14 Οκτωβρίου 2017

Ο Προκόφιεφ και η Οκτωβριανή επανάσταση

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017).

Ο ανταποκριτής σας συμμετείχε κανονικά στους εορτασμούς για την 100ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στο Μιλάνο παρακολουθώντας σε μια σπάνια εκτέλεση – πρώτη στην Ιταλία – την «Καντάτα» του Σεργκέι Προκόφιεφ.

Παράξενο φρούτο αυτή η Καντάτα-που-δεν-τραγουδιέται (“Cantata non cantata”). Τεράστια χωρωδία που καταλαμβάνει τον χώρο εκτοπίζοντας μέρος της ορχήστρας (στη συναυλία του Μιλάνου τα χάλκινα είχαν σκαρφαλώσει στα θεωρεία, μαζί τους και η γκραν κάσα που στο κρεσέντο του φινάλε τρόμαξε τους ανύποπτους φιλόμουσους που κάθονταν κοντά της). Σύνολο ακορντεόν δίπλα στην ορχήστρα. Ηχητικά εφφέ που ακούγονται μαγνητοφωνημένα: σειρήνες συναγερμού, κανονιοβολισμοί, βήματα πλήθους που παρελαύνει, και η φωνή του Βλαντιμίρ Ίλιτς να διαβάζει το διάγγελμα της νίκης.

Έπειτα η δομή της: δέκα μέρη, πάνω σε κείμενα των κλασσικών του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού. Μια μικρή γεύση: «1. Εισαγωγή, Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη» κτλ. «2. Φιλόσοφοι, Κ. Μαρξ, Ενδέκατη θέση πάνω στον Φώυερμπαχ. Μέχρι τώρα οι φιλόσοφοι ερμήνευαν τον κόσμο, το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε» κ.ο.κ. μέχρι το τελευταίο μέρος «10. Ι. Στάλιν, Εισήγηση στο 8ο Έκτακτο Συνέδριο των Σοβιέτ» και περνώντας από το μνημείο ναυτίας «8. Ι. Στάλιν, Ομιλία στο συνέδριο των Σοβιέτ, αφιερωμένο στη μνήμη του Β.Ι. Λένιν. Όταν μας άφησε ο σύντροφος Λένιν μας διέταξε να υπερασπιζόμαστε όπως τα μάτια μας την ενότητα του κόμματός μας. Ορκιζόμαστε σύντροφε Λένιν ότι θα εκπληρώσουμε με τιμή και αυτή την εντολή σου.» Όλα αυτά απαγγέλλονται ρυθμικά από τη χωρωδία (εξ ου και «Καντάτα-που-δεν-τραγουδιέται»), ενώ φυσικά στην εποχή μας το κοινό μπορεί να τα διαβάσει με την ησυχία του ως υπέρτιτλους στα μόνιτορ. Ταυτόχρονα, η ορχήστρα επιδίδεται στους υπνωτιστικούς ρυθμούς που θυμίζουν τον ήχο των εμβόλων στα εργοστάσια της βαριάς βιομηχανίας, μια τεχνική καινοτομία που βρήκε το απόγειο της στον περίφημο «Χορό των Ιπποτών» από το μπαλέττο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του 1935.

Τι συμβαίνει εδώ; Παρότι ο συνθέτης είχε πανηγυρίσει το ξέσπασμα της επανάστασης και τον θρίαμβο των μπολσεβίκων, και μπορούσε χωρίς προβλήματα να κάνει περιοδείες στη Σοβιετική Ένωση μετά από επίσημη πρόσκληση του καθεστώτος, είχε στη συνέχεια επιλέξει να ζήσει στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπως ο Στραβίνσκυ, ο Ραχμάνινοφ, και πολλοί άλλοι διάσημοι Ρώσοι συνθέτες της εποχής. Η μοναδική εξαίρεση, ο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς, είχε πέσει σε δυσμένεια, καθώς η πρεμιέρα της περίφημης «Λαίδης Μάκβεθ του Μτσενσκ», στις 26 Ιανουαρίου 1936, είχε εκνευρίσει τον Στάλιν που καθόταν στη πρώτη σειρά καθισμάτων στο θέατρο Μπολσόι. Δύο μέρες αργότερα, η εφημερίδα «Πράβδα» δημοσιεύει έναν λίβελλο εναντίον του Σοστακόβιτς («Σύγχυση αντί μουσικής»). Την ίδια ακριβώς μέρα (σε μια από τις πολλές συμπτώσεις αυτής της ιστορίας), ο Προκόφιεφ δηλώνει σε συνέντευξη την πρόθεσή του να συνθέσει ένα έργο για την 20ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, και να επιστρέψει οριστικά στη Ρωσία. Όπως πράγματι συνέβη, το καλοκαίρι του 1936, δηλ. δυο χρόνια μετά τη δολοφονία του Κίρωφ και άλλα τόσα πριν τις Δίκες της Μόσχας, καθώς κορυφώνεται ο σταλινικός παροξυσμός.

Γιατί επέστρεψε στη Ρωσία ο Προκόφιεφ, ενδίδοντας στις επιθέσεις φιλίας του καθεστώτος ήδη από το 1923; Από ιδιοτελή υπολογισμό (ότι μετά την πτώση του Σοστακόβιτς του ανήκε δικαιωματικά ο τίτλος του μεγαλύτερου Σοβιετικού συνθέτη); Από ανιδιοτελή νοσταλγία για την πατρίδα του (όπως ισχυρίστηκε ο Όλεγκ Καετάνι, διευθυντής ορχήστρας στη συναυλία του Μιλάνου); Μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, η Καντάτα του δεν έγινε δεκτή με τον ενθουσιασμό που ο ίδιος περίμενε. Όταν την έπαιξε στο πιάνο παρουσιάζοντάς την στην Επιτροπή Καλλιτεχνικών Υποθέσεων, ο Πλάτων Κερζέντσεφ, πρόεδρος της επιτροπής, την απέρριψε, θεωρώντας απαράδεκτη τη χρήση φράσεων του Λένιν: «Και τι νομίζεις ότι κάνεις, Σεργκέι Σεργκέϊβιτς, παίρνοντας κείμενα που ανήκουν στο λαό, και κάνοντας τα στίχους για τόσο ακαταλαβίστικη μουσική;»

Ο Προκόφιεφ απέσυρε αμέσως την «Καντάτα για την 20ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης» και δεν έμελλε να την ακούσει ποτέ. Παίχτηκε για πρώτη φορά το 1966, δεκατρία ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτη (στις 5 Μαρτίου 1953, τη μέρα που πέθανε ο Στάλιν). Όμως στην πρώτη της εκτέλεση η Καντάτα παίχτηκε ακρωτηριασμένη, παραλείποντας δύο μέρη (το όγδοο και το δέκατο) βασισμένα σε κείμενα του Στάλιν, που είχε εν τω μεταξύ πέσει και ο ίδιος σε δυσμένεια από το σοβιετικό καθεστώς. Τελικά η παγκόσμια πρεμιέρα της Καντάτας σε ακέραιη μορφή πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 1992. Στο κοινό εκείνης της συναυλίας είχε βρεθεί και ο ανταποκριτής σας, σε μια άλλη ζωή, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα.

Αλλά αυτή, όπως λένε, είναι μια άλλη ιστορία.

14 Σεπτεμβρίου 2017

Το τέλος της αρχής

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017).

Οι προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη του επόμενου ηγέτη της κεντροαριστεράς έχουν αναθερμάνει το ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν σε έναν χώρο που μέχρι πρόσφατα φαινόταν να είναι σε κώμα. Ιδίως όσων πολιτών – και είναι πολλοί – απορρίπτουν τη σημερινή κυβέρνηση για τη διαχειριστική μετριότητα και τη διχαστική ρητορική (και πρακτική) της, χωρίς να αναγνωρίζονται στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (η κυβέρνηση του οποίου, ας μην ξεχνάμε, χρεωκόπησε τη χώρα, επιδιδόμενη σε ένα όργιο σπατάλης που εκτόξευσε το έλλειμμα του προϋπολογισμού από 6,7% του ΑΕΠ το 2007 σε 15,1% το 2009). Ευλόγως λοιπόν η διαφαινόμενη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς έχει αναπτερώσει τις ελπίδες όσων είχαν υποστηρίξει εγκαίρως την ενότητα και ανανέωση του χώρου (στόχος, θυμίζω, της «Πρωτοβουλίας των ‘58» το μακρινό 2013).

Ο «ενδιάμεσος χώρος» πλήρωσε τα σπασμένα της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας. Εν μέρει δικαίως. Το ΠΑΣΟΚ – ιδίως της προ Σημίτη εποχής – συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της πεποίθησης ότι για να γίνει πλουσιότερος ένας λαός αρκεί να εκλέξει μια αρκούντως κιμπάρικη κυβέρνηση. Ανεξαρτήτως του εάν η οικονομία της λειτουργεί, εάν οι επιχειρήσεις της παράγουν αγαθά και υπηρεσίες καλής ποιότητας σε συμφέρουσες τιμές, ώστε να θέλουν αρκετοί καταναλωτές (από την Ελλάδα και κυρίως το εξωτερικό) να τα αγοράσουν. Και ανεξαρτήτως του εάν τα σχολεία λειτουργούν, ή εάν τα πανεπιστήμια μορφώνουν ανθρώπους ικανούς να σταθούν στην σύγχρονη εποχή. Πρόκειται για ένα είδος μαζικής παράκρουσης, η οποία δύσκολα θα μπορούσε να επικρατήσει σε ένα έθνος λιγότερο πεισμένο για τη φυλετική ανωτερότητά του, πεδίο στο οποίο το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα διακρίθηκε ιδιαιτέρως.

Αλλά φυσικά δεν φταίει μόνο το ΠΑΣΟΚ. Εάν η κυβέρνηση ΓΑΠ μπορεί να κατηγορηθεί για τα αργά ανακλαστικά και τις σπασμωδικές αντιδράσεις της, η ευθύνη για τη χρεωκοπία βαραίνει την κυβέρνηση Καραμανλή. Κάθε άλλο παρά αθώα είναι και η αριστερά, παρότι δεν είχε κυβερνήσει (μέχρι το 2015): σε ολόκληρη τη μεταπολίτευση, κάθε χρόνο καταψήφιζε τελετουργικά τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης ως «αντιλαϊκό και αντιαναπτυξιακό», ζητώντας λιγότερους φόρους και περισσότερες δαπάνες (δηλ. ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα). Όσο για την «ευγενή μας τύφλωσι», αυτή απλώνεται σε όλο το πολιτικό φάσμα.

Κάποιοι αναγνώστες ίσως σκέφτονται: «Παλιά είναι αυτά. Τώρα τι κάνουμε.» Να με συμπαθάνε, μα κάνουν λάθος. Η περιθωριοποίηση της κεντροαριστεράς (σε όλες της τις εκδοχές) τα χρόνια της κρίσης βασίστηκε στην αποσιώπηση του τι πραγματικά συνέβη. Μια εναλλακτική πραγματικότητα εδραιώθηκε, όπου την κρίση την έφερε το Μνημόνιο και όχι το αντίθετο, και όπου για τα προβλήματά μας δεν φταίει ούτε ο Καραμανλής (ο οποίος παραμένει «κεφάλαιο για τη χώρα»), ούτε ο Χατζηγάκης με τις παράνομες αγροτικές αποζημιώσεις, ούτε ο Παυλόπουλος με τους αθρόους διορισμούς συμβασιούχων και τις αντισυνταγματικές μονιμοποιήσεις ημετέρων, αλλά ο Παπακωνσταντίνου και ο Γεωργίου. Όλα αυτά θέλουν να τα ξεχάσουμε τόσο οι ίδιοι ενδιαφερόμενοι (η καραμανλική δεξιά), όσο και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ (που έριξαν την προηγούμενη κυβέρνηση για να κάνουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον υπουργό εσωτερικών του Καραμανλή). Κοινός στόχος τους: η κατασυκοφάντηση της κεντροαριστεράς ως εθνικού μειοδότη. Για αυτό πρέπει να τα θυμόμαστε.

«ΟΚ. Και τώρα τι κάνουμε;» Είναι προφανές τι πρέπει να κάνουμε όσοι από εμάς αναγνωριζόμαστε στον ενδιάμεσο χώρο: ό,τι περνά από το χέρι του καθενός ώστε να γίνει η εκλογή του Νοεμβρίου απαρχή για την ανάκαμψή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει κυρίως δύο πράγματα: υψηλού επιπέδου επιχειρηματολογία εκ μέρους των υποψηφίων, και στη συνέχεια μαζική συμμετοχή στις κάλπες εκ μέρους των πολιτών. 

Το πώς θα επιχειρήσουν να ανακόψουν την ανάκαμψη του ενδιάμεσου χώρου οι αντίπαλοί του, φαίνεται ήδη: διαβάλλοντας την κεντροαριστερά ως «δεκανίκι της ΝΔ». Αμφίβολο εάν θα τα καταφέρουν. Όχι μόνο επειδή δεκανίκι του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι υπερ-συντηρητικοί ακραίοι εθνικιστές των ΑΝΕΛ (με τον πρόεδρό τους και τον πρωθυπουργό να συνδέονται με φανερή «χημεία»), κόντρα σε ό,τι θα υπαγόρευε η λογική της πολιτικής γεωγραφίας που τώρα επικαλούνται. Αλλά επειδή τα πολιτικά κόμματα έχουν το δικαίωμα να πορεύονται με αυτονομία, προτάσσοντας κάθε φορά τη μια ή την άλλη προτεραιότητα, κρίνοντας εάν προέχει η κανονικότητα της πολιτικής γεωγραφίας ή αντίθετα κάποιος εθνικός στόχος (π.χ. η υπεράσπιση του κράτους δικαίου). Αυτό εξ άλλου δεν έκανε ο ενιαίος Συνασπισμός, με το ΚΚΕ του Χαρίλαου Φλωράκη μέσα, επιλέγοντας το 1989 να οδηγήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο συμμαχώντας με τη ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη;

Ο εθνικός στόχος σήμερα είναι η επαναφορά της χώρας στην ομαλότητα: επιστροφή στην Ευρώπη, υπεράσπιση του κράτους δικαίου, αποκατάσταση της σταθερότητας (χωρίς την οποία δεν μπορεί να βγει η οικονομία από την κρίση), απομόνωση των θιασωτών της «ανελεύθερης δημοκρατίας» τύπου Ουγγαρίας ή Βενεζουέλας (κάποιοι εκ των οποίων κατέχουν υψηλά κυβερνητικά πόστα). Με το βλέμμα στο στόχο αυτό θα πολιτευθεί ο ηγέτης της κεντροαριστεράς που θα αναδειχθεί από τις προκριματικές εκλογές του Νοεμβρίου. Γνωρίζοντας ότι η επίτευξή του προϋποθέτει τη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και την αποφασιστική απόρριψη της εναλλακτικής πραγματικότητας που τον έφερε στην εξουσία. Το ότι η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι επίσης προϋπόθεση για την ανάκαμψη της κεντροαριστεράς θα διευκολύνει τις επιλογές του, αφού ευθυγραμμίζει το στενό συμφέρον της παράταξης με το ευρύτερο συμφέρον του τόπου.

Είδα πρόσφατα την «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν, οπότε ας μου συγχωρέσουν οι αναγνώστες την κάπως βαρύγδουπη κατάληξη. Αλλά σκέφτομαι ότι με λίγη τύχη, στη φάση στην οποία θα βρισκόμαστε μετά τον Νοέμβριο θα ταιριάζουν τα λόγια του Γουίνστον Τσώρτσιλ μετά τη μάχη του Ελ Αλαμέιν. Δεν θα είναι το τέλος της ελληνικής κρίσης. Δεν θα είναι καν η αρχή του τέλους. Αλλά θα είναι, ίσως, το τέλος της αρχής.

31 Μαρτίου 2017

Το τέλος της λαϊκιστικής πλημμυρίδας;

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017).

Το αποτέλεσμα των ολλανδικών εκλογών της περασμένης εβδομάδας σχολιάστηκε από πολλούς ως ήττα του λαϊκισμού. Το «Κόμμα της Ελευθερίας» του Geert Wilders, ένα είδος ολλανδού Trump αλλά με ακόμη πιο υστερικές θέσεις από τον αμερικανό πρόεδρο, απέτυχε να κερδίσει τις εκλογές. Το κακό που άρχισε με το βρετανικό δημοψήφισμα της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και συνεχίστηκε με τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, δεν τρίτωσε. Οι μετριοπαθείς ευρωπαίοι ανέπνευσαν με ανακούφιση και τώρα στρέφουν το ανήσυχο βλέμμα τους στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του Απριλίου. Όσο για τους εχθρούς της Ευρώπης, από τον πρόεδρο Πούτιν και τον πρόεδρο Ερντογάν, έως τους (πολλούς) εγχώριους θαυμαστές τους, δεν κρύβουν την απογοήτευσή τους.

Μια προσεκτικότερη ματιά δείχνει ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο μπερδεμένα. Η λαϊκιστική πλημμυρίδα φαίνεται πράγματι να φτάνει στο τέλος της. Για να μείνουμε στη Νότια Ευρώπη, όπου η οικονομική κρίση άφησε βαθύτερες πληγές: Στην Ισπανία οι Podemos έχασαν έδαφος στις εκλογές του περασμένου Ιουνίου. Στην Ιταλία το «αδιάφθορο» και «αμεσοδημοκρατικό» Κόμμα των Πέντε Αστέρων δοκιμάζεται από τα σκάνδαλα στη Ρώμη και από τον αυταρχισμό του ηγέτη του στη Γένοβα και αλλού. Όσο για την Ελλάδα, ο αλλοπρόσαλλος συνασπισμός που κυβερνά δύσκολα θα ανακτήσει τη λαϊκή υποστήριξη που δείχνει να έχει χάσει. Η ήττα του Wilders είναι μια ακόμη ένδειξη κόπωσης της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης από τους φωνακλάδες τσαρλατάνους που κυριάρχησαν στη σκηνή τα τελευταία χρόνια.

Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος για την Ευρώπη από μια ενδεχόμενη νίκη του «Κόμματος της Ελευθερίας» ήταν πάντοτε περιορισμένος. Το εάν θα ερχόταν πρώτο με 20% ή δεύτερο με 13% (όπως τελικά συνέβη) θα είχε μεγάλη συμβολική σημασία αλλά ελάχιστες συνέπειες για το σχηματισμό κυβέρνησης. Το πρόβλημα ήταν άλλο – και παραμένει τέτοιο παρά την ήττα του Wilders: η διακυβέρνηση σύνθετων πολυπολιτισμικών κοινωνιών με τρόπο που να εγγυάται τον αμοιβαίο σεβασμό και την ασφάλεια όλων.

Και εδώ το αποτέλεσμα των ολλανδικών εκλογών μπορεί να διαβαστεί με όλους τους δυνατούς τρόπους. Σε ένα ιδανικό σενάριο, η είσοδος στη Βουλή (με 2% και 3 έδρες) του Denk, του κόμματος που ίδρυσαν δύο τουρκικής καταγωγής πρώην βουλευτές του Εργατικού Κόμματος (το οποίο καταποντίστηκε), θα μπορούσε να θεωρηθεί βήμα ενσωμάτωσης στην ολλανδική δημοκρατία όσων μουσουλμάνων το ψήφισαν. Φαίνεται όμως πιθανότερο η αποξένωση των εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων από τα μετριοπαθή (συχνά κεντροαριστερά) κόμματα που παραδοσιακά υποστήριζαν, και η συσπείρωσή τους σε ταυτοτικά κόμματα, να αποδειχθεί κακός οιωνός.

Η άνοδος του «Κόμματος της Ελευθερίας» μετατόπισε κάποια από τα υπόλοιπα κόμματα σε πιο λάιτ και πιο «υπεύθυνες» εκδοχές των δικών του ακραίων θέσεων. Οι δύο κύριοι κυβερνητικοί εταίροι, πριν και (όπως όλα δείχνουν) μετά τις εκλογές, το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα και το Λαϊκό Κόμμα του πρωθυπουργού Mark Rutte, διακρίθηκαν ιδιαίτερα σε αυτό το σπορ. Ειδικά ο τελευταίος κέρδισε σε δημοτικότητα μετά την άρνηση του να παραχωρήσει τις πλατείες των ολλανδικών πόλεων στον τούρκο πρόεδρο για την δική του προεκλογική εκστρατεία (εν όψει του συνταγματικού δημοψηφίσματος), και την ολοσέλιδη καταχώρησή του στις εφημερίδες στην οποία καλούσε όσους «παρενοχλούν ομοφυλόφιλους ή κορίτσια με μίνι φούστες και κατηγορούν απλούς ανθρώπους για ρατσισμό» «να φερθούν κανονικά ή να μας αδειάσουν τη γωνιά». Έγκυροι αναλυτές (όπως ο Cas Mudde, αναλυτής του λαϊκιστικού φαινομένου, γνωστός στη χώρα μας από το βιβλίο του για τον ΣΥΡΙΖΑ) σημειώνουν ότι εξαιτίας αυτής της διολίσθησης η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι πιο αυταρχική.

Ίσως πάλι μια τόσο ζοφερή ανάγνωση του αποτελέσματος των ολλανδικών εκλογών να είναι υπερβολική. Ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας δεν μπορεί να φτάνει μέχρι την ανοχή στη δυσανεξία. Ο Rutte απαντώντας στις επικρίσεις επέμεινε ότι η καταχώρηση δεν στοχοποιούσε κάποια μειονότητα αλλά όσους «δεν φέρονται σωστά». Και παρότι διατήρησε την πρωτιά, το Λαϊκό Κόμμα έχασε το ένα πέμπτο περίπου των ψήφων και των εδρών που είχε κερδίσει το 2012.

Εν τω μεταξύ, μακριά από τους προβολείς της διεθνούς ειδησεογραφίας, δύο μικρά κόμματα, οι σοσιαλφιλελεύθεροι «Δημοκράτες 66» και η Πράσινη Αριστερά, αντί να συρθούν πίσω από τον Wilders στην κινδυνολογία για όσα απειλούν τον ολλανδικό τρόπο ζωής, επέμειναν ότι οι ιδιαίτερες παραδόσεις που αξίζει η χώρα τους να υπερασπίζεται είναι ακριβώς οι ανοιχτοί ορίζοντες, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός, και η ανοχή σε εναλλακτικούς τρόπους ζωής.

Αυτά τα δύο μικρά κόμματα υπήρξαν οι νικητές των εκλογών της περασμένης Τετάρτης, βελτιώνοντας το ποσοστό τους περισσότερο από κάθε άλλο κόμμα, και κατακτώντας τις δύο πρώτες θέσεις στον Δήμο του Άμστερνταμ. Το αποτέλεσμα αυτό στέλνει ένα μήνυμα που αξίζει να ακουστεί και πέρα από τα ολλανδικά σύνορα. Ότι οι αξίες που στήριξαν αυτό το τυπικά ευρωπαϊκό μείγμα οικονομικού δυναμισμού, πολιτικής ελευθερίας και κοινωνικής συνοχής είναι ακόμη ζωντανές στο μυαλό και στην καρδιά εκατομμυρίων Ευρωπαίων. Και ότι όποιος τολμήσει να τις εκπροσωπήσει, και καταφέρει να το κάνει καλά, μπορεί κάλλιστα να ανταμειφθεί στην κάλπη.

25 Μαρτίου 2017

Η (σιωπηλή) φιλοευρωπαϊκή πλειοψηφία

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Σάββατο 25 Μαρτίου 2017).

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα – και παραγνωρισμένα – στιγμιότυπα της αντιπαράθεσης των ολλανδικών κομμάτων εν όψει των εκλογών της περασμένης εβδομάδας ήταν η βαθμιαία μετατόπιση του «Κόμματος της Ελευθερίας» του Geert Wilders στο (προνομιακό για αυτό, υποτίθεται) ζήτημα του δημοψηφίσματος για την παραμονή της χώρας του στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αμέσως μετά το Brexit του περασμένου Ιουνίου, η Διεθνής των λαϊκιστών, βαθειά πεισμένη ότι η Ιστορία βρίσκεται στο πλευρό της, και ότι επίκειται το τέλος της μισητής ευρωπαϊκής ενοποίησης, συντόνιζε τα βήματά της και ετοίμαζε τις μάχες του 2017: ολλανδικές, γαλλικές, γερμανικές, και ίσως ιταλικές εκλογές. Η Marine Le Pen είχε δεσμευτεί ότι μέσα στους πρώτους έξη μήνες από την εκλογή της στην προεδρία θα έθετε σε κίνηση τη διαδικασία αποχώρησης της Γαλλίας από την ΕΕ. (Παρότι το γαλλικό σύνταγμα προβλέπει ότι η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην Εθνοσυνέλευση.)

Στην Ολλανδία ωστόσο η «νίκη» στις εκλογές δεν επρόκειτο ποτέ να δώσει στον Wilders τόση εξουσία: σε μια πλουραλιστική πολιτεία που ψηφίζει με απλή αναλογική και εκλέγει κυβερνήσεις συνασπισμού, το πιο τρελλό όνειρο του «Κόμματος της Ελευθερίας» ήταν να πάρει 20% και να έρθει πρώτο. (Τελικά πήρε 13% και ήρθε δεύτερο.) Οπότε στην προεκλογική του εκστρατεία δεν υποσχόταν την αποχώρηση της Ολλανδίας από την ΕΕ – ζητούσε απλώς δημοψήφισμα, ώστε να αποφανθεί ο λαός. Μέχρι τις τελευταίες εβδομάδες. Καθώς η μια μετά την άλλη οι δημοσκοπήσεις επιβεβαίωναν ότι το 75% με 80% των ψηφοφόρων τασσόταν κατά ενός τέτοιου δημοψηφίσματος, ο Wilders άλλαξε τακτική. Άφησε κατά μέρος τα περί Nexit, συνέχισε τη ρητορική για την Ολλανδία που ανήκει στους Ολλανδούς, και επικεντρώθηκε στο προσφιλές του θέμα: τον κίνδυνο ισλαμοποίησης.

Εάν κάτι δείχνει αυτό το μικρό περιστατικό είναι ότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη παραμένει φιλοευρωπαϊκή. Λιγότερο από τη μακάρια εποχή της παθητικής συναίνεσης και της γενικευμένης αδιαφορίας των πολιτών για όσα διαδραματίζονταν στις Βρυξέλλες. Αλλά πολύ περισσότερο από όσο θα πίστευε κανείς διαβάζοντας τα πρωτοσέλιδα και ακούγοντας τα δελτία ειδήσεων. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου του Μιλάνου για τις διαθέσεις της κοινής γνώμης σε επτά χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, Σουηδία και Βρετανία) ενισχύει αυτό το συμπέρασμα.

Η έρευνα καλούσε τους ερωτηθέντες να τοποθετηθούν πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα της επικαιρότητας. Τι θα ψηφίζατε σε ένα υποθετικό δημοψήφισμα για την αποχώρηση της χώρας σας από την ΕΕ; Η μεγάλη πλειοψηφία (από 57% στη Γαλλία έως 75% στη Γερμανία) θα ψήφιζε υπέρ της παραμονής. (Ακόμη και στη Βρετανία, το 53% των ερωτηθέντων θα ψήφιζαν σήμερα κατά του Brexit.) Πρέπει να δίνεται οικονομική βοήθεια σε κράτη μέλη που δοκιμάζονται από μια κρίση; 36% απαντά «Ναι, υπό όρους» (δηλ. με Μνημόνια), 35% δηλώνει υπέρ της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, μόνο 22% πιστεύει ότι η αντιμετώπιση μιας κρίσης θα έπρεπε να είναι ευθύνη του κάθε κράτους χωριστά. Συμφωνείτε να έχουν δικαίωμα εργασίας στη χώρα οι πολίτες των άλλων κρατών μελών της ΕΕ; Το 49% λέει «Ναι, όπως εσύ κι εγώ», το 20% «Μόνο εάν έχουν δουλειά» (όπως οι Gastarbeiter της δεκαετίας του ’60), το 30% πιστεύει ότι οι δουλειές πρέπει να δίνονται πρώτα στους κατοίκους της χώρας. Ποιοι πρέπει να έχουν δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές; Μόνο οι πολίτες της χώρας – 19%. Μόνο οι πολίτες των κρατών μελών της ΕΕ – 43%. Όλοι οι ξένοι από οποιαδήποτε χώρα του κόσμου – 39% (!) Ποια εικόνα για την Ευρωπαϊκή Ένωση σας αντιπροσωπεύει καλύτερα; Κοινό σπίτι όπου συγκατοικούμε όλοι: 24%. Πολυκατοικία όπου ο καθένας ζει σε δικό του διαμέρισμα: 30%. Τόπος συνάντησης για αμοιβαία επωφελείς συναλλαγές: 26%. Πλοίο που βυθίζεται: 20%.

Όπως γράφει σε άρθρο του στην εφημερίδα Corriere della sera ο καθηγητής Maurizio Ferrera, υπεύθυνος του μεγάλου ερευνητικού προγράμματος για τη «Συμφιλίωση της Οικονομικής με την Κοινωνική Ευρώπη» (www.resceu.eu), συνοψίζοντας τα ευρήματα της δημοσκόπησης: το πολιτικό πρόβλημα στην Ευρώπη δεν είναι τόσο η εξέγερση των ψηφοφόρων κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η έλλειψη πολιτικών ηγετών που θα δώσουν φωνή στη μεγάλη πλειοψηφία που παραμένει σιωπηρά φιλοευρωπαϊκή.

Αυτό σιγά-σιγά αλλάζει. Η εκλογική επιτυχία των δύο ολλανδικών κομμάτων (των σοσιαλφιλελεύθερων D66 και της Πράσινης Αριστεράς) που αντί να επιχειρήσουν να κατευνάσουν τους ψηφοφόρους του Wilders υπερασπίστηκαν με αυτοπεποίθηση όσα έκαναν την Ολλανδία πλούσια και επιτυχημένη (ανεξιθρησκεία, ανοχή στο διαφορετικό, ανοιχτοί ορίζοντες, ευρωπαϊκός προσανατολισμός) ήταν ένα πρώτο σημάδι. Ακολούθησε η καλή εμφάνιση του Emmanuel Macron στην τηλεοπτική αναμέτρηση της Δευτέρας 20 Μαρτίου, που επιτάχυνε τη δημοσκοπική του άνοδο.

Η ήττα των λαϊκιστών στη Γαλλία και στη Γερμανία (και, με λίγη τύχη, στην Ιταλία και στην Ελλάδα) δεν θα λύσει ασφαλώς όλα τα προβλήματα. Θα μας επιτρέψει όμως να αρχίσουμε να αναζητούμε λύσεις εκεί όπου είναι λιγότερο απίθανο να τις βρούμε.

Η εποχή των μαθητευόμενων μάγων πλησιάζει στη δύση της. Δεν είναι και λίγο.

1 Ιανουαρίου 2017

Το ταξίδι της ανάγνωσης

Ομιλία στην  εκδήλωση του TEDxLesvos (Μυτιλήνη Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιανουάριος 2017)

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εμένα – όσο και να αγαπώ τα «κανονικά» ταξίδια – μου αρέσει να ταξιδεύω κυρίως διαβάζοντας. Όχι για να «αποδράσω» από τη ζωή μου, αυτό όχι. Αλλά επειδή αισθάνομαι ότι η ανάγνωση κάνει τη ζωή μου πλουσιότερη, συναρπαστικότερη, καλύτερη.

Νομίζω κάτι τέτοιο εννοούσε ο Ουμπέρτο Έκο όταν έγραφε ότι «Όποιος δεν διαβάζει, στα 70 του θα έχει ζήσει μια ζωή μόνο: τη δική του. Εκείνος που διαβάζει θα έχει ζήσει 5.000 χρόνια: ήταν εκεί όταν ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ, όταν ο Ρέντσο παντρεύτηκε τη Λουτσία, όταν ο Λεοπάρντι ατένιζε το άπειρο. Επειδή η ανάγνωση είναι μια αθανασία προς τα πίσω.»

Έτσι λοιπόν κι εγώ, διαβάζω. Σχεδόν εμμονικά: στους «νεκρούς» χρόνους (π.χ. την ώρα της πρωινής γυμναστικής), στις μετακινήσεις μου (στις κοντινές με το μετρό, και στις πιο μακρινές με το αεροπλάνο ή, ακόμη καλύτερα, με το τραίνο), στα επαγγελματικά ταξίδια μου (π.χ. όταν γευματίζω μόνος σε κάποια ξένη πόλη), στα διαλλείμματα της δουλειάς, στις ώρες της σχόλης (στην πολυθρόνα ή στο κρεβάτι μου), και φυσικά στις διακοπές. Με δυο λόγια: σχεδόν συνεχώς.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι: γεννήθηκα και μεγάλωσα σε σπίτια χωρίς βιβλιοθήκη. Αλλά κάπου στα χρόνια του λυκείου, και ακόμη περισσότερο σε εκείνα του πανεπιστημίου, ανακάλυψα τη χαρά της ανάγνωσης. Ίσως με είχε επηρεάσει μια σκηνή από κάποιο γαλλικό (νομίζω) μυθιστόρημα, στο οποίο με είχαν μυήσει τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», όπου ο νεαρός κομψευόμενος πρωταγωνιστής περπατά διαβάζοντας – ίσως στον Κήπο του Λουξεμβούργου – μέχρι που πέφτει πάνω σε ένα δένδρο! Αυτό τον κάνει γοητευτικό στα μάτια μιας χαριτωμένης νεαρής, η οποία βολτάρει με το ομπρελλίνο της κτλ.

(Δυστυχώς εμένα κάτι τέτοιο δεν μου συνέβη ποτέ. Με μια εξαίρεση, ενδεχομένως. Μια παγωμένη αλλά ηλιόλουστη μέρα, πριν λίγα χρόνια, δηλ. σε προχωρημένη ηλικία, ενώ διάβαζα καθισμένος σε ένα παγκάκι στο Πάρκο της Πόλης της Βοστώνης, έχοντας ανεβοκατεβεί με το ποδήλατο ενός φίλου το Beacon Hill, μια ποδηλάτισσα μου χάρισε περνώντας ένα τριαντάφυλλο. Ομολογώ ότι μου άρεσε η χειρονομία της – αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι ήταν αυτό που φαντάζεστε, και που κανονικά θα έπρεπε να φαντάζομαι κι εγώ, εάν η ματαιοδοξία μου δεν μετριαζόταν από το ρεαλισμό. Θεωρώ σαφώς πιθανότερο η ποδηλάτισσα να έπρεπε πάραυτα να ξεφορτωθεί το τριαντάφυλλο, π.χ. επειδή της το είχε μόλις χαρίσει κάποιος ή κάποια που έπρεπε επειγόντως να ξεχάσει. Πώς σας φαίνεται; Ωραίο θέμα για διήγημα, δεν βρίσκετε;)

Τα πρώτα χρόνια η αγάπη για το διάβασμα μου είχε φανεί χρήσιμη. Έχοντας επιβιώσει της παρατεταμένης τριβής με τη ρουτίνα του σχολείου, και του καταναγκασμού της υποχρεωτικής μελέτης των «εγχειριδίων» (τι λέξη κι αυτή!) στη σχολή, με είχε επανειλημμένα βγάλει από διάφορες κακοτοπιές, π.χ. εξεταστικές. Ακόμη πιο χρήσιμη φυσικά μου φάνηκε στη συνέχεια, όταν βρέθηκα να ασκώ ένα από τα ελάχιστα επαγγέλματα που μου επιτρέπουν – ή μάλλον, απαιτούν από εμένα – να κάνω αυτό που ούτως ή άλλως μου αρέσει: να διαβάζω. Και να γράφω, βέβαια, και ενίοτε να σκέφτομαι. Αλλά βασικά να διαβάζω.

Αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχω στο μυαλό μου επιστημονικά διαβάσματα, ούτε τα κείμενα οικονομίας, πολιτικής και ιστορίας των οποίων η μελέτη, σε πολύ μεγάλο βαθμό, με «διαμόρφωσε» (με έκανε αυτό που είμαι). Για άλλα διαβάσματα θέλω να μιλήσω: λογοτεχνικά, ή ακριβέστερα: μυθοπλασίας.

Νομίζω ότι ο βασικός λόγος που η ανάγνωση μας «ταξιδεύει» είναι ότι κάθε φορά που διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα (πιο δύσκολα γίνεται αυτό με ένα διήγημα), όπως και κάθε φορά που παρακολουθούμε ένα θεατρικό έργο, θέτουμε αυτομάτως σε εφαρμογή αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «suspension of disbelief». Όσο διαρκεί η ιστορία που παρακολουθούμε, παραβλέπουμε το πασιφανές και αναντίρρητο γεγονός ότι δεν είναι αληθινή. Και το κάνουμε απολύτως συνειδητά, ξέροντας ότι μόνο έτσι θα την απολαύσουμε καλύτερα.


 

Η επαφή μας με τον εξωτερικό κόσμο διατηρείται ακόμη τη στιγμή που ανοίγουμε το βιβλίο. (Ο Ίταλο Καλβίνο έχει περιγράψει πολύ ωραία αυτή τη στιγμή στην πρώτη κιόλας σελίδα του μαγικού: «Μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης»[1]). Και μετά ξαφνικά σηκώνεται η αυλαία, και τότε παύουμε να ακούμε τη φωνή του συγγραφέα: ακούμε τη φωνή του αφηγητή (που συχνά δεν είναι το ίδιο πρόσωπο, και ποτέ δεν είναι το ίδιο πράγμα). Και προτού καλά-καλά το καταλάβουμε, βυθιζόμαστε στη ζωή άλλων προσώπων, που μπορεί να ζουν σε έναν άλλο τόπο ή σε μια άλλη εποχή, αλλά μπορεί και να ζουν στον δικό μας τόπο και στη δική μας εποχή. Η γνωριμία μας μαζί τους – αυτό είναι το κρίσιμο – χρονολογείται από τη στιγμή που αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για όσα σκέφτονται, όσα κάνουν, και όσα τους συμβαίνουν, είτε σε αυτό το βιβλίο είτε σε κάποιο προηγούμενο. Γνωρίζοντας παράλληλα ότι «στην πραγματικότητα» τα πρόσωπα αυτά δεν υπάρχουν, ούτε υπήρξαν ποτέ.

Όμως θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει. Με αυτή την έννοια, το μυθιστόρημα δεν «προδίδει» την πραγματικότητα αλλά την πολλαπλασιάζει, αφού δεν μας εξιστορεί όσα πράγματι συνέβησαν αλλά όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί.

Πολύ ωραία το εξήγησε αυτό ο Χαβιέρ Μαρίας, στην ομιλία της βράβευσης του βιβλίου του «Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», ενός από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία:

«Έχουμε την τάση να βλέπουμε τις διάφορες φάσεις της ζωής μας ως το αποτέλεσμα ή το άθροισμα όσων μας συνέβησαν, όσων πετύχαμε και όσων υλοποιήσαμε, σαν να συνέθεταν αυτά και μόνο την ύπαρξή μας. Ξεχνώντας ότι η ζωή των ανθρώπων αποτελείται επίσης από απώλειες και αρνήσεις, από παραλείψεις και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, από όσα κάποτε παραμελήσαμε ή δεν επιλέξαμε ή δεν καταφέραμε, από τα αμέτρητα ενδεχόμενα που δεν πραγματοποιήθηκαν (όλα εκτός από ένα, σε τελευταία ανάλυση), από τους δισταγμούς μας και τα όνειρά μας, από τα αποτυχημένα μας σχέδια, από τις ελπίδες μας που διαψεύστηκαν, από τους φόβους που μας παρέλυσαν, από όσα εγκαταλείψαμε και όσα μας εγκατέλειψαν. Τελικά εμείς οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι από δύο συστατικά σε ίσα μέρη: από αυτά που συνέβησαν, και από αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί.»

Είναι σαν να αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν η Ευρώπη του 19ου αιώνα εάν στη μάχη του Βατερλώ είχε επικρατήσει ο Ναπολέων. (Ποτέ δεν θα μάθουμε, αλλά όπως έχει πει ένας φίλος, το μόνο σίγουρο είναι ότι ο ομώνυμος σιδηροδρομικός σταθμός δεν θα βρισκόταν στο Λονδίνο αλλά στο Παρίσι.) Τέτοια counterfactual μυθιστορήματα έχουν γραφτεί, με την πλοκή να τοποθετείται π.χ. την επαύριο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, μετά τη νίκη του χιλιόχρονου Γ’ Ράιχ.

Ή είναι σαν να αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν η ζωή μας εάν στο κρίσιμο σταυροδρόμι είχαμε αποφασίσει (ή απλώς είχε τύχει) να πάρουμε άλλη κατεύθυνση αντί για εκείνη που όντως ακολουθήσαμε. Ούτε αυτό θα το μάθουμε ποτέ. Καμμιά φορά αναρωτιέμαι κι εγώ πώς θα ήταν η ζωή μου εάν το καλοκαίρι του 1990, όταν έλαβα εμβρόντητος – και τηλεγραφικώς! – τη θετική απάντηση του Πανεπιστημίου των Δυτικών Ινδιών (τοποθεσία: Mona, Jamaica) στην αίτησή μου για μια θέση λέκτορα οικονομίας, είχα πει το Μεγάλο Ναι. (Τελικά επέλεξα το συνετότερο αλλά κάπως μικρότερο Όχι, το οποίο μου υπαγόρευε η έγνοια να μην σπαταλήσω την ευκαιρία που μόλις μου είχε προσφερθεί να δουλέψω σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια μιας από τις συναρπαστικότερες πόλεις της Ευρώπης.) Έτσι, από όλη αυτή την ιστορία, μου έμεινε η περιέργεια. Ίσως θα έπρεπε να γράψω μυθιστόρημα σχετικά. Αλλά η (περιορισμένη) φαντασία μου δεν έχει μέχρι στιγμής κάνει μεγάλη πρόοδο: έχω κολλήσει στο σημείο που περνάω όλο τον καιρό μου σε μια παραλία με φοινικόδενδρα, πίνοντας ρούμι με κόλα, ακούγοντας ρέγγε, δίπλα στη δίδυμη αδελφή της Νταϊάνα Ρος (όταν ήταν νέα).

Όταν ήταν μικρότερα τα παιδιά μου ενθουσιάζονταν με τη μοιραία κατάληξη:

«Τι ωραία: θα είχαμε πιο σκούρο δέρμα!»

«Όχι μόνο. Θα είχατε άλλη μητέρα. Θα ήσασταν διαφορετικοί άνθρωποι.»

«Δεν πειράζει, θα είχε πλάκα ...»

Εν τω μεταξύ, παρηγορούμαι για το ότι δεν θα γράψω ποτέ μυθιστόρημα διαβάζοντας τα μυθιστορήματα (και τα διηγήματα, και τις νουβέλες) που γράφουν άλλοι. Και το απολαμβάνω. Τόσο πολύ που δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τη χαρά της ανάγνωσης. Έχω σκεφτεί ότι εάν ποτέ τυφλωθώ, θα ζητήσω από τους αγαπημένους μου να μου διαβάζουν μεγαλοφώνως, ή αν βαριούνται θα προσλάβω κάποιον, ή θα ακούω ηχογραφημένα βιβλία, ιδίως εάν διαβάζει ο ίδιος ο συγγραφέας. (Ο Αντρέα Καμιλλέρι, 91χρονος πλέον, όταν η όρασή του εξασθένισε υπερβολικά, άρχισε να υπαγορεύει στη βοηθό του τις περιπέτειες του Επιθεωρητή Μονταλμπάνο.)

Οι (λίγες) περιστάσεις που ξέμεινα από αναγνώσιμο υλικό έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μου ως απολύτως εφιαλτικές. Ένα καλοκαίρι, μαθητής ακόμη, είχα ανεβάσει πυρετό, και – για κάποιο λόγο που έχω ξεχάσει – είχα περάσει κάποιο διάστημα μόνος, κλεισμένος σε κάποιο εξοχικό σπίτι. Αφού έκανα το σπίτι άνω κάτω ψάχνοντας κάτι – ο,τιδήποτε – να διαβάσω, στο τέλος κατέληξα να διαβάζω τις οδηγίες των φαρμάκων που έπρεπε να παίρνω: συνιστώμενη δοσολογία, αντενδείξεις, και άλλα τέτοια συναρπαστικά.

Η αναμονή με εκνευρίζει. Δεν είμαι υπομονετικός άνθρωπος. Εκτός εάν έχω κάτι να διαβάσω. Έχετε φάει φαλάφελ από τους Falafellas, στην οδό Αιόλου, στην Αθήνα; (Σας το συνιστώ.) Τα μεσημέρια που πέρναγα από εκεί καθώς πήγαινα στο μάθημα είχε πάντα απίστευτη ουρά. (Οι περαστικοί: «Τι μοιράζουν εδώ;») Αλλά με κάποιο βιβλίο στο ένα χέρι, και το τιμόνι του ποδηλάτου μου στο άλλο (να μην το χάσω κιόλας), η ώρα κυλούσε ευχάριστα.

Το ίδιο κάνω και στις δημόσιες υπηρεσίες. Την πρώτη φορά που χρειάστηκε να απευθυνθώ για κάποιο χαρτί στο Δήμο του Μιλάνου, απροετοίμαστος για την δίωρη αναμονή, κατέληξα να ξεφυλλίζω τα βιβλία-παιγνίδια για παιδιά προσχολικής ηλικίας (ξέρετε: μαλακές σελίδες από αδιάβροχο ύφασμα και πολύχρωμες εικόνες). Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τα είχα τελειώσει όλα. Απελπισία ...

Άλλες φορές, η ανάγνωση με έσωσε από ακόμη χειρότερες κακοτοπιές. Πριν δέκα περίπου χρόνια, τα πανεπιστήμιά μας (με κάπου 40 χρόνια καθυστέρηση σε σχέση με τα γαλλικά πανεπιστήμια, και κάπου 30 σε σχέση με τα ιταλικά) περνούσαν μια από εκείνες τις περιοδικές καταστάσεις ομαδικής παράκρουσης, όταν, με πρόσχημα κάποιο δήθεν πολιτικό αίτημα, ομάδες νεαρών προσπαθούν να δώσουν νόημα στη μίζερη ζωή τους «πουλώντας τσαμπουκά» στους καθηγητές τους, ανθρώπους στην ηλικία του πατέρα ή της μητέρας τους. Έχοντας οριστεί εκπρόσωπος του Τμήματος στη Σύγκλητο, προετοιμαζόμουν για τις μηνιαίες συνεδριάσεις της βάζοντας στο σακκίδιό μου ξηρά τροφή, ένα μπουκαλάκι νερό – και, φυσικά, ένα βιβλίο. Η τελετουργία είχε ως εξής. Κάποια στιγμή μπούκαραν στην αίθουσα αγριεμένοι νεαροί, που επέμεναν να υπογράψουμε κάποιο ασυνάρτητο κείμενο που είχαν συντάξει «αλλιώς δεν θα βγαίναμε ποτέ από εκεί μέσα». Έχοντας συμφωνήσει από πριν να μην υπογράψουμε απολύτως τίποτε, και έχοντας επιτρέψει σε όσα μέλη της Συγκλήτου το προτιμούσαν να αποχωρήσουν εγκαίρως, περνάγαμε τις επόμενες ώρες, μέχρι να βαρεθούν τα παιδιά, άλλος λογομαχώντας μαζί τους (μάταιος κόπος), άλλη παρακαλώντας τους να την αφήσουν να πάει στην τουαλέττα («Κατούρα εδώ», ήταν η αποστομωτική απάντηση του συνομιλητή της), άλλος βράζοντας από θυμό ή από ταπείνωση, εγώ – το μαντέψατε – διαβάζοντας. Κάπως έτσι γλύτωσα το έμφραγμα, ή τον ξυλοδαρμό.

Όπως έγραψε ο Ντανιέλ Πεννάκ: «Ένα καλοδιαλεγμένο βιβλίο σε σώζει από τα πάντα. Ακόμη και από τον ίδιο σου τον εαυτό.»



[1] «Είσαι έτοιμος ν’αρχίσεις να διαβάζεις το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. Χαλάρωσε. Συγκεντρώσου. Άσε τον κόσμο που σε περιβάλλει να διαλυθεί στη ασάφεια. Την πόρτα είναι καλύτερα να την κλείσεις˙ από την άλλη μεριά, είναι πάντα αναμμένη η τηλεόραση. «Όχι, δε θέλω να δω τηλεόραση!» Ύψωσε τη φωνή σου, ειδάλλως δε θα σε ακούσουν: «Διαβάζω! Δε θέλω να μ’ενοχλήσει κανείς!» Ίσως δεν σε άκουσαν, με όλη αυτή τη φασαρία˙ πες το πιο δυνατά, φώναξε: «Αρχίζω να διαβάζω το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο!» Ή αν πάλι δε θες, μην το φωνάξεις˙ ας ελπίσουμε πως θα σε αφήσουν στην ησυχία σου.»

A.B. Atkinson (1944-2017)


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (τεύχος 136, Ιανουάριος – Μάρτιος 2017).

Ο βρετανός οικονομολόγος Anthony Barnes Atkinson έφυγε από τη ζωή την πρώτη μέρα του νέου έτους. Είχε υπάρξει φοιτητής στο Cambridge και στο MIT, καθηγητής στο Essex, στο University College London, στη London School of Economics και στο Nuffield College της Οξφόρδης, πρόεδρος επί σειρά ετών της (βρετανικής) Βασιλικής Οικονομικής Εταιρείας, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Εταιρείας και της Διεθνούς Οικονομικής Εταιρείας, επί 20ετία υπεύθυνος έκδοσης του επιστημονικού περιοδικού Journal of Public Economics (το οποίο είχε ιδρύσει), επίτιμος διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και άλλων 20 πανεπιστημίων ανά τον κόσμο, Sir από το 2000, Ιππότης της γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής από το 2001.

Για τους περισσότερους συναδέλφους του, ο Atkinson ήταν ένας γίγας της οικονομικής σκέψης. Το άρθρο του «On the measurement of inequality», από τα πιο πολυδιαβασμένα, που δημοσιεύτηκε το 1970 (όταν ήταν μόλις 26 ετών), έδειξε ότι δεν υπάρχει «ουδέτερος» τρόπος μέτρησης της ανισότητας: κάποιοι δείκτες είναι ευαίσθητοι σε μεταβολές εισοδήματος στο μέσο της κατανομής, άλλοι σε αλλαγές που επηρεάζουν τους φτωχούς, ή τους πλούσιους, ή και τους μεν και τους δε. Επειδή τα οικονομικά δεν είναι μαθηματικά, αλλά μια ηθική και κοινωνική επιστήμη (leitmotiv της σκέψης του Atkinson), το ζήτημα δεν είναι ο «καλύτερος» δείκτης ανισότητας αλλά το πώς σκεφτόμαστε - και πώς μετράμε – την κοινωνική ευημερία. Διαφορετικοί δείκτες ανισότητας θα προκύψουν ανάλογα αφενός με το πώς σταθμίζουμε διαφορετικά τμήματα της κατανομής εισοδήματος (π.χ. την απόσταση που χωρίζει το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού από το μέσο της κατανομής σε σχέση με την αντίστοιχη απόσταση ανάμεσα στο μέσο και το φτωχότερο 10% της κατανομής), και αφετέρου με το πώς τοποθετούμαστε στο δίλημμα μεταξύ χαμηλότερης ανισότητας και υψηλότερου μέσου ειδοδήματος (δηλ. ανάλογα με την απάντηση που δίνουμε στο ερώτημα «πόσο μέσο εισόδημα αξίζει να θυσιάσουμε προκειμένου να μειώσουμε την ανισότητα»). Στο – κλασσικό έκτοτε – άρθρο του ο Atkinson προτείνει μια σειρά δεικτών (που φέρουν το όνομά του), οι οποίοι έχουν το χαρακτηριστικό ότι αναφέρουν ρητά το μέγεθος της «αποστροφής προς την ανισότητα» στην οποία αντιστοιχούν.

Η έγνοια για την ανισότητα τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή. Η έμφαση στα πολύ υψηλά εισοδήματα, σε σειρά άρθρων που δημοσίευσε από το 2011 με τον Thomas Piketty και τον Emmanuel Saez, ενέπνευσαν μεταξύ άλλων το κίνημα Occupy Wall Street αλλά και το διεθνές best seller του Piketty «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα». Το τελευταίο βιβλίο του Atkinson (κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2015) είχε τίτλο «Inequality: what can be done?» και πραγματευόταν την εξέλιξη της ανισότητας, τους παράγοντες που την επηρεάζουν, καθώς και ακριβώς τι μπορεί να γίνει για να περιοριστεί. Το βιβλίο καταλήγει σε 15 προτάσεις πολιτικής, από το «εισόδημα συμμετοχής» (ένα μηνιαίο επίδομα σε όλους, με μοναδική προϋπόθεση να συμμετέχουν σε κάποια κοινωνικά χρήσιμη δραστηριότητα όπως π.χ. η φροντίδα παιδιών) έως τη μεταρρύθμιση της φορολόγησης της περιουσίας και των κληρονομιών με στόχο τη διάδοση αντί για τη συγκέντρωση του πλούτου (κατά J.S. Mill). Ακόμη καλύτερα μάλιστα εάν τα έσοδα του σχετικού φόρου χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση ενός κεφαλαίου που θα παρέχεται σε όλους τους νέους με τη συμπλήρωση των 18 ετών. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με κάποιες από τις 15 προτάσεις (ή και όλες). Αυτό που δεν μπορεί κανείς όμως να ισχυριστεί είναι ότι «δεν μπορεί να γίνει τίποτε για την ανισότητα».

Η φτώχεια και η κοινωνική πολιτική ήταν το άλλο μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον του Atkinson. Από το πρώτο του βιβλίο (1969) «Poverty in Britain and the reform of social security» έως την πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας (2016) «Monitoring global poverty» (την οποία συνέγραψε ως επικεφαλής της συντακτικής ομάδας), η ποσοτική ανάλυση της φτώχειας και η οικονομική αποτίμηση των πολιτικών στήριξης του εισοδήματος υπήρξαν αντικείμενο σημαντικών δημοσιεύσεων που διαβάστηκαν από πολλούς οικονομολόγους σε όλο τον κόσμο και ενέπνευσαν αρκετούς από αυτούς να εφαρμόσουν τα εργαλεία της επιστήμης τους για τον σχεδιασμό αποδοτικότερων δημόσιων πολιτικών.

Ο τρίτος άξονας της δουλειάς του υπήρξε η δημόσια οικονομική. Το βιβλίο «Lectures in Public Economics» (1980) που υπέγραψε μαζί με τον Joseph Stiglitz (βραβείο Nobel 2001), άλλο ένα κλασσικό της οικονομικής βιβλιογραφίας, είναι γραμμένο με τεχνικά αυστηρό τρόπο και διαποτισμένο από την έγνοια να μετριαστεί ο συχνά άκριτος ενθουσιασμός για τις αγορές που εξαπλωνόταν τότε στη Βρετανία της Margaret Thatcher και στις Ηνωμένες Πολιτείες του Ronald Reagan. Το βιβλίο αναλύει τις αρκετές περιπτώσεις που οι αγορές αποτυγχάνουν να μεγιστοποιήσουν την κοινωνική ευημερία (μονοπώλια, εξωτερικές επιδράσεις, δημόσια αγαθά, ασυμμετρίες πληροφόρησης κ.ά.), καθώς και τους τρόπους με τους οποίους η κρατική παρέμβαση μπορεί να διορθώσει κατ’ αρχήν αυτές τις αποτυχίες της αγοράς. Η δημοσίευση του βιβλίου ήταν ορόσημο: η διδασκαλία του μαθήματος δεν ήταν ποτέ η ίδια, ενώ η επιστημονική έρευνα έγινε πολύ πιο συστηματική έκτοτε.

Δεν είναι καθόλου υπερβολική λοιπόν, παρότι γράφτηκε υπό το κράτος της συγκίνησης, η παρατήρηση του Frank Cowell, νεαρότερου συναδέλφου του Atkinson στην LSE, ότι η επιρροή του τελευταίου ήταν τόσο έντονη και διάχυτη που φέρνει στο νου την επιτύμβια επιγραφή του Christopher Wren, αρχιτέκτονα του καθεδρικού του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο (σε ελεύθερη μετάφραση από τα λατινικά): «Ενθάδε κείται ο θεμελιωτής αυτής της εκκλησίας και αυτής της πόλης, […] ο οποίος έζησε όχι για το δικό του συμφέρον αλλά για το κοινό καλό. Αναγνώστη, εάν αναζητάς το σημάδι του – κύττα γύρω σου».

Για όσους τον γνώρισαν, ο Atkinson («Tony» για τους πάντες) ήταν ο πράος και καλωσυνάτος συνάδελφος, ο ευπροσήγορος και εμψυχωτικός καθηγητής, ο ακούραστος και αποτελεσματικός οργανωτής συλλογικών προσπαθειών κάθε είδους.

Στην κηδεία του, εκτός από τους συγγενείς, τους φίλους, και τους συναδέλφους (κάποιοι από τους οποίους πήραν το αεροπλάνο από κάποια ευρωπαϊκή πόλη για να τον αποχαιρετίσουν), ήταν επίσης παρόντες και κάποιοι ταπεινοί άνθρωποι, εμφανώς φτωχοί, εμφανώς συγκινημένοι. Ήταν οι θαμώνες του κοινωνικού παντοπωλείου, ενός από τα πολλά που άνοιξαν στη Βρετανία τα τελευταία χρόνια, για την δωρεάν διανομή ειδών διατροφής και πρώτης ανάγκης σε άτομα και οικογένειες κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας, όπου ο Sir Anthony Barnes Atkinson, που εκείνοι τον γνώριζαν απλώς ως Tony, εργαζόταν τα σαββατοκύριακα, μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του.


Το τρομερό 2016

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016).

Οι ιστορικοί του μέλλοντος είναι πολύ πιθανό να θεωρήσουν το έτος που μόλις πέρασε σημείο καμπής στην παγκόσμια ιστορία. Σίγουρα όχι με τον δραματικό τρόπο του 1789, του 1917 ή του 1989. Αλλά ίσως με τον κάπως πιο βραδυφλεγή του 1933, του 1956 και του 2001. Ως το έτος κατά το οποίο τέθηκαν σε κίνηση ιστορικές διεργασίες με μακροχρόνιες και απρόβλεπτες συνέπειες.

Η πιο θεαματική από τις ανατροπές του 2016 είναι ασφαλώς η εξέγερση των ψηφοφόρων της Δύσης κατά της παγκοσμιοποίησης, ή τουλάχιστον των συνεπειών της. Η επικράτηση των υποστηρικτών της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ στο δημοψήφισμα του Ιουνίου, καθώς και η νίκη του Trump στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου τις ΗΠΑ, προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση ακριβώς επειδή σημειώθηκαν στα αγγλοσαξονικά προπύργια του φιλελευθερισμού. Οι νικητές θα επιχειρήσουν τώρα να αναβιώσουν ένα πιο εθνοκεντρικό, πιο παρεμβατικό, και πιο αυταρχικό μοντέλο καπιταλισμού. Θα τα καταφέρουν; Μακροπρόθεσμα όχι: τόσο η κυβέρνηση της Teresa May όσο και εκείνη του νεοεκλεγμένου αμερικανού Προέδρου θα έρθουν σύντομα αντιμέτωπες με τις αντιφάσεις τους. Στο μεταξύ, στη βραχυπρόθεσμη περίοδο (στην οποία διεξάγεται η πολιτική, αν και όχι η ιστορία), δεν αποκλείεται να σημειώσουν κάποιες επιτυχίες.

Σε κάθε περίπτωση, η παγκοσμιοποίηση με τη μορφή που τη γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες πνέει τα λοίσθια. Η έναρξη της φάσης αυτής μπορεί να τοποθετηθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’70 (με τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις και την κατάργηση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που σημάδεψαν το τέλος του μεταπολεμικού κεϋνσιανού συμβιβασμού), και η επιτάχυνσή της στις αρχές της δεκαετίας του ’90 (με το Μάαστριχτ και την Ενιαία Αγορά στην Ευρώπη, την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων σε όλο τον κόσμο, και την είσοδο της Κίνας στην Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου). Η ιστορική αυτή περίοδος είχε τεχνολογικό δυναμισμό και πρωτοφανή αύξηση του παραγόμενου πλούτου. Είχε επίσης χαμένους και κερδισμένους: οι βιομηχανικοί εργάτες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής ανήκουν στους πρώτους, οι συνάδελφοί τους στην Κίνα και στην Ινδία στους τελευταίους.

Τι ακριβώς θα διαδεχθεί την άναρχη παγκοσμιοποίηση είναι ακόμη δυσδιάκριτο. Η αναδίπλωση στα εθνικά σύνορα (προσφιλής επιλογή όχι μόνο της May και του Trump αλλά και του Arnaud Montebourg, υποψήφιου για το χρίσμα των σοσιαλιστών στις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Απριλίου στη Γαλλία) δεν θα λύσει ασφαλώς το υπαρξιακό πρόβλημα των προηγμένων εθνικών οικονομιών της Δύσης. Το πρόβλημα αυτό συνοψίζεται στην επανατοποθέτηση των δυτικών οικονομιών στο διεθνή καταμερισμό εργασίας με τρόπο που να εξασφαλίζει απασχόληση και ικανοποιητικά εισοδήματα στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού, όχι μόνο στο καλύτερα καταρτισμένο τμήμα του. Η επιτυχής επίλυσή του δεν είναι εύκολη υπόθεση, και έχει περιπλακεί από την θεαματική πρόοδο των οικονομιών του πρώην Τρίτου Κόσμου. Δεν είναι συμπτωματικό ότι η κοινή γνώμη στην Ινδία ή στο Βιετνάμ έχει πολύ ευνοϊκότερη άποψη για την παγκοσμιοποίηση από ό,τι στη Γαλλία ή στις ΗΠΑ.

Αυτή η απέλπιδα απόπειρα αναχαίτισης της παρακμής μέσω της προσχώρησης στον απομονωτισμό δεν θα αποδώσει. Ο Γάλλος ψηφοφόρος που αισθάνεται τον κόσμο να αλλάζει γύρω του, και δεν του αρέσει αυτό που βλέπει, δεν έχει πολλούς λόγους να προτιμήσει τον ερζάτς πατριωτισμό των σοσιαλιστών: ευκολότερα θα στραφεί στον κ. Fillon, αν όχι κατευθείαν στην κ. Le Pen.

Σημαίνει αυτό ότι χρειαζόμαστε έναν νέο Tony Blair? Όχι. Αν πρέπει κανείς να επιλέξει ένα πρόσωπο, ο πιο εμπνευσμένος εκφραστής του προοδευτικού φιλελευθερισμού αυτή τη στιγμή παγκοσμίως είναι ο καναδός πρωθυπουργός Justin Trudeau (ο οποίος διαθέτει το πρόσθετο προσόν ότι φαίνεται εντελώς απαλλαγμένος από τη ψευδαίσθηση μεγαλείου και τον γεωπολιτικό τυχοδιωκτισμό του τέως ηγέτη των Νέων Εργατικών).

Όμως άλλο είναι το ζήτημα: όχι η εθνοκεντρική περιχαράκωση, ούτε βέβαια η αναζήτηση χαρισματικών σωτήρων, αλλά η πολιτική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Πρόκειται για εγχείρημα μακράς πνοής, αντίστοιχο σε εμβέλεια με αυτό που περιέγραψε ο Karl Polanyi στο ιδιοφυές βιβλίο του το 1944. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, και μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, οι ευρωπαϊκές οικονομίες (πρώτα-πρώτα η βρετανική) ανασυγκροτήθηκαν στη βάση της «ουτοπίας» μιας καπιταλιστικής αγοράς αυτορρυθμιζόμενης, και ελεύθερης από κοινωνικούς και πολιτικούς περιορισμούς. Αυτός ο «μεγάλος μετασχηματισμός» τραυμάτισε τον κοινωνικό ιστό και προκάλεσε εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντέδρασαν μέσω μιας πολιτικής κινητοποίησης, η οποία οδήγησε στην καθιέρωση θεσμών προστασίας των ατόμων από τις δυνάμεις της αγοράς. Τα νέα πολιτικά ρεύματα που επικράτησαν δεν ήταν οι Λουδδίτες, που αντιδρούσαν στην εκτόπισή τους από τις μηχανές σπάζοντάς τες. Ήταν οι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές, φιλελεύθεροι και εργατικοί, που επέβαλαν την καθολική ψήφο, την αναγνώριση των εργατικών σωματείων, τη θεσμοθέτηση του οκταώρου, την απαγόρευση της παιδικής εργασίας, και αργότερα την καθολική εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση, τη δωρεάν περίθαλψη – με δυο λόγια: τη συμφιλίωση της οικονομίας της αγοράς με την κοινωνική συνοχή και τη μαζική δημοκρατία.

Δεν είναι εύκολο να περιγράψει κανείς με τι ακριβώς θα μοιάζει η διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης – αν και, από όλες τις προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπίσει, η κλιματική μεταβολή θα είναι μάλλον η κρισιμότερη για την επιβίωση του είδους. Ούτε φυσικά είναι βέβαιο ότι το απόθεμα διεθνούς συνεννόησης που μια τέτοια εξέλιξη προϋποθέτει θα εξασφαλιστεί πράγματι. Κάθε άλλο: η αναβίωση της έντασης στις διεθνείς σχέσεις φαίνεται πιθανότερη.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Γηραιά Ευρώπη, όχι πλέον κυρίαρχη του κόσμου, θα παραμείνει το έδαφος όπου θα παιχτούν μερικές από τις κρισιμότερες παρτίδες για το μέλλον του κόσμου. Η ελληνική συμβολή στην αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας θα εξαρτηθεί από το εάν από τη σημερινή σήψη μπορεί να αναδυθεί μια πολιτική ηγεσία προσανατολισμένη στην εμψύχωση της κοινωνίας και στην ανόρθωση της οικονομίας. Περιττό να προσθέσει κανείς ότι τα μέχρι τώρα δείγματα δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας.

29 Δεκεμβρίου 2016

Συμβαίνουν και εις Παρισίους

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016).

Ο ανταποκριτής σας βρέθηκε στο Παρίσι για λίγες μέρες, όπου δεν παρέλειψε να επισκεφθεί την έκθεση της συλλογής Σούκιν στον εκθεσιακό χώρο του Ιδρύματος Λουί Βουιτόν στα περίχωρα της πόλης στο Νεϊγύ.

Ο Σεργκέι Ιβάνοβιτς Σούκιν (στα ρωσικά: Серге́й Ива́нович Щу́кин) ήταν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες εκπροσώπους της φιλελεύθερης αστικής τάξης της Μόσχας στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου – με άλλα λόγια, μιας κοινωνικής ομάδας ολιγάριθμης, αδύναμης πολιτικά, και όπως έμελλε να αποδειχθεί καταδικασμένης από την ιστορία. Ο πατέρας του, αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, φτάνει να διευθύνει ένα μεγάλο βιομηχανικό και εμπορικό όμιλο. Ο Σεργκέι αναλαμβάνει νωρίς τη διαχείριση της οικογενειακής επιχείρησης, παρότι δεν ήταν ο μεγαλύτερος γιος. Παράλληλα, όπως και δύο από τα αδέλφια του, αρχίζει να συλλέγει έργα τέχνης. Το 1898 ταξιδεύει στο Παρίσι και αγοράζει έναν πίνακα του Μονέ. Μέχρι το 1914 συγκεντρώνει την εντυπωσιακότερη συλλογή σύγχρονης τέχνης στον κόσμο: 275 έργα του Γκωγκέν, του Σεζάν, του Ντεραίν, του Ανρί Ρουσώ, του Μονέ, του Ρενουάρ, του Μανέ, του Βαν Γκογκ, του Πικάσσο, και ιδίως του Ματίς, ο οποίος θα ζωγραφίσει μετά από παραγγελία του Σούκιν το θρυλικό «Ο χορός» (1909) και θα επισκεφθεί τη Μόσχα για να ζωγραφίσει στο Μέγαρο Τρουμπετσκόυ που στεγάζει τη συλλογή. Ο θάνατος του γιου του (1905) και της συζύγου του (1907) μεταβάλλει τη σχέση του Σούκιν με την τέχνη: από κοσμικός συλλέκτης γίνεται παθιασμένος υποστηρικτής των μοντέρνων ζωγράφων. Το 1908 ανοίγει τη συλλογή του στο φιλότεχνο κοινό της Μόσχας. Ο Μάλεβιτς, ο Ροντσένκο, ο Λαριόνωφ, ο Τάτλιν και άλλοι εκπρόσωποι της ρωσικής πρωτοπορίας έρχονται σε επαφή με τα έργα των Γάλλων (κυρίως) ομότεχνών τους, που τους κάνουν μεγάλη εντύπωση και επηρεάζουν την εξέλιξή τους.

Εν τω μεταξύ, η μεγάλη Ιστορία παρεμβάλλεται στις ιστορίες των ανθρώπων και τις παρασέρνει, όπως η τρικυμία τα καρυδότσουφλα. Ο παγκόσμιος πόλεμος απομονώνει τον συλλέκτη από τους ζωγράφους του. Η επανάσταση επικηρύσσει την τάξη του, απαλλοτριώνει την περιουσία του, εθνικοποιεί τη συλλογή του (με διάταγμα που υπογράφει ο ίδιος ο Λένιν). Ο Σούκιν διαφεύγει στη Γαλλία, όπου ζει μια αποτραβηγμένη ζωή μέχρι το θάνατό του το 1936. Το 1948, με διάταγμα του Στάλιν, η συλλογή Σούκιν χαρακτηρίζεται «μπουρζουάδικη, κοσμοπολίτικη, και λάθος προσανατολισμένη», χωρίζεται στα δύο (ένα μέρος στο μουσείο Πούσκιν της Μόσχας, ένα άλλο στο Ερμιτάζ του Λένινγκραντ), και παύει να εκτίθεται ή ακόμη και να αναφέρεται καν στους καταλόγους. Μετά το θάνατο του Στάλιν, ο Ιλία Έρενμπουργκ διοργανώνει την έκθεση «Πικάσσο» (1956). Με τη μεσολάβηση του ίδιου του ζωγράφου, η συλλογή Σούκιν ξαναβγαίνει στην επιφάνεια. Το 1970, η έκθεση για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ματίς στο Πούσκιν και στο Ερμιτάζ μεταφέρεται στο Γκραν Παλαί και δίνει την ευκαιρία στο κοινό του Παρισιού να δει τον «Χορό» για πρώτη φορά μετά από 60 χρόνια. Άλλες εκθέσεις, ιδίως η ρετροσπεκτίβα «Ανρί Ματίς, 1904-1917» στο Κέντρο Πομπιντού (1993), φέρνει και άλλους πίνακες στο Παρίσι. Όμως η τωρινή έκθεση στο Ίδρυμα Λουί Βουιτόν καλύπτει 130 από τα 275 έργα της συλλογής Σούκιν, συγκεντρώνοντάς τα κάτω από την ίδια στέγη για πρώτη φορά μετά από εκατό χρόνια. Πρόκειται για σπουδαίο και μοναδικό γεγονός, οπότε δικαιολογημένη η κοσμοσυρροή.

Λιγότερο δικαιολογημένη η συμπεριφορά του φιλοθεάμονος κοινού. Δίπλα στους αρκετούς ευγενικούς και διακριτικούς φιλότεχνους (που προσέχουν να μην εμποδίζουν τη θέα των γύρω τους, ζητούν συγγνώμη αν αναγκαστούν να περάσουν από μπροστά τους, και μένουν σε κάποια απόσταση από τα ίδια τα έργα), πολύ πιο πολυάριθμοι βιαστικοί και θορυβώδεις επισκέπτες δεν βλέπουν καν την έκθεση, αφού τους κρύβει τη θέα το smartphone με το οποίο φωτογραφίζουν ασταμάτητα. Ο εκνευρισμός μου κορυφώνεται όταν μια νεαρή από την Άπω Ανατολή στέκεται ανάμεσα σε μένα και τό εκπληκτικό «Κόκκινο δωμάτιο» του Ματίς για να γράψει μήνυμα στο κινητό της, μέχρι η επαφή της με το περιβάλλον να αποκατασταθεί στο άκουσμα του συνθηματικού ξερόβηχά μου, που στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει περισσότερο με βρυχηθμό.

Όπως με πληροφορεί η Α., η άρση της απαγόρευσης φωτογράφισης στα μουσεία έχει κάποια προϊστορία. Επί πλέον, όπως συμβαίνει συχνά στην Πατρίδα της Επανάστασης και των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει υπάρξει αντικείμενο πολιτικής διαμάχης. Στο πλαίσιο εκστρατείας για την αύξηση της δημοτικότητας των μουσείων και τον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης στην τέχνη, το υπουργείο πολιτισμού ενθαρρύνει τους επισκέπτες να φωτογραφίζουν τα έργα τέχνης που τους αρέσουν, ακόμη και τον εαυτό τους σε selfie εάν το επιθυμούν, και στη συνέχεια να αναρτούν τις φωτογραφίες τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αρκεί να μην τις εκμεταλλεύονται εμπορικά. Το Musée d’Orsay, επικαλούμενο το δικαίωμα εκείνων που δεν ενδιαφέρονται για φωτογραφίσεις να απολαμβάνουν ανενόχλητοι την επίσκεψή τους, διατηρεί σε ισχύ την απαγόρευση. Το Μάρτιο του 2015 η υπουργός πολιτισμού Φλερ Πελρέν έρχεται στο Μουσείο συνοδεία ρεπόρτερ, φωτογραφίζει επιδεικτικά με το κινητό της δύο πίνακες του Μποννάρ, και μετά ποστάρει το κατόρθωμά της στο Instagram, αντιστεκόμενη «στη Γαλλία των προνομίων». Το Μουσείο, θέλοντας και μη, συμμορφώνεται με την άρση της απαγόρευσης – παρότι το επιχείρημα περί διεύρυνσης της πρόσβασης δεν το αφορά: οποιοσδήποτε επιθυμεί να ρίξει μια ματιά στη ψηφιακή μορφή της συλλογής του μπορεί ήδη να το κάνει στο επίσημο site του Μουσείου.

Υπάρχει σε όλη αυτή την ιστορία κάτι που με ενοχλεί βαθιά – και όχι μόνο επειδή ανήκω στην κατηγορία όσων στα μουσεία απλώς κυττάζουν τους πίνακες αντί να τους φωτογραφίζουν. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των λαϊκών τάξεων, ώστε να μπορούν να απολαμβάνουν και αυτοί τις συγκινήσεις που χαρίζει η υψηλή τέχνη, είναι ευγενής στόχος. Προϋποθέτει επίσης κοπιαστική δουλειά εκ μέρους της Πολιτείας, με μακρόπνοες πολιτικές και συστηματικές παρεμβάσεις: στις υποβαθμισμένες γειτονιές, στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, και οπουδήποτε αλλού οικοδομείται σταδιακά η κοινωνική και πολιτισμική μειονεξία των ανθρώπων ταπεινής προέλευσης.

Είναι τόσο κοπιαστική αυτή η δουλειά που φαντάζομαι ότι ο κ. Ολλάντ και η υπουργός πολιτισμού του θα σκέφτηκαν: «Πού να τρέχουμε τώρα; Δεν γυρίζουμε καλύτερα ένα σποτάκι με μια πεταχτή ξανθούλα να καλεί τους ψηφοφόρους να τρέξουν στα μουσεία με το κινητό τους;»

20 Οκτωβρίου 2016

«Μέρα χωρίς αυτοκίνητο; Όχι ευχαριστώ!»

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016).

Ο ανταποκριτής σας σχεδίαζε από καιρό να γράψει για την «ευρωπαϊκή εβδομάδα κινητικότητας» (ήταν στα μέσα του περασμένου μήνα: 16-22 Σεπτεμβρίου). Αλλά με το ένα και με το άλλο, καταλαβαίνετε.

Λοιπόν: Είχα βρεθεί στο Μιλάνο, μια Κυριακή πριν λίγα χρόνια, τη «Μέρα χωρίς αυτοκίνητο». Ο Δήμος είχε απαγορεύσει την κυκλοφορία σε ένα μεγάλο δακτύλιο (όλο το ιστορικό κέντρο συν κάποιες συνοικίες). Όσοι κάτοικοι είχαν μεγάλη ανάγκη μετακίνησης - π.χ. για λόγους υγείας ή αναπηρίας – μπορούσαν να καλέσουν έναν τηλεφωνικό αριθμό και να έρθει να τους εξυπηρετήσει ένα ηλεκτρικό όχημα. Μια χαρά.

Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η πόλη άλλαξε όψη! Δεν ήταν μόνο οι χιλιάδες πεζοί και ποδηλάτες που κατέλαβαν τις λεωφόρους, τους δρόμους, τις πλατείες. Ήταν τα πατίνια, τα ρόλλερ, τα μονόκυκλα. Ήταν οι κλόουν, οι θεατρίνοι, οι πλανόδιοι μουσικοί. Ήταν οι αγώνες bocce (γαλλιστί: boules), βόλλεϋ, ποδοσφαίρου, αυτοσχέδιοι ή οργανωμένοι από τον Δήμο, οργανώσεις πολιτών, παρέες. Ήταν η αυθόρμητη έκρηξη χαράς χιλιάδων ανθρώπων που βόλταραν αμέριμνοι, με τη μεθυστική αίσθηση ότι είχαν μόλις επανακατακτήσει την πόλη τους.

Η ανακλαστική σκέψη του έλληνα επισκέπτη (που δεν εννοεί να το πάρει απόφαση να παραιτηθεί από το όνειρο ότι και η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα) ήταν προφανής: «Τι ωραία! Να το κάνουμε κι εμείς στην Αθήνα!»

Μετά θυμήθηκα ότι είχαμε ήδη δοκιμάσει να το κάνουμε κι εμείς. Και δεν είχε πάει πολύ καλά. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 (τότε που νομίζαμε – ή εγώ τουλάχιστον νόμιζα – ότι το να γίνουμε κανονική χώρα ήταν ρεαλιστικός στόχος) η κυβέρνηση και ο Δήμος έπαιζαν με την ιδέα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας των ΙΧ από το κέντρο της Αθήνας. Όμως στο τέλος έκαναν πάντοτε πίσω, υπό το φόβο του «πολιτικού κόστους»: η συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή μέρα χωρίς αυτοκίνητο περιοριζόταν στη δωρεάν μετακίνηση με τα δημόσια μέσα συγκοινωνίας. Αργότερα (το 2012) ο δήμαρχος Καμίνης είχε αποπειραθεί να κλείσει το κέντρο στα ΙΧ για μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου, με πενιχρά αποτελέσματα. Φέτος ο δήμαρχος Μπουτάρης έκλεισε τμήμα της Νίκης και της Τσιμισκή, για λίγες ώρες. Εν μέσω αγανακτισμένων διαμαρτυριών ΙΧήδων, ταξιτζήδων και μοτοσυκλετιστών, πάντοτε στο γνωστό στυλ: «θα μου πεις εμένα (ρε) ότι δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω»;

Το «πολιτικό κόστος» απορρέει φυσικά από την αυτόματη δυσπιστία των περισσότερων από εμάς προς οποιαδήποτε απόπειρα ρύθμισης κάποιου θέματος με τρόπο που συνεπάγεται μικρές ατομικές θυσίες (να μην κατεβούμε με το αυτοκίνητο στο κέντρο για μια μέρα, να μην οδηγούμε τη μοτοσυκλέτα μας στον πεζόδρομο, να βγαίνουμε έξω για να καπνίσουμε) έναντι κάποιου μεγαλύτερου συλλογικού οφέλους (να βολτάρουμε αμέριμνοι στο κέντρο και τους πεζόδρομους, να αναπνέουμε λιγότερο βρωμερό αέρα την ώρα που τρώμε και πίνουμε).

Απορρέει επίσης από τη δυσανεξία μας, από την απροθυμία μας να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα κάποιων μειονοτήτων (των παιδιών, των ηλικιωμένων, των πεζών, ακόμη και των αντιπαθητικών αντικαπνιστών) να απολαύσουν και εκείνοι με την ησυχία τους κάποιο δημόσιο αγαθό (τους πεζόδρομους, τον αέρα). Όλα αυτά φυσικά στο όνομα του αντιστασιακού και αδούλωτου πνεύματος που μας χαρακτηρίζει ανέκαθεν.

Ο αναρχοατομισμός αυτός ενώνει τους πάντες: από τα παιδιά των Εξαρχείων και τους μικρονοικοκυραίους των συνοικιών έως τους πάλαι ποτέ εύπορους αστούς των βορείων προαστείων. Πρόκειται για (άλλη μια) εθνική ιδιαιτερότητά μας, που εξηγεί γιατί η απαγόρευση του καπνίσματος πέτυχε π.χ. στην Τουρκία των θεριακλήδων και στη Σρι Λάνκα του εμφυλίου πολέμου, αλλά όχι στην Ελλάδα – της αστακομακαρονάδας ή των μνημονίων, αδιάφορο. Ούτε πρόκειται να πετύχει στο ορατό μέλλον. Τουλάχιστον όχι στην Ελλάδα του Πολλάκη, του Σπίρτζη και του Μαρινάκη.

Είναι άσχετα όλα αυτά με τα βάσανά μας, με την πολιτική μας αφασία, με την αδυναμία μας να συνέλθουμε από την οικονομική κρίση; Νομίζω πως όχι. Η κυρίαρχη συμπεριφορά ατόμων, κομμάτων, συνδικάτων και επαγγελματικών οργανώσεων τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε άνετα να συνοψιστεί ως «ο σώζων εαυτόν σωθείτω».

Μερικοί σώθηκαν πράγματι: άλλοι έγιναν υπουργοί, άλλοι διορίστηκαν στο Δημόσιο, άλλοι πήραν αυξήσεις και άλλοι κάνουν μπίζνες με τη νέα εξουσία. Πολύ περισσότεροι κυττάζουν γύρω τους και βλέπουν τα συντρίμια της ζωής τους και της χώρας.

«Και τώρα που μας τα θύμισες όλα αυτά τα θλιβερά, θα μας πεις κιόλας να μην καβαλάμε τη μοτοσυκλέτα μας στον πεζόδρομο και να μην ανάβουμε το τσιγάρο μας στο μπαρ;»

Ναι – εκεί ήθελα να καταλήξω. Με τα ίδια μυαλά δεν θα λύσουμε ποτέ τα προβλήματά μας. Και αν είναι να αλλάξουμε μυαλά, από κάπου πρέπει να κάνουμε μια αρχή. Τι θα λέγατε για «Μέρα χωρίς αυτοκίνητο»;

9 Οκτωβρίου 2016

Κινδυνεύουμε με μακρόχρονη παρακμή

Συνέντευξη στην Αγγελική Σπανού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Free Sunday» (Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016)

Σήμερα κι αν χρειαζόμαστε "Γράμματα από την Αμερική" μήπως και καταλάβουμε τι συμβαίνει εκεί. Εσείς έχετε καταλάβει;

Δεν έχω καταλάβει πολλά, είναι αλήθεια. Βλέπετε, οι άνθρωποι της γενιάς μου (γεννήθηκα το 1963) δυσκολεύονται όλο και πιο πολύ να βγάλουν νόημα από την πορεία των πραγμάτων. Η πολιτική τους κουλτούρα διαμορφώθηκε σε μια εποχή που υπήρχε ακόμη το Τείχος του Βερολίνου, προτού φθαρούν τόσο οι «μεγάλες αφηγήσεις» της Ιστορίας και τα  πολιτικά-φιλοσοφικά ρεύματα των πρώτων δύο αιώνων από τη Γαλλική Επανάσταση. Και δεν είναι μόνο η Αμερική που φαίνεται δυσερμήνευτη. Το ίδιο ισχύει και για το Brexit, ή για τη Γαλλία του Εθνικού Μετώπου, ή για το αντιμεταναστευτικό μέτωπο των αυταρχικών κυβερνήσεων της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Ή, εδώ που τα λέμε, για τον παρδαλό συνασπισμό (πρώην αριστεριστές, σε συμμαχία με νυν εθνικιστές, σε συμμαχία με πρώην σοσιαλιστές αλλά διαχρονικώς αρριβίστες) που κυβερνά τη χώρα μας.

Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ο Τραμπ "αντισυστημικός";

Δυστυχώς φαίνεται ότι είναι. Η εξέγερση κατά των φιλελεύθερων και κοσμοπολίτικων ελίτ είναι νομίζω ο κρίκος που συνδέει το φαινόμενο Trump με την άνοδο του λαϊκισμού σε όλες του τις εκφάνσεις – από τη Le Pen και τον Farage μέχρι τους Podemos και τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι απολύτως θεμιτή η κραυγή αγωνίας των χαμένων της παγκοσμιοποίησης στην εύπορη Δύση (οι οποίοι δεν έχουν χάσει μόνο εισόδημα και θέσεις εργασίας, αλλά επίσης τις σταθερές της ζωής τους και «το πρόσωπο στην κοινωνία»). Και είναι ευθύνη των μη ακραίων πολιτικών δυνάμεων να πάρουν στα σοβαρά τη δυσαρέσκειά τους και να την αντιμετωπίσουν με δημιουργικό τρόπο. Είναι λιγότερο θεμιτή – αν και το ίδιο κατανοητή – η επιθυμία των πολιτών για απλές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα. Αλλά βέβαια, εάν περιμένουν συγκεκριμένες βελτιώσεις της καθημερινότητάς τους από τις αντισυστημικές δυνάμεις, θα περιμένουν μάταια. Όπως έχει εύστοχα γράψει ο Cas Mudde, «οι λαϊκιστές θίγουν τα σωστά ερωτήματα, και μετά δίνουν τις λάθος απαντήσεις». Εν τω μεταξύ, οι ψηφοφόροι τους ζούνε το μύθο τους – όπως π.χ. οι συμπατριώτες μας που χόρευαν πανευτυχείς στην Πλατεία Συντάγματος το βράδυ του δημοψηφίσματος, την ώρα που λίγο πιο πέρα ο θριαμβευτής πρωθυπουργός τους κάτωχρος αναλογιζόταν την ετυμηγορία της Ιστορίας (ή/και του Ειδικού Δικαστηρίου) και ετοίμαζε τη μεγαλοπρεπή του κωλοτούμπα.

Και στις ΗΠΑ και εδώ (πλέον) μεγάλη δυναμική έχει η αποχή, που κατά βάση αφορά πολίτες εκτός Δεξιάς. Παλεύεται αυτό;

Είναι αλήθεια ότι η Clinton, ενώ θα έπρεπε να κάνει περίπατο με αντίπαλο τον Trump, δυσκολεύεται να κινητοποιήσει τους εν δυνάμει ψηφοφόρους της. Όμως ο Obama το 2008 και το 2012 τα κατάφερε καλύτερα, φέρνοντας στις κάλπες εκατομμύρια Αμερικανούς που δεν είχαν ψηφίσει ποτέ επειδή «όλοι το ίδιο είναι». Μπορεί οι προσδοκίες τους να μην επαληθεύτηκαν απόλυτα, αλλά και πάλι το γεγονός ότι επί 8 χρόνια ο ένοικος του Λευκού Οίκου ήταν ένας πολιτισμένος άνθρωπος, με σώας τας φρένας, που απέφυγε τα τραγικά λάθη (που κοστίζουν συνήθως πολύ σε ανθρώπινες ζωές) δεν είναι και μικρό επίτευγμα. Γενικά, παρότι οι μη ακραίοι πολιτικοί δείχνουν γενικώς να τα έχουν χαμένα, αυτό δεν ισχύει πάντοτε και παντού – δεν βλέπω να υπάρχει κάποια νομοτέλεια εδώ. Ο πρωθυπουργός του Καναδά Justin Trudeau, για παράδειγμα, υποδέχεται Σύριους μετανάστες στο αεροδρόμιο, τάσσεται υπέρ της περαιτέρω απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, και υποστηρίζει τις επενδύσεις και την αριστεία στην έρευνα, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος.

Το βιβλίο σας καλύπτει μια περίοδο πολιτικά ενδιαφέρουσα, ό,τι προηγήθηκε της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Αλλαξαν πολλά από τότε;

Αυτό που κυρίως άλλαξε είναι ότι το αντιμνημονιακό μπλοκ εν τω μεταξύ ξεμέθυσε. Από όσους πέρυσι χόρευαν στις πλατείες, κάποιοι έχουν διοριστεί στο Δημόσιο, κάποιοι άλλοι κάνουν μπίζνες με τη νέα εξουσία, και οι περισσότεροι έχουν πάει στα σπίτια τους και προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα όπως μπορούν. Το καλό είναι ότι ηρεμήσαμε όλοι μας. Η επαναστατική γυμναστική βλάπτει σοβαρά την ψυχική υγεία των αθλουμένων, αλλά και όσων τους υφίστανται. Το κακό είναι ότι αυτή η νεα φάση της απομάγευσης ενέχει κινδύνους. Οι πρώην εξεγερμένοι, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η φιλοδοξία τους να αλλάξουν την Ευρώπη ήταν μάλλον πάνω από τα κυβικά τους, έχουν στρέψει τις όποιες ικανότητές τους σε πιο ρεαλιστικούς στόχους: στον πολιτικό έλεγχο των μέσων ενημέρωσης και της δικαιοσύνης – δηλ. δύο από τα αντίβαρα που εμποδίζουν τον εκφυλισμό της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε τυραννία μιας αυταρχικής ελίτ με λαϊκό έρεισμα, όπως συνέβη π.χ. στη Ρωσία του Πούτιν ή στη Βενεζουέλα των Τσάβες-Μαδούρο.

Οταν βλέπει κανείς από το εξωτερικό την κατάσταση στη χώρα μας είναι διαφορετικά απ ό,τι όταν τη βλέπει από μέσα;

Ναι και όχι. Ναι, επειδή οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό δεν παλεύουν για τα αυτονόητα και δεν επηρεάζονται το ίδιο από το κλίμα γενικευμένης κατάπτωσης που επικρατεί στη χώρα, συνεπώς είναι σε θέση να δουν πιο ψύχραιμα και από κάποια απόσταση τα ελληνικά πράγματα. Όχι, επειδή ακόμη και όταν βρίσκονται στο εξωτερικό, ακόμη και όταν νιώθουν δικό τους τον ξένο τόπο, η απογοήτευση για την κατάπτωση και η έγνοια για το πώς μπορεί να αντιστραφεί συνεχίζει να τριβελλίζει το μυαλό τους. Αυτό ισχύει οπωσδήποτε στην περίπτωσή μου, αλλά ισχύει ακόμη περισσότερο για τους δεκάδες εξαιρετικούς ανθρώπους που γνώρισα, κυρίως στη Βοστώνη, επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας, αρκετοί από τους οποίους πλαισίωσαν χωρίς αυταπάτες αλλά με ελπίδα το θεσμό των Συμβουλίων των Πανεπιστημίων, χωρίς κανένα άλλο κίνητρο από την ανιδιοτελή προσφορά, για να παραιτηθούν στη συνέχεια λόγω της συνεχούς υπονόμευσης του θεσμού από τους υπουργούς της προηγούμενης και ιδίως της σημερινής κυβέρνησης.

Βλέπετε κάποια διέξοδο; Θέλω να πως αρκεί μια εναλλαγή συστημάτων στην εξουσία για να πάμε καλύτερα;

Ελπίζω να μην έχουμε «εναλλαγή συστημάτων» στην εξουσία. Το σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας μπορεί να έχει μύρια ελαττώματα, τα οποία έχουμε ευθύνη να αντιμετωπίσουμε – αλλά τα εναλλακτικά συστήματα οδήγησαν είτε σε εκατόμβες, είτε στην εξαθλίωση, είτε (το συνηθέστερο) και στα δύο μαζί. Οπότε, θα έλεγα να μην τα δοκιμάσουμε.

Αλλά υποθέτω εννοείτε «εναλλαγή κομμάτων». Κατ’ αρχάς να θυμηθούμε ότι η εναλλαγή είναι καλό πράγμα: θέτει όρια στην αλαζονεία των κυβερνώντων και αναζωογονεί τις πολιτικές ελίτ. Όπου αυτή δεν ήταν εφικτή, όπως π.χ. στην Ιταλία και στην Ιαπωνία των πρώτων 4 μεταπολεμικών δεκαετιών, το αποτέλεσμα ήταν η πτώση του επιπέδου της δημόσιας ζωής και η εκτεταμένη διαφθορά.

Σε αυτή την περίπτωση η απάντηση είναι εύκολη: όχι φυσικά, δεν αρκεί η εναλλαγή. Ιδίως εάν δεχθούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι να φύγουν οι Α για να έρθουν οι Β, αλλά το πώς η χώρα θα πάει μπροστά γυρίζοντας την πλάτη στο μείγμα αντιλήψεων και συμπεριφορών που μας οδήγησε στην χρεωκοπία. Δεν με καθησυχάζει το γεγονός ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που ίσως κερδίσει τις επόμενες εκλογές, έχει δώσει βήμα και αρμοδιότητες σε υπουργούς της κυβέρνησης Καραμανλή που συνέβαλαν καθοριστικά στη χρεωκοπία, στη συνέχεια βρήκαν αμοιβαίως επωφελείς τρόπους συνύπαρξης με την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, και τώρα ετοιμάζονται για την επιστροφή τους στην εξουσία (και στις απολαύσεις της).

Ας μην γελιόμαστε, το διακύβευμα είναι σοβαρό. Με τα σημερινά δεδομένα, το μέλλον μας είναι η μακρόχρονη παρακμή: ο υποβιβασμός μας από την Α’ (όπου ακόμη βρισκόμαστε) στη Β’ και μετά στη Γ’ κατηγορία, και η παραμονή μας εκεί όσες μεταγραφές παικτών και αλλαγές προπονητών και αν μεσολαβήσουν. Η εναλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα προϋποθέτει τη συστηματική απαξίωση του συνασπισμού της χρεωκοπίας, καθώς και την πολιτική απομόνωση των εκφραστών του σε όλα τα κόμματα. Και κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται ακόμη στον ορίζοντα.