1 Ιουλίου 2020

Η μηχανή του ανέμου

Απόσπασμα (κεφάλαια 34-36) από το μυθιστόρημα του Wu Ming 1 "La macchina del vento". Torino: Εκδόσεις Einaudi. Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιούλιος 2020).

34.

Ίσως να μου έπαιξε παράξενο παιγνίδι εκείνη η χαλάρωση, ή ίσως και εγώ, σαν τον Τζάκομο, να μην μπόρεσα άλλο να τα κρατάω όλα μέσα μου. Όπως και να είναι, μια μέρα παρά λίγο (επικίνδυνα λίγο) να τους διηγηθώ τα ονειροπολήματά[1] μου. Εν μέρει τα διηγήθηκα όντως, αν και τους άφησα να πιστέψουν ότι ήταν παιγνίδι, μια αθώα ψυχαγωγία[2].

Συνέβη στις 25 Ιουλίου, μια Πέμπτη. Εδώ και λίγο καιρό, τα πρωινά πηγαίναμε για μπάνιο στην Κάλα Ροσσάνο. Ήταν ένας όρμος ανάμεσα στο λιμάνι και σε ένα βραχώδες ύψωμα, τον διέσχιζε το μονοπάτι που οδηγούσε στο νεκροταφείο. Η παραλία είχε σχήμα μισοφέγγαρου, είχαμε την άδεια να μένουμε δύο ώρες, επιτηρούμενοι από τη στεριά και από τη θάλασσα. Αφήναμε τα κόκκινα βιβλιάρια σε έναν αστυνομικό στην παράγκα της εισόδου. Όση ώρα ήμαστε εκεί, μια βάρκα με μηχανή έμενε αγκυροβολημένη στο όριο του όρμου, με μέσα δύο ενόπλους. Συχνά οι δύο ένοπλοι ήταν οι αδελφοί Κιαραμαντέζι. Ντυμένοι στα μαύρα μέσα στον ήλιο, ψαρεύανε και μας κοιτάζανε μουτρωμένοι, πάντα έτοιμοι να μας ριχτούν με το παραμικρό πρόσχημα. Τους αγνοούσαμε με αρκετή ευκολία: κάναμε αγώνες κολύμβησης, αστεία στο νερό και κάστρα στην άμμο, σαν παιδιά. πάνω απ’ όλα, κάναμε ηλιοθεραπεία[3]. Πολλοί εκτοπισμένοι υπέφεραν από ρευματισμούς ή χειρότερα, η ηλιοθεραπεία ανακούφιζε τον πόνο.

Θυμάμαι την κομμουνίστρια Καμίλλα Ραβέρα[4]. Κτυπημένη από κάποια αδιευκρίνιστη αρρώστεια, την άνοιξη μετά βίας έβγαινε από το κτίριο. Της είχαν παραχωρήσει ένα δωματιάκι, αρχικά προορισμένο για την επιστάτρια, και έμενε σχεδόν συνέχεια στο κρεβάτι, παραπονιόταν για αδυναμία και ζαλάδες. Τα περισσότερα από τα φαγητά που δοκίμαζε της προκαλούσαν ενοχλήσεις, ιδίως το ψωμί και τα ζυμαρικά, και έτσι τρεφόταν με ρύζι, λαχανικά, φρούτα, και σχεδόν τίποτε άλλο. Οι ελλείψεις του Ιουνίου την είχαν ταλαιπωρήσει πολύ περισσότερο από εμάς: χειρότερα από εκείνη ήταν μόνο οι φθισικοί βαριάς μορφής.

Όμως με το που ήρθε το καλοκαίρι η Ραβέρα βγήκε από το κτίριο, στο πλευρό του Τερρατσίνι[5], και ήρθε στην Κάλα Ροσσάνο. Ήταν χλωμή και αδύνατη, αλλά λίγες εβδομάδες στην παραλία, σε μια ξαπλώστρα, της έφτασαν για να ανακτήσει εκτός από το χρώμα της και τη συνηθισμένη της ευδιαθεσία.

Μια μέρα με αεράκι και αφρισμένα κύματα βρήκαμε τη θάλασσα γεμάτη μέδουσες. Ανεξιχνίαστα ζώα, αποτελούμενα σχεδόν αποκλειστικά από νερό. Ομπρέλλες φτιαγμένες από βροχή, σαν οφθαλμαπάτες[6] που επιπλέουν, κινούμενες φιγούρες του Μαγκρίττ. Τα πλοκάμια τους εξαπέλυαν ένα δηλητήριο που πόναγε. Θυμάμαι ένα ξαδελφάκι μου που το τσίμπησε μέδουσα κάποιο μακρινό καλοκαίρι στο Πόρτο Γκαριμπάλντι. Τα μεγαλύτερα παιδιά με είχαν μάθει ένα κόλπο, και το έθεσα σε εφαρμογή. «Έλα εδώ Νίνο, άσ’το πάνω μου.» Του κατούρησα το πόδι. Δεν πέτυχε το κόλπο.

Για να μπορούν να κολυμπάνε χωρίς κίνδυνο, οι εκτοπισμένοι έπιαναν τη μια μέδουσα μετά την άλλη, και τις πέταγαν σε ένα σωρό στην άμμο. Τουλάχιστον σαράντα μέδουσες, ζωντανές, σε επιθανάτια αγωνία. Μέδουσες που βογκούσαν σιωπηλές, τα πλοκάμια να κουνάνε στον αέρα, στον ήλιο που τις σκότωνε.

Η σκηνή μου προκάλεσε αηδία[7], και σχολίασα: «Τουλάχιστον ο Περσέας το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας το έβαλε σε έναν σάκο ...»

Ο Ερνέστο Ρόσσι[8], που όχι απλώς είχε συμμετάσχει στο κυνήγι αλλά και είχε καθήσει δίπλα στο σωρό χωρίς την παραμικρή απέχθεια, παραξενεύτηκε και με ρώτησε: «Τι κατάληξη είχε εκείνο το μακάβριο εύρημα; Πήγα στο λύκειο, και έχω στο μυαλό το άγαλμα του Τσελλίνι, αλλά την ιστορία, εννοώ με λεπτομέρειες, δεν τη θυμάμαι ...»

Κάθησα ωκλαδόν δίπλα του, και κοιτάζοντας τη γαλάζια θάλασσα, άρχισα να εξηγώ: «Πρώτα-πρώτα να πούμε ότι από τον ανοιχτό λαιμό της Μέδουσας βγήκαν, σαν σε τοκετό, ο Πήγασος το φτερωτό άλογο, και ένας γίγαντας ονόματι Χρυσάωρ. Ο Περσέας έβαλε το κεφάλι στον σάκο, με πρόθεση να το χαρίσει στην Αθηνά. Το κεφάλι με τα γουρλωμένα μάτια ήταν όπλο, αρκούσε να το στρέψει προς κάποιον εχθρό για να τον πετρώσει, και μια μπούκλα από τα μαλλιά-ερπετά αρκούσε για να αποκρούσει ολόκληρο στράτευμα.»

«Θα ερχόταν κουτί στους Εγγλέζους στην Δουνκέρκη» σχολίασε ο Ρόσσι. «Και θα τους ερχόταν κουτί τώρα.»

Πράγματι, εδώ και δύο εβδομάδες ήταν σε εξέλιξη η Μάχη της Μάγχης, ανάμεσα σε βρετανικά και γερμανικά αεροπλάνα.

«Ο Περσέας» συνέχισα «μάζεψε το αίμα της Μέδουσας, ή μάλλον θα μπορούσαμε να πούμε τα αίματα, γιατί ήταν δύο, και είχαν μαγικές ιδιότητες: εκείνο που έρρεε από τη δεξιά πλευρά του σώματος μπορούσε να αναστήσει νεκρούς, ενώ εκείνο από την αριστερή πλευρά ήταν ισχυρότατο δηλητήριο. Έπειτα ο ήρωας ανέβηκε στη ράχη του Πήγασου και πέταξε.»

«Και ο άλλος τύπος, ο γίγαντας;»

«Πήρε το δρόμο του, είναι άλλη ιστορία. Αργότερα, καθώς ο Περσέας και ο Πήγασος πέταγαν πάνω από τις ακτές του Κέρατος της Αφρικής, είδαν ένα θαλάσσιο τέρας. Ο Ψευδο-Απολλόδωρος χρησιμοποιεί τη λέξη κήτος[9], που πάει να πει φάλαινα ...»

«Ή μεγάλος καρχαρίας, ναι. Όπως cetus στα λατινικά.»

«Ακριβώς. Εκείνο το κήτος[10] ήταν έτοιμο να καταβροχθίσει μια κοπέλα δεμένη σε ένα σκόπελο. Ο Πήγασος εφόρμησε και ο Περσέας, χρησιμοποιώντας τα μάτια της Μέδουσας, πέτρωσε το τέρας. Η κοπέλα που σώθηκε ονομαζόταν Ανδρομέδα, και πιο ύστερα έγινε γυναίκα του.»

«Μα γιατί ήταν δεμένη σε ένα σκόπελο;»

«Μεγάλη ιστορία, θα μας απομακρύνει από τη Μέδουσα. Φτάνει να πούμε ότι είχε ανάμειξη ο Ποσειδώνας, δικό του ήταν το τέρας. Όταν η Αθηνά πήρε το κομμένο κεφάλι, τη στερέωσε στην ασπίδα της για να κτυπά τους εχθρούς σε ώρα ανάγκης.»

«Συγχαρητήρια για τη μνήμη, ή μάλλον για τη λογιοσύνη! Είναι σαφές ότι δεν τα σπούδασες μόνο στο γυμνάσιο αυτ ...»

Μια σκιά κάλυψε τον ήλιο. «Σας άκουσα να μιλάτε για μυθολογία. Να έρθω κι εγώ στην παρέα;»

Ήταν ο Σπινέλλι[11]. Κάθησε και εκείνος ωκλαδόν δίπλα στο σωρό με τις ετοιμοθάνατες μέδουσες, που οδύρονταν στην πιο απόλυτη σιωπή.

Ο Ρόσσι ξανάπιασε την κουβέντα. «Ήμουν έτοιμος να σε ρωτήσω τι σπούδασες, Ερμίνιο.»

«Θα έπαιρνα πτυχίο φιλολογίας, στη Μπολώνια. Μετά με συνέλαβαν και δεν έγραψα διπλωματική. Ή μάλλον, είχα γράψει τον πίνακα περιεχομένων και την εισαγωγή, αλλά και πριν με συλλάβουν είχα φασαρίες ...»

«Με τους φασίστες εννοείς;» ρώτησε ο Ρόσσι.

«Με έναν φασίστα. Τον επιβλέποντα καθηγητή μου: τον Γκοφρέντο Κόππολα, ούτε λίγο ούτε πολύ.»

«Τον φιλόλογο;» έκανε ο Σπινέλλι. «Αυτόν τον εμετικό ρατσιστή που γράφει στην τρίτη σελίδα του Ποπού της Ιταλίας[12]»;

«Χαμήλωσε τη φωνή, Αλτιέρο» είπε ο Ρόσσι.

«Δεν φώναξα, και έπειτα είμαστε κόντρα στον άνεμο, ποιος μας ακούει;»

«Ναι, αυτός ακριβώς. Λάβετε υπόψη ότι το πανεπιστήμιο της Μπολώνια ήταν από την αρχή ένα από τα πιο εκφασισμένα της Ιταλίας. Σας διαβεβαιώ ότι σε λίγα μέρη θα βρείτε τέτοια δουλοπρέπεια στο καθεστώς, και τόσο ανελέητο ανταγωνισμό στο ποιος θα φιλήσει περισσότερο και με τα σάλια να του τρέχουν τα πόδια του Φασολάδα[13]».

«Τα πόδια;» γέλασε ο Σπινέλλι. «Εκτιμώ το understatement[14], που λένε οι Εγγλέζοι».

«Ευχαριστώ. Από αυτή την άποψη, ο πρύτανης Γκίτζι είναι αληθινός αγροίκος, και ο Κόππολα αηδιαστικός. Τα θλιβερά παραληρήματά του εναντίον των Εβραίων τα έχετε διαβάσει στον Ποπό, αλλά και στον ακαδημαϊκό χώρο δεν αστειεύεται. Μελετητής επιπέδου, δίχως αμφιβολία, αλλά υποτάσσει τα πάντα στην κολακεία του καθεστώτος. Για παράδειγμα, σε ένα βιβλίο του για τον Καλλίμαχο έφτασε να βάλει έναν παιάνα στον Γκρατσιάνι[15]

«Άρα θα πανηγυρίζει αυτές τις μέρες!» σχολίασε ο Ρόσσι.

Πράγματι, στις αρχές Ιουλίου ο στρατηγός Γκρατσιάνι είχε επιστρέψει στη Λιβύη ως διάδοχος του Μπάλμπο[16]: νέος κυβερνήτης και νέος διοικητής του ιταλικού στρατού στη Βόρεια Αφρική.

«Και τι φασαρίες είχες με τον Κόππολα;» ρώτησε ο Σπινέλλι.

«Η ιδέα μου για τη διπλωματική ήταν ‘Η Αδριατική, το Ιόνιο, το Τυρρηνικό Πέλαγος και τα ιταλικά αρχιπέλαγα στους ελληνικούς μύθους’. Αναγκαστικά ο επιβλέπων έπρεπε να είναι εκείνος, που κατείχε την έδρα της ελληνικής φιλολογίας. Και δέχθηκε, μάλιστα στην αρχή ήταν ενθουσιασμένος, αλλά όταν διάβασε τα περιεχόμενα και την εισαγωγή ... Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Αυτά που ήθελα να πω εγώ στην διπλωματική εκείνου δεν του άρεσαν με τίποτε.»

«Και τι ήθελες να πεις;»

«Αλήθεια σας ενδιαφέρει;» ρώτησα κοιτάζοντας πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο. Δεν θα ήθελα να μακρυγορήσω και να σας κάνω να βαρεθείτε ...»

«Αστειεύεσαι; Στη Βεντοτένε είμαστε! Έχουμε όλο τον χρόνο του κόσμου ...»

Ο χρόνος του κόσμου, ακριβώς.

Και έτσι τους περιέγραψα τον σκελετό της διπλωματικής, και εν τω μεταξύ σκεφτόμουν ότι δεν την είχα ποτέ περιγράψει σε κανέναν. Μου στάθηκε στο λαιμό τον Μάρτιο του ’36.

«Ήθελα να δείξω πώς στους ελληνικούς μύθους οι θάλασσες της Ιταλίας είναι πάντα ανοιχτές και χωρίς σύνορα, και ο διάπλους τους είναι ευκαιρία για απρόσμενες και εντυπωσιακές συναντήσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς, σε διαφορετικές ανθρώπινες φυλές, ανάμεσα σε ανθρώπους και θεούς, ανάμεσα σε ανθρώπους, ζώα και τέρατα. Συναντήσεις που συχνά γίνονται σε συνθήκες ανοιχτής σύγκρουσης, αλλά συχνότερα σε συνθήκες διφορούμενης σύγκρουσης, διαποτισμένης με γοητεία, ή σε συνθήκες υποδοχής, διάθεσης ανάμειξης, ακόμη και ερωτισμού. Ανοιχτή σύγκρουση είναι για παράδειγμα των Αχαιών με τον Πολύφημο, στη Λαχαία[17]. Αντίθετα, διφορούμενη και γεμάτη γοητεία είναι η σύγκρουση του Οδυσσέα με την Κίρκη, εδώ κάτω» και έδειξα με το δάχτυλο το ακρωτήρι πέρα από τη θάλασσα. «Ο Οδυσσέας πρέπει να αντισταθεί στη γοητεία και όταν συναντά τις Σειρήνες, στο Στενό της Μεσσίνης. Όσο για την υποδοχή, μπορούμε να αναφέρουμε τον Αίολο, που φιλοξενεί τον Οδυσσέα επί ένα μήνα στο παλάτι του στο Λίπαρι[18], και προφανώς τη Ναυσικά και τους Φαίακες, που ο Οδυσσέας συναντά στο Ιόνιο όταν ναυαγεί στην Κέρκυρα. Και όλα αυτά εάν περιοριστούμε στην Οδύσσεια. Ήθελα να υπογραμμίσω επίσης ότι σε πολλούς από αυτούς τους μύθους η συνάντηση διά θαλάσσης είναι ευκαιρία για σεξουαλικές σχέσεις όχι μόνο ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς, αλλά και ανάμεσα σε ανθρώπους και μη, σχέσεις που γεννούν πάντοτε καινούρια υβρίδια. Αυτό ήταν το σχέδιο της διπλωματικής μου.»

Στην αρχή σιωπούσαν και οι δύο, τα χείλη μισάνοιχτα. Κράτησε μια στιγμή, μετά ξέσπασαν και οι δύο σχεδόν ταυτόχρονα.

«Χα-χα!» έκανε ο Ρόσσι. «Καλά, πώς σου ήρθε να του προτείνεις κάτι τέτοιο;»

«Χα-χα!» έκανε ο Σπινέλλι. «Το κατάπλασμα τον Κόππολα δεν τον έχω δει ποτέ στη φάτσα, αλλά τον φαντάζομαι να διαβάζει αυτό το πράγμα ...»

«Ξέρω, φέρθηκα απρόσεκτα. Αλλά παρασύρθηκα, μαγεμένος από την πρωτοτυπία και τη δύναμη της ερμηνείας μου. Ή τουλάχιστον, πρωτότυπη και δυνατή φαινόταν σε μένα. Όσο για τη φάτσα, παρόλη τη φλυαρία για την Άρεια φυλή, ο Κόππολα είναι μελαχροινός, σίγουρα έχει πρόγονους Σαρακηνούς, αλλά ορκίζομαι ότι τον είδα να γίνεται πανί.»

«Άρα κατά κάποιον τρόπο θα έπρεπε να σε ευγνωμονεί!» είπε ο Σπινέλλι.

«Αντίθετα τσαντίστηκε, και πολύ μάλιστα. Είπε ότι αυτά που έλεγα ήταν ‘άνευ νοήματος’, ότι αυτό που έχει σημασία όταν μιλάμε για τις θάλασσες της Ιταλίας ήταν ότι είναι ‘της Ιταλίας’, και άρχισε ένα κήρυγμα για τις παραδόσεις της φυλής μας, τσιτάροντας τον Φασολάδα, φλυαρώντας ότι εμείς οι Ιταλοί ‘από την εποχή της Οδύσσειας και νωρίτερα ακόμη’ - έτσι ακριβώς είπε – είμαστε ‘λαός ποιητών, καλλιτεχνών, ηρώων, θαλασσοπόρων, ταξιδευτών’ ... Με λίγα λόγια, για τους φασίστες ο Οδυσσέας ήταν Ιταλός.»

«Ιταλός ήταν ο Πολύφημος, εδώ που τα λέμε ...» είπε ο Ρόσσι.

«Λαός αγίων, ποιητών, και καννιβάλων» απήγγειλε ο Σπινέλλι.

«Τέλος πάντων, μου ζήτησε, ή μάλλον μου υπέδειξε, να αλλάξω τελείως τη δομή της διπλωματικής, έτσι ώστε ‘να αναδείξω την ιταλικότητα της τοποθεσίας των κλασσικών μύθων’. Λίγο μετά με έπιασε η αστυνομία ...»

«Και θα το έκανες;» με ρώτησε ο Σπινέλλι. «Εννοώ θα έγραφες εκείνες τις ηλιθιότητες;»

Πήρα βαθιά ανάσα.

«Ε, είχα μπλέξει άσχημα. Θα μπορούσα να αλλάξω διπλωματική, να απευθυνθώ σε άλλον επιβλέποντα καθηγητή, αλλά θα ήταν ρήξη. Θα τραβούσε πάνω μου την προσοχή, μπορεί ο ίδιος ο Κόππολα να διέδιδε υποψίες για μένα, αν δεν το είχε κάνει ήδη ... Όσο σκέφτομαι ότι με παρακολουθούσαν ήδη! Και εκεί που σκεφτόμουν τι να κάνω, αποφάσισε για λογαριασμό μου η ΟΒΡΑ[19]. Και μου έμεινε ...»

Ο Σπινέλλι και ο Ρόσσι κρέμονταν από τα χείλη μου.

«Αυτή η ιστορία μου έμεινε εδώ» έφερα το χέρι στο Μήλο του Αδάμ. «Και δεν πάει κάτω με τίποτε.»

«Κουράγιο» έκανε ο Ρόσσι, χτυπώντας τα χέρια στους μηρούς. «Εδώ βρισκόμαστε στο Πανεπιστήμιο της Ξερονησούπολης, που είναι καλύτερο από πολλά ανώτατα ιδρύματα της ηπειρωτικής χώρας. Κάνε ότι εξετάζουμε τη διπλωματική σου.»

«Σωστά» είπε ο Σπινέλλι, «σε βλέπω ήδη με άριστα και έπαινο[20]». Μου αρέσει πολύ η προσέγγισή σου στους ελληνικούς μύθους. Μας παρουσιάζει τις θάλασσες της Ιταλίας ως θάλασσες της Ευρώπης.

«Όχι μόνο της Ευρώπης, και της Αφρικής» διευκρίνισα.

Τους είχα γοητεύσει, και ήθελαν κι άλλο.

«Πριν λίγο αναφέρθηκες στον Αίολο και στο φιλόξενο πνεύμα του» είπε ο Ρόσσι. «Αλλά εδώ που βρισκόμαστε, δεν φαίνεται πολύ φιλικός μαζί μας: ο άνεμος μας μαστιγώνει μέρα και νύχτα, και το χειμώνα μας γδέρνει το δέρμα!»

«Όχι μόνο το χειμώνα ...» είπε ο Σπινέλλι. «Αλλά και ο Ποσειδώνας ωραίος εγκληματίας είναι, με τις τρικυμίες του δεν έρχονται πλοία, και οι εκτοπισμένοι φθάνουν στο νησί με το στομάχι στο στόμα.»

«Μισό λεπτό» τους διέκοψα, «ο ένας από τον άλλον έχουν διαφορά.»

Σηκώθηκα όρθιος. Άλλαξε η προοπτική: τώρα τους μιλούσα από πάνω προς τα κάτω.

«Για τον Ποσειδώνα γνωρίζουμε πολλά, και ‘εγκληματίας’ είναι σωστός ορισμός.»

Διηγήθηκα τα άθλια και ανάξια κατορθώματα του θεού της θάλασσας, χωρίς να πηγαίνω πέρα από ό,τι ήταν ήδη γνωστό.

«Με λίγα λόγια» κατέληξα, «εάν πρέπει να του αποδώσω πολιτική τοποθέτηση θα έλεγα ότι ο Ποσειδώνας είναι φασίστας.»

«Ε βέβαια» αναφώνησε ο Αλτιέρο. «Είναι τελείως προφανές. Και ο Αίολος;»

«Για τον Αίολο έχω σκεφτεί κάτι, αλλά ...»

Έτρεμα; Ίσως μόνο μια ριπή ανέμου στην ιδρωμένη μου πλάτη ...

«Μια ιδέα μάλλον αιρετική ...»

Έτρεμα. Το κατάλαβαν;

«Τέλος πάντων, για παιγνίδι είναι» δοκίμασα να πω, «για ψυχαγωγία[21]

«Για να ακούσουμε!» είπε ο Ερνέστο.

35.

Αφηγήθηκα την ιστορία του Ποσειδώνα θαλασσινού φρουρού της εξορίας, και τον αγώνα του Αιόλου να τον διώξει από το Λίπαρι.

«Σίγουρα ο Ποσειδώνας εγκαταστάθηκε εκεί το φθινόπωρο του ’26, όταν ο φασισμός άνοιξε το στρατόπεδο. Η ιδέα μου είναι ότι ο Αίολος κατάφερε σημαντική νίκη κάποια στιγμή ανάμεσα στις 17 Αυγούστου του ‘28 και στις 27 Ιουλίου του ΄29.»

«Α, ωραία!» έκανε ο Ερνέστο γελώντας. «Πώς έτσι, ανάμεσα στις συγκεκριμένες ημερομηνίες;»

«Η πρώτη είναι της αποτυχημένης απόδρασης του Σπανγκάρο[22]. H δεύτερη της επιτυχημένης των Λούσσου[23], Νίττι[24] και Ροσσέλλι[25].»

Γούρλωσαν τα μάτια. Ξανάπιανα μια ιστορία για την οποία εδώ και καιρό δεν μιλούσε κανείς.

«Μια αυγουστιάτικη μέρα ο Αντόνιο Σπανγκάρο, νεαρός κομμουνιστής από το Ούντινε, παίρνει ένα καρυδότσουφλο και επιχειρεί να αφήσει το νησί, αλλά ο Ποσειδώνας ξεσηκώνει τα κύματα, ο φυγάς κινδυνεύει να πνιγεί, και στο τέλος αποφασίζει να γυρίσει στη στεριά. Οι Φριουλάνοι έχουν φήμη ξεροκέφαλων ανθρώπων, και πράγματι ο Σπανγκάρο είναι αποφασισμένος να μην παραδοθεί, θέλει να δυσκολέψει τους φασίστες. Προτού τον συλλάβουν, μένει κρυμμένος στο νησί πάνω από μήνα.

«Λένε ότι ο Φασολάδας ήταν έξω φρενών» σχολίασε ο Σπινέλλι, «και δεν δυσκολεύομαι να το πιστέψω.»

«Κάποια στιγμή όμως ο Αίολος καταφέρνει να ξαναπάρει το Λίπαρι, και στο τέλος μια απόδραση έχει απόλυτη επιτυχία. Το σχέδιο είναι καλοδουλεμένο: μια βενζινάκατος που ξεκινά από την Τύνιδα μαζεύει τον Λούσσου, τον Νίττι και τον Ροσσέλλι, και όπου φύγει-φύγει. Με τον Ποσειδώνα να περιπολεί στα πέριξ, και εκείνοι οι τρεις θα αποτύγχαναν, όπως ο Σπάνγκαρο, ή όπως ο Στραμούτσι και ο Μαρκαλεόνε. Ο Ποσειδώνας όμως δεν το βάζει κάτω, και οι αψιμαχίες με τον Αίολο συνεχίζονται μέχρι το ’33, όταν η επικράτηση του κυρίου των ανέμων είναι οριστική, και το στρατόπεδο διαλύεται. Ανακεφαλαιώνοντας, ο Αίολος κάνει τη δουλειά του, και αν ο άνεμος φυσάει δυνατά δεν είναι επειδή έχει κάτι εναντίον μας, κάθε άλλο, έχει εναντίον του φασίστα του Ποσειδώνα. Δεν σημαίνει ότι είναι ακριβώς αντιφασίστας, αλλά σίγουρα δεν είναι με τους άλλους.»

Οι φάτσες τους έμοιαζαν με φωτογραφίες: ακίνητες. Τους είχα μαγέψει.

«Ωραίο παιγνίδι αυτό!» είπε ο Ρόσσι, βγαίνοντας από την ακινησία. «Μας τοποθετεί όλους μέσα σε ένα νέο επικό ποίημα. Πώς θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε;»

«Βεντοτενειάδα!» είπε πίσω μας μια χαρούμενη φωνή.

Ήταν ο Λάζαρ Φούντο[26], ο Αλβανός.

Ο Φούντο είχε φτάσει στην Βεντοτένε στο τέλος του χειμώνα. Ήταν 41 ετών, μέσου αναστήματος, ξανθός, για να λέμε την αλήθεια σχεδόν φαλακρός, με σκαμμένο πρόσωπο από το οποίο εξείχαν μύτη και πηγούνι, και τα δύο μυτερά. Δημοσιογράφος, πρώην κομμουνιστής, η διαδρομή του έμοιαζε με εκείνη του Σπινέλλι, αλλά πολύ πιο κοντά στα γεγονότα, δεδομένου ότι ήταν πολύ καιρό στη Ρωσία και είχε κινδυνεύσει στις περίφημες διώξεις του Στάλιν. Εδώ και καιρό είχε έρθει σε ρήξη με τους Αλβανούς κομμουνιστές, και ήταν στη μαύρη λίστα της Διεθνούς ως «τροτσκιστής».

Ήταν και ο Φούντο παθιασμένος με την κλασσική κουλτούρα. Διάβαζε αρχαία ελληνικά, και γυρνούσε με τις τσέπες γεμάτες μικρά κομμάτια χαρτί: στίχοι ποιημάτων, σημειώσεις, αποσπάσματα βιβλίων που έπαιρνε δανεικά από τη βιβλιοθήκη. Κάθε τόσο σταματούσε σκεφτικός, άρχιζε να ψάχνει στις τσέπες, τραβούσε ένα μάτσο χαρτιά, έβρισκε εκείνο που ήθελε, το διάβαζε κινώντας ανεπαίσθητα τα χείλη, το ξανάβαζε στην τσέπη, και μετά ξανάρχιζε το περπάτημα, απορροφημένος από τη σκέψη, χαμένος ποιος ξέρει σε ποια όνειρα.

Τώρα που οι εκδοτικοί οίκοι δημοσιεύουν κείμενα γραμμένα στην εξορία, είναι εύκολο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ήταν εύκολο να γράφεις. Κάθε άλλο: μπορούσες να γράφεις μόνο σε ένα τετράδιο που σου έδινε η διεύθυνση του στρατοπέδου, μετά από αίτημά σου. Οι σελίδες ήταν αριθμημένες και απαγορευόταν να τις σκίσεις. Το τετράδιο σου το έδιναν το πρωί και το παρέδιδες το βράδυ, στο δεύτερο προσκλητήριο. Η αστυνομία έλεγχε τις σελίδες μια-μια, και την επομένη σου το ξαναδίνανε. Εάν ήθελες να γράψεις κάτι άλλο, έπρεπε να το κάνεις κρυφά. Έτσι έγραψαν το μανιφέστο τους ο Σπινέλλι και ο Ρόσσι. Αλλά προτρέχω.

«Σας άκουσα χωρίς να το θέλω» είπε ο Φούντο με τα ελαφρώς ανακριβή ιταλικά του. «Εγώ λέω ότι και ο Άρης δεν μπορεί παρά να είναι φασίστας.»

«Φυσικά!» απάντησα αμέσως. «Ο Άρης είναι ο θεός της ωμής ισχύος, των σφαγών, του πολέμου ως αυτοσκοπός. Δεν είναι τυχαίο ότι ο φασισμός τον δοξάζει. Για να είμαστε ακριβείς, ο φασισμός δοξάζει τον Μάρτε, τον αντίστοιχό του στη ρωμαϊκή θρησκεία. Οι δυο τους δεν είναι τελείως ισοδύναμοι, αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Μάρτε είναι ο πατέρας του Ρόμολου, και δείχνει κάπως λιγότερο ηλίθιος ... Αλλά ο Άρης δεν κάθεται να το ψάξει, και κολακεύεται από τους φασιστικούς παιάνες[27]

«Ε τότε» με παρότρυνε ο Φούντο, «εγώ λέω και η Αθηνά είναι αντιφασίστρια! Στην Οδύσσεια πάει κόντρα στον Ποσειδώνα, και σε άλλους μύθους έρχεται αντιμέτωπη με τον Άρη και τον ταπεινώνει.»

«Βέβαια» απάντησα. «Η Αθηνά δεν μπορεί παρά να είναι αντιφασίστρια. Είναι και εκείνη θεότητα του πολέμου, αλλά με τρόπο διαφορετικό από του Άρη: είναι η θεά των δίκαιων πολέμων. Δηλαδή σαν να λέμε η θεά των επαναστάσεων, έτσι δεν είναι; Είναι η θεά της ευφυΐας ενάντια στην ωμή δύναμη – να γιατί αντιμάχεται και νικά τον Άρη. Είναι προστάτιδα της παραγωγικής εργασίας, άρα του προλεταριάτου. Τέλος, είναι προστάτιδα της ελεύθερης κυριαρχίας της πόλεως[28]. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αθήνα ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της.»

«Ξέρεις κάτι;» έκανε ο Ρόσσι. «Με αυτές τις ιστορίες μου έβαλες ιδέες για καλικάντζαρο[29]

Ο Ερνέστο έλεγε καλικάντζαρους τα σκίτσα του, λαμπρές καρικατούρες που σχεδίαζε πάντα και παντού: στα περιθώρια των εφημερίδων, στο χαρτί περιτυλίγματος του χασάπη, στις πέτρες με κιμωλία κτλ.

«Τέλος χρόνου!» φώναξε ο αστυνομικός από την παράγκα. «Ώρα να φύγουμε από την παραλία.»

Σαν να συνήλθα από λήθαργο, άρχισα πάλι να ακούω τις φωνές, τα γέλια, το θόρυβο του ανέμου και των κυμάτων.

Κοίταξα γύρω μου: οι λουόμενοι μάζευαν τα κουρέλια τους, τίναζαν τις πετσέτες, καθάριζαν τα πόδια τους από την άμμο. Στο πιο απόμακρο άκρο του μισοφέγγαρου της παραλίας είδα τον Ραβαϊόλι, ακίνητο, τελείως ντυμένο. Λίγα μέτρα πιο εκεί ήταν ο Καραμέλλα, με κοντό παντελονάκι και ριγέ φανέλα. Ήταν μακριά, αλλά μου φάνηκε ότι κοίταζαν τη βάρκα των Κιαραμαντέζι. Παρατήρησα και εγώ ότι πλησίαζε στη στεριά. Ο Νέρι και ο Γκαμπριέλλο έρχονταν να βεβαιωθούν ότι όλα ήταν εντάξει, και ίσως να σπρώξουν τους πιο αργούς με κλωτσιές στον πισινό.

Εκείνη τη στιγμή ο άνεμος άρχισε να λυσσομανά.

Την προηγούμενη νύχτα, μετά από πρόταση της Αθηνάς, ο Ερμής συνάντησε τη θεά με τα αστραφτερά μάτια στο Ακρωτήρι του Αιόλου[30], ανάμεσα στα ερείπια της Βίλλας Τζούλια και στο νεκροταφείο. Το νησί ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι. Ο Γαλαξίας χώριζε στα δύο τον ουρανό. Τα αστέρια ξεχώριζαν στο στερέωμα, έμοιαζαν τσούρμο πυγολαμπίδες.

«Αδελφή μου, γιατί συναντιόμαστε ειδικά εδώ;»

«Γιατί θέλω να σου δείξω κάτι. Έχω μια ιδέα.»

«Μια ιδέα για να βγάλουμε από τη μέση τους Αλωάδες;[31]»

«Ναι, και μου την έβαλαν οι ίδιοι. Θυμάσαι τότε που ήθελαν να γεμίσουν τη θάλασσα ρίχνοντας μέσα βουνά;»

«Ξεχνώνται αυτά; Ήμουν δίπλα στον μπαμπά όταν τους τσουρούφλισε.»

«Ωραία, τότε έλα μαζί μου.»

Έχοντας την είσοδο του νεκροταφείου στα δεξιά τους, έκαναν το γύρο του ψηλού τοίχου. Η μεσημβρινή πλευρά έβλεπε στην Κάλα Ροσσάνο. Κατέβαιναν σε εκείνη την κατεύθυνση, έχοντας περπατήσει κάπου 20 μέτρα, όταν η Αθηνά σταμάτησε.

«Το έχεις ποτέ προσέξει αυτό;» ρώτησε τον Ερμή, δείχνοντας έναν μεγάλο βράχο στην άκρη του γκρεμού.

Μετά του εξήγησε το σχέδιο.

«Μου αρέσει!» είπε ο φτερωτός θεός.

«Εμείς θα είμαστε εκεί, περιμένοντας να φτάσουν στο σωστό σημείο. Θα δώσουμε σήμα στον Αίολο και θα χτυπήσουμε. Θα ξεμπερδέψουμε μια και καλή με αυτούς τους δύο, θα δεις.»

36.

Ο άνεμος φυσούσε όλο και πιο δυνατά, τόσο που μας έκανε να τρικλίζουμε. Κάποιος έβαλε μια φωνή, και ριχτήκαμε στη γη, ενώ στην παραλία σχηματίστηκε ένας στρόβιλος, που άρχισε να μεγαλώνει, τινάζοντας στον αέρα πετσέτες, σανδάλια, ψάθινα καπέλα – και μέδουσες. Είδα τις μέδουσες, πλάσματα του νερού, να χορεύουν στον αέρα. Πλάφ! έκανε μια, πηγαίνοντας να κολλήσει στην παράγκα της εισόδου της παραλίας. Στην ακτή σηκώνονταν κύματα κακά, ταρακουνούσαν τη βάρκα των Κιαραμαντέζι, ο Γκαμπριέλλο φώναζε, ενώ ο Νέρι κατάχλωμος συγκρατούσε σπασμούς εμετού. Ποιος από τους δύο ήταν ο Ώτος και ποιος ο Εφιάλτης; Πάντως με τα πολλά κατάφερναν να κινήσουν τη βάρκα, και είχαν πλέον φτάσει κοντά στη στεριά, στο πιο απόμακρο άκρο του μισοφέγγαρου της παραλίας, εκεί που λίγο πριν είχα δει τον Ραβαϊόλι.

«Αν ο Αίολος είναι μαζί μας» φώναξε ο Ρόσσι μέσα στον χαλασμό[32], «παράξενο τρόπο έχει να το δείχνει!»

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα μπουμ-μπουμ[33]. Σηκώσαμε το βλέμμα: από τον γκρεμό στην άκρη του νεκροταφείου κατρακυλούσε μια τεράστια πέτρα, που με ένα τελευταίο γκελ πήρε ύψος, - στην τροχιά της ήταν η βάρκα.

«Όοοχιιι!» φώναξε ο Ώτος, ή ίσως ο Εφιάλτης.

Κράχ! έκανε ο μετεωρίτης, πετυχαίνοντας τη βάρκα στο σταυρό και διαλύοντάς την, κάνοντας κομμάτια τα κόκκαλα των Αλωάδων.

Την ίδια στιγμή ο άνεμος σταμάτησε να φυσάει.

Εγώ, ο Ρόσσι, ο Σπινέλλι και ο Φούντο κοιταχτήκαμε κατάπληκτοι. Υπήρχαν παντού μέδουσες. Οι άλλοι σηκώνονταν ζαλισμένοι, ήδη μερικοί πλησίαζαν προς τη βάρκα, που είχε μεταβληθεί σε ένα σωρό από ξύλα, σώματα, αίματα, βογγητά, και μαύρα πουκάμισα.

Ο αστυνομικός της παράγκας σφύριξε με τη σφυρίχτρα καλώντας σε βοήθεια.

Ο πρώτος που μίλησε ήταν ο Σπινέλλι.

«Ερνέστο, τι έλεγες πριν λίγο για τον Αίολο;»



[1] Rêveries: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[2] Divertissement: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[3] Elioterapia στο κείμενο (ΣτΜ).

[4] Camilla Ravera (1889-1988): συνιδρύτρια του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ) το 1921, διαγράφτηκε το 1939 (μαζί με τον Umberto Terracini – βλ. παρακάτω) επειδή πήρε θέση κατά του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, έγινε πάλι δεκτή στο κόμμα το 1945, εξελέγη δύο φορές βουλευτής του ΙΚΚ (1948-1958), έγινε η πρώτη Ιταλίδα που ονομάστηκε διά βίου μέλος της Γερουσίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Sandro Pertini το 1982 (ΣτΜ).

[5] Umberto Terracini (1895-1983): ιστορικό στέλεχος του ΙΚΚ (αν και από θέσεις «κριτικής αυτονομίας»), βουλευτής το Μεσοπόλεμο (1921-1924), αντιπρόεδρος (1946) και στη συνέχεια πρόεδρος (1947) της Συντακτικής Συνέλευσης, γερουσιαστής από την ίδρυση της Ιταλικής Δημοκρατίας το 1948 έως τον θάνατό του το 1983 (ΣτΜ).

[6] Trompe-l'œil: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[7] Scaréz: σε διάλεκτο (και μετά στα ιταλικά: ribrezzo) στο κείμενο (ΣτΜ).

[8] Ernesto Rossi (1897-1967): στέλεχος της αντιφασιστικής οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία» και του Κόμματος της Δράσης, συντάκτης μαζί με τον Altiero Spinelli (βλ. παρακάτω) και τον Eugenio Colorni του Μανιφέστου της Ventotene («Για μια Ευρώπη ελεύθερη και ενωμένη») το 1941, ιδρυτικό στέλεχος του Ριζοσπαστικού Κόμματος το 1955 (ΣτΜ).

[9] Ελληνικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[10] Λατινικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[11] Altiero Spinelli (1907-1986): μέλος του ΙΚΚ μέχρι τη διαγραφή του το 1937, στέλεχος του Κόμματος της Δράσης, συντάκτης του Μανιφέστου της Ventotene το 1941, ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Φεντεραλιστικού Κινήματος, Ευρωπαίος Επίτροπος Βιομηχανίας (1970-1976), εξελέγη ως ανεξάρτητος με τα ψηφοδέλτια του ΙΚΚ στην Ιταλική Βουλή (1976-1983) και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (1979-1986) (ΣτΜ).

[12] Στην αργκώ των εκτοπισμένων αντιφασιστών, η εφημερίδα του καθεστώτος («Popolo d’Italia») μετατρέπεται σε «Popò d’Italia» (ΣτΜ).

[13] Στην ίδια αργκώ, το παρατσούκλι του Μουσσολίνι είναι «Pasta e fagioli» δηλαδή «ζυμαρικά με φασόλια» (ΣτΜ).

[14] Αγγλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[15] Rodolfo Graziani (1882-1955): κατακτητής της Λιβύης (1921-1931), υπεύθυνος για τα αντίποινα κατά της αντίστασης στην ιταλική κατοχή της Αιθιοπίας (1935-1937), τα οποία του χάρισαν την ονομασία «χασάπης του Φεζάν», και μια θέση στον κατάλογο των εγκληματιών πολέμου της σχετικής επιτροπής του ΟΗΕ, ενώ στην Ιταλία καταδικάστηκε σε κάθειρξη 19 ετών για συνεργασία με τους ναζί, έμεινε στη φυλακή 4 μήνες, εντάχθηκε στο νεοφασιστικό κόμμα, του οποίου έγινε επίτιμος πρόεδρος (ΣτΜ).

[16] Italo Balbo (1896-1940): ηγετικό στέλεχος του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος, εκ των επικεφαλής της Πορείας στη Ρώμη (1922), διοικητής της φασιστικής πολιτοφυλακής, κυβερνήτης της Λιβύης (1934-1940), το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε κατά λάθος από φίλια πυρά στο Τομπρούκ (ΣτΜ).

[17] Isola Lachea: το μεγαλύτερο από τα νησιά του Αρχιπελάγους των Κυκλώπων στα ανοιχτά της Σικελίας (ΣτΜ).

[18] Lipari: το μεγαλύτερο από τα «Νησιά του Αιόλου» στα ανοιχτά της Σικελίας, βορειοδυτικά της Μεσσίνης (ΣτΜ).

[19] Organizzazione per la Vigilanza e la Repressione dell'Antifascismo: «Οργανισμός Επαγρύπνησης και Καταστολής του Αντιφασισμού», μυστική αστυνομία του φασιστικού καθεστώτος (ΣτΜ).

[20] Magna cum laude: λατινικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[21] Divertissement: γαλλικά στο κείμενο (ΣτΜ).

[22] Antonio Spangaro: κομμουνιστής εξόριστος από την πόλη του Ούντινε, στην περιφέρεια του Φρίουλι (ΒΑ Ιταλία). Απέδρασε από τη φυλακή πριονίζοντας τα κάγκελα του κελιού και δένοντας κόμπους το ύφασμα του σεντονιού. Συνελήφθη μετά από λίγες μέρες (ΣτΜ).

[23] Emilio Lussu (1890-1975): πολιτικός και συγγραφέας, ιδρυτής του Κόμματος Δράσης της Σαρδινίας, στέλεχος της αντιφασιστικής οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία» (1929-1943), του Κόμματος της Δράσης (1943-1947) του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΙΣΚ) (1947-1964), του ΙΣΚ Προλεταριακής Ενότητας (1964-1972), γερουσιαστής από την ίδρυση της Ιταλικής Δημοκρατίας το 1948 έως το 1968 (ΣτΜ).

[24] Francesco Fausto Nitti (1899-1974): στέλεχος της αντιφασιστικής οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία», πολέμησε με το βαθμό του Ταγματάρχη στον Ισπανικό Εμφύλιο στο πλευρό των Δημοκρατικών, και μετά στη Γαλλία στο πλευρό των Μακί, μετά τον πόλεμο διηύθυνε το περιοδικό της ANPI, της οργάνωσης των αγωνιστών της αντίστασης (ΣτΜ).

[25] Carlo Alberto Rosselli (1899-1937): διανοούμενος και πολιτικός, εμπνευστής του «φιλελεύθερου σοσιαλισμού» (μιας ρεφορμιστικής, μη μαρξιστικής φιλοσοφίας που εμπνεύστηκε από το βρετανικό Εργατικό Κόμμα), ιδρυτής της οργάνωσης «Δικαιοσύνη και Ελευθερία», πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο στο πλευρό των Δημοκρατικών, δολοφονήθηκε μαζί με τον αδελφό του εξόριστος στη Γαλλία από πράκτορες του φασιστικού καθεστώτος (ΣτΜ).

[26] Llazar (Zai) Fundo (1899-1944): κομμουνιστής, αργότερα σοσιαλδημοκράτης, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ιδρυτής της Κομμουνιστικής Ομάδας της Κορυτσάς (1928), μέλος της Κομιντέρν και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, ταξίδεψε μαζί με τον Γκεόργκι Δημητρώφ από το Βερολίνο στη Μόσχα μετά τη δίκη της Λειψίας για την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ (1933), οργάνωσε την αποστολή Αλβανών εθελοντών στον Ισπανικό Εμφύλιο, οπότε άρχισε να παίρνει αποστάσεις από την πολιτική του Στάλιν, διαγράφηκε από το κόμμα και καταδικάστηκε σε θάνατο στις δίκες της Μόσχας (1938), του δόθηκε χάρη με παρέμβαση του Δημητρώφ, επέστρεψε στην Αλβανία (1938), συνελήφθη από τους Ιταλούς ως αντιστασιακός (1941), εξορίστηκε στην Βεντοτένε, επέστρεψε στα Βαλκάνια (1943), εντάχθηκε σε μια ομάδα Κοσοβάρων που πολεμούσαν τους φασίστες, συνελήφθη από παρτιζάνους του Τίτο, εκείνοι τον παρέδωσαν στους παρτιζάνους του Εμβέρ Χότζα, με διαταγή του οποίου βασανίστηκε και εκτελέστηκε (ΣτΜ).

[27] Corifei στο κείμενο (ΣτΜ).

[28] Pòleis στο κείμενο (ΣτΜ).

[29] Pupazzo στο κείμενο (ΣτΜ).

[30] Punta Eolo στο κείμενο (ΣτΜ).

[31] Ο Εφιάλτης και ο Ώτος: σύμφωνα με την Οδύσσεια, γιοι του Ποσειδώνα και της Ιφιμεδείας, που τον είχε ερωτευθεί και πηγαίνοντας στην ακροθαλασσιά έπαιρνε νερό και το έχυνε στον κόλπο της για να μείνει έγκυος (ΣτΜ).

[32] Marasma στο κείμενο (ΣτΜ).

[33] Burubùm burubùm στο κείμενο (ΣτΜ).

17 Ιουνίου 2020

Mετά την πανδημία: Μια καινούρια αρχή για την Ευρώπη;

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του «Ιδρύματος Heinrich Böll» (Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020).

«Μην ακούτε μεγάλα λόγια: μετά την πανδημία του κορωνοϊού, σύντομα όλα θα είναι πάλι όπως πριν» ισχυρίζονται ορισμένοι. Έτσι είναι; Στην πραγματικότητα, κανείς δεν το ξέρει. Ζούμε σε συνθήκες ριζικής αβεβαιότητας. Κάθε πρόγνωση φαίνεται παρακινδυνευμένη. Μπορώ όμως να σκεφτώ τουλάχιστον τρεις λόγους για τους οποίους κάτι τέτοιο θα μπορούσε πράγματι να ισχύει.

Ο πρώτος είναι ότι μετά το τέλος ενός εφιάλτη, κανείς δεν θέλει να τον σκέφτεται. Όλοι ξέρουμε τι επακολούθησε μετά την προηγούμενη πανδημία, την Ισπανική Γρίππη του 1918 – η οποία με τη σειρά της είχε διαδεχθεί τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (τον οποίο μάλιστα είχε συναγωνιστεί σε αριθμό θυμάτων): η «βρυχώμενη» δεκαετία του ’20. Ξέφρενα πάρτυ, «Anything goes», δίψα για ζωή. Στην Ευρώπη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, Κόκκινη Βιέννη, Πορεία στη Ρώμη. Στις ΗΠΑ ποτοαπαγόρευση και Αλ Καπόνε. Ξέρουμε και τι επακολούθησε μετά: πυρετός της κερδοσκοπίας, Κραχ της Γουώλ Στρητ, Μεγάλη Ύφεση. Και στη συνέχεια Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, είκοσι μόλις χρόνια από το τέλος του προηγούμενου, του Μεγάλου Πολέμου «που θα τελείωνε όλους τους πολέμους». Εάν ξαναγυρίσουμε στην προηγούμενη «κανονικότητα» δεν θα είναι πρώτη φορά. Έχουμε και στο παρελθόν αποδειχθεί ανήμποροι να μάθουμε από τις εμπειρίες μας.

Ο δεύτερος λόγος είναι η δύναμη της πεπατημένης. Είμαστε δέσμιοι των εμπειριών μας. Κοιτάζουμε το μέλλον με τους φακούς του παρελθόντος. Οι προηγούμενες επιλογές μας δεσμεύουν τις επόμενες. Ένα από τα διδάγματα της ελληνικής κρίσης (2010-18) είναι ότι η χώρα βρέθηκε παγιδευμένη σε μια ισορροπία που ήταν απίστευτα βλαπτική για το κοινό συμφέρον, και ταυτόχρονα απίστευτα σταθερή. Η έλλειψη εμπιστοσύνης και η δυσκολία συντονισμού αντιτιθέμενων (ή αποκλινουσών) επιδιώξεων δυσχέραναν την έξοδο από την κρίση. Επί πλέον, το κοινό συμφέρον είναι στην πραγματικότητα η συνισταμένη πολλών επιμέρους συμφερόντων. Κάποια από τα επιμέρους συμφέροντα ωφελούνται από την διαιώνιση της σημερινής ισορροπίας, και περιθωριοποιούν τους υποστηρικτές μιας καλύτερης εναλλακτικής. Τέλος, συχνά στερούμαστε ακόμη και τη γλώσσα για να φανταστούμε κάτι διαφορετικό από αυτό με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι. Το άγνωστο μας φοβίζει. Δυσκολευόμαστε να διανοηθούμε το αδιανόητο. Οι επιλογές μας καθοδηγούνται από βεβαιότητες του παρελθόντος που έχουν στο μεταξύ ξεπεραστεί. Για παράδειγμα, οι δηλώσεις κάποιων Ευρωπαίων υπουργών οικονομικών στην αρχή της πανδημίας έφερναν στον νου αυτό που έγραφε ο Κέυνς το 1936: «Πρακτικοί άνθρωποι, που θεωρούν εαυτούς απαλλαγμένους από διανοητικές επιρροές, είναι συνήθως σκλάβοι κάποιου αποδημήσαντος οικονομολόγου».

Ο τρίτος λόγος είναι ότι μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης κάνει μερικούς ικανούς για το καλύτερο, και άλλους ικανούς για το χειρότερο. Οι αρχικές αντιδράσεις, τον περασμένο Μάρτιο, ορισμένων Ευρωπαίων πολιτικών στην τραγωδία που ξεδιπλωνόταν στην Ιταλία υπήρξαν θλιβερά άστοχες. (Θα πρέπει να έτριβαν τα χέρια τους οι εχθροί της Ευρώπης, μέσα και έξω από αυτήν!) Και όμως, δεν ήταν δύσκολο να βρει κανείς τα σωστά λόγια αυτήν τη σκοτεινή ώρα. Οι Ευρωπαίοι Πράσινοι το έκαναν, και ο συντάκτης αυτού του άρθρου τους ευγνωμονεί για αυτό. Η διακήρυξή τους της 27ης Μαρτίου 2020 άρχιζε ως εξής: «Εκφράζουμε την ειλικρινή μας συμπάθεια σε όλους όσους έχουν μολυνθεί από τον ιό και αγωνίζονται για τη ζωή τους, καθώς και στις οικογένειες και τους φίλους τους. Μοιραζόμαστε τη θλίψη και τον πόνο όσων έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα από την ασθένεια. Επιβεβαιώνουμε την αλληλεγγύη μας και την βαθιά μας εκτίμηση για όσους διακινδυνεύουν τη ζωή τους για την φροντίδα των ασθενών που έχουν προσβληθεί από τον ιό. Η προσφορά τους είναι πραγματικά ανεκτίμητη. Αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί.» Δεν ήταν δύσκολο, αλλά παρά λίγο να μην συμβεί καθόλου.

Ο δρόμος για την ανάκαμψη

Τελικά βέβαια συνέβη. Έστω με καθυστέρηση, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανταποκρίθηκαν σε αυτό που απαιτούσε η κρισιμότητα της στιγμής. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συγκρότηση Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, η υιοθέτισή της από την Άγκελα Μέρκελ και τον Εμμανουέλ Μακρόν, μαζί με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δίνουν το περίγραμμα μιας απάντησης στο ύψος των περιστάσεων. Μένει να αποδειχθεί ότι η Σύνοδος Κορυφής θα επισφραγίσει τη συμφωνία, και ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα φανούν ικανές να διαχειριστούν την πρωτοφανή οικονομική ενίσχυση με αποτελεσματικότητα και ακεραιότητα.

Το μέγεθος της αλληλεγγύης των κρατών μελών του Βορρά, και η ποιότητα της διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων στο Νότο, συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Η απορροφητικότητα των πόρων των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων που είχαν τεθεί στη διάθεση της Ιταλίας (της χώρας όπου ζω και εργάζομαι) για την περίοδο 2014-2020 βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο 29%: το υπόλοιπο 71% (38 δις ευρώ) κινδυνεύει να χαθεί, ή έχει ήδη χαθεί οριστικά. Φυσικά, το ζήτημα δεν είναι η «απορροφητικότητα πάση θυσία» - έχουμε δει και στην Ελλάδα σε τι εξευτελιστικές καταστάσεις οδηγεί αυτή η λογική. Το ζήτημα είναι η ικανότητα της δημόσιας διοίκησης και των πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν επενδυτικά προγράμματα μακράς πνοής. Η ικανότητα αυτή (στην Ιταλία όπως και στην Ελλάδα) παραμένει σήμερα χαμηλή. Πρέπει να ενισχυθεί με κάθε τρόπο.

Όμως, ισχύει επίσης ότι η βασική αιτία για την άνοδο του λαϊκιστικού ευρωσκεπτικισμού στην Ιταλία είναι ότι η χώρα δεν έχει ωφεληθεί όσο θα έπρεπε από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Μετά από τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό των δεκαετιών του ’70 και του ’80, που διόγκωσε απερίσκεπτα το εθνικό χρέος, οι ιταλικές κυβερνήσεις από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 έχουν διαχειριστεί με αξιοθαύμαστη υπευθυνότητα το δημόσιο χρήμα, επιτυγχάνοντας πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού (αφού δηλ. αφαιρεθούν οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους) κάθε χρόνο, με μοναδική εξαίρεση το 2009. Καμμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα – ούτε καν η Γερμανία! – δεν έχει να επιδείξει τέτοια συνεπή επίδοση. Το τίμημα της επί ένα τέταρτο του αιώνα συνεχούς λιτότητας είναι μπροστά στα μάτια μας: χρόνια παραμέληση της δημόσιας υποδομής (δρόμοι και αεροδρόμια, αλλά και σχολεία και νοσοκομεία), με αποτέλεσμα μια ασθμαίνουσα οικονομία. Η κρίση της Ευρωζώνης δεν είχε στην Ιταλία τις δραματικές συνέπειες που είχε στην Ελλάδα, αλλά επιβράδυνε και άλλο την οικονομική δραστηριότητα: την περίοδο 2009-2019 το μέσο ετήσιο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ ήταν +0,2% στην Ιταλία, έναντι +2,0% στη Γερμανία. Είναι φανερό ότι η αρχιτεκτονική του ευρώ απέχει πολύ ακόμη από το να παρέχει ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης σε όλες τις χώρες.

Για αυτό είναι τόσο εξοργιστικό που τόσο πολλοί στη Γερμανία (και στην Ολλανδία, και αλλού) εξακολουθούν να σκέφτονται την Ιταλία (και την Ελλάδα, και άλλες χώρες του Νότου) με τα γνωστά στερεότυπα: ο τζίτζιγκας και ο μέρμηγκας. Η αλήθεια είναι λίγο πιο σύνθετη.

Επιτάχυνση τάσεων και νέες προκλήσεις

Εν τω μεταξύ, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη των προτεραιοτήτων και το σχεδιασμό των πολιτικών ανάκαμψης βρίσκονται αντιμέτωποι με καινούριες προκλήσεις. Η πανδημία και ο περιορισμός των μετακινήσεων (καθώς και η σταδιακή, αργή και ασύμμετρη επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας) έχουν διαμορφώσει ένα νέο τοπίο, με το οποίο είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αναμετρηθούμε.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι νέες προκλήσεις επιταχύνουν τάσεις που είχαν ήδη εκδηλωθεί νωρίτερα. Τα δεδομένα από την Ιταλία, τις ΗΠΑ και αλλού δείχνουν ότι το κλείσιμο των σχολείων διεύρυνε το ψηφιακό χάσμα ανάμεσα σε εκείνα τα παιδιά που διαθέτουν δικό τους υπολογιστή, καλή σύνδεση ίντερνετ, δικό τους δωμάτιο, και βιβλία στο σπίτι, και σε όσα δεν έχουν τίποτε από όλα αυτά. Όταν τα σχολεία ξανανοίξουν, και όλα τα παιδιά επιστρέψουν στις τάξεις, οι λιγότερο προνομιούχοι/ες μαθητές και μαθήτριες θα έχουν μείνει πολύ πίσω από τους/τις πιο τυχερούς/ες συμμαθητές/τριες τους.

Επίσης, ο περιορισμός των μετακινήσεων φανέρωσε ένα άλλο χάσμα, μεταξύ εκείνων που συνέχισαν να εργάζονται από το σπίτι, και όσων απασχολούνται σε δραστηριότητες που δεν προσφέρονται για τηλεργασία, και για αυτό επλήγησαν περισσότερο. Οι πρώτοι τείνουν να έχουν υψηλότερη μόρφωση, σταθερές δουλειές και καλύτερες αποδοχές. Οι δεύτεροι ανήκαν από πριν σε πιο ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, και τώρα αντιμετωπίζουν υψηλότερη ανεργία και μεγαλύτερη απώλεια αμοιβών. Με άλλα λόγια, η πανδημία κινδυνεύει να αυξήσει και άλλο τις εισοδηματικές ανισότητες.

Κάποιες άλλες εξελίξεις παρεκκλίνουν από προηγούμενες τάσεις, άγνωστο εάν παροδικά ή μόνιμα. Για παράδειγμα, η οικονομική έρευνα έχει από καιρό δείξει ότι η τεχνολογική μεταβολή αντικαθιστά επαναλαμβανόμενες διαδικασίες ρουτίνας, καταστρέφοντας θέσεις εργασίας μέσης ειδίκευσης (π.χ. βιομηχανικοί εργάτες). Παράλληλα, δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας οι οποίες κατατάσσονται χονδρικά σε δύο κατηγορίες: από τη μια, καλοπληρωμένες δουλειές για επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης, με δεξιότητες συμπληρωματικές με την τεχνολογία (π.χ. στην έρευνα, τον προγραμματσμό), και από την άλλη κακοπληρωμένες δουλειές για επαγγέλματα χαμηλής ειδίκευσης, με δεξιότητες που δεν μπορεί (ακόμη;) να υποκαταστήσει η τεχνολογία (π.χ. φροντίδα ηλικιωμένων ή βρεφών). Μέχρι πρόσφατα, οι εργαζόμενοι σε τομείς των προσωπικών υπηρεσιών είχαν μεν χαμηλές αποδοχές, αλλά τουλάχιστον αντιμετώπιζαν ευνοϊκές προοπτικές απασχόλησης. Ο περιορισμός των μετακινήσεων εξαιτίας της πανδημίας έπληξε δυσανάλογα τόσο τις αμοιβές τους όσο και την πιθανότητα να κρατήσουν τη δουλειά τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις, η μαζικής κλίμακας τηλεργασία απέδειξε ότι η πρόοδος που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, παρότι αναμφισβήτητη, δεν έχει ακόμη εξαλείψει εντελώς απηρχαιωμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, τα δεδομένα των «ερευνών χρήσης χρόνου» στην Ευρώπη και αλλού δείχνουν ότι νεώτερα, πιο μορφωμένα ζευγάρια μοιράζονται πιο δίκαια τη φροντίδα των παιδιών και άλλες οικιακές εργασίες. Παρόλα αυτά, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο σπίτι λόγω κορωνοϊού ανέδειξε το πόσο άνιση εξακολουθεί να είναι η κατανομή του χρόνου απλήρωτης εργασίας μεταξυ ανδρών και γυναικών – ακόμη και σε υπεράνω υποψίας κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι νεαροί επιστήμονες. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι τους τελευταίους μήνες η παραγωγικότητα των γυναικών επιστημόνων μειώθηκε, όπως προκύπτει από τον αριθμό επιστημονικών δημοσιεύσεων. Αντίθετα, εκείνη των ανδρών αυξήθηκε.

Κάποιες άλλες αλλαγές υπήρξαν ακόμη πιο απρόσμενες. Εάν όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι συνεχίσουν να εργάζονται κυρίως από το σπίτι, πηγαίνοντας στο γραφείο π.χ. μόνο μία ή δύο μέρες την εβδομάδα, τότε στο δίλημμα «μικρότερο σπίτι στο κέντρο της πόλης και ολιγόλεπτη διαδρομή μέχρι τη δουλειά, ή μεγαλύτερο σπίτι έξω από την πόλη και πολύωρη μετακίνηση» η πλάστιγγα θα γείρει προς τη δεύτερη επιλογή, επηρεάζοντας την αγορά κατοικίας. Από τη σκοπιά των επιχειρήσεων, η ίδια εξέλιξη θα κάνει λιγότερο απαραίτητη την ενοικίαση μεγάλων χώρων για γραφεία στο κέντρο της πόλης, επιδρώντας έτσι στην αγορά επαγγελματικής στέγης. Κάποιες από τις εξελίξεις θα είναι αρνητικές: οι πόλεις που αγαπάμε (και στις οποίες ζουν οι περισσότεροι Ευρωπαίοι) είναι πολυάνθρωπες, με καλές δημόσιες συγκοινωνίες, καλά μπαρ και εστιατόρια, θέατρα και μουσικές σκηνές. Κανείς δεν ξέρει τι θα απογίνουν όλα αυτά. Μήπως έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι η πανδημία έχει θέσει σε κίνηση εξελίξεις που είναι προορισμένες να οδηγήσουν σε παρακμή τις πόλεις;

Europa felix σε έναν ασταθή κόσμο

Πάντως, οι ίδιες εξελίξεις έχουν και θετικές πλευρές. Δεν πρόκειται ασφαλώς να νοσταλγήσουμε τον κατ’ οίκον περιορισμό των τελευταίων μηνών. Μερικές εμπειρίες όμως θα μείνουν στη μνήμη μας. Ο καθαρός αέρας στο κέντρο της πόλης. Η γαλήνη. Το κελάιδισμα των πουλιών. Το πράσινο της χλόης, πιο λαμπερό τη φετινή άνοιξη. Όλα αυτά αφήνουν να διαφανεί το θολό περίγραμμα μιας άλλης ζωής, ενός άλλου τρόπου οργάνωσης της καθημερινότητας – ενός άλλου κόσμου. Είναι εφικτός αυτός ο άλλος κόσμος; Εξαρτάται. Κάθε αστική ανάπλαση (π.χ. η πεζοδρόμηση του ιστορικού κέντρου) γίνεται αρχικά δεκτή με γκρίνια. Όταν όμως η ανάπλαση αυτή ολοκληρωθεί, κανείς πλέον δεν διανοείται την επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς. Οι πόλεις με ποδήλατα, με πιτσιρίκια που παίζουν μπάλα στο δρόμο, με νεαρούς που τρέχουν, με παρέες που βολτάρουν, με ηλικιωμένους που περπατάνε χωρίς να φοβούνται ότι θα τους πατήσει αυτοκίνητο, είναι πιο πολιτισμένες, πιο ευχάριστες, πιο ελκυστικές – και τελικά πιο πλούσιες – από όσες έχουν παραδοθεί στα ΙΧ. Οι πιο φωτισμένες δημοτικές αρχές θα αναγνωρίσουν ότι οι κάτοικοι των πόλεων δεν ενδιαφέρονται να επιστρέψουν στην κανονικότητα του μποτιλιαρίσματος, και θα επενδύσουν στην «έξυπνη πυκνότητα».

Η (συγκρατημένη) αισιοδοξία για τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται αντισταθμίζεται από το αναντίρρητο γεγονός ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον είναι για την Ευρώπη το δυσμενέστερο των τελευταίων δεκαετιών. Η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Η επιθετικότητα αυταρχικών κρατών στα σύνορά της, όπως είναι η Ρωσία και η Τουρκία. Η άνοδος της επιρροής της Κίνας, μιας υπερδύναμης που περιφρονεί (και καταπατά, όπου μπορεί) τις δημοκρατικές ελευθερίες που οι πολίτες της Δύσης έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε δεδομένες. Η θλιβερή παρακμή των ΗΠΑ, που ανάλογα με το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου 2020 μπορεί να ανακοπεί ή να εδραιωθεί.

Σε αυτό το ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον, το διακύβευμα για την Ευρώπη είναι πώς θα γίνει ισχυρότερη, πολιτικά και στρατιωτικά, ώστε να υπερασπιστεί καλύτερα τον εαυτό της. Και ταυτόχρονα, πώς θα ηγηθεί της παγκόσμιας συνεργασίας για την αντιμετώπιση των πλανητικών προκλήσεων: της καταπολέμησης της φτώχειας, της ψηφιακής επανάστασης, και της κλιματικής αλλαγής. Παραμένοντας η πιο ειρηνική, πιο ελεύθερη, πιο ασφαλής, πιο προηγμένη, πιο ευτυχισμένη ήπειρος του κόσμου.

1 Μαΐου 2020

Η επιστροφή των ΙΧ και τα διλήμματα της επόμενης μέρας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Παρασκευή 1 Μαΐου 2020).

Ο ανταποκριτής σας παρακολούθησε από το μαρτυρικό Μιλάνο την υποδειγματική παρουσίαση της σταδιακής άρσης των μέτρων περιορισμού από τον Άκη Σκέρτσο, υφυπουργό αρμόδιο για τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου, και μετά από πάρα πολύ καιρό (για την ακρίβεια: μετά από 16 χρόνια) αισθάνθηκε ότι είναι πολίτης χώρας που κυβερνάται από σοβαρούς ανθρώπους.

Ότι θα είναι αργή και βασανιστική η επιστροφή στην καθημερινότητα το έχουμε πλέον καταλάβει όλοι (ελπίζω). Η πανδημία έχει κοπάσει αλλά δεν έχει περάσει. Η προοπτική μιας δεύτερης βαθιάς ύφεσης, μετά από τη μεγάλη οικονομική συρρίκνωση της προηγούμενης δεκαετίας, είναι ζοφερή. Η αναστολή της εκπαιδευτικής διαδικασίας βολεύει τους πάντες (μαθητές και δασκάλους), ή σχεδόν (όχι τους γονείς), αλλά μεγαλώνει την απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και τους μαθητές των καλών σχολείων από τους υπόλοιπους.

Δεν είναι μόνο δικά μας αυτά τα προβλήματα: συμβαίνουν και εις Μεδιολάνους. Όπως ανέφερε σε πρόσφατο άρθρο της η Chiara Saraceno, 1 στους 8 ιταλούς μαθητές (1 στους 5 στη Νότια Ιταλία) δεν έχουν υπολογιστή ή τάμπλετ στο σπίτι. Από όσους έχουν, 57% το μοιράζονται με κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Για την αποτροπή του ψηφιακού αποκλεισμού και της υστέρησης δεξιοτήτων, η Συμμαχία για τα Παιδιά προτείνει ενεργοποίηση της εκπαιδευτικής τηλεόρασης (η υποδομή υπάρχει), επιλεγμένη παροχή χαμηλού κόστους συσκευών και συνδέσεων, κινητοποίηση του Δημοσίου και της κοινωνίας των πολιτών για την επιμόρφωση των δασκάλων και την υποστήριξη των μαθητών με ενισχυτική διδασκαλία.

Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όσοι σχεδιάζουν την επόμενη μέρα (που και στην Ιταλία αρχίζει τη Δευτέρα 4 Μαΐου) αφορά τις συγκοινωνίες. Μέσα στον καταιγισμό δυσκολιών, το πώς θα μετακινούμαστε μπορεί να φαίνεται δευτερεύουσας σημασίας. Σε πολλούς αρκεί που θα επιτραπεί επιτέλους να μετακινούμαστε. Εδώ στο Μιλάνο, όπου η αρμοδιότητα για τη συγκοινωνιακή πολιτική ανήκει στο Δήμο, η προοπτική να επιστρέψουμε σε μια πιο πρωτόγονη κατάσταση, που νομίζαμε ότι έχουμε αφήσει οριστικά πίσω, έχει σημάνει συναγερμό.

Έως τη δεκαετία του ’80, η ατμοσφαιρική ρύπανση στο Μιλάνο ήταν χειρότερη από ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Δεν βοηθούσε το κλίμα: παροιμιωδώς υγρό και ψυχρό, νηνεμία (δεν φύσαγε), ομίχλη (συχνά αιθαλομίχλη). Ούτε η γεωγραφία: πεδινό τοπίο, κανάλια, ποτάμια, λίμνες. Συνέβαλε όμως και ο άνθρωπος: η βιομηχανική πυκνότητα της Κοιλάδας του Πάδου, και η ερωτική σχέση των Ιταλών με το αυτοκίνητο. Όταν ο ανταποκριτής σας άρχισε να επισκέφτεται το Μιλάνο, στην Piazza Duomo επιτρεπόταν ακόμη το παρκάρισμα. Όταν πεζοδρομήθηκε πολλοί Μιλανέζοι δυσανασχέτησαν.

Έκτοτε τα πράγματα βελτιώθηκαν. Η γεωγραφία και το κλίμα παρέμειναν ίδια (αν και τώρα φυσάει περισσότερο). Βοήθησε η αποβιομηχανοποίηση. Το ίδιο και η αμόλυβδη βενζίνη. Αλλά αυτό που άλλαξε τη ζωή στην πόλη ήταν η στροφή 180 μοιρών στη συγκοινωνιακή πολιτική. Δακτύλιος (και, από το 2008: διόδια για την είσοδο των ΙΧ στο κέντρο), εκτεταμένες πεζοδρομήσεις, αναβάθμιση των μετρό, τραμ, λεωφορείων. Όλα αυτά με τη συναίνεση των πολιτών: στο δημοτικό δημοψήφισμα του 2011, η πρόταση για τη γενίκευση του «διωγμού των ΙΧ», με επέκταση του συστήματος διοδίων για την είσοδο στο κέντρο, εγκρίθηκε πανηγυρικά με 79% των ψήφων.

Χάρη και στη συγκοινωνιακή πολιτική της δημοτικής αρχής, σήμερα το Μιλάνο είναι μια από τις πιο ευχάριστες πόλεις στον κόσμο.

Ή ήταν, μέχρι την πανδημία του κορωνοϊού. Στο εξής, έως την εξάλειψή του, όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα πρέπει για λόγους ασφαλείας να κυκλοφορούν μισοάδεια (για τους αισιόδοξους: μισογεμάτα). Μετά από δεκαετίες «διωγμού», τα ΙΧ επιστρέφουν θριαμβευτικά: τα αστικά διόδια για είσοδο στο κέντρο αναστέλλονται, το παρκάρισμα διευκολύνεται.

Πίσω στη δεκαετία του ’80 λοιπόν; Όχι ακριβώς. Μπορεί ο πραγματισμός να επιβάλλει στροφή στην «ιδιωτική κινητικότητα», αλλά κανείς δεν θέλει μποτιλιαρίσματα και καυσαέρια στους δρόμους του κέντρου. Εξ άλλου, η καθαρότερη ατμόσφαιρα των τελευταίων δεκαετίων έγινε πεντακάθαρη τους τελευταίους μήνες, και τώρα που ήρθε η άνοιξη το πράσινο στα πάρκα και στα παρτέρια είναι πιο λαμπερό από ποτέ.

Συνεπώς; Δέσμη μέτρων. Ανοχή στα ΙΧ ναι, αλλά και έμφαση στα ποδήλατα (δημοτικά και ιδιωτικά), στα σκούτερ, και στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα κοινής χρήσης. Κάποιοι δρόμοι ή λωρίδες κυκλοφορίας θα αφιερωθούν στα ποδήλατα ή θα γίνουν πεζόδρομοι. Αλλού θα αφαιρεθεί χώρος από τα ΙΧ για να παραχωρηθεί σε μπαρ και ρεστωράν που θα βγάλουν τραπεζάκια έξω. Όριο ταχύτητας 30 χμ/ώρα στο κέντρο της πόλης. Επί πλέον, κλιμακωτό ωράριο – για να χαμηλώσει η άλλη καμπύλη (flatten the curve): της κίνησης στις ώρες αιχμής. Και κυρίως, ενθάρρυνση της τηλεργασίας. Όπως φάνηκε τις μέρες της απομόνωσης, και όπως επεσήμανε το περιοδικό Economist, πολλοί εργαζόμενοι είναι εξίσου ή περισσότερο παραγωγικοί όταν εργάζονται στο σπίτι, και ο λόγος που πολλά διευθυντικά στελέχη δυσπιστούν στην τηλεργασία είναι ότι τους ενδιαφέρει λιγότερο το αποτέλεσμα και περισσότερο ο έλεγχος πάνω στους υπαλλήλους.

Για να επανέλθουμε στην εξαιρετική παρουσίαση από τον Άκη Σκέρτσο του κυβερνητικού σχεδίου για την επόμενη μέρα: Πώς θα υλοποιηθεί η ρύθμιση για «χρήση των ΙΧ αυτοκινήτων αντί των ΜΜΜ και προσωρινή αναστολή του δακτυλίου»; Ως γενική έφοδος των ΙΧ στις ελληνικές πόλεις (από όπου στην πραγματικότητα δεν «διώχθηκαν» ποτέ); Και άλλο μποτιλιάρισμα, και άλλα καυσαέρια, και άλλο παρκάρισμα στα πεζοδρόμια, και άλλη ντε φάκτο κατάργηση των πεζοδρόμων, υπό το ως συνήθως γεμάτο κατανόηση βλέμμα της Τροχαίας και της (ξεδοντιασμένης) Δημοτικής Αστυνομίας;

Εάν όχι, θα πρέπει η κυβέρνηση να ανακοινώσει συνοδευτικά μέτρα εγκαίρως.

Εάν ναι, θα είναι κρίμα.

Ένα βασικό εισόδημα για όλους: Μπορεί να υπάρξει; Πρέπει να υπάρξει;

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ερευνητικού οργανισμού «διαΝΕΟσις» (Μάιος 2020).

Σε ένα σημείο της πρόσφατης συνέντευξής του στην Καθημερινή (19/4/2020), σχολιάζοντας τα μέτρα στήριξης της οικονομίας εν μέσω πανδημίας, ο πρωθυπουργός είπε: «Η πολιτεία στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Έδωσε πολλά χρήματα κυρίως για να τονώσει την εργασία και το εισόδημα. Και το έκανε με τρόπο θα έλεγα – και μη σας αιφνιδιάσω εδώ – σχεδόν σοσιαλιστικό: οριζοντίως 800 ευρώ σε όλους, ασχέτως του εισοδήματος!»

Στην πραγματικότητα, η πολιτική προέλευση αυτής της μάλλον απλής ιδέας (της οριζόντιας χορήγησης από το κράτος κάποιου ποσού, ασχέτως εισοδήματος) είναι πιο σύνθετη και νομίζω πιο ενδιαφέρουσα. Όσο για την ιστορική καταγωγή της, χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Να τι έγραφε σχετικά ο Sir Thomas More στην περίφημη «Ουτοπία» του (1516) – ή μάλλον, τι έβαζε στο στόμα του πρωταγωνιστή του Ραφαήλ Υθλοδαίου (!), Πορτογάλου περιηγητή που περπατά στην κεντρική πλατεία της Αμβέρσας, αφηγούμενος παλαιότερη συζήτησή του με τον Αρχιεπίσκοπο του Canterbury και με Άγγλο δικηγόρο, οι οποίοι του μιλούν με ενθουσιασμό για την αγγλική μέθοδο τιμωρίας των κλεφτών («τους κρεμάμε παντού»). Ο Υθλοδαίος διαφωνεί: «Η μέθοδος αυτή είναι άδικη και ανεπιθύμητη. Ως τιμωρία είναι υπερβολικά αυστηρή. Ως μέτρο αποθάρρυνσης είναι ανεπαρκές. Αντί να επιβάλλονται τέτοιες απαίσιες ποινές, είναι προτιμότερο να παρέχονται στους πάντες κάποια μέσα διαβίωσης, ώστε κανείς να μην αντιμετωπίζει την τρομερή ανάγκη να γίνει πρώτα κλέφτης, και μετά πτώμα.»

Στη συναρπαστική ομιλία του στην Αμβέρσα για τα 500 χρόνια από την έκδοση της «Ουτοπίας», ο Philippe Van Parijs, καθηγητής οικονομικής και κοινωνικής ηθικής στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain-la-Neuve, υποστήριξε ότι στη φράση «είναι προτιμότερο να παρέχονται στους πάντες κάποια μέσα διαβίωσης» ανάγεται η σύλληψη της ιδέας ενός βασικού εισοδήματος για όλους. Ο ίδιος ο Van Parijs, με τα βιβλία του, τις ομιλίες του, και επίσης με την ευφυΐα του και το χιούμορ του, έχει κάνει όσα κανείς για την διάδοση αυτής της απλής ιδέας που «πρέπει και μπορεί να διαμορφώσει πρώτα τη συζήτηση, και μετά την πραγματικότητα».

Όπως έχει εξηγήσει ο Van Parijs, οι ρίζες του βασικού εισοδήματος εντοπίζονται σε τρεις ιστορικές παραδόσεις. Η πρώτη ξεκινά στις αρχές του 16ου αιώνα και στοχεύει στην εγγύηση από τη δημόσια αρχή (το κράτος ή την πόλη) ενός ελάχιστου εισοδήματος. Το 1526, ο Juan Luis Vives, Ισπανός ανθρωπιστής, υποβάλλει προς τον δήμαρχο της Μπρουζ (οι Κάτω Χώρες ανήκαν στο ισπανικό στέμμα τότε) υπόμνημα «Περί επιδότησης των απόρων». Την ίδια περίπου εποχή, στην Αγγλία, εγκρίνονται οι πρώτοι «Νόμοι περί Πτωχών».

Η δεύτερη ιστορική παράδοση ξεκινά στα τέλη του 18ου αιώνα και αφορά την ιδέα της χορήγησης σε όλους τους πολίτες ενός περιουσιακού κεφαλαίου τη στιγμή της ενηλικίωσής τους. Ο Μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, γνωστός μας Εγκυκλοπαιδιστής, στο «Ανθρώπινο Πνεύμα» του (1795) προτείνει «να δίνεται σε εκείνα τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει αρκετά ώστε να μπορούν να εργαστούν και να δημιουργήσουν οικογένεια το πλεονέκτημα ενός κεφαλαίου για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους». Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Thomas Paine, Αμερικανός φιλόσοφος επαναστάτης, καταθέτει υπόμνημα προς το Διευθυντήριο (1796) το οποίο αναφέρει: «Η γη ανήκει σε όλους. Κάθε ιδιοκτήτης οφείλει στην κοινότητα μια γαιοπρόσοδο. Τα έσοδά της να κατατίθενται σε ένα ταμείο, και κάθε άτομο που φτάνει στην ηλικία των 21 ετών να λαμβάνει 15 στερλίνες (και άλλες 10 στερλίνες στην ηλικία των 50 ετών). Όλοι να ωφελούνται, πλούσιοι και φτωχοί.»

Δύο αιώνες μετά, ο Bruce Ackerman και η Anne Alstott, καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Yale, στο βιβλίο τους «The Stakeholder Society» (2000), προτείνουν να χορηγείται κεφάλαιο 80.000 δολαρίων σε κάθε Αμερικανό που συμπληρώνει τα 21 έτη. Παραλλαγή αυτής της ιδέας είναι τα Child Trust Funds που (από το 2005) εισάγει η Βρετανική κυβέρνηση των Νέων Εργατικών, ανοίγοντας έναν προθεσμιακό λογαριασμό για κάθε παιδί και πιστώνοντάς το με ένα ποσό 250 στερλίνων (500 για παιδιά από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος). Γονείς και παππούδες μπορούν να προσθέτουν στο λογαριασμό, αλλά όχι να αφαιρούν. Το πρόγραμμα έχει απρόσμενη επιτυχία – για πρώτη φορά παιδιά από φτωχότερες οικογένειες «εθίζονται» στην αποταμίευση και συσσωρεύουν μια μικρή περιουσία. Όμως η επόμενη κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελεύθερων το καταργεί στο όνομα της λιτότητας (2011). Σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian, ο Julian Le Grand – ο οποίος, εκτός από καθηγητής στη London School of Economics και σύμβουλος του Tony Blair όταν ήταν πρωθυπουργός, έχει διακριθεί και ως επιβλέπων καθηγητής της διδακτορικής διατριβής μου επικρίνει με δριμύτητα την πρόταση των Συντηρητικών να θεσπιστούν εισοδηματικά κριτήρια: «Ο περιορισμός των Child Trust Funds στα φτωχά παιδιά και μόνο θα είναι διχαστικός, και θα έχει ως αποτέλεσμα χαμηλή συμμετοχή και στίγμα. Αντίθετα, ένα καθολικό κληροδότημα είναι σήμα της ιδιότητας του πολίτη».

Η τρίτη ιστορική παράδοση ξεκινά στα μέσα του 19ου αιώνα και αναφέρεται στη σύγχρονη πρόταση για ένα βασικό εισόδημα για όλους χωρίς προϋποθέσεις. Στο βιβλίο του για τη Βιομηχανία (1836), ο Charles Fourier, Γάλλος ουτοπικός σοσιαλιστής, υποστηρίζει ότι «ο πολιτισμός παραβιάζει το θεμελιώδες φυσικό δικαίωμα κάθε ατόμου να ζει από τη γη», και για αυτό οφείλει σε κάθε άτομο ένα ελάχιστο διαβίωσης ισοδύναμο με το κόστος «ενός δωματίου σε ξενοδοχείο έκτης κατηγορίας και τριών λιτών γευμάτων την ημέρα». Όπως γράφει ο John Stuart Mill, Βρετανός φιλόσοφος στις «Αρχές πολιτικής οικονομίας» (2η έκδοση 1849): «Ο πιο επιδέξιος συνδυασμός όλων των μορφών Σοσιαλισμού είναι ο Φουριερισμός. Κατά τη διανομή, ένα ορισμένο ελάχιστο χορηγείται σε όλα τα μέλη της κοινότητας, είτε είναι ικανά για εργασία είτε όχι. Το υπόλοιπο προϊόν διανέμεται σε προκαθορισμένες αναλογίες μεταξύ των τριών στοιχείων, της Εργασίας, του Κεφαλαίου και του Ταλέντου.»

Έκτοτε, διάφοροι στοχαστές από ευρύ φάσμα απόψεων υιοθετούν το βασικό εισόδημα. Από τον Bertrand Russell, που στο βιβλίο του «Roads to Freedom» (1918) προτείνει «ένα μικρό εισόδημα, επαρκές για τα αναγκαία, σε όλους, είτε εργάζονται είτε όχι – και ένα μεγαλύτερο εισόδημα σε όσους είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν κάποια εργασία που η κοινότητα αναγνωρίζει ως χρήσιμη». Έως τον Milton Friedman, που στο «Καπιταλισμός και ελευθερία» (1962), Βίβλο των απανταχού νεοφιλελεύθερων, συνηγορεί υπέρ ενός «αρνητικού φόρου εισοδήματος» ως λιγότερο στρεβλωτική εναλλακτική λύση στο υπάρχον μωσαϊκό κοινωνικών προγραμμάτων. Λίγα χρόνια μετά, το σωτήριον έτος 1968, ο James Tobin (κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ, όπως και ο Friedman), μαζί με τον John Kenneth Galbraith και άλλους 1200 οικονομολόγους, καλούν με διακήρυξή τους το Κογκρέσο να υιοθετήσει πρόγραμμα εισοδηματικών παροχών σε όλους τους Αμερικανούς μέσω του φορολογικού συστήματος. Η πρότασή τους (που ονομάστηκε «demogrant»), διαφέρει από αυτή του Friedman, ο οποίος αρνείται να υπογράψει τη διακήρυξη. Το demogrant δεν θα υποκαθιστούσε το σύστημα κοινωνικής προστασίας, αλλά θα ενίσχυε τα καθαρά εισοδήματα των περισσότερων Αμερικανών, διευκολύνοντας την ένταξη στην αγορά εργασίας των πιο φτωχών.

Τελικά το demogrant δεν εγκρίθηκε από το Κογκρέσο, ενώ όπως είδαμε και τα Child Trust Funds της Βρετανίας καταργήθηκαν και αυτά. Από τις τρεις ιστορικές παραδόσεις που αναφέραμε, η μόνη που ευδοκίμησε ήταν η πρώτη. Πράγματι, πολλές ανεπτυγμένες χώρες και όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με τελευταίες προσθήκες την Ελλάδα το 2017 και την Ιταλία το 2018) εφαρμόζουν σήμερα κάποιο πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Όμως, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα απευθύνεται στους φτωχούς, με στόχο να συμπληρώσει τους πενιχρούς πόρους τους μέχρι κάποιο χαμηλό εγγυημένο όριο. Αντίθετα, το βασικό εισόδημα για το οποίο μιλούσε ο Van Parijs καταβάλλεται από μια πολιτική κοινότητα σε όλα τα μέλη της, σε ατομική βάση, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια ή υποχρέωση εργασίας. Με άλλα λόγια, το βασικό εισόδημα πηγαίνει ένα (μεγάλο) βήμα πέρα από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το απορροφά και το υπερβαίνει.

Επειδή είναι και αυτό εγγυημένο, το βασικό εισόδημα συμβάλλει στην καταπολέμηση της φτώχειας – και μάλιστα ακόμη πιο αποτελεσματικά, αφού ως «σήμα της ιδιότητας του πολίτη» είναι απαλλαγμένο από οποιοδήποτε στίγμα, και για αυτό εισπράττεται από όλους. Είναι γνωστό ότι σήμερα πολλοί δικαιούχοι των προνοιακών επιδομάτων δεν τα λαμβάνουν παρότι πληρούν τις προϋποθέσεις, συνήθως επειδή βιώνουν ως εξουθενωτική και εξευτελιστική τη διαδικασία συγκέντρωσης και υποβολής δικαιολογητικών. Στη Γερμανία, δύο διαφορετικές μελέτες, του Joachim Frick και της Regina Riphahn, υπολόγισαν ότι μόνο το 33% των δικαιούχων όντως ελάμβαναν Sozialhilfe, όπως λεγόταν στο παρελθόν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Αντίθετα, το ποσοστό ανάληψης καθολικών επιδομάτων, όπως το Child Benefit στη Βρετανία, είναι 100%.

Επί πλέον, επειδή καταβάλλεται σε όλους, χωρίς προϋποθέσεις, το βασικό εισόδημα αποφεύγει τις συνήθεις «παγίδες της φτώχειας» και έτσι αφήνει άθικτα τα κίνητρα για απασχόληση. Κάθε πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ορίζει ότι η επιδότηση που προσφέρει μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημα των δικαιούχων (π.χ. επειδή βρήκαν δουλειά). Στο παρελθόν, στη Βρετανία, οι κανόνες του προγράμματος Supplementary Benefit συνεπάγονταν ότι για κάθε 100 στερλίνες που κέρδιζε από τη δουλειά του ένας δικαιούχος έχανε από επιδόματα έως 140 στερλίνες! Αυτό αργότερα διορθώθηκε. Σήμερα τα περισσότερα προγράμματα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ευρώπη επιτρέπουν στους δικαιούχους να κρατούν το 20% του εισοδήματος που αποκτούν από εργασία. Πάλι καλά. Όμως, τις τελευταίες δεκαετίες οι απανταχού νεοφιλελεύθεροι έχουν προτείνει – και πετύχει – τη μείωση των ανώτατων φορολογικών συντελεστών: στις ΗΠΑ από 70% (που ήταν επί Ronald Reagan) σε 37%, στη Βρετανία από 90% (έως το 1971) σε 45%. Το επιχείρημα ήταν ότι έτσι προστατεύεται το κίνητρο για απασχόληση (των πλουσίων). Εν τω μεταξύ, ο υποδηλούμενος φορολογικός συντελεστής που αντιμετωπίζουν οι δικαιούχοι των προγραμμάτων ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος παραμένει 80% ή και παραπάνω. Σε αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένο ότι για να εργαστεί κάποιος πρέπει να υποστεί κάποια έξοδα (π.χ. για ρούχα, εισιτήρια λεωφορείου, baby sitter), είναι παράξενο που πολλοί φτωχοί καταλήγουν ότι τους συμφέρει να μην εργάζονται καθόλου και να εισπράττουν το επίδομα; Αυτή είναι η παγίδα της φτώχειας: τα προνοιακά επιδόματα προστατεύουν μεν τους δικαιούχους από την απόλυτη ανέχεια, τους παγιδεύουν δε σε ένα λίγο υψηλότερο επίπεδο χαμηλού εισοδήματος, από το οποίο δυσκολεύονται να ξεφύγουν. Δεν θα έπρεπε με την ίδια λογική να προστατεύεται το κίνητρο για απασχόληση των φτωχών;

Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί βρίσκουν ελκυστική την ιδέα του Philippe Van Parijs («Ας δώσουμε σε όλους τους πολίτες ένα μέτριο αλλά άνευ όρων εισόδημα, και ας τους αφήσουμε να το συμπληρώσουν κατά βούληση με εισοδήματα από άλλες πηγές»). Δεν είναι όλοι τους σοσιαλιστές – εξ άλλου, πολλοί συνδικαλιστές σε διάφορες χώρες φρικάρουν με τη σκέψη ότι «θα δίνουμε λεφτά σε κάποιους για να κάθονται». Μερικοί υποστηρικτές του βασικού εισοδήματος είναι φιλελεύθεροι, όπως ο Samuel Britten, επί σειρά ετών editor της εφημερίδας Financial Times (ο αδελφός του Leon υπήρξε υπουργός εσωτερικών της Margaret Thatcher), στον οποίο μάλιστα ανήκει το απόφθεγμα: «το πρόβλημα δεν είναι ότι το βασικό εισόδημα δεν έχει αποκτηθεί με την εργασία – είναι ότι υπερβολικά λίγοι από εμάς διαθέτουν τέτοιο εισόδημα σήμερα» (π.χ. η τάξη των πλούσιων κληρονόμων στην οποία και ο ίδιος ανήκει).

Γενικά, αυτό που ο καθένας βρίσκει ελκυστικό στο βασικό εισόδημα ποικίλλει. Πολλοί σημειώνουν τις ανυπέρβλητες δυσκολίες των εναλλακτικών στρατηγικών για την αντιμετώπιση του «νέου κοινωνικού ζητήματος»: τόσο οι παραδοσιακές κοινωνικές πολιτικές όσο και οι πρόσφατες προσεγγίσεις τύπου workfare αποτυγχάνουν ακριβώς στο κρίσιμο σημείο της ταυτόχρονης καταπολέμησης και της ανεργίας και της φτώχειας. Άλλοι τονίζουν τα πλεονεκτήματα μιας ορθολογικότερης ενοποίησης του συστήματος κοινωνικών παροχών με το σύστημα φορολογίας εισοδήματος, χωρίς τα αντικίνητρα, τις ανωμαλίες, τη γραφειοκρατία και το διοικητικό κόστος του σημερινού καθεστώτος. Μερικοί θεωρούν την απλότητα, αμεσότητα και ευελιξία μιας δίχως όρους εισοδηματικής μεταβίβασης ιδεώδες προσόν στις συνθήκες ρευστότητας και κινητικότητας που έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε με την παγκοσμιοποίηση. Κάποιοι τέλος το εντάσσουν στο πλαίσιο μιας οικολογικής κριτικής του παραγωγισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να μετατραπεί η μείωση (λόγω τεχνολογικής προόδου) του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας σε μείωση του χρόνου εργασίας όλων, παρά σε αλόγιστη ανάπτυξη και μαζική ανεργία.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο σήμερα στις ΗΠΑ οι θιασώτες του βασικού εισοδήματος να εκτείνονται από την Alexandria Ocasio-Cortez, Αντιπρόσωπο στο Κογκρέσο και ελπίδα της αμερικανικής αριστεράς, έως τον Elon Musk, ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας ηλεκτρικών αυτοκινήτων Tesla – ενώ από τον περασμένο μήνα εκατομμύρια Αμερικανοί εισπράττουν 1.200 δολάρια ανά άτομο το μήνα (συν 500 δολάρια για κάθε παιδί), στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης της οικονομίας που πλήττεται από την πανδημία. Ή στο βοήθημα των 800 ευρώ στην Ελλάδα (που δίνεται χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, αλλά μόνο σε εργαζόμενους υπό αναστολή σύμβασης εργασίας και μόνο σε κλάδους που πλήττονται). Ή σε αντίστοιχα μέτρα σε άλλες χώρες. Η στήριξη του εισοδήματος όλων, χωρίς προϋποθέσεις, με ένα ενιαίο ποσό, είναι γρήγορη και αποτελεσματική. Αυτό το καθιστά ιδεώδες για καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης όπως η σημερινή.

Και όταν η πανδημία περάσει; Μπορεί να υπάρξει ένα βασικό εισόδημα για όλους; Ή, ακόμη και αν μπορεί να υπάρξει, πρέπει; Και, ακόμη και αν μπορεί και πρέπει, θα υπάρξει ποτέ;

Σύμφωνα με τη γνωστή ρήση, οι οικονομολόγοι είναι καλοί στο να προβλέπουν το παρελθόν (και αυτό όχι πάντα). Οπότε ας περιοριστούμε στα δύο πρώτα ερωτήματα. Η μεγαλύτερη ένσταση κατά της υιοθέτισης ενός βασικού εισοδήματος είναι ότι οι δικαιούχοι θα μείωναν την εργασιακή τους προσπάθεια και θα ζούσαν με το επίδομα. Αυτό θεωρείται από πολλούς ηθικά καταδικαστέο. (Όχι από όλους: το απολαυστικότερο ίσως άρθρο του Philippe Van Parijs έχει τίτλο: «Γιατί το κοινωνικό σύνολο θα πρέπει να τρέφει όσους κάνουν σερφ», και υπότιτλο: «Το φιλελεύθερο επιχείρημα υπέρ ενός βασικού εισοδήματος χωρίς προϋποθέσεις».) Σε κάθε περίπτωση, η μείωση της εργασιακής προσπάθειας θα μείωνε τα φορολογικά έσοδα, και συνεπώς τη δυνατότητα του κράτους να χρηματοδοτεί το βασικό εισόδημα.

Έχει βάση η ένσταση; Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε: το βασικό εισόδημα δεν υφίσταται ακόμη σε καμιά χώρα. (Μια εξαίρεση, μερική, είναι η Πολιτεία της Αλάσκας, που πληρώνει 1.000 με 2.000 δολάρια το χρόνο σε κάθε κάτοικο, ενώ μια άλλη, ακόμη πιο εξωτική, είναι το Καζίνο που διαχειρίζεται μια φυλή Ινδιάνων στη Β. Καρολίνα, που τα τελευταία χρόνια έχει πληρώσει έως και 12.000 δολάρια το χρόνο σε κάθε μέλος της φυλής.) Στην Ευρώπη, το 2004, δύο ερευνητές του Καθολικού Πανεπιστημίου της Leuven είχαν μια καταπληκτική ιδέα για το πώς θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πώς συμπεριφέρονται τα άτομα που κάθε μήνα εισπράττουν ένα σταθερό («βασικό») εισόδημα. Σκέφτηκαν ότι μια τέτοια ομάδα είναι οι νικητές του πρώτου λαχνού στο «Win for Life», το λαχείο που αντί να δίνει π.χ. 1 εκατομμύριο ευρώ, δίνει 1.000 ευρώ το μήνα εφ’ όρου ζωής. (Σήμερα στο Βέλγιο το «Win for Life» δίνει 2.000 ευρώ το μήνα, εφ’ όρου ζωής. Στην Ιταλία, έως 3.000 ευρώ το μήνα επί 20 χρόνια. Έχω παίξει δύο φορές. Δεν έχω κερδίσει ποτέ.) Στο ωραίο άρθρο τους, οι δύο Βέλγοι ερευνητές περιγράφουν πώς από τα 66 άτομα που εργάζονταν τη στιγμή που κέρδισαν το λαχείο, μόνο ένας 44χρονος μηχανικός αυτοκινήτων σταμάτησε εντελώς, ενώ μια 45χρονη νοσοκόμα άρχισε να δουλεύει part-time.

Παρόμοιες ενδείξεις ότι το βασικό εισόδημα ασκεί ελάχιστη επίδραση στην εργασιακή συμπεριφορά παρείχε το φινλανδικό πείραμα (Νοέμβριος 2017 – Οκτώβριος 2018), το τελικό πόρισμα του οποίου δόθηκε στη δημοσιότητα πριν λίγες μέρες (6 Μαΐου 2020). Στο διάστημα αυτό, περισσότεροι δικαιούχοι βασικού εισοδήματος εργάστηκαν από ό,τι στην ομάδα ελέγχου όσων εισέπρατταν προνοιακά επιδόματα και συμμετείχαν σε προγράμματα απασχόλησης (28% έναντι 25%, επί 78 ημέρες έναντι 73). Πρόκειται για μικρή βελτίωση – απογοητευτικά μικρή, για τους υποστηρικτές της ιδέας.

Η βασικότερη επίδραση του βασικού εισοδήματος στη Φινλανδία σημειώθηκε στην ψυχική υγεία (22% ανέφεραν κατάθλιψη έναντι 32% στην ομάδα ελέγχου), καθώς και στην ικανοποίηση από τη ζωή (μέσο σκορ 7,3 με άριστα το 10 έναντι 6,8). Δεν είναι και λίγο αυτό. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2013 στο περιοδικό Science, οικονομολόγοι και ψυχολόγοι από τέσσερα πανεπιστήμια – Warwick (ΗΒ), Harvard, Princeton (ΗΠΑ) και British Columbia (Καναδάς) – διαπίστωσαν ότι η φτώχεια δεν κάνει τους ανθρώπους απλώς δυστυχείς, αλλά τους ωθεί επίσης να κάνουν λάθη, τα οποία φυσικά τους βυθίζουν περισσότερο στη φτώχεια. Αντιστρόφως, η οικονομική ασφάλεια (ακόμη και υποτυπώδης) βελτιώνει την διανοητική τους λειτουργία. Δεν είναι εντυπωσιακό;

Κατά τα άλλα, σε μια ανεπτυγμένη οικονομία, το κράτος ήδη δαπανά τεράστια ποσά για επιδόματα και άλλες παροχές (για τους φτωχούς και όχι μόνο), ενώ ταυτόχρονα χορηγεί φορολογικές απαλλαγές αμφιβόλου σκοπιμότητας (για τους πλούσιους κυρίως). Ο ούτως ή άλλως ευεργετικός εξορθολογισμός της φορολογίας και των κοινωνικών παροχών θα επέτρεπε από σήμερα κιόλας τη θεσμοθέτηση ενός χαμηλού βασικού εισοδήματος. Η επίσης ευεργετική καταπολέμηση της φοροαποφυγής των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, καθώς και της φοροδιαφυγής των μικρών, θα τροφοδοτούσε τον κουμπαρά από τον οποίο χρηματοδοτείται το βασικό εισόδημα. Το ίδιο και η ορθολογικότερη φορολόγηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, των ρυπογόνων δραστηριοτήτων κτλ. Συνεπώς, κάποιο βασικό εισόδημα είναι ήδη εφικτό, και νομίζω ότι θα ήταν καλή ιδέα να κινηθούμε προς τα εκεί.

Βέβαια, κάποιες από τις σημερινές κοινωνικές παροχές δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντικατασταθούν από ένα βασικό εισόδημα. Π.χ. η περίθαλψη, η σχολική εκπαίδευση, η κοινωνική φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων πρέπει να εξακολουθήσουν παρέχονται «σε είδος», δωρεάν ή σχεδόν. Και αυτό για λόγους οικονομικής αποδοτικότητας, όχι μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η σταδιακή θεσμοθέτηση ενός βασικού εισοδήματος για όλους θα μπορούσε να γίνει κατά ηλικίες. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα παιδιών, δηλ. το καθολικό επίδομα παιδιού, όπως ισχύει σε 18 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Ένα δεύτερο βήμα θα ήταν το βασικό εισόδημα ηλικιωμένων, δηλ. η καθολική βασική σύνταξη, όπως εφαρμόζεται στη Δανία, στην Ολλανδία, στον Καναδά και αλλού.

Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση για το βασικό εισόδημα έχει αναζωπυρωθεί εξαιτίας της απρόσμενης υποστήριξής του από τον Elon Musk και άλλους επιχειρηματίες της Silicon Valley, οι οποίοι το φαντάζονται ως αναγκαία λύση σε έναν κόσμο όπου τα ρομπότ έχουν αχρηστεύσει δισεκατομμύρια θέσεις εργασίας. Η προοπτική αυτή μου φαίνεται υπερβολικά ζοφερή, και ταυτόχρονα υπερβολικά απαισιόδοξη. Ζοφερή, επειδή ένα εγγυημένο εισόδημα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους λιγότερο δυστυχισμένους, αλλά από μόνο του δεν αρκεί για να τους κάνει ευτυχισμένους. Μια καλή δουλειά προσφέρει πολύ περισσότερα από ένα καλό εισόδημα: ικανοποίηση, αυτοπεποίθηση, νόημα ύπαρξης. Απαισιόδοξη, επειδή η μαζική ανεργία δεν είναι αναπόφευκτη, ούτε καν ιδιαίτερα πιθανή. Προς το παρόν, η τεχνολογική εξέλιξη δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες καταστρέφει. Άλλο είναι το πρόβλημα: υπερβολικά πολλές από τις νέες θέσεις εργασίας είναι επισφαλείς και κακοπληρωμένες. Όμως αυτό το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, είναι πολιτικό και κοινωνικό. Άρα είναι στο χέρι της ανθρωπότητας να το αντιμετωπίσει.

Να ένας ωραίος στόχος για την περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας μετά την πανδημία.