1 Ιουλίου 2023

A oltre dieci anni dalla Grande Crisi: l’economia greca ha davvero voltato pagina?


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Altreconomia» (Ιούλιος-Αύγουστος 2013)

Stando ai recenti articoli di testate giornalistiche autorevoli come The Economist e Financial Times, la Grecia viaggia in un’altra dimensione rispetto agli anni terribili della crisi, quando l’economia ha perso un quarto del Prodotto interno lordo, una famiglia media ha perso quasi un terzo del suo potere d’acquisto, e la disoccupazione è salita fino al 28.7%. Ora l’economia greca corre più veloce della media europea, le esportazioni registrano un boom, e la disoccupazione è scesa al 11,2%.

La narrazione ottimista sull’andamento dell’economia non è priva di fondamento. Il livello degli indicatori che avevano tanto spaventato i mercati nel 2010 è oggi nettamente migliorato. Il disavanzo pubblico (2,3% del Pil nel 2022) è molto più basso di quello italiano (8,0%). Il debito pubblico, pur enorme (171,3% del Pil nel 2022), è in calo e soggetto a tassi d’interesse agevolati fino al 2030. Infine, il valore delle esportazioni di beni e servizi sul Pil è decollato al 48,6% nel 2022, lontano anni luce dal 18,9% del 2009.

Tutto bene quindi? Non esattamente. Tanto per cominciare, la crescita verticale delle esportazioni è significativamente distorta da due voci molto particolari: i trasporti marittimi internazionali (largamente oltre la portata del fisco), e le raffinerie (che importano carburante grezzo per poi riesportarlo appunto raffinato). Al netto di queste due voci, l’aumento del tasso delle esportazioni sul Pil è meno spettacolare: 29,5% nel 2022, rispetto al 16,2% del 2009.

Inoltre, il peso del turismo nell’economia nazionale resta fondamentale: un quinto del Pil, un quarto dell’occupazione, quasi la metà di tutte le esportazioni. Ma il turismo genera poche entrate fiscali, e troppi posti di lavoro di bassa qualità, mentre nel lungo termine, è vulnerabile a rischi sia geopolitici che climatici. Ancora peggio, di pari passo con la ripresa economica sono tornate a crescere anche le importazioni, in misura ancora maggiore rispetto alla crescita delle esportazioni. Risultato: il disavanzo commerciale con il resto del mondo è passato dallo 0,9% del Pil nel 2019 al 9,4% nel 2022. Non siamo ancora arrivati ai livelli raggiunti prima della crisi (11,9% del Pil nel 2007 e nel 2008), ma poco ci manca.

Nel frattempo, i salari sono fermi oppure crescono meno dell’inflazione. Secondo i dati del ministero del lavoro, lo stipendio mensile medio lordo è passato dai 1.118 euro nel 2021 ai 1.176 euro nel 2022, un aumento del 5,2%: troppo poco per compensare l’aumento dei prezzi (9,3% nel 2022). Alla perdita di potere d’acquisto si aggiunge il fatto che l’inflazione colpisce i poveri più dei ricchi, per il semplice motivo che per i primi la spesa per abitazione, energia, e alimentari rappresenta una quota maggiore del reddito rispetto ai secondi.

In un certo modo, le radici di tutte le notizie recenti dell’economia greca, sia positive che negative, vanno cercate nella gestione di quella crisi, a colpi di austerità e svalutazione interna. Per colmare la distanza fra bassa produttività e consumismo sfrenato, la Troika dei creditori (Ue-Bce-Fmi) ha puntato troppo sulla riduzione dei consumi, e troppo poco sull’aumento delle capacità produttive. L’eccesso di austerità e di “riforme strutturali” ha condannato la Grecia a rimanere un’economia poco performante anche negli anni a venire.

L’indebolimento dei sindacati è stato uno dei perni in questa strategia: in termini reali, i salari medi sono circa 25% più bassi rispetto al 2009, mentre il tasso di copertura dei contratti collettivi è sceso nel giro di pochissimi anni dal 100% del 2010 al 14% nel 2014.

La questione è se una cosiddetta “alta via” allo sviluppo è compatibile con relazioni industriali squilibrate, in un contesto istituzionale che concede molta flessibilità alle aziende ma offre poche garanzie ai lavoratori. Per ora, l’economia greca sembra intrappolata in un equilibrio di bassa produttività, basse qualifiche, e basse retribuzioni.

11 Ιουνίου 2023

Χαμηλή φορολογία ή οργανωμένη κοινωνία;


Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 11 Ιουνίου 2023).

 

«Ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση μιας κυβέρνησης είναι να δούμε πώς συλλέγονται και πώς δαπανούνται οι φόροι. Και ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση ενός ατόμου είναι να δούμε πώς αντιδρά στους φόρους.»

Αυτά έλεγε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ, γνωστό ανατρεπτικό στοιχείο, σε ομιλία του στο Γούστερ Μασαχουσέτης, 12 μέρες πριν τις προεδρικές εκλογές του 1936 (τις οποίες παρεμπιπτόντως κέρδισε με 60,8% των ψήφων). Και συνέχιζε:
«Οι φόροι, σε τελευταία ανάλυση, είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας.»

Κρίνοντας από την πολιτική αντιπαράθεση (ο θεός να την κάνει) των τελευταίων ημερών, δείχνει να έχει επικρατήσει η άποψη «μείωση φόρων καλό, αύξηση φόρων κακό». Δεν θα σταθώ στο προφανές, ότι οι πιο δυναμικές οικονομίες στην Ευρώπη έχουν υψηλή φορολογία, ότι με τα έσοδα χρηματοδοτούν σχολεία και νοσοκομεία υψηλής ποιότητας, και ότι αυτό κάνει τις κοινωνίες τους πιο ανοιχτές, λιγότερο άνισες και πιο ευτυχισμένες. Στη χώρα μας το νέο πρότυπο που δήθεν πρέπει πάση θυσία να μιμηθούμε είναι … η Βουλγαρία της χαμηλής φορολογίας.

Είμαστε μια κοινωνία μικρομεσαίων. Εδώ και διακόσια σχεδόν χρόνια, σε τέτοια θέματα κάνουν κουμάντο αγρότες που δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος (αλλά απαιτούν επιδοτήσεις και αποζημιώσεις), ελεύθεροι επαγγελματίες που σκαρφίζονται τρόπους να τους μοιάσουν, και πολιτικοί που χαϊδεύουν τα αυτιά και των δύο μην τυχόν και χάσουν καμιά ψήφο – ενώ όλοι εξανίστανται εν χορώ για «το κακό κράτος που παρέχει χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες». Οι δύο πρώτες κατηγορίες δεν φαίνεται να βλέπουν κάποια αντίφαση. Η δε τρίτη, οι πολιτικοί, έχουν λύσει το πρόβλημα αποφεύγοντας συστηματικά τα τραίνα, τα λεωφορεία, τα δημόσια νοσοκομεία, τα δημόσια σχολεία, ή τα ελληνικά πανεπιστήμια, οι ίδιοι και τα παιδιά τους.

Οι υπόλοιποι, όσοι τέλος πάντων δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιούμε τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη δημόσια περίθαλψη, και τη δημόσια εκπαίδευση, ας αναρωτηθούμε σε ποια χώρα θέλουμε να ζούμε. Εάν η απάντηση είναι «στην Ελλαδίτσα μας, αλλά με λιγότερους φόρους», κανένα πρόβλημα: σε μια δημοκρατία αποφασίζει η πλειοψηφία, πάντοτε. Αρκεί να συμφωνήσουμε ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε για πάντα «Ελλαδίτσα», και για να μείνει στη φαντασία μας η μοντέρνα, ψηφιοποιημένη, δυναμική χώρα που φαντασιωνόμαστε.

Υπάρχει τρόπος να έχουμε και καλύτερες υπηρεσίες και μείωση των φόρων; Περιθώρια βελτίωσης υπάρχουν πάντα, αλλά μετά τις αιματηρές περικοπές της προηγούμενης δεκαετίας έχουν στενέψει πολύ. Ήδη μισό εκατομμύριο νέοι υψηλής μόρφωσης έχουν μεταναστεύσει σε πιο οργανωμένες κοινωνίες, όπου οι μισθοί – και οι φόροι! – είναι υψηλότεροι.

Δεν απομένει παρά η εκλογίκευση της φορολογικής δομής, καθώς και η ανακατανομή του φορολογικού βάρους από την εργασία στην περιουσία, και από την παραγωγή στην ρύπανση και στην καταπάτηση των κοινών πόρων.

Τι μπορεί να γίνει πρακτικά; Να μερικές ιδέες:
  • Διεύρυνση της φορολογικής βάσης με ενιαίους συντελεστές φόρων και εισφορών για όλους τους εργαζομένους, μόνιμους ή όχι, μισθωτούς ή όχι.
  • Κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και εργοδοτών για παροχές περίθαλψης (2,15% και 4,3% των μεικτών αποδοχών αντιστοίχως), με μεταφορά του χρηματοδοτικού βάρους στη γενική φορολογία, όπως άλλωστε ισχύει σε όλες τις χώρες με ΕΣΥ.
  • Αύξηση των πράσινων φόρων (με εισοδηματικές ενισχύσεις μόνο στους οικονομικά ασθενείς, στους ηλικιωμένους, καθώς και στους κατοίκους ορεινών περιοχών).

Και ο φόρος κληρονομιάς; Χάρη στην αύξηση του αφορολόγητου στο 1,6 εκατ. ευρώ για ένα ζευγάρι, οι πλούσιοι (όχι «η μεσαία τάξη») μπορούν να μεταβιβάζουν όλο τον πλούτο τους σε ανθρώπους (τα παιδιά και τα εγγόνια τους) που δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να τον κερδίσουν. Η συνετή φορολόγηση των κληροδοτημάτων προάγει την κοινωνική κινητικότητα και τον περιορισμό των ανισοτήτων, χωρίς παρενέργειες οικονομικής αποδοτικότητας. Αυτό προτείνουν αναλύσεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ.

Σε εμάς, θα ήταν κρίμα να καταντήσει ταμπού.

30 Απριλίου 2023

Is another Greek slump on the way?

Δημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο βρετανικό περιοδικό «The New European» (Κυριακή 30 Απριλίου 2023).


1.

Until last month, the news from Greece were largely mundane, which was a welcome change from the excitement of the early 2010s, when a chain of events (the country’s virtual bankruptcy, the EU-ECB-IMF bailout, harsh austerity, deep recession, social strife, and political conflict) caught the attention of the world media. In a few bitter years, the national economy shrank by over a quarter, while tax hikes and benefit cuts caused disposable incomes to decline by even more.

But that was then. More recently, on the rare occasions when there were any news worth reporting, they were broadly positive. Life under Covid was as grim as everywhere, yet ordinary Greeks surprised themselves by sticking to the rules with less fuss than the Dutch, while their government surprised everyone by putting in place a reliable, user-friendly digital infrastructure faster and better than Germany’s. Greece’s economy, heavily dependent on tourism, plunged in lockdown deeper than more diversified economies, yet bounced back higher thereafter. The unemployment rate (10.8% in January 2023) was still one of the highest in the EU, yet a far cry from its peak a decade ago (28.7% in November 2013).

Even more excitingly, Pfizer’s decision to create a research centre in Thessaloniki (Greece’s second largest city, where Albert Bourla, the company’s CEO, was born and raised), and Microsoft’s and Google’s to invest in cloud computing, or the unlikely emergence of Athens as a film industry hub (as seen in Tehran, the Netflix series, shot entirely on location), cheered Greeks and added to the sense that the country was out of the woods.

Not least, businesses and the government looked forward to the inflow of funds worth billions, earmarked for Greece courtesy of the Recovery and Resilience Facility and other EU programmes. All in all, economic sentiment at the start of 2023 was bullish.


2.

For my generations of Greeks born, say, last century, it was difficult to disregard a sense of déjà vu. We had been there before: in 2004, Greece won the UEFA European Football Championship, successfully organised the Olympic Games in Athens, and even came third in the Eurovision Song Contest, all in quick succession: annus mirabilis. Then came the forest fires of 2007, the riots of 2008, the debt crisis of 2009-2010, and the political instability of 2010-2015, when the country discovered that its prosperity was built on sand.

Things precipitated when the government taking office after the October 2009 general election found that the budget deficit on its hands was not 3.7% of GDP (as reported by its predecessor) but over four times as large. The market turmoil that followed put at risk the solvency of Greece and, briefly, the integrity of the euro area as a whole. The bailout eventually concocted threw a lifeline to a penniless government. At a stroke, it also removed power over domestic policy away from the country’s political class, handing it over to unelected middle-ranking officials in Brussels, Frankfurt, and Washington DC. The humiliation added to the sudden impoverishment, fuelling a nationalist backlash across the political spectrum, which transformed Greek politics almost overnight. The rest, as they say, is history.


3.

This time round the nagging suspicion that behind the hype Greece remained a second-rate country was brought home by the devastating train crash of Wednesday 1 March 2023, in which 57 people lost their lives. Although the inquiry into the causes of the disaster has barely started, we have been officially told that automated safety systems worth hundreds of millions, paid for by taxpayers (Greek and European), were left to rot, while railway traffic control on the country’s one and only mainline was conducted manually. All it took was a moment’s distraction by one station manager, duly arrested and prosecuted: an accident waiting to happen.

It is too soon to tell what the consequences for Greece’s economy will be in the years to come. Possibly none: after all, life goes on – except of course for the lives that ended in the crash, and those forever blighted by it. Still, with a demoralised government, under attack by the opposition, the latter not exactly renowned for its competence when in office, and a general election looming, the country looks ripe for a new cycle of instability.

This is not to say that we are on the verge of a new Greek crisis. In 2010 the economy collapsed after a long reckless run (on steroids). This time the stakes are less dramatic, though no less significant. It is a question of whether the economy can break out of its lower-league status onto a path of sustainable growth, or it should resign itself to near stagnation for the foreseeable future.


4.

Casting a gaze over the last fifteen years or so, is the Greek economy in a better shape now than when the debt crisis broke out?

Living standards are certainly lower. In spite of its recent surge, GDP is still 16% below its 2009 level. Things look a bit better in per capita terms (GDP per head down by 12% over the period), but then again population decline is hardly cause for celebration. By analogy, although unemployment has now fallen to pre-crisis levels, the exodus of at least half a million mostly young mostly highly educated Greeks last decade means that the number of people in employment (4.1 million last summer) remains well below what it was before the crisis (4.5 million in summer 2009). As for average wages, they were 25% lower (in 2021) relative to their level in 2009, in real terms.

As regards the economic fundamentals that made the headlines back in 2010, the picture looks more reassuring: public debt has been stabilised in value terms (although of course it has risen as a share of GDP), while the budget deficit is set to reach 2% of GDP in 2023 (it was over 15% in 2009).

The narrative of the euro crisis as a tale of fiscal irresponsibility helped determine the course of events, but was soon set aside by economists across the spectrum, who now view it as mostly a result of current account imbalances: after all, why else should Spain, with a public debt below Germany’s, also get in trouble? From this perspective, the transformation of Greece has been remarkable: in January-September 2022, the exports-to-GDP ratio reached 38%; over the same period of 2008, the pre-crisis peak, it had amounted to a mere 24%.

On closer inspection, the exports miracle is less spectacular. Imports have also risen, so the current account deficit, having fallen below 1% of GDP in 2013-2015, has risen again to 10% (it had been 15% in 2008). Over a quarter of export earnings are accounted for by the petroleum industry, which imports crude oil, refines and re-exports it, making good money but creating few jobs. The share of medium- and high-tech goods in manufacturing exports has fallen since before the crisis. And tourism is estimated to contribute almost half of all exports, as well a quarter of all jobs and a fifth of GDP. Dependence on tourism (‘our heavy industry’ as government ministers and business spokesmen like to repeat) is problematic in the short-term, given that most of the jobs it provides are low-skill and low-pay, and unwise in the longer-term, given that it is vulnerable to geopolitical risk, not to mention climate change.


5.

In a way, good and bad news are both the legacy of the austerity and internal devaluation – the doctrine that since Greece, as a member of the Eurozone, could not devalue its currency out of the crisis, it should instead devalue wages and prices. Wages have duly fallen, partly because of the recession, and partly by fiat (the cuts in public sector pay in 2010, and the 22% cut of minimum wage in 2012). Prices never fell, and are now rising faster than in the rest of Europe, evidence of the fact that product market deregulation (also advocated by the EU-ECB-IMF Troika) was less enthusiastically pursued, and more successfully resisted, than the labour market sort.

In retrospect, the trouble with Greece’s bailout was not so much that it imposed austerity – what else is there really for a country with a budget deficit of over 15% of GDP? (Not that this failed to stop Varoufakis from playing sorcerer’s apprentice, or Tsipras from winning two general elections and one referendum in a row, but that is another story.) On a different level, the Troika’s approach rested on the unspoken assumption that Greece is a low-performing economy, and that it should stop pretending otherwise. So the bailout deal made sure Greece remained a low-performing economy for the foreseeable future.

Investment, especially of the productive kind, is now less than half what it was pre-crisis. Adult skills – of workers and managers – remain incredibly low, especially if judged by what the persons concerned can actually do. Public administration has been digitalised, which is great, but in other respects remains unhelpful, plus is now understaffed. Justice remains excruciatingly slow, and not as impartial or independent from government as it should be. Infrastructure, supported by EU funding, is a mix of modern and antiquated, as the recent train crash made plain. All in all, most ingredients of sustainable growth are missing.

This was not lost on the Committee headed by Sir Christopher Pissarides, Nobel Laureate and LSE Professor, whose recommendations were embraced by the current government. But progress has been disappointing. The Greek economy seems trapped in a low-added value low-skilled low-wage trajectory.

 

9 Απριλίου 2023

Όχι άλλες τέτοιες «νίκες της δημοκρατίας»

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 9 Απριλίου 2023).


Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις κατά της αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης στο Παρίσι έχουν αρκετές ομοιότητες με τις αντίστοιχες στην Αθήνα το 2001. Στη χώρα μας, οι (ήπιες, όπως απεδείχθη στη συνέχεια) προτάσεις Γιαννίτση για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συνάντησαν τη σφοδρή αντίδραση των πάντων (των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνώντος τότε, των συνδικάτων, των μέσων ενημέρωσης, της κοινής γνώμης), και τελικά εγκαταλείφθηκαν από την κυβέρνηση Σημίτη. Στη Γαλλία, χάρη στις αυξημένες εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι (επίσης ήπιες) προτάσεις Μακρόν θα εφαρμοστούν, παρά την αντίθεση της πλειοψηφίας των βουλευτών.

«Ήττα της δημοκρατίας» στη Γαλλία; Κατά μια έννοια, ναι. Κατά μια άλλη έννοια, όχι. Η επιμονή Μακρόν παρά το πολιτικό κόστος μπορεί να θεωρηθεί διόρθωση μιας αποτυχίας της δημοκρατίας, που εκδηλώνεται κάθε φορά που όσοι έχουν πολιτικά δικαιώματα (οι σημερινοί ψηφοφόροι) λεηλατούν τους κοινούς πόρους σε βάρος όσων δεν έχουν (η γενιά των παιδιών μας, και η γενιά των παιδιών τους).

Αντίθετα, στην Ελλάδα το 2001 «η δημοκρατία νίκησε». Βέβαια λίγα χρόνια μετά η χώρα χρεωκόπησε, με καθοριστική συμβολή του πιο σπάταλου και άδικου ασφαλιστικού στην Ευρώπη.

Οι μνημονιακές περικοπές (ό,τι και αν λέγεται) δεν ήταν «οριζόντιες». Οι μειώσεις κυμάνθηκαν από 16% έως 46%, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης και την ηλικία του συνταξιούχου τη στιγμή των μέτρων. Και πάλι όμως, παρά τις περικοπές, οι συνταξιούχοι συνέχισαν να εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις από ό,τι είχαν συνεισφέρει με τις εισφορές τους οι ίδιοι και οι εργοδότες τους. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια η φτώχεια των ηλικιωμένων μειώθηκε, ενώ η σχετική θέση τους στην κατανομή εισοδήματος βελτιώθηκε.

Πώς έγινε αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις αμοιβές εργασίας. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις υψηλές συντάξεις. Τρίτον, επειδή οι συντάξεις – έστω και μειωμένες – συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ αυτό δεν συνέβη με τις αμοιβές όσων έχασαν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι νέες γενιές συνταξιούχων δικαιούνται υψηλότερες συντάξεις από τις προηγούμενες.

Σήμερα η μέση σύνταξη (κύρια και επικουρική) ανέρχεται σε 935 ευρώ το μήνα. Όχι πολύ άσχημα, εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι μέσες μεικτές αποδοχές των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνούν τα 1.176 ευρώ το μήνα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το διάχυτο αίτημα για «αποκατάσταση των απωλειών των συνταξιούχων», και μάλιστα των ευπορότερων, για το οποίο πλειοδοτεί το σύνολο σχεδόν του πολιτικού – και δικαστικού – προσωπικού της χώρας, δεν μπορεί να υποστηριχθεί με σοβαρά επιχειρήματα. Παρά τις επιμέρους αστοχίες, η διόρθωση της προηγούμενης δεκαετίας ήταν ιστορικής σημασίας. Για το καλό της χώρας, πρέπει να διαφυλαχθεί.

Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι αυτό δεν έχει κατανοηθεί. Με την εξασθένηση της επιρροής των δανειστών, η χώρα σταδιακά οπισθοδρομεί στις πρακτικές που την οδήγησαν στην χρεωκοπία.

Η πρώτη υπαναχώρηση αφορούσε τη λεγόμενη «προσωπική διαφορά». Το Μάιο 2017, η Βουλή ενέκρινε το Ν4472/2017 που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (μετά από υπόδειξη των δανειστών), ο οποίος μεταξύ άλλων προέβλεπε τον σταδιακό επανακαθορισμό των συντάξεων σύμφωνα με το σύστημα του Ν4387/2016 (που η ίδια είχε θεσμοθετήσει). Στα τέλη του 2018, η κυβέρνηση αρνήθηκε πανηγυρικά να εφαρμόσει τη σχετική διάταξη, με τη σιωπηλή συναίνεση της αντιπολίτευσης (και των δανειστών).

Ακολούθησε η δεύτερη υπαναχώρηση. Υπό το βάρος των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που κήρυξαν αντισυνταγματικές κάποιες διατάξεις του Ν4387/2016, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μείωση του ποσοστού εισφοράς ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών σε 13,33% (από 20%), κάνοντας ένα μεγάλο βήμα ακύρωσης της ενοποίησης των κανόνων του ασφαλιστικού συστήματος που είχε επιχειρηθεί χάρη στην επιμονή των δανειστών. Η εξέλιξη αυτή παγιώθηκε το Φεβρουάριο 2020, με την κυβέρνηση ΝΔ να επαναφέρει με το Ν4670/2020 το καθεστώς χαμηλών «κατ’ αποκοπήν» (δηλ. αποσυνδεδεμένων από το εισόδημα) εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες που ίσχυε πριν το 2010. Χάρη σε αυτόν το νόμο της σημερινής κυβέρνησης, ένας μεγαλογιατρός ή ένας μεγαλοδικηγόρος μπορούν (νομίμως) να πληρώνουν λιγότερα για σύνταξη από ό,τι μια καθαρίστρια ή ένας οικοδόμος.

Η τρίτη υπαναχώρηση ήταν η σιωπηρή άρνηση της κυβέρνησης (με την επίσης σιωπηρή συναίνεση της αντιπολίτευσης) να εφαρμόσει την περιοδική αναθεώρηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης καθώς αυξάνεται η διάρκεια ζωής. (Το 2021 το γενικό όριο έπρεπε να αυξηθεί στα 68, ή στα 63 με 40 χρόνια ασφάλισης.)

Ταυτόχρονα, με αποφάσεις των δικαστηρίων, επιστρέφονται απίστευτα ποσά σε εύπορους συνταξιούχους, για συντάξεις που δεν είχαν ποτέ πληρώσει με τις εισφορές τους. Και ο κατάλογος των υπαναχωρήσεων συνεχίζεται.

Εν τω μεταξύ, ρεπορτάζ σοβαρών εφημερίδων αναλύουν με λεπτομέρειες τα «παραθυράκια» των νόμων, εξηγώντας για παράδειγμα πως μπορεί μια εργαζόμενη που το 2011 είχε ανήλικο τέκνο να βγει το 2023 στη σύνταξη στην προχωρημένη ηλικία των 52 ετών.

Όλα αυτά δίνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που δεν έχει μάθει τίποτε από την περιπέτεια των Μνημονίων, και μιας πολιτικής τάξης έτοιμης να επαναλάβει τα ίδια σφάλματα που μας οδήγησαν στη χρεωκοπία.

Σε μια σοβαρότερη χώρα, οι εκλογές θα ήταν ευκαιρία να τεθούν τα προβλήματα στη συζήτηση. Στη δική μας χώρα αυτό είναι απίθανο να συμβεί. Οδεύουμε ολοταχώς για άλλη μια «νίκη της δημοκρατίας».

8 Απριλίου 2023

Διαφορετικά οράματα, αναγκαίες συναινέσεις

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 8 Απριλίου 2023).


Σε μια δημοκρατία, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των κομμάτων δεν είναι απλώς αναπόφευκτες: είναι αναγκαίες. Η αντιπαραβολή διαφορετικών σχεδίων διακυβέρνησης, διαφορετικών οραμάτων (αν προτιμάτε) για το μέλλον της χώρας, είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας.

Υπό μια προϋπόθεση όμως. Για να είναι λειτουργική η αντιπαράθεση θα πρέπει να πατά γερά σε ένα κοινό έδαφος. Ανήκουμε όλοι στην ίδια πολιτική κοινότητα, είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε ο ένας με τον άλλον. Συνεπώς, η αντιπαράθεση θα πρέπει να διεξάγεται έτσι ώστε ενισχύει τους δεσμούς της κοινής μας συνύπαρξης, αντί να τους διαβρώνει. Η αμοιβαία αναγνώριση ότι οι προσδοκίες και οι ανησυχίες της άλλης πλευράς είναι θεμιτές, και δεν είναι όλες αβάσιμες, θα ήταν ένα σημαντικό βήμα. Η αναζήτηση συναινέσεων για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων που μας κρατούν καθηλωμένους θα ήταν ένα πραγματικό άλμα.

Για παράδειγμα, σας φαίνεται λογικό το κόμμα που κυβερνά να αλλάζει τον εκλογικό νόμο όπως το βολεύει; Είναι χαζοί οι Γερμανοί που έχουν το ίδιο εκλογικό σύστημα από το 1949; Είναι άσχετο αυτό με την πολιτική σταθερότητα και τις υψηλές οικονομικές επιδόσεις της χώρας αυτής;

Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά άλλα πεδία δημόσιας πολιτικής που προσφέρονται για αναζήτηση συναινέσεων. Ποιο ακριβώς όραμα για τη χώρα – συντηρητικό, φιλελεύθερο, ή προοδευτικό - υπηρετείται από μια δικαιοσύνη αργόστροφη, συντεχνιακή, και υποτελή στην εκάστοτε κυβέρνηση; Ή από μια υπηρεσία πληροφοριών ανεξέλεγκτη και διάτρητη; Ή από έναν δημόσιο τομέα απαξιωμένο, εχθρικό απέναντι στους πολίτες, και ενίοτε επικίνδυνο για την ασφάλειά τους; Εάν μπορούσαμε να λύσουμε τέτοια προβλήματα, θα εξακολουθούσαμε να διαφωνούμε για την πορεία της χώρας, όπως είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατία. Όμως θα ζούσαμε σε μια χώρα πιο ασφαλή, πιο επιτυχημένη, και πιο ευτυχισμένη.

Στο πεδίο της οικονομίας, ή μάλλον σε αυτό των προϋποθέσεων της οικονομικής ευημερίας, οι επιδόσεις της χώρας μας είναι καταθλιπτικές. Έχουμε αναρωτηθεί γιατί είμαστε πρωταθλητές Ευρώπης στο ποσοστό αποφοίτων ΑΕΙ ηλικίας 25-34 ετών που είναι λειτουργικά αναλφάβητοι (στοιχεία έρευνας PIAAC); Ή στο ποσοστό επιχειρηματιών/μάνατζερ με ανεπαρκείς διαχειριστικές ικανότητες (στοιχεία World Management Survey); Ενώ εμείς ακόμη συζητάμε για το εάν είναι καλό ή κακό να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί; Και ενώ ετοιμαζόμαστε να κατασπαταλήσουμε και τον νέο πακτωλό ευρωπαϊκών κονδυλίων για την επαγγελματική κατάρτιση, πάντοτε στον ιερό βωμό του εθνικού στόχου της απορροφητικότητας;

Χωρίς τη θεαματική αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, αλλά και των επιχειρηματιών, η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει ποτέ να μπει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης – οποιασδήποτε κατεύθυνσης, με περισσότερη ή λιγότερη αγορά, με ή χωρίς αποκλεισμούς.

(Αν και αξίζει να σημειώσουμε ότι τέτοια διλήμματα είναι σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα, αφού χωρίς ικανό και αποτελεσματικό κράτος δεν υπάρχει επιτυχημένη οικονομία της αγοράς, ενώ ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν δίνει ευκαιρίες και προοπτικές σε όλους δεν μπορεί να είναι βιώσιμο σε βάθος χρόνου.)

Μια νηφάλια αναγνώριση των προβλημάτων που μας καταδικάζουν στη μιζέρια, για τα οποία ευθύνονται λίγο πολύ όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Και μια ώριμη συζήτηση για το πώς θα αρχίσουμε να τα λύνουμε. Αυτό αξίζουν οι πολίτες αυτής της χώρας, εν όψει των βουλευτικών εκλογών, εξουθενωμένοι από τις διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας. Ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούν οι ίδιοι.

24 Μαρτίου 2023

Ελλάδα είναι ... αυτό που αποφεύγουμε να δούμε στον καθρέφτη

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 24 Μαρτίου 2023).

Είναι συνηθισμένο το φαινόμενο μερικοί άνθρωποι να περιφέρουν μια εικόνα του εαυτού τους πολύ πιο κολακευτική από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνους. Όταν κάποια ταπείνωση γεφυρώνει το χάσμα, κάνοντας σαφές ακόμη και στους ίδιους πόσο υπερφίαλη ήταν η προηγούμενη αντίληψή τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο επιλογές: είτε να αποδεχθούν την δημόσια εικόνα τους (ακόμη καλύτερα: να εργαστούν για να την βελτιώσουν), είτε να συνεχίσουν να αυταπατώνται, ρίχνοντας στους άλλους την ευθύνη για τις αναπόφευκτες αποτυχίες.

Ό,τι ισχύει για τα άτομα ενίοτε ισχύει και για τα έθνη. Η Κρίση του Σουέζ (1956) έδειξε στους Βρετανούς ότι η εποχή της παντοκρατορίας είχε παρέλθει. Το ίδιο έδειξε και στους Γάλλους, όμως εκείνοι αποδείχθηκαν κάπως ανεπίδεκτοι, παρότι τους είχε προϊδεάσει η πανωλεθρία του Ντιεν Μπιεν Φου (1954): μόνο το 1962 αποσύρθηκαν από την Αλγερία. Ίσως να μην είναι εντελώς τυχαίο ότι η έκφραση «illusion de grandeur» είναι γαλλική.

Είναι τα Τέμπη το ανάλογο του Σουέζ, και του Ντιεν Μπιεν Φου; Όχι ακριβώς: η Μικρασιατική Καταστροφή, μάλιστα – και, σε λιγότερο αιματηρή εκδοχή, η πτώχευση του 2010. Τι μάθαμε από την τελευταία; Όχι πολλά, αν αναλογιστούμε με πόση ευκολία όλοι (κυβέρνηση, αντιπολίτευση, τοπικά συμφέροντα, κοινή γνώμη) κύλισαν στην πεπατημένη.

Θα ήταν ωραίο να ελπίζει κανείς ότι τα Τέμπη θα μας ωθήσουν να αναθεωρήσουμε την παραδοσιακή μας αντίληψη για το Δημόσιο ως ξέφραγο αμπέλι – ιδεώδες για ρουσφέτι (αν είμαστε πολιτικοί προϊστάμενοι), για πλιάτσικο (αν είμαστε προμηθευτές, ή καμμιά φορά και συνδικαλιστές), ή για λούφα (αν είμαστε απλοί εργαζόμενοι). Η πρόσληψη στον ΟΣΕ των συγγενών των θυμάτων δείχνει ότι απέχουμε πολύ.

Και η άλλη Ελλάδα, των ευσυνείδητων εργαζομένων, των έντιμων επιχειρηματιών, των ακέραιων πολιτικών; Ίσως υπάρχει ακόμη. Εάν ναι, ας δώσει σήμα.

24 Φεβρουαρίου 2023

Οι οικονομικές επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» (Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023).

Η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία έβαλε τέλος στην διάχυτη αισιοδοξία για ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία. Το τι συνέβη μετά είναι γνωστό: οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομία σκοτείνιασαν, η ενέργεια ακρίβυνε, ο πληθωρισμός επανήλθε. Ο κύκλος έκλεισε με την απόφαση των κεντρικών τραπεζών να ανεβάσουν το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις (στην Ευρωζώνη κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες), με σκοπό ακριβώς την συγκράτηση των τιμών, και με κίνδυνο την περαιτέρω επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Νοέμβριο 2022 μιλούσαν για ύφεση μέσα στο 2023.

Αντίθετα, οι συνέπειες των κυρώσεων της Δύσης για τη ρωσική οικονομία υπήρξαν μέχρι τώρα λιγότερο καταστροφικές από ό,τι αναμενόταν: σε πρόσφατη ομιλία του στο οικονομικό επιτελείο, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εμφανίστηκε ικανοποιημένος για το γεγονός ότι η συρρίκνωση του ρωσικού ΑΕΠ δεν ήταν 20%, ούτε 10%, αλλά 2,1%. Πράγματι, παρά τη μεγάλη μείωση των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου (σε ποσότητες), ιδίως στην Ευρώπη, η άνοδος των τιμών της ενέργειας ήταν τόσο θεαματική που οι εισπράξεις της Ρωσίας έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ.

Ήταν λοιπόν μάταιες οι κυρώσεις; Ή, ακόμη χειρότερα, έπληξαν τη Δύση περισσότερο από ό,τι τη Ρωσία; Πολλές ενδείξεις μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις θα είναι τελικά «όχι». Ας δούμε τις πιο σημαντικές.

Η επιτάχυνση της απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, και η σταδιακή εφαρμογή του ευρωπαϊκού εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο (από τον Δεκέμβριο 2022), σημαίνουν ότι οι προοπτικές για τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας είναι τώρα λιγότερο ρόδινες. Η ρωσική κυβέρνηση αναμένει μείωση των εισπράξεων κατά 23% φέτος, ενώ ξένοι παρατηρητές εκτιμούν ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Η απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς για τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας αποδεικνύεται δυσαναπλήρωτη: αγωγοί για την διοχέτευση του φυσικού αερίου στις ασιατικές αγορές δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να κατασκευαστούν γρήγορα. Η Κίνα και η Ινδία δεν μπορούν να απορροφήσουν την ενέργεια που δεν αγοράζει η Ευρώπη.

Χάρη στον ήπιο χειμώνα και στην εξοικονόμηση ενέργειας, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει μειωθεί κατά 25% έναντι των προηγούμενων ετών. Η ευρωπαϊκή μεταποίηση έχει δείξει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα: παράγει περισσότερα προϊόντα με λιγότερη ενέργεια. Η μείωση της ζήτησης, η στροφή προς άλλους προμηθευτές ορυκτών καυσίμων, καθώς και η συνεχιζόμενη αύξηση του ειδικού βάρους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχουν φέρει μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.

Για τη Ρωσία οι σοβαρότερες συνέπειες της διεθνούς απομόνωσης είναι μακροπρόθεσμες. Η αποχώρηση πολλών ξένων επιχειρήσεων και η ακύρωση πολλών ξένων επενδύσεων έχουν στερήσει τη ρωσική οικονομία από πολύτιμους πόρους, τεχνογνωσία, δεξιότητες, και διασυνδέσεις. Η μαζική φυγή νεαρών Ρώσων επιστημόνων και τεχνικών πληροφορικής δεν θα αντιστραφεί όσο διαρκεί ο πόλεμος (και το καθεστώς Πούτιν). Οι εισαγωγές ανταλλακτικών και άλλων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας έχουν καταρρεύσει, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στη ρωσική μεταποίηση: η εγχώρια παραγωγή εκσκαφέων έχει υποχωρήσει κατά 69%, τηλεοράσεων κατά 44%, φορτηγών κατά 40%. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της ρωσικής οικονομίας δεν ξεπερνούν το 0,7% ετησίως (από 3,5% το 2013, πριν την προσάρτηση της Κριμαίας).

Αντίθετα, για την Ευρώπη οι προοπτικές έχουν γίνει πιο αισιόδοξες. Οι τελευταίες οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (δημοσιεύθηκαν την περασμένη εβδομάδα) μιλούν για υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (0,9% στην Ευρωζώνη) και αποφυγή της ύφεσης το 2023, χαμηλότερο πληθωρισμό (5,6%, από 8,4% το 2022), άνοδο των μισθών, και διατήρηση της ανεργίας στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαπενταετίας.

Παρά τον πόλεμο, η επίδοση της ελληνικής οικονομίας το 2022 (ρυθμός ανάπτυξης 5,5%) υπήρξε καλύτερη από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη (3,5%), και καλύτερη από τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λίγο πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (4,9%). Για το 2023, η ΕΕ προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης (1,2%), καθώς και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού (4,5%, από 9,3% το 2022).

Και πάλι, για την Ευρώπη και για την Ελλάδα, οι θετικές επιπτώσεις της στήριξης της Ουκρανίας θα φανούν καλύτερα σε βάθος χρόνου. Η εναντίωση μας στη Ρωσία του Πούτιν δεν ήταν μόνο ηθικά επιβεβλημένη, αλλά επίσης συμφέρουσα: η επιθετικότητα ενός απειλητικού γείτονα («Θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά») σπέρνει την απαισιοδοξία, αποθαρρύνει τις επενδύσεις, και συμπιέζει τις οικονομικές προοπτικές. Αντίθετα, η αναπτέρωση του ηθικού των Ευρωπαίων, και η περιχαράκωση όσων επιβουλεύονται την Ευρώπη, μπορεί να φέρει έναν νέο κύκλο ειρήνης, σταθερότητας, και ευημερίας.

22 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 6. Πέρα από την εσωτερική υποτίμηση

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023).

Στο τελευταίο άρθρο αυτής της μίνι σειράς υπογραμμίζουμε ότι δεν έχουμε ακόμη ξεφύγει από το μοντέλο της φθηνής ανάπτυξης, δείχνουμε ότι η εσωτερική υποτίμηση του 2012 δεν μας έβγαλε από το λαγούμι των χαμηλών επιδόσεων (και από πολλές πλευρές μας έβαλε βαθύτερα σε αυτό), ενώ τέλος περιγράφουμε συνοπτικά τι άλλο πρέπει να γίνει για να περάσουμε σε ένα αναβαθμισμένο μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς.

Φθηνή ανάπτυξη

Όπως επισημάναμε στα προηγούμενα άρθρα μας, η επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας υπήρξε δυναμική μετά το πάγωμα της οικονομικής δραστηριότητας λόγω κορωνοϊού: το 2021 ανακτήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας του 2020, ενώ το 2022 η ανάκαμψη επιταχύνθηκε.

Όμως τα προβλήματα παραμένουν. Η οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα, έχοντας συρρικνωθεί απελπιστικά την περίοδο 2008-2020. Το ΑΕΠ της χώρας παραμένει 21% χαμηλότερο από ό,τι το 2007.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάκαμψης είναι επίσης προβληματικά. Το επενδυτικό κενό δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Οι παραγωγικές επενδύσεις (δηλ. εκτός κατασκευών) αυξάνονται αργά, ιδίως αν αφαιρεθεί η δαπάνη για εξοπλιστικά προγράμματα. Με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως αυτές που αναφέραμε στο πρώτο άρθρο της σειράς, οι ξένες άμεσες επενδύσεις επικεντρώνονται κυρίως στα ακίνητα, που φέρνουν πλούτο (στους πρώην ιδιοκτήτες τους, στους μεσίτες, και στους συμβολαιογράφους), αλλά όχι ανάπτυξη – μάλιστα κάποτε μειώνουν την κοινωνική ευημερία (π.χ. εξορύξεις υδρογονανθράκων, ή περισσότερο τσιμέντο στα νησιά).

Οι εξαγωγές αυξάνονται, αλλά λιγότερο από τις εισαγωγές, με αποτέλεσμα την επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου (του ενός από τα «δίδυμα ελλείμματα» που οδήγησαν στην κρίση χρέους). Εάν εξαιρεθούν οι τουριστικές υπηρεσίες, τα καύσιμα (που εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται), και τα πλοία (που ακολουθούν τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας), η αύξηση των εξαγωγών είναι λιγότερο θεαματική. Το μερίδιο των προϊόντων μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας στις εξαγωγές της ελληνικής μεταποίησης είναι χαμηλότερο σήμερα από ό,τι το 2007. Παρά την αύξηση της εξωστρέφειας, η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης.

Εσωτερική υποτίμηση

Ένδεκα χρόνια μετά τη μείωση των κατώτατων μισθών του Φεβρουαρίου 2012, που τη συνόδευσαν νομοθετικές ρυθμίσεις αποδυνάμωσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων (που με τη σειρά τους βοήθησαν να μονιμοποιηθεί η καθήλωση των μισθών), είναι καιρός να αναρωτηθούμε πόσο συνέβαλε η εσωτερική υποτίμηση στην πολυπόθητη στροφή προς ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο που να βασίζεται στις εξαγωγές.

Η δική μας ανάγνωση είναι ότι η υπόσχεση ότι η εσωτερική υποτίμηση θα έθετε σε κίνηση έναν «ενάρετο κύκλο» δεν έχει και δεν μπορεί να επαληθευθεί. Ας θυμίσουμε ότι σύμφωνα με τους εισηγητές της, (α) η μείωση των μισθών θα οδηγούσε σε μείωση των τιμών, (β) η μείωση των τιμών θα έδινε ώθηση στην ανταγωνιστικότητα και στην άνοδο των εξαγωγών, (γ) η άνοδος των εξαγωγών θα γινόταν ατμομηχανή της ανάπτυξης, και (δ) η ανάπτυξη θα έφερνε αύξηση της απασχόλησης και στη συνέχεια και των μισθών.

Η μείωση των τιμών δεν συνέβη ποτέ. Μάλιστα, οι προτεινόμενες (από την Τρόικα) μεταρρυθμίσεις για την τόνωση του ανταγωνισμού προσέκρουσαν στις αντιδράσεις των επιχειρηματικών συμφερόντων που κυριαρχούν στις αγορές προϊόντων, και ματαιώθηκαν. (Αντίθετα, οι αντιδράσεις των συνδικάτων δεν ματαίωσαν τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να μας κάνει όλους σοφότερους για το ποιες ακριβώς είναι «οι συντεχνίες που εμποδίζουν την ανάπτυξη».) Αποτέλεσμα: οι τιμές πολλών αγαθών στην Ελλάδα είναι υψηλότερες από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Η απασχόληση πράγματι αυξήθηκε. Το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ο συνολικός αριθμός απασχολουμένων ήταν 10,9% υψηλότερος από ό,τι το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2012. (Πάντως, η απασχόληση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από ό,τι το 2009: περίπου 420 χιλιάδες άτομα που χάθηκαν στην κρίση δεν έχουν ακόμη αναπληρωθεί. Συγκριτικά, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία η συνολική απασχόληση έχει εδώ και χρόνια ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα.)

Το ότι η αύξηση του ΑΕΠ (μόλις 3,3% την δεκαετία 2012-2022) ήταν τόσο χαμηλότερη από την άνοδο της απασχόλησης υποδηλώνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η μείωση των μισθών και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας έφεραν αναιμική ανάπτυξη. Δεύτερον, ότι κατά κανόνα οι νέες θέσεις εργασίας είναι χαμηλής παραγωγικότητας.

Όσο για τους μισθούς, η καθήλωσή τους – ύστερα από την τεράστια μείωση της περασμένης δεκαετίας – συνεχίζεται και μετά την επανεμφάνιση του πληθωρισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το δεύτερο τρίμηνο του 2022 οι ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 0,8%, ενώ ο πληθωρισμός κατά 10,4% (σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2021). Αντίθετα στην Ευρωζώνη η αύξηση των μισθών ήταν μεγαλύτερη (4,1%), ενώ η αύξηση των τιμών μικρότερη (8,0%).

Επίσης, παρά την πρόσφατη αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, οι αμοιβές των μισθωτών παραμένουν απελπιστικά χαμηλές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος «Εργάνη», οι μέσες αποδοχές των μισθωτών το 2022 ήταν 1.176 ευρώ το μήνα (μεικτά).

Τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά; Καταρχάς, ότι η ελληνική οικονομία είναι εγκλωβισμένη σε μια νέα εκδοχή του παραγωγικού μοντέλου φθηνής ανάπτυξης και χαμηλών επιδόσεων που οδήγησε στην κρίση του 2010. Επί πλέον, ότι η υποτίμηση της εργασίας έχει εξαντλήσει τα όποια οφέλη της και έχει πλέον γίνει αντιπαραγωγική.

Στροφή πολιτικής

Η χρεωκοπία της κρατικοδίαιτης οικονομίας το 2010, και στη συνέχεια η διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019, κατέστησαν ανυπόληπτη την έννοια της συμβολής του κράτους στην οικονομική ανάπτυξη. Με αυτή την έννοια, η φιλελευθεροποίηση της οικονομικής πολιτικής την τελευταία τριετία ήταν φυσιολογική, και ως ένα βαθμό απαραίτητη.

Όμως, η βιώσιμη ανάκαμψη δεν θα έρθει με την απλή απελευθέρωση των δυνάμεων της αγοράς από τις ρυθμίσεις που τις περιορίζουν. Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας συνεπάγεται βαθιές τομές στην παραγωγή δεξιοτήτων, στη φορολογία, στην κοινωνική προστασία, και στις εργασιακές σχέσεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας, της απασχόλησης, και των μισθών προϋποθέτει τομές στη δημόσια πολιτική:
  • Συστηματική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο: στην προαγωγή της υγείας των πολιτών, και κυρίως στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, καθώς και στη βελτίωση των διαχειριστικών δεξιοτήτων των μάνατζερ και των επιχειρηματιών (που σήμερα είναι τραγικά χαμηλές)
  • Φορολογικό σύστημα δίκαιο και μη στρεβλωτικό: χωρίς διακρίσεις κατά της μισθωτής εργασίας, με μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία και την παραγωγή προς την κατανάλωση και τον πλούτο.
  • Νέα ρύθμιση της αγοράς εργασίας: εργασιακές σχέσεις που να διευκολύνουν τις απαραίτητες αναπροσαρμογές σε βάθος χρόνου για την αναβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
  • Κοινωνικό κράτος επιταχυντή της ανάπτυξης: με έμφαση στις κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και σε όλες τις άλλες πολιτικές «συμφιλίωσης» των εργασιακών και οικογενειακών υποχρεώσεων των νέων ζευγαριών, και ιδίως των γυναικών.

8 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 5. Κάτω από την επιφάνεια των επενδύσεων

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023).

Στα προηγούμενα άρθρα αυτής της μίνι σειράς επισημάναμε ότι η χώρα πλέον βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης, και αναφερθήκαμε στις πιο προβληματικές πτυχές αυτής της θετικής εξέλιξης: στη σύνθεση (και χαμηλή τεχνολογική στάθμη) των εξαγωγών, και στη διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος, που φανερώνουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Σε αυτό το άρθρο επικεντρωνόμαστε σε μια από τις μεγαλύτερες πληγές που άφησε πίσω της η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας: το επενδυτικό κενό, που καθηλώνει την εθνική οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις, και υποθηκεύει τις μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης.

Η κρισιμότητα των επενδύσεων 

Η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω των επενδύσεων είναι αποφασιστική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Χωρίς επενδύσεις, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός συρρικνώνεται. Για να διατηρηθεί το απόθεμα κεφαλαίου (σε κτίρια, μηχανήματα κτλ.) στα σημερινά επίπεδα, θα πρέπει ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (αυτό που ονομάζουμε «επενδύσεις») να φτάσει το επίπεδο που αντικαθιστά την απαξίωση του κεφαλαιακού αποθέματος λόγω της φθοράς του χρόνου («αποσβέσεις»). Κατ’ αναλογία, για να αυξηθεί το συνολικό απόθεμα κεφαλαίου, θα πρέπει οι επενδύσεις να ξεπερνούν τις αποσβέσεις.

Βέβαια, σημασία δεν έχει μόνο το ύψος των επενδύσεων, αλλά επίσης η σύνθεσή τους. Οι παραγωγικές επενδύσεις συμβάλλουν στην αναβάθμιση του κεφαλαιακού αποθέματος της οικονομίας, στον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης και των υποδομών, καθώς και στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Όλα αυτά οδηγούν στην άνοδο της παραγωγικότητας, από την οποία εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση η ευημερία κάθε χώρας.

Αντίθετα, οι μη παραγωγικές επενδύσεις, ενώ βραχυπρόθεσμα τονώνουν την οικονομική δραστηριότητα, δεν διευρύνουν τις μελλοντικές παραγωγικές δυνατότητες της εθνικής οικονομίας. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν π.χ. οι δημόσιες επενδύσεις σε σήραγγες που μένουν κλειστές, οι επιχειρηματικές επενδυτικές επιλογές που στη συνέχεια αποδεικνύονται άστοχες, ακόμη και οι επενδύσεις των νοικοκυριών σε εξοχικές κατοικίες που αυξάνουν την ευμάρεια των ιδιοκτητών τους αλλά οπωσδήποτε όχι την παραγωγή της επόμενης περιόδου.

Οι επενδύσεις από την υιοθέτηση του ευρώ έως την κρίση χρέους

Στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ο λόγος των επενδύσεων στο ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν υψηλότερος από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Συγκεκριμένα, έφτανε το 23,8% κατά μέσο όρο την περίοδο 2000-2009 (έναντι 22,5% στο σύνολο της Ευρωζώνης).

Ωστόσο, πολλές από αυτές τις επενδύσεις δεν αναβάθμιζαν τις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας μέσω της ενσωμάτωσης νέας γνώσης και τεχνολογίας. Έως και το 2013, πάνω από τις μισές επενδύσεις ετησίως αφορούσαν τις κατασκευές (ιδίως κατοικίες). Αντίθετα, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό περιορίζονταν στο 30% ή 40% των συνολικών επενδύσεων. Άλλωστε, οι περισσότερες επενδύσεις προέρχονταν από τα νοικοκυριά, και όχι από τις επιχειρήσεις.

Με άλλα λόγια, είχαμε μια οικονομία όπου το ύψος των επενδύσεων φαινομενικά κυμαινόταν σε ικανοποιητικό επίπεδο, αλλά η σύνθεσή τους υποδήλωνε κυριαρχία των αντιπαραγωγικών επενδύσεων.

Όμως ένα παραγωγικό μοντέλο με τέτοια χαρακτηριστικά δεν είναι διατηρήσιμο μακροπρόθεσμα. Το ξέσπασμα της κρίσης χρέους επιβεβαίωσε αυτή την πικρή αλήθεια.

Οι επενδύσεις από την κρίση χρέους έως την πανδημία

Εξαιτίας της κρίσης, οι επενδύσεις στην Ελλάδα χωρίς υπερβολή κατέρρευσαν. Οι συνολικές επενδύσεις το 2019 (τελευταίο έτος πριν τον κορωνοϊό) ήταν 70% χαμηλότερες από ό,τι το 2007 (τότε που η ελληνική οικονομία έφτασε το υψηλότερο σημείο της πριν από την κρίση χρέους). Κατά μέσο όρο, την περασμένη δεκαετία οι συνολικές επενδύσεις στη χώρα μας έπεσαν στο 11,8% του ΑΕΠ (έναντι 20,7% στο σύνολο της Ευρωζώνης).

Παραδόξως, η κρίση καταβαράθρωσε μεν τις επενδύσεις, αλλά διόρθωσε κάπως την ποιότητα τους. Αυτό συνέβη επειδή οι επενδύσεις σε ακίνητα εξανεμίστηκαν, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις (π.χ. σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό) υποχώρησαν σε μικρότερο βαθμό. Συγκεκριμένα, το 2007-2019 οι επενδύσεις των νοικοκυριών – κυρίως σε ακίνητα – μειώθηκαν κατά 89%, ενώ οι επενδύσεις των επιχειρήσεων κατά 44%. (Η μείωση των δημόσιων επενδύσεων ήταν 62%.)

Το πλήγμα στην ελληνική οικονομία ήταν βαθύ και παρατεταμένο. Η επενδυτική αποχή στέρησε πολύτιμους πόρους από τον παραγωγικό ιστό. Η μείωση των επενδύσεων ήταν τρομακτική. Μετά το 2010, το ύψος του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου δεν αρκούσε ούτε για την αντικατάσταση του εξοπλισμού που απαξιωνόταν. Για ένδεκα συνεχόμενα έτη ο συνολικός όγκος παγίου κεφαλαίου συρρικνωνόταν, καθώς οι νέες επενδύσεις υπολείπονταν των αποσβέσεων. Η σωρευτική διαφορά σε όλη την περίοδο έφτασε το ιλιγγιώδες ποσό των 100 δις. Αυτό είναι το επενδυτικό κενό που λέγαμε στην αρχή του άρθρου.

Οι επενδύσεις από την πανδημία έως σήμερα

Με το τέλος της πανδημίας, οι επενδύσεις στη χώρα μας σημείωσαν σημαντική άνοδο: το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν 30% υψηλότερες από ό,τι στην αντίστοιχη περίοδο του 2019. Είναι ικανοποιητική αυτή η άνοδος; Μας φέρνει πιο κοντά στο να κερδίσουμε το κρίσιμο στοίχημα για το μέλλον της οικονομίας, δηλαδή τη βιώσιμη ανάπτυξη;

Η πορεία των επενδύσεων είναι οπωσδήποτε ενθαρρυντική, αλλά δύσκολα δικαιολογεί πανηγυρισμούς. Παρά την πρόσφατη άνοδο, οι επενδύσεις παραμένουν κάτω από το μισό του επιπέδου στο οποίο είχαν φτάσει προ δεκαπενταετίας. Συγκεκριμένα, το συνολικό ύψος τους το πρώτο εννεάμηνο του 2022 ήταν 59% χαμηλότερο από ό,τι την αντίστοιχη περίοδο του 2007. Απέχουμε ακόμη απελπιστικά πολύ από το να έχουμε αναπληρώσει το μεγάλο επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας.

Επί πλέον, μια προσεκτική ματιά στο είδος των επενδυτικών δαπανών που αυξάνονται ταχύτερα δείχνει κυριαρχία των μη παραγωγικών επενδύσεων. Τα τελευταία τρία χρόνια οι επενδύσεις σε οπλικά συστήματα υπερ-εξαπλασιάστηκαν, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες σχεδόν διπλασιάστηκαν. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε τεχνολογικό, μεταφορικό ή μηχανικό εξοπλισμό (εκτός οπλικών συστημάτων) αυξήθηκαν ελάχιστα. Παράλληλα, παρότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις παρουσιάζουν επίσης σημάδια τόνωσης, ο τομέας που πρωταγωνιστεί στις σχετικές εισροές είναι τα ακίνητα.

Έχουμε βέβαια μια μοναδική ευκαιρία για να καλύψουμε το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας: το Ταμείο Ανάκαμψης και το νέο ΕΣΠΑ εξασφαλίζουν στη χώρα μας σημαντικό μέρος των πόρων που απαιτούνται. Όμως, η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων από μόνη της δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι οι διαθέσιμοι πόροι να διοχετευθούν σε παραγωγικές επενδύσεις που αυξάνουν το συνολικό απόθεμα κεφαλαίου, φυσικό και ανθρώπινο. (Τα προγράμματα κατάρτισης για να μπορούν να θεωρούνται παραγωγικές επενδύσεις θα πρέπει να αναβαθμίζουν τις πραγματικές δεξιότητες των εργαζομένων και των ανέργων.)

Εάν τα ευρωπαϊκά κονδύλια σπαταληθούν για μια ακόμη φορά σε άχρηστα έργα, ή σε προσχηματικά προγράμματα, η μοναδική αυτή ευκαιρία θα χαθεί. Και τότε, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να παραμένει καθηλωμένη για πολλές ακόμη δεκαετίες.

Θα είναι κρίμα.

1 Φεβρουαρίου 2023

Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 4. Το (εξωτερικό) έλλειμμα ξανάρχεται;

 


Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023).

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στο μίνι εξαγωγικό θαύμα της τελευταίας διετίας. Η ελληνική οικονομία έχει γίνει πράγματι πιο εξωστρεφής: το 2021 οι εξαγωγές έφταναν το 37% του ΑΕΠ, από 24% το 2008 (σε απόλυτες αξίες η βελτίωση υπήρξε λιγότερο θεαματική).

Όμως, περιθώρια για εφησυχασμό δεν υπάρχουν. Η αναζωογόνηση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας έχει λιγότερο λαμπρές όψεις. Οι κυριότερες είναι 3+1: Πρώτον, όλα αυτά συνέβησαν σε περίοδο άνθησης του διεθνούς εμπορίου. Στην υπόλοιπη Ευρώπη οι εξαγωγές συνέχισαν να αυξάνονται ταχύτερα από ό,τι στην Ελλάδα. Για αυτό, το μερίδιο της χώρας μας στη συνολική εξαγωγική επίδοση της ΕΕ έχει συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια. Δεύτερον, παρά την κάποια αναζωογόνηση της μεταποίησης, το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εξαγωγών εξακολουθούν να αφορούν τουρισμό και καύσιμα (τα οποία εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται, αφήνοντας κέρδη μα λίγες θέσεις εργασίας, και μικρή διάχυση στην υπόλοιπη οικονομία). Τρίτον, παρότι οι εξαγωγές αγαθών έχουν αυξηθεί πολύ, ξεπερνώντας σε αξία τις εξαγωγές υπηρεσιών, το Made in Greece εξακολουθεί να αφορά κυρίως κλάδους και προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας.

Σε αυτό το τέταρτο άρθρο της μίνι σειράς επικεντρωνόμαστε στην πιο ανησυχητική όψη της εξωστρέφειας: τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών, και του εξωτερικού ελλείμματος.

Άνοδος των εισαγωγών

Τα τελευταία δεδομένα, για το πρώτο εννεάμηνο του 2022, δείχνουν θεαματική άνοδο των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών: +18% σε σχέση με το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2019. Κατά την ίδια περίοδο, η άνοδος των εξαγωγών υπήρξε πολύ μικρότερη: μόλις 2%.

(Αυτά σε σταθερές τιμές. Σε τρέχουσες τιμές, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 55%, ενώ οι εξαγωγές κατά 38%. Με απλά λόγια, και οι εισαγωγές και οι εξαγωγές ακριβαίνουν εξαιτίας του πληθωρισμού, όμως οι εξαγωγές ακριβαίνουν περισσότερο από τις εισαγωγές. Αυτό, υπό κανονικές συνθήκες, συνεπάγεται απώλεια ανταγωνιστικότητας – εκτός βέβαια εάν συνοδεύεται από σημαντική αναβάθμιση της ποιότητας των αγαθών και υπηρεσιών που εξάγουμε, για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις.)

Αξίζει να σημειωθεί ότι η άνοδος των εισαγωγών αγαθών μόνο ήταν μεγαλύτερη: +22% την τριετία 2019-2022 σε σταθερές τιμές (με βάση πάντοτε τα στοιχεία για το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου).

Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το πρώτο εννεάμηνο του 2022 οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών είχαν φτάσει το 44,3% (από 38,9% το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2019).

Σύνθεση των εισαγωγών

Τι ακριβώς εισάγουμε; Δύο μεγάλες κατηγορίες εμπορευμάτων που θολώνουν την εικόνα είναι τα καύσιμα και τα πλοία. Και οι δύο αυτές κατηγορίες υπόκεινται σε μεγάλες διακυμάνσεις, ενώ η σύνδεσή τους με την υπόλοιπη οικονομία είναι αμφίβολη. Για αυτό, άλλωστε, η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσιάζει τα δεδομένα για την εξέλιξη των εισαγωγών και των εξαγωγών με και χωρίς καύσιμα και πλοία.

Κάναμε και εμείς το ίδιο: διασταυρώσαμε τα δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος για τις εισαγωγές αγαθών (με και χωρίς καύσιμα και πλοία) με τα δεδομένα της Eurostat για την ταξινόμηση των εισαγωγών αγαθών ανά ευρεία οικονομική κατηγορία, δηλ. ανά καταναλωτικά, ενδιάμεσα, και κεφαλαιουχικά αγαθά. Αυτό είναι σημαντικό: Εάν οι εισαγωγές μας είναι κυρίως κεφαλαιουχικά αγαθά, αυτό δείχνει μεν υστέρηση στην παραγωγή τους, αλλά επίσης προετοιμασία μιας φάσης ανάκαμψης της μεταποίησης. Αντίθετα, εάν οι εισαγωγές μας είναι κυρίως καταναλωτικά αγαθά, αυτό σημαίνει ότι έχουμε επιστρέψει στην εποχή της αστακομακαρονάδας, με την επόμενη χρεωκοπία να είναι θέμα χρόνου.

Φαίνεται ότι τίποτε από τα δύο δεν ισχύει. Το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022, οι ελληνικές εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών (στα οποία η Eurostat συμπεριλαμβάνει τα επιβατικά αυτοκίνητα, ευλόγως) αποτελούσαν το 36% των συνολικών εισαγωγών αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων. Δεν είναι λίγο – αλλά το 2019 το μερίδιο των καταναλωτικών αγαθών στις εισαγωγές ήταν 41%, ενώ το 2009 ήταν 49%. Συνεπώς, δεν έχουμε επιστρέψει στην εποχή της αστακομακαρονάδας (ακόμη). Καλό αυτό.

Ούτε όμως αυξάνεται το μερίδιο των κεφαλαιουχικών αγαθών (πλην πλοίων) στις συνολικές εισαγωγές (πλην καυσίμων και πλοίων): το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022 ήταν 13%, όσο και το 2019, ενώ το 2009 ήταν 16%. Συνεπώς, τα στοιχεία δεν δείχνουν σοβαρή αύξηση των εισαγωγών μηχανημάτων που θα χρησιμοποιηθούν στη μεταποίηση ώστε μετά να ανακάμψει η βιομηχανική παραγωγή και οι εξαγωγές μεταποιητικών προϊόντων. Κακό αυτό.

Τι απομένει; Τα λεγόμενα ενδιάμεσα αγαθά, τα οποία αποτελούν τα δύο τρίτα των συνολικών εισαγωγών αγαθών. Οι μισές εισαγωγές ενδιάμεσων αγαθών αφορούν καύσιμα, οι άλλες μισές εμπορεύματα (πρώτες ύλες ή ανταλλακτικά, ή άλλα ημιτελή μεταποιημένα προϊόντα) που χρησιμοποιούνται ως εισροές στην παραγωγή.

Συνεχίζοντας όπως προηγουμένως, διαπιστώνουμε ότι το μερίδιο των ενδιάμεσων αγαθών (πλην πλοίων) στις συνολικές εισαγωγές (πλην καυσίμων και πλοίων) βρίσκεται σε ανοδική τροχιά: 50% το ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022, έναντι 45% το 2019, και 39% το 2009.

Τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη, αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για μόνιμη αλλαγή; Δεν είμαστε σίγουροι: το θέμα χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση και πιο λεπτομερή δεδομένα. Η εικασία του Χρυσάφη Ιορδάνογλου (τον οποίο συμβουλευθήκαμε) είναι ότι η θέση των ελληνικών επιχειρήσεων στην παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να μετατοπίζεται προς τα τελικά στάδια των γραμμών παραγωγής (δηλαδή συναρμολογήσεις).

Ένα παράδειγμα από την (ισχνή) προσωπική εμπειρία του ενός από τους δύο συντάκτες του άρθρου: τα ποδήλατα Ideal προσφέρουν πολύ καλή ποιότητα σε προσιτές τιμές, χρησιμοποιώντας εισαγόμενα μέρη (αλυσίδες, ταχύτητες, φρένα κτλ.), τα οποία συναρμολογούνται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στην Πάτρα. Καλό αυτό; Φυσικά – πολύ περισσότερο που η Ideal εξάγει ποδήλατα στη Γερμανία, στη Σουηδία, και στη Βρετανία!

(Διευκρίνηση: Τα παραπάνω δεν συνιστούν «γκρίζα» διαφήμιση, ή εάν συνιστούν τα γράφουμε δωρεάν. Οι συντάκτες του άρθρου στερούνται εμπορικού δαιμονίου.)

Βέβαια, θα ήταν ακόμη καλύτερο εάν τα ανταλλακτικά που εισάγονται παράγονταν στη χώρα μας, από την ίδια την Ideal ή από άλλες μικρότερες εταιρείες που την προμηθεύουν. Αυτό θα σήμαινε αναβάθμιση της τεχνολογικής στάθμης της ελληνικής μεταποίησης, υψηλότερη προστιθέμενη αξία, περισσότερες θέσεις εργασίας, καλύτερες αποδοχές για τους εργαζόμενους του κλάδου. Από αυτό το σημείο, απέχουμε ακόμη πολύ.

Να σημειώσουμε ότι όλα τα στοιχεία της ενότητας αυτής αφορούν τις εισαγωγές αγαθών. Οι εισαγωγές υπηρεσιών αποτελούν μικρό μέρος των συνολικών εισαγωγών (κάτω από ένα τέταρτο), ενώ έχουν μείνει σταθερές στα επίπεδα του 2019.

Διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος

Σε κάθε περίπτωση, τα τελευταία χρόνια οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές. Αποτέλεσμα: το εξωτερικό έλλειμμα διογκώνεται. Γίνεται ακόμη πιο σαφές αυτό που ξέραμε ήδη: ότι η εξάλειψη του τα χρόνια της κρίσης (πλεόνασμα το 2014 και ξανά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 2019) έγινε χάρη στη συμπίεση των εισαγωγών, λόγω καθίζησης του εισοδήματος, και ότι η ανάκαμψη κινδυνεύει να τροφοδοτήσει εκτίναξη των εισαγωγών και του εξωτερικού ελλείμματος.

Αυτό γίνεται τώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕλΣτατ, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου το τελευταίο δωδεκάμηνο για το οποίο έχουμε δεδομένα (Οκτώβριος 2021 – Σεπτέμβριος 2022) είχε φτάσει τα 16,1 δις ευρώ (6,1% του ΑΕΠ), έναντι 2,2 δις ευρώ (0,7% του ΑΕΠ) το αντίστοιχο δωδεκάμηνο Οκτωβρίου 2018 – Σεπτεμβρίου 2019 προ τριετίας. Όταν θα δημοσιευθούν τα δεδομένα για το τελευταίο τρίμηνο του 2022, το εμπορικό έλλειμμα θα φτάνει ή θα ξεπερνά τα 20 δις ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας μας το δωδεκάμηνο Οκτωβρίου 2021 – Σεπτεμβρίου 2022 ήταν σε απόλυτα μεγέθη το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη. Πρόκειται για αξιοσημείωτο κατόρθωμα, για τόσο μικρή οικονομία.

Ας διευκρινιστεί εδώ ότι το εμπορικό ισοζύγιο, ή ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, είναι ίσο με τις εξαγωγές μείον τις εισαγωγές. Αντίθετα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ευρύτερο μέγεθος: συμπεριλαμβάνει επίσης και το ισοζύγιο εισοδημάτων, των πρωτογενών (Ελλήνων από επενδύσεις και τοποθετήσεις στο εξωτερικό, και ξένων από τις αντίστοιχες στην Ελλάδα), καθώς και των δευτερογενών (μεταβιβάσεις, μεταναστευτικά εμβάσματα και τα λοιπά).

Εντάξει, απέχουμε ακόμη από τα δυσθεώρητα ύψη της προ κρίσης εποχής, όταν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας είχε ξεπεράσει το 15% του ΑΕΠ (το 2007 και το 2008). Τότε η προσοχή όλων εστιαζόταν στο δημοσιονομικό έλλειμμα, στο οποίο επίσης ήμαστε πρωταθλητές (15,2% του ΑΕΠ το 2009), αν και αργότερα καταλάβαμε ότι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των χωρών που επλήγησαν από την κρίση της Ευρωζώνης, από την Ελλάδα έως την Ισπανία (όπου το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν χαμηλό, όπως και το δημόσιο χρέος), δεν ήταν το δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά το εξωτερικό έλλειμμα. Αυτό δηλ. που αυξάνεται με γοργό ρυθμό στη χώρα μας σήμερα.

Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε (ή μήπως χρειάζεται;) ότι το θηριώδες εξωτερικό έλλειμμα ήταν το ένα από τα δύο «δίδυμα ελλείμματα» πριν το 2010 που καταδίκασαν τη χώρα στη διεθνή οικονομική επιτροπεία της προηγούμενης δεκαετίας. Το μάθημα αυτό ήταν πολύ σκληρό για τη χώρα και για τους ανθρώπους της. Θα ήταν κρίμα να το ξεχάσουμε τόσο γρήγορα.