1 Ιουλίου 2023
A oltre dieci anni dalla Grande Crisi: l’economia greca ha davvero voltato pagina?
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Altreconomia» (Ιούλιος-Αύγουστος 2013)
Stando ai recenti articoli di testate giornalistiche autorevoli come The Economist e Financial Times, la Grecia viaggia in un’altra dimensione rispetto agli anni terribili della crisi, quando l’economia ha perso un quarto del Prodotto interno lordo, una famiglia media ha perso quasi un terzo del suo potere d’acquisto, e la disoccupazione è salita fino al 28.7%. Ora l’economia greca corre più veloce della media europea, le esportazioni registrano un boom, e la disoccupazione è scesa al 11,2%.
La narrazione ottimista sull’andamento dell’economia non è priva di fondamento. Il livello degli indicatori che avevano tanto spaventato i mercati nel 2010 è oggi nettamente migliorato. Il disavanzo pubblico (2,3% del Pil nel 2022) è molto più basso di quello italiano (8,0%). Il debito pubblico, pur enorme (171,3% del Pil nel 2022), è in calo e soggetto a tassi d’interesse agevolati fino al 2030. Infine, il valore delle esportazioni di beni e servizi sul Pil è decollato al 48,6% nel 2022, lontano anni luce dal 18,9% del 2009.
Tutto bene quindi? Non esattamente. Tanto per cominciare, la crescita verticale delle esportazioni è significativamente distorta da due voci molto particolari: i trasporti marittimi internazionali (largamente oltre la portata del fisco), e le raffinerie (che importano carburante grezzo per poi riesportarlo appunto raffinato). Al netto di queste due voci, l’aumento del tasso delle esportazioni sul Pil è meno spettacolare: 29,5% nel 2022, rispetto al 16,2% del 2009.
Inoltre, il peso del turismo nell’economia nazionale resta fondamentale: un quinto del Pil, un quarto dell’occupazione, quasi la metà di tutte le esportazioni. Ma il turismo genera poche entrate fiscali, e troppi posti di lavoro di bassa qualità, mentre nel lungo termine, è vulnerabile a rischi sia geopolitici che climatici. Ancora peggio, di pari passo con la ripresa economica sono tornate a crescere anche le importazioni, in misura ancora maggiore rispetto alla crescita delle esportazioni. Risultato: il disavanzo commerciale con il resto del mondo è passato dallo 0,9% del Pil nel 2019 al 9,4% nel 2022. Non siamo ancora arrivati ai livelli raggiunti prima della crisi (11,9% del Pil nel 2007 e nel 2008), ma poco ci manca.
Nel frattempo, i salari sono fermi oppure crescono meno dell’inflazione. Secondo i dati del ministero del lavoro, lo stipendio mensile medio lordo è passato dai 1.118 euro nel 2021 ai 1.176 euro nel 2022, un aumento del 5,2%: troppo poco per compensare l’aumento dei prezzi (9,3% nel 2022). Alla perdita di potere d’acquisto si aggiunge il fatto che l’inflazione colpisce i poveri più dei ricchi, per il semplice motivo che per i primi la spesa per abitazione, energia, e alimentari rappresenta una quota maggiore del reddito rispetto ai secondi.
In un certo modo, le radici di tutte le notizie recenti dell’economia greca, sia positive che negative, vanno cercate nella gestione di quella crisi, a colpi di austerità e svalutazione interna. Per colmare la distanza fra bassa produttività e consumismo sfrenato, la Troika dei creditori (Ue-Bce-Fmi) ha puntato troppo sulla riduzione dei consumi, e troppo poco sull’aumento delle capacità produttive. L’eccesso di austerità e di “riforme strutturali” ha condannato la Grecia a rimanere un’economia poco performante anche negli anni a venire.
L’indebolimento dei sindacati è stato uno dei perni in questa strategia: in termini reali, i salari medi sono circa 25% più bassi rispetto al 2009, mentre il tasso di copertura dei contratti collettivi è sceso nel giro di pochissimi anni dal 100% del 2010 al 14% nel 2014.
La questione è se una cosiddetta “alta via” allo sviluppo è compatibile con relazioni industriali squilibrate, in un contesto istituzionale che concede molta flessibilità alle aziende ma offre poche garanzie ai lavoratori. Per ora, l’economia greca sembra intrappolata in un equilibrio di bassa produttività, basse qualifiche, e basse retribuzioni.
11 Ιουνίου 2023
Χαμηλή φορολογία ή οργανωμένη κοινωνία;
«Ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση μιας κυβέρνησης είναι να δούμε πώς συλλέγονται και πώς δαπανούνται οι φόροι. Και ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση ενός ατόμου είναι να δούμε πώς αντιδρά στους φόρους.»
«Οι φόροι, σε τελευταία ανάλυση, είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας.»
Κρίνοντας από την πολιτική αντιπαράθεση (ο θεός να την κάνει) των τελευταίων ημερών, δείχνει να έχει επικρατήσει η άποψη «μείωση φόρων καλό, αύξηση φόρων κακό». Δεν θα σταθώ στο προφανές, ότι οι πιο δυναμικές οικονομίες στην Ευρώπη έχουν υψηλή φορολογία, ότι με τα έσοδα χρηματοδοτούν σχολεία και νοσοκομεία υψηλής ποιότητας, και ότι αυτό κάνει τις κοινωνίες τους πιο ανοιχτές, λιγότερο άνισες και πιο ευτυχισμένες. Στη χώρα μας το νέο πρότυπο που δήθεν πρέπει πάση θυσία να μιμηθούμε είναι … η Βουλγαρία της χαμηλής φορολογίας.
Είμαστε μια κοινωνία μικρομεσαίων. Εδώ και διακόσια σχεδόν χρόνια, σε τέτοια θέματα κάνουν κουμάντο αγρότες που δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος (αλλά απαιτούν επιδοτήσεις και αποζημιώσεις), ελεύθεροι επαγγελματίες που σκαρφίζονται τρόπους να τους μοιάσουν, και πολιτικοί που χαϊδεύουν τα αυτιά και των δύο μην τυχόν και χάσουν καμιά ψήφο – ενώ όλοι εξανίστανται εν χορώ για «το κακό κράτος που παρέχει χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες». Οι δύο πρώτες κατηγορίες δεν φαίνεται να βλέπουν κάποια αντίφαση. Η δε τρίτη, οι πολιτικοί, έχουν λύσει το πρόβλημα αποφεύγοντας συστηματικά τα τραίνα, τα λεωφορεία, τα δημόσια νοσοκομεία, τα δημόσια σχολεία, ή τα ελληνικά πανεπιστήμια, οι ίδιοι και τα παιδιά τους.
Οι υπόλοιποι, όσοι τέλος πάντων δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιούμε τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη δημόσια περίθαλψη, και τη δημόσια εκπαίδευση, ας αναρωτηθούμε σε ποια χώρα θέλουμε να ζούμε. Εάν η απάντηση είναι «στην Ελλαδίτσα μας, αλλά με λιγότερους φόρους», κανένα πρόβλημα: σε μια δημοκρατία αποφασίζει η πλειοψηφία, πάντοτε. Αρκεί να συμφωνήσουμε ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να παραμείνουμε για πάντα «Ελλαδίτσα», και για να μείνει στη φαντασία μας η μοντέρνα, ψηφιοποιημένη, δυναμική χώρα που φαντασιωνόμαστε.
Υπάρχει τρόπος να έχουμε και καλύτερες υπηρεσίες και μείωση των φόρων; Περιθώρια βελτίωσης υπάρχουν πάντα, αλλά μετά τις αιματηρές περικοπές της προηγούμενης δεκαετίας έχουν στενέψει πολύ. Ήδη μισό εκατομμύριο νέοι υψηλής μόρφωσης έχουν μεταναστεύσει σε πιο οργανωμένες κοινωνίες, όπου οι μισθοί – και οι φόροι! – είναι υψηλότεροι.
Δεν απομένει παρά η εκλογίκευση της φορολογικής δομής, καθώς και η ανακατανομή του φορολογικού βάρους από την εργασία στην περιουσία, και από την παραγωγή στην ρύπανση και στην καταπάτηση των κοινών πόρων.
Τι μπορεί να γίνει πρακτικά; Να μερικές ιδέες:
- Διεύρυνση της φορολογικής βάσης με ενιαίους συντελεστές φόρων και εισφορών για όλους τους εργαζομένους, μόνιμους ή όχι, μισθωτούς ή όχι.
- Κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και εργοδοτών για παροχές περίθαλψης (2,15% και 4,3% των μεικτών αποδοχών αντιστοίχως), με μεταφορά του χρηματοδοτικού βάρους στη γενική φορολογία, όπως άλλωστε ισχύει σε όλες τις χώρες με ΕΣΥ.
- Αύξηση των πράσινων φόρων (με εισοδηματικές ενισχύσεις μόνο στους οικονομικά ασθενείς, στους ηλικιωμένους, καθώς και στους κατοίκους ορεινών περιοχών).
Και ο φόρος κληρονομιάς; Χάρη στην αύξηση του αφορολόγητου στο 1,6 εκατ. ευρώ για ένα ζευγάρι, οι πλούσιοι (όχι «η μεσαία τάξη») μπορούν να μεταβιβάζουν όλο τον πλούτο τους σε ανθρώπους (τα παιδιά και τα εγγόνια τους) που δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να τον κερδίσουν. Η συνετή φορολόγηση των κληροδοτημάτων προάγει την κοινωνική κινητικότητα και τον περιορισμό των ανισοτήτων, χωρίς παρενέργειες οικονομικής αποδοτικότητας. Αυτό προτείνουν αναλύσεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ.
Σε εμάς, θα ήταν κρίμα να καταντήσει ταμπού.
30 Απριλίου 2023
Is another Greek slump on the way?
1.
Until last month, the news from Greece were largely mundane, which was a welcome change from the excitement of the early 2010s, when a chain of events (the country’s virtual bankruptcy, the EU-ECB-IMF bailout, harsh austerity, deep recession, social strife, and political conflict) caught the attention of the world media. In a few bitter years, the national economy shrank by over a quarter, while tax hikes and benefit cuts caused disposable incomes to decline by even more.
But that was then. More recently, on the rare occasions when there were any news worth reporting, they were broadly positive. Life under Covid was as grim as everywhere, yet ordinary Greeks surprised themselves by sticking to the rules with less fuss than the Dutch, while their government surprised everyone by putting in place a reliable, user-friendly digital infrastructure faster and better than Germany’s. Greece’s economy, heavily dependent on tourism, plunged in lockdown deeper than more diversified economies, yet bounced back higher thereafter. The unemployment rate (10.8% in January 2023) was still one of the highest in the EU, yet a far cry from its peak a decade ago (28.7% in November 2013).
Even more excitingly, Pfizer’s decision to create a research centre in Thessaloniki (Greece’s second largest city, where Albert Bourla, the company’s CEO, was born and raised), and Microsoft’s and Google’s to invest in cloud computing, or the unlikely emergence of Athens as a film industry hub (as seen in Tehran, the Netflix series, shot entirely on location), cheered Greeks and added to the sense that the country was out of the woods.
Not least, businesses and the government looked forward to the inflow of funds worth billions, earmarked for Greece courtesy of the Recovery and Resilience Facility and other EU programmes. All in all, economic sentiment at the start of 2023 was bullish.
2.
For my generations of Greeks born, say, last century, it was difficult to disregard a sense of déjà vu. We had been there before: in 2004, Greece won the UEFA European Football Championship, successfully organised the Olympic Games in Athens, and even came third in the Eurovision Song Contest, all in quick succession: annus mirabilis. Then came the forest fires of 2007, the riots of 2008, the debt crisis of 2009-2010, and the political instability of 2010-2015, when the country discovered that its prosperity was built on sand.
Things precipitated when the government taking office after the October 2009 general election found that the budget deficit on its hands was not 3.7% of GDP (as reported by its predecessor) but over four times as large. The market turmoil that followed put at risk the solvency of Greece and, briefly, the integrity of the euro area as a whole. The bailout eventually concocted threw a lifeline to a penniless government. At a stroke, it also removed power over domestic policy away from the country’s political class, handing it over to unelected middle-ranking officials in Brussels, Frankfurt, and Washington DC. The humiliation added to the sudden impoverishment, fuelling a nationalist backlash across the political spectrum, which transformed Greek politics almost overnight. The rest, as they say, is history.
3.
This time round the nagging suspicion that behind the hype Greece remained a second-rate country was brought home by the devastating train crash of Wednesday 1 March 2023, in which 57 people lost their lives. Although the inquiry into the causes of the disaster has barely started, we have been officially told that automated safety systems worth hundreds of millions, paid for by taxpayers (Greek and European), were left to rot, while railway traffic control on the country’s one and only mainline was conducted manually. All it took was a moment’s distraction by one station manager, duly arrested and prosecuted: an accident waiting to happen.
It is too soon to tell what the consequences for Greece’s economy will be in the years to come. Possibly none: after all, life goes on – except of course for the lives that ended in the crash, and those forever blighted by it. Still, with a demoralised government, under attack by the opposition, the latter not exactly renowned for its competence when in office, and a general election looming, the country looks ripe for a new cycle of instability.
This is not to say that we are on the verge of a new Greek crisis. In 2010 the economy collapsed after a long reckless run (on steroids). This time the stakes are less dramatic, though no less significant. It is a question of whether the economy can break out of its lower-league status onto a path of sustainable growth, or it should resign itself to near stagnation for the foreseeable future.
4.
Casting a gaze over the last fifteen years or so, is the Greek economy in a better shape now than when the debt crisis broke out?
Living standards are certainly lower. In spite of its recent surge, GDP is still 16% below its 2009 level. Things look a bit better in per capita terms (GDP per head down by 12% over the period), but then again population decline is hardly cause for celebration. By analogy, although unemployment has now fallen to pre-crisis levels, the exodus of at least half a million mostly young mostly highly educated Greeks last decade means that the number of people in employment (4.1 million last summer) remains well below what it was before the crisis (4.5 million in summer 2009). As for average wages, they were 25% lower (in 2021) relative to their level in 2009, in real terms.
As regards the economic fundamentals that made the headlines back in 2010, the picture looks more reassuring: public debt has been stabilised in value terms (although of course it has risen as a share of GDP), while the budget deficit is set to reach 2% of GDP in 2023 (it was over 15% in 2009).
The narrative of the euro crisis as a tale of fiscal irresponsibility helped determine the course of events, but was soon set aside by economists across the spectrum, who now view it as mostly a result of current account imbalances: after all, why else should Spain, with a public debt below Germany’s, also get in trouble? From this perspective, the transformation of Greece has been remarkable: in January-September 2022, the exports-to-GDP ratio reached 38%; over the same period of 2008, the pre-crisis peak, it had amounted to a mere 24%.
On closer inspection, the exports miracle is less spectacular. Imports have also risen, so the current account deficit, having fallen below 1% of GDP in 2013-2015, has risen again to 10% (it had been 15% in 2008). Over a quarter of export earnings are accounted for by the petroleum industry, which imports crude oil, refines and re-exports it, making good money but creating few jobs. The share of medium- and high-tech goods in manufacturing exports has fallen since before the crisis. And tourism is estimated to contribute almost half of all exports, as well a quarter of all jobs and a fifth of GDP. Dependence on tourism (‘our heavy industry’ as government ministers and business spokesmen like to repeat) is problematic in the short-term, given that most of the jobs it provides are low-skill and low-pay, and unwise in the longer-term, given that it is vulnerable to geopolitical risk, not to mention climate change.
5.
In a way, good and bad news are both the legacy of the austerity and internal devaluation – the doctrine that since Greece, as a member of the Eurozone, could not devalue its currency out of the crisis, it should instead devalue wages and prices. Wages have duly fallen, partly because of the recession, and partly by fiat (the cuts in public sector pay in 2010, and the 22% cut of minimum wage in 2012). Prices never fell, and are now rising faster than in the rest of Europe, evidence of the fact that product market deregulation (also advocated by the EU-ECB-IMF Troika) was less enthusiastically pursued, and more successfully resisted, than the labour market sort.
In retrospect, the trouble with Greece’s bailout was not so much that it imposed austerity – what else is there really for a country with a budget deficit of over 15% of GDP? (Not that this failed to stop Varoufakis from playing sorcerer’s apprentice, or Tsipras from winning two general elections and one referendum in a row, but that is another story.) On a different level, the Troika’s approach rested on the unspoken assumption that Greece is a low-performing economy, and that it should stop pretending otherwise. So the bailout deal made sure Greece remained a low-performing economy for the foreseeable future.
Investment, especially of the productive kind, is now less than half what it was pre-crisis. Adult skills – of workers and managers – remain incredibly low, especially if judged by what the persons concerned can actually do. Public administration has been digitalised, which is great, but in other respects remains unhelpful, plus is now understaffed. Justice remains excruciatingly slow, and not as impartial or independent from government as it should be. Infrastructure, supported by EU funding, is a mix of modern and antiquated, as the recent train crash made plain. All in all, most ingredients of sustainable growth are missing.
This was not lost on the Committee headed by Sir Christopher Pissarides, Nobel Laureate and LSE Professor, whose recommendations were embraced by the current government. But progress has been disappointing. The Greek economy seems trapped in a low-added value low-skilled low-wage trajectory.
9 Απριλίου 2023
Όχι άλλες τέτοιες «νίκες της δημοκρατίας»
«Ήττα της δημοκρατίας» στη Γαλλία; Κατά μια έννοια, ναι. Κατά μια άλλη έννοια, όχι. Η επιμονή Μακρόν παρά το πολιτικό κόστος μπορεί να θεωρηθεί διόρθωση μιας αποτυχίας της δημοκρατίας, που εκδηλώνεται κάθε φορά που όσοι έχουν πολιτικά δικαιώματα (οι σημερινοί ψηφοφόροι) λεηλατούν τους κοινούς πόρους σε βάρος όσων δεν έχουν (η γενιά των παιδιών μας, και η γενιά των παιδιών τους).
Αντίθετα, στην Ελλάδα το 2001 «η δημοκρατία νίκησε». Βέβαια λίγα χρόνια μετά η χώρα χρεωκόπησε, με καθοριστική συμβολή του πιο σπάταλου και άδικου ασφαλιστικού στην Ευρώπη.
Οι μνημονιακές περικοπές (ό,τι και αν λέγεται) δεν ήταν «οριζόντιες». Οι μειώσεις κυμάνθηκαν από 16% έως 46%, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης και την ηλικία του συνταξιούχου τη στιγμή των μέτρων. Και πάλι όμως, παρά τις περικοπές, οι συνταξιούχοι συνέχισαν να εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις από ό,τι είχαν συνεισφέρει με τις εισφορές τους οι ίδιοι και οι εργοδότες τους. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια η φτώχεια των ηλικιωμένων μειώθηκε, ενώ η σχετική θέση τους στην κατανομή εισοδήματος βελτιώθηκε.
Πώς έγινε αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις αμοιβές εργασίας. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις υψηλές συντάξεις. Τρίτον, επειδή οι συντάξεις – έστω και μειωμένες – συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ αυτό δεν συνέβη με τις αμοιβές όσων έχασαν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι νέες γενιές συνταξιούχων δικαιούνται υψηλότερες συντάξεις από τις προηγούμενες.
Σήμερα η μέση σύνταξη (κύρια και επικουρική) ανέρχεται σε 935 ευρώ το μήνα. Όχι πολύ άσχημα, εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι μέσες μεικτές αποδοχές των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνούν τα 1.176 ευρώ το μήνα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, το διάχυτο αίτημα για «αποκατάσταση των απωλειών των συνταξιούχων», και μάλιστα των ευπορότερων, για το οποίο πλειοδοτεί το σύνολο σχεδόν του πολιτικού – και δικαστικού – προσωπικού της χώρας, δεν μπορεί να υποστηριχθεί με σοβαρά επιχειρήματα. Παρά τις επιμέρους αστοχίες, η διόρθωση της προηγούμενης δεκαετίας ήταν ιστορικής σημασίας. Για το καλό της χώρας, πρέπει να διαφυλαχθεί.
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι αυτό δεν έχει κατανοηθεί. Με την εξασθένηση της επιρροής των δανειστών, η χώρα σταδιακά οπισθοδρομεί στις πρακτικές που την οδήγησαν στην χρεωκοπία.
Η πρώτη υπαναχώρηση αφορούσε τη λεγόμενη «προσωπική διαφορά». Το Μάιο 2017, η Βουλή ενέκρινε το Ν4472/2017 που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (μετά από υπόδειξη των δανειστών), ο οποίος μεταξύ άλλων προέβλεπε τον σταδιακό επανακαθορισμό των συντάξεων σύμφωνα με το σύστημα του Ν4387/2016 (που η ίδια είχε θεσμοθετήσει). Στα τέλη του 2018, η κυβέρνηση αρνήθηκε πανηγυρικά να εφαρμόσει τη σχετική διάταξη, με τη σιωπηλή συναίνεση της αντιπολίτευσης (και των δανειστών).
Ακολούθησε η δεύτερη υπαναχώρηση. Υπό το βάρος των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που κήρυξαν αντισυνταγματικές κάποιες διατάξεις του Ν4387/2016, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μείωση του ποσοστού εισφοράς ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών σε 13,33% (από 20%), κάνοντας ένα μεγάλο βήμα ακύρωσης της ενοποίησης των κανόνων του ασφαλιστικού συστήματος που είχε επιχειρηθεί χάρη στην επιμονή των δανειστών. Η εξέλιξη αυτή παγιώθηκε το Φεβρουάριο 2020, με την κυβέρνηση ΝΔ να επαναφέρει με το Ν4670/2020 το καθεστώς χαμηλών «κατ’ αποκοπήν» (δηλ. αποσυνδεδεμένων από το εισόδημα) εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες που ίσχυε πριν το 2010. Χάρη σε αυτόν το νόμο της σημερινής κυβέρνησης, ένας μεγαλογιατρός ή ένας μεγαλοδικηγόρος μπορούν (νομίμως) να πληρώνουν λιγότερα για σύνταξη από ό,τι μια καθαρίστρια ή ένας οικοδόμος.
Η τρίτη υπαναχώρηση ήταν η σιωπηρή άρνηση της κυβέρνησης (με την επίσης σιωπηρή συναίνεση της αντιπολίτευσης) να εφαρμόσει την περιοδική αναθεώρηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης καθώς αυξάνεται η διάρκεια ζωής. (Το 2021 το γενικό όριο έπρεπε να αυξηθεί στα 68, ή στα 63 με 40 χρόνια ασφάλισης.)
Ταυτόχρονα, με αποφάσεις των δικαστηρίων, επιστρέφονται απίστευτα ποσά σε εύπορους συνταξιούχους, για συντάξεις που δεν είχαν ποτέ πληρώσει με τις εισφορές τους. Και ο κατάλογος των υπαναχωρήσεων συνεχίζεται.
Εν τω μεταξύ, ρεπορτάζ σοβαρών εφημερίδων αναλύουν με λεπτομέρειες τα «παραθυράκια» των νόμων, εξηγώντας για παράδειγμα πως μπορεί μια εργαζόμενη που το 2011 είχε ανήλικο τέκνο να βγει το 2023 στη σύνταξη στην προχωρημένη ηλικία των 52 ετών.
Όλα αυτά δίνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που δεν έχει μάθει τίποτε από την περιπέτεια των Μνημονίων, και μιας πολιτικής τάξης έτοιμης να επαναλάβει τα ίδια σφάλματα που μας οδήγησαν στη χρεωκοπία.
Σε μια σοβαρότερη χώρα, οι εκλογές θα ήταν ευκαιρία να τεθούν τα προβλήματα στη συζήτηση. Στη δική μας χώρα αυτό είναι απίθανο να συμβεί. Οδεύουμε ολοταχώς για άλλη μια «νίκη της δημοκρατίας».
8 Απριλίου 2023
Διαφορετικά οράματα, αναγκαίες συναινέσεις
Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 8 Απριλίου 2023).
Σε μια δημοκρατία, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των κομμάτων δεν είναι απλώς αναπόφευκτες: είναι αναγκαίες. Η αντιπαραβολή διαφορετικών σχεδίων διακυβέρνησης, διαφορετικών οραμάτων (αν προτιμάτε) για το μέλλον της χώρας, είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας.
Υπό μια προϋπόθεση όμως. Για να είναι λειτουργική η αντιπαράθεση θα πρέπει να πατά γερά σε ένα κοινό έδαφος. Ανήκουμε όλοι στην ίδια πολιτική κοινότητα, είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε ο ένας με τον άλλον. Συνεπώς, η αντιπαράθεση θα πρέπει να διεξάγεται έτσι ώστε ενισχύει τους δεσμούς της κοινής μας συνύπαρξης, αντί να τους διαβρώνει. Η αμοιβαία αναγνώριση ότι οι προσδοκίες και οι ανησυχίες της άλλης πλευράς είναι θεμιτές, και δεν είναι όλες αβάσιμες, θα ήταν ένα σημαντικό βήμα. Η αναζήτηση συναινέσεων για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων που μας κρατούν καθηλωμένους θα ήταν ένα πραγματικό άλμα.
Για παράδειγμα, σας φαίνεται λογικό το κόμμα που κυβερνά να αλλάζει τον εκλογικό νόμο όπως το βολεύει; Είναι χαζοί οι Γερμανοί που έχουν το ίδιο εκλογικό σύστημα από το 1949; Είναι άσχετο αυτό με την πολιτική σταθερότητα και τις υψηλές οικονομικές επιδόσεις της χώρας αυτής;
Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά άλλα πεδία δημόσιας πολιτικής που προσφέρονται για αναζήτηση συναινέσεων. Ποιο ακριβώς όραμα για τη χώρα – συντηρητικό, φιλελεύθερο, ή προοδευτικό - υπηρετείται από μια δικαιοσύνη αργόστροφη, συντεχνιακή, και υποτελή στην εκάστοτε κυβέρνηση; Ή από μια υπηρεσία πληροφοριών ανεξέλεγκτη και διάτρητη; Ή από έναν δημόσιο τομέα απαξιωμένο, εχθρικό απέναντι στους πολίτες, και ενίοτε επικίνδυνο για την ασφάλειά τους; Εάν μπορούσαμε να λύσουμε τέτοια προβλήματα, θα εξακολουθούσαμε να διαφωνούμε για την πορεία της χώρας, όπως είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατία. Όμως θα ζούσαμε σε μια χώρα πιο ασφαλή, πιο επιτυχημένη, και πιο ευτυχισμένη.
Στο πεδίο της οικονομίας, ή μάλλον σε αυτό των προϋποθέσεων της οικονομικής ευημερίας, οι επιδόσεις της χώρας μας είναι καταθλιπτικές. Έχουμε αναρωτηθεί γιατί είμαστε πρωταθλητές Ευρώπης στο ποσοστό αποφοίτων ΑΕΙ ηλικίας 25-34 ετών που είναι λειτουργικά αναλφάβητοι (στοιχεία έρευνας PIAAC); Ή στο ποσοστό επιχειρηματιών/μάνατζερ με ανεπαρκείς διαχειριστικές ικανότητες (στοιχεία World Management Survey); Ενώ εμείς ακόμη συζητάμε για το εάν είναι καλό ή κακό να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί; Και ενώ ετοιμαζόμαστε να κατασπαταλήσουμε και τον νέο πακτωλό ευρωπαϊκών κονδυλίων για την επαγγελματική κατάρτιση, πάντοτε στον ιερό βωμό του εθνικού στόχου της απορροφητικότητας;
Χωρίς τη θεαματική αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, αλλά και των επιχειρηματιών, η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει ποτέ να μπει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης – οποιασδήποτε κατεύθυνσης, με περισσότερη ή λιγότερη αγορά, με ή χωρίς αποκλεισμούς.
(Αν και αξίζει να σημειώσουμε ότι τέτοια διλήμματα είναι σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένα, αφού χωρίς ικανό και αποτελεσματικό κράτος δεν υπάρχει επιτυχημένη οικονομία της αγοράς, ενώ ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν δίνει ευκαιρίες και προοπτικές σε όλους δεν μπορεί να είναι βιώσιμο σε βάθος χρόνου.)
Μια νηφάλια αναγνώριση των προβλημάτων που μας καταδικάζουν στη μιζέρια, για τα οποία ευθύνονται λίγο πολύ όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Και μια ώριμη συζήτηση για το πώς θα αρχίσουμε να τα λύνουμε. Αυτό αξίζουν οι πολίτες αυτής της χώρας, εν όψει των βουλευτικών εκλογών, εξουθενωμένοι από τις διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας. Ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούν οι ίδιοι.
24 Μαρτίου 2023
Ελλάδα είναι ... αυτό που αποφεύγουμε να δούμε στον καθρέφτη
Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 24 Μαρτίου 2023).
Είναι συνηθισμένο το φαινόμενο μερικοί άνθρωποι να περιφέρουν μια εικόνα του εαυτού τους πολύ πιο κολακευτική από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνους. Όταν κάποια ταπείνωση γεφυρώνει το χάσμα, κάνοντας σαφές ακόμη και στους ίδιους πόσο υπερφίαλη ήταν η προηγούμενη αντίληψή τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο επιλογές: είτε να αποδεχθούν την δημόσια εικόνα τους (ακόμη καλύτερα: να εργαστούν για να την βελτιώσουν), είτε να συνεχίσουν να αυταπατώνται, ρίχνοντας στους άλλους την ευθύνη για τις αναπόφευκτες αποτυχίες.
Ό,τι ισχύει για τα άτομα ενίοτε ισχύει και για τα έθνη. Η Κρίση του Σουέζ (1956) έδειξε στους Βρετανούς ότι η εποχή της παντοκρατορίας είχε παρέλθει. Το ίδιο έδειξε και στους Γάλλους, όμως εκείνοι αποδείχθηκαν κάπως ανεπίδεκτοι, παρότι τους είχε προϊδεάσει η πανωλεθρία του Ντιεν Μπιεν Φου (1954): μόνο το 1962 αποσύρθηκαν από την Αλγερία. Ίσως να μην είναι εντελώς τυχαίο ότι η έκφραση «illusion de grandeur» είναι γαλλική.
Είναι τα Τέμπη το ανάλογο του Σουέζ, και του Ντιεν Μπιεν Φου; Όχι ακριβώς: η Μικρασιατική Καταστροφή, μάλιστα – και, σε λιγότερο αιματηρή εκδοχή, η πτώχευση του 2010. Τι μάθαμε από την τελευταία; Όχι πολλά, αν αναλογιστούμε με πόση ευκολία όλοι (κυβέρνηση, αντιπολίτευση, τοπικά συμφέροντα, κοινή γνώμη) κύλισαν στην πεπατημένη.
Θα ήταν ωραίο να ελπίζει κανείς ότι τα Τέμπη θα μας ωθήσουν να αναθεωρήσουμε την παραδοσιακή μας αντίληψη για το Δημόσιο ως ξέφραγο αμπέλι – ιδεώδες για ρουσφέτι (αν είμαστε πολιτικοί προϊστάμενοι), για πλιάτσικο (αν είμαστε προμηθευτές, ή καμμιά φορά και συνδικαλιστές), ή για λούφα (αν είμαστε απλοί εργαζόμενοι). Η πρόσληψη στον ΟΣΕ των συγγενών των θυμάτων δείχνει ότι απέχουμε πολύ.
Και η άλλη Ελλάδα, των ευσυνείδητων εργαζομένων, των έντιμων επιχειρηματιών, των ακέραιων πολιτικών; Ίσως υπάρχει ακόμη. Εάν ναι, ας δώσει σήμα.
24 Φεβρουαρίου 2023
Οι οικονομικές επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» (Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023).
Η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία έβαλε τέλος στην διάχυτη αισιοδοξία για ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία. Το τι συνέβη μετά είναι γνωστό: οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομία σκοτείνιασαν, η ενέργεια ακρίβυνε, ο πληθωρισμός επανήλθε. Ο κύκλος έκλεισε με την απόφαση των κεντρικών τραπεζών να ανεβάσουν το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις (στην Ευρωζώνη κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες), με σκοπό ακριβώς την συγκράτηση των τιμών, και με κίνδυνο την περαιτέρω επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Νοέμβριο 2022 μιλούσαν για ύφεση μέσα στο 2023.
22 Φεβρουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 6. Πέρα από την εσωτερική υποτίμηση
- Συστηματική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο: στην προαγωγή της υγείας των πολιτών, και κυρίως στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, καθώς και στη βελτίωση των διαχειριστικών δεξιοτήτων των μάνατζερ και των επιχειρηματιών (που σήμερα είναι τραγικά χαμηλές)
- Φορολογικό σύστημα δίκαιο και μη στρεβλωτικό: χωρίς διακρίσεις κατά της μισθωτής εργασίας, με μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία και την παραγωγή προς την κατανάλωση και τον πλούτο.
- Νέα ρύθμιση της αγοράς εργασίας: εργασιακές σχέσεις που να διευκολύνουν τις απαραίτητες αναπροσαρμογές σε βάθος χρόνου για την αναβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγουν οι ελληνικές επιχειρήσεις.
- Κοινωνικό κράτος επιταχυντή της ανάπτυξης: με έμφαση στις κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και σε όλες τις άλλες πολιτικές «συμφιλίωσης» των εργασιακών και οικογενειακών υποχρεώσεων των νέων ζευγαριών, και ιδίως των γυναικών.
8 Φεβρουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 5. Κάτω από την επιφάνεια των επενδύσεων
1 Φεβρουαρίου 2023
Η ελληνική οικονομία χωρίς παρωπίδες: 4. Το (εξωτερικό) έλλειμμα ξανάρχεται;
Συνυπογράφεται από τη Σοφία Τσαρούχα και τον Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023).







