noi greci). Al 4% del prodotto interno lordo europeo, l’economia greca non conta molto all’interno di quella europea – anche se il debito greco, a quasi 300 miliardi, è sufficientemente grosso da scatenare una crisi finanziaria. Ma il problema maggiore è un altro: la crisi greca non solo ha svelato le debolezze dell’intero sistema produttivo del paese; allo stesso tempo, ha messo in evidenza anche i limiti della stessa architettura dell’euro, e dell’Unione economica e monetaria.
La stabilità di questa unione – più monetaria che economica – viene minacciata non solo dai deficit cronici dei monelli (oggi la Grecia, domani la Spagna, dopodomani forse l’Italia), ma anche dai surplus cronici dei primi di classe (la Germania in testa). Sia gli uni che gli altri sono le due facce della medaglia: come farà la Francia a ridurre il suo deficit (previsto di arrivare al 9% del Pil nel 2010), se il governo tedesco insiste sulla sua strategia di moderazione salariale sul fronte interno? Contenere i salari tedeschi giova senz’altro alla competitività tedesca, e contribuisce al surplus del suo bilancio esterno – ma allo stesso momento comprime la domanda domestica della Germania e contribuisce ai deficit dei suoi partner europei.
In altre parole, la strategia tedesca dei costi bassi rende più arduo il tentativo degli altri di far ripartire le loro economie tramite l’export al mercato tedesco. L’unica via possibile è la svalutazione competitiva – non della loro moneta (questo non è più consentito all’interno della zona euro) – ma dei salari. Si tratterebbe di un ritorno al nazionalismo economico degli anni trenta, e sappiamo tutti come è andata a finire allora. Come minimo, l’adozione da tutti della strategia di svalutazione competitiva (strategia beggar thy neighbour, come dicono gli anglosassoni) porterebbe inevitabilmente alla fine della stessa Uem e della moneta comune.
Visto così, un piano europeo di assistenza alla Grecia era necessario per evitare questa prospettiva, e “per non esporre l’euro al rischio di reazioni a catena, che ne pregiudicherebbero la sopravvivenza”. Ma, come sottolineano gli economisti italiani Baglioni e Bordignon, da solo non basta: “Una revisione del Patto di stabilità e un maggiore coordinamento delle politiche economiche, dalle politiche salariali a quelle macroeconomiche e fiscali, è condizione indispensabile perchè l’Unione sopravviva.”
Alla fine, dalla partita che si è svolta negli ultimi giorni a Bruxelles e le altre capitali europei sono emerse due novità. La prima è che adesso esiste uno strumento per poter gestire le crisi finanziarie di un paese membro: il meccanismo dei prestiti governativi e bilaterali, con la partecipazione del Fmi. Questo strumento interessa direttamente la Grecia, almeno come una “rete di sicurezza”.
L’accordo su questo nuovo strumento era preceduto dalla decisione di Jean-Claude Trichet, presidente della Banca centrale europea, di accettare i titoli di stato greci come garanzie per i finanziamenti della Bce al sistema bancario greco – a prescindere dalle valutazioni delle agenzie di rating. Si spera che questo avrà un effetto calmante sulle pressioni dei mercati sui bond greci.
La seconda novità è la decisione del consiglio europeo di rafforzare il “governance” economico della Ue e l’approfondimento dell’unione monetaria. Come ha spiegato lo stesso Trichet, dell’acronimo “Uem” (Unione economica e monetaria) è il momento di renderne visibile anche la lettera “e”, cioè l’unione economica. Ovviamente, siamo ancora (molto) lontani da un vero e proprio governo economico europeo. Ma l’Europa ha dato una prova (anche se, come al solito, abbastanza sofferta) della sua volontà di aprirsi al nuovo tema del tanto auspicato coordinamento delle politiche economiche, almeno all’interno della zona euro.
La trattativa del governo greco con gli altri governi di “Eurolandia” (cioè degli stati membri della zona euro) nel vertice del 25 marzo si è ormai conclusa. Le decisioni prese dall’asse Berlino-Parigi, sottoscritte poi dagli altri governi, hanno consequenze importanti per il futuro dell’Europa, oltre a quello della Grecia. Vediamo un po’ perchè.
Il problema di fondo è ovviamente il deficit e il debito massicci della Grecia. La posizione ufficiale del governo greco dall’inizio della trattativa è stata che il paese non chiede aiuti diretti – e non è difficile immaginare come questa posizione fu influenzata dalla certezza che tali aiuti erano comunque poco probabili. Invece, la Grecia ha chiesto l’intervento dell’Europa affinchè essa possa rifinanziare il suo debito a tassi d’interesse meno proibitivi di quelli attuali.
Certo, se i mercati non sono disposti ad investire su titoli di stato greci se non al 6% (rispetto al 3% dei titoli tedeschi e al 4% di quelli italiani), questo è legato non tanto a una sorta di anti-ellenismo dei mercati finanziari, ma piuttosto alle prospettive non proprio brillanti dell’economia greca. Dall’altra parte, il governo greco ha già varato misure restrittive molto pesanti: deve essere la prima volta nella sua storia che lo stato greco taglia gli stipendi pubblici. Queste misure rischiano di rivelarsi inutili se il relativo risparmio viene usato non per ridurre il disavanzo dello stato e per promuovere il rilancio dell’economia, ma semplicimente per pagare gli interessi altissimi che stanno richiedendo i mercati per continuare a finanziare il debito greco.
Per evitare questo circolo vizioso, il governo greco ha agitato lo spauracchio di un ricorso al Fondo monetario internazionale, sperando che questa prospettiva – certamente imbarazzante per l’Europa – avrebbe accelererato la ricerca di un accordo sul piano europeo di assistenza alla Grecia. Il problema è che i principali destinatari di questo bluff, cioè i tedeschi, non hanno abboccato: “se la Grecia vuol chiedere l’intervento dell’Fmi, forse questa è la soluzione più idonea”, era la mossa d’apertura del governo tedesco alla vigilia del consiglio europeo del 25 marzo.
Come al solito, la posizione tedesca è stata letta in Grecia in chiave anti-ellenico. Ma dal punto di vista tedesco, come ha spiegato Guido Westerwelle (vicecancelliere, ministro degli affari esteri e capo del partito liberal-democratico), gli aiuti facili alla Grecia avrebbero semplicemente indotto all’abbandono delle riforme necessari da parte del governo greco – e, aggiungerei io, all’allegro rimesso in moto di tutti i circoli viziosi greci. Come dargli torto?
Dall’altra parte, la crisi greca assume un significato che va ben oltre il destino della Grecia. Di per se, questo destino ha un’importanza relativamente marginale (tranne ovviamente per noi greci). Al 4% del prodotto interno lordo europeo, l’economia greca non conta molto all’interno di quella europea – anche se il debito greco, a quasi 300 miliardi, è sufficientemente grosso da scatenare una crisi finanziaria. Ma il problema maggiore è un altro: la crisi greca non solo ha svelato le debolezze dell’intero sistema produttivo del paese; allo stesso tempo, ha messo in evidenza anche i limiti della stessa architettura dell’euro, e dell’Unione economica e monetaria.
La stabilità di questa unione – più monetaria che economica – viene minacciata non solo dai deficit cronici dei monelli (oggi la Grecia, domani la Spagna, dopodomani forse l’Italia), ma anche dai surplus cronici dei primi di classe (la Germania in testa). Sia gli uni che gli altri sono le due facce della medaglia: come farà la Francia a ridurre il suo deficit (previsto di arrivare al 9% del Pil nel 2010), se il governo tedesco insiste sulla sua strategia di moderazione salariale sul fronte interno? Contenere i salari tedeschi giova senz’altro alla competitività tedesca, e contribuisce al surplus del suo bilancio esterno – ma allo stesso momento comprime la domanda domestica della Germania e contribuisce ai deficit dei suoi partner europei.
In altre parole, la strategia tedesca dei costi bassi rende più arduo il tentativo degli altri di far ripartire le loro economie tramite l’export al mercato tedesco. L’unica via possibile è la svalutazione competitiva – non della loro moneta (questo non è più consentito all’interno della zona euro) – ma dei salari. Si tratterebbe di un ritorno al nazionalismo economico degli anni trenta, e sappiamo tutti come è andata a finire allora. Come minimo, l’adozione da tutti della strategia di svalutazione competitiva (strategia beggar thy neighbour, come dicono gli anglosassoni) porterebbe inevitabilmente alla fine della stessa Uem e della moneta comune.
Visto così, un piano europeo di assistenza alla Grecia era necessario per evitare questa prospettiva, e “per non esporre l’euro al rischio di reazioni a catena, che ne pregiudicherebbero la sopravvivenza”. Ma, come sottolineano gli economisti italiani Baglioni e Bordignon, da solo non basta: “Una revisione del Patto di stabilità e un maggiore coordinamento delle politiche economiche, dalle politiche salariali a quelle macroeconomiche e fiscali, è condizione indispensabile perchè l’Unione sopravviva.”
Alla fine, dalla partita che si è svolta negli ultimi giorni a Bruxelles e le altre capitali europei sono emerse due novità. La prima è che adesso esiste uno strumento per poter gestire le crisi finanziarie di un paese membro: il meccanismo dei prestiti governativi e bilaterali, con la partecipazione del Fmi. Questo strumento interessa direttamente la Grecia, almeno come una “rete di sicurezza”.
L’accordo su questo nuovo strumento era preceduto dalla decisione di Jean-Claude Trichet, presidente della Banca centrale europea, di accettare i titoli di stato greci come garanzie per i finanziamenti della Bce al sistema bancario greco – a prescindere dalle valutazioni delle agenzie di rating. Si spera che questo avrà un effetto calmante sulle pressioni dei mercati sui bond greci.
La seconda novità è la decisione del consiglio europeo di rafforzare il “governance” economico della Ue e l’approfondimento dell’unione monetaria. Come ha spiegato lo stesso Trichet, dell’acronimo “Uem” (Unione economica e monetaria) è il momento di renderne visibile anche la lettera “e”, cioè l’unione economica. Ovviamente, siamo ancora (molto) lontani da un vero e proprio governo economico europeo. Ma l’Europa ha dato una prova (anche se, come al solito, abbastanza sofferta) della sua volontà di aprirsi al nuovo tema del tanto auspicato coordinamento delle politiche economiche, almeno all’interno della zona euro.
7 Μαρτίου 2010
Ακριβή ανάπτυξη και δίκαιη λιτότητα
Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 7 Μαρτίου 2010)
Η τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία έχει διάφορες όψεις. Η δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται στις πιο ορατές από αυτές, όπως για παράδειγμα στα περίφημα spreads, δηλ. στο υψηλό κόστος δανεισμού. Αυτό είναι λογικό, αφού οι ορατές όψεις της κρίσης τυχαίνει να είναι οι πιο επείγουσες. Από την άλλη, είναι και συγκυριακές, καθώς και άμεσα (όχι εύκολα) αντιμετωπίσιμες. Κάποια στιγμή η κερδοσκοπική πίεση στην οικονομία θα υποχωρήσει. Όμως, δεν θα έχει περάσει η κρίση όταν συμβεί αυτό. Αντίθετα, τότε θα έλθει στην επιφάνεια η μονιμότερη αιτία της, η ουσία της παθογένειας που παράγει ελλείμματα. Και αυτή δεν είναι άλλη από τη δραματική απόσταση μεταξύ των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας και των καταναλωτικών προσδοκιών των πολιτών.
Το παραγωγικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί βασίζεται στους χαμηλούς μισθούς, στη χαμηλή εξειδίκευση, στην περιορισμένη αξιοποίηση της τεχνολογίας, στη δυσπιστία των επιχειρήσεων απέναντι στην καινοτομία, στην κατά συρροή παραβίαση του εργατικού δικαίου, στην περιφρόνηση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων. Πρόκειται για ένα παραγωγικό μοντέλο «φτηνής ανάπτυξης», το οποίο έχει προ πολλού εξαντλήσει την όποια δυναμική του.
Αντίθετα, τα καταναλωτικά πρότυπα που έχουμε υιοθετήσει είναι εφάμιλλα – αν όχι ακριβότερα – πολύ πιο προηγμένων οικονομιών από τη δική μας. Ταυτόχρονα, η παρακμή της δημόσιας παροχής (π.χ. στους τομείς των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης) σημαίνει μεγάλη επιβάρυνση για αγαθά που σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες παρέχονται δωρεάν από το κράτος. Με άλλα λόγια, την ώρα που η εθνική οικονομία χάνει έδαφος στις διεθνείς αγορές επειδή παράγει προϊόντα χαμηλής ποιότητας σε όχι συμφέρουσες τιμές, η εγχώρια ζήτηση απορροφά ένα υψηλό επίπεδο κατανάλωσης. Η κατανάλωση αυτή συχνά αφορά εισαγόμενα προϊόντα, ενώ σε σημαντικό βαθμό χρηματοδοτείται από δανεισμό (ιδιωτικό ή δημόσιο).
Είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι βιώσιμη. Όταν κάποιος ζει συνεχώς με δανεικά το χρέος του διογκώνεται και στο τέλος κανείς δεν είναι πρόθυμος να του δανείσει χωρίς όλο και μεγαλύτερες εγγυήσεις. Σε τελευταία ανάλυση, το δίλημμα δεν είναι μεταξύ «σκληρών» ή μη μέτρων σταθεροποίησης, αλλά μεταξύ εξυγίανσης και χρεοκοπίας. Το δυστύχημα είναι ότι, επειδή σπαταλήσαμε τα χρόνια των παχιών αγελάδων (υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90), είμαστε τώρα υποχρεωμένοι να επιχειρήσουμε την εξυγίανση μέσα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης.
Η μετάβαση προς ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Απαιτεί μια διαφορετική επιχειρηματική κουλτούρα που να σέβεται την εργασία και να επενδύει σε αυτή, με στόχο την παραγωγή ελκυστικών προϊόντων σε ανταγωνιστικές τιμές. Προϋποθέτει επίσης την επικράτηση μιας πιο απαιτητικής ηθικής της εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους. Συνεπάγεται τέλος βαθιές μεταρρυθμίσεις για την αποτελεσματική καταπολέμηση χρόνιων προβλημάτων στην οικονομία, στην απασχόληση, στην ασφάλιση, στην εκπαίδευση, στη δικαιοσύνη.
Πάντως, όσο αποφασιστικά (και όσο γρήγορα) και αν κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ακριβής ανάπτυξης, η κρίση δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη την κατανάλωση. Κατ’ αρχήν ποσοτικά: λίγοι αμφιβάλλουν ότι μας περιμένουν θυσίες, και μάλιστα για αρκετό καιρό. Όμως, η μονόπλευρη μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα όσο διαιωνίζεται η φορολογική ασυλία άλλων κατηγοριών, όσο η κακοδιαχείριση των δημόσιων πόρων παραμένει κανόνας, όσο η διαφθορά εξακολουθεί να κυριαρχεί στη δημόσια ζωή. Συνεπώς, για να έχει αποτέλεσμα η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης, θα πρέπει να συμπέσει με την αποκατάσταση της νομιμότητας και την περικοπή της σπατάλης σε όλους τους τομείς. Επίσης, θα πρέπει οι θυσίες να επιμερίζονται ανάλογα με τη δυνατότητα καθενός να συνεισφέρει, αρχής γενομένης από όσους την τελευταία περίοδο πλούτισαν εύκολα. Συνεπώς, η λιτότητα για να είναι οικονομικά αποδοτική και κοινωνικά αποδεκτή θα πρέπει να είναι δίκαιη.
Επί πλέον, η μεγάλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης την προηγούμενη περίοδο δεν έκανε ευτυχέστερους τους πολίτες: τροφοδότησε μια επίπλαστη ευημερία που εξαντλήθηκε στη ρηχή και επιδεικτική συσσώρευση υλικών αγαθών, ενέτεινε τις οικονομικές ανισότητες, ενίσχυσε τις κοινωνικές παθογένειες (το stress, την εγκληματικότητα), επιδείνωσε την καθυστέρηση της δημόσιας υποδομής, επιτάχυνε την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Βέβαια, παρότι η αύξηση του εισοδήματος δεν εγγυάται πραγματική ευημερία, η μείωσή του προκαλεί μεγαλύτερη δυστυχία – ιδίως βραχυπρόθεσμα, αφού ανατρέπει προσδοκίες και σχέδια.
Ίσως όμως, μεσοπρόθεσμα, η λιτότητα να είναι ευκαιρία για μια αλλαγή πορείας. Αρκεί να αντιστραφεί η τάση ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών αγαθών. Αρκεί να ενισχυθεί η ποιότητα των δημοσίων αγαθών – των ελεύθερων χώρων, των δρόμων και των πλατειών, των αστικών πάρκων και των εθνικών δρυμών, όχι μόνο των δημόσιων νοσοκομείων και σχολείων.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε μια εναλλακτική καθημερινότητα: τα παιδιά πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς, οι επισκέψεις στο γιατρό είναι δωρεάν, οδηγούμε λιγότερο, περπατάμε και ποδηλατούμε περισσότερο, κυκλοφορούμε με το μετρό ή το λεωφορείο, κολυμπάμε σε ελεύθερες παραλίες (όχι σε οργανωμένες πλαζ), αθλούμαστε στα πάρκα μαζί με τους φίλους μας (όχι στο ιδιωτικό γυμναστήριο μόνοι μας), μαγειρεύουμε συχνότερα στο σπίτι με φίλους, μποϋκοτάρουμε τα πληκτικά αλλά υπερτιμημένα μπαρ ή εστιατόρια.
Ποιος αμφιβάλλει ότι, εάν όλα αυτά συνέβαιναν αληθινά, η λιτότητα (δηλ. η μείωση των χρηματικών εισοδημάτων) θα συμβάδιζε με τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας;
Η τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία έχει διάφορες όψεις. Η δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται στις πιο ορατές από αυτές, όπως για παράδειγμα στα περίφημα spreads, δηλ. στο υψηλό κόστος δανεισμού. Αυτό είναι λογικό, αφού οι ορατές όψεις της κρίσης τυχαίνει να είναι οι πιο επείγουσες. Από την άλλη, είναι και συγκυριακές, καθώς και άμεσα (όχι εύκολα) αντιμετωπίσιμες. Κάποια στιγμή η κερδοσκοπική πίεση στην οικονομία θα υποχωρήσει. Όμως, δεν θα έχει περάσει η κρίση όταν συμβεί αυτό. Αντίθετα, τότε θα έλθει στην επιφάνεια η μονιμότερη αιτία της, η ουσία της παθογένειας που παράγει ελλείμματα. Και αυτή δεν είναι άλλη από τη δραματική απόσταση μεταξύ των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας και των καταναλωτικών προσδοκιών των πολιτών.
Το παραγωγικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί βασίζεται στους χαμηλούς μισθούς, στη χαμηλή εξειδίκευση, στην περιορισμένη αξιοποίηση της τεχνολογίας, στη δυσπιστία των επιχειρήσεων απέναντι στην καινοτομία, στην κατά συρροή παραβίαση του εργατικού δικαίου, στην περιφρόνηση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων. Πρόκειται για ένα παραγωγικό μοντέλο «φτηνής ανάπτυξης», το οποίο έχει προ πολλού εξαντλήσει την όποια δυναμική του.
Αντίθετα, τα καταναλωτικά πρότυπα που έχουμε υιοθετήσει είναι εφάμιλλα – αν όχι ακριβότερα – πολύ πιο προηγμένων οικονομιών από τη δική μας. Ταυτόχρονα, η παρακμή της δημόσιας παροχής (π.χ. στους τομείς των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης) σημαίνει μεγάλη επιβάρυνση για αγαθά που σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες παρέχονται δωρεάν από το κράτος. Με άλλα λόγια, την ώρα που η εθνική οικονομία χάνει έδαφος στις διεθνείς αγορές επειδή παράγει προϊόντα χαμηλής ποιότητας σε όχι συμφέρουσες τιμές, η εγχώρια ζήτηση απορροφά ένα υψηλό επίπεδο κατανάλωσης. Η κατανάλωση αυτή συχνά αφορά εισαγόμενα προϊόντα, ενώ σε σημαντικό βαθμό χρηματοδοτείται από δανεισμό (ιδιωτικό ή δημόσιο).
Είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι βιώσιμη. Όταν κάποιος ζει συνεχώς με δανεικά το χρέος του διογκώνεται και στο τέλος κανείς δεν είναι πρόθυμος να του δανείσει χωρίς όλο και μεγαλύτερες εγγυήσεις. Σε τελευταία ανάλυση, το δίλημμα δεν είναι μεταξύ «σκληρών» ή μη μέτρων σταθεροποίησης, αλλά μεταξύ εξυγίανσης και χρεοκοπίας. Το δυστύχημα είναι ότι, επειδή σπαταλήσαμε τα χρόνια των παχιών αγελάδων (υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90), είμαστε τώρα υποχρεωμένοι να επιχειρήσουμε την εξυγίανση μέσα σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης.
Η μετάβαση προς ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Απαιτεί μια διαφορετική επιχειρηματική κουλτούρα που να σέβεται την εργασία και να επενδύει σε αυτή, με στόχο την παραγωγή ελκυστικών προϊόντων σε ανταγωνιστικές τιμές. Προϋποθέτει επίσης την επικράτηση μιας πιο απαιτητικής ηθικής της εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους. Συνεπάγεται τέλος βαθιές μεταρρυθμίσεις για την αποτελεσματική καταπολέμηση χρόνιων προβλημάτων στην οικονομία, στην απασχόληση, στην ασφάλιση, στην εκπαίδευση, στη δικαιοσύνη.
Πάντως, όσο αποφασιστικά (και όσο γρήγορα) και αν κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ακριβής ανάπτυξης, η κρίση δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη την κατανάλωση. Κατ’ αρχήν ποσοτικά: λίγοι αμφιβάλλουν ότι μας περιμένουν θυσίες, και μάλιστα για αρκετό καιρό. Όμως, η μονόπλευρη μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα όσο διαιωνίζεται η φορολογική ασυλία άλλων κατηγοριών, όσο η κακοδιαχείριση των δημόσιων πόρων παραμένει κανόνας, όσο η διαφθορά εξακολουθεί να κυριαρχεί στη δημόσια ζωή. Συνεπώς, για να έχει αποτέλεσμα η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης, θα πρέπει να συμπέσει με την αποκατάσταση της νομιμότητας και την περικοπή της σπατάλης σε όλους τους τομείς. Επίσης, θα πρέπει οι θυσίες να επιμερίζονται ανάλογα με τη δυνατότητα καθενός να συνεισφέρει, αρχής γενομένης από όσους την τελευταία περίοδο πλούτισαν εύκολα. Συνεπώς, η λιτότητα για να είναι οικονομικά αποδοτική και κοινωνικά αποδεκτή θα πρέπει να είναι δίκαιη.
Επί πλέον, η μεγάλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης την προηγούμενη περίοδο δεν έκανε ευτυχέστερους τους πολίτες: τροφοδότησε μια επίπλαστη ευημερία που εξαντλήθηκε στη ρηχή και επιδεικτική συσσώρευση υλικών αγαθών, ενέτεινε τις οικονομικές ανισότητες, ενίσχυσε τις κοινωνικές παθογένειες (το stress, την εγκληματικότητα), επιδείνωσε την καθυστέρηση της δημόσιας υποδομής, επιτάχυνε την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Βέβαια, παρότι η αύξηση του εισοδήματος δεν εγγυάται πραγματική ευημερία, η μείωσή του προκαλεί μεγαλύτερη δυστυχία – ιδίως βραχυπρόθεσμα, αφού ανατρέπει προσδοκίες και σχέδια.
Ίσως όμως, μεσοπρόθεσμα, η λιτότητα να είναι ευκαιρία για μια αλλαγή πορείας. Αρκεί να αντιστραφεί η τάση ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών αγαθών. Αρκεί να ενισχυθεί η ποιότητα των δημοσίων αγαθών – των ελεύθερων χώρων, των δρόμων και των πλατειών, των αστικών πάρκων και των εθνικών δρυμών, όχι μόνο των δημόσιων νοσοκομείων και σχολείων.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε μια εναλλακτική καθημερινότητα: τα παιδιά πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς, οι επισκέψεις στο γιατρό είναι δωρεάν, οδηγούμε λιγότερο, περπατάμε και ποδηλατούμε περισσότερο, κυκλοφορούμε με το μετρό ή το λεωφορείο, κολυμπάμε σε ελεύθερες παραλίες (όχι σε οργανωμένες πλαζ), αθλούμαστε στα πάρκα μαζί με τους φίλους μας (όχι στο ιδιωτικό γυμναστήριο μόνοι μας), μαγειρεύουμε συχνότερα στο σπίτι με φίλους, μποϋκοτάρουμε τα πληκτικά αλλά υπερτιμημένα μπαρ ή εστιατόρια.
Ποιος αμφιβάλλει ότι, εάν όλα αυτά συνέβαιναν αληθινά, η λιτότητα (δηλ. η μείωση των χρηματικών εισοδημάτων) θα συμβάδιζε με τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας;
6 Μαρτίου 2010
Οι αθέατες όψεις της φοροδιαφυγής
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Σάββατο 6 Μαρτίου 2010)
Σύμφωνα με μια γνωστή ρήση – την αναφέρει ο Joel Slemrod, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Michigan – «οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν, οι πλούσιοι φοροαποφεύγουν». Εννοεί προφανώς ότι από ένα μέγεθος επιχείρησης ή επίπεδο εισοδήματος και πάνω, όσοι πιστεύουν ότι αντί να πληρώνουν φόρους δικαιούνται να κρατήσουν τους καρπούς του ιδρώτα τους (ή, μάλλον, των άλλων), απλώς προσλαμβάνουν δικηγόρους, λογιστές και άλλους ειδικούς για την αξιοποίηση παραθύρων στη φορολογική νομοθεσία – π.χ. ιδρύοντας μια off shore εταιρεία.
Η υπενθύμιση αυτή, βγαλμένη από την εμπειρία των ΗΠΑ (όπου το φαινόμενο παρακολουθείται, με όλες τις σημασίες της λέξης, πολύ στενότερα από ό,τι εδώ), είναι χρήσιμη. Υπονοεί ότι καμιά πολιτική κατά της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν δεν αντιμετωπίζει τους φορολογικούς παραδείσους και τους άλλους νομότυπους τρόπους με τους οποίους εξασφαλίζεται η «φοροασυλία» εκταταμένων κοινωνικών κατηγοριών.
Πράγματι, ο κίνδυνος μετατόπισης από τη φοροδιαφυγή στην φοροαποφυγή είναι κάθε άλλο παρά θεωρητικός. Για παράδειγμα, μετά τις αποκαλύψεις του Υπουργείου Οικονομικών ότι από τους 150 ιατρούς με ιατρείο στο Κολωνάκι οι 60 δηλώνουν ετήσιο καθαρό εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ, η διάχυτη ανησυχία του συμπαθούς επαγγελματικού κλάδου για τα επερχόμενα μέτρα πάταξης (τα οποία ακόμη τα περιμένουμε) φαίνεται να έχει προκαλέσει κύμα ίδρυσης off shore εταιρείες ιατρών που θα κόβουν κανονικά αποδείξεις και όλα τα σχετικά. “Passata la legge trovato l'inganno” («Μόλις ψηφιστεί ο νόμος βρίσκεται αμέσως το παραθυράκι») όπως λένει και οι φίλοι μας οι Ιταλοί, που κάτι γνωρίζουν για το θέμα.
Ισχύει όμως ότι (κυρίως) οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν; Και εάν ναι, ποιοι φοροδιαφεύγουν, και πόσο; Ή μάλλον, ποιοι ωφελούνται από τη φοροδιαφυγή, και πόσο;
Πρόκειται για ερωτήματα που οι επιστήμονες ονομάζουν «εμπειρικά». Αντί να γενικεύουμε κάτι που ακούσαμε, ή να πιστεύουμε διάφορους «μητροπολιτικούς μύθους», μπορούμε απλώς να τους επαληθεύσουμε ή να τους διαψεύσουμε διά της εμπειρικής έρευνας. Βέβαια, για να συμβεί αυτό θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση σε δυσπρόσιτα ή και εμπιστευτικά δεδομένα (π.χ. τις φορολογικές δηλώσεις των ατόμων), πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο.
Ούτε και ακατόρθωτο όμως. Πρόσφατη έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία εκπονήθηκε από την διδάκτορα (πλέον) Μαρία Φλεβοτόμου και τον υπογράφοντα, προσπάθησε να απαντήσει ακριβώς στο ερώτημα των «διανεμητικών επιδράσεων της φοροδιαφυγής». Η έρευνα είχε το πλεονέκτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από περίπου 27.400 φορολογικές δηλώσεις του 2005 – δεδομένα που μας είχε παραχωρήσει η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων σε ανώνυμη μορφή (δηλ. αφού πρώτα αφαιρέθηκε οποιαδήποτε πληροφορία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίηση των φορολογουμένων).
Τα κυριότερα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν πριν λίγες μέρες (στα αγγλικά) σε κείμενο συζήτησης του Ελληνικού Παρατηρητηρίου της London School of Economics, όπου είχαν παρουσιαστεί πριν λίγους μήνες.
Πρώτα οι μεθοδολογικές διευκρινήσεις. Το δείγμα φορολογικών δηλώσεων που αναλύσαμε δεν μας «δείχνει» τη φοροδιαφυγή, απλώς μας βοηθά να την εκτιμήσουμε εμμέσως. Πώς; Συγκρίνοντας το εισόδημα που δηλώνουν στην Εφορία ορισμένες ομάδες φορολογουμένων, με το αντίστοιχο εισόδημα που δηλώνουν παρόμοιες ομάδες στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ (που είναι η βασική πηγή πληροφόρησης για την κατανομή του εισοδήματος στη χώρα μας).
Συγκεκριμένα, χωρίσαμε τον πληθυσμό σε 16 σχετικά ομοιογενείς κατηγορίες, ανάλογα με την κύρια πηγή εισοδήματος και τη γεωγραφική περιφέρεια. Στη συνέχεια, συγκρίναμε το εισόδημα της κάθε κατηγορίας όπως αυτό δηλώνεται σε κάθε μια από τις δύο βάσεις δεδομένων. Τέλος, χρησιμοποιήσαμε τον λόγο των δύο μεγεθών για να χωρίσουμε τα εισοδήματα σε δύο μέρη: σε αυτό που δηλώνεται στην Εφορία και σε εκείνο που αποκρύπτεται.
Τα αποτελέσματα, παρότι αναμενόμενα, ήταν μάλλον εντυπωσιακά. Πραγματικά και δηλωθέντα εισοδήματα ταυτίζονται κατά 100% στην περίπτωση των συντάξεων και κατά 99,5% σε εκείνη των μισθών. Αντίθετα, το ποσοστό των αγροτικών εισοδημάτων που δηλώνεται στην Εφορία μετά βίας φτάνει το 47%, ενώ εκείνο των εισοδημάτων από ελεύθερο επάγγελμα δεν υπερβαίνει το 76%. Όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια, υπολογίσαμε το δηλωθέν εισόδημα σε 94% του συνολικού στην Αττική, και από 84% έως 88% στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, εκτιμήσαμε τον συνολικό λόγο δηλωθέντος και πραγματικού εισοδήματος σε 90,1%.
Από τα παραπάνω προκύπτει μια «συνθετική» κατανομή δηλωθέντος εισοδήματος που υπολείπεται της κατανομής του πραγματικού εισοδήματος κυρίως στα άκρα, και μάλιστα περισσότερο στην κορυφή παρά στη βάση. Παρατηρούμε δηλ. μια καμπύλη με σχήμα μεταξύ J και U. Το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού ήταν 15% (και έφτανε το 24% στο πλουσιότερο 1%). Στην άλλη άκρη του φάσματος, το φτωχότερο 30% του πληθυσμού απέκρυπτε το 10-11% του εισοδήματός του. Όσο για τα ενδιάμεσα κλιμάκια, εκεί το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος κυμαινόταν από 5% έως 8%.
Βέβαια, ακόμη και όταν οι πλούσιοι αποκρύπτουν παρόμοιο ποσοστό του εισοδήματός τους με τους φτωχούς, αυτό αντιστοιχεί σε (πολύ) περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος για τους πρώτους παρά για τους δεύτερους. Επί πλέον, επειδή καθώς αυξάνεται το εισόδημα ανεβαίνουν οι φορολογικοί συντελεστές, τα περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος δίνουν πολλαπλάσιο φορολογικό όφελος για τους πλούσιους από ό,τι για τους φτωχούς.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή αδυνατίζει την αναδιανεμητική ικανότητα του φορολογικού συστήματος. Η έρευνά μας διαπίστωσε ότι εξ αιτίας της φοροδιαφυγής η κατανομή εισοδήματος γίνεται πιο άνιση (κατά 3-9%), η φτώχεια εκτενέστερη (κατά 1-2%), και η προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος ασθενέστερη (κατά 10-24%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται). Τέλος, η απόκρυψη του 10% του συνολικού εισοδήματος εκτιμήθηκε ότι προκαλεί απώλεια ίση με το 35% των εσόδων από το φόρο εισοδήματος.
Παρότι δεν είναι εύκολο να το αποδείξουμε, πιστεύουμε ότι οι εκτιμήσεις μας είναι συντηρητικές.
Κατ’ αρχήν, ηθελημένα δεν λάβαμε υπόψη ότι καθώς ανεβαίνει το εισόδημα το κίνητρο απόκρυψης αυξάνεται, για να μην θεωρηθεί ότι τα αποτελέσματά μας υπαγορεύονται από μια τέτοια υπόθεση. Εάν όμως δεχθούμε ότι η υπόθεση αυτή είναι ρεαλιστική, τότε τα ευρήματά μας υποεκτιμούν το πραγματικό μέγεθος της φοροδιαφυγής, καθώς και τις αναδιανεμητικές επιδράσεις της.
Έπειτα, η δήλωση χαμηλότερων εισοδημάτων στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών όντως δεν αποφέρει χρηματικό όφελος (αντίθετα από ό,τι στην Εφορία), αλλά όποιος φοροδιαφεύγει δύσκολα λέει την αλήθεια όταν τον ρωτάνε πόσα χρήματα βγάζει – συνεπώς, το δηλωθέν εισόδημα μπορεί στην πραγματικότητα να είναι πολύ κάτω από το 90% του πραγματικού (που εκτιμήσαμε εμείς).
Επίσης, πέρα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, υπάρχει φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ και σε διάφορους άλλους φόρους, όπως και εισφοροδιαφυγή (που παρότι ωφελεί και τον ασφαλισμένο, συμφέρει τον εργοδότη του δέκα φορές περισσότερο).
Τέλος, για να επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, υπάρχει και η νομότυπη φοροαποφυγή στην οποία έχουν πρόσβαση μόνο τα μεγάλα εισοδήματα. Όλα αυτά έχουν πρόσθετες, ακόμη πιο αρνητικές επιπτώσεις στην κατανομή του εισοδήματος.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή είναι ένα σπορ πολυτελείας, το οποίο δεν μπορούν να το παίξουν όλοι ακόμη και αν το ήθελαν. Και φυσικά, στερεί το κράτος από πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση της δημόσιας υποδομής με την ευρεία έννοια.
[Και ας μην επικαλεστεί κανείς το άλλοθι της διαφθοράς των πολιτικών. Όπως έγραψα σε προηγούμενο άρθρο μου, αυτή είναι προφανώς υπαρκτή, αλλά δεν τροφοδοτεί μόνο τη διαφθορά της κοινωνίας, τροφοδοτείται επίσης από αυτή.]
Με λίγα λόγια, η φοροδιαφυγή δεν οδηγεί μόνο σε ένα «φτωχό κράτος με πλούσιους πολίτες»: κάνει την κοινωνία μας πιο άνιση. Και λίγα πράγματα είναι πιο απελπιστικά από το να είναι κανείς φτωχός πολίτης σε ένα φτωχό κράτος.
Σύμφωνα με μια γνωστή ρήση – την αναφέρει ο Joel Slemrod, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Michigan – «οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν, οι πλούσιοι φοροαποφεύγουν». Εννοεί προφανώς ότι από ένα μέγεθος επιχείρησης ή επίπεδο εισοδήματος και πάνω, όσοι πιστεύουν ότι αντί να πληρώνουν φόρους δικαιούνται να κρατήσουν τους καρπούς του ιδρώτα τους (ή, μάλλον, των άλλων), απλώς προσλαμβάνουν δικηγόρους, λογιστές και άλλους ειδικούς για την αξιοποίηση παραθύρων στη φορολογική νομοθεσία – π.χ. ιδρύοντας μια off shore εταιρεία.
Η υπενθύμιση αυτή, βγαλμένη από την εμπειρία των ΗΠΑ (όπου το φαινόμενο παρακολουθείται, με όλες τις σημασίες της λέξης, πολύ στενότερα από ό,τι εδώ), είναι χρήσιμη. Υπονοεί ότι καμιά πολιτική κατά της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική εάν δεν αντιμετωπίζει τους φορολογικούς παραδείσους και τους άλλους νομότυπους τρόπους με τους οποίους εξασφαλίζεται η «φοροασυλία» εκταταμένων κοινωνικών κατηγοριών.
Πράγματι, ο κίνδυνος μετατόπισης από τη φοροδιαφυγή στην φοροαποφυγή είναι κάθε άλλο παρά θεωρητικός. Για παράδειγμα, μετά τις αποκαλύψεις του Υπουργείου Οικονομικών ότι από τους 150 ιατρούς με ιατρείο στο Κολωνάκι οι 60 δηλώνουν ετήσιο καθαρό εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ, η διάχυτη ανησυχία του συμπαθούς επαγγελματικού κλάδου για τα επερχόμενα μέτρα πάταξης (τα οποία ακόμη τα περιμένουμε) φαίνεται να έχει προκαλέσει κύμα ίδρυσης off shore εταιρείες ιατρών που θα κόβουν κανονικά αποδείξεις και όλα τα σχετικά. “Passata la legge trovato l'inganno” («Μόλις ψηφιστεί ο νόμος βρίσκεται αμέσως το παραθυράκι») όπως λένει και οι φίλοι μας οι Ιταλοί, που κάτι γνωρίζουν για το θέμα.
Ισχύει όμως ότι (κυρίως) οι φτωχοί φοροδιαφεύγουν; Και εάν ναι, ποιοι φοροδιαφεύγουν, και πόσο; Ή μάλλον, ποιοι ωφελούνται από τη φοροδιαφυγή, και πόσο;
Πρόκειται για ερωτήματα που οι επιστήμονες ονομάζουν «εμπειρικά». Αντί να γενικεύουμε κάτι που ακούσαμε, ή να πιστεύουμε διάφορους «μητροπολιτικούς μύθους», μπορούμε απλώς να τους επαληθεύσουμε ή να τους διαψεύσουμε διά της εμπειρικής έρευνας. Βέβαια, για να συμβεί αυτό θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση σε δυσπρόσιτα ή και εμπιστευτικά δεδομένα (π.χ. τις φορολογικές δηλώσεις των ατόμων), πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο.
Ούτε και ακατόρθωτο όμως. Πρόσφατη έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία εκπονήθηκε από την διδάκτορα (πλέον) Μαρία Φλεβοτόμου και τον υπογράφοντα, προσπάθησε να απαντήσει ακριβώς στο ερώτημα των «διανεμητικών επιδράσεων της φοροδιαφυγής». Η έρευνα είχε το πλεονέκτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από περίπου 27.400 φορολογικές δηλώσεις του 2005 – δεδομένα που μας είχε παραχωρήσει η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων σε ανώνυμη μορφή (δηλ. αφού πρώτα αφαιρέθηκε οποιαδήποτε πληροφορία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίηση των φορολογουμένων).
Τα κυριότερα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν πριν λίγες μέρες (στα αγγλικά) σε κείμενο συζήτησης του Ελληνικού Παρατηρητηρίου της London School of Economics, όπου είχαν παρουσιαστεί πριν λίγους μήνες.
Πρώτα οι μεθοδολογικές διευκρινήσεις. Το δείγμα φορολογικών δηλώσεων που αναλύσαμε δεν μας «δείχνει» τη φοροδιαφυγή, απλώς μας βοηθά να την εκτιμήσουμε εμμέσως. Πώς; Συγκρίνοντας το εισόδημα που δηλώνουν στην Εφορία ορισμένες ομάδες φορολογουμένων, με το αντίστοιχο εισόδημα που δηλώνουν παρόμοιες ομάδες στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ (που είναι η βασική πηγή πληροφόρησης για την κατανομή του εισοδήματος στη χώρα μας).
Συγκεκριμένα, χωρίσαμε τον πληθυσμό σε 16 σχετικά ομοιογενείς κατηγορίες, ανάλογα με την κύρια πηγή εισοδήματος και τη γεωγραφική περιφέρεια. Στη συνέχεια, συγκρίναμε το εισόδημα της κάθε κατηγορίας όπως αυτό δηλώνεται σε κάθε μια από τις δύο βάσεις δεδομένων. Τέλος, χρησιμοποιήσαμε τον λόγο των δύο μεγεθών για να χωρίσουμε τα εισοδήματα σε δύο μέρη: σε αυτό που δηλώνεται στην Εφορία και σε εκείνο που αποκρύπτεται.
Τα αποτελέσματα, παρότι αναμενόμενα, ήταν μάλλον εντυπωσιακά. Πραγματικά και δηλωθέντα εισοδήματα ταυτίζονται κατά 100% στην περίπτωση των συντάξεων και κατά 99,5% σε εκείνη των μισθών. Αντίθετα, το ποσοστό των αγροτικών εισοδημάτων που δηλώνεται στην Εφορία μετά βίας φτάνει το 47%, ενώ εκείνο των εισοδημάτων από ελεύθερο επάγγελμα δεν υπερβαίνει το 76%. Όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια, υπολογίσαμε το δηλωθέν εισόδημα σε 94% του συνολικού στην Αττική, και από 84% έως 88% στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, εκτιμήσαμε τον συνολικό λόγο δηλωθέντος και πραγματικού εισοδήματος σε 90,1%.
Από τα παραπάνω προκύπτει μια «συνθετική» κατανομή δηλωθέντος εισοδήματος που υπολείπεται της κατανομής του πραγματικού εισοδήματος κυρίως στα άκρα, και μάλιστα περισσότερο στην κορυφή παρά στη βάση. Παρατηρούμε δηλ. μια καμπύλη με σχήμα μεταξύ J και U. Το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού ήταν 15% (και έφτανε το 24% στο πλουσιότερο 1%). Στην άλλη άκρη του φάσματος, το φτωχότερο 30% του πληθυσμού απέκρυπτε το 10-11% του εισοδήματός του. Όσο για τα ενδιάμεσα κλιμάκια, εκεί το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος κυμαινόταν από 5% έως 8%.
Βέβαια, ακόμη και όταν οι πλούσιοι αποκρύπτουν παρόμοιο ποσοστό του εισοδήματός τους με τους φτωχούς, αυτό αντιστοιχεί σε (πολύ) περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος για τους πρώτους παρά για τους δεύτερους. Επί πλέον, επειδή καθώς αυξάνεται το εισόδημα ανεβαίνουν οι φορολογικοί συντελεστές, τα περισσότερα ευρώ διαφεύγοντος εισοδήματος δίνουν πολλαπλάσιο φορολογικό όφελος για τους πλούσιους από ό,τι για τους φτωχούς.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή αδυνατίζει την αναδιανεμητική ικανότητα του φορολογικού συστήματος. Η έρευνά μας διαπίστωσε ότι εξ αιτίας της φοροδιαφυγής η κατανομή εισοδήματος γίνεται πιο άνιση (κατά 3-9%), η φτώχεια εκτενέστερη (κατά 1-2%), και η προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος ασθενέστερη (κατά 10-24%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται). Τέλος, η απόκρυψη του 10% του συνολικού εισοδήματος εκτιμήθηκε ότι προκαλεί απώλεια ίση με το 35% των εσόδων από το φόρο εισοδήματος.
Παρότι δεν είναι εύκολο να το αποδείξουμε, πιστεύουμε ότι οι εκτιμήσεις μας είναι συντηρητικές.
Κατ’ αρχήν, ηθελημένα δεν λάβαμε υπόψη ότι καθώς ανεβαίνει το εισόδημα το κίνητρο απόκρυψης αυξάνεται, για να μην θεωρηθεί ότι τα αποτελέσματά μας υπαγορεύονται από μια τέτοια υπόθεση. Εάν όμως δεχθούμε ότι η υπόθεση αυτή είναι ρεαλιστική, τότε τα ευρήματά μας υποεκτιμούν το πραγματικό μέγεθος της φοροδιαφυγής, καθώς και τις αναδιανεμητικές επιδράσεις της.
Έπειτα, η δήλωση χαμηλότερων εισοδημάτων στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών όντως δεν αποφέρει χρηματικό όφελος (αντίθετα από ό,τι στην Εφορία), αλλά όποιος φοροδιαφεύγει δύσκολα λέει την αλήθεια όταν τον ρωτάνε πόσα χρήματα βγάζει – συνεπώς, το δηλωθέν εισόδημα μπορεί στην πραγματικότητα να είναι πολύ κάτω από το 90% του πραγματικού (που εκτιμήσαμε εμείς).
Επίσης, πέρα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, υπάρχει φοροδιαφυγή στο ΦΠΑ και σε διάφορους άλλους φόρους, όπως και εισφοροδιαφυγή (που παρότι ωφελεί και τον ασφαλισμένο, συμφέρει τον εργοδότη του δέκα φορές περισσότερο).
Τέλος, για να επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, υπάρχει και η νομότυπη φοροαποφυγή στην οποία έχουν πρόσβαση μόνο τα μεγάλα εισοδήματα. Όλα αυτά έχουν πρόσθετες, ακόμη πιο αρνητικές επιπτώσεις στην κατανομή του εισοδήματος.
Συνεπώς, η φοροδιαφυγή είναι ένα σπορ πολυτελείας, το οποίο δεν μπορούν να το παίξουν όλοι ακόμη και αν το ήθελαν. Και φυσικά, στερεί το κράτος από πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση της δημόσιας υποδομής με την ευρεία έννοια.
[Και ας μην επικαλεστεί κανείς το άλλοθι της διαφθοράς των πολιτικών. Όπως έγραψα σε προηγούμενο άρθρο μου, αυτή είναι προφανώς υπαρκτή, αλλά δεν τροφοδοτεί μόνο τη διαφθορά της κοινωνίας, τροφοδοτείται επίσης από αυτή.]
Με λίγα λόγια, η φοροδιαφυγή δεν οδηγεί μόνο σε ένα «φτωχό κράτος με πλούσιους πολίτες»: κάνει την κοινωνία μας πιο άνιση. Και λίγα πράγματα είναι πιο απελπιστικά από το να είναι κανείς φτωχός πολίτης σε ένα φτωχό κράτος.
20 Φεβρουαρίου 2010
Οι δηλητηριώδεις επιδράσεις της παραοικονομίας
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010)
Η καταπολέμηση της παραοικονομίας – δηλ. του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται πέρα από το ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο του κράτους – είναι η μόνιμη επωδός των περισσότερων υπουργών οικονομικών. Και όμως, το φαινόμενο είναι ανθεκτικό και, ας το παραδεχτούμε, δημοφιλές: η γνώση ότι ο ιατρός χ ή ο υδραυλικός ψ φοροδιαφεύγει προκαλεί στον περίγυρό του αντιδράσεις επιείκειας (στην καλύτερη περίπτωση) ή φθόνου (στην χειρότερη). Πάντως όχι περιφρόνησης και απόρριψης.
Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία, που σχετίζεται με τη μακρόχρονη παράδοση αμοιβαίας δυσπιστίας στη σχέση κράτους και πολιτών. Στην κοινωνική αποδοχή, όμως, της φοροδιαφυγής (τυπικότερης εκδήλωσης της παραοικονομίας) συμβάλλουν ορισμένοι μύθοι. Ο πρώτος είναι αναρχοφιλελεύθερος, διαδεδομένος στον παράδεισο του αντικρατισμού (τις ΗΠΑ) και δημοφιλής στην κατά βάθος πιο «αμερικανική» χώρα της Ευρώπης (την Ελλάδα): «η φοροδιαφυγή είναι η θεμιτή άμυνα του πολίτη απέναντι σε ένα ληστρικό κράτος». Εδώ η απάντηση έχει δοθεί από έναν άλλον Αμερικανό φιλελεύθερο, τον Φ. Ρούζβελτ: «Οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Συνεπώς, η φοροδιαφυγή (αυτό το αγαπημένο χόμπυ των τζαμπατζήδων που απαιτούν τα προνόμια χωρίς όμως να πληρώσουν τα «τέλη συνδρομής») υποσκάπτει τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας.
Ο δεύτερος μύθος είναι ότι η φοροδιαφυγή βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν. Σε αυτόν το μύθο απαντά πρόσφατη έρευνα της Μαρίας Φλεβοτόμου και του υπογράφοντος για τις διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής. Όπως εξηγεί σε διπλανή στήλη η διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, επειδή οι πλούσιοι αποκρύπτουν μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους από τους φτωχούς, άρα πολύ περισσότερο εισόδημα (σε απόλυτα μεγέθη), λόγω και της κλιμάκωσης των φορολογικών συντελεστών τα οφέλη τους είναι ακόμη μεγαλύτερα.
Ο τρίτος μύθος είναι ότι χωρίς φοροδιαφυγή πολλές επιχειρήσεις θα έκλειναν. Ο μύθος εδώ δεν αφορά το εάν αυτό ισχύει. Η φοροδιαφυγή (όπως και η πολιτική των χαμηλών μισθών, της κατά συρροήν παραβίασης του εργατικού ή του ασφαλιστικού δικαίου κτλ.) πράγματι συνέβαλε στην επιβίωση (και στη τεχνητή συντήρηση στη ζωή) επιχειρήσεων ουσιαστικά μη βιώσιμων. Καλό ήταν αυτό; Βραχυπρόθεσμα ίσως. Μακροπρόθεσμα, πάνω στη σαθρή αυτή βάση οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης.
Η παραοικονομία φέρνει φτηνή ανάπτυξη λοιπόν – και αυτή με τη σειρά της συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας: στις διεθνείς αγορές τα Ελληνικά προϊόντα ούτε ποιοτικά είναι, ούτε καλές τιμές έχουν. Για αυτό και δεν προτιμώνται. Την χρεωκοπία αυτού ακριβώς του μοντέλου παρακολουθούμε σε απευθείας μετάδοση αυτές τις μέρες.
Η καταπολέμηση της παραοικονομίας – δηλ. του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται πέρα από το ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο του κράτους – είναι η μόνιμη επωδός των περισσότερων υπουργών οικονομικών. Και όμως, το φαινόμενο είναι ανθεκτικό και, ας το παραδεχτούμε, δημοφιλές: η γνώση ότι ο ιατρός χ ή ο υδραυλικός ψ φοροδιαφεύγει προκαλεί στον περίγυρό του αντιδράσεις επιείκειας (στην καλύτερη περίπτωση) ή φθόνου (στην χειρότερη). Πάντως όχι περιφρόνησης και απόρριψης.
Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία, που σχετίζεται με τη μακρόχρονη παράδοση αμοιβαίας δυσπιστίας στη σχέση κράτους και πολιτών. Στην κοινωνική αποδοχή, όμως, της φοροδιαφυγής (τυπικότερης εκδήλωσης της παραοικονομίας) συμβάλλουν ορισμένοι μύθοι. Ο πρώτος είναι αναρχοφιλελεύθερος, διαδεδομένος στον παράδεισο του αντικρατισμού (τις ΗΠΑ) και δημοφιλής στην κατά βάθος πιο «αμερικανική» χώρα της Ευρώπης (την Ελλάδα): «η φοροδιαφυγή είναι η θεμιτή άμυνα του πολίτη απέναντι σε ένα ληστρικό κράτος». Εδώ η απάντηση έχει δοθεί από έναν άλλον Αμερικανό φιλελεύθερο, τον Φ. Ρούζβελτ: «Οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Συνεπώς, η φοροδιαφυγή (αυτό το αγαπημένο χόμπυ των τζαμπατζήδων που απαιτούν τα προνόμια χωρίς όμως να πληρώσουν τα «τέλη συνδρομής») υποσκάπτει τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας.
Ο δεύτερος μύθος είναι ότι η φοροδιαφυγή βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν. Σε αυτόν το μύθο απαντά πρόσφατη έρευνα της Μαρίας Φλεβοτόμου και του υπογράφοντος για τις διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής. Όπως εξηγεί σε διπλανή στήλη η διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, επειδή οι πλούσιοι αποκρύπτουν μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους από τους φτωχούς, άρα πολύ περισσότερο εισόδημα (σε απόλυτα μεγέθη), λόγω και της κλιμάκωσης των φορολογικών συντελεστών τα οφέλη τους είναι ακόμη μεγαλύτερα.
Ο τρίτος μύθος είναι ότι χωρίς φοροδιαφυγή πολλές επιχειρήσεις θα έκλειναν. Ο μύθος εδώ δεν αφορά το εάν αυτό ισχύει. Η φοροδιαφυγή (όπως και η πολιτική των χαμηλών μισθών, της κατά συρροήν παραβίασης του εργατικού ή του ασφαλιστικού δικαίου κτλ.) πράγματι συνέβαλε στην επιβίωση (και στη τεχνητή συντήρηση στη ζωή) επιχειρήσεων ουσιαστικά μη βιώσιμων. Καλό ήταν αυτό; Βραχυπρόθεσμα ίσως. Μακροπρόθεσμα, πάνω στη σαθρή αυτή βάση οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης.
Η παραοικονομία φέρνει φτηνή ανάπτυξη λοιπόν – και αυτή με τη σειρά της συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας: στις διεθνείς αγορές τα Ελληνικά προϊόντα ούτε ποιοτικά είναι, ούτε καλές τιμές έχουν. Για αυτό και δεν προτιμώνται. Την χρεωκοπία αυτού ακριβώς του μοντέλου παρακολουθούμε σε απευθείας μετάδοση αυτές τις μέρες.
1 Φεβρουαρίου 2010
Βιώσιμες και δίκαιες συντάξεις σε μια ανοιχτή κοινωνία

Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου / Athens Review of Books» (Φεβρουάριος 2010)
Σε έναν διαγωνισμό για το πιο βαρετό θέμα συζήτησης το ασφαλιστικό θα διεκδικούσε με αξιώσεις το πρώτο βραβείο. Έχει όλα τα φόντα για κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν, είναι ζοφερό: οι συντάξεις αφορούν μια περίοδο της ζωής που οι περισσότεροι προτιμούν να μην σκέφτονται. Έπειτα, είναι δυσνόητο: έχει διάφορες τεχνικές πλευρές που λίγοι καταλαβαίνουν και ακόμη λιγότεροι είναι σε θέση να εξηγήσουν. Τέλος, είναι καταθλιπτικό: ως προοπτική δεν φαίνεται να υπόσχεται άλλο από περικοπές και ελλείμματα.
Με βάση τα παραπάνω, ίσως να μην είναι τόσο παράξενο ότι οι πολιτικοί το αποφεύγουν, ούτε ότι τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με αυτό επιδερμικά, ούτε ότι η κοινή γνώμη το παρακολουθεί ζαλισμένη. Και όμως: το ασφαλιστικό βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολιτικής διαμάχης που αγγίζει μια ολόκληρη σειρά από σύγχρονα προβλήματα – μερικά προφανή (η δημοσιονομική εξυγίανση, η φτώχεια των ηλικιωμένων), άλλα λιγότερο προφανή (η θέση της γυναίκας, οι προοπτικές των νέων, τα δικαιώματα των μεταναστών).
Ούτε λίγο ούτε πολύ, η έκβαση αυτής της διαμάχης θα καθορίσει πώς θα είναι η κοινωνία στην οποία θα ζούμε στο μέλλον, εμείς και η γενιά των παιδιών μας. Συνεπώς, βαρετό ή όχι, το ασφαλιστικό είναι υπερβολικά σημαντικό ζήτημα για να το αφήσουμε στους πολιτικούς, στους συνδικαλιστές, στους δημοσιογράφους και στους υπόλοιπους ειδικούς (ή «ειδικούς»).
1.
Σε πρώτο επίπεδο, το ασφαλιστικό γίνεται συνήθως αντιληπτό ως πρόβλημα δημοσιονομικό – και δικαίως. Οι συντάξεις απορροφούν μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού μας εισοδήματος (γύρω στο 12%) από ό,τι στην Ευρωπαïκή Ένωση (γύρω στο 10%). Φυσικά, αυτό από μόνο του δεν λέει πολλά πράγματα. Είναι δικαίωμά μας να δίνουμε μεγαλύτερη προτεραιότητα στις συντάξεις από ό,τι σε άλλα προγράμματα δημόσιας δαπάνης – αν και, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυτό μπορεί τελικά να μην είναι και τόσο έξυπνο.
Αλλού είναι το ζήτημα. Πρώτον, η χρηματοδότηση του συστήματος συντάξεων είναι από τώρα προβληματική: το έλλειμμα (δηλ. η διαφορά μεταξύ εσόδων από εισφορές και εξόδων για πληρωμή συντάξεων) εκτιμάται σε 4% έως 5% του ΑΕΠ – μιλάμε για σημαντικό τμήμα του συνολικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Και επειδή η συνεχής αναφορά σε ελλείμματα μπορεί να προκαλέσει ένα είδος ανοσίας στον δοκιμαζόμενο αναγνώστη, ας σημειωθεί ότι τα συνολικά έσοδα του κράτους από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων φτάνουν το 4,4% του ΑΕΠ.
Δεύτερον, και σπουδαιότερο, εάν τώρα το έλλειμμα είναι δυσβάστακτο, σε λίγες δεκαετίες θα είναι αβάστακτο. Με τα σημερινά δεδομένα (δηλ. χωρίς δραστική μεταρρύθμιση), η δαπάνη για συντάξεις αναμένεται να εκτοξευτεί στο 19,4% το 2035, και στο 24,1% το 2060 (έναντι μόλις 11,9% και 12,6% στην Ε.Ε. των 27). Αξίζει να αναφερθεί ότι αυτά τα στοιχεία δεν αμφισβητούνται από κανένα, ενώ επιβεβαιώνουν παλαιότερες εκτιμήσεις της Ελληνικής κυβέρνησης και των συνδικάτων. Άλλωστε, τα τελευταία δεν αρνούνται ότι στις επόμενες δεκαετίες η δαπάνη για συντάξεις θα διπλασιαστεί: απλώς ζητούν «να βρεθούν νέοι πόροι».
Όμως, «νέοι πόροι» της τάξης του 20% και 25% του ΑΕΠ δεν υπάρχουν. Η δαπάνη για συντάξεις δεν πρόκειται καν να πλησιάσει τα αστρονομικά αυτά επίπεδα. Ένα τέτοιο βάρος καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει. Ιδίως μια κοινωνία όπως η δική μας, με ασθμαίνουσα οικονομία αλλά και με τεράστια υστέρηση σε όλες τις κοινωνικές πολιτικές που δεν είναι συντάξεις (π.χ. στις πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας, για την προστασία των ανέργων, για την υποστήριξη των οικογενειών με παιδιά, για την ενίσχυση της στεγαστικής αυτονομίας των νέων, για τη φροντίδα των ηλικιωμένων – για να μην αναφερθούμε στις πολιτικές για την παιδεία, για την έρευνα, για την προστασία του περιβάλλοντος).
Η αποσιώπηση αυτής της απλής αλήθειας και η εμμονή στην «ανάγκη εξεύρεσης πόρων», ώστε να μην αλλάξει τίποτε, αναδεικνύει μια ενδιαφέρουσα όψη της διαμάχης: ότι μερικοί, προκειμένου να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, είναι έτοιμοι να στείλουν το λογαριασμό – και τι λογαριασμό! – στη γενιά των παιδιών τους, στο όνομα πάντοτε της αλληλεγγύης των γενεών.
Όμως, οι αποτυχίες δεν εξαντλούνται εδώ. Εάν το ασφαλιστικό με τη σημερινή μορφή του παραβιάζει τις πιο στοιχειώδεις αρχές της δικαιοσύνης μεταξύ γενεών (δηλ. ακριβώς εκείνες τις αρχές που κάθε σύστημα συντάξεων καλείται να υπηρετεί), παραβιάζει εξίσου κατάφωρα την ισονομία των πολιτών της τωρινής γενιάς. Τα 175 ταμεία του, με διαφορετικούς κανόνες το καθένα, δεν συνιστούν ένα σύστημα αλλά πολλά – με αποτέλεσμα άτομα με παρόμοια χαρακτηριστικά να απολαμβάνουν εντελώς διαφορετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα (π.χ. σε σχέση με την ηλικία συνταξιοδότησης, τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης, το ύψος της σύνταξης κτλ).
Η παραβίαση της ισονομίας των πολιτών έχει πολλές δηλητηριώδεις παρενέργειες, μερικές από τις οποίες θα συζητήσουμε στη συνέχεια. Εδώ ας σταθούμε σε μια από αυτές. Οι κάθε άλλο παρά ασήμαντοι πόροι που δαπανώνται για τις συντάξεις κατανέμονται τόσο άνισα, που η κοινωνική τους επίδραση είναι απογοητευτική: οι εισοδηματικές ανισότητες είναι πιο έντονες μεταξύ των συνταξιούχων από ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων κάτω από το όριο φτώχειας παραμένει υψηλό. Οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες ξοδεύουν αναλογικά λιγότερα για συντάξεις, παρότι έχουν αναλογικά περισσότερους ηλικιωμένους, και ταυτόχρονα τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα στο πεδίο της μείωσης των ανισοτήτων και της φτώχειας των ηλικιωμένων.
Ας ανακεφαλαιώσουμε. Το ασφαλιστικό ήδη παράγει μεγάλα ελλείμματα. Τα ελλείμματα αυτά, εάν δεν κάνουμε κάτι σύντομα, θα πάρουν διαστάσεις που απειλούν να υποθηκεύσουν την ευημερία και τα κοινωνικά δικαιώματα της γενιάς των παιδιών μας. Αυτό υποσκάπτει την αλληλεγγύη των γενεών και εξευτελίζει το άγραφο «διαγενεακό συμβόλαιο» πάνω στο οποίο βασίζεται ένα σύστημα συντάξεων. Επί πλέον, προβλέπει ασφαλισμένους πολλών ταχυτήτων, αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις περιορίζει, και αφήνει έναν μεγάλο αριθμό συνταξιούχων με συντάξεις πείνας. Η πεισματική υπεράσπιση ενός τέτοιου συστήματος, όσο «αγωνιστική» και εάν είναι η ρητορεία με την οποία επενδύεται, δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά ως στάση ακραίου κοινωνικού εγωισμού.
Άρα, παρότι το ασφαλιστικό έρχεται κάθε λίγα χρόνια στην επικαιρότητα ως πρόβλημα δημοσιονομικής εξυγίανσης, θα έπρεπε στην πραγματικότητα να το αντιμετωπίζουμε κυρίως ως πρόβλημα κοινωνικής δικαιοσύνης.
Κατά συνέπεια, παρότι η πίεση για μεταρρύθμιση προέρχεται κυρίως «από έξω» (όλοι αυτοί οι ενοχλητικοί ξένοι που μας ζητούν περικοπές), θα έπρεπε κανονικά να προέρχεται «από μέσα», δηλ. από τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που πιστεύουν στην ισότητα και στην κοινωνική δικαιοσύνη – ει μη τι άλλο, τουλάχιστον στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.
2.
Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Το ερώτημα δεν έχει μόνο ιστορικό ενδιαφέρον. Η συζήτηση για τις αναγκαίες αλλαγές συχνά εκτροχιάζεται προς διάφορα counterfactuals του τύπου «εάν δεν είχε συμβεί το Α (ή το Β, ή το Γ, ή όλα μαζί) σήμερα τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα» – και, υπονοείται, δεν θα χρειαζόταν να ξεβολευτεί κανείς. Προχωράμε προς το μέλλον με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Αυτό συνήθως εκνευρίζει όσους βιάζονται να φτάσουν στο «δια ταύτα» (π.χ. τους οικονομολόγους), αλλά είναι μάλλον αναπόφευκτο και υπό όρους χρήσιμο: δύσκολα θα βγούμε από τα σημερινά αδιέξοδα χωρίς πρώτα να ξεδιαλύνουμε τις αιτίες τους.
Ας δούμε λοιπόν τις δημοφιλέστερες ερμηνείες της κρίσης του ασφαλιστικού, που είναι κατά σειρά: αστυνομικές (κακοδιαχείριση, απάτες), δημογραφικές (γήρανση του πληθυσμού), και οικονομικές (ανεργία, εισφοροδιαφυγή).
Οι αστυνομικές ερμηνείες προβάλλουν την «καταλήστευση των αποθεματικών των ταμείων» λόγω της υποχρεωτικής κατάθεσης τους σε άτοκο λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1950 έως το 1975. Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν, οπωσδήποτε όμως οι απώλειες ήταν μεγάλες. Το ερώτημα είναι: θα εξαλειφόταν το έλλειμμα αν τα αποθεματικά είχαν επενδυθεί με διαφορετικό τρόπο;
Η απάντηση είναι όχι. Όπως έχει εξηγήσει αναλυτικά κάποιος που έχει διεισδύσει στα άδυτα του ασφαλιστικού βαθύτερα από κάθε άλλον , δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μια διαφορετική επιλογή θα ήταν προς το συμφέρον των ταμείων ασφάλισης. Πρώτον, επειδή η υποχρεωτική αποταμίευση ενίσχυσε αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «ενάρετο κύκλο»: η αύξηση των διαθέσιμων κεφαλαίων άσκησε ευεργετικές επιδράσεις στην ανάπτυξη, η ανάπτυξη στην απασχόληση, και η απασχόληση στην κοινωνική ασφάλιση. Δεύτερον, επειδή όπως έδειξε η πρόσφατη υπόθεση των δομημένων ομολόγων (και παλαιότερα η χρεοκοπία των αγροτικών συνεταιρισμών), η αναγκαστική κατάθεση των αποθεματικών απέτρεψε τουλάχιστον τον όχι και τόσο υποθετικό κίνδυνο πραγματικής κατασπατάλησής τους λόγω ατυχών επενδυτικών αποφάσεων των ίδιων των διοικήσεων των ταμείων. Σε κάθε περίπτωση, η μόνιμη ενίσχυση του ΙΚΑ και των άλλων ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 έχει αντισταθμίσει προ πολλού τις λογιστικές απώλειες της μεταπολεμικής περιόδου.
Η επιλογή της εποχής εκείνης δεν ευθύνεται λοιπόν για τα σημερινά ελλείμματα, και ακόμη λιγότερο για τα μελλοντικά. Όμως, ο αναγκαστικός της χαρακτήρας, καθώς και ο μετέπειτα σιωπηρός συμψηφισμός των απωλειών με τις κρατικές επιχορηγήσεις, ευθύνεται οπωσδήποτε για κάτι άλλο: για την ενίσχυση της κακοπιστίας που επικρατεί στη δημόσια συζήτηση, που είναι ούτως ή άλλως ενδημική στην Ελληνική πολιτική, αλλά που δυσκολεύει ιδιαιτέρως την ειλικρινή αναζήτηση λύσεων σε ένα ήδη μπερδεμένο πρόβλημα όπως το ασφαλιστικό.
Το ίδιο ισχύει και για τις δευτερεύουσες «πλοκές» της αστυνομικής ερμηνείας. Η υπόθεση των δομημένων ομολόγων επιτάχυνε την χρεοκοπία του επικουρικού ταμείου των δημοσίων υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ), δεν την προκάλεσε. Οι εφοπλιστές μπορεί να «άρπαξαν τα λεφτά του ΝΑΤ» μπορεί και όχι, αλλά ένα ταμείο με 23.000 ασφαλισμένους και 69.200 συνταξιούχους δεν έχει πολύ μέλλον. Οπωσδήποτε, η απόδοση ευθυνών και η λογιστική, έστω, αποζημίωση των ταμείων για τυχόν απώλειες θα συνέβαλλαν στην οικοδόμηση του – πολύτιμου για κάθε μεταρρύθμιση – κλίματος εμπιστοσύνης, ακόμη και αν δεν μετέβαλλαν τα βασικά δεδομένα του προβλήματος.
Εάν οι αστυνομικές ερμηνείες είναι αμφιλεγόμενες, οι δημογραφικές είναι αντίθετα υπεράνω πάσης υποψίας, ίσως επειδή όπως λένε και οι Ιταλοί «τα μαθηματικά δεν είναι θέμα γνώμης». Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες η αναλογία των ηλικιωμένων στον πληθυσμό αυξήθηκε πολύ: το 1959 ήταν 8%, το 1979 έφτανε το 13%, σήμερα πλησιάζει το 19%. «Γερνάμε αλλά δεν γεννάμε», όπως είχε πει ο καθηγητής Γιάννης Σπράος.
Το ότι δεν γεννάμε όσο κάποτε είναι σίγουρα αλήθεια, αλλά και περίπλοκο θέμα, όχι δίχως θετικές πλευρές (τέτοιες μου φαίνονται ο έλεγχος της αναπαραγωγής και η πληθυσμιακή ισορροπία του πλανήτη). Το ότι γερνάμε είναι επίσης αλήθεια, αλλά επίσης όχι τόσο κακό – ειδικά αν αναλογιστούμε την εναλλακτική προοπτική (όπως λέγεται ότι είχε δηλώσει ο Σαρλ Αζναβούρ). Όσο για τις επιπτώσεις τους στο ασφαλιστικό, αυτές έχουν σίγουρα υπερτιμηθεί: για την ακρίβεια, εξαρτώνται από το εάν ένα σύστημα συντάξεων παρακολουθεί τις εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων των δημογραφικών, ή όχι.
Για παράδειγμα, η δημογραφική μεταβολή δεν θα ήταν πρόβλημα για το ασφαλιστικό εάν, καθώς ζούμε περισσότερο, βγαίναμε στη σύνταξη αργότερα – ή εάν ήμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε χαμηλότερη σύνταξη με αντάλλαγμα περισσότερα χρόνια ζωής ως συνταξιούχοι. Πρόβλημα γίνεται όταν περιμένουμε καλύτερες συντάξεις με λιγότερα χρόνια ασφάλισης σε χαμηλότερη ηλικία συνταξιοδότησης. Φυσικά, αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ, με αποτέλεσμα για κάθε 10 ασφαλισμένους να έχουμε σχεδόν 6 συνταξιούχους, ενώ πριν 30 χρόνια είχαμε 3. Ταυτόχρονα, η διάρκεια ασφάλισης όσων συνταξιοδοτούνται παραμένει χαμηλή: π.χ. στο ΙΚΑ είναι κάτω από 26 χρόνια, έναντι περίπου 24 το 1980 .
Αυτό μας φέρνει στις οικονομικές ερμηνείες, οι οποίες ενοχοποιούν κυρίως τις διαβρωτικές επιπτώσεις των παθογενειών της αγοράς εργασίας. «Πώς να ορθοποδήσει το ασφαλιστικό όταν τόσοι πόροι χάνονται λόγω ανεργίας, εισφοροδιαφυγής, και ανασφάλιστης εργασίας; Ας πάρει μέτρα για την καταπολέμησή τους το κράτος, αντί να απαιτεί από τους εργαζόμενους θυσίες».
Το επιχείρημα ακούγεται πειστικό. Δεν χωρά αμφιβολία ότι η αγορά εργασίας λειτουργεί όντως προβληματικά. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι (μετανάστες, γυναίκες, νέοι – και διάφοροι συνδυασμοί αυτών) απασχολούνται σε επισφαλείς θέσεις εργασίας, χωρίς ευκαιρίες εξέλιξης, χωρίς προστασία από το εργατικό δίκαιο, χωρίς κοινωνικά δικαιώματα. Η αμοιβή με «μπλοκάκι», η μεταμφίεση των μισθωτών σε αυταπασχολούμενους, η πληρωμή «με λεφτά στο χέρι» (χωρίς φόρους, εισφορές και άλλες ανοησίες), η αδήλωτη εργασία κ.ο.κ. είναι προϊόν της αλλαγής συσχετισμού ισχύος στους χώρους δουλειάς σε βάρος των εργαζομένων. Είναι, επίσης, αποτέλεσμα της κυριαρχίας μιας «νέας» εργοδοτικής κουλτούρας, που έχει παραιτηθεί από τη φιλοδοξία να φέρει στην αγορά ελκυστικά προϊόντα σε λογικές τιμές, πασχίζει απελπισμένα να διατηρήσει κάποια ανταγωνιστικότητα με συνεχή συμπίεση του εργατικού κόστους, ταυτίζει την επιχειρηματικότητα με την «αρπαχτή».
Ούτε λίγο ούτε πολύ, τα παραπάνω συνιστούν ένα «νέο κοινωνικό ζήτημα», που θίγει πολλές πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας (μοντέλο ανάπτυξης, ευθύνη επιχειρήσεων, αγορά εργασίας, κοινωνική προστασία, οικογένεια), και που έχουμε συνηθίσει να προσπερνάμε με γενικούς αφορισμούς. Η αντιμετώπισή του είναι ζωτικής σημασίας: θα αποκαταστήσει τη νομιμότητα, θα ανοίξει προοπτικές ζωής σε όσους σήμερα δεν έχουν, θα δώσει ώθηση στην Ελληνική οικονομία και, τέλος, θα φέρει έσοδα στα ταμεία ασφάλισης. Το ερώτημα είναι: θα εξαλείψει το έλλειμμα του ασφαλιστικού;
Η απάντηση είναι και πάλι όχι. Κατ’ αρχήν, επειδή παραδόξως οι παθογένειες της αγοράς εργασίας δεν τροφοδοτούν απλώς το ασφαλιστικό πρόβλημα αλλά και τροφοδοτούνται από αυτό. Η παραβατικότητα των επιχειρήσεων ίσως να ήταν λιγότερο εκτεταμένη αν τα οφέλη της δεν ήταν τόσο μεγάλα, αν το κόστος της συμμόρφωσης με την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία δεν ήταν τόσο υψηλό. Πράγματι, η χρηματοδότηση των συντάξεων και άλλων κοινωνικών παροχών κατά βάση από εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών δεν είναι καλή ιδέα: επιβαρύνει υπέρμετρα το κόστος εργασίας, καθιστά απαγορευτικές τις προσλήψεις και αποθαρρύνει τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην επίσημη οικονομία. Η ελάφρυνση των κρατήσεων στις αποδοχές με τη μερική μετατόπιση του χρηματοδοτικού βάρους στη γενική φορολογία (σε συνδυασμό με την διοικητική απλοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος) θα καθιστούσε λιγότερο επωφελή την προσφυγή στην παρα(οικο)νομία.
Επί πλέον, ναι μεν η εισφοροδιαφυγή συμφέρει πρωτίστως τον εργοδότη, αλλά συχνά ωφελεί και τον εργαζόμενο. Ένας ασφαλισμένος με χαμηλές αποδοχές θα πάρει την ίδια σύνταξη – την κατώτατη – είτε συγκεντρώσει 4.500 ένσημα (15 έτη ασφάλισης) είτε 9.500 (31 έτη και 8 μήνες). Με αυτά τα δεδομένα, παρότι καταστροφική για τα οικονομικά του συστήματος, από τη σκοπιά των ασφαλισμένων η εισφοροδιαφυγή συνιστά ορθολογική επιλογή. Για αυτό, όσο ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων παρέχει κίνητρα «χειραγώγησης» των κανόνων του συστήματος , οι εκκλήσεις για την πάταξή της θα διατηρούν έναν αυστηρά τελετουργικό χαρακτήρα.
Παραδόξως, όλα αυτά έχουν μικρή σημασία για το θέμα που μας απασχολεί. Ακόμη και εάν με μαγικό τρόπο πετυχαίναμε την πλήρη κατάργηση της ανεργίας, της εισφοροδιαφυγής και της ανασφάλιστης εργασίας, πάλι δεν θα μειώναμε τα ελλείμματα. Ο λόγος είναι απλός (αν και ανομολόγητος): οι κανόνες συνταξιοδότησης είναι υπερβολικά γενναιόδωροι, με την έννοια ότι οδηγούν σε υψηλότερες συντάξεις από ό,τι δικαιολογείται με βάση τις εισφορές (ακόμη και όταν είναι χαμηλές με βάση το κόστος ζωής ή τα μέσα εισοδήματα).
Εδώ ας μου επιτραπεί να αναφερθώ σε σχετική έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η έρευνα υπολογίζει την ανταποδοτική σύνταξη που θα εισέπρατταν διάφοροι τύποι ασφαλισμένων που συνταξιοδοτήθηκαν το 2008 εάν είχαν καταβάλει τις εισφορές τους (και των εργοδοτών τους) όχι στα ασφαλιστικά ταμεία αλλά σε έναν επενδυτικό λογαριασμό.
Κατ’ αρχήν υποθέσαμε ότι οι αποδόσεις του λογαριασμού ήταν ίσες με αυτές των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια μετατρέψαμε το υπόλοιπο αυτού του λογαριασμού (δηλ. τις συσσωρευμένες εισφορές συν τις αποδόσεις) σε μηνιαίες πληρωμές ανάλογα με την ηλικία (για την ακρίβεια, σύμφωνα με το προσδόκιμο επιβίωσης) κάθε ασφαλισμένου κατά τη συνταξιοδότηση. Με τον ίδιο τρόπο, και για εκατοντάδες τύπους ασφαλισμένων (ανάλογα με το ταμείο, με το φύλο, με το εάν πρόκειται για μητέρα ανηλίκων ή όχι, με την ηλικία συνταξιοδότησης, με το ύψος των αποδοχών, με το εάν το επάγγελμα ανήκει στα «βαρέα και ανθυγιεινά» ή όχι), υπολογίσαμε το ποσό που εξισώνει τις διά βίου παροχές σύνταξης με τις διά βίου εισφορές. Τέλος, συγκρίναμε αυτό το ανταποδοτικό ποσό με τη σύνταξη που όντως εισέπραξε κάθε ασφαλισμένος με βάση τους ισχύοντες κανόνες του συστήματος.
Όταν το ανταποδοτικό ποσό υπερβαίνει την πραγματική σύνταξη, αυτό σημαίνει ότι η τελευταία είναι υπο-ανταποδοτική (δηλ. ο συνταξιούχος θα λάβει συνολικά λιγότερα από όσα πλήρωσε ως ασφαλισμένος). Διαφορετικά, η σύνταξη είναι υπερ-ανταποδοτική: ο συνταξιούχος λαμβάνει από το κοινωνικό σύνολο μια καθαρή εισοδηματική μεταβίβαση ή επιδότηση.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, οι συντάξεις είναι υπερ-ανταποδοτικές για όλους τους τύπους ασφαλισμένων στο Δημόσιο, στις τράπεζες, στον ΟΓΑ, στις ΔΕΚΟ, καθώς και στα «ευγενή ταμεία» γιατρών-δικηγόρων-μηχανικών. Αντίθετα, οι συντάξεις είναι υπο-ανταποδοτικές για τους μισούς σχεδόν τύπους ασφαλισμένων στο ΙΚΑ .
Συνεπώς, οι επιδοτήσεις δεν υπακούν σε μια αναδιανεμητική λογική, συχνά μάλιστα έχουν κατεύθυνση από τα χαμηλά εισοδήματα προς τα υψηλά. Επίσης, το σύστημα πληρώνει στην πλειονότητα των ασφαλισμένων υψηλότερες συντάξεις από ό,τι δικαιολογούν οι εισφορές που αυτοί κατέβαλαν.
Άλλες έρευνες επιβεβαιώνουν αυτήν τη διαπίστωση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ , η καθαρή σύνταξη που θα λάβει ένας μισθωτός μέσου εισοδήματος μπορεί να φθάσει το 111% των καθαρών τελευταίων αποδοχών του στην Ελλάδα, έναντι μόλις 63% στη Σουηδία, 51% στη Γαλλία, 40% στη Γερμανία και 34% στη Βρετανία (με 45 έτη ασφάλισης). Άλλωστε, όπως δείχνουν οι μελέτες του ΙΝΕ ΓΣΕΕ ΑΔΕΔΥ, η αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας θα αύξανε το αναλογιστικό έλλειμμα .
Με άλλα λόγια, αυτό που παράγει ελλείμματα δεν είναι η ανεργία ή η εισφοροδιαφυγή, αλλά οι κανόνες του συστήματος συντάξεων. Η αύξηση της απασχόλησης και η αποκατάσταση της νομιμότητας στην αγορά εργασίας είναι αναγκαίες ούτως ή άλλως, αλλά δεν θα λύσουν το ασφαλιστικό.
Παρεμπιπτόντως, η απλή παρατήρηση της ιστορίας της κοινωνικής ασφάλισης εν Ελλάδι θα έπρεπε να είχε προϊδεάσει για αυτό που τώρα δείχνουν οι μελέτες. Το κύμα αστυφιλίας από τη δεκαετία του ’50, καθώς και η μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας από τη δεκαετία του ’70, τόνωσαν τα οικονομικά του συστήματος – αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα. Οι νεοεισελθόντες αργότερα εξήλθαν (συχνά δε με ευνοϊκότερους όρους), οπότε αποκαλύφθηκε η σκληρή πραγματικότητα: τα διάφορα «ελιξήρια της νεότητας» δεν έχουν μόνιμη επίδραση, ενώ μακροπρόθεσμα επιταχύνουν την παρακμή αντί να την επιβραδύνουν.
Κατ’ αναλογία, η ένταξη των μεταναστών στην ασφάλιση, παρότι προφανώς αναγκαία, δεν πρόκειται να σώσει το σύστημα, εκτός εάν πάρουμε τώρα τις εισφορές τους χωρίς να τους δώσουμε συντάξεις στο μέλλον. Η αγωνιώδης αναζήτηση ενός «τρυκ» τέτοιου τύπου, που θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να πορευόμαστε όπως έχουμε μάθει, φαίνεται να εμπνέει τη στάση αρκετών στο διάλογο για το ασφαλιστικό. Ίσως είναι προτιμότερο να το πάρουμε απόφαση ότι τέτοια «τρυκ» δεν υπάρχουν, και να σοβαρευτούμε.
3.
Το να σοβαρευτούμε δεν είναι και πολύ απλό. Οι δημοφιλέστερες ερμηνείες για την κρίση του ασφαλιστικού μπορεί να είναι ψευδείς, αλλά αυτό δεν τις εμποδίζει να μακροημερεύουν. Η δημοτικότητά τους οφείλεται στο ότι είναι παρηγορητικές: επιτρέπουν τον εφησυχασμό, δικαιώνουν τη μετάθεση ευθυνών, απενοχοποιούν τον κοινωνικό εγωισμό. Έχουν, όμως, ένα μειονέκτημα: μας εμποδίζουν να λύνουμε τα προβλήματά μας.
Φυσικά, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προσκρούει σε υλικά εμπόδια. Το σπουδαιότερο είναι ότι το σύστημα δεν παράγει μόνο ελλείμματα, παράγει κερδισμένους και χαμένους. Ας δούμε ποιες είναι οι σπουδαιότερες διαχωριστικές γραμμές.
Κατ’ αρχήν, μεταξύ «ευγενών» και «λαϊκών» ταμείων. Μέσω του ιδιοφυούς μηχανισμού των (κατ’ ευφημισμόν) «κοινωνικών πόρων», τεράστια ποσά μεταφέρονται σε φορείς ασφάλισης εύπορων ομάδων. Έτσι, το ταμείο των μηχανικών (ΤΣΜΕΔΕ) εισπράττει ποσοστό από τις δαπάνες εκτέλεσης δημοσίων έργων, το Ταμείο Νομικών «δικαιώματα» συν ποσοστό από τα έξοδα μεταβίβασης ακινήτων, τα ταμεία πρόνοιας δικηγόρων διάφορα «δικόσημα», τα ταμεία Τύπου «αγγελιόσημο» κτλ. Συχνά, οι ενισχύσεις έχουν τη μορφή επιχορηγήσεων, όπως όταν το 1997 το Υπουργείο Οικονομικών αποζημίωσε το ταμείο των γιατρών (ΤΣΑΥ) για την κατάργηση της εισφοράς στην τιμή των φαρμάκων που μέχρι τότε αυτό εισέπραττε. Κάποτε οι ενισχύσεις είναι έμμεσες, όπως όταν το 1992 το Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε από την υποχρέωση συνεισφοράς στο Λογαριασμό Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΛΑΦΚΑ) – με διακομματική συναίνεση. Αυτές οι ρυθμίσεις δεν υπακούν σε καμία γνωστή λογική, εκτός φυσικά της πελατειακής.
Η δεύτερη διαχωριστική γραμμή είναι μεταξύ μισθωτών του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες συνταξιοδοτούνται έως και 17 έτη νωρίτερα από ό,τι οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ, ενώ εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις που δεν πλήρωσαν με τις εισφορές τους. Η υποχώρηση της κρατικής παρουσίας στους κλάδους της κοινής ωφέλειας και των τραπεζών έχει περιορίσει τις δυνατότητες μετακύλισης του κόστους τέτοιων ρυθμίσεων στον φορολογούμενο (ή στον καταναλωτή), και τροφοδοτεί τη φιλολογία περί «κατεδάφισης κοινωνικών δικαιωμάτων».
Ειδική μνεία αξίζει η περίπτωση των βουλευτών (που έχουν νομοθετήσει για τον εαυτό τους το δικαίωμα συνταξιοδότησης μετά από 8 χρόνια θητείας – μέχρι πέρυσι 4), των δικαστικών (οι οποίοι απονέμουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις αποδοχές τους, που συμπαρασύρουν και τις συντάξεις), των στρατιωτικών (κάποιοι από τους οποίους συνταξιοδοτούνται σε ηλικία που άλλοι αρχίζουν να δουλεύουν), και άλλων συναφών κατηγοριών.
Μια τρίτη διάκριση είναι μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αρκετές εργαζόμενες στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες ακόμη απολαμβάνουν απίστευτα προνόμια, όπως το δικαίωμα συνταξιοδότησης μητέρων με ανήλικα παιδιά (συνήθως στην εφηβεία) στην ηλικία των 50 ή και νωρίτερα, δήθεν για την προστασία της μητρότητας. Όμως, η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών δεν δικαιούται καθόλου σύνταξη, είτε επειδή είναι νοικοκυρές (οπότε μπορούν να προσβλέπουν μόνο σε σύνταξη χηρείας), είτε επειδή δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα ένσημα ώστε να στοιχειοθετήσουν δικαίωμα σε δική τους σύνταξη.
Μια άλλη διαχωριστική γραμμή είναι μεταξύ νέων και εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας. Σε όλο τον κόσμο, μια μεταρρύθμιση επηρεάζει λιγότερο όσους απέχουν λιγότερο από τη συνταξιοδότηση. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου οι διάφορες συντεχνίες εκβιάζουν τη συναίνεσή τους στις αλλαγές με αντάλλαγμα χρυσές «εθελούσιες εξόδους» και εγγυήσεις ότι θα τις πληρώσουν οι άλλοι, το βάρος της προσαρμογής πέφτει εξ ολοκλήρου στους ώμους των νεότερων γενεών εργαζομένων.
Μια προφανής διαφορά είναι μεταξύ Ελλήνων εργαζομένων και ξένων. Η απασχόληση των περισσότερων από τους τελευταίους σε δουλειές χωρίς ασφάλιση, ή με τα ελάχιστα ένσημα, μετατρέπει τις διακρίσεις στην αγορά εργασίας σε έλλειμμα κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η τελευταία διάκριση είναι μεταξύ όσων εργάζονται σε «βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα» και όσων όχι (οι πρώτοι συνταξιοδοτούνται 5 έτη νωρίτερα με πλήρη σύνταξη). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο καθεστώς αυτό υπάγεται το 40% των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ – σε μια χώρα χωρίς βαριά βιομηχανία. Η λίστα με τα σχετικά επαγγέλματα προκαλεί θυμηδία: συνοδοί εδάφους, παρουσιαστές τηλεόρασης, κομμωτές, σερβιτόροι κ.ά. Το καθεστώς αυτό επεκτάθηκε το 2002 στον δημόσιο τομέα: υποψήφιοι προς ένταξη είναι δεσμοφύλακες, κτηνίατροι, συντηρητές έργων τέχνης κ.ά. Ιστορικά, η ένταξη στα «βαρέα και ανθυγιεινά» ήταν ένα είδος αποζημίωσης για το χαμηλό προσδόκιμο επιβίωσης κάποιου επαγγέλματος (π.χ. μεταλλωρύχοι). Αμφιβάλλω αν υπάρχει έστω και ένας κομμωτής (ή κτηνίατρος) που να φοβάται ότι θα ζήσει λιγότερο επειδή είναι κομμωτής (ή κτηνίατρος). Εν τω μεταξύ, στις οικοδομές, στα δημόσια έργα και αλλού δεκάδες εργαζόμενοι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους – αλλά αυτοί είναι ξένοι και ανασφάλιστοι, άρα για αυτούς δεν μιλά κανείς.
Τα προηγούμενα φιλοτεχνούν την εικόνα ενός «κράτους πελατειακών παροχών» , όπου τα δικαιώματα συνήθως κατανέμονται ανάλογα με την ισχύ, σπανίως ανάλογα με την ανάγκη.
Στο ίδιο μοτίβο, πριν λίγα χρόνια η τότε Ευρωπαία Επίτροπος Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία: «Στην εκλογική μου περιφέρεια υπάρχουν τα εργοστάσια της ΔΕΗ. Εκεί θα συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος, μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ, θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη €1.800 το μήνα. Ο δεύτερος, υπάλληλος του υπεργολάβου, θα συνταξιοδοτηθεί στα 65, με σύνταξη €375 το μήνα. Ο τρίτος, ξένος μετανάστης, υπάλληλος και αυτός του υπεργολάβου, θα ‘συνταξιοδοτηθεί’ κάποτε, με την έννοια ότι θα σταματήσει να δουλεύει – όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη» .
Υπό αυτό το πρίσμα, το ασφαλιστικό είναι ένα κλασικό πρόβλημα πολιτικής οικονομίας. Το ισχύον σύστημα προσβάλλει κάθε αρχή κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ επίσης υποσκάπτει την ευημερία της χώρας, ιδίως τη μελλοντική. Η απάλειψη των σκανδαλωδών προνομίων και η εξισορρόπηση των κοινωνικών δικαιωμάτων θα είχε ευεργετικές επιδράσεις, οικονομικές και κοινωνικές. Όμως, τα οφέλη της μεταρρύθμισης διαχέονται προς κοινωνικές κατηγορίες που είτε υπο-εκπροσωπούνται στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης (εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, νέοι, γυναίκες, μετανάστες) είτε απουσιάζουν εντελώς (επερχόμενες γενεές). Αντίθετα, εκείνοι που ωφελούνται από το σημερινό σύστημα υπερ-εκπροσωπούνται στα συνδικάτα, στα κόμματα, καθώς και στα διάφορα πολιτικά ή κοινωνικά λόμπυ, ενώ δείχνουν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν τα προνόμιά τους με νύχια και με δόντια.
Κατά συνέπεια, μια εξισωτική μεταρρύθμιση (και όχι απλώς μια περικοπή δαπανών) θα είναι εφικτή μόνο όταν μια κρίσιμη μάζα πολιτών ρίξουν το βάρος τους υπέρ της, παρότι οι ίδιοι ωφελούνται περισσότερο από το σημερινό οικονομικά και ηθικά χρεοκοπημένο σύστημα.
Προτού συμβεί αυτό, πρέπει να πληρείται μια άλλη προϋπόθεση. Όπως γράφει ένας Ιταλός συνάδελφός μου: «Με δεδομένα τα πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια, ο μόνος βατός δρόμος είναι αυτός της κριτικής και του διαλόγου, της διανοητικής πρόκλησης, της τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας. Καμιά μεταρρύθμιση δεν περνά χωρίς την υποστήριξη ενός κοινωνικού συνασπισμού που ενδιαφέρεται για αυτήν, και πολιτικών δυνάμεων ικανών να την επιβάλουν. Όμως, η πρώτη ύλη κάθε μεταρρύθμισης είναι πάντοτε ένα ιδεατό σχέδιο αλλαγής. Με τον καιρό, μια σοβαρή στράτευση στο χώρο των ιδεών μπορεί να μετακινήσει και τα πιο ανθεκτικά εμπόδια» .
4.
Οι διαδοχικές απόπειρες μεταρρύθμισης της οκταετίας Σημίτη (έκθεση Σπράου 1997, μίνι ασφαλιστικό 1998, προτάσεις Γιαννίτση 2001, νόμος Ρέππα 2002), και η μοιραία κατάληξή τους, μπορούν να ερμηνευθούν με διάφορους τρόπους. Το δικό μου συμπέρασμα είναι ότι ο «δειλός μεταρρυθμισμός» ούτε λύσεις δίνει ούτε ήττες αποτρέπει . Είμαι πεισμένος ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μικρές ή μεγάλες προσαρμογές στο υπάρχον σύστημα, αλλά μια «αλλαγή παραδείγματος»: μια βαθμιαία μετατόπιση προς ένα εντελώς νέο σύστημα.
Προφανώς, δεν έχει νόημα να συζητάμε λεπτομερή σχέδια. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι από τεχνική άποψη αυτό δεν θα ήταν δύσκολο: βιώσιμες λύσεις υπάρχουν, κάποιες μάλιστα είναι επί πλέον δίκαιες και απλές (με τα συστατικά αυτά σε διάφορες δοσολογίες). Ας δούμε, χάριν παραδείγματος, το περίγραμμα ενός τέτοιου σχεδίου, ώστε να διακρίνουμε καλύτερα τις πολιτικές όψεις.
Το σημείο εκκίνησης προς ένα νέο σύστημα θα πρέπει να είναι ο πλήρης διαχωρισμός των ασφαλιστικών από τις προνοιακές παροχές. Άλλωστε, και η επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Εργασίας αυτό προτείνει. Ένας τέτοιος διαχωρισμός θα οδηγήσει αβίαστα σε ένα σύστημα δύο επιπέδων: μια βασική σύνταξη με αποκλειστικά κρατική χρηματοδότηση, και μια πρόσθετη σύνταξη, των ταμείων, αποκλειστικά χρηματοδοτούμενη από δικούς τους πόρους (κυρίως εισφορές ασφαλισμένων και εργοδοτών).
Η χρηματοδότηση της κρατικής σύνταξης θα προέλθει από τη «προικοδότησή» της με το ποσό που σήμερα δαπανάται για ενισχύσεις στα ταμεία (με τη μορφή είτε επιχορηγήσεων είτε «κοινωνικών πόρων»). Ας υποθέσουμε για ευκολία ότι το ποσό αυτό είναι 4% του ΑΕΠ. Η κρατική σύνταξη θα μπορούσε να πάρει το χαρακτήρα «εθνικής σύνταξης» ή, ορθότερα, «σύνταξης του πολίτη». Σε μια τέτοια περίπτωση, θα χορηγείται σε κάθε ηλικιωμένο πολίτη με μόνη προϋπόθεση τη συμπλήρωση του (ας πούμε) 65ου έτους της ηλικίας του ή της . Σε μια διαφορετική εκδοχή, η κρατική σύνταξη θα μπορούσε να έχει το χαρακτήρα «ελάχιστης εγγύησης», δηλ. να χρησιμοποιεί τους διαθέσιμους πόρους για να συμπληρώνει το εισόδημα όσων συνταξιούχων έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Για λόγους οικονομικής αποδοτικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, προτιμώ την πρώτη λύση – αλλά παραδέχομαι ότι ούτε η δεύτερη στερείται πλεονεκτημάτων.
Η μεταφορά στην κρατική σύνταξη των πόρων που σήμερα ενισχύουν τα ταμεία συνεπάγεται ότι μόλις ολοκληρωθεί η περίοδος μετάβασης στο νέο σύστημα τα τελευταία θα λειτουργούν αποκλειστικά με ίδιους πόρους. Συνεπώς, η πρόσθετη σύνταξη που θα καταβάλλουν θα είναι χαμηλότερη από ό,τι σήμερα – όμως θα προστίθεται στην κρατική σύνταξη. Εάν, όπως είναι λογικό, η πρόσθετη σύνταξη των ταμείων είναι ανταποδοτική, δηλ. ανάλογη με τις συνολικές εισφορές και την ηλικία συνταξιοδότησης κάθε ασφαλισμένου, τότε το άθροισμα βασικής σύνταξης (από το κράτος) και πρόσθετης σύνταξης (από τα ταμεία) θα ισούται με αυξημένες συντάξεις για όσους ηλικιωμένους αδικούνται από το σημερινό σύστημα, και μειωμένες για τους λίγους που σήμερα απολαμβάνουν προνόμια.
Τα προτερήματα ενός τέτοιου συστήματος είναι φανερά. Κατ’ αρχήν, είναι δικαιότερο. Η βασική σύνταξη περιορίζει την ένταση της φτώχειας των ηλικιωμένων που δεν έχουν άλλη σύνταξη ή άλλους πόρους. Η ανταποδοτικότητα της πρόσθετης σύνταξης, στη βάση ενιαίων κανόνων, εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των ασφαλισμένων, ανεξαρτήτως ταμείου.
Από την άλλη, είναι διατηρήσιμο. Ο περιορισμός της κρατικής δαπάνης στη βασική σύνταξη και μόνο θέτει τις βάσεις για τη σταθεροποίησή της (στο παράδειγμά μας σε 4% του ΑΕΠ). Ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της πρόσθετης σύνταξης συνεπάγεται αυτοχρηματοδότηση της υπόλοιπης δαπάνης για συντάξεις (δηλ. από εισφορές και μόνο).
Επί πλέον, είναι δυναμικό. Η εκλογίκευση και απλούστευση των κανόνων συνταξιοδότησης αποκαθιστά τα κίνητρα. Η αυστηρή ανταποδοτικότητα της πρόσθετης σύνταξης συμβάλλει στον περιορισμό της εισφοροδιαφυγής. Η πρόωρη συνταξιοδότηση θα επιλέγεται μόνο από όσους είναι διατεθειμένοι να επωμιστούν οι ίδιοι το κόστος της επιλογής τους αυτής.
Τέλος, (μπορεί να) είναι δημοφιλές. Παρά τις αντιδράσεις όσων θα χάσουν τα προνόμια που απολαμβάνουν στο σημερινό καθεστώς, η διαφάνεια και ευελιξία ενός τέτοιου συστήματος κάνει ευκολότερη (ή λιγότερο δύσκολη) την απόπειρα των δυνάμεων της μεταρρύθμισης να κερδίσουν τη μάχη της κοινής γνώμης. Οι κρατικές ενισχύσεις δεν κατανέμονται πλέον με πελατειακά ή άλλα σκοτεινά κριτήρια, αλλά επί ίσοις όροις. Το ακανθώδες θέμα των ορίων ηλικίας παρακάμπτεται τελείως: η μεν βασική σύνταξη θα καταβάλλεται μόνο μετά από την καθορισμένη ηλικία (π.χ. 65), η δε πρόσθετη σύνταξη θα δίνεται από την ηλικία που επιλέγει κάθε ασφαλισμένος, με αντίστοιχη βέβαια προσαρμογή του ύψους της.
Το περίγραμμα αυτό είναι αδρό: μια σειρά ζητημάτων παραμένουν ανοιχτά. Πρώτα-πρώτα, το κρίσιμο θέμα της μετάβασης. Σύμφωνα και με τη διεθνή εμπειρία, οι νεαρότεροι ασφαλισμένοι λογικά θα ενταχθούν στο νέο σύστημα, οι μεγαλύτερης ηλικίας θα μείνουν στο ισχύον, ενώ όσοι βρίσκονται κάπου ανάμεσα θα ανήκουν λίγο στο ένα και λίγο στο άλλο. Έπειτα, καθώς ο αριθμός των ηλικιωμένων αυξάνεται, η μελλοντική κοινωνία θα πρέπει να αποφασίσει αν προτιμά η αξία της βασικής σύνταξης να χάνει έδαφος, ή να μένει σταθερή με αύξηση της ηλικίας από την οποία αρχίζει να καταβάλλεται.
Μια σημαντική εκκρεμότητα αφορά τον τρόπο υπολογισμού της πρόσθετης σύνταξης. Από την επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Εργασίας έχουν διαρρεύσει σκέψεις υπέρ του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, στο οποίο οι εισφορές των ασφαλισμένων κατατίθενται σε ατομικούς λογαριασμούς, που στη συνέχεια επενδύονται στις χρηματαγορές. Το σύστημα αυτό έχει πλεονεκτήματα, αλλά και σοβαρά μειονεκτήματα. Ένα από αυτά είναι ότι το ύψος της σύνταξης εξαρτάται από την απόδοση της επένδυσης. Όπως έδειξε η παγκόσμια κρίση του 2008, αυτό μπορεί να σημαίνει μεγάλο ρίσκο για τις αποταμιεύσεις των ασφαλισμένων. Εξ άλλου, όταν σχεδιάζονταν τα συστήματα συντάξεων, η απόρριψη του κεφαλαιοποιητικού σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες (και στις ΗΠΑ) οφείλεται στην εμπειρία του μεσοπολέμου, όταν το κραχ του 1929 εξανέμισε την αξία των εισφορών και προκάλεσε την κατάρρευση των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων της εποχής.
Αντίθετα, το σύστημα της λεγόμενης «νοητής κεφαλαιοποίησης» μιμείται το μηχανισμό του κεφαλαιοποιητικού ως προς την ευελιξία και την ανταποδοτικότητα, χωρίς από την άλλη να εκθέτει τους ασφαλισμένους σε κινδύνους. Το σύστημα χρησιμοποιεί τις εισφορές όχι για να τις επενδύσει αλλά για να πληρώσει τις τρέχουσες συντάξεις (δηλ. παραμένει pay-as-you-go ή «διανεμητικό»). Όμως, τη στιγμή της συνταξιοδότησης υπολογίζει τη σύνταξη σε αυστηρά ανταποδοτική βάση, ανάλογα με τις συνολικές εισφορές και την ηλικία του ασφαλισμένου. Πρόκειται για το σύστημα που επικράτησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 στη Σουηδία, στην Ιταλία, στην Πολωνία και αλλού .
5.
Προφανώς, τα προηγούμενα δεν είναι παρά ασκήσεις επί χάρτου. Δείχνουν, όμως, ελπίζω καθαρά, ότι παρά τις τεχνικές όψεις του, το ασφαλιστικό είναι κυρίως πολιτικό πρόβλημα. Λύσεις υπάρχουν, και μάλιστα ικανές να οδηγήσουν σε αλματώδεις προόδους στο πεδίο της βιωσιμότητας όσο και σε εκείνο της ισότητας. Όμως, είναι προορισμένες να παραμείνουν ασκήσεις επί χάρτου εφόσον η συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη στο μίζερο ορίζοντα ενός «μισού διαλόγου, όπου λέγονται μισές αλήθειες», όπως είχε δηλώσει πριν λίγα χρόνια ο τότε αρμόδιος υφυπουργός .
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που, σύμφωνα με μια εύστοχη διατύπωση, «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πώς δεν θα αλλάξει το σύστημα» . Αρκεί να θυμηθεί ότι μια πολιτική δύναμη που θέλει να λέγεται μεταρρυθμιστική οφείλει να απευθύνεται στην κοινή γνώμη, αφού οι μεταρρυθμίσεις δεν κερδίζονται στα γραφεία, αλλά μετά από σκληρή μάχη ιδεών, με έπαθλο «το μυαλό και την καρδιά» των πολιτών. Και τότε ίσως ανακαλύψει ότι εκείνοι που αποδέχονται την ανάγκη μιας ριζικής μεταρρύθμισης, μολονότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα, είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
La festa è finita (e la luna di miele anche)
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Φεβρουάριος 2010)
A chi qualche mese fa' si poneva la domanda perchè mai un premier impopolare e sicuramente destinato alla sconfitta dovesse scegliere le elezioni anticipate, gli sviluppi delle ultime settimane hanno fornito delle risposte inequivoci. Costas Caramanlis conosceva, anche se ovviamente non ammetteva, lo stato miserabile dell' economia greca e soppratutto della finanza pubblica. Piuttosto che cercare di salvare il salvabile, ha semplicemente preferito di consegnare le chiavi del governo (e, con ciò, tutte le patate scottanti) al suo successore. E con questa sua mossa brillante si è assicurato la dubbia distinzione di essere passato nella storia come il più inadequato di tutti i premier degli ultimi 35 anni, capo del peggior governo della terza repubblica.
Ma questa è, appunto, storia. Il presente è un brutto risveglio per una intera società, non solo per il nuovo governo. Le rassicurazioni del leader socialista Giorgio Papandreu in campagna elettorale ("i soldi ci sono, basta saper spenderli bene") adesso suonano vuote. Ma è un fatto che il nuovo premier ha scoperto le vere dimensioni della crisi solo dopo le elezioni. E adesso si trova in una situazione di emergenza: è costretto a tentare di attuare il suo programma mentre allo stesso tempo cerca di scongiurare la bancarotta. Difficile immaginare delle condizioni peggiori.
Bisogna sottolineare che la crisi economica-finanziaria mondiale ha innescato ma non ha creato la crisi greca. Quest'ultima ha delle radici molto più profonde. L'economia greca ha registrato negli ultimi anni tassi di crescita sopra la media europea. Ma si trattava di una crescita alimentata dai fondi europei, dalle grandi opere, dalla bolla edilizia. Una crescita senza sviluppo, basata su una struttura produttiva invecchiata, come peraltro manifesta la perdita continua di competitività. Le riforme necessarie per invertire questa tendenza vengono spesso e ritualmente elencate: mercati di prodotti e mercato di lavoro, pensioni e welfare, istruzione e sanità, amministtrazione pubblica e giustizia. Ma l'abbinamento di una società sospettosa e frammentata a una politica miope e timorosa (spesso priva di senso dello stato) ha frustrato qualsiasi tentativo di una loro attuazione.
L'ingresso in Europa e poi nell'unione economica e monetaria ha regalato stabilità, ma allo stesso tempo ha messo in evidenza le debolezze di base dell’economia greca. L'euro forte significa che i prezzi dei prodotti industriali (da mobili a automobili, da indumenti a computers) sono scesi in termini reali, e qualche volta anche nominali. Si tratta ovviamente di prodotti di importazione, che hanno aggravato un bilancio esterno già in deficit. Dall'altra parte, i servizi (compresi quelli legati al turismo, teoricamente la carta vincente di questo paese), soppratutto quelli rimasti relativamente isolati dalla competizione mondiale, costano troppo e offrono una qualità spesso deludente.
Nel frattempo, i consumi sono cresciuti, e con ciò l'euforia e la compiacenza. Certo, non tutti hanno guadagnato ugualmente, e tanti hanno perduto. Ma la festa c'è stata. E gli anni delle vacche grasse – nonostante i nodi rimasti irrisolti – hanno avuto l'effetto cumulativo di ubriacare (se non di drogare) l'economia, e non solo: anche i costumi, e perfino il nostro modo di vivere. Detto brutalmente, la Grecia ambisce a un tenore di vita diciamo europeo con una cultura imprenditoriale balcanica, e tradizioni lavorative levantine.
Lo spettacolo degli ultimi giorni è istruttivo: una dopo l'altra, le varie categorie difendono accannite i loro interessi più privati alla barba dell'interesse pubblico, dell'emergenza della crisi, e perfino del buon senso. Agricoltori e impiegati pubblici, con gli impiegati degli uffici delle entrate in testa, si aggrappano ai loro privilegi. Chiedono dal governo di lasciarli in pace, di risanare i conti altrui, di garantirgli ancora un po' di vita facile. I politici precedenti sono tutti dalla loro parte: negli ultimi anni chi era in grado di ricattare il resto della società lo faceva allegramente e senza scrupoli – e di solito veniva incoraggiato dall'opposizione e premiato dal governo. Come dimenticare i 500 millioni di euro concessi dal governo conservatore agli agricoltori giusto un anno fa' (dato che gennaio è il mese dei blocchi autostradali)?
Sta qui la difficoltà di questa crisi: nel fatto che è manifestazione inevitabile di un declino più profondo, politico e sociale più che economico. Ed è per questa ragione che affrontarla non sarà facile. Richiede una maturità che francamente non si riesce ad intravedere.
Al nuovo governo, finita piuttosto in fretta la luna di miele, non resta che far appello alle energie migliori del popolo greco. Parlare con franchezza della profondità di questa crisi. Chiedere sacrifici a tutti, in funzione della ricchezza di ognuno. In altre parole, promettere un'austerità equa. E intanto garantire il buon governo. Una sfida enorme, per una posta in gioco decisiva.
A chi qualche mese fa' si poneva la domanda perchè mai un premier impopolare e sicuramente destinato alla sconfitta dovesse scegliere le elezioni anticipate, gli sviluppi delle ultime settimane hanno fornito delle risposte inequivoci. Costas Caramanlis conosceva, anche se ovviamente non ammetteva, lo stato miserabile dell' economia greca e soppratutto della finanza pubblica. Piuttosto che cercare di salvare il salvabile, ha semplicemente preferito di consegnare le chiavi del governo (e, con ciò, tutte le patate scottanti) al suo successore. E con questa sua mossa brillante si è assicurato la dubbia distinzione di essere passato nella storia come il più inadequato di tutti i premier degli ultimi 35 anni, capo del peggior governo della terza repubblica.
Ma questa è, appunto, storia. Il presente è un brutto risveglio per una intera società, non solo per il nuovo governo. Le rassicurazioni del leader socialista Giorgio Papandreu in campagna elettorale ("i soldi ci sono, basta saper spenderli bene") adesso suonano vuote. Ma è un fatto che il nuovo premier ha scoperto le vere dimensioni della crisi solo dopo le elezioni. E adesso si trova in una situazione di emergenza: è costretto a tentare di attuare il suo programma mentre allo stesso tempo cerca di scongiurare la bancarotta. Difficile immaginare delle condizioni peggiori.
Bisogna sottolineare che la crisi economica-finanziaria mondiale ha innescato ma non ha creato la crisi greca. Quest'ultima ha delle radici molto più profonde. L'economia greca ha registrato negli ultimi anni tassi di crescita sopra la media europea. Ma si trattava di una crescita alimentata dai fondi europei, dalle grandi opere, dalla bolla edilizia. Una crescita senza sviluppo, basata su una struttura produttiva invecchiata, come peraltro manifesta la perdita continua di competitività. Le riforme necessarie per invertire questa tendenza vengono spesso e ritualmente elencate: mercati di prodotti e mercato di lavoro, pensioni e welfare, istruzione e sanità, amministtrazione pubblica e giustizia. Ma l'abbinamento di una società sospettosa e frammentata a una politica miope e timorosa (spesso priva di senso dello stato) ha frustrato qualsiasi tentativo di una loro attuazione.
L'ingresso in Europa e poi nell'unione economica e monetaria ha regalato stabilità, ma allo stesso tempo ha messo in evidenza le debolezze di base dell’economia greca. L'euro forte significa che i prezzi dei prodotti industriali (da mobili a automobili, da indumenti a computers) sono scesi in termini reali, e qualche volta anche nominali. Si tratta ovviamente di prodotti di importazione, che hanno aggravato un bilancio esterno già in deficit. Dall'altra parte, i servizi (compresi quelli legati al turismo, teoricamente la carta vincente di questo paese), soppratutto quelli rimasti relativamente isolati dalla competizione mondiale, costano troppo e offrono una qualità spesso deludente.
Nel frattempo, i consumi sono cresciuti, e con ciò l'euforia e la compiacenza. Certo, non tutti hanno guadagnato ugualmente, e tanti hanno perduto. Ma la festa c'è stata. E gli anni delle vacche grasse – nonostante i nodi rimasti irrisolti – hanno avuto l'effetto cumulativo di ubriacare (se non di drogare) l'economia, e non solo: anche i costumi, e perfino il nostro modo di vivere. Detto brutalmente, la Grecia ambisce a un tenore di vita diciamo europeo con una cultura imprenditoriale balcanica, e tradizioni lavorative levantine.
Lo spettacolo degli ultimi giorni è istruttivo: una dopo l'altra, le varie categorie difendono accannite i loro interessi più privati alla barba dell'interesse pubblico, dell'emergenza della crisi, e perfino del buon senso. Agricoltori e impiegati pubblici, con gli impiegati degli uffici delle entrate in testa, si aggrappano ai loro privilegi. Chiedono dal governo di lasciarli in pace, di risanare i conti altrui, di garantirgli ancora un po' di vita facile. I politici precedenti sono tutti dalla loro parte: negli ultimi anni chi era in grado di ricattare il resto della società lo faceva allegramente e senza scrupoli – e di solito veniva incoraggiato dall'opposizione e premiato dal governo. Come dimenticare i 500 millioni di euro concessi dal governo conservatore agli agricoltori giusto un anno fa' (dato che gennaio è il mese dei blocchi autostradali)?
Sta qui la difficoltà di questa crisi: nel fatto che è manifestazione inevitabile di un declino più profondo, politico e sociale più che economico. Ed è per questa ragione che affrontarla non sarà facile. Richiede una maturità che francamente non si riesce ad intravedere.
Al nuovo governo, finita piuttosto in fretta la luna di miele, non resta che far appello alle energie migliori del popolo greco. Parlare con franchezza della profondità di questa crisi. Chiedere sacrifici a tutti, in funzione della ricchezza di ognuno. In altre parole, promettere un'austerità equa. E intanto garantire il buon governo. Una sfida enorme, per una posta in gioco decisiva.
8 Δεκεμβρίου 2009
Οι παγίδες του ασφαλιστικού (και πώς να μην πέσουμε μέσα)
Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009)
Ας είμαστε ειλικρινείς. Το ασφαλιστικό είναι το πιο «αντιπαθητικό» από όλα τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση (στην Ελλάδα, αλλού είναι λίγο ευκολότερο). Ειδικά αυτή η κυβέρνηση. Όχι μόνο επειδή τα εκρηκτικά ελλείμματα και οι συνακόλουθες πιέσεις που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις αγορές την υποχρεώνουν να κάνει κάτι για αυτό. Αλλά και επειδή βαθιά μέσα τους τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θεωρούν το σύστημα συντάξεων κάτι σαν παιδί τους, και νοιώθουν άβολα που πρέπει να το μαζέψουν. Και δεν είναι μόνο η σκέψη του πολιτικού κόστους και η ανάμνηση του φιάσκου του 2001 που τους παραλύει. Είναι και ότι πιστεύουν, είτε το ομολογούν είτε όχι, ότι ένας πραγματικός σοσιαλιστής δεν έχει δουλειά να αγγίζει τις λαϊκές κατακτήσεις, ούτε να παίρνει μέτρα για το ασφαλιστικό μόνο και μόνο επειδή του το ζητά ο κ. Αλμούνια ή ο κ. Γιουνκέρ.
Για αυτό άλλωστε, αντί να έχει έτοιμο κάποιο σχέδιο μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα στην αφετηρία – και το κυριότερο, δεν δείχνει να ξέρει προς τα πού πρέπει να πάει, και πώς.
Ίσως τα πράγματα να ήταν απλούστερα εάν λέγαμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πριν λίγα χρόνια, η τότε Επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων σε μια ημερίδα για το ασφαλιστικό είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία. «Στην εκλογική μου περιφέρεια είναι τα μεταλλεία της ΔΕΗ. Εκεί μπορεί να συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος είναι μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ: θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη 1.800 ευρώ το μήνα. Ο δεύτερος είναι υπάλληλος του υπεργολάβου: θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 και θα παίρνει σύνταξη 375 ευρώ το μήνα. Ο τρίτος, επίσης υπάλληλος του υπεργολάβου, είναι μετανάστης: κάποτε θα σταματήσει να δουλεύει, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη.» Τι σοσιαλιστικό έχει ένα τέτοιο σύστημα;
Είναι κρίμα – αν και μάλλον αναπόφευκτο – που η συζήτηση για το ασφαλιστικό ξανανοίγει σε συνθήκες δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε μια σοβαρή χώρα, που προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά της αντί να σφυρίζει αδιάφορα, το ασφαλιστικό θα αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως πρόβλημα δικαιοσύνης.
Πράγματι, τη λύση του ασφαλιστικού δεν την οφείλουμε ούτε στον κ. Αλμούνια ούτε στον κ. Γιουνκέρ. Την οφείλουμε στους εκατοντάδες χιλιάδες σημερινούς εργαζόμενους που δεν είχαν την προνοητικότητα (ή απλώς το «μέσον») να μπουν εγκαίρως στο Δημόσιο, ή σε μια τράπεζα ή σε κάποια ΔΕΚΟ. Την οφείλουμε σε όσους δεν απολαμβάνουν τα φορολογικά προνόμια των γιατρών, ή των δικηγόρων, ή των μηχανικών (προνόμια του φορολογικού ή του «εθιμικού» δικαίου), ούτε είναι μέλη των «ευγενών» ταμείων τους – «ευγενή» με λεφτά δικά μας, εννοείται. Την οφείλουμε σε όσους δεν έγιναν δικαστές να επιδικάζουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα εφάπαξ και στις άλλες «αποζημιώσεις» τους – ούτε βουλευτές να νομοθετούν σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Την οφείλουμε πάνω από όλα στα παιδιά μας, που δεν πρέπει να πληρώσουν τα σπασμένα της δικής μας ανευθυνότητας.
Όπως καταλαβαίνετε, εάν τα παραπάνω ισχύουν (πιστέψτε με: ισχύουν), τότε οι προοπτικές για την επίλυση του ασφαλιστικού δεν πρέπει να είναι και πολύ ρόδινες. Πράγματι, δεν είναι.
Το σημερινό ασφαλιστικό μπορεί να είναι χρεοκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά όσοι ωφελούνται από αυτό είναι επαρκώς ισχυροί – και επαρκώς ανάλγητοι – ώστε να ματαιώσουν και αυτή τη μεταρρύθμιση. Στην προσπάθειά τους αυτή θα τους συνδράμει ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων. Κατ’ αρχήν η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ (που λόγω της ισχύος της μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης). Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που από τώρα κατήγγειλαν το διάλογο και αποχώρησαν – ας το λύσουν τα μονοπώλια το ασφαλιστικό. Οι Τράπεζες, που με το νόμο Πετραλιά ξεφορτώθηκαν τα ελλειμματικά ταμεία τους στο ΙΚΑ, χωρίς να θιγούν τα ασφαλιστικά προνόμια των τραπεζοϋπαλλήλων (εξ ου και η σιωπηρή συναίνεση της ΟΤΟΕ). Τα ελευθέρια επαγγέλματα της μεσαίας τάξης, που θεωρούν κεκτημένο τους π.χ. να πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός στο ΤΣΜΕΔΕ το 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων (μιλάμε για πολλά λεφτά). Όλοι αυτοί θα αντισταθούν στη μεταρρύθμιση με νύχια και με δόντια – συνεπικουρούμενοι από τους πρωινούς τηλεοπτικούς αστέρες και ραχάτ-ραντικάλ αναλυτές στον σοβαρό (...) Τύπο.
Δύσκολα τα πράγματα λοιπόν. Εκτός και εάν η κυβέρνηση κάνει αυτό που έκαναν οι άλλες σοσιαλδημοκρατικές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις (από την Ιταλία έως τη Σουηδία), που κατάφεραν να μειώσουν τα ελλείμματα αυξάνοντας τις χαμηλές συντάξεις και κάνοντας το σύστημα πιο δίκαιο, όχι μόνο πιο βιώσιμο. Τεχνικές λύσεις υπάρχουν. Αυτό που μέχρι τώρα έχει λείψει είναι το θάρρος και η αυτοπεποίθηση.
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πως ΔΕΝ θα αλλάξει το σύστημα», που λένε και τα παιδιά της Γενιάς των 700 ευρώ (http://www.newstime.gr/?i=nt.el.article&id=22631). Αρκεί να συνομιλήσει και με τους άλλους, εκείνους που έχουν συμφέρον να κινηθούμε προς ένα δικαιότερο και πιο βιώσιμο σύστημα. Αρκεί να απευθυνθεί σε όσους αποδέχονται την ανάγκη μεταρρύθμισης παρότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα. Ίσως τότε ανακαλύψει ότι όλοι αυτοί είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Το ασφαλιστικό είναι το πιο «αντιπαθητικό» από όλα τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση (στην Ελλάδα, αλλού είναι λίγο ευκολότερο). Ειδικά αυτή η κυβέρνηση. Όχι μόνο επειδή τα εκρηκτικά ελλείμματα και οι συνακόλουθες πιέσεις που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τις αγορές την υποχρεώνουν να κάνει κάτι για αυτό. Αλλά και επειδή βαθιά μέσα τους τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος θεωρούν το σύστημα συντάξεων κάτι σαν παιδί τους, και νοιώθουν άβολα που πρέπει να το μαζέψουν. Και δεν είναι μόνο η σκέψη του πολιτικού κόστους και η ανάμνηση του φιάσκου του 2001 που τους παραλύει. Είναι και ότι πιστεύουν, είτε το ομολογούν είτε όχι, ότι ένας πραγματικός σοσιαλιστής δεν έχει δουλειά να αγγίζει τις λαϊκές κατακτήσεις, ούτε να παίρνει μέτρα για το ασφαλιστικό μόνο και μόνο επειδή του το ζητά ο κ. Αλμούνια ή ο κ. Γιουνκέρ.
Για αυτό άλλωστε, αντί να έχει έτοιμο κάποιο σχέδιο μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα στην αφετηρία – και το κυριότερο, δεν δείχνει να ξέρει προς τα πού πρέπει να πάει, και πώς.
Ίσως τα πράγματα να ήταν απλούστερα εάν λέγαμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πριν λίγα χρόνια, η τότε Επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων σε μια ημερίδα για το ασφαλιστικό είχε διηγηθεί μια διδακτική ιστορία. «Στην εκλογική μου περιφέρεια είναι τα μεταλλεία της ΔΕΗ. Εκεί μπορεί να συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος είναι μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ: θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη 1.800 ευρώ το μήνα. Ο δεύτερος είναι υπάλληλος του υπεργολάβου: θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 και θα παίρνει σύνταξη 375 ευρώ το μήνα. Ο τρίτος, επίσης υπάλληλος του υπεργολάβου, είναι μετανάστης: κάποτε θα σταματήσει να δουλεύει, δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη.» Τι σοσιαλιστικό έχει ένα τέτοιο σύστημα;
Είναι κρίμα – αν και μάλλον αναπόφευκτο – που η συζήτηση για το ασφαλιστικό ξανανοίγει σε συνθήκες δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε μια σοβαρή χώρα, που προσπαθεί να λύνει τα προβλήματά της αντί να σφυρίζει αδιάφορα, το ασφαλιστικό θα αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως πρόβλημα δικαιοσύνης.
Πράγματι, τη λύση του ασφαλιστικού δεν την οφείλουμε ούτε στον κ. Αλμούνια ούτε στον κ. Γιουνκέρ. Την οφείλουμε στους εκατοντάδες χιλιάδες σημερινούς εργαζόμενους που δεν είχαν την προνοητικότητα (ή απλώς το «μέσον») να μπουν εγκαίρως στο Δημόσιο, ή σε μια τράπεζα ή σε κάποια ΔΕΚΟ. Την οφείλουμε σε όσους δεν απολαμβάνουν τα φορολογικά προνόμια των γιατρών, ή των δικηγόρων, ή των μηχανικών (προνόμια του φορολογικού ή του «εθιμικού» δικαίου), ούτε είναι μέλη των «ευγενών» ταμείων τους – «ευγενή» με λεφτά δικά μας, εννοείται. Την οφείλουμε σε όσους δεν έγιναν δικαστές να επιδικάζουν ιλιγγιώδεις αυξήσεις στα εφάπαξ και στις άλλες «αποζημιώσεις» τους – ούτε βουλευτές να νομοθετούν σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Την οφείλουμε πάνω από όλα στα παιδιά μας, που δεν πρέπει να πληρώσουν τα σπασμένα της δικής μας ανευθυνότητας.
Όπως καταλαβαίνετε, εάν τα παραπάνω ισχύουν (πιστέψτε με: ισχύουν), τότε οι προοπτικές για την επίλυση του ασφαλιστικού δεν πρέπει να είναι και πολύ ρόδινες. Πράγματι, δεν είναι.
Το σημερινό ασφαλιστικό μπορεί να είναι χρεοκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά όσοι ωφελούνται από αυτό είναι επαρκώς ισχυροί – και επαρκώς ανάλγητοι – ώστε να ματαιώσουν και αυτή τη μεταρρύθμιση. Στην προσπάθειά τους αυτή θα τους συνδράμει ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων. Κατ’ αρχήν η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ (που λόγω της ισχύος της μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης). Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που από τώρα κατήγγειλαν το διάλογο και αποχώρησαν – ας το λύσουν τα μονοπώλια το ασφαλιστικό. Οι Τράπεζες, που με το νόμο Πετραλιά ξεφορτώθηκαν τα ελλειμματικά ταμεία τους στο ΙΚΑ, χωρίς να θιγούν τα ασφαλιστικά προνόμια των τραπεζοϋπαλλήλων (εξ ου και η σιωπηρή συναίνεση της ΟΤΟΕ). Τα ελευθέρια επαγγέλματα της μεσαίας τάξης, που θεωρούν κεκτημένο τους π.χ. να πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός στο ΤΣΜΕΔΕ το 1% των δαπανών εκτέλεσης δημοσίων έργων (μιλάμε για πολλά λεφτά). Όλοι αυτοί θα αντισταθούν στη μεταρρύθμιση με νύχια και με δόντια – συνεπικουρούμενοι από τους πρωινούς τηλεοπτικούς αστέρες και ραχάτ-ραντικάλ αναλυτές στον σοβαρό (...) Τύπο.
Δύσκολα τα πράγματα λοιπόν. Εκτός και εάν η κυβέρνηση κάνει αυτό που έκαναν οι άλλες σοσιαλδημοκρατικές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις (από την Ιταλία έως τη Σουηδία), που κατάφεραν να μειώσουν τα ελλείμματα αυξάνοντας τις χαμηλές συντάξεις και κάνοντας το σύστημα πιο δίκαιο, όχι μόνο πιο βιώσιμο. Τεχνικές λύσεις υπάρχουν. Αυτό που μέχρι τώρα έχει λείψει είναι το θάρρος και η αυτοπεποίθηση.
Ας κάνει διάλογο η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς φορείς. Αρκεί να μην έχει αυταπάτες ότι η λύση θα έλθει συζητώντας με εκείνους που «θα βρεθούν για πολλοστή φορά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τελικό πάντα στόχο το πως ΔΕΝ θα αλλάξει το σύστημα», που λένε και τα παιδιά της Γενιάς των 700 ευρώ (http://www.newstime.gr/?i=nt.el.article&id=22631). Αρκεί να συνομιλήσει και με τους άλλους, εκείνους που έχουν συμφέρον να κινηθούμε προς ένα δικαιότερο και πιο βιώσιμο σύστημα. Αρκεί να απευθυνθεί σε όσους αποδέχονται την ανάγκη μεταρρύθμισης παρότι προσωπικά ωφελούνται από το σημερινό σύστημα. Ίσως τότε ανακαλύψει ότι όλοι αυτοί είναι περισσότεροι από ό,τι υποψιάζεται.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
